Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Αρ. Αγωγής: 2360/22
Μεταξύ:
1. Α. Θ., ανήλικος δια του Μ. Θ. πατέρα και Ο. Σ. μητέρας, ασκούντων γονική μέριμνα και/ή ως πλησιέστερων φίλων αυτού
2. Μ. Θ.
3. Ο. Σ.
Ενάγοντες
-και-
1. Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας
2. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
3. Ερμογένης Παύλου Ι.Ε.Π.Ε. (ΗΕ 364193)
4. Ερμογένης Παύλου
Εναγόμενοι
Αίτηση ημερ. 4/12/25 για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως
Ημερομηνία: 16 Ιουλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σία ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενους 3 και 4/Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Αβραμίδης με κα Γεωργίου (ασκούμενη) για Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. και ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 12.5.25 οι Εναγόμενοι 3 και 4 στην παρούσα αγωγή καταχώρησαν αίτηση με την οποία αιτούνται την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών σε σχέση με συγκεκριμένες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγόντων. Με αυτή την αίτηση ζητείται «Διάταγμα και ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης από μέρους των Εναγόντων στην αίτηση των Εναγομένων 3 και 4 ημερομηνίας 12/5/2025».
Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.39 και Δ.48 Θ 1, 2, 3, 4 (1)(2) και (3), 6, 8, 9(l)(j) και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του Χρίστου Κοσιάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, ο οποίος δηλώνει ότι έχει πληροφορηθεί τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τους συνηγόρους που τη χειρίζονται και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκο δήλωση. Ως αναφέρει, η αίτηση ημερ. 12.5.25 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Χρίστου Κουππή δικηγόρου σε ένα εκ των δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους 3 και 4. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση επισυνάπτονται ως Τεκμήρια η αλληλογραφία των συνηγόρων που είχε προηγηθεί επί του θέματος. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση στις 6.6.2025 χωρίς τη συνοδεία ένορκης δήλωσης αφού όσα κρίσιμα για την αίτηση γεγονότα ήταν μέχρι τότε εκτός φακέλου είχαν προσκομιστεί στην ένορκη δήλωση στην αίτηση. Ως επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών έκτοτε έχουν προκύψει νέα γεγονότα τα οποία οι Ενάγοντες θεωρούν ότι πρέπει να τεθούν υπ’ όψη του Δικαστηρίου καθότι είναι συναφή με τα ζητήματα που θα αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας 1 έτυχε ιατρικής εξέτασης από ιατρούς που υπέδειξαν οι Εναγόμενοι 3 και 4. Οι εν λόγω ιατροί ετοίμασαν ιατρικές γνωματεύσεις τις οποίες οι συνήγοροι των Εναγομένων 3 και 4 απέστειλαν στους συνηγόρους των Εναγόντων στις 29.8.2025. Παρουσίασε το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ως Τεκμήριο 1. Ως εξηγεί, οι Ενάγοντες επιθυμούν όπως θέσουν την ιατρική γνωμάτευση του Δρ. Μάριου Τρυφωνίδη και της Δρος. Μαρίνας Γαβαθά που τους είχαν αποστείλει οι Εναγόμενοι 3 και 4 με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι τα όσα αναφέρονται εκεί έχουν συνάφεια με τα θέματα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο και ενδεχομένως να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αίτησης. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω ιατρική γνωμάτευση περιέχονται στοιχεία που κατά τη γνώμη των συνηγόρων των Εναγόντων καταδεικνύουν πως οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν θα καταληφθούν εξαπίνης -ως ισχυρίζονται- και πως δεν χρειάζονται περαιτέρω εξειδίκευση για σκοπούς προετοιμασίας της υπόθεσης τους. Παρουσιάζει το Τεκμήριο 2, ενδεικτικό προσχέδιο της σκοπούμενης προς καταχώριση ένορκης δήλωσης και περαιτέρω δηλώνει πως σύμφωνα με τη θέση του είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί άδεια για την καταχώρηση της αιτουμένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού αφενός ό,τι ζητείται να προσκομιστεί είναι στοιχεία που δεν υπήρχαν κατά την καταχώριση της ένστασης των Εναγομένων και τα οποία είναι συναφή προς τα υπό εξέταση θέματα και αφετέρου, η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα των Εναγομένων ούτε και προκαλεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία.
Οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση.
Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 ΘΘ. 2, 4, 6, 7, 8, 9 και 26, Δ.27 Θ.3, Δ.30 Θ.3 (α)&(β), Δ.39 Θ.2 και Θ .18, Δ.48 Θ 1, 2(1), 2(2), 3, 4 (1)&(2), 8 και 9(i), (j) & (o), και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι της ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:
1. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
2. Η αίτηση δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε ή/και στην ορθή νομική βάση.
3. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας να επιτρέψει την καταχώρηση «ένορκης δήλωσης … στην αίτηση» (όπως ζητούν οι Ενάγοντες με την αίτηση τους) ούτε και οι Θεσμοί προβλέπουν για τέτοια δυνατότητα.
4. Η νομική βάση της αίτησης δεν δικαιολογεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη ένστασης η οποία καταχωρήθηκε χωρίς να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση.
5. Διαζευκτικά και χωρίς βλάβη των θέσεων των Εναγομένων στους λόγους ένστασης 1-4, εάν ήθελε υποστηριχθεί από τους Ενάγοντες ότι με την αίτηση ζητείται η καταχώρηση «συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης» δυνάμει της Δ.48 Θ.4(2), οι Ενάγοντες δεν έχουν δείξει οποιοδήποτε ή/και οποιοδήποτε καλό λόγο για καταχώρηση τέτοιας ένορκης δήλωσης και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει κανένας ή/και καλός λόγος για καταχώρηση οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης ή/και συμπληρωματικής δήλωσης από τους Ενάγοντες.
6. Οι Ενάγοντες παρανοούν τα επίδικα θέματα στην αίτηση των Εναγομένων ημερομηνίας 15/5/25 για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών τα οποία είναι αμιγώς νομικά όπως και οι ίδιοι οι Ενάγοντες παραδέχονται τόσο στα πλαίσια της ένστασης τους όσο και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ημερ. 4/12/25.
7. Τα όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες στην Αίτηση τους ημερομηνίας 4/12/25 είναι αλληλοαναιρούμενα και καταρρίπτουν το επιχείρημα τους ως προς την αναγκαιότητα καταχώρησης οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης ή/και μαρτυρίας ή/και τεκμηρίων. Εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε μεταγενέστερα γεγονότα ή έγγραφα και ειδικότερα ιατρικά πιστοποιητικά που έχουν συνταχθεί από μή διαδίκους είναι εντελώς άσχετα με τα ζητήματα τα οποία καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών.
8. Η καταχώρηση της προτεινόμενης ή/και οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης ή/και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι εντελώς αχρείαστη εφόσον το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να διεξέλθει οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό (όπως οι Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να πράξει), προκειμένου να αποφανθεί κατά πόσο [στην βάση των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών (οι οποίοι είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν την μόνη βάση ή/και μόνο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης ημερ.12/5/25)] οι Ενάγοντες οφείλουν να δώσουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες στους Εναγόμενους.
9. Η αίτηση είναι επιπόλαιη, καταχρηστική και τυχόν έγκριση της δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό εκτός από την αχρείαστη σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης.
Με τις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές και τα επιχειρήματα των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η Δ.48 Θ.4(2) προνοεί τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.»
Το κατά πόσο θα δοθεί άδεια σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Αναφορικά με την αίτηση των Φιλόκυπρου Ματθαίου και άλλων (2008) 1 ΑΑΔ 510). Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης. Ο «καλός λόγος» δεν ερμηνεύεται στην πιο πάνω διάταξη, είναι όμως άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της αίτησης, τις ιδιαιτερότητες της και το είδος των θεραπειών που αυτή επιζητεί και θα πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με το δικαίωμα των διαδίκων να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το σχετικό αναγκαίο μαρτυρικό υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης.
Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δυνατό να εγκριθεί όπου περιέχει απλή επανάληψη των όσων αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση (Βλ. Παπακόκκινου κ.α ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1) (2012)1 Α.Α.Δ.643).
Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου.
Στην απόφαση Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν Ανδρέα Λεωνίδου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1195 συνοψίζονται στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4(2):
«Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά τη κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ο πρώτος λόγος που εγείρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι η αίτηση των Εναγόντων είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθώς η νομική βάση στην οποία στηρίζουν την Αίτηση τους δεν επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (ΣΕΔ) όταν δεν έχει καταχωρηθεί αρχική ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει την ένσταση. Σημειώνεται συναφώς ότι στις 6.6.25 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες προβάλλοντας έξι λόγους ένστασης. Η ένσταση των Εναγόντων δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Στηρίζεται μόνο, στα γεγονότα τα οποία φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και όπως υποστηρίζεται από τον ενόρκως δηλούντα στην υπό κρίση αίτηση τα θέματα της εν λόγω αίτησης είναι νομικής φύσεως και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπουν την εκδίκαση άνευ ενόρκου δήλωσης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Χρίστου Πετρίδη κ.α. ν Unibrand Secretarial Services Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 54/2016 ημερ. 29/9/25, η οποία αναφέρει ότι «Σκοπός μιας συμπληρωματικής ένορκης δηλώσεως είναι η προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσθετης γραπτής μαρτυρίας, στην ήδη υπάρχουσα.» και στην απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των εταιρειών Warner Trust κ.ά., Πολιτική Αίτηση 45/2021, ημερ. 2/4/21, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο (Δημητριάδου Δ.) είπε τα εξής σχετικά με την Δ.48 Θ.4(2): «Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας, είναι, κατ' αρχάς, τα ακόλουθα: (i) Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων…». Οι πιο πάνω αποφάσεις εκ πρώτης όψεως υποστηρίζουν τη θέση ότι η ύπαρξη αρχικής ένορκης δήλωσης αποτελεί προϋπόθεση για την καταχώριση συμπληρωματικής. Ωστόσο, έχω την άποψη ότι η αυστηρή ερμηνεία της πιο πάνω διατύπωσης, χωρίς συνεκτίμηση των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, θα οδηγούσε σε άρνηση παροχής δικαιοσύνης. Στην παρούσα περίπτωση, η κυρίως αίτηση αφορά την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Οι Αιτητές, ως εδικαιούντο δικονομικά καταχώρισαν την ένσταση τους στις 6.6.2025 χωρίς ένορκη δήλωση. Το να στερηθούν εκ προοιμίου το δικαίωμα να εισαγάγουν μεταγενέστερα στοιχεία (τα οποία, ως ισχυρίζονται, περιήλθαν σε γνώση τους στις 29.8.2025, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της ένστασης) αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν συνοδεύτηκε η αρχική τους ένσταση από ένορκη δήλωση, θα αποτελούσε σχήμα οξύμωρο. Θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο τιμωρεί τη δικονομική συνέπεια και επιβάλλει μια άκαμπτη τυπολατρία εις βάρος της ουσίας. Όπως ορθά επισημάνθηκε στην υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν Ανδρέα Λεωνίδου (πιο πάνω) ο καθοδηγητικός φάρος για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.48 Θ.4(2) είναι να έχει ενώπιον του μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Συνεπώς, η έννοια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά ως προσθήκη μιας ήδη υφιστάμενης δήλωσης του ιδίου προσώπου, αλλά με ευρύτητα, ως η συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού της διαδικασίας, ώστε να μην αποστερηθεί ένας διάδικος το δικαίωμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κρίσιμα νέα γεγονότα που προέκυψαν μεταγενέστερα. Κρίνω συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η απουσία αρχικής ένορκης δήλωσης δεν αποτελεί ανυπέρβλητο κώλυμα, εφόσον αποδειχθεί ότι υφίσταται καλός λόγος για την παρουσίαση της μεταγενέστερης αυτής μαρτυρίας. Εξάλλου, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των εταιρειών Warner Trust κ.ά. (πιο πάνω), στην πιο πάνω Διάταξη δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνο υποδεικνύεται πως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
Για τους λόγους αυτούς, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση στη βάση του πιο πάνω λόγου ένστασης και προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση του κατά πόσον έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για την καταχώρηση της επιχειρούμενης να κατατεθεί ΣΕΔ.
Το περιεχόμενο της επιχειρούμενης να κατατεθεί ΣΕΔ είναι δύο ιατρικές εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από γιατρούς της επιλογής των Καθ’ ων η αίτηση.
Σύμφωνα με τη θέση των αιτητών τα όσα εκτίθενται στις εν λόγω ιατρικές εκθέσεις έχουν συνάφεια με τα όσα ζητούν οι Καθ’ ων η Αίτηση στην κυρίως αίτηση. Συγκεκριμένα, οι αιτητές ισχυρίζονται πως εκ του περιεχομένου των ιατρικών εκθέσεων προκύπτει πως οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν χρειάζονται τις αιτούμενες λεπτομέρειες αφού δεν θα καταληφθούν εξαπίνης στην ακρόαση ως ισχυρίζονται και ούτε χρειάζονται κάτι περαιτέρω για την ακρόαση αφού από τις ιατρικές εκθέσεις προκύπτει ότι η πλευρά τους έχει ήδη καταλήξει στα ιατρικά συμπεράσματα της. Συγκεκριμένα, ως ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση : «Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω ιατρική γνωμάτευση περιέχονται στοιχεία που κατά τη γνώμη των συνηγόρων των Εναγόντων καταδεικνύουν πως οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν θα καταληφθούν εξαπίνης -ως ισχυρίζονται- και πως δεν χρειάζονται περαιτέρω εξειδίκευση για σκοπούς προετοιμασίας της υπόθεσης τους». Τα εν λόγω γεγονότα έχουν κατά τη θέση τους προκύψει μετά την καταχώρηση της ένστασης τους και συναρτώνται άμεσα με τα υπό κρίση ζητήματα αφού μόνο με αυτά το Δικαστήριο έχει πλήρη και σφαιρική εικόνα την οποία θα συνεκτιμήσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας περί της αναγκαιότητας ή μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων της κυρίως αίτησης.
Είναι νομολογημένο ότι αξιώσεις που βασίζονται πάνω σε αμέλεια πρέπει να περιέχουν πλήρεις λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Koulias v. Polydorides and Others (1969) 1 C.L.R. 616 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής: «It is well settled that it is not enough for the plaintiff in his statement of claim to allege merely that the defendant acted negligently and thereby caused him damage; he must also set out facts which show that the alleged negligence was a breach of a duty which the defendant owed to the plaintiff. The statement of claim "ought to state the facts upon which the supposed duty is founded, and the duty to the plaintiff with the breach of which the defendant is charged." (Per Willes, J. in Gautret v. Egerton [1867] L.R. 2 C.P. 371, cited with approval in West Rand Central Gold Mining Co. v. R. [1905] 2 K.B. 391). There should follow an allegation of the precise breach of that duty, of which the plaintiff complains; in other words, particulars must always be given in the pleading, showing in what respect the defendant was negligent; and lastly, the details of the damage sustained. (See Bullen and Leake on Precedents of Pleadings, eleventh edition, page 533). This is exactly the position in Cyprus, as laid down in the decided cases. » Σε αυτό το πλαίσιο είναι που θα εξεταστεί η αίτηση των αιτητών για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Με το πιο πάνω υπόβαθρο λοιπόν, θα εξεταστεί η ικανοποίηση του καλού λόγου.
Ως προκαταρκτικό σχόλιο θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει εμφανώς στη βάση της ένορκης δήλωσης των αιτητών στην υπό κρίση αίτηση, στις επιχειρούμενες να κατατεθούν γνωματεύσεις περιέχονται στοιχεία που καταδεικνύουν πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αχρείαστες, χωρίς αναφορά σε ποια συγκεκριμένα στοιχεία αναφέρονται οι αιτητές. Οι εν λόγω εκθέσεις είναι πολυσέλιδες, και στην απουσία της πιο πάνω εξειδίκευσης τα σχετικά με την αίτηση γεγονότα δεν δύναται να απομονωθούν και ή συσχετιστούν με το αντικείμενο της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Απέτυχαν συνεπώς οι αιτητές να συναρτήσουν την ΣΕΔ τους με όσα θα μπορούσε να θεωρηθούν αναγκαία για δίκαιη απόφανση επι των επίδικων θεμάτων στην αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η γενική αναφορά στην ένορκη δήλωση των αιτητών στη συνάφεια της ΣΕΔ με τα επίδικα θέματα, όπως και στην απόφαση στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ν.Μ. εκ Λευκωσίας, Πολιτική Αίτηση αρ.124/2022, ημερ. 12/12/22, ECLI:CY:AD:2022:D478 «δεν είναι ικανοποιητική για να διαρθρώσει λελογισμένως και αντικειμενικώς την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έγκριση της αίτησης».
Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω λεχθέντα αδυνατώ να δω με ποιο τρόπο οι αναφορές στις εν λόγω ιατρικές εκθέσεις μπορούν να συσχετιστούν με την αίτηση για παροχή λεπτομερειών. Η ύπαρξη ιατρικών γνωματεύσεων, οι οποίες αποτελούν μαρτυρικό υλικό προς απόδειξη ισχυρισμών, δεν δύναται να θεραπεύσει ή να υποκαταστήσει τυχόν ελλείψεις στη δικογράφηση, ούτε απαλλάσσει τους Αιτητές από την υποχρέωση να εξειδικεύσουν τις δικές τους θέσεις. Το αντικείμενο της κυρίως αίτησης είναι η αποσαφήνιση των επίδικων θεμάτων μέσω των δικογράφων και όχι η πρόωρη αποκάλυψη ή αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι λεπτομέρειες αμέλειας που επιζητούνται από τους Εναγόμενους δεν μπορούν να αναζητηθούν στις εν λόγω εκθέσεις αλλά θα πρέπει να καθοριστούν από τους ίδιους τους Ενάγοντες στα δικόγραφα τους. Στην ουσία λοιπόν δεν είναι επιτρεπτό να επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας, από τους Ενάγοντες προς συμπλήρωση των δικογραφημένων ισχυρισμών τους. Κατ’ επέκταση το εν λόγω εγχείρημα είναι, κατά την άποψη μου αχρείαστο.
Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την αίτηση για λεπτομέρειες, θα στηριχθεί αποκλειστικά στο περιεχόμενο των δικογράφων. Συνεπώς, η εισαγωγή των Ιατρικών Γνωματεύσεων στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο κρίνεται αλυσιτελής και δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας.
Στη βάση των πιο πάνω δεν διαφαίνεται η σχετικότητα της επιχειρούμενης να εισαχθεί μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και κατ’ επέκταση ούτε και η χρησιμότητα της ή η αναγκαιότητα παρουσίασης της μέσω ΣΕΔ.
Καταληκτικά, θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του όλα τα απαραίτητα στοιχεία και γεγονότα προς εξέταση της αίτησης που εκκρεμεί.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα.
Στη βάση των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.
(Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΧΨ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο