ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Αίτησης: 11Φ/2026
Μεταξύ:
GAIJIN NETWORK LTD
Αιτήτρια
και
EVGENY OLEGOCIVH
Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 11.6.2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κα Παπαγιάννη για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
στη μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 5.6.2025
για ενδιάμεση θεραπεία χωρίς απαίτηση
Αυτή η απόφαση πραγματεύεται κατά πόσο πρέπει να χορηγηθούν προσωρινά διατάγματα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση προς υποβοήθηση διαιτητικής διαδικασίας που η Αιτήτρια έχει πρόθεση να ξεκινήσει στο Λονδίνο στη βάση των ICC Rules.
Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 5.6.2026 και τέθηκε ενώπιον μου σε κατεπείγουσα βάση. Για σκοπούς αυτής της απόφασης έχω εξετάσει την Αίτηση και τις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχώρησε η πλευρά της Αιτήτριας καθώς και τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν. Έχω επίσης μελετήσει τη γραπτή αγόρευση που ετοιμάστηκε από τους συνηγόρους της Αιτήτριας και εξέτασα όσα ανέφεραν προς υποστήριξη της Αίτησης κατά την ακρόαση.
Προς καλύτερη παρακολούθηση ξεκινώ με μια συνοπτική αναφορά στα γεγονότα όπως αναδύονται μέσω των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση.
Η Αιτήτρια είναι Κυπριακή εταιρεία που ασχολείται με τη δημιουργία, ανάπτυξη και διαχείριση ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι αλλοδαπός που διαμένει και διέμενε καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο στη Ρωσία, είναι προγραμματιστής και παρείχε συναφείς υπηρεσίες στην Αιτήτρια και σε άλλες συνδεδεμένες εταιρείες. Μεταξύ 2016 και 2024 τα μέρη διατηρούσαν συνεργασία. Στα πλαίσια της συνεργασίας είχαν υπογράψει συμφωνία εμπιστευτικότητας το 2019 (confidentiality agreement, Τεκμήριο 1) και συμφωνία παροχής υπηρεσιών το 2023 (services agreement, Τεκμήριο 2).
Η συμφωνία εμπιστευτικότητας ρύθμιζε τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών της Αιτήτριας (ως εκεί ορίζονται) κατά τη διάρκεια της συνεργασίας με κάποιες από τις πρόνοιες αυτής να επιβιώνουν για συγκεκριμένο χρόνο από τον τερματισμό της (σχετικός ο όρος 3 της συμφωνίας Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τη συμφωνία εμπιστευτότητας, αυτή διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο (όρος 5(Α) της συμφωνίας Τεκμήριο 1) και διαφωνίες που προκύπτουν από ή σε σχέση με αυτήν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Αγγλικών Δικαστηρίων («All disputes arising out of or in connection with this Agreement Parties hereby agree to submit to the exclusive jurisdiction of English Courts», όρος 5(Β) της συμφωνίας, Τεκμήριο 1).
Η συμφωνία παροχής υπηρεσιών (ως τροποποιήθηκε) περιλάμβανε όρους που ρύθμιζαν τη συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών. Μεταξύ άλλων περιείχε πρόνοιες που αφορούσαν τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών, ως εκεί ορίζονται (όρος 6 της συμφωνίας Τεκμήριο 2). Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε ότι οι πρόνοιες εμπιστευτικότητας επιβιώνουν του τερματισμού της συμφωνίας.
Η συμφωνία παροχής υπηρεσιών διέπεται από Κυπριακό δίκαιο (όρος 10.1 της συμφωνίας Τεκμήριο 2) και διαφωνίες που προκύπτουν από ή σε σχέση με αυτήν που δεν είναι εφικτό να επιλυθούν συναινετικά θα αποφασίζονται σε διαιτησία στο Λονδίνο σύμφωνα με τα Rules of Arbitration of the Internation Chamber of Commerce («If the dispute has not been settled pursuant to clause 10.2 of this Agreement such dispute shall thereafter be finally settled under the Rules of Arbitration of the International Chamber of Commerce by one arbitrator appointed in accordance with the said Rules of Arbitration. The language of the arbitration shall be English. The place of arbitration shall be London, United Kingdom», όρος 10.3 της συμφωνίας Τεκμήριο 2).
Να προσθέσω παρενθετικά ότι υπάρχει στη συμφωνία αυτή και έτερη πρόνοια που προβλέπει ότι διαφωνία που δεν υπόκειται σε επίλυση δια διαιτησίας θα υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων (όρος 10.5 της συμφωνίας Τεκμήριο 2). Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά τέτοια διαφωνία αφού η θέση της Αιτήτριας είναι ότι η υποκείμενη διαφωνία με τον Καθ’ ου η Αίτηση θα επιλυθεί με διαιτησία που θα επίκειται να καταχωρηθεί.
Η σχέση των μερών τερματίστηκε αμοιβαία, ως η θέση της Αιτήτριας, το 2024. Είχαν προηγηθεί εντάσεις και διαφωνίες μεταξύ του Καθ’ ου η Αίτηση και άλλων προσώπων στην υπηρεσία της Αιτήτριας στις οποίες δεν χρειάζεται να υπεισέλθω για σκοπούς αυτής της απόφασης.
Στις αρχές του 2026 ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε απευθυνθεί στην Αιτήτρια εγείροντας διάφορα αιτήματα για πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και άλλες πληροφορίες που τον αφορούσαν, εκφράζοντας διάφορα παράπονα για τη μεταχείριση του την περίοδο της συνεργασίας τους και προβάλλοντας αξιώσεις για αποζημίωση. Σε απάντηση η Αιτήτρια αρνήθηκε ότι ενήργησε καθ’ οιονδήποτε χρόνο και τρόπο λανθασμένα. Περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ τους δεν επίλυσε τα ζητήματα.
Στις 11.4.2026, 13.4.20026 και 18.4.2026 ο Καθ’ ου η Αίτηση προέβη σε τρεις αναρτήσεις στην πλατφόρμα Reddit (Τεκμήρια 14, 15 και 16). Οι δημοσιεύσεις έγιναν σε σελίδα της πλατφόρμας που αφορούσε ηλεκτρονικό παιχνίδι της Αιτήτριας και στην προσωπική σελίδα του Καθ’ ου η Αίτηση.
Η θέση της Αιτήτριας είναι ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και, μέσω των αναρτήσεων, ο Καθ’ ου η Αίτηση παρέβηκε τις πρόνοιες εμπιστευτικότητας της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών.
Η Αιτήτρια απευθύνθηκε στους διαχειριστές της πλατφόρμας στις 19.4.2026 υποβάλλοντας παράπονο και ζητώντας τη αφαίρεση των εν λόγω αναρτήσεων. Το αίτημα της απορρίφθηκε στις 23.4.2026. Στις 12.5.2026 η Αιτήτρια υπέβαλε έφεση κατά της απόρριψης του αιτήματος της στην οποία δεν έχει λάβει ακόμα απάντηση (σχετικά τα Τεκμήρια 17, 18 και 19). Στις 5.6.2026 καταχώρησε την παρούσα Αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω, η θέση της Αιτήτριας είναι ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει παραβεί τις πρόνοιες εμπιστευτικότητας της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και της έχει προκαλέσει ζημιά. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η ουσία της υπόθεσης εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών. Με την παρούσα Αίτηση ζητά προσωρινές θεραπείες προς υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας που προτίθεται να ξεκινήσει στο Λονδίνο κατά τα προβλεπόμενα στη ρήτρα διαιτησίας.
Αυτά αναφορικά με το υπόβαθρο.
Έρχομαι τώρα στα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα. Με την Αίτηση ζητά την έκδοση δύο προστακτικών διαταγμάτων, που να διατάζουν τον Καθ’ ου η Αίτηση να αφαιρέσει ή διαγράψει τις τρεις αναρτήσεις καθώς και οποιοδήποτε άλλο δημοσίευμα ή ανάρτηση περιλαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες της Αιτήτριας (αιτούμενα διατάγματα Α και Β). Ζητά επίσης απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει τον Καθ’ ου η Αίτηση ανά το παγκόσμιο να δημοσιεύει εμπιστευτικές πληροφορίες της Αιτήτριας και πληροφορίες κάθε είδους που αφορούν τους πελάτες, τα προϊόντα, το προσωπικό, τις εσωτερικές λειτουργίες της Αιτήτριας και κάθε άλλη πληροφορία που περιήλθε σε γνώση του κατά την εκτέλεση της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών (αιτούμενο διάταγμα Γ). Περαιτέρω ζητά διατάγματα αποκάλυψης στη βάση της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal με τα οποία να διατάζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση να αποκαλύψει ενόρκως όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες της Αιτήτριας που έχει στην κατοχή του ανεξαρτήτως με ποιο τρόπο περιήλθαν στην κατοχή του και που να διατάζει τον Καθ’ ου η Αίτηση να αποκαλύψει την ταυτότητα οποιουδήποτε προσώπου, υπαλλήλου (νυν και πρώην) ή συνεργάτη της Αιτήτριας που γνωστοποίησε εμπιστευτικές πληροφορίες της Αιτήτριας (αιτούμενα διατάγματα Δ, Ε και Στ). Τέλος ζητά διάταγμα που να της επιτρέπει να χρησιμοποιεί τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες στην επικείμενη διαιτησία εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση ή σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία στην Κύπρο ή το εξωτερικό εναντίον του ή εναντίον άλλων προσώπων (αιτούμενο διάταγμα Ζ).
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει αφορά το γεγονός ότι η Αίτηση υποβάλλεται πριν την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας η οποία θα λάβει χώρα στην αλλοδαπή.
Τα άρθρα 32(Α1) και 32(ΑΒ1) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 προβλέπουν τα εξής:
«32.-(Α1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά με κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία σε οποιονδήποτε χρόνο, περιλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση απαίτησης ή μετά την έκδοση απόφασης, σε σχέση με δικαστική ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε, πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εντός ή εκτός δικαιοδοσίας.
(ΑΒ1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αναφορικά με δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, πραγματοποιούνται ή θα πραγματοποιηθούν εκτός δικαιοδοσίας, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά με κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία στις ακόλουθες περιπτώσεις που-
(α) ο καθ’ ου η αίτηση βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας∙ ή
(β) η περιουσία ή το αντικείμενο της θεραπείας βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας ή
(γ) υφίσταται τέτοιος άλλος σύνδεσμος με τη Δημοκρατία, ώστε το δικαστήριο να καθίσταται κατάλληλο να ακούσει και να αποφασίσει επί της αιτήσεως.»
Δηλαδή δυνάμει του άρθρου 32(Α1) παρέχεται στο Κυπριακό Δικαστήριο δικαιοδοσία να εξεταστεί η παρούσα Αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες, πριν την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας η οποία θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας, στην Αγγλία.
Το άρθρο 32(ΑΒ1) του Ν.14/60 καθορίζει τρεις περιπτώσεις στις οποίες ενεργοποιείται αυτή η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι εντάσσεται στην 3η περίπτωση, δηλαδή υφίσταται σύνδεσμος με τη Δημοκρατία ώστε να είναι αρμόζον το Δικαστήριο να εξετάσει την Αίτηση. Ο σύνδεσμος αυτός συνίσταται στο ότι η Αιτήτρια είναι Κυπριακή εταιρεία και η συμφωνία παροχής υπηρεσιών διέπεται από Κυπριακό δίκαιο.
Ακολούθως, το Μέρος 25.2(1) και (2)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») καθορίζει, ως θέμα διαδικασίας, τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία πριν την καταχώρηση απαίτησης. Προβλέπει τα εξής:
«25.2. Χρόνος έκδοσης διατάγματος για ενδιάμεση θεραπεία.
(1) Διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου του χρόνου:
(α) πριν από την καταχώριση απαίτησης και
(β) μετά την έκδοση απόφασης.
(2) Ωστόσο:
(α) η παράγραφος (1) τελεί υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας σε κανονισμό ή νομοθεσία η οποία προνοεί διαφορετικά·
(β) το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία πριν από την καταχώριση απαίτησης μόνο αν:
(i) το θέμα είναι επείγον· ή
(ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.»
Η έννοια του όρου «απαίτηση» για σκοπούς του Μέρους 25, δεν ορίζεται στους ΚΠΔ. Θεωρώ όμως ότι περιλαμβάνει, πέραν από διαδικασία που ξεκινά με έντυπο απαίτησης κατά το Μέρος 7 και το Μέρος 8, και διαιτητικές διαδικασίες. Πιο περιοριστική ερμηνεία θα ήταν ασύμφωνη με τα άρθρα 32(Α1) και 32(ΑΒ1) του Ν.14/60.
Εδώ, πέραν του ότι η Αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, αυτή υποβλήθηκε και μονομερώς.
Δικαιοδοτικές προϋποθέσεις για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί αιτήματος για προσωρινή θεραπεία μονομερώς, είναι να υπάρχει κατεπείγουσα ανάγκη δικαστικής επέμβασης ή να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις.
Η Αιτήτρια σε αυτή την περίπτωση επικαλείται τόσο κατεπείγουσα ανάγκη, ενόψει της αυξανόμενης βλάβης που υφίσταται από τις επίδικες αναρτήσεις, όσο και ιδιαίτερες περιστάσεις, ένεκα της ιδιαίτερης υφής των εμπιστευτικών πληροφοριών.
Πριν προχωρήσω, για σκοπούς της ανάλυσης μου θα διαχωρίσω τα αιτούμενα διατάγματα σε δύο κατηγορίες και θα εξετάσω την κάθε κατηγορία ξεχωριστά.
Η πρώτη κατηγορία αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης που ζητούνται στη βάση της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal καθώς και το παρεπόμενο αιτούμενο διάταγμα για άδεια χρήσης των αποκαλυφθέντων στοιχείων (αιτούμενα διατάγματα Δ, Ε, Στ και Ζ της Αίτησης).
Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα και το απαγορευτικό διάταγμα (αιτούμενα διατάγματα Α, Β και Γ της Αίτησης).
Ξεκινώ από τα αιτούμενα διατάγματα της πρώτης κατηγορίας, δηλαδή τα διατάγματα αποκάλυψης. Η θέση της Αιτήτριας είναι πως τα διατάγματα εκείνα πρέπει να εκδοθούν διότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για σκοπούς της διαιτητικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει και για τυχόν διαδικασίες εναντίον τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων.
Η δικαιοδοσία Norwich Pharmacal, όπως αναπτύχθηκε και εξελίσσεται μέσω της νομολογίας, είναι μεν ευέλικτη αλλά και εξαιρετικής φύσης (μεταξύ άλλων Collier v Bennett [2020] EWHC 1884, Stanfrod Asset Holdings Ltd v Afrasia Bank Ltd (Mauritius) [2023] UKPC 35). Αρχικά ο σκοπός απόδοσης θεραπείας σε αυτή τη βάση ήταν για να διαταχθεί η αποκάλυψη της ταυτότητας αδικοπραγούντα ώστε να μπορεί ο αιτητής να λάβει μέτρα εναντίον του. Αργότερα επεκτάθηκε στην αποκάλυψη πληροφοριών ώστε να μπορεί ο αιτητής να τελειοποιήσει την αξίωση του, συμπληρώνοντας τα γεγονότα (missing piece of the jigsaw) και, μετέπειτα, για να μπορέσει ο αιτητής να λάβει λεπτομερείς πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να εγείρει την αξίωση του. Αυτό υπό τον περιορισμό ότι η αποκάλυψη δεν μπορεί να καταστεί εργαλείο για την αλίευση πληροφοριών (fishing expedition).
Στην υπό κρίση περίπτωση η ταυτότητα του κυρίως αδικοπραγούντα είναι γνωστή στην Αιτήτρια. Πρόκειται για τον Καθ’ ου η Αίτηση που θα είναι ο εναγόμενος στην επικείμενη διαιτητική διαδικασία. Η Αιτήτρια γνωρίζει τη βάση αγωγής (παράβαση των προνοιών εμπιστευτικότητας στη συμφωνία παροχής υπηρεσιών, παράγραφοι 40-48 της αγόρευσης). Είναι επίσης εις γνώση της Αιτήτριας οι τρεις αναρτήσεις που συνιστούν την ισχυριζόμενη παραβίαση. Έχει επίσης εις γνώση της στοιχεία σε σχέση με την ισχυριζόμενη ζημιά που υφίσταται (μεταξύ άλλων παράγραφοι 76-79 της ΕΔ). Θεωρώ ότι η Αιτήτρια έχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση της για την έναρξη της διαιτησίας εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.
Κατά την αγόρευση της, η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρθηκε στην ανάγκη έκδοσης των διαταγμάτων για να αποκαλυφθούν πρόσωπα που ενδέχεται να παρείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες στον Καθ’ ου η Αίτηση. Εξέτασα την ΕΔ της αίτησης και όσα ανέφερε σχετικά. Δεν πρόκειται για περίπτωση που η Αιτήτρια προσπαθεί να συλλέξει συγκεκριμένα στοιχεία για να τελειοποιήσει την αξίωση της εναντίον άλλων προσώπων, ή να ολοκληρώσει το πλέγμα των γεγονότων. Μάλλον πρόκειται για μια ευρεία διερεύνηση για να διαπιστώσει εάν εμπλέκονται άλλα πρόσωπα, ποια είναι αυτά, τον βαθμό εμπλοκής τους, τη φύση/είδος/έκταση/περιεχόμενο των πληροφοριών που ενδέχεται να έδωσαν στον Καθ’ ου η Αίτηση. Αυτά παραπέμπουν σε fishing expedition και είναι εκτός των ορίων της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal.
Ακόμα μια ιδιαίτερη παράμετρος αυτής της περίπτωσης είναι ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν είναι κάποιο αθώο τρίτο μέρος αλλά είναι ο προτεινόμενος εναγόμενος στην επικείμενη διαιτητική διαδικασία. Διατάγματα στη βάση των αρχών Norwich Pharmacal, όταν στρέφονται εναντίον του κυρίως αδικοπραγούντα, συνιστούν την εξαίρεση των εξαιρετικών περιπτώσεων χορήγησης τέτοιας θεραπείας. Εγείρουν ευρύτερα ζητήματα που άπτονται του δίκαιου χειρισμού μιας υπόθεσης και επιβάλλουν ακόμα μεγαλύτερη προσοχή ως προς τη φύση και εύρος των πληροφοριών που επιζητούνται. Η Αγγλική νομολογία έχει αναγνωρίσει αυτή τη διαφορετική διάσταση και μεταχείριση. Ενδεικτικά παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση AQR Capital Management LLC and others v The London Metal Exchange and another [2022] EWHC 3313 (Comm):
«31. Fifth, a notable feature of this case is that the claim for Norwich Pharmacal relief is made against the only potential Defendants in the intended action. I accept the submission of Mr McGrath that there is no formal bar to such a claim. This is not a jurisdiction which is likely to have such hard-edged rules and I was referred to one case, Sarayiah v Williams [2017] EWHC 2918 (Ch), at [28], where Jay J was of the view that it was not a misuse of the jurisdiction to claim against intended Defendants. The Judge in that case said that that was “a relevant consideration but it is not decisive”. I agree. I see no reason in theory why a party cannot seek Norwich Pharmacal relief against an intended Defendant but this is bound to affect the overall evaluation of the claim. It is not a claim based on the need for third party assistance but on an entitlement to require a defendant to provide evidence against itself. That immediately raises questions as to why that is thought necessary and appropriate and indeed why such a case differs from any other action in which a Claimant may be expected to proceed with what it has already got and without further assistance from equity. It also raises fundamental questions about procedural fairness, which questions become more pressing the greater the scale of the relief sought. That is why I mentioned earlier the scope of the draft order sought by the Claimants. Mr McClelland submitted that, even in the context of an already exceptional jurisdiction, it would be unusually exceptional to order an intended defendant to provide full disclosure and indeed full witness evidence about the subject matter of a complaint before the action has been begun. I entirely agree».
Με την ίδια προσέγγιση ως το πιο πάνω απόσπασμα, αυτό που ουσιαστικά επιδιώκει η Αιτήτρια είναι να αναγκάσει τον Καθ’ ου η Αίτηση να της παραδώσει πλήρη αποκάλυψη και ένορκη μαρτυρία για τον πυρήνα του παραπόνου εναντίον του, πριν καν την καταχώρηση απαίτησης. Κρίνω ότι τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση δεν συνιστούν την εξαίρεση των εξαιρέσεων («unusually exceptional», ως το πιο πάνω απόσπασμα) όπου θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.
Τέλος, η παρούσα υπόθεση θίγει ακόμα ένα σημείο. Ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι αλλοδαπός και βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Πέραν από τις πληροφορίες που μπορεί να γνωρίζει, τυχόν έγγραφα που ενδέχεται να εμπίπτουν στην εμβέλεια των αιτούμενων διαταγμάτων επίσης βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας.
Ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει Αγγλικά δικαστήρια σε πολύ πρόσφατες αποφάσεις, είναι κατά πόσο η δικαιοδοσία Norwich Pharmacal εκτείνεται και σε περιπτώσεις όπου ο Καθ’ ου η Αίτηση και/ή τα ζητούμενα έγγραφα βρίσκονται στην αλλοδαπή. Στην απόφαση Gorbachev v Guriev [2022] EWCA 1270, το Αγγλικό Court of Appeal, αναφέρθηκε στις διατάξεις του Hague Evidence Convention (του οποίου συμβαλλόμενα μέρη είναι τόσο η Αγγλία, όσο και η Κύπρος αλλά και η Ρωσία), και σημείωσε ότι:
«The long standing practice of states has been to deal with the problem of evidence and documents outside their jurisdiction by means of letters of request whereby a court in which proceedings are taking place will request a court in the jurisdiction where a witness is located to require a witness to answer questions or to produce documents. That was described by Mrs Justice Cockerill in Nix v Emerdata Ltd at [27] as “the proper, courteous, respectful method of obtaining evidence within a foreign jurisdiction from a foreign party [which] is a very sensitive topic in many jurisdictions”. The procedure is now governed by the Hague Evidence Convention…»
Η Αγγλική υπόθεση Nix v Emerdata Ltd [2022] EWHC 718 (Comm), στην οποία το Court of Appeal αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα, αφορούσε αίτηση για διάταγμα αποκάλυψης που στρεφόταν εναντίον προσώπου εκτός της δικαιοδοσίας. Η Mrs Justice Cockerill ανέφερα τα εξής:
«Application dismissed. The Court has no jurisdiction to make orders against third parties who are resident outside the jurisdiction. The appropriate route for obtaining evidence from a witness outside the jurisdiction is either via letter of request or via any jurisdiction which the local court may offer to grant disclosure in support of proceedings in this jurisdiction.»
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης. Ενόψει όσων έχω προαναφέρει, κρίνω ότι δεν μπορούν να εκδοθούν.
Στρέφομαι στη δεύτερη κατηγορία αιτούμενων διαταγμάτων που αφορά τα προστακτικά διατάγματα και το απαγορευτικό διάταγμα.
Το άρθρο 32(Α1) του Ν.14/60 παρέχει, όπως εξήγησα πιο πάνω, δικαιοδοσία για χορήγηση ενδιάμεσης προσωρινής θεραπείας πριν την καταχώρηση διαιτητικής διαδικασίας. Τα άρθρα 32(ΑΒ1) και 32(1) του ιδίου νόμου καθορίζουν τις ειδικές και γενικές ουσιαστικές προϋποθέσεις ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας. Η δυνατότητα έκδοση τέτοιων διαταγμάτων προβλέπεται και διαδικαστικά στους ΚΠΔ ως έχω σημειώσει πιο πάνω.
Ο ειδικός όμως νόμος που ρυθμίζει τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προς υποβοήθηση διαιτητικής διαδικασίας είναι ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος Ν.101/1987. Σχετικό είναι το άρθρο 9 το οποίο επικαλείται και η Αιτήτρια στη νομική της βάση. Προβλέπει τα εξής:
«Λήψη συvτηρητικώv μέτρων από το Δικαστήριο
9. Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συvτηρητικώv μέτρων, oπoτεδήπoτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας.»
Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε «συντηρητικά μέτρα». Δεν υπάρχει στον Ν.101/1987 ερμηνεία του όρου «συντηρητικά μέτρα». Εννοιολογικά όμως ο όρος αυτός εισηγείται ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διατάγματα για να συντηρήσει μια κατάσταση πραγμάτων ώστε να διαφυλάξει το αντικείμενο της διαιτησίας και να διασφαλίσει τη δυνατότητα εκτέλεσης τυχόν διαιτητικής απόφασης. Δεν παρέχεται εξουσία έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος κάθε είδους που είναι διαθέσιμο στα πλαίσια μιας απαίτησης. Επί της ουσίας δηλαδή το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει παγοποιητικό διάταγμα (freezing order), όχι προστακτικό ή απαγορευτικό όπως εδώ ζητά η Αιτήτρια. Σημειώνω παρενθετικά ότι, σε αντιδιαστολή με την αναφορά μόνο σε «συντηρητικά μέτρα», το άρθρο 17 του ιδίου Νόμου που καθορίζει την εξουσία του διαιτητικού σώματος για παροχή προσωρινής προστασίας παρέχει ρητά την εξουσία για έκδοση παγοποιητικών, απαγορευτικών, προστακτικών και άλλων διαταγμάτων.
Η έννοια και φύση των «συντηρητικών μέτρων» απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναφορικά με την αίτηση της Finvision Holdings Limited, Πολιτική Αίτηση 57/2018, ημερομηνίας 10.7.2028. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε διαδικασία certiorari στην οποία αντικείμενο εξέτασης ήταν, μεταξύ άλλων, κατά πόσο το άρθρο 9 του Ν.101/1987 παρείχε τη δυνατότητα έκδοσης αντι-αγωγικού διατάγματος. Η ανάλυση στο πιο κάτω απόσπασμα είναι εκτενής όμως περιλαμβάνει αναφορές απόλυτα σχετικές με την έκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 9. Ο έντιμος Οικονόμου Δ. ανέφερε τα εξής:
«Το άρθρο 9 προσδίδει εξουσία στα κυπριακά Δικαστήρια να διατάσσουν τη λήψη «συντηρητικών μέτρων», οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια μιας διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, έστω κι αν αυτή δεν διενεργείται στην Κυπριακή Δημοκρατία (άρθρο 3(2) του Νόμου).
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ένα αντι-αγωγικό ή ένα αντι-διαιτητικό διάταγμα έχουν την έννοια «συντηρητικών μέτρων» που μπορούν να δοθούν από ένα κυπριακό Δικαστήριο σε σχέση με μια διαιτησία που διενεργείται στο εξωτερικό και ειδικά στο LCIA;
Προς απάντηση στο ερώτημα αυτό, η καθ΄ης η αίτηση παρέπεμψε με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Supreme Court της Αγγλίας στην υπόθεση Ust-Kamenogorsk Hydropower Plant JSC v AES Ust-Kamenogorsk Hydropower Plant LLP [2013] UKSC 35, στη γενική, ως άνω, αρχή που αναπτύχθηκε στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας ότι το ημεδαπό δικαστήριο μπορεί να εκδώσει αντι-αγωγικό/αντι-διαιτητικό διάταγμα με σκοπό να εμποδίσει την έναρξη ή προώθηση αλλοδαπής διαδικασίας η οποία συνιστά παραβίαση ρήτρας διαιτησίας ή ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας, έτσι ώστε να αντίκειται στην καλή πίστη και να συνιστά καταχρηστική διαγωγή.
Ως δικαιολογητική βάση τέτοιας εξουσίας αναγνωρίστηκε η ανάγκη προστασίας του αρνητικού δικαιώματος που μια ρήτρα αποκλεισμού δημιουργεί, χωρίς την οποία οι αποζημιώσεις δεν θα μπορούσαν να συνιστούν στο τέλος ουσιαστική θεραπεία (The Angelic Grace [1995] 1 Lloyd's Rep 87, Donohue v. Armco [2001] UKHL 64).
Περιορισμός στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων επήλθε αργότερα δια της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου εφόσον κρίθηκε ότι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοσή τους εντός του πεδίου εφαρμογής του καθεστώτος Βρυξελλών/Λουγκάνο (West Tankers Inc v. Allianz SpA (Case 185/07) [2009] 1 AC 1138).
Όπως όμως σημειώθηκε στην απόφαση με την οποία δόθηκε άδεια για καταχώριση της παρούσας αίτησης, δεν είναι η γενική αρχή που αμφισβητείται. Είναι το επιμέρους, ως άνω, ερώτημα που ζητά απάντηση.
Ο Νόμος θεσπίστηκε με βάση το πρότυπο Νόμου που ετοιμάστηκε στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών (Uncitral Model Law on International Commercial Arbitration 1985) (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG (1999) 1 ΑΑΔ 585). Η πρότυπη διάταξη του Άρθρου 9 αναφέρεται σε «interim measure of protection». Με βάση το πρότυπο Uncitral ετοιμάστηκε και ο Arbitration Act 1996 της Αγγλίας όπου, στο άρθρο 44 που αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 9, προσδιορίστηκαν, κατά τρόπο εξαντλητικό, τα διατάγματα που είναι δυνατό να δοθούν υπό την έννοια των «συντηρητικών μέτρων». Πρόκειται σαφώς για μέτρα που σκοπό έχουν να προστατεύσουν περιουσία ή να διατηρήσουν μαρτυρία για τους σκοπούς ή σε σχέση με την διαιτησία.
Όσο κι αν ο δικός μας νόμος δεν έχει επεκταθεί σε περιπτωσιολογική ρύθμιση, εξ ορισμού είναι, κατ΄αρχάς, που η εξουσία απαγόρευσης αγωγής ή διαιτησίας σε ξένη χώρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «συντηρητικό» ή προστατευτικό μέτρο. Ο όρος αυτός έχει την έννοια είτε της προστασία του status quo ante με συντηρητικά διατάγματα, είτε της εξασφάλισης και διατήρησης μαρτυρίας. Εκτός εάν θα διευρυνόταν νομοθετικά η έννοια του.
Πέραν της σαφήνειας που από μόνος του ο όρος «συντηρητικά μέτρα» μεταδίδει ως προς την έννοια του, σαφής είναι και η αγγλική νομολογία που καταδεικνύει τα εξής:
(α) Η εξουσία για έκδοση αντι-αγωγικών/αντι-διαιτητικών διαταγμάτων δεν ασκείται με βάση τον Arbitration Act και ειδικά με βάση το s. 44, αλλά με βάση το s. 37 του Senior Courts Act 1981 (αντίστοιχο με το άρθρο 32 του δικού μας περί Δικαστηρίων Νόμου), που παρέχει ευρεία εξουσία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων όταν τούτο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο. Το ζήτημα αυτό αποφασίστηκε στην προαναφερθείσα Ust-Kamenogorsk όπου έγινε μεν αναφορά στο λεκτικό του s. 44, όμως είναι φανερό ότι η ουσία της απόφασης έγκειται στην αναγνώριση, ως μη σχετικής με τον Arbitration Act, της καλώς εμπεδωμένης εξουσίας επί τη βάσει του s. 37 του Senior Court Act σε σχέση με αλλοδαπές διαδικασίες που συνιστούν παραβίαση αρνητικού όρου μιας συμφωνίας περί διαιτησίας (βλ. ιδιαίτερα, παρ. 57 και 58).
Στο ίδιο ζήτημα επανήλθε το High Court στην υπόθεση Southport Success S.A. v. Tsingshan Holding Group Co. Ltd [2015] HC 1974 (Comm), όπου διευκρινίστηκε περαιτέρω ο λόγος της Ust-Kamenogorsk έγκειται στη διαπίστωση ότι «the power to grant an anti-suit injunction to enforce a negative promise comes from s 37 as opposed to s. 44».
Πέραν τούτου, σημαντική είναι η υπόδειξη που έγινε στην ίδια υπόθεση ότι ένα αντι-αγωγικό διάταγμα δεν δίδεται για τους σκοπούς και σε σχέση με τη διαδικασία διαιτησίας, αλλά προς το σκοπό εφαρμογής της αρνητικής υπόσχεσης που περιλαμβάνεται σε μια συμφωνία διαιτησίας να μην ληφθούν μέτρα στην αλλοδαπή. Πρόκειται για εκδήλωση προϋπάρχουσας αρχής της επιείκειας προς καταστολή καταχρηστικής και ανέντιμης συμπεριφοράς που κωδικοποιήθηκε στο s. 37 και καθ΄ ημας στο άρθρο 32.
(β) Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοτική βάση της έκδοσης αντι-αγωγικών/αντι-διαιτητικών διαταγμάτων, ήταν πάντοτε σαφές ότι αρμοδιότητα είχαν τα δικαστήρια της έδρας της διαιτησίας (seat of arbitration) (βλ. Steamship Mutual Underwriting Association (Bermuda) Limited v. Sulpico Lines Inc [2008] EWHC 914 (Comm), U & M Mining Zambia Ltd v. Konkola Copper Mines plc [2013] EWHC 260 (Comm)).
(γ) Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που θα μπορούσε η έκδοση αντι-αγωγικών/αντι-διαιτητικών διαταγμάτων να θεωρηθεί ως «συντηρητικό μέτρο» και πάλι κατ΄ αρχάς αρμόδιο θα ήταν το αγγλικό Δικαστήριο, ως το Δικαστήριο της έδρας της διαιτησίας και μόνο κατ΄εξαίρεση, εάν τούτο επιβαλλόταν για πρακτικούς λόγους, θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία το κυπριακό Δικαστήριο. (U & M Mining Zambia Ltd (ανωτ.)). Εν προκειμένω, κανένας τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε, ώστε να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 9. Το αρχικό αίτημα της Evison δεν σχετιζόταν με οποιαδήποτε περιουσία ή στοιχείο μαρτυρίας που βρίσκεται στην Κύπρο, ούτε άλλως πως στοιχειοθετήθηκε σύνδεση με την Κύπρο πέραν της έδρας των δύο διαδίκων.»
Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια ζητά προστακτικά διατάγματα και απαγορευτικό διάταγμα. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, το άρθρο 9 του Ν.101/1987 δεν παρέχει έρεισμα για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
Οι διαδικαστικές διατάξεις του Μέρους 25 των ΚΠΔ, που παραθέτουν ευρείας φύσης ενδιάμεσα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο, δεν μπορούν να υπερκεράσουν την ουσιαστική διάταξη του ειδικού νόμου που καθορίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις που καλείται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία προς υποβοήθηση διαιτησίας.
Με αυτά τα δεδομένα δεν θα μπορούσα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια για έκδοση των αιτούμενων προστακτικών και απαγορευτικών διαταγμάτων.
Ένα τελευταίο ζήτημα. Η πλευρά της Αιτήτριας σημείωσε την ανάγκη κατεπείγουσας επέμβασης και ανέφερε ότι η διαδικασία σύστασης του διαιτητικού σώματος είναι χρονοβόρα με κίνδυνο στο ενδιάμεσο να υποστεί μεγαλύτερη βλάβη. Οι Κανονισμοί του ICC στη βάση των οποίων θα διεξαχθεί η επικείμενη διαιτησία, παρέχουν τη δυνατότητα διορισμού έκτακτου διαιτητή (emergency arbitrator) όταν υπάρχει κατεπείγουσα επιτακτική ανάγκη για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας.
Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.
(Υπ.).……………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο