Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Μαρίας Βασιλείου κ.α., Αρ. Συνενωμένων Αιτήσεων: ΠΣΑ 3/2025, ΠΣΑ 4/2025, 4/6/2026
print
Τίτλος:
Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Μαρίας Βασιλείου κ.α., Αρ. Συνενωμένων Αιτήσεων: ΠΣΑ 3/2025, ΠΣΑ 4/2025, 4/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.                                

Αρ. Συνενωμένων Αιτήσεων: ΠΣΑ 3/2025

και ΠΣΑ 4/2025.

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ (ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ) ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2015, ΝΟΜΟΣ 65(Ι)/2015

─ ΚΑΙ ─

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΛΑΓΙΑ ΜΑΡΚΙΔΗ, Α.Δ.Τ. 567138, ΑΠΟ ΚΑΛΛΗ ΠΑΝΑΓΗ 6, 2013 ΣΤΡΟΒΟΛΟΣ, ΧΡΕΩΣΤΙΔΑ

─ ΚΑΙ ─

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΑΡΚΙΔΗ, Α.Δ.Τ. 476658, ΑΠΟ ΚΑΛΛΗ ΠΑΝΑΓΗ 6, 2013 ΣΤΡΟΒΟΛΟΣ, ΧΡΕΩΣΤΗ

─ ΚΑΙ ─

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD, ΠΙΣΤΩΤΗ

-------------------

Αρ. Αίτησης: ΠΣΑ 3/2025

Μεταξύ:  

Themis Portfolio Management Holdings Ltd

Αιτήτριας

─ και ─

  1. Μαρίας Βασιλείου
  2. Πελαγία Μακρίδη

Καθ' ων η Αίτηση

-------------------

Αρ. Αίτησης: ΠΣΑ 4/2025

Μεταξύ:  

Themis Portfolio Management Holdings Ltd

Αιτήτριας

─ και ─

  1. Μαρίας Βασιλείου
  2. Γεώργιος Μακρίδη

Καθ' ων η Αίτηση

-------------------

[Αιτήσεις της Themis Portfolio Management Holdings Ltd ημερομηνίας 21/08/2025 στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025 για ακύρωση διατάγματος επιβολής Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής]

-------------------

Ημερομηνία: 04/06/2026.

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: κ. Μ. Μηλιώτου εκ μέρους της Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ’ ης η Αίτηση, Μαρία Βασιλείου: καμία εμφάνιση.

Για τους Καθ’ ων η Αίτηση, Πελαγία Μακρίδου και Γεώργιο Μακρίδη: κ. Σ. Οικονόμου εκ μέρους της Μ.Χ. Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

---------------------

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Σε ό,τι αφορά την Πελαγία Μακρίδου και τον σύζυγό της Γεώργιο Μακρίδη, τα στοιχεία τους προκύπτουν από την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων και το Έντυπο Προσωπικά Στοιχεία Χρεώστη, τα οποία αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου Γ και του Τεκμηρίου Γ1, τα οποία επισυνάπτονται αντίστοιχα στις ένορκες δηλώσεις της Σωτηρίας Καζάκου ημερομηνίας 26/02/2025, οι οποίες κατατέθηκαν προς υποστήριξη εκάστης Αίτησης του Τμήματος Αφερεγγυότητας για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος, στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025 που τους αφορούν αντιστοίχως.

Η Πελαγία Μακρίδου, γεννηθείσα στις 10/12/1957, είναι σήμερα ηλικίας 68 ετών, συνταξιούχος από το 2020 και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη γήρατος ύψους €945, καθώς και μηνιαίο τιμητικό επίδομα πολύτεκνης μητέρας ύψους €8,50.

Ο Γιώργος Μακρίδης, γεννηθείς στις 28/04/1955, είναι σήμερα ηλικίας 71 ετών, συνταξιούχος από το 2010 και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη γήρατος ύψους €833,27.

Όπως αναφέρεται, δεν διαθέτουν άλλη πηγή εισοδήματος, δεν έχουν οποιουσδήποτε εξαρτώμενους και στο νοικοκυριό τους, στην κατοικία όπου διαμένουν, διαβιούν μόνο οι δύο τους.

Όπως προκύπτει από το κοινό, όπως αναφέρεται, Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (ΠΣΑ) των Πελαγίας Μακρίδη και Γεωργίου Μακρίδη, Τεκμήριο 6 στις ένορκες δηλώσεις εκάστου ημερομηνίας 13/06/2025 που κατατέθηκαν προς υποστήριξη των αιτήσεών τους ημερομηνίας 16/06/2025 για επιβολή του ΠΣΑ στην Αιτήτρια, με βάση την επαλήθευση της Αιτήτριας το συνολικό εξασφαλισμένο χρέος ανέρχεται σε €168.200, ενώ το συνολικό προς αποπληρωμή ποσό ανέρχεται σε €160.000, μετά την αφαίρεση ποσού €8.200 που αντιστοιχεί σε ακίνητη ιδιοκτησία (χωράφια) η οποία είναι υποθηκευμένη και θα μεταβιβαστεί στην Αιτήτρια έναντι του χρέους.

Το ποσό αυτό προβλέπεται να αποπληρωθεί μέσω 60 μηνιαίων δόσεων ύψους €600, οι οποίες, σύμφωνα με το ΠΣΑ, εκτιμάται ότι είναι καταβλητέες βάσει της οικονομικής κατάστασης των Πελαγίας Μακρίδη και Γεωργίου Μακρίδη κατά τον χρόνο κατάρτισής του, μετά την αφαίρεση των λογικών εξόδων διαβίωσης, αποκοπών και λοιπών επιβαρύνσεων που σχετίζονται με το ΠΣΑ. Οι δόσεις αυτές θεωρούνται εφικτές με βάση τα κοινά τους εισοδήματα εντός χρονικής περιόδου έξι ετών, ήτοι της διάρκειας του ΠΣΑ, μέχρι το 74ο έτος της ηλικίας της Πελαγίας Μακρίδη και το 77ο έτος του Γεωργίου Μακρίδη, οι οποίοι κατά τον χρόνο κατάρτισης ήταν ήδη 68 και 71 ετών αντίστοιχα, προς κάλυψη τόκων και μέρους του κεφαλαίου.

Προνοείται περαιτέρω ότι, νοουμένου ότι οι Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιος Μακρίδης συμμορφώνονται με όλες τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο ΠΣΑ, η τελευταία δόση θα διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξοφληθεί πλήρως το εναπομένον υπόλοιπο του χρέους. Σε αντίθετη περίπτωση, προβλέπεται η δυνατότητα προώθησης διαδικασιών εκτέλεσης, περιλαμβανομένης της εκποίησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, κατοικία των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη. Όπως αναφέρεται στο ΠΣΑ «κατάσχεσης» του.

Το πιο πάνω αναφερόμενο ως κοινό ΠΣΑ των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη καταρτίστηκε από την Σύμβουλο Αφερεγγυότητας Μαρία Βασιλείου.

Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση της Πελαγίας Μαρκίδη, ημερομηνίας 13/06/2025, η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησής της ημερομηνίας 16/06/2025 για επιβολή του ΠΣΑ στην Αιτήτρια, και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην παράγραφο 13 αυτής, σε σχέση με την τελική εφάπαξ δόση ύψους περίπου €120.000, την οποία η Αιτήτρια είχε γνωστοποιήσει στη Σύμβουλο Αφερεγγυότητας ότι αμφισβητούσε κατά πόσον θα ήταν δυνατό να καταβληθεί, γεγονός που προβλήθηκε ως λόγος απόρριψης του ΠΣΑ κατά τη συνέλευση των πιστωτών, αναφέρεται ότι η εν λόγω δόση θα καταβαλλόταν από τα τρία ενήλικα τέκνα της από ιδίους πόρους.

Περαιτέρω αναφέρεται ότι η Αιτήτρια είχε ζητήσει από τα παιδιά της να εγγυηθούν την πληρωμή του εν λόγω ποσού, πλην όμως αυτό δεν ήταν επιθυμητό, καθότι είναι νεόνυμφοι και επιθυμούν να αρχίσουν τον έγγαμο βίο τους χωρίς τέτοιου είδους δεσμεύσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τις τραπεζικές πρακτικές, θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δυνατότητά τους να εξασφαλίσουν μελλοντικό δανεισμό.

Περαιτέρω, αναφέρεται ότι μεταξύ των περιουσιακών τους στοιχείων περιλαμβάνονται ακίνητα στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας, τα οποία είναι υποθηκευμένα στον Κεντρικό Φορέα Ισότιμης Κακόνομής Βαρών για σκοπούς σπουδαστικών δανείων που εξυπηρετούν τα ίδια τα παιδιά και ότι, εφόσον καταστεί αναγκαίο, τα ακίνητα αυτά θα μπορούσαν να υποθηκευθούν εκ νέου από τα παιδιά τους στο μέλλον προς εξασφάλιση της πληρωμής του εν λόγω ποσού.

Ήταν επίσης η θέση της ότι, ακόμη και στην έσχατη περίπτωση κατά την οποία τα παιδιά της δεν θα κατέβαλλαν την τελική εφάπαξ δόση των περίπου €120.000, η Αιτήτρια θα αποκτούσε την κατοχή του ενυπόθηκου ακινήτου, επιπροσθέτως δε θα είχε εισπράξει τα ποσά των μηνιαίων δόσεων ύψους €600 κατά τη διάρκεια ισχύος του ΠΣΑ για περίοδο έξι ετών, γεγονός που, κατά τη θέση της, θα την έθετε στην ίδια ή και σε καλύτερη οικονομική θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση άμεσης εκποίησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου και άλλα ακίνητα τους.

Ως προς τα προαναφερόμενα, σημειώνεται ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί περιλαμβάνονται και στην ένορκη δήλωση του Γεώργιου Μακρίδη, ημερομηνίας 13/06/2025, η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησής του ημερομηνίας 16/06/2025 για επιβολή ΠΣΑ στην Αιτήτρια, και ειδικότερα στην παράγραφο 13 αυτής.

Σύμφωνα και πάλι με την ένορκη δήλωση της Πελαγίας Μακρίδη, ημερομηνίας 13/06/2025, η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησής της ημερομηνίας 16/06/2025 για επιβολή ΠΣΑ στην Αιτήτρια, και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην παράγραφο 16(γ) αυτής και στο σχετικό Τεκμήριο 10, που αφορούν τον λόγο επίκλησης της χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης μετά το έτος 2013, ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έλαβαν χώρα μετά το 2013, ήτοι τις σοβαρές ασθένειες του συζύγου της Γεώργιου Μακρίδη, ο τελευταίος παρουσιάζει σοβαρό και πολυσυστηματικό ιατρικό ιστορικό, το οποίο περιλαμβάνει καρδιοχειρουργική επέμβαση, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιακή αρρυθμία, υπέρταση, νεφρική νόσο (διαβητικής αιτιολογίας) και αγγειακές/διαβητικές επιπλοκές.

Σε σχέση με τα ανωτέρω, οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και από τον Γεώργιου Μακρίδη στην προειρημένη ένορκη δήλωσή του, ημερομηνίας 13/06/2025, η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησής του ημερομηνίας 16/06/2025 για επιβολή ΠΣΑ στην Αιτήτρια, όπου στην παράγραφο 16(γ) και επικαλούμενος το ίδιο Τεκμήριο 10, αναφέρεται στα προαναφερόμενα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η αδυναμία του να αποπληρώσει τα χρέη του έγκειται στο ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έλαβαν χώρα από το 2013 και εντεύθεν, όπως οι σοβαρές ασθένειές του, οι οποίες τον δυσκόλεψαν στην εξεύρεση εργασίας πριν από τη συνταξιοδότησή του, εφόσον ως καρδιοπαθής και διαβητικός υπέστη ακρωτηριασμό και παρέμεινε για μεγάλα χρονικά διαστήματα κλινήρης.

Οι πιο πάνω Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιος Μακρίδης, ως προαναφέρθηκε, με τις αντίστοιχες αιτήσεις που έκαστος υπέβαλε στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025, σύμφωνα με το Άρθρο 72(1) του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015, Νόμος 65(Ι)/2015, αιτήθηκαν μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία επιβλήθηκε στην Αιτήτρια το πιο πάνω αναφερόμενο κοινό ΠΣΑ, το οποίο καταψηφίστηκε από την Αιτήτρια στη συνέλευση πιστωτών της 06/06/2025 και το οποίο εν συνεχεία εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 30/06/2025 και 04/07/2025 αντίστοιχα.

Με τις υπό κρίση αιτήσεις της ημερομηνίας 21/08/2025, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο πλαίσιο εκάστης των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025 και συνενώθηκαν με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/01/2026, η Αιτήτρια αξιώνει, δυνάμει του Άρθρου 72(5) του Νόμου 65(Ι)/2015, την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος.

Μεταξύ άλλων, με την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ημερομηνίας 21/08/2025, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη εκάστης των υπό κρίση αιτήσεων, προβάλλονται, μέσω των παραγράφων 11, 21, 23, 24 και 25 αυτής, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί και θέσεις.

Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι παραπλανήθηκε το Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα πραγματικά διαμείφθηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και της Συμβούλου Αφερεγγυότητας σε σχέση με την επίδικη τότε πρόταση ΠΣΑ. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από τους συναδέλφους του Πάρη Ιωάννου και Μαρία Τζίβα, η Αιτήτρια, αμέσως μετά τη σύγκληση της Συνέλευσης Πιστωτών, απευθύνθηκε γραπτώς προς τη Σύμβουλο Αφερεγγυότητας ζητώντας διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο εξόφλησης της τελευταίας δόσης, η οποία υπολογιζόταν σε ποσό περί τις €117.000. Υποστήριξε ότι δεν ήταν θέση ή πρόταση της Αιτήτριας να περιληφθούν τα παιδιά των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη ως εγγυητές, ενώ η ίδια η Σύμβουλος Αφερεγγυότητας φέρεται να ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει. Κατά τον μάρτυρα, η Αιτήτρια θεωρούσε ήδη πριν από τη συνέλευση πιστωτών ότι η τότε πρόταση ΠΣΑ δεν αποτελούσε βιώσιμη λύση, καθότι η αναφορά της Συμβούλου Αφερεγγυότητας ότι η τελευταία δόση ύψους €117.000─€120.000 θα καταβαλλόταν από τα παιδιά των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη παρέμενε ατεκμηρίωτη και αβάσιμη. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει είτε τη διαθεσιμότητα του εν λόγω ποσού είτε εύλογη προοπτική εξεύρεσής του από τα παιδιά των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη εντός της επόμενης εξαετίας, είτε μέσω ιδίων πόρων, είτε μέσω δανεισμού, είτε μέσω πώλησης περιουσιακών στοιχείων. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών αυτών, παρέπεμψε στη σχετική αλληλογραφία μεταξύ της Αιτήτριας και της Συμβούλου Αφερεγγυότητας ημερομηνίας 26─27 Μαΐου 2025, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωσή του.

Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη για ένταξη σε ΠΣΑ, καθότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να καταδεικνύουν εύλογη προοπτική αποκατάστασης της φερεγγυότητάς τους εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο περιόδου. Υποστήριξε ότι ουδέν στοιχείο παρουσιάστηκε προς στήριξη μιας τέτοιας εκτίμησης και ότι η σχετική πρόβλεψη δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, δεδομένου ότι η ίδια η διάρκεια του προτεινόμενου ΠΣΑ υπερέβαινε τα πέντε έτη.

Ο μάρτυρας πρόβαλε τη θέση ότι η πρόβλεψη των Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη και της Συμβούλου Αφερεγγυότητας περί καταβολής εφάπαξ ποσού περίπου €120.000 πριν από τη λήξη του ΠΣΑ, προς εξόφληση του εναπομείναντος εξασφαλισμένου χρέους που βαρύνει το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, κατοικία τους, ήταν ατεκμηρίωτη, παράλογη και αυθαίρετη. Υποστήριξε ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν ήταν βάσιμη η εκτίμηση της Συμβούλου Αφερεγγυότητας ότι η συμμετοχή των Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη στο ΠΣΑ θα οδηγούσε στην αποκατάσταση της φερεγγυότητάς τους εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο περιόδου. Αντιθέτως, κατά τον μάρτυρα, τα διαθέσιμα στοιχεία καταδείκνυαν ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ δεν ήταν ούτε ρεαλιστικό ούτε βιώσιμο. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το ΠΣΑ δεν ικανοποιούσε την προϋπόθεση ότι η Αιτήτρια θα βρισκόταν στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση πτώχευσης των Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι σε περίπτωση πτώχευσης η Αιτήτρια, ως εξασφαλισμένος πιστωτής, θα είχε τη δυνατότητα να ανακτήσει το οφειλόμενο ποσό μέσω της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων σε πολύ συντομότερο χρόνο.

Στον αντίποδα, οι Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιος Μακρίδης, με τις ταυτόσημες ενστάσεις που καταχώρισε έκαστος στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025, προέβαλαν, μέσω των ενόρκων δηλώσεων της Συμβούλου Αφερεγγυότητας ημερομηνίας 12/12/2025 και 14/01/2026, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν προς υποστήριξη εκάστης των ενστάσεων και περιέχουν, κατ’ ουσίαν, τους ίδιους βασικούς ισχυρισμούς, σε απάντηση των ανωτέρω, μεταξύ άλλων, πρόβαλαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς και θέσεις, όπως αυτοί εμφαίνονται στις παραγράφους 11(στ), 16, 22, 23 και 29 των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων. 

Η μάρτυρας απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η προβλεπόμενη καταβολή της τελευταίας δόσης έπρεπε να υποστηρίζεται ήδη από έγγραφες δεσμεύσεις ή αποδεικτικά στοιχεία εκ μέρους των παιδιών των Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη. Υποστήριξε ότι η σχετική νομοθεσία επιτρέπει τη συνεισφορά τρίτων προσώπων για σκοπούς υλοποίησης ΠΣΑ χωρίς να απαιτείται εκ των προτέρων δέσμευσή τους ή υπογραφή εγγυήσεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εκτίμηση ως προς τη δυνατότητα κάλυψης της τελικής δόσης στηρίχθηκε στα δεδομένα που ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο κατάρτισης του ΠΣΑ και ότι η προβλεπόμενη συνεισφορά τρίτων αποτελούσε νόμιμο, προβλέψιμο και ελέγξιμο μέσο διασφάλισης της αποπληρωμής. Κατά τη μάρτυρα, η προσέγγιση αυτή συνάδει με το πνεύμα και τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, η οποία αναγνωρίζει τη συνεισφορά τρίτων ως αποδεκτό στοιχείο για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας ενός ΠΣΑ.

Η μάρτυρας διαφώνησε με τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια θα βρισκόταν σε ευνοϊκότερη θέση σε περίπτωση πτώχευσης των Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη. Υποστήριξε ότι το επίδικο ΠΣΑ πληροί την προϋπόθεση του Νόμου ότι ο πιστωτής δεν τίθεται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με την πτώχευση, καθότι δεν υφίσταται άλλη περιουσία προς ικανοποίηση του χρέους, ενώ ενδεχόμενη εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων θα απέφερε μικρότερο όφελος λόγω των εξόδων της διαδικασίας και της πιθανής υποτίμησης της αξίας τους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του ΠΣΑ η Αιτήτρια θα εισπράττει μηνιαίες καταβολές ύψους €600, συνολικού ποσού €36.000, διατηρώντας παράλληλα την υφιστάμενη εμπράγματη εξασφάλισή της επί του επίδικου ανυπόθηκου ακινήτου. Πρόσθεσε ότι, σε περίπτωση μη καταβολής της τελικής δόσης, η Αιτήτρια θα έχει ήδη εισπράξει τις προβλεπόμενες δόσεις και θα εξακολουθεί να διατηρεί το δικαίωμα να προχωρήσει σε εκποίηση της εξασφάλισης και να διεκδικήσει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού πριν από οποιαδήποτε διαγραφή χρέους.

Η μάρτυρας διαφώνησε με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς στις ένορκες δηλώσεις Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού και επανέλαβε ότι, κατά τη θέση της, εντός της πενταετίας του ΠΣΑ τα παιδιά των Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη θα αναλάβουν την καταβολή του υπολοίπου ποσού. Υποστήριξε ότι το κρίσιμο κριτήριο της σχετικής νομοθεσίας είναι η ύπαρξη εύλογης προοπτικής και όχι αποδεδειγμένης βεβαιότητας για την εξόφληση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του ΠΣΑ η Αιτήτρια θα εισπράττει όλες τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις και θα διατηρεί την εμπράγματη εξασφάλισή της επί του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η μη παροχή στοιχείων για τα εισοδήματα των παιδιών αποτελεί συνειδητή επιλογή τους, δεδομένου ότι δεν έχουν την ιδιότητα των εγγυητών. Τέλος, προέβαλε ότι είναι αντιφατική η θέση της Αιτήτριας, η οποία αφενός εγείρει ζήτημα εμπλοκής ή εγγύησης των παιδιών και αφετέρου αμφισβητεί τη δυνατότητα συνεισφοράς τους για την αποπληρωμή της τελικής δόσης.

Η μάρτυρας απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις ανωτέρω ένορκες δηλώσεις Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού. Υποστήριξε ότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν επιβάλλει υποχρέωση εκ των προτέρων καθορισμού ή απόδειξης συγκεκριμένης πηγής αποπληρωμής της τελικής δόσης, αλλά απαιτεί την κατάρτιση ενός ρεαλιστικού και βιώσιμου ΠΣΑ, βασισμένου στα υφιστάμενα οικονομικά δεδομένα των χρεωστών Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη. Κατά τη θέση της, η ενδεχόμενη καταβολή της τελευταίας δόσης μετά την πάροδο πενταετίας μπορεί να προκύψει από διάφορες πηγές, περιλαμβανομένου και δανεισμού, είτε από τους ίδιους τους Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιο Μακρίδη είτε από τρίτα πρόσωπα, όπως τα παιδιά τους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα παιδιά των Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη δεν είχαν εμπλακεί στη διαδικασία του ΠΣΑ, συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να απαιτηθεί παροχή εγγύησης σε αυτό το στάδιο. Πρόσθεσε ότι τυχόν πρόωρη παροχή εγγύησης θα μπορούσε να επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα των παιδιών σε περίπτωση που μελλοντικά επιδιώξουν δανεισμό για σκοπούς εξόφλησης της τελικής δόσης. Καταληκτικά, ισχυρίστηκε ότι η συνολική πρόταση του ΠΣΑ συνάδει με το νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει την εκτίμηση πιθανής μελλοντικής φερεγγυότητας χωρίς απαίτηση προκαθορισμένης ή εγγυημένης πηγής χρηματοδότησης.

Μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση διατάγματος επιβολής ΠΣΑ, σύμφωνα με το Άρθρο 72(1) του Νόμου 65(Ι)/2015, περιλαμβάνεται, δυνάμει της παραγράφου (στ)(ii), η προϋπόθεση ότι ο χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας τόσο του ιδίου του Άρθρου 72(1) όσο και του Άρθρου 35 του Νόμου 65(Ι)/2015.

Συναφώς, σύμφωνα με το Άρθρο 35(1)(β) και (γ) του Νόμου 65(Ι)/2015, για να είναι κάποιος χρεώστης επιλέξιμος για ΠΣΑ θα πρέπει να υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 72(1)(στ)(iv) του Νόμου 65(Ι)/2015, το προτεινόμενο ΠΣΑ που δεν έγινε αποδεκτό από τους πιστωτές πρέπει να θέτει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5 εξαιρουμένων των μη ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών.   

Η ορθή ερμηνεία των Άρθρων 35(1)(β) και (γ) σε συνδυασμό με το Άρθρο 72(1)(στ) του Νόμου 65(Ι)/2015 καταδεικνύει ότι το νομοθετικό πλαίσιο προϋποθέτει ως αναγκαίο στοιχείο την εύλογη πιθανότητα συμμόρφωσης του χρεώστη προς τους όρους του προτεινόμενου ΠΣΑ. Παρόλο που ο Νομοθέτης δεν διατυπώνει την προϋπόθεση αυτή ως αυτοτελές και ρητώς κατονομαζόμενο κριτήριο επιλεξιμότητας ή έγκρισης, αυτή προκύπτει αναγκαία από το περιεχόμενο και τη λειτουργία των σχετικών διατάξεων. Ειδικότερα, η απαίτηση του Άρθρου 35(1)(γ) του Νόμου 65(Ι)/2015 περί ύπαρξης «εύλογης προοπτικής» ότι η συμμετοχή του χρεώστη στο ΠΣΑ θα τον καταστήσει φερέγγυο εντός πενταετίας συνιστά αξιολόγηση μελλοντικού και ουσιαστικού χαρακτήρα, η οποία προϋποθέτει ότι ο χρεώστης είναι ευλόγως πιθανό να μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει δυνάμει του ΠΣΑ. Η αποκατάσταση της φερεγγυότητας δεν επέρχεται ως αυτόματη ή θεωρητική συνέπεια της έγκρισης ενός ΠΣΑ, αλλά ως αποτέλεσμα της πραγματικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των όρων του. Περαιτέρω, το Άρθρο 72(1)(στ) του Νόμου 65(Ι)/2015 απαιτεί να διαπιστώνεται ότι οι πιστωτές τίθενται σε θέση ίση ή καλύτερη από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση πτώχευσης. Η σύγκριση αυτή δεν δύναται να περιορίζεται σε μία τυπική ή λογιστική αντιπαραβολή προβλεπόμενων καταβολών, αλλά προϋποθέτει αξιολόγηση της ρεαλιστικής πιθανότητας πραγματοποίησής τους. Εάν δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα συμμόρφωσης του χρεώστη προς τους όρους του ΠΣΑ, τότε οι προβλεπόμενες καταβολές παραμένουν θεωρητικές, η δε σύγκριση με το εναλλακτικό σενάριο της πτώχευσης καθίσταται αναξιόπιστη και αποστερείται του πρακτικού της περιεχομένου. Ως εκ τούτου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εύλογη πιθανότητα συμμόρφωσης του χρεώστη προς τους όρους του προτεινόμενου ΠΣΑ αποτελεί στοιχείο το οποίο ο Νόμος 65(Ι)/2015 ενσωματώνει εμμέσως αλλά αναγκαίως, ως συστατικό μέρος τόσο της αξιολόγησης της προοπτικής αποκατάστασης της φερεγγυότητας του χρεώστη κατά το Άρθρο 35(1)(γ) του Νόμου 65(Ι)/2015, όσο και της αξιολόγησης του συμφέροντος των πιστωτών κατά το Άρθρο 72(1)(στ) του Νόμου 65(Ι)/2015.

Το πιο πάνω στοιχείο της εύλογης πιθανότητας συμμόρφωσης του χρεώστη προς τους όρους του προτεινόμενου ΠΣΑ αποτελεί κριτήριο το οποίο υιοθετήθηκε νομοθετικά στην Ιρλανδία από το Section 115A(9)(c) της Personal Insolvency Act 2012 σε ό,τι αφορά την οποία το Εφετείο, στην υπόθεση Hellenic Public Company Limited ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε129/2022, 18/01/2024, κατά την ερμηνεία των σκοπών του Νόμου 65(Ι)/2015,  με την απόφαση του ανέδειξε την σαφής ομοιότητα της με ρητή αναφορά στη σχετική νομολογία και αποφάσεις των ιρλανδικών Δικαστηρίων.

Το εν λόγω κριτήριο, σύμφωνα και με τη δικαστική προσέγγιση στην Ιρλανδία, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παραγόντων που συνήθως αναφέρονται ως λόγοι «βιωσιμότητας» (sustainability grounds). Πέραν της υποχρέωσης συνεκτίμησης καθαρά οικονομικών δεδομένων, περιλαμβάνει και μια ευρύτερη αξιολόγηση όλων των συναφών περιστάσεων, η οποία δύναται να επεκτείνεται σε ζητήματα όπως η ηλικία και η κατάσταση υγείας του οφειλέτη (βλ. Re Fennell, [2021] IEHC 297).

Το High Court στην υπόθεση Re Hayes, [2017] IEHC 657 έκρινε ότι το Δικαστήριο δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση «εγγύησης» φερεγγυότητας υπό κάθε πιθανή μελλοντική συνθήκη. Αντιθέτως, το κριτήριο της βιωσιμότητας απαιτεί την ύπαρξη εύλογης προοπτικής ότι ο οφειλέτης θα καταστεί φερέγγυος κατά τη λήξη του διακανονισμού με το ΠΣΑ. Ο βαθμός ελέγχου που δύναται να ασκήσει το Δικαστήριο επί μελλοντικών γεγονότων εξαρτάται από τα ιδιαίτερα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης και τον βαθμό «προβλεψιμότητας» των εν λόγω μελλοντικών εξελίξεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:

«The purpose of the legislation is to facilitate the return to solvency of a debtor, and to do so in a reasonable way, so that the new-found solvency is itself sustainable. It is in that context that the legislation has permitted the writing down of secured and unsecured debt, so that at the end of the six-year period of a PIA the debtors will have a reduced debt liability, which it is hoped will be sustainable by them, having regard to known circumstances.

The legislation does not expressly require the court to examine the likely circumstances of a debtor after the six-year term of a proposed PIA, but in my view the creditor is correct that a court may not, if it has the evidence before it, disregard the likely or reasonably likely circumstances that will exist at the end of the six-year period of the PIA, or of the reasonably foreseeable future thereafter. There is likely to be a spectrum of circumstances and the degree of certainty regarding future financial circumstances will usually diminish over the middle to long term».   

Συνεπώς, κρίθηκε ότι, αν και δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να εξετάζει τις πιθανές συνθήκες του οφειλέτη μετά τη λήξη της διάρκειας ενός προτεινόμενου ΠΣΑ, εντούτοις το Δικαστήριο δεν δύναται, εφόσον έχει ενώπιόν του σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, να αγνοήσει τις πιθανές ή εύλογα προβλέψιμες συνθήκες που θα επικρατούν κατά τη λήξη της περιόδου του ΠΣΑ ή στο εύλογα προβλέψιμο χρονικό διάστημα που ακολουθεί. Είναι πιθανό να υφίσταται ένα φάσμα πιθανών μελλοντικών συνθηκών, ενώ ο βαθμός βεβαιότητας ως προς τις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες τείνει να μειώνεται όσο απομακρυνόμαστε χρονικά προς το μέσο και το μακροπρόθεσμο μέλλον. Συνεπώς, το Δικαστήριο, εφόσον έχει ενώπιόν του σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, δεν πρέπει να αγνοεί το πιθανό μέλλον, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να το αντιμετωπίζει σαν βέβαιο, ειδικά για το μακρινό μέλλον, όπου η αβεβαιότητα είναι μεγαλύτερη.

Η νομολογία και αποφάσεις των ιρλανδικών Δικαστηρίων καταδεικνύουν ότι τα Δικαστήρια έχουν αποφύγει να θεσπίσουν οποιουσδήποτε αυστηρούς και απόλυτους κανόνες ως προς τη βιωσιμότητα. Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο σε μία υπόθεση, ενδέχεται να μην είναι σε μια άλλη. Το Δικαστήριο αρκεί να ικανοποιηθεί ότι είναι εύλογα πιθανό μια ρύθμιση να είναι βιώσιμη, δεν απαιτείται βεβαιότητα. Αυτό που τείνει να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα στις περισσότερες υποθέσεις είναι η ποιότητα και το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων που τίθενται ενώπιόν του Δικαστηρίου (βλ. Re McNamara, [2019] IEHC 622 και Re Nuzum, [2020] IEHC 164).

Στην προαναφερόμενη υπόθεση Re Fennell, [2021] IEHC 297 το High Court απέρριψε μια ρύθμιση ΠΣΑ, καθώς αυτή περιελάμβανε όρο που επέκτεινε την αποπληρωμή των δόσεων του ενυπόθηκου δανείου έως ότου ο οφειλέτης φθάσει στην ηλικία των 98 ετών. Το Δικαστήριο απέρριψε τη ρύθμιση ΠΣΑ για διάφορους ξεχωριστούς λόγους, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι απουσίαζαν αποδεικτικά στοιχεία ως προς τη βιωσιμότητά της. Η ρύθμιση ΠΣΑ βασιζόταν, εν μέρει, στη συνεχή συνεισφορά δύο ενήλικων τέκνων του οφειλέτη, τα οποία θα κατέβαλλαν τουλάχιστον €40 μηνιαίως το καθένα καθ’ όλη τη διάρκεια της παραταθείσας περιόδου αποπληρωμής του του ενυπόθηκου δανείου. Ωστόσο, κανένα από τα ενήλικα τέκνα δεν κατέθεσε ένορκη δήλωση προς επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος. Η σχετική πληροφορία περιλαμβανόταν σε επιστολή που είχε προσκομιστεί ως τεκμήριο στην ένορκη βεβαίωση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας. Επιπλέον, δεν παρεχόταν καμία πληροφορία σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις των εν λόγω ενήλικων τέκνων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν βρισκόταν σε θέση να προβεί σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση της ικανότητάς τους να διατηρήσουν τις εν λόγω πληρωμές. Αυτό, μεταξύ άλλων, οδήγησε στην απόρριψη της ρύθμισης με ΠΣΑ.

Κατά συνέπεια, για να αποδειχθεί η βιωσιμότητα, απαιτείται ενώπιον του Δικαστηρίου να τίθεται σαφής, πλήρης και πειστική μαρτυρία, καθώς και επαρκής αποδεικτική βάση για κάθε στοιχείο επί του οποίου θεμελιώνεται η προτεινόμενη ρύθμιση.

Ως προς τα προαναφερόμενα, στο σύγγραμμα The Law of Personal Insolvency, στη σελίδα 276, αναφέρονται τα εξής:

«10-161 It is common for family members or other persons close to the debtor to pledge sums of money to assist the debtor in proposing an attractive arrangement to their creditors. Where a third party makes such a pledge, either to provide a one-off lump sum payment or an ongoing commitment, it is not uncommon for creditors to insist upon visibility on the assets and liabilities of those third parties. In the absence of such information it would not be possible for the creditors, or the court, to make an assessment of the arrangement’s sustainability, particularly where there are ongoing commitments by third parties.

10-162 Fennell addresses what might be termed these “third party commitments” within an arrangement. In that particular case the children of the debtor had pledged assistance for the duration of the mortgage term. The court held that direct evidence of the means of the third parties should be in evidence before the court could properly assess the reasonable likelihood that the third parties could maintain the payments.

10-163 An interesting point touched on in Fennell was whether pledges made by parties other than the debtor have any legal effect. Within the specific circumstances of Fennell the mortgage term extension would likely outlive the debtor. The arrangement contained a clause requiring the debtor’s estate to repay the remaining balance left upon death from the sale of the secured property. The court did not accept the submission from the practitioner that such a clause was legally binding.

10-164 While this was not a central holding in Fennell it may well be argued that such pledges would require more than mere evidence of the ability of the third party to pay them, but should require a formal legal agreement creating actionable legal obligations, where appropriate.».

Από το ανωτέρω απόσπασμα, πέραν άλλων ενδιαφερουσών νομικών παρατηρήσεων που τίθενται στο πλαίσιο της συζήτησης και της νομικής επιχειρηματολογίας, προκύπτει επίσης η θέση ότι, αν και είναι σύνηθες μέλη της οικογένειας ή άλλα πρόσωπα που βρίσκονται πλησίον του οφειλέτη να δεσμεύονται για την καταβολή χρηματικών ποσών προς υποστήριξη πρότασης ΠΣΑ ενώπιον των πιστωτών, εντούτοις, όταν τρίτο πρόσωπο αναλαμβάνει τέτοια δέσμευση, είτε υπό μορφή εφάπαξ καταβολής είτε υπό τη μορφή συνεχιζόμενης συνεισφοράς, δεν είναι ασυνήθιστο οι πιστωτές να απαιτούν διαφάνεια ως προς την οικονομική κατάσταση (περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις) του εν λόγω τρίτου προσώπου. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, υποστηρίζεται, δεν θα ήταν δυνατό ούτε για τους πιστωτές ούτε για το Δικαστήριο να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα της προτεινόμενης ρύθμισης ΠΣΑ, ιδίως όταν αυτή στηρίζεται σε διαρκείς οικονομικές υποχρεώσεις τρίτων ή σημαντική ανάληψη ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re Fennell, [2021] IEHC 297 ανωτέρω, όπου τα τέκνα του οφειλέτη είχαν δεσμευθεί να παρέχουν οικονομική συνεισφορά καθ’ όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του ενυπόθηκου δανείου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι απαιτείται η προσκόμιση άμεσων και επαρκών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τα οικονομικά μέσα των τρίτων προσώπων, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η εύλογη πιθανότητα ότι αυτά θα είναι σε θέση να διατηρήσουν τις προβλεπόμενες πληρωμές.

Υπό το πρίσμα των πραγματικών δεδομένων όπως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω και σε συνδυασμό με το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο του Νόμου 65(Ι)/2015, η κρίσιμη αξιολόγηση στην προκείμενη περίπτωση επικεντρώνεται στη βιωσιμότητα του ΠΣΑ και ειδικότερα στη ρεαλιστική δυνατότητα εκπλήρωσης της προβλεπόμενης τελικής εφάπαξ καταβολής, καθώς και στη συνακόλουθη επάρκεια της αποδεικτικής βάσης που τη στηρίζει.

Κατ’ αρχάς, οι Πελαγία Μακρίδου και Γεώργιος Μακρίδης τελούν σε κατάσταση συνταξιοδότησης, ηλικίας 68 και 71 ετών αντιστοίχως κατά τον κρίσιμο χρόνο, με αποκλειστική πηγή εισοδήματος τις συντάξεις γήρατος, συνολικού ύψους περίπου €1.778 μηνιαίως. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε ένδειξη πρόσθετων εισοδημάτων, επαγγελματικής δραστηριότητας ή ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων που να δύνανται να στηρίξουν κεφαλαιουχική ενίσχυση της τάξης των περίπου €117.000─€120.000 εντός της διάρκειας του ΠΣΑ.

Υπό αυτά τα δεδομένα, η προβλεπόμενη εφάπαξ καταβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βασίζεται σε υφιστάμενη οικονομική δυνατότητα των ίδιων των χρεωστών, αυτή άλλωστε είναι και η βάση της θέσης περί αφερεγγυότητας τους, αλλά στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε υποθετική μελλοντική συνεισφορά τρίτων προσώπων (των τέκνων τους), χωρίς όμως να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε συγκεκριμένο, αντικειμενικά επαληθεύσιμο αποδεικτικό στοιχείο ως προς: (1) την οικονομική κατάσταση των τέκνων, (2) τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων (ίδια κεφάλαια ή δανεισμός), (3) την ύπαρξη δεσμευτικής ανάληψης υποχρέωσης, ή οποιαδήποτε μορφή εγγύησης ή συμβατικής δέσμευσης.

Αντιθέτως, προκύπτει ότι είτε τα ίδια τα τέκνα έχουν ρητώς αρνηθεί να αναλάβουν οποιαδήποτε εγγυητική ή δεσμευτική υποχρέωση, είτε οι ίδιοι οι Πελαγία Μακρίδη και Γεώργιος Μακρίδης, ή/και η Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, δεν έχουν συμφωνήσει ή συμβουλεύσει την υποβολή σχετικής πρότασης, επικαλούμενοι προσωπικούς και τραπεζικούς περιορισμούς. Περαιτέρω, δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε οικονομική τεκμηρίωση που να επιτρέπει, έστω και κατ’ αρχήν, την αξιολόγηση της δυνατότητας των τέκνων να καλύψουν ένα τόσο σημαντικό κεφαλαιουχικό ποσό εντός του χρονικού ορίζοντα του ΠΣΑ.

Υπό το πρίσμα της δικαστικής προσέγγισης των ιρλανδικών Δικαστηρίων που έχει υιοθετηθεί, το στοιχείο της «εύλογης προοπτικής» κατά τα Άρθρα 35(1)(β) και (γ) και 72(1)(στ) του Νόμου 65(Ι)/2015 δεν εξαντλείται σε αφηρημένη ή θεωρητική πιθανότητα, αλλά απαιτεί αντικειμενικά δεδομένη και δικαστικώς ελέγξιμη πιθανότητα εκπλήρωσης των βασικών οικονομικών παραδοχών ή όρων του ΠΣΑ. Η ύπαρξη μη προσδιορισμένης και μη τεκμηριωμένης προσδοκίας χρηματοδότησης από τρίτους δεν επαρκεί, καθότι καθιστά την κρίσιμη εφάπαξ πληρωμή ουσιαστικά υποθετική.

Επιπρόσθετα, λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας των χρεωστών και του τεκμηριωμένου σοβαρού προβλήματος υγείας του συζύγου, η μακροπρόθεσμη ικανότητα δημιουργίας πρόσθετης αποταμίευσης ή εξυπηρέτησης εξωτερικής χρηματοδότησης είναι εκ των πραγμάτων αντικειμενικά περιορισμένη. Η δε βασική δομή του ΠΣΑ, η οποία μεταθέτει το κρίσιμο βάρος αποπληρωμής σε ένα μελλοντικό, μη εξασφαλισμένο γεγονός, ενισχύει τον χαρακτήρα αβεβαιότητας και όχι βιωσιμότητας.

Σε σχέση με τη θέση ότι η συνεισφορά τρίτων μπορεί να ληφθεί υπόψη κατ’ αρχήν, πράγματι το νομοθετικό πλαίσιο δεν αποκλείει τη συμμετοχή τρίτων προσώπων. Ωστόσο, κατά τη δικαστική προσέγγιση που έχει αναπτυχθεί (ιδίως σε υποθέσεις όπως η Re Fennell, [2021] IEHC 297 ανωτέρω), η αποδοχή τέτοιας συνεισφοράς προϋποθέτει ελάχιστο επίπεδο αποδεικτικής επάρκειας ως προς τη πιθανότητα και δυνατότητα πραγματικής καταβολής. Η απλή αναφορά σε «ενδεχόμενη μελλοντική βοήθεια τέκνων», χωρίς οικονομικά δεδομένα ή δεσμεύσεις, δεν επιτρέπει ούτε στην Αιτήτρια πιστωτή ούτε στο Δικαστήριο να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση βιωσιμότητας.

Συνεπώς, η εισήγηση ότι η εφάπαξ δόση θα καλυφθεί από τα τέκνα των χρεωστών Πελαγίας Μακρίδη και Γεώργιου Μακρίδη παραμένει σε επίπεδο απλής υπόθεσης και όχι αποδεδειγμένης ή έστω εύλογα τεκμηριωμένης προοπτικής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εν λόγω πρόβλεψη δεν δύναται να θεμελιώσει το απαιτούμενο από τον Νόμο 65(Ι)/2015 ως έχει ανωτέρω επεξηγηθεί κριτήριο της βιωσιμότητας.

Περαιτέρω, η έλλειψη οποιασδήποτε οικονομικής πληροφόρησης για τα τρίτα πρόσωπα καθιστά αδύνατη την ουσιαστική δικαστική αξιολόγηση της ρεαλιστικότητας της τελικής αποπληρωμής, γεγονός που, κατά τη πιο πάνω δικαστική προσέγγιση, πλήττει ευθέως τη συνολική αξιοπιστία του σχεδίου ΠΣΑ.

Κατά συνέπεια, το προτεινόμενο ΠΣΑ, κατά το μέρος που στηρίζεται σε μη αποδεδειγμένη και μη δεσμευτική μελλοντική εφάπαξ καταβολή από τρίτους, δεν ικανοποιεί το απαιτούμενο επίπεδο «εύλογης προοπτικής» αποπληρωμής και, ως εκ τούτου, δεν πληροί τις προϋποθέσεις βιωσιμότητας και του συμφέροντος των πιστωτών, κατά τα Άρθρα 35 και 72 του Νόμου 65(Ι)/2015. Συνακόλουθα, καθίσταται βάσιμο και δικαιολογημένο το υπό κρίση αίτημα της Αιτήτριας, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου λόγου ή νομικής ή πραγματικής βάσης που προβάλλεται στις σχετικές καταχωρηθείσες αιτήσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025, που αφορούν την Πελαγία Μακρίδη και τον Γεώργιο Μακρίδη, αντιστοίχως.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 72(5) του Νόμου 65(Ι)/2015 που ζητούνται, σημειώνεται ότι ο εν λόγω Νόμος 65(Ι)/2015 δεν περιέχει ρητή διάταξη αναφορικά με τον τρόπο επιδίκασης των εξόδων μεταξύ των διαδίκων, όπως αλλού προνοείται, ενδεικτικώς, στο Άρθρο 41(5) του ίδιου Νόμου 65(Ι)/2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Όπως χαρακτηριστικά ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου, κ.α., (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833: «Η επιλογή της δικαστικής διαδικασίας συνεπάγεται και την ανάληψη των συνεπειών της αποτυχίας της.». Στην υπόθεση Tanager Designated Activity Company v. Ryan, a.a., [2019] IEHC 694, που αφορούσε διαδικασία βάσει της Personal Insolvency Act 2012, το High Court Ιρλανδίας ανέφερε ότι η έκδοση διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπηρετεί τους σκοπούς της διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice) και αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της εκδίκασης και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που θα μπορούσε να επηρεάσει διαφορετικά την κρίση του Δικαστηρίου, τα έξοδα είναι λογικό και δίκαιο να επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας, ως επιτυχούσας διαδίκου.

Κατ’ ακολουθία, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:

Α.      Εκδίδεται διάταγμα, δυνάμει του οποίου ακυρώνεται το Διάταγμα ημερομηνίας 30/06/2025, με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος της Αιτήτριας, Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με τη Χρεώστιδα, Πελαγία Μακρίδη (Α.Δ.Τ. 567138), και τερματίζεται το εν λόγω Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής. Το σχετικό Προστατευτικό Διάταγμα συμπαρασύρεται και ακυρώνεται.

Β.      Εκδίδεται διάταγμα, δυνάμει του οποίου ακυρώνεται το Διάταγμα ημερομηνίας 04/07/2025, με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος της Αιτήτριας, Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με τον Χρεώστη, Γεώργιο Μακρίδη (Α.Δ.Τ. 476658), και τερματίζεται το εν λόγω Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής. Το σχετικό Προστατευτικό Διάταγμα συμπαρασύρεται και ακυρώνεται.

Γ.       Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα επιδίκασης των εξόδων της διαδικασίας στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025, υπέρ της Αιτήτριας Themis Portfolio Management Holdings Ltd και σε βάρος των Χρεώστιδων, Πελαγίας Μακρίδη και Γεωργίου Μακρίδη. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τον Κανονισμό 34 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016 (5/2016), ξεχωριστά έναντι εκάστου, στο πλαίσιο των διαδικασιών ΠΣΑ 3/2025 και 4/2025 μέχρι και την ημερομηνία συνένωσης των διαδικασιών δυνάμει της απόφασης και του σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 26/01/2026, και ακολούθως αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, με υπολογισμό ενός ενιαίου σετ εξόδων, τα οποία θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.  

Ο Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την απόφαση του Δικαστηρίου στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ. 

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο