RED WOLF OGILVY LTD ν. Κυριακή (Κούλα) Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1690/2025, 29/6/2026
print
Τίτλος:
RED WOLF OGILVY LTD ν. Κυριακή (Κούλα) Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1690/2025, 29/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1690/2025 (i-justice)

 

ΜΕΤΑΞΥ:

RED WOLF OGILVY LTD

Ενάγουσας

-και-

 

                                              1. Κυριακή (Κούλα) Λουκά

                                              2. KY. L. CONSULTING SERVICES LTD

Εναγόμενων

----------------------------------------------------------------

Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 4/12/2025

για προσωρινά διατάγματα

 

Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια : κα Μ. Νικολαίδου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για τις Εναγόμενες 1 και 2 / Καθ’ ων η Αίτηση : κα Β. Παντελή για Στυλιανό Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Η Ενάγουσα με το έντυπο απαίτησης και την έκθεση απαίτησης της αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενες 1 και 2 να προβούν σε ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης δρώσας οικονομικής μονάδας ημερομηνίας 1/10/2024 μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Ενάγουσας και δη του όρου 2.2. αυτής, που άπτεται της υποχρέωσης της Εναγόμενης 2 να καταβάλει προς τρίτους τις οφειλές που υφίστανται, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων, εξόδων, φορολογιών ή υπηρεσιών. Περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή εκχωρήσει ή άλλως πως διαθέσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνει τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 3/3990 και 3/3995 στη Λευκωσία.

 

Τέλος, ζητά (α) γενικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων για υπεξαίρεση χρημάτων και/ή για παράβαση σύμβασης και/ή για πρόκληση παράβασης σύμβασης και/ή δυνάμει παράβασης των αρχών του κοινοδικαίου και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού, (β) γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 1 για παράβαση σύμβασης και/ή για πρόκληση παράβασης σύμβασης και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή επιζήμια ψευδολογία εναντίον της Ενάγουσας, (γ) τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις και (δ) νόμιμο τόκο.

 

Η Επίδικη Αίτηση

Στις 4/12/2025 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση, με την οποία η Ενάγουσα / Αιτήτρια (στο εξής η Αιτήτρια) αξιώνει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

« (Α) Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 αμέσως, με την επίδοση του παρόντος Διατάγματος, η μεταφορά εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας οποιασδήποτε κινητής περιουσίας της αξίας των Ευρώ 227.324 μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της απαίτησης ή την ημερομηνία κατά την οποία το Διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο ή την έκδοση νέας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου. 

 

(Β) Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2/Καθ’ ης η Αίτηση 2, αμέσως, με την επίδοση του παρόντος Διατάγματος, να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή εκχωρήσει και/ή ενοικιάζει και/ή άλλως πως διαθέσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβαρύνει τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής 3/3990, Φ/Σχ. 21/540204, Τμήμα 3, ΕΠΙ 1412 στην περιοχή των Αγίων Ομολογητών στην Επαρχία Λευκωσίας ενώ το δεύτερο ακίνητο φέρει αριθμό εγγραφής 3/3995, Φ/Σχ. 21/540204, Τμήμα 3, ΕΠΙ 1412 στην περιοχή των Αγίων Ομολογητών στην Επαρχία Λευκωσίας, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της απαίτησης ή την ημερομηνία κατά την οποία το Διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο ή την έκδοση νέας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου.

 

(Γ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 να απομακρύνει από την Κυπριακή Δημοκρατία ή με οποιονδήποτε τρόπο να διαθέσει, να διαπραγματευθεί ή να μειώσει την αξία οποιουδήποτε από τα περιουσιακά της στοιχεία που βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι και το ποσό των Ευρώ 227.324 μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της απαίτησης ή την ημερομηνία κατά την οποία το Διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο ή την έκδοση νέας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου.

 

Νοείται ότι η ως άνω παράγραφος εφαρμόζεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι στο δικό της όνομα και εάν ανήκουν αποκλειστικά σε αυτήν ή από κοινού με άλλα πρόσωπα. Για σκοπούς του παρόντος, τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση περιλαμβάνουν κάθε περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου αυτή έχει την εξουσία άμεσα ή έμμεσα να διαθέτει ή να διαχειρίζεται ωσάν να ήταν δικό της περιουσιακό στοιχείο. Θεωρείται ότι η Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 διαθέτει τέτοια εξουσία αν τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει το περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες της Εναγόμενης 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1.  

 

Νοείται περαιτέρω ότι εάν η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων, ελεύθερα από επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη, της Εναγόμενης 1/Καθ’ ης η Αίτησης 1 στην Κυπριακή Δημοκρατία υπερβαίνει τα Ευρώ 227.324 η Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 δύναται να απομακρύνει οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την Κυπριακή Δημοκρατίας ή να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί, νοουμένου ότι η συνολική μη βεβαρημένα αξία των περιουσιακών της στοιχείων εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει πάνω από Ευρώ 227.324.

 

(Δ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου η Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 οφείλει όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος, και στο μέτρο των δυνατοτήτων της καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να ενημερώσει και/ή αποκαλύψει στον δικηγόρο της Ενάγουσας/Αιτήτριας με ένορκη δήλωση για όλα τα περιουσιακά της στοιχεία (εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας) είτε είναι στο όνομα της είτε ανήκουν αποκλειστικά σε αυτήν ή από κοινού με άλλα πρόσωπα, αναφέροντας την αξία, την τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων αυτών των περιουσιακών στοιχείων.

 

Εξαιρέσεις στο παρόν Διάταγμα

Α. Το παρόν Διάταγμα:

(α) δεν απαγορεύει στην Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 να δαπανά Ευρώ 300 εβδομαδιαίως για την κάλυψη των συνήθων εξόδων διαβίωσής της, καθώς και Ευρώ 1000 συνολικά για νομική συμβουλή και εκπροσώπηση (υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνουν προηγουμένως τους εκπροσώπους της Αιτήτριας για την προέλευση των εν λόγω χρημάτων).

 

(β) Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει στην Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά της στοιχεία κατά τη συνήθη και κανονική πορεία διεξαγωγής των εργασιών της.

 

Β. Η Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 μπορεί να συμφωνήσει εγγράφως με τους δικηγόρους/νόμιμους εκπροσώπους της Ενάγουσας/Αιτήτριας ότι τα ανωτέρω όρια εξόδων θα πρέπει να αυξηθούν ή ότι το παρόν Διάταγμα θα πρέπει να τροποποιηθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

 

Γ. Το Διάταγμα παύει να ισχύει αν η Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1:

 

(α) παράσχει εξασφάλιση καταβάλλοντας το ποσό των Ευρώ 227.324 στο Δικαστήριο, το οποίο θα κρατείται εις διαταγή του Δικαστηρίου, ή

 

(β) παράσχει εξασφάλιση για το εν λόγω ποσό με άλλη μέθοδο η οποία συμφωνείται με τους δικηγόρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας.

 

(Ε) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος σε αυτήν, ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας, Ένορκη Δήλωση με την οποία να παραθέτει τις πληροφορίες που αυτός οφείλει να αποκαλύψει δυνάμει του παρόντος Διατάγματος και στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις εν λόγω πληροφορίες:

 

i.     Λεπτομερή λογαριασμό και πλήρη δικαιολογητικά έγγραφα, τιμολόγια, αποδείξεις, συμφωνίες, παραστατικά, τραπεζικά εμβάσματα, καταθέσεις λογαριασμών, φορολογικά έγγραφα, συμφωνίες, πληρωμές, έξοδα, δαπάνες και γενικά όλη την κίνηση της περιουσίας και όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση από την ημερομηνία την οποία ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο.

 

ii.   Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγόμενης 2/Καθ’ ης η Αίτηση 2 και την κινητή και ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και το εξωτερικό που αυτοί κατέχουν, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού και του υπογράφοντος σε αυτόν, το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός, τις κινήσεις του λογαριασμού από την ημέρα του ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού καθώς και υπόλοιπο του λογαριασμού από την 01/10/2024 μέχρι την ημέρα της αποκάλυψης.

 

(ΣΤ) Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο.

 

(Ζ) Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ. »

 

Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στους Κανονισμούς 1.2, 2, 20, 20.12, 20.13, 23, 25.1 – 25.3, 25.6 – 25.9, 25.16, στον περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), άρθρα 29, 31, 32 και 68, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4-9, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο Ν.31(Ι)/1992, άρθρα 1-10, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 71, 72, 73, 76, 202, στον περί Αποδείξεως Νόμο (Κεφ.9), στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (81(I)/2011) και συγκεκριμένα στα άρθρα 6 και 7, στα άρθρα 59-68 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 Ν.188(Ι)/2007 ως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 192(Ι)/2012, στο Κοινοδίκαιο και στο Δίκαιο της Επιείκειας, στη Νομολογία, στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Ντάλτα (στο εξής ο Κ.Ν.), ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας. Ο μάρτυρας αναφέρεται σε διάφορες συμφωνίες που υπεγράφησαν και προβάλλει τη θέση ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1, όντας η ιδιοκτήτρια 100% της Καθ’ ης η αίτηση 2, στη βάση του Μνημονίου Συμφωνίας τεκμήριο 2, είχε υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να ξεπληρώσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή κανάλια (στο εξής τα media) για τις οφειλές της Καθ’ ης η αίτηση 2 μέχρι τις 30/9/2024. Περαιτέρω, αναφέρεται σε διάφορα παράπονα που άρχισε να δέχεται τον Δεκέμβριο του 2024 από διάφορους πελάτες, από πελατολόγιο που αποτελούσε το αντικείμενο εξαγοράς στη βάση της συμφωνίας πώλησης δρώσας οικονομικής μονάδας ημερομηνίας 1/10/2024 (τεκμήριο 4), σχετικά με τη συμπεριφορά και τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Καθ’ ης η αίτηση 2, μέσω της Καθ’ ης η αίτηση 1, καθότι η ίδια δεν προέβαινε στις πληρωμές προς τα media. Επίσης, ως αναφέρει, την ίδια περίοδο, άρχισε να δέχεται οχλήσεις από τα media για μη πληρωμές που όφειλε να πραγματοποιήσει η Καθ’ ης η αίτηση 2.   

 

Ακολούθως, αναφέρεται σε εισπράξεις χρημάτων που έκανε η Καθ’ ης η αίτηση 1 για λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 2, ώστε να πραγματοποιεί καμπάνιες διαφημιζόμενων στα media, τα οποία όμως δεν απέδιδε στα τελευταία κατά παράβαση της συμφωνίας τεκμήριο 4, κατακρατώντας τα παράνομα και πλουτίζοντας αδικαιολόγητα. Κατόπιν επικοινωνίας του με τα media, το ποσό φαίνεται να ξεπερνά το ποσό των €200.000 (επισυνάπτει ενδεικτικό πίνακα ως τεκμήριο 6).  Επίσης, σύμφωνα με το μάρτυρα, παρόλο που η Καθ’ ης η αίτηση 1 είχε παραλάβει χρήματα από διάφορους πελάτες της Καθ’ ης η αίτηση 2 για λογαριασμό της, καθώς και αρκετά χρήματα από την αγοραπωλησία (τεκμήριο 4), εντούτοις ουδέποτε ξεπλήρωσε τις οφειλές ως υποχρεούτο να πράξει, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να αναγκαστεί να δώσει αμοιβή YEB (Year End Bonus) ύψους €40.000, που προοριζόταν για την Αιτήτρια, προς την Καθ’ ης η αίτηση 2 για κάλυψη οφειλών.     

 

Ο μάρτυρας επίσης αναφέρεται σε αλληλογραφία με την Καθ’ ης η αίτηση 1 και σε οχλήσεις προς αυτήν, στην πληρωμή ποσού €3.000 προς την εταιρεία Αντέννα έναντι της οφειλής της Καθ’ ης η αίτηση 2 ένεκα των συνεχόμενων παραπονών που λάμβανε και σε παράνομη παρακράτηση ποσού €19.493,41 εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 1, το οποίο πληρώθηκε εκ παραδρομής από την εταιρεία Papaellinas στο λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 2 αντί στο λογαριασμό της Αιτήτριας, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η εταιρεία Papaellinas να μην εξοφλεί τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Αιτήτρια μετά το περιστατικό.

Περαιτέρω, αναφέρεται στην αποχώρηση της Καθ’ ης η αίτηση 1 από το χώρο εργασίας της στις 3/9/2025, μετά την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος από μέρους της στο οποίο ανέφερε ότι δεν προτίθεται να εξοφλήσει τις οφειλές της και ότι διακόπτει τη συνεργασία τους και προβάλλει τη θέση ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Καθ’ ων η αίτηση επηρεάζει τις σχέσεις της Αιτήτριας με όλο το πελατολόγιο που αγοράστηκε και ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος απώλειας του πελατολογίου, κάτι που θα επιφέρει απώλεια εσόδων και δυσφήμηση της Αιτήτριας.

 

Τέλος, αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 δεν είναι φερέγγυα καθότι οφείλει διάφορα ποσά και η Καθ’ ης η αίτηση 2 ως προκύπτει από την έρευνα στην επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών έχει δάνεια, ενώ τα ακίνητα της είναι υποθηκευμένα, ότι η αποφυγή εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 1 να πληρώσει τις υποχρεώσεις της Καθ’ ης η αίτηση 2 παρά τις δεσμεύσεις της, αποδεικνύει έμπρακτα τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και προβαίνει σε ανάλυση των προυποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.   

 

Η Ένσταση

Οι Eναγόμενες 1 και 2 / Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής οι Καθ’ ων η αίτηση) αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 16 λόγους ένστασης, οι οποίοι είναι οι εξής:

  

« 1. Δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

2. Οι Ενάγοντες παραπλανούν και οδηγούν το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος παρουσιάζοντας διαστρεβλωμένα και/ή αναληθή περιστατικά και γεγονότα.

 

3.  Οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο την πραγματική αλήθεια και/ή παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.

 

4. Στην Ένορκη Δήλωση των Εναγόντων δεν αναφέρονται επαρκή γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής και συζητήσιμης υπόθεσης ενώ δεν ικανοποιείται ούτε το κατεπείγον της έκδοσης των διαταγμάτων.

 

5. Στην Ένορκη Δήλωση των Εναγόντων δεν αναφέρονται γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη ανεπανόρθωτης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

6. Οι θεραπείες που επιδιώκονται σύμφωνα με την Αίτηση των Εναγόντων είναι καταπιεστικές ή/και δυσανάλογες.

 

7.  Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 9 του Κεφ. 6.

 

8. Η απαίτηση στερείται αγώγιμου δικαιώματος και/ή νομικής βάσης και συνεπώς δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή/και συζητήσιμη υπόθεση.

 

9. Η εμπλοκή των μερών στα οποία απευθύνεται η Αίτηση λανθασμένα περιληφθήκαν σε αυτήν και ουδεμία ευθύνη ή/και αγώγιμο δικαίωμα υπάρχει.

 

10. Η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν πληρείται ούτε προκύπτει θέμα κατ’ επείγοντος.

 

11. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη.

 

12. Η ένορκη δήλωση και τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια δεν στοιχειοθετούν την αξίωση των Αιτητών η οποία έτσι κι αλλιώς είναι άνευ αντικειμένου, ή/και νομικά ανυπόστατη ή/και παράνομη.

 

13. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δύναται να δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίων των Καθ’ ων η Αίτηση.

 

14.  Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση αντίκειται στον Περί Εταιρειών Νόμο την αρχή του εταιρικού πέπλου.

 

15. Η αγωγή και η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση αντίκειται στον Περί Συμβάσεων Νόμο και στην αρχή του ‘privity of contract’.

 

16. Η παρούσα αίτηση έγινε κακόπιστα και αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας και είναι καταπιεστική ή/και ενοχλητική. »

 

Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 2, 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα Μέρη 2, 7, 20, 22, 23, 25, 32, 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), στο Κοινοδίκαιο, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο άρθρο 30 του Συντάγματος.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 1, η οποία αναφέρει ότι είναι και διευθύντρια της Καθ’ ης η αίτηση 2 και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό της τελευταίας.

 

Κατ’ αρχάς σε σχέση με το έγγραφο ημερομηνίας 30/9/2024 (τεκμήριο 2), είναι η θέση της μάρτυρος ότι αποτελούσε «Μνημόνιο Συμφωνίας» και όχι Συμφωνία με νομική / δεσμευτική ισχύ. 

 

Επίσης, μια βασική θέση της Καθ’ ης η αίτηση 1, είναι ότι ο ισχυρισμός ότι υποχρεούτο να αποπληρώσει τις οφειλές της Καθ’ ης η Αίτηση 2 ως «ιδιοκτήτρια» της, αποτελεί νομική παρερμηνεία και νομικό τέχνασμα, αναφέροντας ότι η ίδια δεν ήταν και ουδέποτε αποτελούσε μέρος της Συμφωνίας Πώλησης Δρώσας Οικονομικής Μονάδας και συνεπώς καταχρηστικά γίνεται προσπάθεια μετακύλησης υποχρεώσεων στην Καθ’ ης η Αίτηση 1, γεγονός που αντιβαίνει καταφανώς στην αρχή του «privity of contract». Προβάλλει επίσης τη θέση ότι η προσπάθεια ανάμειξης της Καθ’ ης η αίτηση 1 βασίζεται αποκλειστικά στην εσφαλμένη πεποίθηση της ανυπαρξίας εταιρικού πέπλου.

 

 

Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 έχει υποχρέωση να εξοφλήσει οφειλές προς τρίτους, αναφέρει ότι δεν στοιχειοθετείται καμία οφειλή και δεν παρατίθεται κανένα στοιχείο ως ένδειξη εξουσιοδότησης από τους κατ’ ισχυρισμό πιστωτές της Καθ’ ης η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια, ούτως ώστε να διεκδικήσει ή εισπράξει ή δεσμεύσει χρηματικό ποσό εκ μέρους αυτών.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση 1 αρνείται γενικότερα τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και καλεί σε διάφορα σημεία την τελευταία να τους αποδείξει αυστηρά.

 

Τέλος, η μάρτυρας εξηγά για ποιους λόγους θεωρεί ότι δεν ικανοποιούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας

Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο Κ.Ν. ουσιαστικά προβαίνει σε σχολιασμό κάποιων εκ των ισχυρισμών της Καθ’ ης η αίτηση 1, επαναλαμβάνοντας τους βασικούς ισχυρισμούς της αρχικής του ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, επισυνάπτει ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.11/2/2026 (τεκμήριο 1) «από συνεργάτες μας στην Ελλάδα, οι οποίοι μας εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκεια τους καθότι έχουν ενημερωθεί πως τα χρήματα τα οποία έχουν καταβληθεί από την θυγατρική τους εταιρεία, προς την Pandora/Ogilvy & Mather Company Ltd - νυν KY. L. CONSULTING SERVICES LTD (ΗΕ 27603), Καθ’ ης η Αίτηση 2 - (η οποία ανήκει 100% στην Καθ’ ης η Αίτηση 1), για λογαριασμό διαφόρων πελατών τους, μεταξύ άλλων της Coca Cola International, σχετικά με διαφημιστικές καμπάνιες στην Κύπρο, ακόμα δεν έχουν ξοφληθεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση προς τα media. Καταληκτικά αναφέρει ότι η επί μηνών αυτή εκκρεμότητα δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στις σχέσεις μας με τους πελάτες μας και κατ’ επέκταση και με εμάς προσωπικά.»

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση 1 περί ύπαρξης εταιρικού πέπλου και ότι γίνεται προσπάθεια ανάμειξης της τελευταίας στην παρούσα διαδικασία, αναφέρει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προνοούνται από την νομολογία, εφόσον οι μετόχοι της εταιρείας φέρουν προσωπική ευθύνη για τις πράξεις αυτής.  

 

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60

Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60[1], είναι οι ακόλουθες:

 

(α)     Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,

(β)     Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και

(γ)     Η δυσκολία ή αδυναμία πλήρους απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.

 

(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου (2003) 1 ΑΑΔ 741).

 

Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos ανωτέρω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.  Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd (2005) 1 ΑΑΔ 1235).

 

Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω).

 

Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013).

 

Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά. (1995) 1 AAΔ 248).

 

Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co. (1997) 1 AΑΔ 1799, Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1245).  Ως δε επεξηγήθηκε στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/9/2019, το θέμα αυτό, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων τύπου mareva

Πέραν των γενικών προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο ενάγων, για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων τύπου mareva[2], θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το Δικαστήριο ότι:

 

(α) Υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία,

(β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσης τους, και

(γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης. 

 

(βλ. το σύγγραμμα Διατάγματα των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ.215).

 

Τα διατάγματα Mareva αφορούν κυρίως περιπτώσεις όπου παρεμποδίζεται ένας εναγόμενος από του να πωλήσει, διαθέσει, απομακρύνει εκτός δικαιοδοσίας ή αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία (βλ. Nakufreight Limited ν. Baltic Levant Lines (2000) 1Α Α.Α.Δ. 1). Η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, βάσει του άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, με οδηγό τις αρχές που έχουν διατυπωθεί από την αγγλική νομολογία, αναγνωρίστηκε στην Pastella Marine v. Iranian Tanker (1987) 1 C.L.R. 583, όπου σημειώθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για χορήγηση τέτοιων διαταγμάτων πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως σαν βοήθημα στην διαδικασία εκτέλεσης. Τέτοια διατάγματα επενεργούν δεσμευτικά για το άτομο προς το οποίο απευθύνονται (in personam) και για το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονται (in rem) (βλ. Z LtdvA [1982] 1 All E.R. 556).  Εκδίδονται δε βάσει του ως άνω άρθρου για εξασφάλιση της απαίτησης εναντίον εναγόμενου σε αγωγή. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα εκτείνεται, ώστε αυτό να καλύπτει και περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας του (βλ. Seamark Consult. Services Ltd κ.άν. Joseph P. Lasala κ.ά(2007) 1 Α.Α.Δ. 162). Στην Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh [1983] 1 W.L.R. 1412, λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. Poltava Petroleum Company ν. Mexana Oil Limited κ.ά. (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1301). Η λογική έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων είναι προς το σκοπό διασφάλισης της ικανοποίησης τελικής απόφασης εναντίον εναγομένου, όταν, εύλογα, μπορεί να υποτεθεί ότι η εκτέλεση της πιθανόν να καταστεί δύσκολη ή αδύνατη, λόγω επαπειλούμενης εξαφάνισης, από τον ίδιο, περιουσιακών του στοιχείων, επί των οποίων η απόφαση να μπορεί να εκτελεστεί. Η λογική αυτή συμπίπτει με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.[3]

 

Ως λέχθηκε στην Poltava ανωτέρω, με αναφορά στο σύγγραμμα Mareva Injunctions Law and Practice των Steven Gee και Geraldine Mary Andrews, εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πως και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος. Ωστόσο μερικοί από τους παράγοντες, οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί και να βοηθούν τον ενάγοντα είναι οι εξής: (1) Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. (2) H φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του εναγομένου. (3) Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγομένου. (4) Η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του εναγομένου. (5) Αν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία, συνεταιρισμός, ή εμπορευόμενος, η χώρα στην οποία έχει εγγραφεί, ή έχει την κυρίως διεύθυνση των εργασιών του και το διαθέσιμο ή μη οποιουδήποτε μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση. (6) Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγομένου. (7) Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία. (8) Σχέσεις μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και άλλων εταιρειών, οι οποίες δεν ικανοποίησαν διαιτητικές ή δικαστικές αποφάσεις. (9) Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα όπως σχέδιο υπεκφυγής ή απροθυμία να λάβει μέρος στην διαδικασία ή διαιτησία, ή έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης ή συνολική σιωπή.

 

Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal

Όσον αφορά την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal[4], σχετική είναι η υπόθεση Avila Management Services Limited κ.α v. Stepanek κ.ά (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1403, όπου έγινε ιστορική αναδρομή της εξέλιξης των διαταγμάτων αυτών. Σύμφωνα με τα όσα εκεί εκτίθενται, ενώ τέτοια διατάγματα αρχικά εκδίδονταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκαν ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών. Τέτοια διατάγματα εμπίπτουν στην γενικότερη δυνατότητα της παροχής πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων και στοιχείων. Πρόκειται λοιπόν για διατάγματα που επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για την διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ' ισχυρισμών αδικοπραγούντων, όσο και για την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για ενδεχόμενη έγερση αγωγής (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Page Directors Limited κ.ά. (2015) 1Γ Α.Α.Δ. 2145).

 

Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι (σε μετάφραση):

 

«(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.»

 

Στην υπόθεση Avila Management Services Limited ανωτέρω, λέχθηκε επίσης ότι η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως την σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος και τέτοια διατάγματα δεν αποσκοπούν στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που προσμετρά είναι η αναγκαιότητα λήψης των πληροφοριών κρινόμενο πάντοτε κάτω από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης (βλ. Penderhill Holdings Limited κ.άν. Darya Abramchyk κ.ά(2014) 1Α Α.Α.Δ. 118). 

 

Τέτοια διατάγματα μπορούν να εκδοθούν και ως επικουρικά για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων που εκδίδεται παράλληλα, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Σε υποθέσεις ισχυριζόμενης απάτης το διάταγμα δέσμευσης είναι αναποτελεσματικό αν δεν εκδοθεί ταυτόχρονα και διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων (βλ. Aldi Marine Ltd ν. Rual Trade Ltd κ.ά., Πολ. Εφέσεις Αρ. 182/2012 και 184/2012, ημερ. 18.1.2016 και Αναφορικά με την Αίτηση του Μπίτζιος, Πολ. Αίτηση Αρ. 81/2020, ημερ. 30.7.2020). Γενικά είναι παραδεκτό ότι αιτήσεις για διάταγμα τέτοιου τύπου συχνά συνοδεύονται από διατάγματα φίμωσης με σκοπό την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων ή για αποτροπή του κινδύνου μετακίνησης ή καταστροφής στοιχείων (βλ. Penderhill Holdings Limited κ.άν. Darya Abramchyk κ.ά(2014) 1Α Α.Α.Δ. 118).

 

Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 5, Κεφ. 6

Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60, η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6[5]

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του Κεφ.6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του, όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. 

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ.6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α. (1994) 1 ΑΑΔ 692 σελ. 701).

 

Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται (Lakatamitis v. Theodorou (1983) 1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231).

 

Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγραφο 2 του άρθρου και είναι τα εξής:

 

(i)     Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής.

(ii)  Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του.

 

Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος.

 

Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρούται με βάση το άρθρο 5 του Κεφ.6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία (Λεωνίκ) Λτδ (2001) 1(Β) ΑΑΔ 785 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ, κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α. (2006) 1Α ΑΑΔ 280).

 

Ο ενάγων δεν έχει την υποχρέωση προσαγωγής μαρτυρίας για πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ανωτέρω). Εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσιολάκη πιο πάνω και Φετοκάκη ν. Χριστοφή (2006) 1 ΑΑΔ 800).

 

Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1759, υποδείχθηκε ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ. Σημειώθηκε ότι «πρόκειται … για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους».

 

Εξέταση της Αίτησης

Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης εν γένει[6], το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, πριν προχωρήσει στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.6, να επισημάνει ορισμένα γεγονότα τα οποία είναι παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα, προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν.

 

Ειδικότερα, τα ακόλουθα γεγονότα, μεταξύ άλλων, είναι παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα:

 

1. Ο Κ.Ν. είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας (αριθμός εγγραφής ΗΕ 308941), η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία που ενεγράφη νομότυπα στον Έφορο Εταιρειών κατά ή περί την 6/7/2012, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 (βλ. τεκμήριο 1). Μέχρι την 7/11/2025, το όνομα της Αιτήτριας ήταν RED WOLF DIGITAL GROUP LTD.

 

2.  Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 τυγχάνει 100% ιδιοκτήτρια της Καθ’ ης η Αίτηση 2, η οποία μέχρι την 24/10/2025 ονομαζόταν Pandora/Ogilvy & Mather Company Ltd (βλ. τεκμήριο 1Α).

 

3.  Στις 30/9/2024 υπογράφηκε Μνημόνιο Συμφωνίας μεταξύ των 1. INVESTRACE LTD (HE 440531), 2. BOLD OGILVY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (BOLD OGILVY S.A), 3. Αιτήτριας, 4. Καθ’ ης η αίτηση 2 και Καθ’ ης η Αίτηση 1 (Τεκμήριο 2).

4.  Στις 2/10/2024 υπογράφηκε συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση 2, μεταξύ της εταιρείας BOLD OGILVY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (πωλητής) και της Καθ’ ης η Αίτηση 1, καθιστώντας την Καθ’ ης η Αίτηση 1 100% ιδιοκτήτρια της Καθ’ ης η Αίτηση 2 (βλ. τεκμήριο 3).

 

5.  Την 1/10/2024, υπογράφηκε Συμφωνία Πώλησης Δρώσας Οικονομικής Μονάδας μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση 2 και της Αιτήτριας (βλ. τεκμήριο 4) και την ίδια ημέρα υπογράφηκε Συμφωνία Εργοδότησης της Καθ’ ης η Αίτηση 1 σε συνδεδεμένη εταιρεία με την Αιτήτρια (βλ. τεκμήριο 5).

 

Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρώ στην εξέταση των προυποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.6

 

 (α)      Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση

Από τη μελέτη του εντύπου απαίτησης, της έκθεσης απαίτησης και της επίδικης αίτησης αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση της Αιτήτριας, προκύπτει ότι έγειρεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή/και συζητήσιμη υπόθεση.

 

Παρενθετικά, επισημαίνω ότι σε αυτό το στάδιο δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο επί της ουσίας η θέση της Καθ’ ης η αίτηση 1 ότι το τεκμήριο 2 δεν αποτελούσε συμφωνία με νομική ή δεσμευτική ισχύ. Αρκεί να σημειωθεί ότι, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι το τεκμήριο 2 αποτυπώνει συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, η οποία ακολούθως υλοποιήθηκε μέσω των συμφωνιών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 3, 4 και 5. Το κατά πόσο η εν λόγω συμφωνία παρήγαγε τελικά δεσμευτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί κατά την ακρόαση της αγωγής.

 

Ως αναφέρθηκε, η Αιτήτρια κατ’ αρχάς ζητά απόφαση εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 για την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης δρώσας οικονομική μονάδας τεκμήριο 4. Οι συνήγοροι της, στην γραπτή τους αγόρευση, παραπέμπουν σχετικά στο άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149[7].

Περαιτέρω, αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας. Ως προς την πρόκληση παράβασης σύμβασης, σημειώνω εδώ ότι η παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης, συνιστά αστικό αδίκημα με βάση το άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148[8]

 

Με αυτά υπόψη, κατ’ αρχάς επισημαίνω ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 δεν ήταν μέρος της συμφωνίας τεκμήριο 4 και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπαίτια παράβασης της συμφωνίας ούτε να ζητείται η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας από την ίδια. Τούτο όμως δεν αποκλείει, στο παρόν στάδιο, την ύπαρξη συζητήσιμης αξίωσης εναντίον της αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό πρόκληση παράβασης της συμφωνίας από την Καθ’ ης η αίτηση 2. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης αφορά την Καθ’ ης η αίτηση 2 και σε σχέση με αυτήν θεωρώ ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.

 

Ως προς την Καθ’ ης η αίτηση 1, η οποία είναι μοναδική μέτοχος και διευθύντρια της Καθ’ ης η αίτηση 2 και το πρόσωπο που είχε τον απόλυτο χειρισμό και καθόριζε τις εξελίξεις σε σχέση με την τελευταία, σημειώνω ότι σε αυτό το στάδιο προκύπτουν εκ πρώτης περιστατικά τα οποία, εφόσον αποδειχθούν κατά την ακρόαση, θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη θέση της Αιτήτριας περί πρόκλησης παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 2. Εν πάση περιπτώσει, προκύπτει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.

 

Επίσης, θέση της Αιτήτριας είναι και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν ανέντιμα και δόλια, παραβίασαν τη σχέση εμπιστοσύνης με την Αιτήτρια, ενήργησαν επιζήμια για τα συμφέροντα της τελευταίας και υπεξαίρεσαν χρήματα, ενώ η Καθ’ ης η αίτηση 1 αποκόμισε παράνομα προσωπικό κέρδος και οικειοποιήθηκε χρηματικά ποσά σε βάρος της Ενάγουσας (βλ. και τις σχετικές λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης-παράγραφος 30).

 

Σε αυτό το στάδιο ό,τι χρειάζεται να λεχθεί σε σχέση με αυτά, είναι πως ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που αν μη τι άλλο καθιστά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για τον τρόπο που ενήργησαν οι Καθ’ων η αίτηση συζητήσιμους. Ειδικά όμως σε σχέση με την ισχυριζόμενη υπεξαίρεση και την παράνομη αποκόμιση κέρδους και οικειοποίηση χρηματικών ποσών, από το υπάρχον μαρτυρικό υλικό ό,τι προκύπτει είναι η κατάθεση ενός ποσού €29.487,41 από την εταιρεία Papaellinas στο λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 2 αντί σε αυτόν της Αιτήτριας και η κατακράτηση από την Καθ’ ης η αίτηση 2 ποσού €19.493,41 αφού μόνον μέρος του ποσού έχει επιστραφεί. Η εν λόγω κατακράτηση καθώς και η πληρωμή από την Αιτήτρια ποσών που όφειλε η Καθ’ ης η αίτηση 2, ως κατωτέρω αναφέρεται, εγείρουν επίσης ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού για την τελευταία.    

 

Η πιο πάνω κατάληξη δεν προδικάζει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής ούτε συνιστά κρίση επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ή της βασιμότητας των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Περιορίζεται αποκλειστικά στην κρίση ότι, υπό το φως του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 πληρούται.

 

(β)       Ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει η Αιτήτρια, έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εξηγώ.

 

Με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 4, η Καθ’ ης η αίτηση 2 είχε υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να πληρώσει τα media για τις οφειλές μέχρι τις 30/9/2024 (βλ. όρο 2.2. συνδυαστικά με τον όρο 3.2.). Αντί τούτου όμως, ο Κ.Ν. άρχισε να δέχεται παράπονα από πελάτες σε σχέση με την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Καθ’ ης η αίτηση 2 αλλά και για τη συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση 1.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι εκ πρώτης η Καθ’ ης η αίτηση 1, εισέπραττε για λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 2 χρήματα, ώστε να πραγματοποιεί καμπάνιες των διαφημιζόμενων media, τα οποία όμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δεν αποδόθηκαν στα media και τα κατακράτησε παράνομα, κατά παράβαση της συμφωνίας τεκμήριο 4. Από επικοινωνία του Κ.Ν. με κάποια εκ των media προέκυψε ότι το ποσό ξεπερνά τις €200.000 (τεκμήριο 6). Επισημαίνεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση προβαίνει σε γενική άρνηση των ανωτέρω και καλεί την Αιτήτρια να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι σε αυτό το στάδιο δεν αναμένεται από την Αιτήτρια να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, όπως θα απαιτείτο στο πλαίσιο κανονικής δίκης.

 

Ως προς τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση 1 ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οφειλή προς τρίτους και επίσης δεν έχει προσκομιστεί εξουσιοδότηση από κατ’ ισχυρισμό πιστωτές για είσπραξη του ποσού, επαναλαμβάνω όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και σημειώνω περαιτέρω ότι η Αιτήτρια ξεκαθαρίζει ότι δεν αξιώνει τα ποσά εκ μέρους των media. Από την άλλη όμως, με δεδομένο ότι η Αιτήτρια έχει αγοράσει το πελατολόγιο της Καθ’ ης η αίτηση 2 βάσει της συμφωνίας τεκμήριο 4, εκ πρώτης είναι δικαιολογημένος ο ισχυρισμός του Κ.Ν. στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ότι «.. η μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των Καθ’ ων η Αίτηση …, επηρεάζει τις σχέσεις της Αιτήτριας με όλο το πελατολόγιο το οποίο αγοράστηκε από την τελευταία, και υπάρχει ορατός κίνδυνος πλέον να το απωλέσει, ενώ ταυτόχρονα η Αιτήτρια δεν πληρώνεται για τις υπηρεσίες της, ένεκα ακριβώς της παράβασης των συμβατικών καθηκόντων των Καθ’ ων η Αίτηση.»

 

Περαιτέρω, ένεκα της μη εξόφλησης των οφειλών της Καθ’ ης η αίτηση, η Αιτήτρια υποχρεώθηκε να καταβάλει την αμοιβή YEB (Year End Bonus), ύψους €40.000, για την περίοδο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2024, που προοριζόταν για την Αιτήτρια, προκειμένου να καλυφθούν διάφορες οφειλές.    

 

Στις 16/6/2025, η Καθ’ ης η αίτηση 1 ενημερώθηκε από τον Κ.Ν. μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος (τεκμήριο 9) ότι λαμβάνει έντονα παράπονα από τα media για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της καθώς και ότι η Αιτήτρια αναγκάστηκε να προβεί σε πληρωμή ποσού €3.000 προς την εταιρεία ΑΝΤΕΝΝΑ έναντι της οφειλής της Καθ’ ης αίτηση 2, ένεκα ακριβώς των συνεχόμενων παραπόνων.  Επίσης, της εκφράζει παράπονα για την απόδοση της. Η Καθ’ ης η αίτηση απάντησε αυθημερόν λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι συναντήθηκε με την τράπεζα και της ζητήθηκαν επιπρόσθετα στοιχεία και ότι δεν έπρεπε να πληρωθεί το ποσό στον ΑΝΤΕΝΝΑ για το λόγο που αναφέρει. Παρενθετικά, ως προς το ζήτημα της τράπεζας, επισημαίνεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 δεν αρνήθηκε ειδικά τον ισχυρισμό του Κ.Ν. ότι βρισκόταν σε συζητήσεις με την τράπεζα προκειμένου να εξασφαλίσει δάνειο για να εξοφλήσει τα media.

 

Ο Κ.Ν. αναφέρεται επίσης με λεπτομέρεια στα μηνύματα που έλαβε από συνεργάτες τους που εκφράζουν παράπονα τόσο ως προς τις οφειλές της Καθ’ ης η αίτηση 2 όσο και για τη συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση 1 (βλ. τεκμήρια 11[9], 14[10] και 15[11] της αρχικής ένορκης δήλωσης και τεκμήριο 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης), καθώς και για ποσό που καταβλήθηκε εκ λάθους στο λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 2 εκ μέρους της εταιρείας Papaellinas και από το οποίο επεστράφη μόνον μέρος, ενώ το υπόλοιπο ποσό εκ €19.493,41 κατακρατείται παράνομα. Επισημαίνει δε, ότι ένεκα της παράνομης κατακράτησης του εν λόγω ποσού, η εν λόγω εταιρεία μέχρι σήμερα δεν εξοφλεί τα τιμολόγια της Αιτήτριας που χρεώθηκαν σε σχέση με υπηρεσίες που παρασχέθηκαν μετά το περιστατικό, κάτι που δείχνει τον επηρεασμό των σχέσεων της Αιτήτριας με όλο το πελατολόγιο που αγοράστηκε από την Καθ’ ης η αίτηση 2, με ορατό πλέον τον κίνδυνο απώλειας του.       

 

Επισημαίνεται εδώ, ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 με ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερομηνίας 3/9/2025, προς απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος του Κ.Ν. ημερομηνίας 2/9/2025 με το οποίο της εκθέτει τους προβληματισμούς του ως προς τη συμπεριφορά της, αναφέρει κάποιες δικές της θέσεις και καταλήγει να πει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να μην εκπληρώσει τις οφειλές της και να διακόψει τη συνεργασία τους (βλ. τεκμήριο 12). Σύμφωνα με τον Κ.Ν. την ίδια μέρα αποχώρησε από το χώρο εργασίας της, ενώ έκτοτε έχει εξαφανιστεί, δεν ανταποκρίνεται στις κλήσεις του, ούτε στα ηλεκτρονικά του μηνύματα, με αποτέλεσμα να εκκρεμούν οι οφειλές.   

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται εύλογη η θέση και η ανησυχία που εκφράζει ο Κ.Ν. για το πελατολόγιο που αγοράστηκε από την Καθ’ ης η αίτηση 2 έναντι ποσού €270.000 και συγκεκριμένα για τον κίνδυνο απώλειας του, καθώς και για τις συνέπειες στη φήμη της Αιτήτριας και στη σχέση της με τους συνεργάτες και τους πελάτες της σε ένα στενό επαγγελματικό τομέα.  Είναι σαφής όμως η θέση του, επαναλαμβάνεται και εδώ, ότι η Αιτήτρια δεν διεκδικεί οφειλές προς τρίτους αλλά την εξόφληση των οφειλών που προυπήρχαν προς τα media με βάση τα συμφωνηθέντα. 

 

Ως προς τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση 1 ότι η Αιτήτρια στρέφεται εναντίον της χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την άρση του εταιρικού πέπλου, σημειώνω ότι, εκ πρώτης, δεν φαίνεται ότι η αξίωση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 1 θεμελιώνεται αποκλειστικά σε αρχές άρσης του εταιρικού πέπλου, αλλά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς περί πρόκλησης παράβασης σύμβασης και άλλων αδικοπρακτικών ενεργειών. Υπό τις περιστάσεις δεν κρίνω αναγκαία περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα στο παρόν στάδιο.

 

Δεν θα κριθεί βεβαίως σε αυτό το στάδιο κατά πόσο ευσταθούν οι θέσεις της Καθ’ ης η αίτηση 1 και αν πρόκειται για βάσιμη υπεράσπιση. Γενικότερα, όμως, θα έλεγα ότι η υπεράσπιση της Καθ' ης η αίτηση 1 περιορίζεται, κατά βάση, σε γενικές αρνήσεις, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένη θετική μαρτυρία που να αντικρούει ευθέως τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η Αιτήτρια.

 

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Αιτήτρια, με τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη και των θέσεων της άλλης πλευράς, κατέδειξε πραγματική προοπτική επιτυχίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ πως οι ισχυρισμοί ή/και οι θέσεις των Καθ’ων η αίτηση δεν κλονίζουν, στο παρόν στάδιο, την εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας.

 

Ολοκληρώνοντας με τη συγκεκριμένη προυπόθεση, επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εδώ αποδεικνύεται, ως αναφέρθηκε ήδη, πως υπάρχει τέτοια προοπτική.

 

(γ)   Δυσκολία ή αδυναμία πλήρους απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.

 

Όπως αναφέρθηκε, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Papastratis v. Petrides ανωτέρω[12]).

 

Όπως επίσης αναφέρθηκε, η Αιτήτρια ζητά την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας προκειμένου να υποχρεωθεί η Καθ' ης η αίτηση 2 να καταβάλει τα ποσά που οφείλει. Έχει σημειωθεί βεβαίως ότι διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ζητείται και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 1, όμως η τελευταία δεν είναι μέρος της συμφωνίας. Εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 2 αξιώνεται επίσης διάταγμα που να της απαγορεύει να μεταβιβάσει ή επιβαρύνει τα δύο ακίνητα που αφορούν και το αιτητικό Β της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, προβάλλονται αξιώσεις εναντίον των Καθ’ων η αίτηση για αποζημιώσεις στη βάση και των υπόλοιπων ισχυρισμών (δόλιες ενέργειες, οικειοποίηση, υπεξαίρεση, αποκόμιση κέρδους, αδικαιολόγητος πλουτισμός).

 

Έχοντας θέσει ενώπιον μου το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται και κατόπιν προβληματισμού, κατ’ αρχάς να σημειώσω ότι δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα επί τη βάση της αξιώσης εναντιον της Καθ’ ης η αίτηση 2 για ειδική εκτέλεση. Αυτό γιατί δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της εν λόγω θεραπείας και δεν τίθεται ζήτημα ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης θα καταστεί δύσκολη ή αδύνατη σε μεταγενέστερο στάδιο. Και για να το θέσω διαφορετικά, η τυχόν επιτυχία της αξίωσης για ειδική εκτέλεση δεν φαίνεται να εξαρτάται από τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων που ζητείται να δεσμευθούν.

 

Στρεφόμενος τώρα στις αξιώσεις εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για αποζημιώσεις, αναφέρω τα εξής.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τα όσα αναφέρονται από τον Κ.Ν., συνδυαστικά με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι ανησυχίες της Αιτήτριας είναι εύλογες. Η τελευταία με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 4 πλήρωσε €270.000 για την αγορά του πελατολογίου και του εξοπλισμού της Καθ’ ης η αίτηση 2 και αντί να απολαμβάνει τους καρπούς της επένδυσης της, βρέθηκε αντιμέτωπη με οχλήσεις από διάφορες εταιρείες ένεκα της άρνησης της Καθ’ ης η αίτηση 2 να πληρώσει τις οφειλές που ανέλαβε και με μια αρνητική συμπεριφορά εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 1 για να συνεργαστεί, κάτι που επισήμαναν και οι πελάτες που παραπονέθηκαν στον Κ.Ν.. Η Καθ’ ης η αίτηση 1 δε, κατά την τελευταία επικοινωνία της με τον Κ.Ν., ανέφερε ότι είχε σκοπό να εκπληρώσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις, αλλά επειδή θεωρεί ότι ο τελευταίος υπονοεί ότι η συνεργασία τους έφτασε σε αδιέξοδο, «δεν έχω άλλη επιλογή από το να μην εκπληρώσω τις οφειλές μου και να διακόψω την συνεργασία μας.» (βλ. τεκμήριο 12). Η αναφορά σε οφειλές από μέρους της, σε αυτό το στάδιο προκύπτει ότι αφορούσε τις οφειλές της Καθ’ ης η αίτηση 2 καθώς δεν προκύπτουν δικές της προσωπικές οφειλές στα media

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και λόγω των οχλήσεων που δεχόταν, η Αιτήτρια στην πορεία αναγκάστηκε να πληρώσει για οφειλές της Καθ’ ης η αίτηση 2 το ποσό των €40.000 που αφορούσε αμοιβή (YEB) που προοριζόταν για την Αιτήτρια και το ποσό των €3000 (στην εταιρεία Αντέννα).

 

Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία Papaellinas προέβη εκ λάθους σε κατάθεση στον λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 2 ποσού €29.487,41 αντί στον λογαριασμό της Αιτήτριας, επεστράφη μόνο μέρος του ποσού, ενώ μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατακρατείται το ποσό των €19.493,41. Το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με τη γενικότερη στάση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την τήρηση της συμφωνίας, τη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 1 ότι δεν θα εκπληρώσει τις σχετικές οφειλές, καθώς και το γεγονός ότι μετά την αποστολή του τεκμηρίου 12 στις 3/9/2025 αποχώρησε από τον χώρο εργασίας της και, σύμφωνα με τον Κ.Ν., έκτοτε δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις και τα μηνύματά του, καταδεικνύει εκ πρώτης μια σταθερή στάση μη συμμόρφωσης προς τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε η Καθ’ ης η αίτηση 2, καθώς και συμπεριφορά εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 1 η οποία, εφόσον αποδειχθεί κατά την ακρόαση, είναι δυνατό να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί παράβασης της συμφωνίας και πρόκλησης της παράβασης αυτής.

 

Όπως γίνεται αντιληπτό, στην έκταση που οι αποζημιώσεις που ζητούνται αφορούν τα ποσά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήτοι €40.000, €3.000 και €19.493,41 αντίστοιχα, αυτές μπορούν να αποτιμηθούν χρηματικά.

 

Προβληματίστηκα κατά πόσο η αξίωση για επιδίκαση αποζημιώσεων χωρίς καθορισμένο ποσό στην οπισθογράφηση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και αποζημιώσεις για το μέρος της αγωγής που αφορά στα παράπονα της Αιτήτριας ότι η Kαθ’ ης η αίτηση 2 δεν εκπλήρωσε τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, παραβιάζοντας έτσι τη συμφωνία των μερών. Απο τη στιγμή όμως που παρά την εν λόγω κατ’ ισχυρισμό παραβίαση, η Αιτήτρια επέλεξε να προωθήσει αξίωση για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, κάτι το οποίο προφανώς υποδηλοί ότι για εκείνη η συμφωνία είναι ακόμη ζωντανή και μπορεί να εκπληρωθεί, δεν τίθεται θέμα αξίωσης αποζημιώσεων που να καλύπτουν και τις συμβατικές υποχρεώσεις για τις οποίες ζητείται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Υπενθυμίζω συναφώς τη νομολογιακή αρχή ότι σε περίπτωση παραβίασης μιας συμφωνίας, το αναίτιο μέρος έχει την επιλογή να τερματίσει τη συμφωνία και να ζητήσει αποζημιώσεις για παράβαση της ή να επιμένει στη συνέχιση της και να αξιώσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις δικαιούται να λάβει, πέραν και ανεξάρτητα της αποκατάστασης που θα λάβει με την εκπλήρωση της συμφωνίας, εφόσον το μέτρο των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας είναι να τεθεί το αναίτιο μέρος στην κατάσταση που θα ήταν αν η σύμβαση εκπληρωνόταν κανονικά[13].

 

Εφόσον λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια επιδιώκει να διαταχθεί η Καθ’ ης η αίτηση 2 να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που κατ’ εκείνην μέχρι σήμερα δεν εκπλήρωσε, το θέμα των αποζημιώσεων δεν μπορεί παρά να αφορά μόνον τις όσες επιπρόσθετες πράξεις ή παραλείψεις αποδίδονται στην Καθ’ ης η αίτηση 2, δηλαδή τους ισχυρισμούς για οικειοποίηση, υπεξαίρεση, αποκόμιση κέρδους και αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι αποζημιώσεις των οποίων μπορούν, στο παρόν στάδιο, να συνδεθούν τουλάχιστον με τα ποσά των €40.000, €3.000 και €19.493,41, ήτοι συνολικά €62.493,41.

 

Υπό αυτή τη σκοπιά θα μπορούσαν να εκδοθούν προσωρινά διατάγματα της φύσης που ζητά η Αιτήτρια, αν με βάση τα οικονομικά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 2 θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί με επιτυχία η οποιαδήποτε απόφαση για αποζημιώσεις ήθελε εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας.

 

Για το θέμα αυτό, επισημαίνεται ότι από την έρευνα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 1Α), προκύπτει ότι τα δύο ακίνητα της Καθ’ ης η αίτηση 2 είναι υποθηκευμένα από το 2001, έναντι ποσού €250.000 και €60.000 αντίστοιχα. Παρενθετικά, σημειώνω ότι παρόλο που δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην  αξία των ακινήτων, η αναφορά στο ύψος των υποθηκών θεωρείται επαρκής για σκοπούς δέσμευσης (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. 1. Joseph P. Lasala κ.α. (2007) 1 ΑΑΔ 162). Σημειώνω επίσης ότι οι Καθ’ ων η αίτηση τήρησαν σιγήν ιχθύος ως προς την αξία των ακινήτων αλλά και για τις υποχρεώσεις που επιβαρύνουν τα ακίνητα.

 

Από το ίδιο τεκμήριο 1Α επίσης, προκύπτει ότι ολόκληρη η περιουσία της εταιρείας επιβαρύνεται με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις ύψους €30.000 και €150.000, οι οποίες  ενεγράφησαν το 2008 και το 2019 αντίστοιχα, προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας.

 

Εάν στα πιο πάνω συνυπολογιστούν και οι λοιπές σοβαρές οικονομικές υποχρεώσεις της Καθ’ ης η αίτηση 2 προς τα media, οι οποίες προκύπτουν εκ πρώτης από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, ως στοιχείο της συνολικής οικονομικής της κατάστασης, έχω την άποψη ότι υπό τις περιστάσεις καθίσταται αναγκαία η δέσμευση των ακινήτων της Καθ’ ης η αίτηση 2. Υπό τα δεδομένα αυτά, προκύπτει σοβαρός κίνδυνος ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης ή περαιτέρω επιβάρυνσης της περιουσίας της, η οποιαδήποτε απόφαση για αποζημιώσεις υπέρ της Αιτήτριας ενδέχεται να παραμείνει ανικανοποίητη ή η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης να καταστεί δύσκολη ή αδύνατη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Ανεξάρτητα των ανωτέρω, αν και ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι λαμβανομένης υπόψη της φύσης των ισχυρισμών που περιβάλλουν τις συγκεκριμένες αξιώσεις για αποζημιώσεις (οικειοποίηση, υπεξαίρεση) κρίνω σε κάθε περίπτωση ότι θα μπορούσε με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας να εκδοθεί διάταγμα της φύσης που ζητά η Αιτήτρια εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 2, ώστε να μην είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί με επιτυχία η οποιαδήποτε απόφαση για αποζημιώσεις ήθελε εκδοθεί υπερ της Αιτήτριας.

 

Τούτο όμως θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να ισχύσει για την Καθ’ ης η αίτηση. Όχι μόνον γιατί δεν αποδείχθηκε ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 απέκτησε οποιαδήποτε χρήματα προσωπικά ή οποιοδήποτε προσωπικό όφελος υπό μορφή περιουσιακών στοιχείων αλλά και επειδή η ουσία των ισχυρισμών της Αιτήτριας περιστρέφεται γύρω από τη στάση που η Καθ’ ης η αίτηση 2 επέδειξε στη συμφωνία των μερών, με τους εν λόγω ισχυρισμούς να επεκτείνονται μεν στις ενέργειες της Καθ’ ης η αίτηση 1 αλλά πάντοτε υπό την ιδιότητα της ως αξιωματούχου της Καθ’ ης η αίτηση 2. Με άλλα λόγια το ότι μπορεί η Καθ’ ης η αίτηση 1 να προκάλεσε την Καθ’ ης η αίτηση 2 να προβεί στις πράξεις και παραλείψεις για τις οποίες παραπονείται η Αιτήτρια και μάλιστα κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 2, δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται, άνευ ετέρου, και η έκδοση παρόμοιων διαταγμάτων για τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 1.

 

Η πιο πάνω κατάληξη βεβαίως σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 1 συμπαρασύρει και το υποβοηθητικό / επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης που ζητείται (αιτητικό Δ).

 

Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal

Η Αιτήτρια με το αιτητικό Ε ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Καθ’ ης η Αίτηση 1 όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του διατάγματος, ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της ένορκη δήλωση, με την οποία να παραθέτει τις πληροφορίες που καταγράφονται και στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις εν λόγω πληροφορίες.

 

Για το συγκεκριμένο αίτημα, κατ’ αρχάς αναφέρεται ότι δεν προκύπτει καμία σχετική αναφορά στις ένορκες δηλώσεις του Κ.Ν. ως προς τις πληροφορίες που ζητούνται και για την αναγκαιότητα τους.

 

Περαιτέρω, σημειώνω ότι η Αιτήτρια έχει καταχωρίσει την αγωγή της εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση προβάλλοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς και παραθέτοντας λεπτομέρειες απάτης και/ή δόλου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και δεν αναζητά πληροφορίες προκειμένου να ενάγει τους αδικοπραγούντες. Οι κυρίως αδικοπραγούντες, σύμφωνα πάντα με τη θέση της Αιτήτριας, είναι ήδη Εναγόμενοι στην αγωγή.

 

Διατάγματα στη βάση των αρχών που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmacal, όταν στρέφονται εναντίον του κυρίως αδικοπραγούντα, συνιστούν ακόμη πιο εξαιρετική περίπτωση άσκησης της σχετικής δικαιοδοσίας. Εγείρουν ευρύτερα ζητήματα που άπτονται του δίκαιου χειρισμού μιας υπόθεσης, διότι στην ουσία ζητείται από εναγόμενο να παράσχει στοιχεία προς υποστήριξη της υπόθεσης που στρέφεται εναντίον του. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή ως προς τη φύση και το εύρος των πληροφοριών που επιζητούνται. Η αγγλική νομολογία έχει αναγνωρίσει αυτή τη διαφορετική διάσταση και μεταχείριση. Ενδεικτικά παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση AQR Capital Management LLC and others v The London Metal Exchange and another [2022] EWHC 3313 (Comm), επισημαίνοντας παράλληλα ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε πιθανό εναγόμενο σε προτεινόμενη αγωγή (potential defendant in the intended action) ενώ στην παρούσα περίπτωση οι Καθ’ ων η αίτηση είναι ήδη Εναγόμενες στην αγωγή.

 

«31. Fifth, a notable feature of this case is that the claim for Norwich Pharmacal relief is made against the only potential Defendants in the intended action. I accept the submission of Mr McGrath that there is no formal bar to such a claim. This is not a jurisdiction which is likely to have such hard-edged rules and I was referred to one case, Sarayiah v Williams [2017] EWHC 2918 (Ch), at [28], where Jay J was of the view that it was not a misuse of the jurisdiction to claim against intended Defendants. The Judge in that case said that that was “a relevant consideration but it is not decisive”. I agree. I see no reason in theory why a party cannot seek Norwich Pharmacal relief against an intended Defendant but this is bound to affect the overall evaluation of the claim. It is not a claim based on the need for third party assistance but on an entitlement to require a defendant to provide evidence against itself. That immediately raises questions as to why that is thought necessary and appropriate and indeed why such a case differs from any other action in which a Claimant may be expected to proceed with what it has already got and without further assistance from equity. It also raises fundamental questions about procedural fairness, which questions become more pressing the greater the scale of the relief sought. That is why I mentioned earlier the scope of the draft order sought by the Claimants. Mr McClelland submitted that, even in the context of an already exceptional jurisdiction, it would be unusually exceptional to order an intended defendant to provide full disclosure and indeed full witness evidence about the subject matter of a complaint before the action has been begun. I entirely agree».

Όπως ανέφερα ήδη, η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε προτιθέμενο εναγόμενο σε αγωγή που δεν είχε ακόμα εγερθεί. Εδώ, η περίπτωση αφορά υφιστάμενους Εναγόμενους, σε αγωγή στην οποία έχει ήδη καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Επισημαίνεται επίσης ότι υπάρχει διαδικασία μέσω της «κανονικής» δικονομικής οδού για γενική και ειδική αποκάλυψη, η οποία είναι στη διάθεση της Αιτήτριας στην πορεία της υπόθεσης προς τη δίκη. Σε περίπτωση δε που η Αιτήτρια πετύχει την έκδοση απόφασης υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και οι τελευταίες δεν συμμορφωθούν, υπάρχουν μηχανισμοί για διερεύνηση της περιουσιακής κατάστασης.

 

Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι υπάρχει σχετική αναφορά στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης ότι η Αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμα της για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης καθότι εκκρεμεί ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων, όμως κατά την κρίση μου αν ανατρέξει κάποιος στις πληροφορίες που ζητούνται με το αιτητικό Ε, θα διαπιστώσει ότι οι πληροφορίες αυτές στην πραγματικότητα δεν ζητούνται προκειμένου να συμπληρώσουν οποιαδήποτε κενά στη μαρτυρία της Αιτήτριας για να μπορεί να προωθήσει αποτελεσματικά την αγωγή της. Αυτό που επιδιώκει εν προκειμένω η Αιτήτρια είναι να λάβει μια γενική πληροφόρηση για την περιουσία των Καθ’ ων η αίτηση, ενέργεια όμως που είναι εκτός πλαισίου του Norwich Pharmacal.

 

Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παρούσα αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για την ενεργοποίηση της εξαιρετικής δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal, ούτε ότι η κανονική δικονομική διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων και πληροφοριών είναι ανεπαρκής για την προστασία των δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης δεν μπορεί να εκδοθεί. 

 

Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης, σημειώνεται κατ’ αρχάς ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχει ήδη απαντηθεί μέσα από την ανάλυση που προηγήθηκε.

 

Οι λοιποί λόγοι ένστασης, στον βαθμό που δεν έχουν ήδη απαντηθεί μέσα από την ανάλυση που προηγήθηκε, εξετάζονται συνοπτικά κατωτέρω.

Δεν έχουν τεθεί στοιχεία ενώπιον μου εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση που να καταδεκνύουν ότι η Αιτήτρια απέκρυψε οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα και ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ούτε όμως ότι υπήρξε κακοπιστία από μέρους της κατά την προώθηση της παρούσας αίτησης. Επίσης, δεν διαπιστώνεται υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης και εν πάση περιπτώσει δεν παρατηρείται καθυστέρηση τέτοιας έκτασης ή φύσης ώστε να καθίσταται μοιραία για την αίτηση.

 

Κατάληξη

Η αίτηση εγκρίνεται μερικώς για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 2 ως το αιτητικό Β της αίτησης, το οποίο θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 1 απορρίπτεται.

 

Ως προς τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση πέτυχε μόνο εν μέρει, ενώ απορρίφθηκε ως προς ουσιώδες μέρος της, καθώς και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα και ανάλογη διαταγή εκδίδεται.

 

 

                                                                  (Υπ.) Μιχάλης Παπαθανασίου

                       Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] « 32 (1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

[2] Tα οποία έλκουν την ονομασία τους από την αγγλική υπόθεση Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A. [1975] 2 Lloyd΄s Rep. 509.

[3] βλ. Sunoil Bunkering v. Jaouhar Maritime (1987) 1 C.L.R. 627, Παντελίδη ν. Πιερή (1998) 1 Α.Α.Δ. 2111 και Shishkarev ν. Lanuria Limited, Πολ. Έφεση αρ. E385/2016, ημερ. 7/6/2018.

[4] Tα οποία έλαβαν την ονομασία τους από την αγγλική υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners and Custom Excise (1973) 2 All E.R. 943.

[5] «5.-(1) Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.

(2) Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.

(3) Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.»

[6] Ως προς τη δυνατότητα  του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1 ΑΑΔ 1938.

[7] « 76.-(1) Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν-

(α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου~ και

(β) είναι γραπτή~ και

(γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής~και

(δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη. »

 

[8] 34.-(1) Πρόσωπο το οποίο, για λόγους άλλους από την προώθηση απεργίας ή ανταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφορά που δημιουργήθηκε στην εργασία ή τη βιoμηχαvία στην όποια απασχoλoύvται οι απεργοί ή αvταπεργoί, eν γνώσει και χωρίς επαρκή δικαιoλoγία, προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά vόμo δεσμευτική σύμβαση με τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του τρίτου.

 

[9] Ημερομηνίας 2/9/2025.

[10] Ημερομηνίας 13/11/2025.

[11] Ημερομηνίας 13/11/2025.

[12] Βλ. και Zena Co Ltd v. Demenlan Catering Ltd (2011) 1Γ ΑΑΔ 1848.

[13] Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά. (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1311.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο