ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Γενική Αίτηση/Έφεση: 217/2020
Σε ότι αφορά τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως τροποποιήθηκε και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς
Και
Ειδοποίησης Έφεσης στην Διαφορά
Μεταξύ:
Λουκίας Χριστοφόρου
Αιτήτριας/Εφεσείουσας,
Και
Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ (πρώην Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού ΛΤΔ)
Καθ’ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης.
Ημερομηνία: 6 Ιουλίου, 2026
Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα:
κ. Χ. Παρασκευάς για Χρίστος Παρασκευάς ΔΕΠΕ
Για την Καθ’ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη:
κ. Μ.Λουκά για Χριστάκης Λουκά & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση ημερ.28/9/20 (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Έφεση»), η Εφεσείουσα προσβάλλει ολόκληρη τη διαιτητική απόφαση του Διαιτητή Λοϊζου Σωτηρίου (στο εξής ο «Διαιτητής»), ημερομηνίας 19/6/12, που εκδόθηκε υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ και εναντίον της, για το ποσό των €18.950,45σ πλέον τόκους, την εκποίηση της Υποθήκης υπ’ αριθμόν Υ1XX77/20X7 και έξοδα, και η οποία επισυνάπτεται στην Έφεση της ως Παράρτημα 1 (στο εξής η «Διαιτητική Απόφαση»).
2. Οι λόγοι Έφεσης συνοψίζονται ως ακολούθως: α) Η Εφεσείουσα δεν ειδοποιήθηκε ως προς την διαδικασία της Διαιτησίας, ώστε να δύναται να συμμετάσχει και να προβάλεις την υπεράσπιση και/ή θέσεις της, με αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα δικαιώματα ακρόασης της και οι κανόνες φυσικές δικαιοσύνης, β) Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαιτησίας, δεν τηρούνταν πρακτικά από τον Διαιτητή, που αποτελεί λανθασμένο χειρισμό εκ μέρους του Διαιτητή αλλά και σοβαρή παρατυπία, γ) Η Διαιτητική Απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας, δ) Το επιδικασθέν ποσό που αποφάσισε ο Διαιτητής είναι προϊόν υπερχρεώσεων και/ή εφαρμογής λανθασμένου τόκου και/ή επιτοκίου και/ή ο Διαιτητής άσκησε λανθασμένα τα καθήκοντα του σε σχέση με το επιδικασθέν ποσό και το επιτόκιο, ε) Η Διαιτητική Απόφαση είναι παράτυπη, στ) Ο Διαιτητής στην Διαιτητική Απόφαση, παρανόμως διέταξε την εκποίηση της υποθήκης και/ή του ενυπόθηκου ακινήτου στο οποίο η Εφεσείουσα, ως ιδιοκτήτρια, ήταν ενυπόθηκος οφειλέτιδα, και εκδίδοντας το εν λόγω διάταγμα ο Διαιτητής, υπερέβη τις εξουσίες του και νοσφίστηκε εξουσία την οποία δεν έχει και ενήργησε κατά παράβαση της Νομοθεσίας, ζ) Ο Διαιτητής ενήργησε λανθασμένα και εκτός των ορίων των αρχών της δίκαιης δίκης, της ισότητας των όπλων των διαδίκων, της ισονομίας αλλά και τίθεται σοβαρό ζήτημα αντικειμενικής μεροληψίας του Διαιτητή υπέρ της Εφεσίβλητης, η) Ο Διαιτητής επέδειξε λανθασμένο χειρισμό και/ή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε λανθασμένα την υπόθεση και θ) Η συμφωνία υποθήκης εκ μέρους τρίτου που υπογράφηκε από την Εφεσείουσα και σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση εναντίον της είναι παράνομη και κατέστη άκυρη αφού η υπογραφή της συμφωνίας εκ μέρους της έγινε χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση και συναίνεση της και κατόπιν αθέμιτου επηρεασμού και ψυχικής πίεσης που εξάσκησε ο πατέρας της/πρωτοφειλέτης.
3. Η Έφεση εδράζεται, μεταξύ άλλων, επί του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ως τροποποιήθηκε, άρθρα 52(1)-(6) και 53, στα άρθρα 2, 20(1) και (2) και 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου, στο άρθρο 79 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών θεσμών του 1987-2007, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 30 και 152 του Συντάγματος.
4. Προς υποστήριξη της Έφεσης, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της ίδιας της Εφεσείουσας (στο εξής η «Ε/Δ-ΛΧ»). Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Ε/Δ-ΛΧ, στις 5/9/20 δικαστικός επιδότης επικοινώνησε με την Εφεσείουσα με σκοπό την επίδοση αίτησης για την οικονομική εξέταση της καλώντας την να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16/12/20, ο οποίος επιδότης αρχικά μετέβηκε στο πατρικό της στην Λεμεσό. Αφού της παραδόθηκαν την ίδια ημέρα τα έγγραφα, αμέσως επικοινώνησε με τον δικηγόρο της για να ζητήσει νομική συμβουλή τον οποίο και συνάντησε στις 10/9/20 για τον εν λόγω σκοπό. Κατά την εν λόγω συνάντηση διαπιστώθηκε ότι είχαν εκδοθεί εναντίον της και στην απουσία της, η Διαιτητική Απόφαση στις 19/6/12 αλλά και διάταγμα εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης, για σκοπούς εκτέλεσης της, στις 7/11/23 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Οι τελευταίες εκδόθηκαν προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού, την οποία διαδέχθηκε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις η Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία στις 3/9/18 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ.
5. Η Εφεσείουσα αναφέρει ότι ουδέποτε γνώριζε για την έκδοση οποιασδήποτε Διαιτητικής Απόφασης και διατάγματος εγγραφής της εναντίον της, αλλά ούτε και γνώριζε ότι είχαν ξεκινήσει τέτοιες διαδικασίες εναντίον της αφού ουδέποτε πληροφορήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ή έλαβε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο. Η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε ως προς τούτο ήταν από τον δικηγόρο της κατά την προαναφερόμενη συνάντηση.
6. Μετά από σχετική έρευνα του δικηγόρου της στον φάκελο του Δικαστηρίου, και αφού έλαβαν αντίγραφα των σχετικών επιδόσεων, διαπιστώθηκε ότι η αίτηση για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, επιδόθηκε στην αδελφή της Εφεσείουσας, ως συγκάτοικο της, στις 10/8/13, χωρίς να αναφέρεται διεύθυνση επίδοσης, παρά μόνο ότι η επίδοση έγινε στην Λεμεσό. Η Εφεσείουσα αναφέρει ότι, κατόπιν νομικής συμβουλής, προέβηκε στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού και ακύρωσης του διατάγματος εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης.
7. Από την άλλη, η Εφεσείουσα αναφέρει ότι, η επίδοση της Διαιτητικής Απόφασης, διαπιστώθηκε να έγινε στις 27/6/13 στην μητέρα της, και πάλι, ως συγκάτοικος της Εφεσείουσας και χωρίς να αναφέρεται διεύθυνση επίδοσης, παρά μόνο ότι η επίδοση έγινε στην Λεμεσό. Σύμφωνα με την Εφεσείουσα, κατά την εν λόγω περίοδο, και για πολλά έτη προηγουμένως, η ίδια διέμενε με το σύζυγο της σε άλλη οικία στην Λευκωσία ενώ η αδελφή της μέχρι τουλάχιστον το 2012 σπούδαζε και διέμενε μόνιμα στην Ελλάδα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της, επισυνάπτει σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 4, 5α και 5β. Ως αποτέλεσμα, ουδέποτε επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στην Εφεσείουσα και ουδέποτε έλαβε γνώση των σχετικών διαδικασιών, ώστε να συμμετάσχει και να ακουστεί στα πλαίσια αυτών.
8. Περαιτέρω, διαφαίνεται από την Διαιτητική Απόφαση ότι ο Διαιτητής, ενώ ανέφερε ότι οι Καθ’ων η Αίτηση είχαν ειδοποιηθεί κατάλληλα, δεν αιτιολόγησε την εν λόγω διαπίστωση του, γεγονός που συνιστά σοβαρή παρατυπία και κακό χειρισμό και αποτελεί λόγο ακύρωσης της Διαιτητικής Απόφασης. Επίσης, ο Διαιτητής παρανόμως διέταξε την εκποίηση της υποθήκης εφόσον ενήργησε κατ’υπέρβαση των εξουσιών του και η Διαιτητική Απόφαση στερείτο της απαραίτητης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να μη υπάρχει τρόπος ελέγχου και εξέτασης της διαιτητικής διαδικασίας στην περίπτωση καταχώρησης έφεσης. Ο Διαιτητής, σύμφωνα με την Εφεσείουσα παρέκκλινε από ουσιώδεις κανόνες απόδειξης, κάτι που διαφαίνεται και από την επιδίκαση, στο πλαίσιο της Διαιτητικής Απόφασης, ποσοστού επιτοκίου η οποία δεν προνοείτο από τις σχετικές συμφωνίες. Επιπλέον, η Διαιτητική Απόφαση αναφέρεται σε γραμμάτιο ενώ η διαφορά εδράζετο σε σύμβαση δανείου και ο Διαιτητής αποφάσισε λανθασμένα και σε σχέση με το επιδικασθέν ποσό, αφού αυτό προήλθε από υπολογισμού λανθασμένου επιτοκίου αλλά και παράνομων χρεώσεων και/ή ανατοκισμών εκ μέρους των Εφεσίβλητων.
9. Επιπρόσθετα, η Εφεσείουσα επικαλείται ζήτημα αντικειμενικής μεροληψίας του Διαιτητή υπέρ των Εφεσιβλήτων, αφού η διαδικασία διαιτησίας εκδικάστηκε σε οίκημα των Εφεσίβλητων και ο Διαιτητής υπήρξε ανώτερος λειτουργός του Συνεργατισμού, μέρος του οποίου ήταν και οι Εφεσίβλητοι πριν την μετονομασία τους και συνεργάτης των Εφεσίβλητων.
10. Όσο αφορά τη συμφωνία υποθήκης που υπέγραψε, η Εφεσείουσα αναφέρει ότι είναι άκυρη καθ’ότι η υπογραφή της έγινε χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση και συναίνεση της και κατόπιν αθέμιτου επηρεασμού και ψυχικής πίεσης που εξάσκησε ο πατέρας της/πρωτοφειλέτης, για να λάβει ο ίδιος δάνειο, ενώ η ίδια δεν έχει λάβει κανένα ποσό. Οι Εφεσίβλητοι είχαν γνώση των προαναφερόμενων αλλά δεν προέβηκαν σε οιεσδήποτε διαδικασίες για να την προειδοποιήσουν ή να την προστατεύσουν, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους και κατά παράβαση των καθηκόντων επιμέλειας τους.
11. Η Εφεσείουσα, τέλος, αναφέρει ότι δεν είχε καλές σχέσεις με τους γονείς της και ότι εάν ο πατέρας/πρωτοφειλέτης της ήταν παρών κατά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, χωρίς να την ενημερώσει για την έκδοση απόφασης ερήμην της, επιβεβαιώνει την κακοπιστία του απέναντι της. Το ίδιο διαφαίνεται και από το διάταγμα εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης, η οποία εκδόθηκε μόνο εναντίον της Εφεσείουσας και της αδελφής της και η αίτηση εναντίον του πατέρα τους αποσύρθηκε.
12. Η Έφεση της Αιτήτριας προσέκρουσε στην ειδοποίηση ένστασης της Εφεσίβλητης (στο εξής η «Ένσταση»), μέσω της οποία η τελευταία προβάλλει συνολικά 23 λόγους ένστασης, 3 εκ των οποίων αποτελούν προδικαστικές ενστάσεις. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η έφεση είναι εκπρόθεσμη, τόσο με βάση την εκδοχή της Εφεσίβλητης όσο και με βάση αυτής της Εφεσείουσας, 2. Η έφεση πάσχει και/ή εγείρεται αντικανονικά για το λόγο ότι δεν συμπεριλαμβάνεται ως διάδικος ο διαιτητής, 3. Η έφεση είναι καταχρηστική γιατί εκκρεμεί η Γενική/Αίτηση 723/2013 για την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, στο πλαίσιο της οποίας η Αιτήτρια εγείρει ως ένσταση τα ίδια ζητήματα με την παρούσα Έφεση και έχει εκδοθεί απόφαση επί ζητημάτων με αποτέλεσμα να καταστούν δεδικασμένο και να μην δύναται να επανεξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο, 4. Η Έφεση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ανυπόστατη, 5. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι κακόπιστοι, αναληθείς, ανυπόστατοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της, 6. Η Έφεση καταχωρήθηκε με αλλότρια κίνητρα με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης μέσω της Γενικής/Αίτησης 723/3013, 7. Η Εφεσείουσα κλήθηκε και/ή ειδοποιήθηκε νομότυπα να παρουσιαστεί στην διαδικασία διαιτησίας, όπως ορθά αναφέρεται στην απόφαση του Διαιτητή, αλλά παρέλειψε να το πράξει, 8. Η Διαιτητική Απόφαση κοινοποιήθηκε και/ή επιδόθηκε και/ή γνωστοποιήθηκε στην Εφεσείουσα δεόντως, 9. Η διαδικασία διαιτησίας και η έκδοση της διαιτητικής απόφασης ήταν νομότυπη και κανονική και κανένα δικαίωμα της Εφεσείουσας παραβιάστηκε, 10. Ο Διαιτητής δεν επέδειξε κακή συμπεριφορά και ούτε χειρίστηκε κακώς την διαδικασία διαιτησίας αλλά ενήργησε σύμφωνα με τον Νόμο, αμερόληπτα και δίκαια, 11. Η Εφεσίβλητη ενήργησε νομότυπα, κανονικά και καλόπιστα και κανένα καθήκον απέναντι στην Εφεσείουσα παραβίασε, 12. Η Διαιτητική Απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, σαφής, νόμιμη και φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, 13. Η Εφεσείουσα παρέλειψε να εμφανιστεί στην διαδικασία διαιτησίας και ως εκ τούτου δεν δύναται να προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να προβληθούν κατά την εν λόγω διαδικασία, 14. Το επιδικασθέν ποσό και επιτόκιο είναι απόλυτα νόμιμο και ορθό, 15. Ο Διαιτητής νόμιμα και κανονικά διέταξε την εκποίηση της επίδικης υποθήκης και η Εφεσείουσα συναίνεσε, μέσω της υπογραφής του σχετικού εγγράφου στην παραπομπή της σε διαιτησία. Άνευ βλάβης, δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης ολόκληρης της Διαιτητικής Απόφασης, 16. Η Εφεσείουσα υπέγραψε την επίδικη υποθήκη και σύμβαση εγγύησης καθόλα νόμιμα και με ελεύθερη βούληση, αφού έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή και η Εφεσίβλητη δεν είχε καμία γνώση και καμία υποχρέωση να ελέγξει ή να γνωρίζει εάν ο πατέρας της ασκούσε σε αυτή ψυχική πίεση.
13. Η Ένσταση βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, επί των άρθρων 20, 21 και 24 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4), στην Δ.48 κ.1-9 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επί του άρθρου 36 του Ν.14/60, επί των άρθρων 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών.
14. Τα γεγονότα επί της οποία βασίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής η «Ε/Δ-ΒΑ»), η οποία εταιρεία, δυνάμει συμφωνίας με την Εφεσίβλητη, ενεργεί για λογαριασμό της και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της, περιλαμβανομένου του δανείου που αφορά η Έφεση. Στην Ε/Δ-ΒΑ ουσιαστικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης που προωθεί η Εφεσίβλητη και επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών της τελευταίας.
15. Ειδικότερα, σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η Ένσταση, σύμφωνα με την ομνύουσα στην Ε/Δ-ΒΑ, η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στην Εφεσείουσα, μέσω της μητέρας της στις 27/6/13, και ως εκ τούτου η Έφεση είναι εκπρόθεσμη. Ενώ η Διαιτητική Απόφαση ενεγράφη αρχικά εναντίον της Εφεσείουσας δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ.7/11/13, στη συνέχεια το εν λόγω διάταγμα παραμερίστηκε δια της έκδοσης της απόφασης ημερ.30/6/21 στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού ημερ.28/9/20 που καταχώρησε η Εφεσείουσα. Ακόμη και να κριθεί ότι δεν έλαβε γνώση η Εφεσείουσα της Διαιτητική Απόφασης με την επίδοση που έγινε στην μητέρα της, έλαβε γνώση όταν επιδόθηκε η αίτηση για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στην αδελφή της Εφεσείουσας, ζήτημα που, σύμφωνα με την ομνύουσα, εξετάστηκε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης από το Δικαστήριο και αποτελεί δεδικασμένο, εφόσον η σχετική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και με βάση την εκδοχή της Εφεσείουσας, ότι έλαβε γνώση της Διαιτητικής Απόφασης στις 5/9/2020, η Έφεση είναι εκπρόθεσμη αφού καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 21 ημερών.
16. Η ενόρκως δηλούσα παραδέχεται την επίδοση της αίτησης έρευνας στην Εφεσείουσα στις 5/9/20 και την ιδιότητα της Εφεσίβλητης στο πλαίσιο της υπό εξέταση Έφεσης, ως διάδοχος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού. Ως προς την επίδοση στην Εφεσείουσα της ειδοποίησης για παραπομπή σε διαιτησία, αναφέρει ότι αυτή επιδόθηκε στην μητέρα της τελευταίας στις 6/6/12 και ότι η Εφεσείουσα γνώριζε πολύ καλά ότι είχαν αρχίσει διαδικασίες διαιτησίας εναντίον της. Ενώ η ομνύουσα παραδέχεται ότι η επίδοση της αίτησης για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης έγινε στην αδελφή της Εφεσείουσας και αναφέρει ότι αυτή ήτο και η τελευταία γνωστή διέυθυνση της την οποία η ίδια είχε δηλώσει στην σύμβαση εγγύησης και υποθήκης που υπέγραψε. Κατόπιν επικοινωνίας των δικηγόρων τους με τον επιδότη, ο τελευταίος δεν θυμόταν ακριβείς λεπτομέρειες αλλά τόνισε ότι εφάρμοσε την δέουσα πρακτική. Κατά τις επιδόσεις στην μητέρα και αδελφή της Εφεσείουσας, ουδέποτε δηλώθηκε ότι δεν διαμένει στην προαναφερόμενη διεύθυνση, παρά μόνο κατά την επίδοση της αίτησης έρευνας. Περαιτέρω, επιτηδευμένα η Εφεσείουσα παραλείπει να αναφέρει κατά πόσο η μητέρα και αδελφή της την ενημέρωσαν για τις υπό κρίση επιδόσεις.
17. Σε σχέση με την ίδια την Διαιτητική Απόφαση, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι ενώ προνοείτο στη σύμβαση δανείου επιτόκιο προς 5.30%, αυτό ήταν κυμαινόμενο με δικαίωμα της Εφεσίβλητης στην μεταβολή του και αυξήθηκε κατόπιν σχετικής ειδοποίησης σε 9%. Ο Διαιτητής σε καμία περίπτωση μερολήπτησε υπέρ της Εφεσίβλητης, και δεν ήταν εργοδοτούμενος ή συνεργάτης τους αλλά δημόσιος υπάλληλος στην υπηρεσία του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών και κατά το χρόνο έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης είχε αφυπηρετήσει και κανένα συμφέρον είχε από τον τελευταίο ή την Εφεσίβλητη. Ο Διαιτητής αναφέρθηκε στην Διατητική Απόφαση σε δάνειο δυνάμει γραμματίου και παραθέτει τον αριθμό που αναγράφεται στη σύμβαση δανείου.
18. Ως αναφέρει η ομνύουσα, η Εφεσείουσα υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες ελεύθερα και αφού έλαβε νομική συμβουλή και υπέγραψε σχετική δήλωση ως προς τούτο, ενώ η Εφεσίβλητη καμία γνώση ή υποχρέωση είχε να ελέγξει ή να γνωρίζει ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση προς το πρόσωπο της, κάτι που εξάλλου δεν εξειδικεύει στη μαρτυρίας της. Παραδέχεται την υπογραφή των συμβάσεων υποθήκης και εγγύησης το 2007 και ότι ο πατέρας της Εφεσείουσα είχε εγκαταλείψει την μητέρα της και ισχυρίζεται ότι αυτός ήταν και ο λόγος που δεν κατάφεραν να του επιδόσουν την αίτηση εγγραφής και να προωθήσουν την εν λόγω διαδικασία εναντίον του. Απορρίπτει όμως τους ισχυρισμούς της Εφεσείουσα ότι δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με την οικογένεια της, ώστε να μην λάβει ενημέρωση για τις εναντίον της διαδικασίες έκδοσης και εγγραφής της Διαιτητική απόφασης. Ως προς τούτο παραπέμπει και επισυνάπτει ενδεικτικές εκτυπωμένες αναρτήσεις, σχόλια και φωτογραφίες από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της αδελφής της Εφεσείουσας και του πατέρα της.
19. Την καταχώρηση της Ένστασης της εφεσίβλητης, ακολούθησε αίτηση της Εφεσείουσας ημερ. 2/5/23 για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της Έφεσης και αντίκρουση ισχυρισμών στην Ε/Δ-ΑΒ. Κατόπιν έκδοσης εκ συμφώνου διατάγματος στην εν λόγω αίτηση, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας στις 20/3/24 (στο εξής η «Σ/Ε/Δ-ΛΧ»).
20. Στην Σ/Ε/Δ-ΛΧ, η ομνύουσα/Εφεσείουσα αναφέρεται στην ακριβή ημερομηνία λήξης της προθεσμίας έφεσης από την ημερομηνία που η ίδια ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της Διαιτητικής Απόφασης, δηλαδή τις 5/9/20. Περαιτέρω, αναφέρεται στους λόγους γιατί προώθησε παράλληλα την παρούσα Έφεση με την αίτηση παραμερισμού της εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης και αναφέρει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από την μητέρα και την αδελφή της για τις υπό κρίση επιδόσεις. Σε σχέση με την φωτογραφία που ανάρτησε η αδελφή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2013, αναφέρει ότι αυτή λήφθηκε το 2009 όταν είχε επιστρέψει από το εξωτερικό, όπου σπούδαζε και εργαζόταν και επαναλαμβάνει ότι δεν είχε ουσιαστικές σχέσεις με την οικογένεια της, όπως τηλεφωνικές επικοινωνίες από οικογενειακό ενδιαφέρον μεταξύ τους και ούτε δεχόταν επισκέψεις από αυτούς ή πήγαιναν με τον άνδρα της για επισκέψεις σε αυτούς.
21. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός μεν την αίτηση και αφετέρου δε την ένσταση όπως και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Καμία εκ των ενόρκως δηλούσων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεών τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο.
22. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, αναφέρεται ότι α) πριν την εκδίκαση της Έφεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, προέβαλαν αίτημα από κοινού όπως κατατεθεί στο φάκελο της υπόθεσης η απόφαση στην Γενική/Αίτηση 723/3013 του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ.23/12/24, ως προς το παραδεκτό της έκδοσης της, η οποία και κατατέθηκε ως Έγγραφο ‘Α’, στα πλαίσια του πρακτικού ημερ.12/1/26, και β) η Έφεση δεν επιδόθηκε στον Διαιτητή.
23. Έχω μελετήσει την Έφεση, την Ένσταση και τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, ως και το περιεχόμενο του ‘Εγγράφου Α’ (βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ.12/1/26), και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.
24. Σύμφωνα με το άρθρο 52(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο, όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ της Συνεργατικής Εταιρείας και μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η διαφορά θα παραπέμπεται στον ΄Εφορο Συνεργατικών Διαφορών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 52(2)(β) ο ΄Εφορος «δύναται..να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (6) ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012.». Παρά το ότι η διαδικασία της διαιτησίας, σε διαφορές του συγκεκριμένου είδους, διεξάγεται με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (ως άνω), συνεπικουρικά και αναλογικά εφαρμόζεται και ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.4 αφού, βάσει του άρθρου 52(2)(β), η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε εν ισχύ νομοθεσίας περί διαιτησίας (βλ. ΖΑΜΠΑ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 96/12, 6/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A277 και ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥTΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 129/2014, 21/5/2021).
25. Δυνάμει του άρθρου 52(4) του Ν.22/85 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από το αποτέλεσμα μιας διαιτητικής διαδικασίας, δύναται να υποβάλει έφεση στο Eπαρχιακό Δικαστήριο 21 ημέρες από τη γνωστοποίηση της απόφασης. Δεν απαιτείται επίδοση ή έγγραφη γνωστοποίηση της απόφασης και ακόμη και προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Ζαμπά κ.ά. v. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 169/2012, ημερ. 6/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A273 και ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ,, Πολιτική Έφεση Αρ. 53/2015, 17/10/2023). Κατά την έφεση στο Δικαστήριο, μπορούν να εξεταστούν ζητήματα παρατυπίας από πλευράς του διαιτητή ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ή και ζητήματα αναφορικά με τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας παραπομπής περιλαμβανομένης και της ορθής τήρησης πρακτικών εκ μέρους του διαιτητή (βλ. ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 190/2012, 28/6/2018 και ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 192/2013, 19/7/2019), ECLI:CY:AD:2019:A327. Το άρθρο 20 του Κεφ. 4, συμβαδίζει με τις πρόνοιες του άρθρου 52 του Ν.22/85 και καθορίζει τις περιπτώσεις που δύναται ο Αιτητής να αποταθεί για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ως ακολούθως:
«20.‑(1) Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.(2) Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η Διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.»
26. Τα Δικαστήρια όμως, σύμφωνα με την νομολογία μας, πρέπει να προσεγγίζουν ζητήματα που άπτονται επέμβασης τους σε διαδικασίες διαιτησίας με φειδώ, μιας και ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας, είναι και ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά μιας διαιτητικής απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στις πρόνοιες του άρθρου 20 (2) του Κεφ. 4. Γενικότερα, η φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συναρτάται με την ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς (Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 304/2010, ημερ. 10.7.2015 και Ζαμπά, Πολ. Έφ. αρ. 169/2012, ανωτέρω). Σύμφωνα με την απόφαση Παναγιώτης Κλεοβούλου (βλ. πιο πάνω) «[τ]α Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd (2010) 1 ΑΑΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Αλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).»
27. Το άρθρο 52(5) του Ν.22/85 προνοεί ότι εάν η απόφαση του διαιτητή με βάση το εδάφιο (2) δεν εφεσιβληθεί συμφώνως του εδαφίου (4), τότε η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης που τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52(5), δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, πιο πάνω).
28. Η υπό κρίση Έφεση αφορά πρωτογενή διαδικασία με την έννοια που της αποδίδεται από τη Διαταγή 1 Θεσμός 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία αναφέρεται ότι πρωτογενής αίτηση είναι οποιαδήποτε αίτηση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν μια διαδικασία κριθεί ως αυτοτελής κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών και ισοδυναμεί με αγωγή (βλ Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1) (2003) 1 Α.Α.Δ. 198 και Άντρη Ιωακείμ και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (Αρ. 2) (2003) 1 ΑΑΔ 986). Στο άρθρο 30 του Κεφ.4 αναφέρεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν διαδικαστικοί κανονισμοί, στις διαδικασίες που διεξάγονται με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως όλες οι αιτήσεις στις οποίες γίνεται επίκληση των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, καταχωρούνται στη βάση της Δ.48 με τις ανάλογες προσαρμογές που της προσδίδουν τον χαρακτήρα εναρκτήριου (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ. v. Dynacon Limited (1998) 1 A.A.Δ. 1978).
29. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομική πτυχή και στρεφόμενη τώρα στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι προέχει η εξέταση των λόγων ένστασης που εγείρονται σε σχέση με το κατ’ ισχυρισμόν εκπρόθεσμο της Έφεσης. Σύμφωνα με την απόφαση στην ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Αίτηση Αρ. 1/2026, 22/6/2026:
«Ως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι νομοθετικές διατάξεις που προσδιορίζουν το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να λαμβάνονται ορισμένα διαδικαστικά μέτρα ερμηνεύονται αυστηρά, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχοντας υπόψη την ανάγκη για τελεσιδικία. Αντίθετη προσέγγιση θα αναιρούσε το λόγο ύπαρξης των προθεσμιών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.»
30. Το εν λόγω ζήτημα προφανώς σχετίζεται με το χρονικό σημείο που γνωστοποιήθηκε η Διαιτητική Απόφαση στην Εφεσείουσα, υπό την έννοια του άρθρου 52(4) του Ν.22/85, με βάση το οποίο, θα έπρεπε να καταχωρείτο η Έφεση εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 21 ημερών από την συγκεκριμένη γνωστοποίηση.
31. Ενώ προκύπτει ως παραδεκτό υπόβαθρο μεταξύ των διαδίκων ότι η Διαιτητική Απόφαση επιδόθηκε στην μητέρα της Εφεσείουσας στις 27/6/13, στη Λεμεσό, η εκδοχή της Εφεσείουσας είναι ότι δεν έλαβε γνώση της Διαιτητικής Απόφασης μέσω της εν λόγω επίδοσης. Το ζήτημα κατά πόσο η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Εφεσείουσα, δια της επίδοσης της στην μητέρα της κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, αποτέλεσε επίδικο ζήτημα και εξετάστηκε από την αδελφή μου Δικαστή στην απόφαση ημερ.23/12/24 στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 723/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το παρόν Δικαστήριο αντλεί γνώση ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης σε συνέχεια της εκ συμφώνου κατάθεσης αντιγράφου αυτής στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και σχετική δήλωση των ευπαίδευτων συνήγορων των διαδίκων ως προς το παραδεκτό της έκδοσης της.
32. Ο ευπαίδευτος συνήγορους της Εφεσείουσας, μέσω των αγορεύσεων του και μετά την κατάθεση της απόφασης ημερ.23/12/24, ήγειρε ζήτημα δεδικασμένου. Σύμφωνα με το Εφετείο στην σχετικά πρόσφατη απόφαση ALPHA PANARETI PUBLIC LTD v. A. ΑΡΑΠΗ κ.α. Πολ. Έφ. Αρ. Ε125/2019 ημερ.15.11.2024, το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και έχει δύο εκφάνσεις: το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής (‘cause of action estoppel’) και το κώλυμα επίδικου θέματος (‘issue estoppel’). Ανεξαρτήτως έκφανσης, για να πετύχει η επίκληση του κωλύματος θα πρέπει (α) η απόφαση στην προηγηθείσα διαδικασία να είναι τελεσίδικη, να υπάρχει (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων (βλ. Χριστοφίδης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 2166 και Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125).
33. Προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθέντα, είτε σε αδιαμφισβήτητη ή σε παραδεκτή βάση, ότι η απόφαση ημερ. 23/12/24 αφορούσε απόφαση σε Γενική Αίτηση, δηλαδή πρωτογενή διαδικασία που ισοδυναμεί με αγωγή, και ότι η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Συνακόλουθα, πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση. Περαιτέρω, υπάρχει ταύτιση διαδίκων, εφόσον αιτήτρια στην εν λόγω γενική αίτηση, ήτο η Εφεσίβλητη, υπό την προηγούμενη μετονομασία της, και καθ’ης η Αίτηση, στο περιορισμένο πλαίσιο της έκδοσης της απόφασης ημερ. 23/12/24, ήτο μόνο η Εφεσείουσα. Υπάρχει επίσης ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων, εφόσον η Εφεσίβλητη ενεργούσε ως η εξ’αποφάσεως πιστωτής στην Διαιτητική Απόφαση και η Εφεσείουσα ως η εξ’αποφάσεως οφειλέτιδα. Ένα εκ των επίδικων ζητημάτων που εξετάστηκε από πλευράς του Δικαστηρίου, ήτο η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης στην Εφεσείουσα, δια της επίδοσης της στην μητέρα της Εφεσείουσας στις 27/6/13, στη Λεμεσό, και κατόπιν εξέτασης της σχετικής μαρτυρίας, αφού προηγήθηκε και αντεξέταση της Εφεσείουσας, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι δεν γνωστοποιήθηκε η έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης στην Εφεσείουσα μέσω της συγκεκριμένης επίδοσης. Ως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, αποτέλεσμα της εν λόγω κατάληξης του Δικαστηρίου ήταν και η απόρριψη της Γενικής Αίτησης 723/13.
34. Συνακόλουθα, κρίνω ότι εφαρμόζει το κώλυμα του δεδικασμένου στην παρούσα περίπτωση όσο αφορά το ζήτημα της γνωστοποίησης της Διαιτητικής Απόφασης στην Εφεσείουσα μέσω της επίδοσης της στην μητέρα της στις 27/6/13 και το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε εξέταση του. Σε κάθε περίπτωση, πέραν του κωλύματος του δεδικασμένου, επανεξέταση ουσιαστικά του ίδιου ζητήματος που εγέρθηκε στην Γενική Αίτηση 723/13, στο πλαίσιο της παρούσας Έφεσης, δεν θα ήταν επιτρεπτή και για τον λόγο ότι θα προσέκρουε στην γνωστή νομική αρχή ότι δεν είναι δυνατό ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου και να αμφισβητεί την ορθότητα αυτών, καθώς και ότι τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν υπέρβαση δικαιοδοσίας (βλ. Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λίμιτεδ, κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:D149, Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 639 και Papademetriou v. Christofi and others (1988) 1 C.L.R. 101).
35. Παρά τα πιο πάνω, προκύπτει από το κείμενο των αγορεύσεων του δικηγόρου της Εφεσίβλητης ότι η τελευταία επικεντρώθηκε στην γραμμή ότι η Εφεσείουσα έλαβε γνώση της Διαιτητικής Απόφασης δια της επίδοσης της αίτησης για εγγραφή της τελευταίας, στην αδελφή της Εφεσείουσας, και ότι, συνακόλουθα, η σχετική προθεσμία παρήλθε εντός 21 ημερών από τις 10/8/13. Ως προς το εν λόγω ζήτημα, ήγειρε, μέσω της ένστασης της, επίσης ζήτημα δεδικασμένου επικαλούμενη την απόφαση της αδελφής μου Δικαστή, ημερ.30/6/21 στην Γενική Αίτηση 723/13 σε σχέση με τον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης, αντίγραφο της οποίας επισύναψε και ως Τεκμήριο Β στην Ε/Δ-ΒΑ. Σημειώνεται ότι, η εν λόγω επίδοση στην αδελφή της Εφεσείουσας, είναι παραδεκτή από πλευράς της, αλλά η τελευταία ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της της Γενικής Αίτησης 723/13, μέσω αυτής. Η συγκεκριμένη θέση της Εφεσίβλητης εξετάζεται στη συνέχεια με βάση τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κωλύματος του δεδικασμένου ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω.
36. Είμαι της άποψης ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων και ιδιότητας αυτών μεταξύ της Έφεσης και της αίτησης παραμερισμού που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης ημερ.30/6/21, με τον ίδιο τρόπο που εξηγήθηκε ανωτέρω σε σχέση με την απόφαση ημερ.23/12/24, και θεωρώ, συνεπώς, ότι οι σχετικές προϋποθέσεις ότι πληρούνται.
37. Όσο αφορά την προϋπόθεση ως προς το τελεσίδικο της απόφασης ημερ.30/6/21, η τελευταία εκδόθηκε σε αίτηση παραμερισμού, η οποία καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 723/13, και συνεπώς επρόκειτο για ενδιάμεση απόφαση (βλ. ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΤΣΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε30/2020, 21/2/2025). Η εν λόγω απόφαση είχε ως αποτέλεσμα, ουσιαστικά, επανάνοιγμα και συνέχιση της Γενικής Αίτησης 723/13, ως πρωτογενούς διαδικασίας, και όχι τελική επίλυση της (βλ. VITAEMED LIMITED v. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΦΑΓΕΙΟΥ ΚΟΦΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε29/2025, ημερ.28/5/2025, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολιτική Εφεση Αρ. 311/2012, 15/1/2015 και Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 1140). Σύμφωνα με την απόφαση Recnex Trading Limited κ.ά. ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ, Πολ.Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία και σημασία έχει εάν το Δικαστήριο μόρφωσε και εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού ζητήματος. Στην απόφαση ΙΩΑΝΝΗ ΠΙΡΙΠΙΤΣΗ v. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Έφεση Αρ.: Ε61/2018, 9/2/2024, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Εναπόκειται βέβαια στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει μία μεταγενέστερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει ελλείψει νέων στοιχείων. Διαφαίνεται ταυτόχρονα, σύμφωνα με την υπόθεση KSR Comercio S.A V Blue Coral Navigation Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 309, πως οι αρχές του δεδικασμένου εφαρμόζονται σε κάθε δικαστική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της εκδίκασης ενδιάμεσων αιτήσεων, στις οποίες έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα διαταγή. Όπως αποφασίστηκε «...Η μόρφωση και έκφρασης γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος και η ενασχόληση του με την ουσία του επίδικου θέματος, αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicada». Συνεπώς, όπου σε ενδιάμεση απόφαση το Δικαστήριο προβαίνει σε μόρφωση και έκφραση γνώμης, με σαφή και καθοριστικό τρόπο, αναφορικά με οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ζήτημα, τότε είναι εφικτή η δημιουργία δεδικασμένου, εκτός, βέβαια, και αν στη νέα διαδικασία τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα πραγματικά γεγονότα, οπότε να δικαιολογείται η εξέτασή τους, παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση.»
38. Ως προκύπτει από την αίτηση παραμερισμού ημερ.28/9/20 και ένορκη δήλωση που συνόδευε αυτήν, αντίγραφα των οποίων επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο Α στην Ε/Δ-ΒΑ, επίδικο ήταν ότι ουδέποτε η Εφεσείουσα έλαβε γνώση της Γενικής Αίτησης 723/13, μέσω της επίδοσης της τελευταίας στην αδελφή της στις 10/8/13. Ως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση παραμερισμού της, η μαρτυρία που προσήγαγε για υποστήριξη του σχετικού της ισχυρισμού (βλ. ένορκη δήλωση Λουκίας Χριστοφόρου ημερ.28/9/20, μέρος του Τεκμηρίου Α Ε/Δ-ΒΑ), είναι πανομοιότυπη με τη μαρτυρία που προσήγαγε στην Ε/Δ-ΛΧ. Διευκρινίζω επίσης ότι, τα όσα αναφέρει στην Ε/Δ-ΛΧ σε σχέση με την επίδοση ημερ.10/8/13, δεν δημιουργούν την πεποίθηση ότι συνιστούν μαρτυρία η οποία δεν ήταν δύνατο να προσαχθεί στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού, ούτε έχει η Εφεσείουσα επικαλεστεί κάτι τέτοιο. Η αδελφή μου Δικαστής, στην απόφαση ημερ.30/6/21, εξέτασε την εν λόγω θέση της Εφεσείουσας, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που η τελευταία προσήγαγε, και κατέληξε στο ότι η Εφεσείουσα δεν ανέτρεψε το τεκμήριο ότι η επίδοση της Γενικής Αίτησης 723/13 έγινε νομότυπα και ότι έλαβε γνώση αυτής, μέσω της επίδοσης της στην αδελφή της στις 10/8/13. Συνακόλουθα, είμαι της άποψης ότι υπάρχει και ταύτιση επίδικων ζητημάτων μεταξύ των δύο διαδικασιών, στην περιορισμένη όμως έκταση της γνώσης της Εφεσείουσας σε σχέση με την Γενική Αίτηση 723/13.
39. Είμαι της άποψης επίσης ότι, κατ’εφαρμογήν των πιο πάνω νομικών αρχών, η γνώμη της αδελφής μου Δικαστή στην απόφαση ημερ.30/6/21 εκφράστηκε με καθοριστικό τρόπο ως προς το εν λόγω ζήτημα, καθιστώντας την απόφαση ως τελεσίδικη. Επιπρόσθετα, ουδεμία μαρτυρία έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε, αντιθέτως, αποτελεί παραδεκτό υπόβαθρο ότι η εκδίκαση της Γενικής Αίτησης 723/13 έχει ολοκληρωθεί και, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, η σχετική απόφαση που εκδόθηκε στις 23/12/24, έχει τελεσιδικήσει.
40. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κωλύματος του δεδικασμένου στην παρούσα περίπτωση όσο αφορά το ζήτημα της γνώσης της Εφεσείουσας ως προς την Γενική Αίτηση 723/13, μέσω της επίδοσης της τελευταίας στην αδελφή της Εφεσείουσας στις 10/8/13, και το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε εξέταση του. Ακόμη και να μην εφάρμοζε όμως το προαναφερόμενο δόγμα στην προκειμένη περίπτωση, θα ήτο ανεπίτρεπτο να προβεί το Δικαστήριο σε επανεξέταση ουσιαστικά των ίδιων ζητημάτων που εγέρθηκαν στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού ημερ.28/9/20, στο πλαίσιο της παρούσας Έφεσης, εφόσον θα καλείτο το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ορθότητα της απόφασης ημερ.30/6/21, σχετικά με το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης επίδοσης ημερ.10/8/13, κάτι που θα συνιστούσε και υπέρβαση της δικαιοδοσίας του (βλ. Λοϊζίδη, Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie και Papademetriou, αναφορά εις τις οποίες γίνεται ήδη πιο πάνω).
41. Με δεδομένο τώρα ότι η Εφεσείουσα έλαβε γνώση της Γενικής Αίτησης 723/13, καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η γνώση της Εφεσείουσας ως προς την ύπαρξη της Γενικής Αίτησης 723/13 πληρεί την προϋπόθεση γνωστοποιήσης της Διαιτητικής Απόφασης στην Εφεσείουσα, υπό την έννοια του άρθρου 52(4) του Ν.22/85. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, η απάντηση είναι καταφατική.
42. Ως εξηγείται ανωτέρω, δεν απαιτείται επίδοση ή έγγραφη γνωστοποίηση της απόφασης και ακόμη και προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Ζαμπά, Πολιτική Έφεση αρ. 169/2012, ημερ. 6/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A273 και ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης στην παρούσα περίπτωση, ότι, παρά του οτι έλαβε γνώση της Γενικής Αίτησης 723/13 μέσω της επίδοσης της στην αδελφή της, δεν έλαβε γνώση ως προς την έκδοση της εναντίον της Διαιτητικής Απόφασης, ευρίσκετο στους ώμους της Εφεσείουσας. Προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι είχε πρόσβαση στον φάκελο της 723/13, και ενώ προσκόμισε αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη για την επίδοση ημερ.10/8/13, δεν προσκόμισε αντίγραφο της ίδιας της Γενικής Αίτησης 723/13 ή του αντιγράφου που επιδόθηκε στην αδελφή της (που λογικά έπρεπε να επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης[1]), ώστε να δύναται να διαπιστωθεί κατά πόσο το κείμενο της ήταν, ή δεν ήταν, ενδεικτικό της έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον της. Ούτε, φυσικά, επικαλέστηκε η Εφεσείουσα κάτι τέτοιο μέσω της μαρτυρίας της. Επαναλαμβάνεται ότι, η επίδοση της Γενικής Αίτησης 723/13 στην αδελφή της ήταν παραδεκτή από πλευράς της Εφεσείουσας. Παράλληλα, προκύπτει και ως αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών στην παρούσα Έφεση ότι επρόκειτο για αίτηση η οποία επιδίωκε διάταγμα εναντίον της Εφεσείουσας για την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις αποφάσεις ημερ.30/6/21 και 23/12/24. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι η Εφεσείουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογούσε, ως προς τη μη γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, μέσω της επίδοσης της Γενικής Αίτησης 723/13 στην αδελφή της στις 10/8/13.
43. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Εφεσείουσα στις 10/8/13 και η παρούσα Έφεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 28/9/20, δηλαδή μετά την παρέλευση των 21 ημερών από την γνωστοποίηση της, καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Εν όψει της εν λόγω κατάληξης, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης.
44. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση Γενική Αίτηση/Έφεση απορρίπτεται, και μη έχοντας καλό λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που θέλει τα έξοδα της διαδικασίας να ακολουθούν το αποτέλεσμα της, αυτά επιδικάζονται υπέρ της υπέρ της Καθ’ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής