Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Light Maritime S.A., Αρ. Απαίτησης: 1071/2025, 24/7/2026
print
Τίτλος:
Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Light Maritime S.A., Αρ. Απαίτησης: 1071/2025, 24/7/2026

Κλίμακα Εξόδων: € 50,000 – € 100,000

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 1071/2025

(i-Justice)

Μεταξύ:-

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας

Ενάγοντας

και

Light Maritime S.A.

Εναγόμενη

Αίτηση ημερ. 26/02/2026 για συνοπτική απόφαση

 

Ημερομηνία: 24/07/2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα/ Αιτητή: κ. Κυριάκος Καρατσής

 

Για την Εναγόμενη/ Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Ειρήνη Πελοπίδα για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

 

Ενδιάμεση Απόφαση

 

Με την παρούσα αίτηση, ο Ενάγοντας/ Αιτητής («Ενάγοντας») εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης στην παρούσα Απαίτηση εναντίον της Εναγομένης/ Καθ’ ης η Αίτηση («Εναγόμενη») για το ποσό των € 85.500 («Αίτηση»). Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κ. Αναστασίας Γεωργαράκη, Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών και Προϊστάμενης του Επαρχιακού Γραφείου Λάρνακας – Αμμοχώστου του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου («ΕΔ Γεωργαράκη») και την ένορκη δήλωση του κ. Ηρόδοτου Παλπάνη, Επιθεωρητή πλοίων στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας.

 

Η Εναγόμενη καταχώρισε στις 25/05/2026 ένσταση, με την οποία εισηγείται ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Αναφορά στους λόγους ένστασης θα γίνει στη συνέχεια. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Αχιλλέως, διευθυντή της Εναγομένης («ΕΔ Αχιλλέως»).

 

Α.   Γεγονότα παρούσας υπόθεσης

 

Τα γεγονότα προς εξέταση στην παρούσα Απαίτηση είναι απλά και συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

      i.        Ο Ενάγοντας ήγειρε την παρούσα Απαίτηση υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει του Άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960.

 

    ii.        Η Εναγόμενη αποτελεί πλοιοκτήτρια εταιρεία, η οποία εδρεύει στη Μανίλα των Φιλιππινών και διατηρεί γραφείο στη Λεμεσό.

 

   iii.        Στις 12/06/2024, πραγματοποιήθηκε από επιθεωρητές πλοίων του Υφυπουργείου Ναυτιλίας, επιθεώρηση ποιότητας καυσίμων ως προς την περιεκτικότητα τους σε θείο στο πλοίο GINGO (Αρ. εγγραφής: ΙΜΟ 9182710, Διεθνές Διακριτικό Σήμα: 5LHJ6), το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στο αγκυροβόλιο Λεμεσού και το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο τύγχανε διαχείρισης από την Εναγόμενη και/ή ήταν πλοιοκτησίας της («το Πλοίο»).

 

   iv.        Κατά την επιθεώρηση, διαπιστώθηκε ότι το Πλοίο χρησιμοποιούσε καύσιμα εκτός των προδιαγραφών που καθορίστηκαν από το περί της Περιεκτικότητας των Καυσίμων Πλοίων σε Θείο Διάταγμα του 2015, E.E. Παρ.ΙΙΙ(1), Αρ. 4861, Σελ. 596, ημερ. 27/3/2015 Κ.Δ.Π. 103/2015 («Διάταγμα»), το οποίο εκδόθηκε από τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας («Υπουργός») δυνάμει του άρθρου 16 του περί Προδιαγραφών Πετρελαιοειδών και Καυσίμων Νόμου του 2003, Ν. 148(I)/2003, ως αντικαταστάθηκε από τον περί Προδιαγραφών, Κριτηρίων Αειφορίας και Μείωσης των Εκπομπών των Καυσίμων Νόμο του 2022, Ν. 106(Ι)/2022 («Νόμος»).

 

    v.        Συγκεκριμένα, από την επιθεώρηση διαφάνηκε ότι οι ηλεκτρογεννήτριες του Πλοίου εξακολουθούσαν να καταναλώνουν καύσιμο τύπου Μαζούτ, του οποίου η περιεκτικότητα σε θείο ανερχόταν σε ποσοστό 0,48% κατά μάζα και επομένως, ότι το πλοίο παρέλειψε να εφαρμόσει τη διαδικασία αλλαγής καυσίμου (change over) από καύσιμο με ψηλή περιεκτικότητα σε θείο σε καύσιμο με περιεκτικότητα σε θείο μέχρι 0,10% κατά μάζα ή χαμηλότερη.

 

   vi.        Ακολούθησε η αποστολή επιστολής του Πλοιάρχου και του Α’ Μηχανικού του Πλοίου προς τους επιθεωρητές πλοίων του Υφυπουργείου Ναυτιλίας ημερ. 12/06/2024. Με την εν λόγω επιστολή, Τεκμ. 1 στην ΕΔ Γεωργαράκη, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«PLEASE BE INFORMED THAT LIBERIAN FLAGGED VESSEL M/V GINGO, UNDER MY COMMAND WHICH IS NOW ANCHORED AT LIMASSOL ANCHORAGE AT 2300 LT 11TH JUNE 2024 FOR THE REPLENISHMENT OF BUNKER IS FAILED TO CHANGE OVER THE CONSUMPTION OF HER FUEL FROM VERY LOW SULFUR FUEL OIL (VLSFO) (0.48% SULFUR CONTENT), TO LOW SULFUR MARINE GAS OIL (LSMGO) SINCE YESTERDAY 11TH JUNE 1200H UNTIL TODAY 12TH JUNE 1300H.

 

THAT FROM 1300H TODAY 12TH OF JUNE 2024, THE VESSEL IS CONSUMING LSMGO UNTIL DEPARTURE FROM LIMASSOL TERRITORIAL WATERS.

 

APOLOGIES FOR THE PROBLEM CAUSED, FOR THE REASON THAT WE ARE NOT AWARE THAT CYPRUS IS PART OF EUROPEAN UNION.»

 

  vii.        Ακολούθως, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16/06/2024 (Τεκμ. 2 ΕΔ Γεωργαράκη), το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας («Υπουργείο») ζήτησε από τον Πλοίαρχο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου, όπως παράσχει στους επιθεωρητές έγγραφο στο οποίο να εκτίθενται οι λόγοι για τη χρήση καυσίμου που δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προδιαγραφές, εντός 2 ημερών.

 

 viii.        Στις 15/07/2024, λειτουργός του Υπουργείου απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Πλοίαρχο, Διαχειριστές και Πράκτορα του Πλοίου, με το οποίο τους κοινοποιούσε την απόφαση του Αρχιεπιθεωρητή/ Διευθυντή της Υπηρεσίας Ενέργειας της Κυπριακής Δημοκρατίας για την επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους €90.000 προς την Εναγόμενη, για την πιο πάνω παραβίαση του Διατάγματος, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 39 του Νόμου (Τεκμ. 3 ΕΔ Γεωργαράκη). Με την εν λόγω επιστολή, η Εναγόμενη καλείτο όπως καταβάλει το πρόστιμο εντός 7 ημερών.

 

   ix.        Στις 19/07/2024, η Εναγόμενη στην παρούσα Απαίτηση απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Υπουργείο, στο οποίο επισύναψε Ιεραρχική Προσφυγή κατά της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου (Τεκμ. 4 ΕΔ Γεωργαράκη).

 

    x.        Στις 22/07/2024, η κ. Γεωργαράκη, εκ μέρους του Αρχιεπιθεωρητή, απέστειλε στην Εναγόμενη επιστολή με την οποία την καλούσε όπως καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο, καθώς η καταχώριση της ιεραρχικής προσφυγής δεν ανέστελλε την εκτέλεση της απόφασης για την επιβολή διοικητικού προστίμου (Τεκμ. 5 ΕΔ Γεωργαράκη).

 

   xi.        Ακολούθησε αλληλογραφία σε σχέση με αίτημα που υπέβαλε η Εναγόμενη για παράταση της προθεσμίας καταβολής του διοικητικού προστίμου, η οποία είναι άσχετη με τα επίδικα ζητήματα και στην οποία, επομένως, δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια.

 

  xii.        Στις 13/09/2024, ο Υπουργός απέστειλε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση της Εναγομένης την απόφασή του επί της Ιεραρχικής Προσφυγής. Με την εν λόγω απόφαση ο Υπουργός επικύρωσε την απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου στην Εναγόμενη, ωστόσο μείωσε το ύψος του διοικητικού προστίμου από € 90.000 σε € 85.500 (Τεκμ. 9 ΕΔ Γεωργαράκη).

 

 xiii.        Στις 09/12/2024, η Εναγόμενη καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αριθμό 1626/2024 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου, με σκοπό την ακύρωση της απόφασης του Υπουργού ημερ. 13/09/2024 (Τεκμ. 3 ΕΔ Αχιλλέως).

 

xiv.        Η εν λόγω προσφυγή εκκρεμεί μέχρι σήμερα.

 

Όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι παραδεκτά.

 

Στην παρ. 17 της ΕΔ Αχιλλέως αναφέρεται ότι «…εγείρονται σοβαρά θέματα προς εκδίκαση ενώ υπάρχουν πολλά και διάφορα αμφισβητούμενα γεγονότα.» Εντούτοις, διαπιστώνω ότι δεν αναφέρονται οποιαδήποτε σχετικά γεγονότα στην ένορκη δήλωση του κ. Αχιλλέως, πέραν αυτών που έχω παραθέσει πιο πάνω και τα οποία είναι παραδεκτά.

 

Σημειώνω ότι η θέση που προβάλλεται από τον κ. Αχιλλέως είναι ότι εν τέλει δεν υπήρξε καμία παραβίαση του Διατάγματος και επομένως, εσφαλμένα επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο. Ως αναφέρεται στις παρ. 8 – 9 της ΕΔ Αχιλλέως:

 

«8. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, λόγω του ότι πλοία μεγέθους Capesize όπως το πλοίο «GINGO» δεν ελλιμενίζονται σε κυπριακά λιμάνια, οι καπετάνιοι τέτοιου τύπου πλοίων, δεν είναι εξοικειωμένοι με τους τοπικούς κανονισμούς και τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις, γεγονός που σε συνδυασμό με τη χρήση διαφορετικής γλώσσας δεν βοήθησε στη συνεννόηση του καπετάνιου με τον επιθεωρητή πλοίων του Υφυπουργείου Ναυτιλίας. Ο καπετάνιος νόμιζε ότι κατηγορείτο, ότι κατά τον ελλιμενισμό του πλοίου στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν άλλαξε τα πετρέλαια καύσης της μηχανής του από μαζούτ (VLSFO) σε MGO, όπως γίνεται στην Ευρώπη (SECA areas) και δικαιολογήθηκε επικαλούμενος άγνοια εφαρμογής της συγκεκριμένης νομοθεσίας στην Κύπρο. Επισημαίνεται ότι είχε γίνει αλλαγή Πλοιάρχου στις 20.4.24, δηλαδή ημερομηνία μεταγενέστερη της πετρέλευσης. Επίσης, κατά την ημέρα της επιθεώρησης έγινε αλλαγή πρώτου μηχανικού, με εύκολα κατανοητό αποτέλεσμα τη μη ενασχόληση αυτού με τη διαδικασία της επιθεώρησης.

 

9. Υφίσταται BDN (απόδειξη παραλαβής καυσίμων) με ημερομηνία 27.2.24 που αποδεικνύει την ύπαρξη HSFO κατά την κρίσιμη ημερομηνία, με περιεκτικότητα σε θείο 0,1%. Αυτό ήταν το καύσιμο που χρησιμοποιούνταν από τη μηχανή σε λειτουργία και αν είχε γίνει δειγματοληψία ή μέτρηση ή έλεγχος αυτό θα αποδεικνυόταν. Οι αποδείξεις παραλαβής καυσίμων που επιδείχθηκαν στους επιθεωρητές από τον Πλοίαρχο, πιθανώς, δεν περιλάμβαναν την παραπάνω αναφερόμενη με ημερομηνία 27.2.24, η οποία θα δημιουργούσε ένδειξη για τη διαθεσιμότητα HSFO με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο, τέτοια που να εξηγεί ότι δεν χρειαζόταν να γίνει αλλαγή πετρελαίου στη μηχανή.»

 

Ο κ. Παλπάνης αναφέρει ότι για σκοπούς διαπίστωσης παράβασης και επιβολής διοικητικού προστίμου τα πιο πάνω γεγονότα είναι άσχετα.

 

Εν πάση περιπτώσει, θα αναφερθώ στη σημασία των πιο πάνω θέσεων στην ΕΔ Αχιλλέως στη συνέχεια.

 

Β.   Νομικές Αρχές

 

Όπως προκύπτει από το Μέρος 24.2 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας του 2023, συνοπτική απόφαση εκδίδεται όταν συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

 

«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

 

(α)       κρίνει ότι:

 

…………………………………………………………………………………………………..

 

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

 

(β)       δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Τα κριτήρια για έκδοση συνοπτικής απόφασης συνοψίσθηκαν σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου,       Γεώργιος Διογένους κ.ά. v. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, ημερ. 11/02/2026 και Χαράλαμπος Παναγή κ.ά. v. Άντρια Γεωργίου, Πολιτική Έφεση Αρ. E26/2025, ημερ. 27/03/2026.

 

Όπως λέχθηκε στη Διογένους (ανωτέρω):

 

«…είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.» (υπογράμμιση δική μου)

 

Όπως λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση με αναφορά σε σχετική Αγγλική νομολογία, οι αρχές που θα πρέπει να ακολουθεί το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για συνοπτική απόφαση είναι οι εξής:

 

«1.    Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).

 

2.    Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

 

3.    Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

 

4.    Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).

 

5.    Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

 

6.    Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

 

7.    Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

…………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………..

Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»

 

Κάποια παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της πιο πάνω φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» δίδονται στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 841 παρ. 24.2.4 υπό τον τίτλο "no other compelling reason (for) a trial".

 

Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση  Bouygues (UK) Ltd v. Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της αιτήτριας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση.»

 

Σε σχέση με το βάρος απόδειξης, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. ………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………..

Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας. ……………………………………………………………………………………

…………………………………………………………………………………………………..

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη(υπογράμμιση δική μου)

 

Γ.    Εφαρμογή νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης

 

Θεωρώ την παρούσα υπόθεση ξεκάθαρη, καθ’ ότι αφορά την είσπραξη διοικητικού προστίμου. Η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί ότι έχει επιβληθεί το διοικητικό πρόστιμο, πλην όμως αναφέρει ότι η απόφαση για επιβολή του διοικητικού προστίμου έχει προσβληθεί με προσφυγή, της οποίας δεν έχει ολοκληρωθεί η εκδίκαση.

 

Σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται ότι η επιβολή του επιδίκου προστίμου από το Υπουργείο συνιστά διοικητική πράξη, η οποία προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Εξάλλου, το γεγονός αυτό προκύπτει και από το Άρθρο 39 του Νόμου, το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«Διοικητικό πρόστιμο για χρήση εκτός προδιαγραφών καυσίμων πλοίων

 

39.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 36, εφόσον διαπιστώνεται ότι χρησιμοποιούνται από πλοίο καύσιμα πλοίων για καύση των οποίων η περιεκτικότητα σε θείο υπερβαίνει την εκάστοτε καθοριζόμενη από Διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο Αρχιεπιθεωρητής επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο, ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, ύψους έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ (€200.000), όπως καθορίζεται στο Παράρτημα VI, αφού ακούσει ή παράσχει την ευκαιρία στον παραβάτη ή εκπρόσωπό του να ακουστεί προφορικά ή/και γραπτά.»

 

Όπως προκύπτει περαιτέρω από το Άρθρο 39(4) του Νόμου, το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται «εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία».

 

Στο Άρθρο 40 του Νόμου προνοείται ότι η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.

 

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στα εδάφια (2) και (3) του Άρθρου 45 του Νόμου:

 

«(2) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, να το καταβάλει στο Υπουργείο, ο Αρχιεπιθεωρητής λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

 

(3) Η διαδικασία είσπραξης προστίμου δεν αναστέλλεται από οποιαδήποτε παράλληλη διαδικασία η οποία εγείρεται από ή κατά της αρμόδιας αρχής και/ή του Αρχιεπιθεωρητή και/ή του Υπουργού

 

Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι η παρούσα Απαίτηση ορθά ηγέρθη από τον Γενικό Εισαγγελέα, κατά τα διαλαμβανόμενα του Άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960.

 

Κρίνω ότι οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου είναι ξεκάθαρες και δεν αφήνουν περιθώριο οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας.

 

Το διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε κατέστη αμέσως πληρωτέο και δεν ανεστάλη η διαδικασία είσπραξής του για το λόγο ότι καταχωρίστηκε προσφυγή. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν προκύπτει ότι η ισχύς της διοικητικής απόφασης ανεστάλη από το Διοικητικό Δικαστήριο.

 

Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα και στη νομολογία. Μια διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη μέχρις ότου ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο και είναι εκτελεστή μέχρις ότου η ισχύς της ανασταλεί, κατόπιν σχετικής διαδικασίας για έκδοση σχετικού ενδιάμεσου διατάγματος από το Διοικητικό Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2010) 1 ΑΑΔ 1079:

 

«Περαιτέρω, είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το Τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο της νομιμότητας είναι απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους αφού οι πράξεις των διαφόρων διοικητικών οργάνων του αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της λειτουργίας του.

 

Για τα πιο πάνω παραπέμπω και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1(A) A.A.Δ. 408 (ανωτέρω).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταχώρηση και μόνο της προσφυγής χωρίς διαδικασία αναστολής της ισχύος της διοικητικής πράξης με σχετικό διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αναστέλλει βεβαίως την ισχύ της ούτε και αίρει το Τεκμήριο της νομιμότητας.

 

Στην παρούσα περίπτωση η προσφυγή βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, δεν υπάρχει όπως έχει ήδη αναφερθεί διάταγμα για αναστολή της ισχύος της και με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω τεκμαίρεται νόμιμη και παράγει άμεσα αποτελέσματα.»

 

…………………………………………………………………………………………………..

 

……………………Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» ...» (υπογράμμιση δική μου)

 

Περαιτέρω, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια αγωγής για είσπραξη του διοικητικού προστίμου ως αστικού χρέους δεν είναι το καθ’ ύλην αρμόδιο να εξετάσει τους λόγους οι οποίοι προβάλλονται στην προσφυγή για ακύρωση του διοικητικού προστίμου. Στην Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2010) 1 ΑΑΔ 1079 επικυρώθηκε η πιο κάτω προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή στην αίτηση για συνοπτική απόφαση:

 

«Στη σελίδα 9 της εκκαλούμενης απόφασης στην Εφεση Aρ. 3/08, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει:-

 

«Ο βασικός λόγος ένστασης που προωθεί η Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση, δηλαδή η ουσία της υπεράσπισης τους στην παρούσα αγωγή, εξ όσων αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγομένης η υπεράσπιση της αφορά αυτή καθ' εαυτή την έκδοση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου από την Ενάγουσα. Η απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και η οποία προσβάλλεται με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Αρθρο 146 του Συντάγματος το οποίο έχει και αποκλειστική δικαιοδοσία να το εξετάσει. Εξ ου και η Εναγόμενη ορθά, εφόσον διαφωνεί με την εγκυρότητα της πράξης αυτής, την έχει προσβάλει με την καταχώρηση της Προσφυγής Aρ. 170/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

To Ανώτατο Δικαστήριο ως το μόνο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την εν λόγω προσφυγή είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει, πάντοτε στα πλαίσια της προσφυγής, τους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη στην παρούσα περίπτωση ως υπεράσπιση, δηλαδή η σύνθεση του διοικητικού οργάνου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε, το κατά πόσο είχαν ευκαιρία οι Εναγόμενοι να ακουστούν, ως και η συνταγματικότητα του νόμου με βάση τον οποίο επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο. Είναι δε ξεκάθαρο ότι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο.» (υπογράμμιση δική μου)

 

Διαπιστώνω ότι οι θέσεις της Εναγομένης, οι οποίες αναφέρονται στην ΕΔ Αχιλλέως, καθώς και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στις αγορεύσεις της αφορούν λόγους για τους οποίους η διοικητική πράξη θα πρέπει να ακυρωθεί. Οι λόγοι ακύρωσης μιας διοικητικής πράξης εμπίπτουν, ωστόσο, στη σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου και το Δικαστήριο δεν είναι το καθ’ ύλην αρμόδιο να τους εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας Απαίτησης. Συνεπακόλουθα, οι λόγοι ακύρωσης της διοικητικής πράξης είναι άσχετοι με τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα Απαίτηση και δεν στοιχειοθετούν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της Εναγομένης στην Απαίτηση. 

 

Με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε διαπιστώνω τα εξής:

 

      i.        Το διοικητικό πρόστιμο, το οποίο επιβλήθηκε από το Υπουργείο δεν έχει ακυρωθεί μέχρι σήμερα. Η ισχύς της σχετικής διοικητικής απόφασης δεν έχει ανασταλεί από το Διοικητικό Δικαστήριο και επομένως, είναι άμεσα πληρωτέο και απαιτητό.

 

    ii.        Από τα επισυνημμένα τεκμήρια και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ενώπιον μου, καθώς και με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας έχει ρεαλιστική αξίωση για τη διεκδίκηση του ποσού των € 85.500.

 

   iii.        Η αξίωση του Ενάγοντα, ως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τα επισυνημμένα τεκμήρια ικανοποιεί τον απαιτούμενο βαθμό πειστικότητας.

 

   iv.        Από τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, έχω πεισθεί ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για σκοπούς ορθής επίλυσης του ζητήματος βρίσκονται ενώπιόν μου.

 

    v.        Θεωρώ ότι η Εναγόμενη δεν έχει καμία προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση εναντίον της, με δεδομένο ότι η διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη και είναι εκτελεστή. Όπως προανέφερα, οι θέσεις που προβάλλονται οι οποίες αφορούν τους λόγους ακύρωσης της διοικητικής πράξης και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Απαίτησης.

 

   vi.        Δεν θεωρώ ότι στη δίκη υπάρχει το ενδεχόμενο να είναι διαθέσιμα άλλα στοιχεία, τα οποία να διαφοροποιούν την κατάληξή μου.

 

  vii.        Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος, επιτακτικός λόγος για τον οποίο η απαίτηση θα πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση.

 

Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι τη θέση ότι ο Ενάγοντας παραβίασε το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, καθ’ ότι δεν υπάρχει τέτοιο καθήκον σε αιτήσεις δια κλήσεως, όπως η παρούσα.

 

Περαιτέρω, δεν θεωρώ τον ισχυρισμό που προβάλλεται περί παραβίασης του Άρθρου 30 του Συντάγματος βάσιμο για τον εξής λόγο: Η έκδοση συνοπτικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση δεν θα παραβιάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις πρόνοιες του δικαιώματος της Εναγομένης σε δίκαιη δίκη, καθώς τα σχετικά γεγονότα για να αποφασιστούν τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα Απαίτηση είναι αδιαμφισβήτητα, η υπόθεση του Ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και δεν προκύπτει εν προκειμένω οποιαδήποτε ανάγκη για διεξαγωγή δίκης. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει τεθεί από την Εναγόμενη οποιαδήποτε επεξήγηση γιατί θα παραβιαστεί το Άρθρο 30 του Συντάγματος στην προκειμένη περίπτωση, αφ’ ης στιγμής της δόθηκε η δυνατότητα να εγείρει ένσταση και να παρουσιάσει ένορκη μαρτυρία προς υποστήριξη της Υπεράσπισής της. Όπως λέχθηκε σχετικά στην πρόσφατη απόφαση Γεώργιος Ρολόγης κ.ά. ν Monika Terzian κ.ά., Αρ. Αγωγής: 1104/2025, ημερ. 02/04/2026:

 

«Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο δεν συνεπάγεται δικαίωμα σε κανονική δίκη, χωρίς ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και χωρίς άλλο επιτακτικό λόγο. Εξ άλλου, δικαίωμα σε δίκαιη αντιμετώπιση στο Δικαστήριο διαθέτουν και οι αντίδικοι.

 

Συνιστά πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με δίκαιο τρόπο και αναλογικό κόστος. Το καθήκον αυτό περιλαμβάνει τον ταχύ και αποτελεσματικό χειρισμό κάθε υπόθεσης και τη δίκαιη κατανομή των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του Μέρους 24.2 είναι, ουσιαστικά, ένα εργαλείο για την αποτελεσματική προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού των δικονομικών κανόνων. Η αποτελεσματική διαχείριση των υποθέσεων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη.»

 

Συνεπακόλουθα, εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των € 85.500.

 

Περαιτέρω, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης. Αναφορικά με το ύψος των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, αντικείμενο και πορεία εκδίκασης της Αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €1.500 πλέον ΦΠΑ.

 

(Υπ.) ………………………….

Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο