Jonathan Dimitry ν. Bluecarbon Holdings (Europe) Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2206/21, 9/7/2026
print
Τίτλος:
Jonathan Dimitry ν. Bluecarbon Holdings (Europe) Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2206/21, 9/7/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 2206/21

Μεταξύ:

Jonathan Dimitry,

Ενάγοντα

-και-

1.    Bluecarbon Holdings (Europe) Limited,

2.    First Technologies Holding S.p.A.,

3.    Alej Holding AG,

4.    Teodoro D’ Ambrosio,

5.    Alberto Genovese,

6.    Zanjero Limited,

7.    AGH SA,

8.    Altruco Management Limited,

9.    Στέλλα Καμμίτση

Εναγομένων

                                                                                                                                               

 

Αίτηση Εναγομένων 3 και 4 ημερ. 17/2/2025 για παραμερισμό Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης και παραμερισμό της αγωγής

 

Ημερομηνία: 9.7.2026

Εμφανίσεις:

Για Εναγομένους 3 και 4 / Αιτητές: κ. Γ. Μίτλετον για  Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ

Για Ενάγοντα / Καθ΄ ου η αίτηση: κα. Χρ. Χριστοφόρου για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 28/09/21 σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, προσωπικά και/ή ως παράγωγη και/ή διπλή παράγωγή και/ή αντιπροσωπευτική αγωγή εκ μέρους και με την ιδιότητα του μετόχου και/ή δικαιούχου μετόχου της Εναγόμενης 1 και αξιώνει από τους  Εναγόμενους αρ.1-9 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά δηλώσεις και θεραπείες σε σχέση με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, παρανομίες, συνωμοσία, αθέτηση σύμβασης και παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης, αντιπροσωπείας και επιμέλειας.

 

Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή αναστολής της Αγωγής και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τους Αιτητές και/ή σε κάθε έναν εξ’ αυτών και διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης του διατάγματος και/ή άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 15/2/2024 που συντάχθηκε στις 7/3/2024 και/ή της επίδοσης των εγγράφων της παρούσας Αγωγής στους Αιτητές και/ή σε κάθε έναν εξ’ αυτών.

 

Η  αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ2, Δ.4 θθ1 και 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9 Θ. 10, Δ.16 θθ.1-9, Δ.25, Δ.27 θθ. 1-3, Δ.39, και Δ.48 Θ.1, 2, 4, 5, 6, 8(r.1) (qq) και (3), 9, και 13, Δ.57, Θ. 2, Δ.64, στα Άρθρα 2, 21, 22, 29, 31 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στο Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον Κανονισμό 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη ΙΙ»), στον Κανονισμό 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξώδικων Πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10, στη Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965, η οποία κυρώθηκε από τον Περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Κεφαλαίων Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφως εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 (Ν.40/1982), στον Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 4, 5, 7, 24, 29-35, στη Σύμβαση του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις του 2007 («Σύμβαση του Λουγκάνο») και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2-5 και 22, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και την  ένορκη δήλωση του κ. Σωκράτη Κόκκινου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 3 και τον Εναγόμενο 4 στην παρούσα διαδικασία, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους, καθότι οι Αιτητές διαμένουν στο εξωτερικό και η αίτηση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα. Προβαίνοντας σε μια ιστορική αναδρομή των δικονομικών μέτρων, αναφέρει ότι η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 28/09/2021 και ακολούθως, μετά από έκδοση αρχικής άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση παραμερισμού, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 26/09/2023. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Ενάγων δεν είχε προσκομίσει μαρτυρία που να τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα και ότι είχε παραβιάσει την υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης, παραλείποντας να αναφέρει την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας στην Ελβετία. Στις 13/11/2023, ο Ενάγων καταχώρισε εκ νέου μονομερή αίτηση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη άδεια επίδοσης στις 15/02/2024. Οι Αιτητές, αφού εξασφάλισαν σχετική άδεια, καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 27/12/2024 και ακολούθως την παρούσα αίτηση παραμερισμού εντός των καθορισμένων χρονικών πλαισίων.

 

Ως προς τους ουσιαστικούς λόγους για την έγκριση της αίτησης, ο ενόρκως δηλών προβάλλει πρωτίστως τη νέα, σοβαρή παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων από πλευράς του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων απέκρυψε το γεγονός ότι είχε υποβάλει ποινική καταγγελία για τα ίδια ακριβώς ζητήματα (δόλο, απάτη, συνωμοσία) ενώπιον των ελβετικών διωκτικών αρχών στο καντόνι Zug, η οποία απορρίφθηκε και αρχειοθετήθηκε στις 23/09/2021 με το σκεπτικό ότι αφορούσε αστική διαφορά και ότι ο Ενάγων δεν είχε υποστεί προσωπική ζημία. Επιπλέον, ο ένορκως δηλών επισημαίνει ότι στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις του Ενάγοντα (Χριστοφόρου και Ιωάννου) δεν προσκομίζουν κανένα απολύτως τεκμήριο ή έγγραφο προς υποστήριξη των πραγματικών τους ισχυρισμών, ενώ επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο διαχωρίζοντας αβάσιμα την παρούσα Αγωγή από την ελβετική αστική διαδικασία, τη στιγμή που οι επίδικες πράξεις και οι κύριες αιτούμενες θεραπείες συμπίπτουν. Παράλληλα, ο Ενάγων παρέλειψε να αποκαλύψει ότι τόσο η Εναγόμενη 2 όσο και η Εναγόμενη 7 είχαν ήδη εκκαθαριστεί και στερούνταν νομικής υπόστασης κατά τον χρόνο που επιζητείτο η άδεια επίδοσης.

 

Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι η παρούσα Αγωγή συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, καθώς ο Ενάγων προωθεί παράλληλες διαδικασίες σε διαφορετικές δικαιοδοσίες για τα ίδια παράπονα. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο Ενάγων απέτυχε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, αφού δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως καλή βάση αγωγής εναντίον των Αιτητών, ούτε πληρούνται οι απαιτήσεις της Διαταγής 6, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνδεδεμένο με τα ανωτέρω είναι και το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας και της μη βολικότητας του κυπριακού φόρουμ (forum non conveniens), καθώς οι επίδικες συναλλαγές (όπως η μεταβίβαση μετοχών αλλοδαπής εταιρείας και η αύξηση κεφαλαίου ιταλικής εταιρείας) έλαβαν χώρα στο εξωτερικό και εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της έδρας των εν λόγω εταιρειών, ενώ η Κύπρος δεν αποτελεί το κέντρο βαρύτητας της διαφοράς αφού οι πλείστοι διάδικοι, μάρτυρες και έγγραφα είναι αλλοδαπά.

 

Τέλος, ο ενόρκως δηλών εγείρει ότι το κλητήριο ένταλμα, μετά την ακύρωση της προηγούμενης επίδοσης, είχε λήξει ήδη από τις 28/09/2022 χωρίς να έχει εκδοθεί κανένα διάταγμα ανανέωσης του, γεγονός που εμπόδιζε τον Ενάγοντα να ζητήσει άδεια επίδοσης ληγμένης αγωγής στο εξωτερικό το έτος 2023. Η όλη διαδικασία επίδοσης χαρακτηρίζεται ούτως ή άλλως παράτυπη, καθώς αναζητήθηκε απευθείας άδεια υποκατάστατης επίδοσης χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες πρόνοιες, ενώ τα έγγραφα προς την Εναγόμενη 3 δεν συνοδεύονταν από μετάφραση στη γερμανική γλώσσα, η οποία είναι η επίσημη γλώσσα της έδρας της στην Ελβετία.

 

Ο Ενάγων («ο Καθ’ ου η Αίτηση») καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των Αιτητών.

 

Η ένσταση βασίζεται στη Δ.2, Κ.2, τη Δ.5, τη Δ.5Α, τη Δ.6, τη Δ.9, Κ.10, τη Δ.27, Κ.3, τη Δ.48, Κ.4 και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ.1393/2007, τα άρθρα 4-9 & 27-35 του Κανονισμού (ΕΕ) Αρ.1215/2012, τα Άρθρα 3-6, 22 & 25-31 της Σύμβασης (μεταξύ της ΕΕ, της Ελβετίας, της Νορβηγίας και της Ισλανδίας) για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, την Απόφαση 2009/430/ΕΚ του Συμβουλίου, τα Άρθρα 8 & 10 του Μέρους ΙΙ του Πίνακα του Περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικά και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982, τις αρχές του κοινοδικαίου, το εθιμικό διεθνές δίκαιο και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Οι  λόγοι της ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:

1.     Η αίτηση στηρίζεται σε μαρτυρία δικηγόρων των Αιτητών που δεν είναι αποδεκτή και/ή χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις προσαγωγής τέτοιας μαρτυρίας.

2.     Η αίτηση είναι πρόωρη αφού δεν έχει καταχωριστεί Ε/Α.

3.     Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής.

4.     Όλες οι επιδόσεις στους εναγόμενους, περιλαμβανομένων των Αιτητών, ήταν καλές και σύννομες.

5.     Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων ή οποιουδήποτε από αυτά.

6.     Οι ισχυρισμοί της οπισθογράφησης του κλητήριου εντάλματος και/ή της Ε/Δ Χριστοφόρου ημερ.13/11/23 και/ή της συμπληρωματικής Ε/Δ Ιωάννου ημερ.13/12/23 ήταν επαρκείς για τους σκοπούς της αίτησης ημερ.13/11/23, περιλαμβανομένης της ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας.

7.     Οι ισχυρισμοί των παρ.13-20 της Ε/Δ του κ. Σωκράτη Κόκκινου ημερ.17/02/22 δεν είναι σχετικοί ούτε μπορούσαν να επιδράσουν στη διαμόρφωση δικαστικής κρίσης αναφορικά με την ανάληψη διεθνούς δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια.

8.     Χωρίς βλάβη στους προηγούμενους λόγους ένστασης, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ή διαδοχικά, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και/ή είναι το βολικότερο φόρουμ για εκδίκαση της παρούσας αγωγής, η οποία αφορά κυρίως σε αστικά αδικήματα που προκάλεσαν απώλεια και ζημιά στην εναγόμενη αρ.1 στην Κύπρο.

9.     Χωρίς βλάβη στους προηγούμενους λόγους ένστασης, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ή διαδοχικά, οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητικών της αίτησης ή οποιουδήποτε από αυτά και/ή η έγκριση των αιτητικών ή οποιουδήποτε από αυτά θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση και έξοδα και/ή πολλαπλότητα διαδικασιών.

10.  Η αίτηση έγινε και/ή προωθείται χωρίς καλή πίστη και/ή για αλλότριο σκοπό και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

11.  Το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής ανανεώθηκε για 6 μήνες στις 26/10/23 και ακολούθως στις 29/02/24.

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση και τα οποία φαίνονται στη σχετική δικογραφία του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Οι ισχυρισμοί της οπισθογράφησης του κλητήριου εντάλματος και ή της Ε/Δ Χριστοφόρου ημερ.13/11/23 και ή της συμπληρωματικής Ε/Δ Ιωάννου ημερ.13/12/23 ήταν επαρκείς για τους σκοπούς της αίτησης ημερ.13/11/23, περιλαμβανομένης της ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Οι διαδικασίες που είχαν αρχίσει στην Ελβετία και που αναφέρονται στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, απορρίφθηκαν οριστικά πριν τις 17/02/25. Η παρούσα αγωγή αφορά κυρίως σε αστικά αδικήματα που προκάλεσαν απώλεια και ζημιά στην Εναγόμενη 1 στην Κύπρο. Το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής ανανεώθηκε για 6 μήνες στις 26/10/23 και ακολούθως στις 29/02/24.

 

Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου  και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.

 

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ  ΙΣΤΟΡΙΚΟ  ΤΗΣ  ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του δικονομικού ιστορικού της παρούσας διαδικασίας. Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις 28/9/2021. Στις 23/11/2021, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια επίδοσης δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας στους αλλοδαπούς Εναγόμενους («Πρώτη Αίτηση Επίδοσης») η οποία συνοδεύετο από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας. Στις 14/12/2021, το Δικαστήριο εξέδωσε την αιτούμενη άδεια. («Πρώτη Άδεια Επίδοσης»). Ακολούθως, επιδόθηκαν στους Αιτητές μέσω ιδιωτικού ταχυδρομείου αντίγραφο του Κλητηρίου, της Ειδοποίησης του Κλητηρίου, της Αίτησης Επίδοσης και της ΕΔ Κυριαζή και της Άδειας Επίδοσης. Στις 16/3/2022, οι Αιτητές 3 και 4 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζήτησαν άδεια για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και παράτασης χρόνου καταχώρησης της Αίτησης Παραμερισμού. Παρόμοια αίτηση καταχωρήθηκε και στις 5/4/2022 από την Αιτήτρια 7.  Στις 11/4/2022, το Δικαστήριο ενέκρινε τις αιτήσεις των Αιτητών. Οι σχετικές εμφανίσεις υπό διαμαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών καταχωρήθηκαν στις 13/5/2022. Στις 1/8/2022, και εντός της ταχθείσας προθεσμίας, οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού του Πρώτου Διατάγματος Επίδοσης («Πρώτη Αίτηση Παραμερισμού»). Στις 30/11/2022, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Πρώτη Αίτηση Παραμερισμού. Κατόπιν ακρόασης, στις 26/9/2023, το  Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση παραμερισμού των Αιτητών, παραμερίζοντας την τότε επίδοση δικαστικών εγγράφων σε αυτούς («Απόφαση Παραμερισμού»). Ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν εφεσίβαλε την Απόφαση Παραμερισμού.

 

Στις 13/11/2023, ο Ενάγοντας καταχώρησε εκ νέου μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησε άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των διαφόρων εγγράφων στους αλλοδαπούς Εναγόμενους στο εξωτερικό και άδεια υποκατάστατης επίδοσης των εγγράφων στους Αιτητές («Αίτηση Επίδοσης»). Η Αίτηση Επίδοσης συνοδεύετο από ένορκη δήλωση της κας Χρυστάλλας Χριστοφόρου ημερ. 13/11/2023 («ΕΔ Χριστόφορου») και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μαρίας Ιωάννου ημερ. 13/12/2023 («ΕΔ Ιωάννου»). Στις 15/2/2024, το Δικαστήριο εξέδωσε την αιτούμενη άδεια η οποία συντάχθηκε στις 7/3/2024 («Άδεια Επίδοσης»). Ακολούθως, παραδόθηκαν στους Αιτητές μέσω ιδιωτικού ταχυδρομείου τα ακόλουθα έγγραφα (μαζί «τα Έγγραφα»): Ειδοποίηση Κλητηρίου χωρίς ημερομηνία («Ειδοποίηση»), στην Ελληνική με μετάφραση στην Γαλλική γλώσσα, η Αίτηση Επίδοσης μαζί με τις ΕΔ Χριστοφόρου και την ΕΔ Ιωάννου και η  Άδεια Επίδοσης στην Ελληνική με μετάφραση στην Γαλλική γλώσσα. Στις 4/7/2024, οι Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησαν και, στις 16/9/2024 έλαβαν άδεια για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού εντός 60 ημερών από την καταχώρηση της εμφάνισης τους, η οποία καταχωρήθηκε στις 27/12/2024 λόγω καθυστέρησης στη σύνταξη της άδειας (που έλαβε χώρα στις 18/12/2024).  Η Αίτηση Παραμερισμού καταχωρήθηκε εντός του χρονικού περιθωρίου που δόθηκε από το  Δικαστήριο ως η άδεια που χορηγήθηκε.

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ

 

Στη βάση της αγόρευσης των αιτητών προωθήθηκαν τρείς λόγοι προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης: Η μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων και ή η παραπλάνηση του Δικαστηρίου, η μη αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής και η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.  

 

ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

 

Κρίνω ότι πρωτίστως θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα του κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει παραβιάσει το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων, όταν αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο για τη λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.

Το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση  Brink's – MAT Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188, στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:

 

 

 

(1)  Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.

(2)  Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.

(3)  Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.

(4)  Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (i) φύση της υπόθεσης και (ii) το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.

(5)  Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.

(6)  Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και

(7)  Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών επί του πιο πάνω θέματος και καταλήγω ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν μπορεί να κριθεί υπόλογος για απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η μη επισύναψη τεκμηρίων προς απόδειξη της υπόθεσης του Καθ’ ου η αίτηση στις ένορκες δηλώσεις στην αίτηση του συνιστά παράλειψη που αφορά και θα συνυπολογιστεί στην εξέταση της εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής.

 

Τα υπόλοιπα θέματα που εγείρουν οι αιτητές θεωρώ πως άπτονται της ουσίας της διαφοράς των μερών και εναπόκεινται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Εν πάση περιπτώσει στο στάδιο αυτό δεν αξιολογούνται τα γεγονότα, ούτε το Δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υπόθεσης.

 

Όσον αφορά την εισήγηση των αιτητών ότι δεν αποκαλύφθηκε η απόρριψη της ποινικής διαδικασίας που καταχώρησε ο Ενάγοντας στην Ελβετία, δέον να αναφερθεί ότι δεν έχει καταδειχθεί η σχετικότητα της εν λόγω μη αποκάλυψης με τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, ούτε έχει καταδειχθεί πώς η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο.

Συνεπώς, κρίνω ότι ο σχετικός λόγος στην αίτηση περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται.

 

ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Προχωρώ στην εξέταση του θέματος του κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση.

 

Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης

όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ (1987) 1 C.L.R. 297

 

«. the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction. »

 

Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1584.

 

Έχει ευρέως νομολογηθεί ότι σε διαδικασίες αιτήσεων για άδεια επίδοσης κλητηρίου εντάλματος αγωγής εκτός δικαιοδοσίας όπως και στις αιτήσεις παραμερισμού των όποιων σχετικών διαταγμάτων ακολουθούν το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιείται χωρίς να εξετάζει σε βάθος την ουσία της υπόθεσης στην πραγματική και νομική της διάσταση για τη συνύπαρξη καθορισμένων κανονιστικών και νομολογιακών προϋποθέσεων όπως αυτές αναφέρονται στην Δ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. 

 

Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση ΑEROCANDIA AVIATION SERVICES CY LTD v ΓΚΙΟΚΑ Πολ. Έφ. αρ. Ε136/2020, ημερ.24.1.22, ECLI:CY:AD:2022:A21. Λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :

 

«Εξάγεται από όσα είπαμε, πως οι ευπαίδευτοι πρωτόδικοι Δικαστές (στις δύο υπό έφεσιν αποφάσεις), αντί να προβούν, απλώς, σε αποτίμηση και εκτίμηση της (γραπτής και προφορικής) μαρτυρίας προκειμένου να κατασταλάξουν επιτρεπτώς εντός των παραμέτρων της εθνικής και ενωσιακής νομολογίας αν καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση (καλή αιτία αγωγής) ενεπλάκησαν σε ενδελεχή και υποκειμενική αξιολόγηση στοιχείων, μαρτυρίας και εκδοχών (αλλά και συνάμα σε έκφραση πρόωρων απόψεων και ευρημάτων επί της πραγματικής και νομικής ουσίας των αγωγών 479/19 και 480/19), η οποία απείχε αισθητώς από όσα αναμένονταν μεθοδολογικώς σε εκείνο το στάδιο (βλ. Gabov v. Bakardi Ltd και Άλλων, Π.Ε. Ε148/20, ημ. 20.12.21, Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ ν. Regis Milk Industries Ltd, Π.Ε.Ε127/20, ημ. 29.11.21, Hazlewood Investment & Finance Ltd v.Manuel και Άλλων, Π.Ε. Ε14/19 και Ε209/19, ημ. 16.7.19, ECLI:CY:AD:2019:D502,ECLI:CY:AD:2019:D502, Cyprus Trading Corporation Ltd ν. ΖimIsrael Navigation Co Ltd και Άλλου (1999) 1(Β) A.A.Δ. 1168, 1181).

 

Τίποτα δεν δικαιολογούσε τον πρωτόδικο χειρισμό.

 

Αντί άλλων σχολίων παραθέτουμε (ως γενικότερη παρατήρηση για τις δύο εφέσεις), τα όσα καίρια - και εφαρμοζόμενα εδώ – υπέδειξε το Εφετείο στην Nozaki & Co Ltd και Άλλη ν. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, 1694-1695:

«.....................................

 

Η εντύπωση που αποκομίσαμε από τις θέσεις που ανέπτυξε ο συνήγορος των εφεσειουσών στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και ενώπιόν μας, είναι πως παρεξηγεί το στάδιο της διαδικασίας στο οποίο προβάλλει τους ισχυρισμούς του και προτείνει τις εισηγήσεις του. Συγκεκριμένα, ζητά ουσιαστικά από το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, να κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής. Δεν είναι όμως τούτο το θέμα που εξετάζεται στην επίδικη αίτηση. Το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1, για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό..................................».

Τα επικροτούμε και τα υπερθεματίζουμε.»

    

Περαιτέρω, όπως είναι καλά νομολογημένο, η ορθότητα έκδοσης του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση των γεγονότων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Διαφωτιστική είναι η απόφαση Demstar Ltdv- Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 597), όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό…».

(έμφαση δική μου)

 

Το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης παραμερισμού παραμένει το ίδιο με εκείνο της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο βρίσκεται εκτός της επικράτειας του Δικαστηρίου. Ως έχει προαναφερθεί, η ορθότητα έκδοσης του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση των γεγονότων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο εξετάζοντας  κατά πόσο ο αιτητής έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση θα πρέπει να περιοριστεί  στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13/11/23 και στη ΣΕΔ ημερομηνίας 13/12/23 που συνόδευαν την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτές.

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

1.            Η υπόθεση πρέπει να εμπίπτει σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (h) της Δ.6,θ.1. Αν η υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν τίθεται θέμα άσκησης οποιασδήποτε ευχέρειας από πλευράς Δικαστηρίου.

 

2.            Ο Αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) εναντίον του Εναγομένου και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Δ.6, θ.4).

 

 

 

Το παράπονο των αιτητών είναι ότι δεν παρατέθηκε τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6, θ.4. 

 

Το Δικαστήριο σε αιτήσεις για επίδοση στο εξωτερικό εκτός του ότι θα πρέπει να τις εξετάσει με τη δέουσα προσοχή, δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του αλλά περιορίζεται στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία που παρέχεται επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων.  Το Δικαστήριο για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6, θ.1, θα πρέπει να προσφέρεται πλήρης και λεπτομερής ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η αποκάλυψη αιτίας αγωγής εξαρτάται από τα αντικειμενικά συμπεράσματα που εξάγονται από τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση και όχι από την εξέταση της ουσίας του πραγματικού υπόβαθρου.

 

Εκείνο που απαιτείται να καταδειχθεί είναι ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Στην υπόθεση A. P. Lanitis Investments Ltd, Her Brittanic Majesty’s Secretary of State for Defence (πιο πάνω)  έγινε παραπομπή στο εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks [1904] 90 L.T. 733 στη σελ.735:

 

"This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction ............... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits.............. "

 

Προκύπτει συνεπώς από τη νομολογία ότι το ζήτημα του κατά πόσο αποκαλύπτεται βάση αγωγής κρίνεται με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ότι στην παρούσα υπόθεση, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει πετύχει να καταδείξει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Αιτητών. Σύμφωνα με τη θέση του η ένορκη δήλωση Χριστοφόρου και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ιωάννου δεν παρουσιάζουν οιονδήποτε έγγραφο ή τεκμήριο και δεν επεξηγούν με οποιονδήποτε τρόπο τους λόγους για τους οποίους είτε ο Ενάγοντας/ Καθ’ ου η Αίτηση, είτε η Εναγόμενη 1 διατηρούν οποιονδήποτε δικαίωμα ή αγώγιμο δικαίωμα κατά των Αιτητών. Τα μόνα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια είναι η Απόφαση του Ελβετικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η Ελβετική Αγωγή (Τεκμήρια 1 και 2 ΕΔ Ιωάννου) και κάποια στοιχεία σε σχέση με τις λεπτομέρειες των Εναγομένων 2, 3 και 7 (Τεκμήρια 3, 4 και 5). Δεν παρουσιάζονται συμφωνίες, πρακτικά συνεδριών ΔΣ, πρακτικά και/ή ψηφίσματα συνελεύσεων μετόχων, και άλλα συναφή έγγραφα που δήθεν αποτελούν το υπόβαθρο του παραπόνου του Καθ’ ου η Αίτηση. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της  ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση η οποία πρόβαλε τη θέση ότι είναι καθαρό από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις και τους ισχυρισμούς του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ότι η αγωγή είναι βάσιμη.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, ο Ενάγων με αυτή την αγωγή ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγόμενων, να μεταβιβάσουν τις μετοχές της Prima Assicurazioni S.p.A. (Prima), που ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της Εναγόμενης 3, από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 2, με αντάλλαγμα την παραχώρηση μετοχών της Εναγόμενης 3 στην Εναγόμενη 2, να αυξήσουν το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2 χωρίς η Εναγόμενη 3 να λάβει αναλογικά μετοχές δυνάμει δικαιώματος προτίμησης, να παραχωρήσουν τις μετοχές της Εναγόμενης 2, που αναλογούσαν στην Εναγόμενη 3 από την εν λόγω αύξηση κεφαλαίου, στην Εναγόμενη 7 και/ή με αντάλλαγμα κεφάλαια της Εναγόμενης 6, να διορίσουν την Εναγόμενη 9 ως διοικητική σύμβουλο της Εναγόμενης 1 και να εμποδίσουν την Εναγόμενη 1 από τη σύγκλιση συνεδριών του διοικητικού της συμβουλίου και/ή γενικών συνελεύσεων των μελών της και/ή το διορισμό νομικών και άλλων συμβούλων και/ή τη λήψη νομικών ή άλλων μέτρων για παρεμπόδιση και/ή αποτροπή και/ή ακύρωση των παραπάνω πράξεων και/ή παραλείψεων, είναι πράξεις ανυπόστατες και/ή άκυρες και/ή δέον όπως ακυρωθούν λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παρανομίας και/ή συνωμοσίας και/ή συνωμοσίας προς καταδολίευση και/ή αθέτησης σύμβασης και/ή παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης και/ή αντιπροσωπείας και/ή επιμέλειας. Ζητά επίσης διάταγμα που να ακυρώνει τις πιο πάνω πράξεις καθώς και αποζημιώσεις.

 

Από το υλικό που τέθηκε στην παρούσα υπόθεση  που είναι αυτό που φαίνεται στην ένορκη δήλωση Χριστοφόρου και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ΣΕΔ) Ιωάννου προκύπτει ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν  θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικό υλικό προς στοιχειοθέτηση ύπαρξης καλής υπόθεσης στην  αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι ισχυρισμοί  που έχουν  τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν  τεκμηριωθεί επαρκώς αφού περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές σε συμφωνίες και άλλα έγγραφα χωρίς την προσκόμιση τους. 

 

Είναι ενδεικτικό ότι η ΣΕΔ Ιωάννου αναφέρεται σε κάποια συμφωνία μετόχων της Εναγομένης 3 και σε  Ανταλλαγή μετοχών, η οποία θα οδηγούσε κατά τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας «στη μη εφαρμογή των προνοιών της Συμφωνίας Μετόχων αναφορικά με τις μετοχές της Prima»  χωρίς να επισυνάπτει είτε τα έγγραφα της ανταλλαγής είτε την συμφωνία μετόχων. Οι ισχυρισμοί για έγκριση της εν λόγω ανταλλαγής με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης και για σύγκληση γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 2, και σε κατ’ ισχυρισμό διαβεβαιώσεις των Εναγομένων 4 και 5 «ότι δεν θα παρακαμπτόταν το δικαίωμα προτίμησης της εναγόμενης 3» επίσης παρέμειναν άνευ υποστηρικτικού υπόβαθρου. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές στη σύγκληση γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 2 περί τον Ιούλιο του έτους 2020 στην οποία αποφασίστηκε νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, στις  δηλώσεις του ΔΣ της Εναγόμενης 3 ότι η Εναγόμενη 3 είχε «παραιτηθεί από το δικαίωμα της να λάβει αναλογικά μετοχές από τις αυξήσεις κεφαλαίου της Εναγόμενης 2» καθώς στα όσα αποδίδονται στους Εναγόμενους 4,8 και 9 στις παρα.26-29 της ΣΕΔ.

 

Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναυτοδικείου Amathus Ltd v. Concord Liners κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 1030 στη σελ. 1034 η πίστη αφ’ αυτής στην ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί.  Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα:

 

«Όπως επισημαίνεται στη Sekavin SA. v. Ship "Platon Ch" (1987) 1 C.L.R. 297, στην οποία αναλύεται η προηγούμενη νομολογία, η αποκάλυψη καλής υπόθεσης συναρτάται με την αντικειμενική αποτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό. Πίστη αφεαυτής στην ύπαρξη καλής υπόθεσης δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτησή της με μαρτυρία. Στην προκείμενη υπόθεση, ο ισχυρισμός του ομνείοντα Π. Παπαμιχαήλ, ότι οι ενάγοντες ήταν οι ιδιοκτήτες των υπό μεταφοράν εμπορευμάτων, χωρίς αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν αυτό τον ισχυρισμό, δεν προάγει τις θέσεις των εναγόντων. Άλλωστε, η μόνη μαρτυρία την οποία και ο ίδιος ο μάρτυρας επικαλείται για στοιχειοθέτηση των θέσεων του, προκύπτει από τις Φορτωτικές που επισυνάπτονται.

 

Καλή υπόθεση συχνά ταυτίζεται με εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση. Στην Ε F Hutton & Co v Mofarrij [1989] 2 All E.R. 633, σημειώνεται ότι αν το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι νομικό και δεν υπόκειται σε περαιτέρω διευκρίνηση κατά τη δίκη, αυτό πρέπει να αποφασιστεί με τρόπο θετικό και τελεσίδικο στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, ανεξάρτητα από το πολύπλοκο του νομικού ερωτήματος.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, τα δικαιώματα των εναγόντων για την ιδιοκτησία των εμπορευμάτων, εκπηγάζουν από τις δυο Φορτωτικές, καμιά από τις οποίες δεν επιμαρτυρεί ότι τα μεταφερθέντα εμπορεύματα ανήκουν στους ενάγοντες ή ότι αυτοί ήταν οι δικαιούχοι των εμπορευμάτων βάσει οπισθογράφησης της Φορτωτικής.

 

Επομένως, το ταυτόσημο αίτημα των δυο εναγομένων για παραμερισμό της διαταγής για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, λόγω μη αποκάλυψης καλού αγώγιμου δικαιώματος, επιτυγχάνει.»

 

Σε σχέση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, με αναφορά στον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 και στη Σύμβαση Λουγκάνο, ημερ. 21/12/2007, σημειώνεται συναφώς ότι στη βάση της πιο πάνω τεθείσας νομολογίας (Βλ. ΑEROCANDIA AVIATION SERVICES CY LTD) το αντικείμενο της παρούσας αίτησης δεν είναι η εξέταση του κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής αλλά το κατά πόσον έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής  και συνδρομή των προϋποθέσεων της Δ.6.1. Δέον να προστεθεί ότι στην απουσία κοινώς παραδεκτών γεγονότων το εγχείρημα να κριθεί το κατά πόσον το παρών Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δικάσει την ουσία της αγωγής στο ενδιάμεσο αυτό δικονομικό στάδιο δεν είναι ορθό.

 

Στην υπόθεση Rostovtsev v. Shchukin, Πολ. Έφ. Ε415/16 ημερομηνίας 05/07/2019, η οποία αφορούσε μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία μετά από οδηγίες εκδικάστηκε inter partes, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας κατά το στάδιο παροχής ενδιάμεσης θεραπείας: «Συγχρόνως, τονίζεται, παρεμπιπτόντως, ότι σε ενδιάμεση διαδικασία μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί οριστικά θέμα δικαιοδοσιας του δικαστηρίου, μόνο εφόσον αυτό προκύπτει ή τίθεται στη βάση αδιαμφισβήτητων γεγονότων, η παρούσα περίπτωση, όμως, δεν είναι τέτοια.»

 

Προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης και ενόψει της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε εκατέρωθεν, κρίνεται σκόπιμο να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο, δεν καλείται να εκδώσει τελεσίδικη κρίση αναφορικά με το κατά πόσον το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την ουσία της παρούσας αγωγής δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 ή της Σύμβασης Λουγκάνο. Το αντικείμενο της υπό εξέταση Αίτησης περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και εγκυρότητας των Διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση. Η εξέταση της ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης ή εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής, η οποία διενεργείται δυνάμει της Διαταγής 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί απλώς μια εκ των προϋποθέσεων για την έγκριση της εκτός δικαιοδοσίας επίδοσης και δεν συνιστά τελική διάγνωση επί του δικαιοδοτικού ζητήματος. Το δικαίωμα των Εναγομένων/Αιτητών να προσβάλουν τελεσίδικα τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς παραμένει αναφαίρετο και δεν επηρεάζεται ούτε προκαταλαμβάνεται από τις διαπιστώσεις της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης.

 

Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της παρούσας Αίτησης.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό 2 της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

(Υπ.) ……………………………..

Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ. 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

                                                     

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο