ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αγωγή: 3403/2014
Μεταξύ:
WTE WASSERTECHNIK GmbH – BAMAG GmbH & Co. KG
«WTE – BAMAG CONSORTIUM», από τη Γερμανία
Ενάγοντες
και
1. Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, δια του Γενικού Εισαγγελέα, ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας
2. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας
Εναγόμενων
9 Ιουλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: κα Ραπτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Μαμαντόπουλος για Σάββας Μαμαντόπουλος & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο 1: κα Παπαμιλτιάδου και κα Γρηγορίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εισαγωγή. Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα (στο εξής «WTE») αξιώνει εναντίον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (στο εξής η «ΑΑΠ») δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 146(6) του Συντάγματος. Η αποζημίωση αφορά ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί συνεπεία διοικητικής πράξης που κηρύχθηκε άκυρη. Η ακυρωθείσα πράξη αφορούσε την κατακύρωση δημόσιου διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας (στο εξής «ΣΑΛ») για τη μελέτη, κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση εργοστασίου επεξεργασίας λυμάτων. Η ΑΑΠ αρνείται ότι υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει. Στην Υπεράσπιση της εγείρει διάφορα νομικά σημεία που, εισηγείται, ότι συνιστούν εμπόδια στις αξιώσεις της WTE.
Σημειώνω ότι η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2, ΣΑΛ, είχε απορριφθεί με απόφαση ημερομηνίας 21.4.2016 από το παρόν Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση). Αναφορά σε κάποια σημεία εκείνης της απόφασης γίνεται και πιο κάτω.
2 Παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, στη μεγαλύτερη τους έκταση, είναι κοινώς αποδεκτά. Η σύγκληση στα γεγονότα φαίνεται τόσο από τις έγγραφες προτάσεις όσο και το μέρος της μαρτυρίας και τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Παράλληλα, αρκετά γεγονότα και έγγραφα δηλώθηκαν από τους συνηγόρους ως παραδεκτά για σκοπούς ενδιάμεσης αίτησης που προηγήθηκε και συμφωνήθηκε όπως θεωρηθούν παραδεκτά και για σκοπούς της δίκης. Η διαφωνία των δύο πλευρών εστιάζει στην ερμηνεία και νομικές συνέπειες των εγγράφων και κατά πόσο τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση στοιχειοθετούν τη βάση αγωγής που επικαλείται η WTE. Υπάρχει επίσης διαφωνία ως προς τα ποσά που η WTE αξιώνει.
Ξεκινώ με μια σύνοψη των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων γιατί αυτά οριοθετούν το πλαίσιο της συζήτησης και ανάλυσης που θα ακολουθήσει:
(α) Στις 15.4.2004 δημοσιεύτηκε η προκήρυξη διαγωνισμού (Τεκμήριο 11) από το ΣΑΛ με αριθμό WWTP/2006 για τη Μελέτη, Κατασκευή και Δεκαετή Λειτουργία και Συντήρηση του Εργοστασίου Επεξεργασίας Λυμάτων Βαθιάς Γωνίας (στο εξής ο «Διαγωνισμός» και το «Επίδικο Έργο» αντίστοιχα). Το Επίδικο Έργο αποτελούσε μέρος του αποχετευτικού συστήματος μείζονος Λευκωσίας.
(β) Στα πλαίσια του Διαγωνισμού, στο στάδιο προεπιλογής επιλέχθηκαν από το ΣΑΛ επτά προσφοροδότες. Μεταξύ αυτών ήταν και η WTE.
(γ) Οι προεπιλεγέντες προσφοροδότες κλήθηκαν από το ΣΑΛ περί τον Ιούνιο 2006 να υποβάλουν προσφορές με τη μέθοδο των δύο φακέλων, Α’ τεχνικός φάκελος και Β’ οικονομικός φάκελος. Τελικά υποβλήθηκαν τέσσερεις προσφορές, μεταξύ των οποίων ήταν και η προσφορά της WTE (Τεκμήριο 11).
(δ) Η επιτροπή αξιολόγησης των προσφορών υπέβαλε στις 22.11.2006 έκθεση αξιολόγησης στον πρόεδρο και τα μέλη της επιτροπής προσφορών του ΣΑΛ (Τεκμήρια 13 στην αγγλική γλώσσα και Τεκμήριο 14 η ελληνική μετάφραση). Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης, η τελική κατάταξη των τεσσάρων προσφοροδοτών, αφού λήφθηκε υπόψη η τεχνική και οικονομική προσφορά, ήταν ως εξής: 1η κατατάγηκε η κοινοπραξία Stereau-Saur-Iacovou Brothers (Constructions) Ltd (στο εξής «SSI»), 2η κατατάχθηκε η WTE και στην 3η και 4η θέση κατατάχθηκαν άλλοι δύο προσφοροδότες.
(ε) Στην έκθεση Τεκμήριο 13, η Επιτροπή Αξιολόγησης καταγράφει τα εξής στη σελίδα 17, παράγραφος 6.7:
«6.7. In the unlikely event that no agreement is reached with the best evaluated Tenderer, the SBN will open up negotiations with the second best evaluated Tenderer WTE WASSERTECHNIK GmbH- BAMAG GmbH & Co».
Στα ελληνικά, ως το Τεκμήριο 14, το πιο πάνω απόσπασμα έχει ως εξής:
«6.7. Στην απευκταία περίπτωση μη επίτευξης τελικής συμφωνίας ως ανωτέρω με την Κοινοπραξία STEREAU-SAUR-IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD κατά τη διάρκεια της τελικής διαπραγμάτευσης, τότε το Συμβούλιο θα πρέπει να προχωρήσει σε αντίστοιχη διευκρινιστική συνάντηση και με τον δεύτερο καλύτερο αξιολογηθέντα Προσφοροδότη, την Κοινοπραξία WTE WASSERTECHNIK GmbH-BAMAG GmbH & Co.»
(στ) Η Επιτροπή Προσφορών του ΣΑΛ συνήλθε στις 27.11.2006 και εξέτασε την Έκθεση Αξιολόγησης (Τεκμήρια 13 και14). Τα πρακτικά εκείνης της συνεδρίας κατέστησαν Τεκμήριο 12. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, η Επιτροπή Προσφορών του ΣΑΛ:
«…υιοθέτησε την υποβληθείσα εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης για κατακύρωση της προσφοράς στον καλύτερο αξιολογηθέντα προσφοροδότη ήτοι την Κοινοπραξία Stereau-Saur-Iacovou Brothers (Constructions) Ltd στην ολική τιμή των Λ.Κ.22.609.429,75 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. με δεύτερο καλύτερο αξιολογηθέντα προσφοροδότη την Κοινοπραξία WTE Wassertechnik GmbH-Bamag GmbH & Co στην ολική τιμή των Λ.Κ.24.701.260,55 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α…»
(ζ) Στις 21.12.2006 η Επιτροπή Προσφορών του ΣΑΛ συνεδρίασε εκ νέου και εξέτασε γνωμάτευση του νομικού της συμβούλου. Τα πρακτικά εκείνης της συνεδρίας περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 12. Σχετικά με όσα έλαβαν χώρα κατά τη συνεδρία, το Τεκμήριο 12 καταγράφει τα εξής:
«33. […] Το Συμβούλιο αποφασίζει την κατακύρωση της προσφοράς στην Κοινοπραξία Stereau-Saur- Iacovou Brothers (Constructions) Ltd στην ολική τιμή των £22.609.419,75 περιλαμβανομένου ΦΠΑ, ως την καλύτερη αξιολογηθείσα προσφορά, υπό τον όρο ότι ο προσφοροδότης μέχρι την 31η Ιανουαρίου 2007 θα εξασφαλίσει και παρουσιάσει τις επιβεβαιώσεις που προβλέπονται από τις πρόνοιες του Άρθρου 51(1) και 51(2) (α) (β) και (γ) του περί Δημοσίων Προσφορών Νόμου 12(Ι)/2006. Διευκρινίζεται ότι η κατακύρωση της προσφοράς θα ισχύσει νοουμένου ότι θα υπάρξει συμμόρφωση του προσφοροδότη ως προς τις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας οπότε και θα προχωρήσει η υπογραφή των Συμβολαίων με τον επιτυχόντα προσφοροδότη, αφού παρέλθουν βέβαια οι προθεσμίες περί Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών.
[…]
36. Το Συμβούλιο αποφάσισε επίσης ως δεύτερο καλύτερο αξιολογηθέντα προσφορδότη την Κοινοπραξία WTE Wassertechnick GmbH-Bamag GmbH & Co στην ολική τιμή των £24.701.260,55 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ σε περίπτωση που ο επιτυχών προσφοροδότης δεν ικανοποιήσει τον πιο πάνω όρο.»
(η) Στις 22.12.2006 με επιστολή του ΣΑΛ προς την SSI, η SSI ενημερώθηκε για την υπό όρους κατακύρωση της προσφοράς (Τεκμήριο 18).
(θ) Σε συνεδρία του ΣΑΛ ημερομηνίας 2.3.2007, κρίθηκε ότι είχαν πληρωθεί οι όροι και αποφασίστηκε η κατακύρωση της προσφοράς στην SSI (Τεκμήριο 16). Το ΣΑΛ πληροφόρησε την WTE για την απόφαση αυτή με επιστολή ημερομηνίας 5.3.2007.
(ι) Η WTE καταχώρησε την ιεραρχική προσφυγή υπ’ αριθμό 17/2007 στις 26.3.2007, κατά της απόφασης του ΣΑΛ ημερομηνίας 2.3.2007.
(ια) Στα πλαίσια της ιεραρχικής προσφυγής η ΑΑΠ εξέδωσε στις 26.3.2007 ενδιάμεσο προσωρινό μέτρο αναστολής για τη μη υπογραφή του σχετικού συμβολαίου με την SSI. Το προσωρινό αυτό διάταγμα οριστικοποιήθηκε στις 28.3.2007.
(ιβ) Τελικά, η ΑΑΠ με απόφαση ημερομηνίας 22.5.2007 απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή.
(ιγ) Εναντίον εκείνης της απόφασης της ΑΑΠ, η WTE καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την προσφυγή υπ’ αριθμό 996/2007. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 27.5.2009 απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την απόφαση της ΑΑΠ.
(ιδ) Η WTE καταχώρησε την αναθεωρητική έφεση υπ’ αριθμό 104/2009. Με απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.6.2013, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε.
(ιε) Μετά την εξέλιξη αυτή, η WTE με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 12.3.2014 αποτάθηκε στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών και ζήτησε ενεργό συμμόρφωση με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ωστόσο, επειδή το Επίδικο Έργο είχε ήδη ολοκληρωθεί και βρισκόταν για πολλά χρόνια σε λειτουργία, η WTE ζήτησε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146(6) του Συντάγματος.
(ιστ) Ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των μερών χωρίς να ικανοποιηθεί η αξίωση της WTE. Ενόψει αυτού η WTE καταχώρησε την παρούσα αγωγή.
3 Μαρτυρία. Με δεδομένο το πιο πάνω υπόβαθρο, θα αναφερθώ εν συντομία στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη. Κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, δύο για την WTE και ένας για την ΑΑΠ. Επειδή τα πλείστα γεγονότα είναι παραδεκτά, αυτό περιόρισε σημαντικά το εύρος της μαρτυρίας.
(α) ΜΕ1. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της WTE ήταν ο κ. Γιώργος Μαρτίδης, συνεταίρος στην Deloitte, τον μεγαλύτερο οίκο συμβουλευτικών υπηρεσιών στον κόσμο. Ο ΜΕ1 έχει εμπειρία 25 χρόνων και είναι επικεφαλής του τμήματος χρηματοοικονομικών συμβουλευτικών υπηρεσιών που εξειδικεύεται σε μελέτες αποτίμησης (valuations). Τα προσόντα και εμπειρία του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν.
Η μαρτυρία του εστιάστηκε στο ύψος της ισχυριζόμενης ζημιάς και στις αποζημιώσεις που διεκδικεί η WTE.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η WTE είχε αποταθεί στην Deloitte περί το 2015, ως ανεξάρτητο οίκο, και ζήτησε την εξέταση και αξιολόγηση των οικονομικών αξιώσεων που εγείρει με την παρούσα αγωγή. Αναφέρθηκε στα διάφορα στοιχεία και οικονομικά δεδομένα που έτυχαν εξέτασης από την ομάδα του και τη μέθοδο που ακολούθησαν. Οι διαπιστώσεις τους αποτυπώθηκαν σε σχετική έκθεση, Τεκμήριο 2, που ετοιμάστηκε. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της έκθεσης και εξήγησε αναλυτικά, με αναφορά στα στοιχεία και έγγραφα που τους παρασχέθηκαν από την WTE τους υπολογισμούς και συμπεράσματα που εκεί καταγράφονται.
Όπως ο ΜΕ1 εξήγησε, στην έκθεση του διαχωρίζει τη ζημιά της WTE σε τρεις ενότητες.
Η 1η ενότητα αφορά έξοδα για την προετοιμασία και καταχώρηση της προσφοράς που υπέβαλε στον Διαγωνισμό (tender preparation and submission expenses). Για την αποτίμηση αυτής της ισχυριζόμενης ζημιάς ο ΜΕ1 εξήγησε ότι είχε βασιστεί σε πίνακες (time sheets) που παρασχέθηκαν από την WTE όπου καταγράφονται αναλυτικά οι λειτουργοί που είχαν εργαστεί για σκοπούς της προσφοράς, η εργασία που εκτέλεσαν και ο χρόνος που ανάλωσαν για κάθε ενέργεια.
Η 2η ενότητα αφορά την απώλεια του κέρδους (loss of profit) που θα πραγματοποιούσε η WTE εάν κατακυρωνόταν σε εκείνη ο Διαγωνισμός. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι για τον υπολογισμό αυτού του ποσού βασίστηκε στο μικτό κέρδος της WTE. Λήφθηκαν υπόψη οι οικονομικές καταστάσεις επτά ετών (Τεκμήρια 4-10) από τις οποίες καθορίστηκε ο μέσος όρος του ποσοστού μεικτού κέρδους της εταιρείας. Η περίοδος των επτά ετών θεωρήθηκε αντιπροσωπευτική. Εξήγησε ότι επιλέχθηκαν τα έτη 2004-2010 γιατί μετά το 2010 η εταιρεία αναπτύχθηκε σημαντικά σε οικονομικά μεγέθη και δεν θα ήταν αντιπροσωπευτικό το δείγμα. Ο ME1 εξήγησε ότι οι οικονομικές καταστάσεις της WTE ετοιμάζονταν με βάση τα γερμανικά λογιστικά πρότυπα που δεν προβλέπουν αναφορά σε μικτό κέρδος, σε αντίθεση με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Συνεπώς, εξήγησε, για σκοπούς της αποτίμησης έπρεπε να γίνει αναπροσαρμογή των στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις, χωρίς να επηρεάζονται τα υποκείμενα οικονομικά δεδομένα. Αυτό έγινε και ακολούθως τα αναπροσαρμοσμένα στοιχεία στάλθηκαν στην KPMG που είναι οι ελεγκτές της WTE προς έλεγχο της ορθότητας τους. Ο ΜΕ1 παρουσίασε βεβαίωση (Τεκμήριο 3) από την KPMG για την ορθότητα των υπολογισμών της αναπροσαρμογής. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 αμφισβητήθηκε η ορθότητα της αναπροσαρμογής στην οποία είχε προβεί. Αυτός επέμενε στην ορθότητα αυτής εξηγώντας με λεπτομέρεια τον τρόπο διενέργειας της.
Η 3η ενότητα ισχυριζόμενης ζημιάς αφορά αυτό που η WTE χαρακτηρίζει ως απώλεια αναφοράς (loss of reference). Συνίσταται στο ότι η WTE έχει απωλέσει την ευκαιρία να βασίζεται/παρουσιάζει για σκοπούς άλλων έργων στην εμπειρία που θα είχε αποκομίσει εάν είχε αναλάβει το Επίδικο Έργο. Αυτό της στέρησε τη δυνατότητα να προσφοροδοτήσει για αντίστοιχα έργα, οι όροι προσφοράς των οποίων απαιτούσαν προηγούμενη πείρα στον συγκεκριμένο τομέα.
Δεν θα επεκταθώ στους υπολογισμούς του ΜΕ1 σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω αναφορά θα γίνει πιο κάτω.
(β) ΜΕ2. Ο 2ος μάρτυρας για την WTE ήταν ο κ. Joerg Koering, τεχνικός διευθυντής της εταιρείας που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν προϊστάμενος του τμήματος προσφορών και διευθυντής/υπεύθυνος της προσφοράς για το Επίδικο Έργο.
O ME2 παρουσίασε διάφορα έγγραφα που είχαν σχέση με τον Διαγωνισμό και τη διαδικασία προσφορών. Αναφέρθηκε στην εμπειρία του Ομίλου WTE και σημείωσε ότι τα έργα που αναλάμβανε ο όμιλος, κατά την περίοδο 2006-2007 απέδιδαν μέσο περιθώριο κέρδους περί το 15% του ποσού της ακαθάριστης συμβατικής τιμής. Αναφέρθηκε αναλυτικά στον τρόπο κοστολόγησης των έργων που αναλαμβάνει η εταιρεία WTE και στη διαδικασία που ακολουθείται εσωτερικά για την ετοιμασία των προσφορών που υποβάλλονται.
Αναφέρθηκε επίσης σε έτερο έργο, αντίστοιχο με το Επίδικο Έργο, που είχε κατακυρωθεί στην WTE κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, στο οποίο όμως η WTE έπρεπε να αναθέσει σε υπεργολάβο μέρος των εργασιών γιατί η ίδια δεν πληρούσε το κριτήριο της πρότερης εμπειρίας. Το ποσό που πλήρωσε στον υπεργολάβο εκείνο είναι το ίδιο που η WTE αξιώνει στην 3η κατηγορία ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της απώλειας αναφοράς (loss of reference) που προκάλεσε η παρούσα υπόθεση.
(γ) ΜΥ1. Για την πλευρά της ΑΑΠ κατέθεσε ο κ. Γρηγόρης Κυριακίδης, μέλος του Institute of Chartered Accountants και του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου και λειτουργός στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας.
Του ανατέθηκε εκ μέρους της ΑΑΠ ο έλεγχος και αξιολόγηση των υπολογισμών της έκθεσης του ΜΕ1. Κατόπιν του ελέγχου που διενήργησε παρουσίασε δικούς του πίνακες με υπολογισμούς.
Δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των υπολογισμών της 1ης ενότητας ισχυριζόμενων ζημιών. Συμφώνησε ότι συνάδουν με τα timesheets στα οποία βασίστηκε ο ΜΕ1.
Αναφορικά με τη 2η ενότητα, διαφώνησε στον τρόπο υπολογισμού του μικτού κέρδους. Η διαφωνία του εστιάζει στο ότι δεν έγινε ορθά, όπως υποστήριξε, η αναπροσαρμογή των οικονομικών καταστάσεων της WTE από τα γερμανικά λογιστικά πρότυπα στα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι εάν είχε γίνει ορθά η μεταφορά των ποσών τότε ανέμενε πως θα περιλαμβάνονταν αποσβέσεις σε σχέση με μηχανήματα της εταιρείας. Ανέφερε επίσης ότι διαφωνεί με την παράμετρο που αφορά σε αναγνώριση προβλέψεων (release of provisions). Κατά την άποψη του, για να γίνει ορθά η μεταφορά έπρεπε να διενεργηθεί πλήρης έλεγχος των υποκείμενων δεδομένων. Εφόσον αυτό δεν έγινε, η δική του θέση είναι πως τα αντίστοιχα ποσά πρέπει να αφαιρεθούν τελείως από τον υπολογισμό του μικτού κέρδους.
Αναφορικά με την 3η κατηγορία ζημιών που διεκδικεί η WTE, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι η απώλεια αναφοράς (loss of reference) είναι παράμετρος υποκειμενική που βασίζεται σε υποθετικά σενάρια και όχι σε μετρήσιμα στοιχεία.
Ο ΜΥ1 διαφώνησε και για τον τρόπο που ο ΜΕ1 υπολόγισε τον τόκο επί των ποσών που αξιώνονται με την αγωγή.
4 Αξιολόγηση. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες που κατέθεσαν και μελέτησα το περιεχόμενο όλων των τεκμηρίων καθώς και των εγγράφων που είναι μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Σε σχέση με τη δια ζώσης μαρτυρία, επικεντρώθηκα στην εσωτερική συνοχή, πειστικότητα και σαφήνεια της μαρτυρίας σε συνάρτηση με τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια.
(α) ΜΕ2. Ξεκινώ από τον ΜΕ2 που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας γεγονότων. Η μαρτυρία του, πέραν από αναφορές σε μη αμφισβητούμενα ζητήματα και το ιστορικό της υπόθεσης, ουσιαστικά αφορούσε κάποια επιμέρους γεγονότα. Όπως ήδη ανέφερα, το εύρος των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων δεν άφησε ουσιαστικά ζητήματα υπό αμφισβήτηση. Η μαρτυρία του ΜΕ2 συνεπώς, συμπλήρωσε κάποια κενά και παρείχε πρόσθετες λεπτομέρειες.
Δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η αλήθεια της μαρτυρίας του. Κατά την αντεξέταση, η συνήγορος της ΑΑΠ προσπάθησε να αναδείξει σημεία στα γεγονότα που θεωρούσε ότι είναι υποστηρικτικά για τις θέσεις που προβάλλονται μέσω της Υπεράσπισης. Όμως, δεν παρουσιάστηκε αντίθετη ή ασυμβίβαστη εκδοχή από την Υπεράσπιση για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα.
Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, κυρίως κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ2 προέβη σε αναφορές που μπορούν να θεωρηθούν ως ερμηνεία του περιεχομένου κάποιων επιστολών. Σαφώς οι απόψεις που εκφράστηκαν ανήκουν στον μάρτυρα και δόθηκαν στη ροή της συζήτησης. Το Δικαστήριο διαμορφώνει τη δική του ανεξάρτητη κρίση σε σχέση με την ερμηνεία εγγράφων και τις νομικές τους επιπτώσεις.
Γενικότερα για τη μαρτυρία του ΜΕ2, δεν έχω εντοπίσει ασυνέπειες, εγγενείς αδυναμίες ή αντιφάσεις. Θεωρώ ότι προσπάθησε με ειλικρίνεια να απαντήσει τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την αντεξέταση όσο και στην κυρίως εξέταση. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος. Αποδέχομαι τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε. Όπως ανέφερα, κάποιες απόψεις που εξέφρασε δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα.
(β) ΜΕ1 και ΜΥ1. Αξιόπιστοι θεωρώ ότι ήταν τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΥ1, που κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν αμφισβητήθηκε και, ενόψει του βιογραφικού τους, την αποδέχομαι[1].
Σε σχέση με τον ΜΕ1, θεωρώ ότι ήταν ανεξάρτητος. Παρότι η Deloitte διορίστηκε από την WTE εντούτοις δεν υπάρχει κάποια άλλη, προϋπάρχουσα ή μεταγενέστερη, παράλληλη σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών, πέραν αυτής της υπόθεσης. Θεωρώ ότι ο ΜΕ1 επιδίωξε με ειλικρίνεια και σαφήνεια να παρουσιάσει και να εξηγήσει την εργασία που εκτέλεσε και τα συμπεράσματα του. Είχε το πλεονέκτημα της πολύχρονης εμπειρίας του στον τομέα των αποτιμήσεων (valuations) επιχειρήσεων και εταιρειών. Θεωρώ ότι επιδίωξε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την μέθοδο που χρησιμοποίησε και τους υπολογισμούς του.
Αντίστοιχες, θεωρώ, ήταν και οι επιδιώξεις του ΜΥ1. Δηλαδή, με ειλικρίνεια προσπάθησε να εκφράσει τη δική του άποψη και θέση σε σχέση με τους υπολογισμούς της ισχυριζόμενης ζημιάς. Σε κάποια σημεία που αφορούν τη μεθοδολογία και την προσέγγιση κάποιων θεμάτων, διαφώνησε με τον ΜΕ1. Αυτό δεν είναι μεμπτό ούτε ασύνηθες.
Αυτού του είδους η οικονομική ανάλυση που έγινε για σκοπούς της υπόθεσης βασίζεται στα στοιχεία που κάθε εμπειρογνώμονας κρίνει ουσιώδη και καθοριστικά για τους υπολογισμούς τους. Σε σχέση με τους υπολογισμούς που αφορούν την 2η κατηγορία ζημιών/αξιώσεων, υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ ΜΕ1 και ΜΥ1 στη διαδικασία αναπροσαρμογής από τα γερμανικά στα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Κρίνω ότι, ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΥ1 προσπάθησαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο στον καθορισμό της ορθής προσέγγισης και υπολογισμό των ποσών σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι η WTE δικαιούται σε αποζημίωση.
Διαφώνησαν στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη στον υπολογισμό του μικτού κέρδους κατά την αναπροσαρμογή των οικονομικών καταστάσεων. Επί αυτού του σημείου κρίνω ότι η προσέγγιση και μεθοδολογία του ΜΕ1 ήταν η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις. Δεν συμφωνώ ότι έπρεπε να γίνει έλεγχος κάθε επιμέρους ποσού/πράξης για σκοπούς καθορισμού του release of provisions. Οι οικονομικές καταστάσεις της WTE, μπορεί να μην ετοιμάστηκαν με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα αλλά ήταν συμβατές με τα γερμανικά λογιστικά πρότυπα. Δεν έχω ενώπιον μου οτιδήποτε που να αμφισβητεί την αντιπροσωπευτικότητα και ορθότητα της οικονομικής εικόνας που αποτύπωναν. Συνεπώς, θεωρώ ότι ήταν ασφαλές να γίνει η αναπροσαρμογή με βάση τα στοιχεία σε εκείνους τους λογαριασμούς χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξει ο εμπειρογνώμονας στα πρωτογενή στοιχεία/πράξεις. Σε σχέση με το ζήτημα της απόσβεσης μηχανημάτων για το οποίο ήγειρε επιφυλάξεις ο ΜΥ1, δεν φαίνεται να υπήρχαν τέτοια μηχανήματα στο πάγιο ενεργητικό της WTE. Παρουσιάζονται στο πάγιο ενεργητικό στις οικονομικές καταστάσεις, αποσβέσεις σε κτίρια, οχήματα κτλ αλλά όχι μηχανήματα. Ο ΜΥ1 λαμβάνει ως δεδομένο ότι το πάγιο ενεργητικό περιλαμβάνει μηχανήματα αλλά αυτό το δεδομένο δεν προκύπτει από μαρτυρία, δεν ερωτήθηκε σχετικά ο ΜΕ2 ή ο ΜΕ1.
Να προσθέσω ότι ο οίκος KPMG που ήταν και είναι οι ελεγκτές της WTE, με την επιστολή Τεκμήριο 3, επιβεβαιώνουν την ορθότητα των αναπροσαρμογών του ΜΕ1. Παραθέτουν μάλιστα και δικούς τους υπολογισμούς ως προς το μικτό κέρδος από τους οποίους φαίνεται ότι οι υπολογισμού του ΜΕ1 είναι πιο συντηρητικοί σε κάποια σημεία.
Συνεπώς, δεν συμμερίζομαι τις ανησυχίες και επιφυλάξεις που εκφράζει ο ΜΥ1 σε σχέση με την ορθότητα των υπολογισμών του μικτού κέρδους στη 2η κατηγορία αξιούμενων ζημιών. Δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να εγείρουν ουσιαστικές αμφιβολίες. Κρίνω ότι οι υπολογισμοί του ΜΕ1 έγιναν με τον καταλληλότερο τρόπο και τους αποδέχομαι ως ορθούς.
Αναφορικά με την 1η και 3η κατηγορία αξιώσεων, δεν υπάρχει διαφωνία ως προς την ορθότητα των υπολογισμών μεταξύ των ΜΕ1 και ΜΥ1. Έχοντας ακούσει όσα ανέφερε ο ΜΕ1 εξηγώντας τον τρόπο που διενήργησε τους υπολογισμούς και τους παράγοντες που έλαβε υπόψη, θεωρώ ότι οι υπολογισμού του ήταν ορθοί και τους αποδέχομαι ως τέτοιους. Κατά πόσο η WTE δικαιούται στα εν λόγω ποσά, αυτό αναλύεται πιο κάτω.
Πρέπει να αναφερθώ και στο θέμα του τόκου. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι για τους υπολογισμούς του τόκου χρησιμοποίησε τη μέθοδο time value for money (TVM). Όπως ανέφερε, η μέθοδος αυτή λαμβάνει ως δεδομένο ότι όταν ένα χρηματικό ποσό εισπραχθεί, αυτό το ποσό αναμένεται να αποφέρει ένα ποσοστό απόδοσης στον χρόνο. Συνεπώς, εισηγήθηκε ότι αυτή η αναμενόμενη απόδοση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον τόκο που θα επιδικαστεί διότι η WTE θα δαπανούσε τα χρήματα που θα είχε εισπράξει για άλλα έργα και θα αποκόμιζε πρόσθετο όφελος. Προέβη συνεπώς σε υπολογισμό τόκου επί αυτής της βάσης στα ποσά που κατέληξε. Ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι αυτή η μέθοδος συνιστά ανατοκισμό και δεν επιτρέπεται. Σε σχέση με αυτό το θέμα, σημειώνω ότι αποδέχομαι την ορθότητα των υπολογισμών στους οποίους προέβη ο ΜΕ1. Αλλά, όπως σημειώνω και πιο πάνω, κατά πόσο η WTE δικαιούται σε αυτά τα ποσά θα αναλυθεί στην πορεία.
5 Ευρήματα. Στη βάση όσων προανέφερα και της αξιολόγησης, οι αναφορές του ΜΕ2 σε σχέση με τα γεγονότα, όπως τις περιγράφω πιο πάνω, καθίστανται και δικά μου ευρήματα. Αυτά επιπροσθέτως των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων και εγγράφων. Σε σχέση με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1, όπως εξήγησα κρίθηκαν αξιόπιστοι. Όπως επίσης εξήγησα, οι υπολογισμοί του ΜΕ1 κρίθηκαν κατάλληλοι και ορθοί.
6 Ανάλυση. Προχωρώ στην υπαγωγή των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης στις νομικές αρχές για να κριθεί το αποτέλεσμα.
(α) Η βάση αγωγής. Η WTE αξιώνει αποζημιώσεις στη βάση του άρθρου 146(6) του Συντάγματος που προνοεί τα εξής:
«Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ’ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη».
Το άρθρο 146(6) του Συντάγματος δημιουργεί ένα ιδιότυπο (sui generis) συνταγματικό αστικό αδίκημα, εάν μου επιτραπεί αυτή η περιγραφή. Δημιουργεί μια κατηγορία ευθύνης που αποσκοπεί να καταστήσει αποτελεσματικό τον διοικητικό έλεγχο. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ταλιαδώρος κ.α. (2005) 1 ΑΑΔ 586 το ζήτημα τέθηκε ως εξής από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«Η ευθύνη της Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δημοσίου δικαίου. Η υποχρέωση της Διοίκησης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης και να περιλαμβάνει όλα τα ζημιογόνα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης, εξ αρχής».
Όταν προωθείται αξίωση δυνάμει του άρθρου 146(6) του Συντάγματος, ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη ακυρωθείσας διοικητικής πράξης, ότι έχει εγείρει αξίωση/αίτημα που δεν ικανοποιήθηκε από τη διοίκηση και το ότι συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης έχει υποστεί ζημιά[2]. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές.
(β) Ακυρωθείσα διοικητική πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση η ύπαρξη της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης συνιστά μέρος του παραδεκτού υπόβαθρου. Αυτή η παράμετρος δεν χρειάζεται να απασχολήσει περαιτέρω.
(γ) Αξίωση για ικανοποίηση αιτήματος. Από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει επίσης ότι μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης η WTE είχε αποταθεί στην ΑΑΠ αναφέροντας τα εξής (επιστολή ημερομηνίας 12.3.2014, Παράρτημα V Παραδεκτών Γεγονότων):
«Υπό το φως της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 146(6) του Συντάγματος είστε υποχρεωμένοι σε ενεργόν συμμόρφωση προς την πιο πάνω απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/6/2013. Με άλλα λόγια, έχετε την υποχρέωση πρώτα να επαναφέρετε τα πράγματα στη θέση που ήταν προτού εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφαση και μετά να προβείτε σε επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης και την έκδοση νέας, με πλήρη συμμόρφωση προς το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Αντιλαμβανόμαστε, ωστόσο, ότι το έργο για το οποίο είχε προκηρυχθεί ο Διαγωνισμός έχει ήδη ολοκληρωθεί και βρίσκεται σε περίοδο δεκαετούς λειτουργίας και συντήρησης του από το ενδιαφερόμενο μέρος [SSI].
Υπό το φως των πιο πάνω, οι πελάτες μας δικαιούνται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση με βάση το Άρθρο 146(6) του Συντάγματος».
Με απαντητική επιστολή ημερομηνίας 17.3.2014, η ΑΑΠ τοποθετήθηκε ότι δεν έχει εξουσία να εξετάσει το αίτημα για αποζημίωση (Παράρτημα VI, Παραδεκτά γεγονότα).
Στα πλαίσια αυτής της αγωγής, η πλευρά της ΑΑΠ υποστήριξε ότι για να δικαιούται η WTE σε αποζημίωση έπρεπε να είχε προηγηθεί επανεξέταση και εκ νέου αξιολόγηση των προσφορών των τεσσάρων εναπομείναντων προσφοροδοτών από το ΣΑΛ. Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Η διαδικασία αξιολόγησης και κατακύρωσης δεν μπορούσε να επαναληφθεί γιατί το Επίδικό Έργο είχε ήδη συμπληρωθεί. Δεν υπήρχε πεδίο για ενεργό συμμόρφωση της διοίκησης με την ακυρωτική απόφαση γιατί τα αποτελέσματα της ήταν τετελεσμένα.
(δ) Μέτρο αποζημίωσης (measure of damages). Το επόμενο ζήτημα που ανακύπτει είναι τι συνιστά «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση σε αυτό το συνταγματικό αγώγιμο δικαίωμα.
Η «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση για τους σκοπούς του άρθρου 146(6) του Συντάγματος είναι ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται με γνώμονα όλα τα περιστατικά και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση.
Ο έντιμος κ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στις Συνενωμένες αγωγές 3563/2010, 2707/2007 και 2706/2007 Ευτυχία Κυπριανού ν Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 30.10.2014 παραλληλίζει τις έννοιες της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης σε αυτού του είδους υποθέσεις με την έννοια του «just satisfaction» του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Όπως αναφέρει σχετικά:
«…Στον καθορισμό αποζημιώσεων κάτω από το άρθρο 41 της Σύμβασης, το ΕΔΑΔ συνυπολογίζει δύο παραμέτρους: Τις χρηματικές ζημιές (pecuniary damage) που αφορούν τη χρηματική ζημιά που ο αιτητής υπέστηκε και τη μη χρηματική ζημιά (non pecuniary damage) που αφορά την αποζημίωση για τα συναισθήματα αδικίας, πικρίας, άγχους κλπ. που ο αιτητής υπέφερε. Όταν το Δικαστήριο αδυνατεί να υπολογίσει τις χρηματικές ζημιές τότε καταφεύγει στον επιδικασμό πάνω σε δίκαια βάση (on an equitable basis) με την απόδοση εφάπαξ ποσού. Η αποζημίωση για μη χρηματική ζημιά εφόσον αποδοθεί μπορεί να καταστήσει την αποζημίωση δίκαια και εύλογη εκεί όπου η χρηματική ζημιά ήταν ανεπαρκής και υπολειπόταν της δίκαιας και εύλογης θεραπείας».
Παραπέμπω επίσης στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη (1993) 1 Α.Α.Δ. 420:
«Το μέτρο της αποζημίωσης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 146.6, είναι η "... δικαία και εύλογος αποζημίωσις". Το μέσο για την αποζημίωση είναι "η δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει". Το μέτρο της αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restitutio ab integrum).
Ο όρος "δικαία και εύλογος αποζημίωσις" στο πλαίσιο του άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης.»
(ε) Ισχυριζόμενη ζημιά/επίπεδο απόδειξης (standard of proof). Αφού το αίτημα της WTE για ενεργό συμμόρφωση της διοίκησης μετά την ακυρωτική απόφαση δεν ικανοποιήθηκε, αυτή δικαιούται σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη ζημιά που έχει υποστεί.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ταλιαδώρος κ.α. (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει από μόνη της ζημιά. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα».
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η WTE ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί τρεις κατηγορίες ζημιάς. Πρόκειται για τις κατηγορίες στις οποίες αναφέρθηκε ο ΜΕ1.
(i) Η 1η κατηγορία ζημιάς αφορά τα έξοδα που υπέστη η WTE για την ετοιμασία και υποβολή της προσφοράς. Η ορθότητα των σχετικών υπολογισμών του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε. Από την πλευρά μου έχω ικανοποιηθεί ότι οι υπολογισμοί είναι ορθοί, βασισμένοι στα στοιχεία και timesheets που έλαβε ο ΜΕ1 από την WTE. Δεν έχω επίσης αμφιβολία ότι αυτή η ζημιά είναι απόρροια της ακυρωθείσας πράξης. Όλες οι σχετικές ενέργειες (και συνεπακόλουθα έξοδα) της WTE έγιναν στα πλαίσια και για τους σκοπούς του Διαγωνισμού και αφορούσαν την προσπάθεια της WTE να υποβάλει την πρόταση της και να την υποστηρίξει παρουσιάζοντας όσες διευκρινίσεις και περαιτέρω πληροφορίες ζητούσε η αναθέτουσα αρχή. Εάν η κατακύρωση γινόταν υπέρ της WTE, τα έξοδα αυτά θα λαμβάνονταν υπόψη πριν τον καθορισμό του κέρδους της WTE από τη σύμβαση. Δηλαδή τα έξοδα αυτά θα καλύπτονταν από την αμοιβή που θα λάμβανε η WTE για την εκτέλεση του Επίδικου Έργου.
Στην έκθεση απαίτησης, το σχετικό ποσό που αναφέρεται είναι €950.000. Όμως ο ΜΕ1 κατέληξε ότι το ορθό ποσό είναι €520.887 πλέον τόκοι. Δέχομαι – και έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς - ότι το ποσό των €520.887 αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία των εξόδων που υπέστη η WTE για σκοπούς ετοιμασίας και υποβολής της προσφοράς της. Ένεκα της ακυρωθείσας απόφασης, η WTE υπέστη ζημιά αντίστοιχου ποσού.
(ii) Η 2η κατηγορία ζημιών για τις οποίες αξιώνει αποζημίωση η WTE αφορά διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το κέρδος που απώλεσε ένεκα της μη κατακύρωσης της προσφοράς σε αυτήν.
Σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό αυτής της κατηγορίας αξιώσεων, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, αποδέχομαι ως ορθή αποτίμηση στην οποία καταλήγει ο ΜΕ1 στην έκθεση του. Πρόκειται για ποσό που ο ΜΕ1 καθορίζει σε €5.504.949 πλέον τόκους.
Για να δικαιούται η WTE σε αυτό το ποσό, πρέπει η αντίστοιχη ζημιά να προκύπτει σαν άμεση και φυσική απόρροια της ακυρωθείσας πράξης. Δηλαδή, πρέπει η μαρτυρία και τα δεδομένα της υπόθεσης να στοιχειοθετούν ότι εάν το Επίδικο Έργο δεν είχε κατακυρωθεί στην SSI, τότε θα είχε κατακυρωθεί στην WTE.
Η πλευρά της ΑΑΠ υποστηρίζει ότι η ακύρωση της απόφασης για κατακύρωση του Διαγωνισμού στην SSI δεν σημαίνει ότι το Επίδικο Έργο θα ανατίθετο στην WTE. Υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να είχε γίνει επανεξέταση των προτάσεων των τεσσάρων προσφοροδοτών από το ΣΑΛ. Δεν συμφωνώ με αυτό το επιχείρημα. Κατά πρώτον, η εισήγηση για επανεξέταση είναι ανεδαφική αφού το Επίδικο Έργο είχε ήδη εκτελεστεί. Εκ των πραγμάτων, δεν υπήρχε πεδίο για οποιασδήποτε μορφής επαναξιολόγηση. Κατά δεύτερον, το επιχείρημα αυτό απομονώνει την απόφαση ημερομηνίας 2.3.2007 για άνευ όρων κατακύρωση της προσφοράς στην SSI, από το σύνολο της διαδικασίας του Διαγωνισμού. Η διαδικασία του Διαγωνισμού είναι μια σειρά αλληλένδετων πράξεων και αποφάσεων που με αλληλουχία οδηγούν στην κατακύρωση. Πρόκειται για μια σύνθετη διεργασία που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Δεν διαγράφεται η διαδικασία επειδή ακυρώθηκε η συγκεκριμένη διοικητική πράξη.
Από το περιεχόμενο των πρακτικών που παρουσιάστηκαν από τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης του ΣΑΛ, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο δεύτερος καλύτερος αξιολογηθείς προσφοροδότης ήταν η WTE. Θεωρώ ότι, με ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι εάν δεν είχε κατακυρωθεί η προσφορά στη SSI τότε θα κατακυρωνόταν στην WTE. Δεν μπορεί να εξαχθεί άλλο συμπέρασμα από τα πρακτικά. Κανένας εκ των άλλων δύο προσφοροδότων που αξιολογήθηκαν δεν αναδύεται κατά τη διάρκεια των συνεδριών ως εναλλακτική επιλογή.
Οι συνήγοροι της ΑΑΠ αναφέρθηκαν στην αλλαγή στη σύνθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης του ΣΑΛ μεταξύ 22.12.2006 και 2.3.2007. Αυτό, εισηγήθηκαν, κατέστησε την απόφαση ημερομηνίας 2.3.2007 ως μια νέα διαδικασία. Συνεπώς, υποστηρίζουν, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ο πίνακας κατάταξης προσφοροδοτών που είχε καταρτιστεί προηγουμένως. Ούτε αυτό το επιχείρημα μπορώ να δεχτώ. Πρόκειται για τον ίδιο Διαγωνισμό, τις ίδιες προσφορές που υποβλήθηκαν, τα ίδια κριτήρια, την ίδια ενιαία διαδικασία και το ίδιο Επίδικο Έργο.
Τα γεγονότα με ασφάλεια, θεωρώ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εάν η SSI δεν επιλεγόταν, τότε η προσφορά θα κατακυρωνόταν στην WTE. Στις 21.12.2007 η WTE καθορίζεται ως δεύτερος καλύτερος προσφοροδότης. Δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε που να εισηγείται ότι υπήρχε περίπτωση να υπήρχε διαφορετικό αποτέλεσμα. Οι λόγοι της ακυρωτικής απόφασης στην αναθεωρητική έφεση δείχνουν ότι η πρόταση της SSI δεν πληρούσε ουσιαστικές προϋποθέσεις του Διαγωνισμού. Είχε, συνεπώς, κριθεί άκυρη και εκτός επιλογής. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι κάποιος άλλος από τους δύο προσφοροδότες που παραμένουν ήταν επικρατέστερος ή καταλληλότερος από την WTE. Δεν εκφράζεται στα πρακτικά κάποιος ενδοιασμός, αμφιβολία ή δυσαρέσκεια για την τεχνική ή οικονομική πρόταση της WTE που να δείχνουν ότι το σώμα ίσως ήθελε να εξετάσει εκ νέου και τους άλλους υποψήφιους. Θεωρώ ότι στοιχειοθετείται επαρκώς ότι, εάν δεν λαμβανόταν η ακυρωθείσα απόφαση ή εάν ήταν εφικτή η επανεξέταση, τότε η προσφορά θα κατακυρωνόταν στην WTE.
Συνεπώς, κρίνω ότι οι ζημιές που εμπίπτουν σε αυτή την 2η κατηγορία, είναι η φυσική και άμεση απόρροια της ακυρωθείσας πράξης ώστε η WTE να δικαιούται σε αποζημίωση.
(iii) Η 3η κατηγορία ζημιών αφορά αποζημιώσεις για απώλεια αναφοράς. Εξήγησα με ποιο τρόπο η πλευρά της WTE δικαιολογεί αυτή την αξίωση. Ο ΜΕ1 υπολογίζει το ποσό αυτό σε €1.177.500 πλέον τόκους.
Έχω σημειώσει πιο πάνω ότι η πρόθεση του Συνταγματικού νομοθέτη είναι να αποζημιώνονται ζημιές που συνιστούν άμεσες και φυσικές απόρροιες της ακυρωθείσας πράξης.
Αυτή η αξιούμενη ζημιά βασίζεται σε κάποιες προϋποθέσεις. Προϋποθέτει την ύπαρξη διαγωνισμού για αντίστοιχα έργα όπως το Επίδικο Έργο, ότι η WTE θα υποβάλει προσφορά για αυτά, ότι ο διαγωνισμός θα θέτει ως όρο την προηγούμενη εμπειρία και ότι η προσφορά της WTE θα είναι επιτυχής εξαιτίας της δυνατότητας αναφοράς στο Επίδικο Έργο. Η σειρά αυτών των προϋποθέσεων δείχνει, θεωρώ, ότι δεν πρόκειται για άμεση ζημιά. Απώλεια αυτής της φύσης είναι μεν ενδεχόμενη αλλά όχι δεδομένη. Μεσολαβούν διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες.
Δεν παραβλέπω ότι εδώ υπάρχει αναφορά σε έτερο έργο στο οποίο αναφέρθηκε ο ΜΕ1 και ο ΜΕ2 υποστηρίζοντας ότι από εκεί προέκυψε η συγκεκριμένη ζημιά. Όμως λείπουν συγκεκριμένα στοιχεία. Πότε υποβλήθηκε εκείνη η προσφορά; Ποιοι ακριβώς ήταν οι όροι που δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει η WTE; Είχε μέχρι τότε ολοκληρωθεί η σύμβαση του Επίδικου Έργου ώστε να συνιστά αποδεκτό προηγούμενο/εμπειρία; Υπάρχουν ασαφή σημεία που δεν μου επιτρέπουν με ασφάλεια να καταλήξω ότι το ποσό που η WTE αξιώνει μπορεί να θεωρηθεί άμεση και φυσική επίπτωση της ακυρωθείσας πράξης.
Συνεπώς, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς, με την απαιτούμενη αυστηρότητα και σαφήνεια, αυτή η αξίωση.
(iv) Στρέφομαι στο θέμα του τόκου που αξιώνει η WTE. Έχω ήδη αναφέρει ότι ο ΜΕ1 υποστήριξε μια μεθοδολογία που εστιάζει σε ποσοστό απόδοσης που θα απολάμβανε η WTE αν δεν είχε υποστεί τις ζημιές της 1ης και 2ης κατηγορίας. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1 κατά τη μαρτυρία του: «εμείς θεωρούμε ότι αν τα λεφτά αυτά δεν χρησιμοποιούνταν για τούτο το συγκεκριμένο… την υποβολή του έργου θα χρησιμοποιούνταν κάπου αλλού. Και το κεφάλαιο μιας εταιρείας υπάρχει ένα συγκεκριμένο… κάποια απόδοση άρα επειδή δαπανήθηκαν τούτα τα έξοδα που τη συγκεκριμένη προσφορά θεωρούμε ότι θα έπρεπε… υπήρχε αυτό το ποσοστό το οποίο εδώ καθορίσαμε σαν τον νόμιμο τόκο, ποσοστό απόδοσης.»
Το επιχείρημα του ΜΕ1 είναι εύλογο και δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των υπολογισμών του. Όμως, έμμεσα, με τη συγκεκριμένη μέθοδο μεταχείρισης του τόκου, προκύπτει χρέωση τόκου επί τόκου. Αυτό θεωρώ ότι προσκρούει στο άρθρο 33(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60.
Παράλληλα, η κλιμακωτή αύξηση του ποσού της αποζημίωσης κατ΄ αυτό τον τρόπο δείχνει ότι δεν πρόκειται για άμεση και φυσική απόρροια μιας ακυρωθείσας πράξης. Εισαγάγει στην όλη διεργασία μια υποθετική διάσταση ότι τα χρήματα θα επενδύονταν ή θα δαπανούνταν κατά τρόπο που θα δημιουργούσε περαιτέρω έσοδα ή κέρδη. Αυτή η συλλογιστική, έστω και αν συνιστά υπολογισμό αναγνωρισμένο από λογιστικά ή εκτιμητικά πρότυπα, θεωρώ ότι είναι εκτός του σκοπού απόδοσης τόκων μιας δικαστικής απόφασης. Ειδικά σε ό,τι αφορά αυτή την ιδιότυπη βάση αγωγής, θεωρώ ότι είναι εκτός του πλαισίου της «εύλογης και δίκαιης» αποζημίωσης. Δεν είναι πρωτογενής, άμεση, ζημιά που προκύπτει από την ακυρωθείσα πράξη αλλά μια έμμεση, ενδεχόμενη, απώλεια.
Συνεπώς, επί των ποσών που δικαιούται η WTE θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο.
Ως προς το χρονικό σημείο από το οποίο θα άρχιζε ο υπολογισμός του τόκου λαμβάνω υπόψη τα εξής.
Τα έξοδα που αφορούν στην ετοιμασία και υποβολή της προσφοράς αποκρυσταλλώθηκαν από την υπογραφή της σύμβασης του Επίδικου Έργου με την SSI, στις 22.5.2007 (όπως και η WTE εισηγείται στο παρακλητικό Γ της αγωγής). Συνεπώς, αναφορικά με εκείνη τη ζημιά, θεωρώ ότι ο τόκος πρέπει να ξεκινά τότε.
Σε ό,τι αφορά το κέρδος που θα αποκόμιζε η WTE από την κατακύρωση της προσφοράς, αυτό θα πραγματοποιείτο σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Με αυτό το δεδομένο, προς αποφυγή κατακερματισμού του τόκου, κρίνω εύλογο ο τόκος να ξεκινά από 10.6.2013 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναθεωρητική έφεση 104/2009.
7 Διάφορα άλλα ζητήματα. Πριν ολοκληρώσω θα ασχοληθώ με κάποια τελευταία ζητήματα που εγείρονται υπό τύπο προδικαστικών ενστάσεων στην Υπεράσπιση (εγείρονται εννέα προδικαστικές ενστάσεις). Εξετάζω κάποια από αυτά τα ζητήματα πιο κάτω. Θεωρώ ότι τα υπόλοιπα έχουν απαντηθεί μέσω της ανάλυσης που προηγήθηκε.
(α) Λανθασμένος διάδικος. Συνιστά θέση της ΑΑΠ ότι λανθασμένα ενάγεται γιατί δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο προς αποζημίωση. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια και σύνδεση μεταξύ της πράξης ή παράλειψης της διοίκησης και της ισχυριζόμενης ζημιάς γιατί η ΑΑΠ δεν μετείχε στη διαδικασία ως όργανο αποφασιστικής αρμοδιότητας.
Αυτά τα επιχειρήματα απαντώνται από την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 21.4.2016 του παρόντος Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση). Η απόφαση εκείνη αφορούσε αίτηση του ΣΑΛ για απόρριψη της αγωγής εναντίον του. Αναφέρθηκαν τα εξής:
«Μετέπειτα οι ενάγοντες/καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν την Προσφυγή 996/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δια της οποίας προσέβαλαν την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών να απορρίψει την υπό αναφορά ιεραρχική προσφυγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την πρωτοβάθμια αναθεωρητική δικαιοδοσία του, απέρριψε την προσφυγή των εναγόντων/καθ’ ων η αίτηση και επικύρωσε την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών. Η προσφυγή στρεφόταν εναντίον και των εναγόμενων 2/αιτητών, πλην όμως απορρίφθηκε εναντίον τους επειδή κρίθηκε πως τούτοι είχαν εσφαλμένως περιληφθεί ως διάδικοι (στην εν λόγω προσφυγή), εφόσον η απόφαση τους (ως Αναθέτουσας Αρχής), ενσωματώθηκε και απορροφήθηκε κατ’ ουσίαν από την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών. Συνεπώς, η απόφαση των εναγόμενων 2/αιτητών απώλεσε την αυτοτέλεια της, δεδομένης της αντικατάστασης της από απόφαση ιεραρχικών ανώτερου οργάνου. Η απόληξη αυτή δεν εφεσιβλήθηκε ή αποτέλεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο αντικείμενο συζήτησης ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα αναθεωρητική έφεση. Ενόψει τούτων, σε συνδυασμό με το ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων/καθ΄ων η αίτηση σαφώς είναι που εκπορεύεται (βάσει της δικογραφίας και της παρουσιασθείσας μαρτυρίας), αποκλειστικώς από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθιστά την αντίστοιχη ένσταση των εναγόμενων ως απολύτως ευσταθή και ως αμιγώς νομικό ζήτημα που χρήζει απόφανσης προδικαστικώς κατά τρόπο που μπορεί να οδηγήσει καταλυτικώς και σε ετυμηγορία επί της τύχης της αγωγής (εν σχέσει πάντοτε με την αντιδικία εναγόντων/καθ΄ων η αίτηση – εναγόμενων 2/αιτητών).»
Επίσης σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας ν Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (2007) 3 ΑΑΔ 568 όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Ο νομοθέτης ανέθεσε σε εκείνη [ΑΑΠ] να κρίνει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, ως δευτεροβάθμιο και έτσι ανώτερο διοικητικό όργανο, τη νομιμότητα της διοικητικής απόφασης του αιτητή, με σκοπό την κατάληξη της σύνθετης διοικητικής διεργασίας του διαγωνισμού. Αιτητής και Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών λοιπόν ήσαν, για σκοπούς της εν λόγω διεργασίας, μέρη του ίδιου διοικητικού μηχανισμού».
Στην Δήμος Έγκωμης ν Δημοκρατίας (1997) 3 ΑΑΔ 346, ο Πικής Δ αναφέρει τα εξής:
«Η άσκηση διοικητικής εξουσίας, σε πρώτο βαθμό, δεν προσδίδει στο όργανο στο οποίο παρέχεται η αρμοδιότητα, συμφέρον για την προάσπιση της ορθότητας της απόφασης του. Η καθιέρωση μηχανισμού επανεξέτασης του αντικείμενου της διοικητικής απόφασης σε δεύτερο στάδιο, μεταθέτει, εφόσο κινηθεί ο μηχανισμός, την αποφασιστική αρμοδιότητα για την άσκηση της σχετικής διοικητικής λειτουργίας στο δεύτερο όργανο, ανεξάρτητα από την ιεραρχική του σχέση προς το πρώτο. Η απόφαση του Υπουργού φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας, όπως και κάθε άλλη διοικητική απόφαση η οποία εκδίδεται από αρμόδιο, κατά νόμω, όργανο, και τυγχάνει εφαρμογής, εκτός εάν ανατραπεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από αίτηση προσώπου υποκείμενου στην απόφαση, ή τρίτου, του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται δυσμενώς από την απόφαση.»
Εδώ, η ΑΑΠ είναι το ανώτερο διοικητικό όργανο η απόφαση του οποίου απορρόφησε την απόφαση του διοικητικά κατώτερου σώματος. Δεν διαπιστώνω εμπόδιο στην προώθηση των αξιώσεων εναντίον της ΑΑΠ. Σε προηγούμενο ενδιάμεσο στάδιο αυτής της διαδικασίας, μετά τον παραμερισμό και απόρριψη της αγωγής εναντίον του ΣΑΛ, η ΑΑΠ επιχείρησε την προσθήκη του ΣΑΛ ως τριτοδιάδικο (ανεπιτυχώς δια τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30.9.2019). Εάν προκύπτει ζήτημα κάλυψης ή συνεισφοράς μεταξύ ΑΑΠ και ΣΑΛ, αυτό δεν αφορά την WTE.
(β) Η ΑΑΠ προβάλει επίσης το επιχείρημα ότι ασκεί δικαστικής και όχι διοικητικής φύσης αρμοδιότητα στα πλαίσια της διαδικασίας και συνεπώς, δεν μπορεί να εναχθεί στην παρούσα αγωγή. Ρητό νομοθετικό εμπόδιο σε αυτή τη βάση δεν υπάρχει. Ούτε η νομολογία αναγνωρίζει τέτοιο εμπόδιο.
Σημειώνω ότι το άρθρο 32 του περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Νόμου Ν.104(Ι)/2010 ρητά προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής εναντίον απόφασης, πράξης ή παράλειψης της ΑΑΠ.
Εάν υπήρχε κώλυμα στην έγερση αγωγής, αυτό θα αποδυνάμωνε τη συνταγματική επιταγή για αποτελεσματική συμμόρφωση με ακυρωτική απόφαση. Δεν δημιουργεί οποιοδήποτε τέτοιο εμπόδιο ή εξαίρεση το άρθρο 146 του Συντάγματος.
(γ) Η ΑΑΠ προβάλλει επίσης τη θέση ότι η αγωγή προσκρούει στα Άρθρα 17 και 33 Ν.104(Ι)/2010 και Άρθρο 59 Ν.101(Ι)/2003.
Θεωρώ ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.
Το άρθρο 17 του Ν.104(Ι)/2010 αφορά τον πρόεδρο και μέλη της ΑΑΠ προσωπικά και όχι την ΑΑΠ ως όργανο. Προβλέπει τα εξής:
«17. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο Πρόεδρος και τα μέλη της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών δεν υπόκεινται σε ποινική δίωξη και δεν υπέχουν αστική ευθύνη για οτιδήποτε λέχθηκε ή έγινε ή παραλείφθηκε, κατά την καλόπιστη εκτέλεση ή άσκηση των προβλεπόμενων από τον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους.»
Το άρθρο 33 του Ν.104(Ι)/2010 επίσης δεν τυγχάνει εφαρμογής γιατί η παρούσα περίπτωση δεν αφορά ακύρωση απόφασης από την ΑΑΠ. Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει τα εξής:
«33. Η ακύρωση από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών της πράξης ή απόφασης της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα, δημιουργεί δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο, σε περίπτωση που έχει υποστεί ζημιά από τέτοια πράξη ή απόφαση, να αξιώσει αποζημίωση από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα με αγωγή στο Δικαστήριο.»
Σε σχέση με το άρθρο 59 του Ν.101(Ι)/2003, η διάταξη αυτή καταργήθηκε από τις 17.2.2006 με τον Ν.12(Ι)/2006.
(δ) Προβάλλεται επίσης από την ΑΑΠ ως εμπόδιο στην προώθηση της αγωγής, η θέση ότι δεν προηγήθηκε απόρριψη από την ΑΑΠ του αιτήματος για αποζημίωση.
Αυτή η θέση διαψεύδεται από τα γεγονότα. Έχω αναφερθεί πιο πάνω στην επιστολή που στάλθηκε από την ΑΑΠ ημερομηνίας 17.3.2014 (Παράρτημα VI Παραδεκτών γεγονότων) προς απάντηση της απαίτησης της WTE. Στην εν λόγω επιστολή η ΑΑΠ αναφέρει ότι δεν έχει εξουσία να εξετάσει αίτημα για αποζημίωση.
8 Κατάληξη. Για τους λόγους που εξήγησα η αγωγή επιτυγχάνει.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 ως εξής:
(α) για ποσό €520.887 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 2.3.2007, και
(β) για ποσό €5.504.949 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 10.6.2013.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………………………………….
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σχετικές οι Vasillico Cement Work v Stavrou (1978) 1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746.
[2] Μαυρονίχης ν Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως (1995) 1 Α.Α.Δ 612, Μαρκίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1 Α.Α.Δ. 1424, Frangoulides v The Republic (1982) 1 C.L.R. 462, Εισαγγελέας ω Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1999) 1 Α.Α.Δ. 342, Κεντρική Τράπεζα ν Θεοδωρίδη(1993) 1 Α.Α.Δ. 420, Εγγλεζάκη κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα (1992) 1 ΑΑΔ 679, Νίκολας ν. Δημοκρατίας (2001) 1 Α.Α.Δ. 983
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο