A.J.J. PROPERTY HOLDINGS LIMITED ν. RHEA K. ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 218/2023, 24/8/2026
print
Τίτλος:
A.J.J. PROPERTY HOLDINGS LIMITED ν. RHEA K. ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 218/2023, 24/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 218/2023

 

Μεταξύ:

A.J.J. PROPERTY HOLDINGS LIMITED

Ενάγουσα

και

 

RHEA K. ENTERPRISES LTD

Εναγόμενη

 

24 Αυγούστου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενη-Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Καρακασίδου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγουσα-Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη/Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην αίτηση της Εναγόμενης-Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 30.1.2026 για ενδιάμεσες θεραπείες

 

 

Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εναγόμενη ζητά την έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος εναντίον της Ενάγουσας.

 

Αγωγή, ανταπαίτηση και υπόβαθρο. Προς καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων ξεκινώ με μια συνοπτική αναφορά στο υπόβαθρο της υπόθεσης.

 

Περί το 2021 η Ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια πέντε ακινήτων στα οποία βρίσκεται διώροφο κτίριο με καταστήματα στο ισόγειο και διαμερίσματα/γραφεία στον 1ο όροφο.

 

Η Εναγόμενη κατέχει μέρος του κτιρίου (καταστήματα 1, 2 3, 5 και 6) όπου λειτουργεί επιχείρηση καφεστιατορίου. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αντλεί το δικαίωμα κατοχής δυνάμει ενοικιαστηρίων εγγράφων. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι το κατάστημα αρ. 5 ουδέποτε ενοικιάστηκε στην Εναγόμενη αλλά η Εναγόμενη το κατέχει παράνομα. Υποστηρίζει ότι αυτό το κατάστημα αποτελεί την κύρια είσοδο του κτιρίου και το σημείο πρόσβασης στον 1ο όροφο. Η Εναγόμενη διαφωνεί.

 

Όπως σημείωσα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αντλεί το δικαίωμα κατοχής από ενοικιαστήρια έγγραφα που είχε, αρχικά, υπογράψει το 2013 (με ρητή αναφορά στα καταστήματα αρ. 1, 2 και 3) και 2014 (για το κατάστημα αρ. 6) με την τότε ιδιοκτήτρια εταιρεία των ακινήτων. Η αρχική περίοδος ενοικίασης με βάση και τα δύο ενοικιαστήρια έγγραφα, εκτεινόταν μέχρι το 2021. Όταν το 2019 η κυριότητα των ακινήτων περιήλθε στην Gordian Holdings Ltd, υπογράφτηκαν νέα ενοικιαστήρια έγγραφα, με τους ίδιους περίπου όρους. Με τις νέες συμφωνίες, η περίοδος ενοικίασης επεκτάθηκε μέχρι το 2030. Η ύπαρξη των ενοικιαστηρίων εγγράφων, αρχικών και μεταγενέστερων, ήταν εις γνώση της Ενάγουσας όταν αγόρασε τα ακίνητα το 2021. Τα ενοικιαστήρια έγγραφα προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, ότι στα υποστατικά θα λειτουργούσε επιχείρηση καφεστιατορίου, ότι ο ιδιοκτήτης θα παρείχε τις αναγκαίες συγκαταθέσεις για λήψη προβλεπόμενων αδειών για την επιχείρηση και ότι οι πρόνοιες τους θα ήταν δεσμευτικές για τους διαδόχους του ιδιοκτήτη.

 

Βασική πηγή διαφωνίας μεταξύ των μερών είναι το κατάστημα αρ. 5 που βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2/1805. Το ακίνητο αυτό δεν αναφέρεται ούτε στα αρχικά ούτε στα μεταγενέστερα ενοικιαστήρια έγγραφα. Τα ενοικιαστήρια έγγραφα αναφέρονται ρητά μόνο στα υπόλοιπα 4 ακίνητα. Ένεκα αυτού, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι παράνομα η Εναγόμενη ανέλαβε κατοχή του καταστήματος αρ. 5. Η θέση της Εναγόμενης είναι ότι η μη συμπερίληψη του εν λόγω ακινήτου στο αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο του 2013 οφειλόταν σε τυπογραφικό λάθος και ότι η αληθινή πρόθεση του αρχικού ιδιοκτήτη ήταν όπως εκείνο το κατάστημα περιλαμβάνεται στα ενοικιαζόμενα. Εξου, υποστηρίζει η Εναγόμενη, έχει έκτοτε νόμιμα την κατοχή του.

 

Η Ενάγουσα βασιζόμενη στην παράνομη, ως η θέση της, κατοχή και χρήση του καταστήματος αρ. 5 και επικαλούμενη σε άλλες ζημιογόνες (όπως τις χαρακτηρίζει) ενέργειες της Εναγόμενης, μέσω της αγωγής αξιώνει διάταγμα για παράδοση του καταστήματος αρ. 5 και εγείρει αποζημιώσεις για ενδιάμεσα οφέλη και για άλλες ζημιές στο εν λόγω υποστατικό.

 

Η Εναγόμενη, όπως εξήγησα, αρνείται ότι επεμβαίνει παράνομα στο κατάστημα αρ. 5. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα γνώριζε εξ αρχής και δεσμεύεται ότι η ενοικίαση περιλάμβανε και το κατάστημα αρ. 5, στο οποίο βρίσκεται η κουζίνα του καφεστιατορίου. Υποστηρίζει επίσης ότι η Ενάγουσα, υποχρεούται να παρέχει τις απαραίτητες συγκαταθέσεις προς αδειοδότηση της επιχείρησης. Ισχυρίζεται ότι, με πρόφαση το κατάστημα αρ. 5, η Ενάγουσα αρνείται να συνεργαστεί προς το σκοπό αυτό με αποτέλεσμα να εμποδίζεται την έκδοση αδειών λειτουργίας του καφεστιατορίου. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα ενεργεί με αλλότριο σκοπό, ήτοι για να την εξαναγκάσει να εγκαταλείψει το κτίριο για να λειτουργήσει επιχείρηση boutique hotel για το οποίο η Ενάγουσα έχει ήδη εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια.

 

Στη βάση αυτή η Εναγόμενη εγείρει ανταπαίτηση στην αγωγή, με την οποία αξιώνει διάταγμα που να διατάζει την Ενάγουσα να υπογράφει «αίτημα έκδοσης άδειας οικοδομής, αίτημα έκδοσης πολεοδομικής άδειας και/ή οποιοδήποτε έγγραφο ή έντυπο το οποίο ενδεχομένως απαιτηθεί από τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση και/ή διατήρηση και/ή παράταση όλων των σχετικών αδειών» σε σχέση με το καφεστιατόριο. Ζητά επίσης να διαταχθεί η Ενάγουσα να αποσύρει την πολεοδομική άδεια του boutique hotel και να αποσύρει οποιοδήποτε άλλο διάβημα που τυχόν επηρεάζει το καφεστιατόριο καθώς και διατάγματα που να διατάζουν την Ενάγουσα να διαφυλάττει την ειρηνική και ανενόχλητη κατοχή της Εναγόμενης. Επιπρόσθετα ή διαζευκτικά ζητά αποζημιώσεις €65.000 ετησίως μέχρι 2030 σε περίπτωση που η Ενάγουσα προκαλέσει τον τερματισμό της λειτουργίας της επιχείρησης καθώς και αποζημιώσεις περίπου €450.000 που αφορούν έξοδα τα οποία η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί για τη διαμόρφωση του χώρου και λειτουργία της επιχείρησης της.

 

Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι αίτηση που είχε καταχωρήσει η Ενάγουσα για έκδοση συνοπτικής απόφασης σε σχέση με το διάταγμα παράδοσης κατοχής του καταστήματος αρ. 5, απορρίφθηκε σε ενωρίτερο στάδιο για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 14.2.2024.

 

Αίτηση. Έρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Η Εναγόμενη αποτάθηκε αρχικά μονομερώς στο Δικαστήριο όμως διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης στην Ενάγουσα πριν αυτή εξεταστεί.

Η Εναγόμενη, σημειώνει ότι η Ενάγουσα αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές και εξασφάλισε το 2022 άδεια αλλαγής χρήσης του ακινήτου για την ανέγερση boutique hotel. Υποστηρίζει ότι η ύπαρξη εκείνης της άδειας ήταν ένας από τους λόγους που η δική της αίτηση για παράταση προγενέστερης άδειας οικοδομής για το καφεστιατόριο «διαγράφηκε» από τον Δήμο Λευκωσίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Υφυπουργείο Τουρισμού να μην ανανεώσει το 2025 την άδεια λειτουργίας του καφεστιατορίου. Κατά της απόφασης για μη ανανέωση της άδειας λειτουργίας έχει καταχωρηθεί προσφυγή η οποία εκκρεμεί. Προσφυγή καταχωρήθηκε και εκκρεμεί και σε σχέση με την απόφαση του Δήμου Λευκωσίας για «διαγραφή» της αίτησης της Εναγόμενης για παράταση της άδειας οικοδομής. Η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι επίκειται η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον της και των αξιωματούχων της για τη λειτουργία της επιχείρησης χωρίς άδειες – μέχρι την εκδίκαση της παρούσας καταχωρήθηκε πράγματι ποινική υπόθεση. Υποστηρίζει ότι υπάρχει ανάγκη παροχής ενδιάμεσης θεραπείας τόσο για να διαφυλαχθεί η λειτουργία της επιχείρησης και η υφιστάμενη κατάσταση κατοχής και χρήσης του υποστατικού, όσο και προκαταβολικά (quia timet) ώστε να διατηρηθεί το αντικείμενο της ανταπαίτησης.

 

Μέσω της Αίτησης η Εναγόμενη ζητά διάταγμα που να αναγκάζει την Ενάγουσα και τους αξιωματούχους της να συγκατατεθούν και/ή να υπογράψουν «παν αναγκαίο έγγραφο με σκοπό την έκδοση άδειας λειτουργίας από το Υφυπουργείο Τουρισμού και/ή οποιοδήποτε έγγραφο και/ή έντυπο είναι αναγκαίο προς υποβολή στις αρμόδιες αρχές για την έκδοση και/ή διατήρηση και/ή παράταση όλων των σχετικών αδειών και/ή της άδειας λειτουργίας και/ή της άδειας οικοδομής που αφορούν τη χρήση των επίδικων καταστημάτων ως καφεστιατόριο».

 

Η Ενάγουσα έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση, υποστηρίζοντας κατά κύριο λόγο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναφορά στους κύριους λόγους ένστασης γίνεται πιο κάτω.

 

Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω στις θέσεις των δύο πλευρών. Σημειώνω ότι για σκοπούς της απόφασης μου έχω εξετάσει την Αίτηση και ένσταση καθώς και τις αρχικές και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Έχω επίσης εξετάσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων ενώ γνωρίζω και το περιεχόμενο του φακέλου.

 

Κατάχρηση. Η Ενάγουσα εισηγείται ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και πρέπει να απορριφθεί για αυτό τον λόγο. Όπως είναι γνωστό εναπόκειται στον διάδικο που προβάλλει ισχυρισμό για κατάχρηση να τεκμηριώσει αυτή τη θέση.

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν διαπιστώνω ενδείξεις καταχρηστικής συμπεριφοράς. Αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η Εναγόμενη προωθεί ένα διάβημα εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων της. Συνεπώς, η θέση περί κατάχρησης δεν γίνεται δεχτή.

 

Απόκρυψη. Η Ενάγουσα προβάλλει επίσης ως λόγο ένστασης ότι η Εναγόμενη δεν έχει αποκαλύψει πλήρως τα σχετικά γεγονότα. Δεν διαπιστώνω να έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν εντοπίζω μέσω της ένστασης αναφορές σε νέα γεγονότα που μεταβάλλουν ουσιαστικά την εικόνα που έχει παρουσιάσει η Εναγόμενη.

 

Άρθρο 32(1), Ν.14/60. Στρέφομαι στις προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 από όπου εκπηγάζει η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:

 

«Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

 

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

 

Παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις αυτής της διάταξης, επί της ουσίας οι προϋποθέσεις παραμένουν οι ίδιες. Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές. Τέλος, παρεμπίπτον διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις».

 

Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής.

 

Όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024:

 

«για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αξιώσεις της Ανταπαίτησης, όπως τις έχω περιγράψει πιο πάνω, δεν είναι απαράδεκτες ούτε αντινομικές. Συνεπώς θεωρώ ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται.

 

Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 αφορά κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[1]. Το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να πετύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[2].

 

Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής:

 

«Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.»

 

Μέσω της Αίτησης δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία σε σχέση με τις ανταπαιτητικές αξιώσεις που αφορούν σε έξοδα για τον εξοπλισμό/διαμόρφωση του καφεστιατορίου και για απώλεια κερδών. Η πλευρά της Εναγόμενης φαίνεται να εστιάζει στην αξίωση της ανταπαίτησης για διατάγματα που αφορούν στην υποβοήθηση για εξασφάλιση των προβλεπόμενων αδειών της επιχείρησης και στη διατήρηση της κατοχής και λειτουργίας της (παρακλητικά Α-Ε της ανταπαίτησης).

 

Αυτές οι αξιώσεις περιστρέφονται γύρω από ένα κεντρικό ζήτημα. Το ζήτημα αυτό αφορά εάν η Εναγόμενη νομιμοποιείται να κατέχει το κατάστημα αρ. 5 ως ενοικιαστής. Η απάντηση σε αυτό το ζήτημα θα προκύψει από μια σειρά ερωτημάτων. Το πρώτο ερώτημα είναι εάν το αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο του 2013 (που υπογράφτηκε μεταξύ με τον αρχικό ιδιοκτήτη) περιλαμβάνει και το κατάστημα αρ. 5 παρότι δεν γίνεται ρητή αναφορά, καθότι αυτή ήταν η αντίληψη των μερών (ως η θέση της Εναγόμενης). Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι θετική, το επόμενο ερώτημα είναι εάν το ενοικιαστήριο έγγραφο του 2019 (που υπογράφτηκε με την Gordian) που παράτεινε τη διάρκεια της ενοικίασης, επίσης πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει το κατάστημα αρ. 5 παρότι και πάλιν δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αυτό. Ακολούθως, εάν η απάντηση είναι επίσης θετική, το επόμενο ερώτημα είναι εάν η Ενάγουσα (νυν ιδιοκτήτρια) δεσμεύεται από την ενοικίαση του καταστήματος αρ. 5. 

 

Μέσω της ένστασης η Εναγόμενη έχει παρουσιάσει έγγραφη βεβαίωση από εκπρόσωπο του αρχικού ιδιοκτήτη του ακινήτου (συμβαλλόμενο μέρος στο ενοικιαστήριο έγγραφο 2013) σύμφωνα με την οποία η πρόθεση των μερών ήταν όπως το κατάστημα αρ.5 περιλαμβανόταν στην ενοικίαση. Η Εναγόμενη στέκεται επίσης σε μια σήμανση στο παράρτημα εκείνου του ενοικιαστηρίου εγγράφου που εισηγείται ότι δείχνει την πρόθεση για συμπερίληψη εκείνου του καταστήματος. Η πλευρά της Εναγόμενης αμφισβητεί την γνησιότητα και έννομα αποτελέσματα της έγγραφης βεβαίωσης και της σήμανσης.

 

Σαφώς η απόφαση επί των πιο πάνω θεμάτων δεν είναι επί του παρόντος. Σε ό,τι αφορά τους σκοπούς του παρόντος σταδίου, περιορίζομαι να σημειώσω ότι υπάρχει πεδίο για εξέταση στη δίκη των θέσεων της Εναγόμενης. Κρίνω πως αυτά που έχει παρουσιάσει επαρκούν για να ικανοποιήσουν τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δηλαδή στοιχειοθετείται ότι διαθέτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις συγκεκριμένες αξιώσεις της ανταπαίτησης. Νοείται ότι η αξιολόγηση των θέσεων και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για αμφισβητούμενα γεγονότα και νομικά ζητήματα θα γίνει κατά τη δίκη.

 

Προχωρώ στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Για σκοπούς αυτής της προϋπόθεσης ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι χωρίς την ενδιάμεση θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Έχει επικρατήσει στη νομολογία, ζημιά να μην θεωρείται ανεπανόρθωτη εάν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα[3].

 

Σε αυτή την περίπτωση, από το δικόγραφο της ανταπαίτησης φαίνεται ότι η επαπειλούμενη ζημιά που επικαλείται η Εναγόμενη μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά. Διαζευκτικά των αξιώσεων που αφορούν τη διατήρηση της κατοχής του καταστήματος αρ. 5 και της επιχείρησης, η Εναγόμενη αξιώνει «σε περίπτωση τερματισμού της λειτουργίας της επιχείρησης της Εναγόμενης από ενέργειες των αρμοδίων αρχών, [η Ενάγουσα] να πληρώσει στην Εναγόμενη ως απώλεια κερδών μέχρι τη λήξη των συμφωνιών ενοικίασης στις 28.2.2030 και/ή μέχρι την 28.2.2040 και/ή μέχρι οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, στο ποσό των €65.000 ετησίως» (παρακλητικό ΣΤ της ανταπαίτησης). Επίσης, όπως σημείωσα πιο πάνω, η Εναγόμενη διεκδικεί και αποζημιώσεις περί τις €450.000 που αφορούν σε έξοδα διαμόρφωσης των καταστημάτων για σκοπούς της επιχείρησης (παρακλητικό Ζ της ανταπαίτησης).

 

Συνεπώς, η ίδια η Εναγόμενη μέσω των αξιώσεων που εγείρει καθορίζει το οικονομικό αντίτιμο της ζημιάς που επιδιώκει να αποτρέψει.

 

Με αυτό το δεδομένο, κρίνω ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας.

 

Οι προϋποθέσεις είναι σωρευτικές συνεπώς δεν υπάρχει πεδίο για εξέταση άλλων θεμάτων. Όμως, εκ του περισσού ίσως, σημειώνω τα εξής.

 

Το αιτούμενο διάταγμα είναι προστακτικής φύσης που η έκδοση του ως ενδιάμεση θεραπεία συνιστά την εξαίρεση των εξαιρέσεων. Τα δεδομένα που περιβάλλουν αυτή την υπόθεση δεν εντάσσονται, κατά την κρίση μου, σε αυτή την κατηγορία.

 

Παράλληλα, η έκδοση του διατάγματος δεν έχω πειστεί ότι εξυπηρετεί τους σκοπούς που η Εναγόμενη προβάλλει. Από τα γεγονότα όπως τα περιγράφει η πλευρά της Εναγόμενης, προκύπτει ότι η μη έκδοση των αδειών οφείλεται στο ότι η Δημοτική αρχή (που δεν είναι μέρος αυτής της διαδικασίας) έχει εκδώσει άδεια αλλαγής χρήσης του υποστατικού, στο ότι η Εναγόμενη δεν είχε τηρήσει όρους που είχαν τεθεί για διατήρηση της άδειας οικοδομής και στην «διαγραφή» της αίτησης της Εναγόμενης για παράταση ισχύος της άδειας οικοδομής. Οφείλεται επίσης στην απόφαση του Υφυπουργείου Τουρισμού (που επίσης δεν είναι μέρος αυτής της διαδικασίας) να μην ανανεώσει την άδεια λειτουργίας. Πώς θα αντιπαρέλθει αυτά τα δεδομένα η Εναγόμενη με τον εξαναγκασμό της Ενάγουσας να υπογράψει ή συγκατατεθεί στην έκδοση αδειών λειτουργίας της επιχείρησης; Η έκδοση ή όχι της άδειας λειτουργίας εξαρτάται από αποφάσεις άλλων φορέων. Δεν μπορεί αυτή η Αίτηση να καταστεί, έμμεσα, όχημα για παρέμβαση σε αποφάσεις και ενέργειες του Δήμου και του Υφυπουργείου Τουρισμού που αποτελούν αντικείμενα Προσφυγών.

 

Δεν συμφωνώ, επίσης, με το επιχείρημα της Εναγόμενης περί διατήρησης του status quo με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετα, αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι η ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης. Τα δεδομένα σήμερα είναι ότι η επιχείρηση λειτουργεί χωρίς τις προβλεπόμενες άδειες από το 2022 (που διαγράφηκε η αίτηση για προσωρινή άδεια οικοδομής από το Δήμο) και από τον Απρίλιο 2025 (που δεν ανανεώθηκε η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης από το Υφυπουργείο Τουρισμού).

 

Τέλος, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος τύπου quia timet. Δεν επίκειται η επέλευση γεγονότος που μόνο με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μπορεί να αποτραπεί. Η ποινική υπόθεση που έχει στο ενδιάμεσο καταχωρηθεί καθώς και το ενδεχόμενο τερματισμού της λειτουργίας της επιχείρησης δεν μπορούν να αποφευχθούν μέσω του διατάγματος. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η έκδοση αδειών που απαιτούνται για τη νομιμοποίηση της επιχείρησης αφορά και άλλους φορείς που δεν εμπλέκονται καθώς και αποφάσεις και ενέργειες της διοίκησης που θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στις Προσφυγές που εκκρεμούν.

 

Ένεκα αυτών των διαπιστώσεων, δεν θεωρώ ότι θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

 

Κατάληξη. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.

                                                                                                                 

 

 

 

 

 

 

(Υπ.).….………………..……………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Οδυσσέως (ανωτέρω)

[2] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829

[3] Karydas Taxi Services Ltd v Komodikis (1975) 1 ΑΑΔ 330


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο