ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΙΛΙΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1048/25, 17/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΙΛΙΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1048/25, 17/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

 

Αρ. Αγωγής: 1048/25 (i-Justice)

                                                            

Μεταξύ:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΙΛΙΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ενάγουσας

 

-και-

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ

Εναγομένου

 

Αίτηση ημερομηνίας 07/10/25

 

Ημερομηνία: 17 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή- Εναγόμενο:                               ΧΑΡΙΛΑΟΣ Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΔΕΠΕ

 

Για Καθ’ης η αίτηση- Ενάγουσα:              ΧΡΙΣΤΟΣ Μ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ ΔΕΠΕ

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

                                                                          

Με την υπό εξέταση Αίτηση ο Εναγόμενος – Αιτητής (στο εξής ο «Αιτητής») ζητεί Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται το έντυπο Απαίτησης και διαζευκτικά Διάταγμα αναστολής της διαδικασίας επ’ αόριστον μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας καταχώρισης Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ήτοι μέχρι την 05/02/27.

 

Η Ενάγουσα – Καθ’ης η αίτηση (στο εξής η «Καθ’ης») καταχώρισε Ένσταση στην οποία αναφέρει ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα μόνο για αξιώσεις συνεισφοράς που αφορούν την περίοδο από την γνωριμία, σύναψη του γάμου μέχρι τον χρόνο διάστασης των συζύγων και η απαίτηση στην παρούσα Αγωγή αφορά πληρωμές σε κοινό δάνειο που έγινα από την Καθ’ης σε χρόνο μετά τη διάσταση.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή (στο εξής η «ΕΔ-ΚΚ») ενώ καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή (στο εξής η «ΣΕΔ-ΚΚ»).

 

Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ’ης (στο εξής η «ΕΔ-ΑΚΚ») ενώ καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Καθ’ης (στο εξής η «ΣΕΔ-ΑΚΚ»).

 

Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, αλλά θα παραθέσω κατωτέρω, όπου χρειάζεται, τα σημεία εκείνα που θεωρώ σημαντικά για το ζήτημα τη δικαιοδοσίας.

 

Μέσα από το περιεχόμενο των ως άνω ενόρκων δηλώσεων και της έκθεσης απαίτησης της Καθ’ης προκύπτουν τα πιο κάτω ως μη αμφισβητούμενα και από τις δύο πλευρές γεγονότα:

1.    Ο Αιτητής και η Καθ’ης τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στην 09/07/1989 στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας στο Καϊμακλί.

2.    Το έτος 2006 οι διάδικοι συνήψαν ενώ ήταν παντρεμένοι κοινό δάνειο με αριθμό [ ] στη ΣΠΕ Στροβόλου για το ποσό των ΛΚ50.000.

3.    Μέρος του δανείου χρησιμοποιήθηκε ως μέρος για την αγορά εξοχικής κατοικίας στα Λειβάδια Λάρνακας και το υπόλοιπο κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων.

4.    Τον Νοέμβριο του 2022 επήλθε διάσταση των διαδίκων.

5.    Την 05/02/24 εκδόθηκε Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση Διαζυγίου 58/2023, με το οποίο λύθηκε ο γάμος των διαδίκων.

 

Περαιτέρω εκείνο που ζητεί η Καθ’ης με την έκθεση απαίτησης της, είναι το ποσό που κατ’ ισχυρισμόν κατέβαλε έναντι του δανείου μετά τη διάσταση των διαδίκων, στο ήμισυ του και συγκεκριμένα αξιώνει το ποσό των €10.004 (το μισό των €20.008 που κατ’ ισχυρισμόν κατέβαλε).

 

ΑΚΡΟΑΣΗ

Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου της Αίτησης, της Ένστασης, των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν, των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και με την προσκόμιση στο Δικαστήριο γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Στο άρθρο 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/1990) αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Δικαιοδοσία οικογενειακών δικαστηρίων

11.-…………..

(2) Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου (1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν-

…………………………………………………..

(ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι στην περίπτωση που υπάρχει περιουσία, σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, τότε δεν απαιτείται οιαδήποτε διαμονή στην Κύπρο των διαδίκων ή ενός από αυτούς.»

 

Περαιτέρω στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (Ν.232/1991) στο άρθρο 2  αναφέρεται ότι «“περιουσία” σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους».

 

Στην Απόφαση Λογγίνος ν. Λογγίνου (2000) 1ΑΑΔ1347 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 232/91. Επομένως από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98) αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Επεται πως η παρούσα αγωγή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.»

 

Περαιτέρω στην Μιχαήλ ν. Γιάγκου (2001) 1ΑΑΔ1643 αναφέρθηκαν τα εξής:

«Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως υπεδείχθη και στη Λογγίνου ν. Λογγίνου, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία, βάσει των άρθρων 11(1), 14(β) και 16(1) του Νόμου 23/90 και του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές.  Τούτο, εξ άλλου, εξυπακούεται και από την αυτοτέλεια του κάθε συζύγου, που και συνταγματικά κατοχυρώνεται και αναγνωρίζεται στο άρθρο 13 του Νόμου 232/91.  Η αναγνώριση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων λοιπόν ούτε την αυτοτέλεια των συζύγων αντιστρατεύεται ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91.»

 

Στην Φιλίππου ν. Φιλίππου (2003) 1ΑΑΔ1343 αναφέρθηκε ότι:

«Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου ν. Γρηγορίου (2001) 1 A.A.Δ. 1461 και Μιχαήλ ν. Γιάγκου (2001) 1 Α.Α.Δ. 1643. Επομένως, και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε.»

 

Επιπλέον στην GURKINA ν. GURKIN, Έφ.14/2017, ημερ.03/07/2018 συνοψίστηκαν τα ανωτέρω ως ακολούθως:

«στην υπόθεση Λογγίνου ν. Λογγίνου (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347, υποδείχθηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκτείνεται σε όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση αγωγής που αφορά το οποιοδήποτε υπό διαφορά περιουσιακό στοιχείο. Ανάλογου περιεχομένου είναι και η υπόθεση Μιχαήλ ν. Γιάγκου (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1643 όπου αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, επεκτεινόμενη σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων, δεν αντιστρατεύεται ούτε την αυτοτέλεια τους ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91. Τέλος, στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1343 επιβεβαιώθηκε η πρόθεση του νομοθέτη να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία, η οποία αποκτήθηκε πριν το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή οτιδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν. 232/91).»

 

Στην Περικλέους Iωάννης Xαραλάμπους ν. Mαρίας Παναγιώτου Eγγλέζου και Άλλης (2011) 1ΑΑΔ1015 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Δεν είναι τόσο το ότι η αξίωση «διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων», όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου v. Γρηγορίου, όσο ότι η αξίωση αρχίζει και τελειώνει με τη σχέση των συζύγων και εξαιτίας αυτής. Διαφορετική αντιμετώπιση (όπως αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο), θα σήμαινε ότι πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί η συνεισφορά του αιτητή στην οικογενειακή περιουσία και μετά να εγερθεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο στη βάση πλέον εμπιστεύματος ή άλλης αξίωσης για να του αποδοθεί το μερίδιο του, αλλά και εκεί θα μπορούσαν να εγερθούν ζητήματα αρμοδιότητας. Τέτοια εξέλιξη είναι ανεπιθύμητη διότι κατακερματίζει σε πέραν του ενός Δικαστηρίου τη διαφορά, ενώ ο πυρήνας της αξίωσης παραμένει ο ίδιος, εμπίπτουσα φυσιολογικά στην οικογενειακή διαφορά. Ταυτόχρονα παραγνωρίζεται και η δυνατότητα ενός αιτητή να χρησιμοποιήσει ως όχημα για τη διαπίστωση και τεκμηρίωση της συνεισφοράς του, εντός της αυτής αξίωσης, του μηχανισμού του καταπιστεύματος ή άλλου μηχανισμού που το δίκαιο προσφέρει προς επίλυση των διαφορών.»

 

Τέλος στην Τσούντα ν. Δημητριάδη, ΄Εφεση (2014)1Α Α.Α.Δ. 413 αναφέρθηκε ότι ο χρόνος της διάστασης είναι καθοριστικός για τα δικαιώματα των συζύγων και περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή διάστασης είναι εκτός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Με βάση τα ανωτέρω και αξιολογώντας στο βαθμό που απαιτείται τα όσα αναφέρονται στις ΕΔ-ΚΚ, ΕΔ-ΑΚΚ, ΣΕΔ-ΚΚ και ΣΕΔ-ΑΚΚ και τα προσκομισθέντα Τεκμήρια καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα.

 

Αποτελεί μη αμφισβητούμενο και από τις δύο πλευρές το ότι οι διάδικοι παντρεύτηκαν το 1989, συνήψαν το επίδικο δάνειο το 2006, βρίσκονταν σε διάσταση το Νοέμβριο του 2022 και λύθηκε ο γάμος τους το 2024.

 

Στην παρούσα περίπτωση εκείνο που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι πληρωμές που κατ’ ισχυρισμόν έκανε η Καθ’ης μετά τη διάσταση, εμπίπτουν στη σφαίρα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών ή όχι.  

 

Εδώ έχουμε ένα δάνειο το οποίο είναι κοινό και έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Περαιτέρω το δάνειο χρησιμοποιήθηκε ως μέρος για την αγορά εξοχικής κατοικίας στα Λειβάδια Λάρνακας και το υπόλοιπο μέρος του κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων. Συνεπώς το δάνειο αφορούσε περιουσιακά στοιχεία των διαδίκων τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου (εξοχικό και χρήματα σε κοινό λογαριασμό) και θα αποτελέσουν αντικείμενο περιουσιακών διαφορών και δεν αφορά περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά τη διάσταση (βλ.Τσούντα ανωτέρω). Το να αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο οποιαδήποτε οφειλή του Εναγομένου προς την Ενάγουσα, για ποσό το οποίο αποτελεί ουσιαστικά μέρος της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, θεωρώ ότι «κατακερματίζει σε πέραν του ενός Δικαστηρίου τη διαφορά, ενώ ο πυρήνας της αξίωσης παραμένει ο ίδιος, εμπίπτουσα φυσιολογικά στην οικογενειακή διαφορά» (βλ.Περικλέους ανωτέρω).

 

Συνεπώς όπως και να ήθελε ιδωθεί η παρούσα αξίωση της Ενάγουσας- Καθ’ης, αποκλειστική αρμοδιότητα να την εκδικάσει έχει το Οικογενειακό και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο.

 

Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου περί έλλειψης καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, η διαδικασία διακόπτεται και η Αγωγή παραπέμπεται δυνάμει του άρθρου 64Α του Ν.14/1960 για εκδίκαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο.

 

Δίδονται οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ούτως ώστε να παραπεμφθεί η εν λόγω υπόθεση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου.

Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, κατ’ εφαρμογή του γενικού κανόνα, από τον οποίο δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της Δίκης.

 

 

                              (Υπ.)

Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο,

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο