ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1348/2025
Μεταξύ:
SAUL SIMAO VALT
Ενάγοντα
και
TREVENA HOLDING LIMITED
Εναγόμενη
28 Αυγούστου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Χρίστου για Φελλάς & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Παναγίδης με κα Μαδέλλα και κα Κυριακίδου για Chrysses Demetriades & Co LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 2.12.2025 για παραμερισμό της αγωγής
Α. Εισαγωγή. Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εναγόμενη (στο εξής «Trevena») επιδιώκει τον παραμερισμό, διαγραφή, απόρριψη ή αναστολή αυτής της αγωγής. Η Trevena υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της διαφοράς γιατί αρμόδιο προς επίλυση της είναι το διαιτητικό σώμα. Υποστηρίζει παράλληλα ότι η καταχώρηση της αγωγής συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και ότι ο Ενάγοντας (στο εξής «Valt») κωλύεται λόγω δεδικασμένου και λόγω προηγούμενων δηλώσεων και συμπεριφοράς του να την προωθεί. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 3.3 και στο Μέρος 12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023 (στο εξής οι «ΚΠΔ») καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Ο Valt έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση. Αρνείται ότι υφίσταται κώλυμα στην προώθηση της αγωγής και αρνείται την κατάχρηση που του αποδίδεται. Η πλευρά του υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο και ότι τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα του στερήσει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Αναφορά στα επιχειρήματα που προβάλλονται εκατέρωθεν γίνεται στην πορεία. Παρομοίως, αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα, αυτά που θα διαμορφώσουν το αποτέλεσμα, γίνεται πιο κάτω.
Για σκοπούς αυτής της απόφασης έχω εξετάσει την Αίτηση, ένσταση και ένορκες δηλώσεις (αρχικές και συμπληρωματικές) που καταχωρήθηκαν καθώς και τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν, όπως και την Έκθεση Απαίτησης. Έχω επίσης μελετήσει όσα αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών, γραπτώς και προφορικά.
Ως προς τη σειρά εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται μέσω της Αίτησης, θεωρώ ότι πρώτα πρέπει να εξεταστεί η θέση της Trevena ότι η καταχώρηση και προώθηση αυτής της αγωγής συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι οι λόγοι που προβάλλονται για να δείξουν την ισχυριζόμενη κατάχρηση, συνδέονται και με τα υπόλοιπα που η Trevena επικαλείται προς υποστήριξη της Αίτησης.
Β. Το υπόβαθρο. Θα ξεκινήσω με συνοπτική αναφορά στα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο γιατί, όπως θα διαφανεί, θα αποτελέσουν το πεδίο για εξέταση της ισχυριζόμενης κατάχρησης. Όσα παραθέτω πιο κάτω δεν είναι αμφιλεγόμενα. Προέρχονται από παραδοχές και συγκλίσεις στις έγγραφες προτάσεις και από το περιεχόμενο των διάφορων τεκμηρίων.
1 Συμφωνία Δανείου. Στις 11.7.2017 η Trevena, ως δανειστής, η εταιρεία Sandlex Limited, ως δανειολήπτης και ο Valt, ως εγγυητής, υπέγραψαν μια συμφωνία μετατρέψιμου δανείου/convertible loan agreement για ποσό €3.300.000 (στο εξής η «Sandlex», η «Συμφωνία Δανείου» και το «Δάνειο», αντίστοιχα).
2 Συμφωνία Εγγύησης. Ως εξασφάλιση για το Δάνειο, την ίδια μέρα, ο Valt όντας ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Sandlex, υπέγραψε ως εγγυητής μια συμφωνία εγγύησης και κάλυψης/guarantee and indemnity agreement με την Trevena ως δανειστή (στο εξής η «Συμφωνία Εγγύησης»).
Η Συμφωνία Εγγύησης περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους εξής όρους:
(α) «Clause 1. [Valt] hereby irrevocably and unconditionally guarantees (as primary obligor and not merely as surety) the due and punctual performance and discharge by the Borrower of all its obligations under the [Συμφωνία Δανείου]».
(β) «Clause 2. [Valt] hereby undertakes to indemnify, defend and hold [Trevena] harmless and reimburse [Trevena] for, from and against and in respect of any and all damages, claims, liabilities, costs and expenses (including interest, penalties and attorneys’ fees and expenses) resulting from, arising out of or relating to:
2.1 any breach or non-fulfilment of any obligation, covenant or undertaking by [Sandlex] contained in the [Συμφωνία Δανείου]; or
2.2 any breach or inaccuracy of any declaration, representation or warranty contained in the [Συμφωνία Δανείου]».
(γ) «Clause 3. The liability of [Valt] under this Agreement shall be primary and direct and not conditional or contingent upon pursuit by [Trevena] of any remedies it may have against [Sandlex] or any other party. Without limiting the generality of the foregoing, [Trevena] shall not be required to make any demand on [Sandlex] or pursue or exhaust any remedies against [Sandlex] or any security of [Sandlex], before enforcing its rights under this Agreement».
(δ) «Clause 9. This Agreement (including any questions regarding its execution, validity, interpretation, breach and termination) shall be interpreted in accordance with the laws of Cyprus only, without giving effect to principles of conflicts of law or choice of law that would cause the substantive laws of any other Laws of any other jurisdiction to apply».
(ε) «Clause 10. Any dispute arising out of or in connection with this contract, including any question regarding its existence, validity or termination, shall be referred to and finally resolved by arbitration under LCIA Rules, which rules are deemed to be incorporated by reference into this clause…».
3 Διαιτησία. Το 2023 η Trevena ξεκίνησε διαδικασία διαιτησίας (LCIA Arbitration No 235894) στη βάση των LCIA Rules εναντίον του Valt και διορίστηκε ως διαιτητής ο Patrick Taylor (στο εξής η «Διαιτησία» και ο «Διαιτητής», αντίστοιχα). Αναφορικά με τη Διαιτησία σημειώνω τα εξής σημαντικά για σκοπούς αυτής της απόφασης:
(α) Η θέση της Trevena στη Διαιτησία. Η θέση της Trevena ήταν πως ο Valt εγγυήθηκε ως προσωπικά υπεύθυνος (primary obligor) τις υποχρεώσεις της Sandlex που απορρέουν από τη Συμφωνία Δανείου. H Sandlex είχε υπογράψει μια συμφωνία αγοράς μετοχών (στο εξής η «Συμφωνία Αγοράς Μετοχών») με την Grupo Pefaco SlU και τον Francis Jerome Perez (που ήταν το πρόσωπο που έλεγχε την εταιρεία) για την αγορά μετοχών στην Pefaco International Plc (στο εξής η «Pefaco International») έναντι ποσού €50.000.000. Η Συμφωνία Δανείου είχε συναφθεί για να μπορέσει η Sandlex να πληρώσει την προκαταβολή για την αγορά. Ως εξασφάλιση για το Δάνειο, ο Valt είχε υπογράψει τη Συμφωνία Εγγύησης υπέρ της Trevena. Η Trevena χορήγησε το ποσό του Δανείου σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου όμως η Sandlex δεν το αποπλήρωσε ως οι όροι εκείνης της Συμφωνίας. Το 2018 η Sandlex είχε παραδώσει στην Trevena μια επιταγή για εξόφληση της οφειλής η οποία όμως κατά την παρουσίαση της δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Το 2019 η Sandlex πλήρωσε ποσό €170.000 έναντι της οφειλής. Το 2020 η Trevena απαίτησε γραπτώς εξόφληση του υπολοίπου πλέον αναλογούντες τόκους. Η Sandlex δεν πλήρωσε. Τον Μάρτιο 2023 η Trevena απαίτησε γραπτώς από τον Valt την εξόφληση της οφειλής επικαλούμενη τις υποχρεώσεις του δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης. Ο Valt αρνήθηκε και, ως αποτέλεσμα, η Trevena ξεκίνησε τη Διαιτησία. Οι αξιώσεις της Trevena στη Διαιτησία ήταν για δηλωτική απόφαση ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει τη διαφορά, για αναγνωριστική απόφαση ότι ο Valt παρέβηκε τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη Συμφωνία Εγγύησης και για απόφαση εναντίον του Valt για το ποσό του Δανείου πλέον τόκους.
(β) Η θέση του Valt στη Διαιτησία. Στην Υπεράσπιση που καταχώρησε στα πλαίσια της Διαιτησίας, ο Valt υποστήριξε ότι η Συμφωνία Δανείου και η Συμφωνία Εγγύησης ήταν εικονικές (sham agreements), άκυρες και άνευ νομικού αποτελέσματος. Υποστήριξε ότι ο ίδιος και κάποιος Listenberg (τελικός δικαιούχος της Trevena) είχαν συμφωνήσει προφορικά να επενδύσουν από κοινού και να αγοράσουν την Pefaco International, ότι η πρόθεση των δύο ήταν όπως το ποσό των €3.300.000 συνιστά τη συνεισφορά του Listenberg στην κοινή επένδυση και δεν ήταν δάνειο. Υποστηρίζει ότι ήταν κοινή αντίληψη ότι η Συμφωνία Δανείου και η Συμφωνία Εγγύησης δεν ήταν δεσμευτικές. Περαιτέρω, στην Υπεράσπιση ο Valt αναφέρεται σε διάφορα περιστατικά και επικοινωνίες μεταξύ των εμπλεκομένων και των δικηγόρων τους την περίοδο 2017 και 2018 (αντίγραφα είχαν επισυναφθεί στην Υπεράσπιση) που, ισχυρίζεται ότι δείχνουν τις προθέσεις αυτές. Απορρίπτει, επομένως, τις αξιώσεις της Trevena στην ολότητα τους.
(γ) Αρμοδιότητα Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ο Valt αποδέχτηκε πλήρως και ανεπιφύλακτα την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Στην απάντηση που στάλθηκε στο LCIA από τον τότε δικηγόρο του (Τεκμήριο 4 στην Αίτηση) στο αίτημα για έναρξη της διαιτησίας (Request for Arbitration) που είχε υποβληθεί από την Trevena αναφέρονται τα εξής:
«The Respondent [Valt] accepts that this dispute is within the scope of the Arbitration Agreement.»
Στην Υπεράσπιση που καταχώρησε o Valt στα πλαίσια της Διαιτησίας, στην παράγραφο 23(1) αναφέρονται τα εξής:
«It is agreed that the Tribunal has jurisdiction to hear this claim».
To Διαιτητικό Δικαστήριο, στην απόφαση του ημερομηνίας 1.10.2025 (Τεκμήριο 7 στην Αίτηση) (στο εξής η «Διαιτητική Απόφαση») εξέτασε το ζήτημα της δικαιοδοσίας και κατέληξε ως εξής στην παράγραφο 182 της απόφασης:
«The Tribunal is satisfied that the Claimant’s [Trevena] claims fall within the scope of the arbitration agreement and that the Tribunal has jurisdiction to determine those claims».
Επίσης, ο Valt αποδεχόμενος την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου είχε προβεί στην πληρωμή αρχικών διοικητικών εξόδων της Διαιτησίας ενώ στην πορεία είχε υποβάλει και αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων.
(δ) Συμμετοχή/εκπροσώπηση του Valt στη Διαιτησία. Με εξαίρεση μια περίοδο δύο μηνών το 2024, ο Valt εκπροσωπείτο από δικηγόρο στη Διαιτησία και συμμετείχε ενεργά. Η διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα διεξαγωγής της συμφωνήθηκε με δική του συμμετοχή και του δόθηκε ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του.
Στην Διαιτητική Απόφαση περιγράφονται με λεπτομέρεια οι προσπάθειες που έγιναν ώστε ο Valt να τηρείται ενήμερος για τη διαδικασία και να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά και κατά την περίοδο που δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο.
Παράλληλα, δόθηκαν ευκαιρίες για παρουσίαση μαρτυρίας από την πλευρά του με παρατάσεις σχετικών χρονοδιαγραμμάτων. Ο Valt είχε επικαλεστεί διάφορα προβλήματα υγείας, ότι τον εμπόδιζαν να συμμορφωθεί με τα αρχικά χρονοδιαγράμματα.
Αναφορικά με αυτά τα ζητήματα, σχετικές είναι οι πιο κάτω ενδεικτικές αναφορές στη Διαιτητική Απόφαση:
«102. As a preliminary point, the Tribunal confirms its assessment that the Parties were at all times afforded a reasonable opportunity to put their cases and to deal with that of their opponent…
105. During the period in which [Valt] was unrepresented by counsel, the Tribunal took all reasonable measures to ensure that the communications in respect of the arbitration continued to reach [Valt]. Although [Valt] never acknowledged receipt of any of those communications it was evident from the subsequent appointment of replacement counsel […] that [Valt] had received the communications at the intervening period…
123. The Tribunal stands by its conclusion that [Valt] while unwell, failed to establish that he was too unwell to submit witness evidence in the proceedings through his counsel. In any event, the Tribunal considers that [Valt] was offered amble opportunity to file witness evidence after the deadline has passed considering that he was ultimately given, in effect, an extension of more than eight months from 1 September 2024 to 23 Μay 2025 to file witness evidence…»
(ε) Η Διαιτητική Απόφαση. Ο Διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του την 1.10.2025.
Στην απόφαση του απέρριψε τις θέσεις που είχε προβάλει ο Valt περί ακυρότητας της Συμφωνίας Δανείου και Συμφωνίας Εγγύησης. Κατέληξε ότι ο Valt είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης και εξέδωσε απόφαση εναντίον του και υπέρ της Trevena για ποσό €4.443.908 που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο του Δανείου πλέον τόκους.
Μεταξύ άλλων, στη Διαιτητική Απόφαση γίνεται η εξής διαπίστωση:
«192. For these reasons, the Tribunal rejects [Valt’s] defence that the Covertible Loan Agreement and the Guarantee and Indemnity Agreement were not intended to have legal effect or that they are no longer valid and enforceable. The Tribunal has concluded that the Agreements are valid…»
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Valt περί προφορικής συμφωνίας με τον Listenbger, τo Διαιτητικό Δικαστήριο σημείωσε εάν τέτοια συμφωνία υπήρχε αυτή διέπετο από το δίκαιο του Ισραήλ και δεν αφορούσε την Trevena αλλά τον Valt και τον Listenberg (σχετικές οι παράγραφοι 183 και 184 της Διαιτητικής Απόφασης).
4 Γενική Αίτηση 451/2025. Αμέσως μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, στις 2.10.2025, ο Valt καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Λίγες μέρες αργότερα, ο Valt καταχώρησε επίσης τη γενική αίτηση 451/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης, την αναστολή οποιασδήποτε διαδικασίας εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης καθώς και αναγνωριστική απόφαση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιλύσει την επίδικη διαφορά της παρούσας αγωγής 1348/2025.
Προς υποστήριξη της Αίτησης 451/2025, ο Valt πρόεβαλε ξανά τις θέσεις του περί προφορικής συμφωνίας με τον Linstenberg και περί εικονικότητας και ακυρότητας της Συμφωνίας Εγγύησης.
Η Αίτηση 451/2025 εκδικάστηκε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση στις 24.3.2026. Το Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση και προέβη, μεταξύ άλλων, στις εξής διαπιστώσεις:
«Οι λόγοι που προβάλλει ο [Valt] για να πετύχει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης δεν εμπίπτουν στους καθορισμένους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 34 του νόμου 101/87 [σελίδα 44 της απόφασης]….
Στη βάση όλων των πιο πάνω προκύπτει ότι δόθηκε στον [Valt] η ευκαιρία να θέσει την Υπεράσπιση του και ότι το [Διαιτητικό] Δικαστήριο κατέληξε σε ευρήματα στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του ως και στο τελικό συμπέρασμα που οδήγησε στη Διαιτητική Απόφαση. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν την παρέμβαση του Δικαστηρίου προς ακύρωση της διαδικασίας και/ή απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου [σελίδα 57 της απόφασης]…
Έχω εξετάσει με προσοχή όλη τη δικογραφία και τις πραγματικές παραστάσεις των μερών και δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαιτητική απόφαση προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτόνομη απόφαση διαιτητικού Δικαστηρίου στην απουσία ενδείξεων ότι δεν τηρήθηκαν τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης και που από την όψη της περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν αιτιολογημένη απόφαση επίλυσης όλων των θεμάτων στην βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου.
Δεν θα πρέπει να διαταραχθεί η διαιτητική απόφαση ως μια αυτόνομη διαδικασία επίλυσης της επίδικης διαφοράς που επέλεξαν τα μέρη συμβατικά. Όλες οι ενέργειες του [Valt] καταδεικνύουν ότι υποτάχθηκε στην δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου και όταν προέκυψε μια απόφαση εναντίον του αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου για να καθυστερήσει την διαδικασία άλλαξε πλεύση για να αποφύγει τις συνέπειες της απόφασης [σελίδα 58 της απόφασης]».
5 Η Αγγλική αγωγή. Σημειώνω επίσης ότι το 2023 η Sandlex είχε ενάγει τον Perez στο Λονδίνο με την αγωγή CL-2023-000175. Η αγωγή εκείνη αφορούσε τη μη ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας των μετοχών στην Pefaco International και σε αυτήν η Sandlex διεκδικούσε επιστροφή της προκαταβολής που είχε πληρώσει. Στις 12.9.2023 εκδόθηκε απόφαση (στο εξής η «Αγγλική Απόφαση») υπέρ της Sandlex και εναντίον του Perez για ποσό €6.600.000 πλέον τόκους.
Καμία αναφορά στην Αγγλική αγωγή ή Αγγλική Απόφαση έγινε από τον Valt στα πλαίσια της Διαιτητικής Διαδικασίας.
Γ. Η παρούσα αγωγή. Όπως σημείωσα στην αρχή, η παράθεση του πιο πάνω ιστορικού είναι αναγκαία γιατί τα πιο πάνω, μαζί με τις επιδιώξεις του Valt μέσω της παρούσας αγωγής, θα αποτελέσουν το πεδίο για εξέταση της ισχυριζόμενης κατάχρησης.
Στρέφομαι στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 2.10.2025, ήτοι την επομένη της έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης. Μέσω αυτής της αγωγής ο Valt ζητά (α) αναγνωριστική απόφαση ότι η Συμφωνία Εγγύησης και η ρήτρα διαιτησίας είναι άκυρες και μη δεσμευτικές λόγω εικονικότητας, (β) αποζημιώσεις εναντίον της Trevena γιατί «χρησιμοποίησαν και/ή εφάρμοσαν την [Συμφωνία Εγγύησης] αντίθετα από την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων μερών», (γ) δηλωτική απόφαση ότι ο Valt ουδεμία ευθύνη φέρει ως εγγυητής δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης.
Στην Έκθεση Απαίτησης, υπάρχουν οι ίδιοι ισχυρισμοί που ο Valt είχε προβάλει στα πλαίσια της Διαιτησίας περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας μεταξύ Valt και Lindenberg για κοινή επένδυση στην Pefaco International. Αμφισβητείται η εγκυρότητα της ρήτρας διαιτησίας και της Συμφωνίας Εγγύησης ένεκα εικονικότητας για τους ίδιους λόγους που είχαν προβληθεί και στη Διαιτησία. Υπάρχουν επίσης αναφορές στα ίδια ισχυριζόμενα γεγονότα και αλληλογραφία του 2017 και 2018 που ο Valt είχε συμπεριλάβει στην Υπεράσπιση του στη Διαιτησία. Υπάρχουν αναφορές στην αξίωση της Sandlex εναντίον του Perez. Υπάρχουν αναφορές στα προβλήματα υγείας του Valt και πώς αυτά επηρέασαν τη δυνατότητα του να προβάλλει υπεράσπιση στη Διαιτησία. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η Διαιτητική Απόφαση είναι καταχρηστική.
Δ. Ανάλυση. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επεμβαίνει όταν διαπιστώνει κατάχρηση είναι σύμφυτη[1]. Η κλασσική διατύπωση των αρχών για την αποτροπή κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας συναντάται στην υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα ν Διευθυντή των Φυλακών, (1995) 1 ΑΑΔ 217. Στην Constantinides v Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348 σημειώθηκε ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι αντίστοιχα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1993) 1 ΑΑΔ 249 τονίστηκε ότι:
«…Η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των δικαιοδοσιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου…»
Στην Αγγλική υπόθεση Wright v Bennett and another (1948) 1 All E.R. 227 το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την προσπάθεια επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση πολλαπλών ένδικων μέσων και έκρινε ότι:
«The prοceedings were an abuse of the process of the court which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action.»
Παρόμοιες θέσεις έχουν διατυπωθεί σε πολλές άλλες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου[2].
Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση.
Είναι, θεωρώ, προφανές από το ιστορικό που έχω παραθέσει πιο πάνω ότι στα πλαίσια της Διαιτησίας, της Αίτησης 451/2025 και της παρούσας αγωγής, οι επιδιώξεις του Valt είναι οι ίδιες. Στα τρία αυτά διαβήματα, διαδοχικά, ο Valt επιδίωξε να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης και να εμποδίσει την Trevena να ασκήσει τα δικαιώματα που η εν λόγω Συμφωνία της παρέχει εναντίον του.
Το έπραξε στα πλαίσια της Διαιτησίας, στην οποία συμμετείχε αδιαμαρτύρητα και ενεργά, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί εικονικότητας και ακυρότητας της Συμφωνίας Εγγύησης.
Όταν η Υπεράσπιση του στη Διαιτησία απέτυχε, επιδίωξε το ίδιο αποτέλεσμα με την Αίτηση 451/2025 όπου ζήτησε την ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης προβάλλοντας τις ίδιες ουσιαστικά θέσεις. Τα επιχειρήματα του επίσης απέτυχαν, όπως και οι θέσεις του περί άδικης διεξαγωγής της Διαιτησίας.
Αφού οι προσπάθειες εκείνες δεν είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, προωθεί την παρούσα αγωγή με την οποία στοχεύει και πάλι στο ίδιο αποτέλεσμα επικαλούμενος τα ίδια ισχυριζόμενα γεγονότα και προβάλλοντας τις ίδιες θέσεις. Ζητά δηλαδή την κήρυξη της Συμφωνίας Εγγύησης ως άκυρη και δηλωτική απόφαση ότι καμία ευθύνη έχει δυνάμει αυτής.
Σημειώνω ότι, παρότι αυτή η αγωγή καταχωρήθηκε πριν την Αίτηση 451/2025, εντούτοις η Αίτηση 451/2025 εκδικάστηκε και είχε ήδη εκδοθεί απόφαση σε εκείνην πριν την ακρόαση της παρούσας Αίτησης. Η απόφαση στην Αίτηση 451/2025 συνιστά τη δεύτερη φορά που οι θέσεις του Valt εξετάστηκαν σε δίκη και απορρίφθηκαν. Όμως ο Valt επιμένει να προωθεί και την παρούσα αγωγή, επιδιώκοντας την εκδίκαση των ίδιων ζητημάτων για τρίτη φορά.
Κατά πόσο υπάρχει κατάχρηση είναι ζήτημα πραγματικό (question of fact) και αποφασίζεται λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν μια υπόθεση. Δεν υπάρχει «κλειστός κατάλογος» περιπτώσεων κατάχρησης. Όπως τίθεται στην Αγγλική υπόθεση Hunter v Chief Constable of the West Midlands Police [1982] AC 529, 536 από τον Lord Diplock::
«It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right thinking people. The circumstances in which an abuse of the process of the court can arise are very varied: those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting as fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disallow the word discretion) to exercise this salutary power».
Η εγκυρότητα και δεσμευτικότητα της Συμφωνίας Εγγύησης εξετάστηκε στα πλαίσια της Διαιτησίας. Ο Διαιτητής, αξιολόγησε τις θέσεις των δύο πλευρών και κατέληξε ότι η Συμφωνία Εγγύησης είναι έγκυρη και δεσμευτική. Η Διαιτησία ήταν το ορθό και αρμόδιο forum για να εξεταστούν ζητήματα που αφορούσαν την ύπαρξη και εγκυρότητα της Συμφωνίας Εγγύησης.
Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη ρήτρα διαιτησίας, όρος 10 της Συμφωνίας Εγγύησης αναφέρει τα εξής:
«Any dispute arising out of or in connection with this contract, including any question regarding its existence, validity or termination, shall be referred to and finally resolved by arbitration…»
Ότι ο Διαιτητής ορθώς και εντός της αρμοδιότητας του αποφάσισε αυτά τα ζητήματα, διαπιστώθηκε και στην Αίτηση 451/2025 όπου δεν διαπιστώθηκε έγκυρος λόγος παραμερισμού της Διαιτητικής Απόφασης.
Οι θέσεις του Valt αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του και οι ισχυρισμοί του για τον τρόπο που αυτή επηρέασε τη διεξαγωγή της Διαιτησίας επίσης εξετάστηκαν τόσο από τον Διαιτητή όσο και από το Δικαστήριο στην Αίτηση 451/2025. Δεν έχει παρουσιαστεί κάτι νέο που να ανατρέπει ουσιαστικά τα δεδομένα που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής και το Δικαστήριο στην Αίτηση 451/2025.
Επίσης, εγείρονται αναφορές από πλευράς του Valt σε σχέση με την Αγγλική Απόφαση και τη σημασία της σε σχέση με τις θέσεις που προβάλλει. Δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε εμπόδιο που να εξηγεί ή να δικαιολογεί την παράληψη του Valt να εγείρει την ύπαρξη της Αγγλικής Απόφασης και τα σχετικά επιχειρήματα στα πλαίσια της Διαιτησίας. Δεν πρόκειται για κάποιο νέο γεγονός. Η Αγγλική Απόφαση εκδόθηκε την 1.12.2023, την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση στη Διαιτησία. Καμία προσπάθεια έγινε στην Υπεράσπιση ή μεταγενέστερα να τεθεί υπόψη του Διαιτητή μέσω των δικογράφων ή κατά τη δίκη, είτε η ύπαρξη της Αγγλικής αγωγής είτε η έκδοση της Αγγλικής Απόφασης.
Ο Valt διαμαρτύρεται ότι το εύρημα του Διαιτητή πως ευθύνεται ο ίδιος προσωπικά χωρίς προηγουμένως η Trevena να εγείρει αξιώσεις εναντίον της Sandlex, αντίκειται στην Κυπριακή νομοθεσία. Αναφορικά με αυτό το θέμα η Διαιτητική Απόφαση αναφέρει τα εξής:
«202. Sandlex’s breach of the Convertible Loan Agreement activated [Valt’s] obligations under the Guarantee and Indemnity Agreement. The Guarantee and Indemnity Agreement was intended to be binding and it provided that the liability of [Valt] under the Agreement would be primary and direct and not conditional or contingent upon pursuit by [Trevena] of any remedies it may have against Sandlex. The Tribunal is therefore satisfied that [Trevena] had the right to demand repayment of the outstanding amounts due under the Convertible Loan Agreement from [Valt] as Guarantor and that [Trevena] made valid payment demands under Clause 1 and 2 of the Guarantee and Indemnity Agreement through the letters of demand dated 22 March 2023».
Το ζήτημα δηλαδή εξετάστηκε από τον Διαιτητή ο οποίος κατέληξε ως πιο πάνω. Το παρόν Δικαστήριο δεν ενεργεί ως «εφετείο» κατά της Διαιτητικής Απόφασης.
Η παρούσα αγωγή συνιστά μια τρίτη απόπειρα του Valt να προωθήσει τις ίδιες θέσεις.
H πλευρά του Valt εισηγείται ότι το αντικείμενο της Διαιτησίας και της Αίτησης 451/2025 δεν ταυτίζεται απόλυτα με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής. Όμως σε κάθε μια από αυτές τις τρεις διαδικασίες, είναι φανερό ότι ο Valt προωθεί το ίδιο πλαίσιο επιδιώξεων και αποσκοπεί στον ίδιο ουσιαστικά στόχο. Η ουσία παραμένει η ίδια ασχέτως του περιβλήματος κάθε διαβήματος. Η ουσία αφορά προσπάθειες, αλλεπάλληλες και διαδοχικές του Valt να ανακόψει την Trevena, αμφισβητώντας την εγκυρότητα της Συμφωνίας Εγγύησης.
Η πλευρά του Valt έχει επισημάνει ότι μέσω αυτής της αγωγής αξιώνεται και δηλωτική απόφαση περί ακυρότητας της ρήτρας διαιτησίας στη Συμφωνία Εγγύησης. Δεν είναι αντιληπτό σε ποια βάση εγείρεται τέτοιο ζήτημα ενώ υπήρχε ρητή και έμπρακτη αποδοχή της διαιτητικής διαδικασίας και υπαγωγή στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Καμία εξήγηση προσφέρεται που να δικαιολογεί την έγερση αυτού του θέματος για πρώτη φορά μέσω της αγωγής.
Ο Lord Bingham στην Barrow v Bankside Agency Ltd [1996] 1 WLR 257 σελίδα 260 έθεσε το ζήτημα ως εξής:
«The rule in Henderson v Henderson is very well known. It requires the parties, when the matter becomes the subject of litigation between them in a court of competent jurisdiction, to bring their whole case before the court so that all aspects of it may be finally decided (subject, of course, to any appeal) once and for all. In the absence of special circumstances, the parties cannot return to the court to advance arguments, claims or defences which they could have put forward for decision on the first occasion but failed to raise. The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue or cause of action estoppel. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do. That is the abuse at which the rule is directed.»
Να προσθέσω πως η αγγλική νομολογία επιβεβαιώνει ότι κατάχρηση μπορεί να διαπιστωθεί ακόμα και αν δεν υπάρχει σύμπτωση διαδίκων και απόλυτη σύμπτωση θεμάτων σε διάφορες διαδικασίες[3].
Εδώ δεν διαπιστώνω να υπάρχουν ειδικοί λόγοι ή νέα δεδομένα που να δικαιολογούν την έγερση αυτής της αγωγής για να επιχειρηθεί το ίδιο αποτέλεσμα για τρίτη φορά. Όλα τα στοιχεία και δεδομένα, οι συνθήκες σύναψης της Συμφωνίας Εγγύησης, της ρήτρας διαιτησίας, της Συμφωνίας Δανείου και άλλων συμφωνιών, τα γεγονότα που τις καθιστούν εικονικές και άκυρες (ως η θέση του Valt), αυτά ήταν γνωστά εξ αρχής.
Όπως αναφέρθηκε στην Greenhalgh v Mallard (1947) 2 All ER 255, 257, οι επιδιώξεις του Valt μέσω αυτής της αγωγής συνιστούν:
«issues and facts which are so clearly part of the subject matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of process of the court to allow a new proceeding to be started in respect of them».
Στη δική μου κρίση, η συμπεριφορά του Valt με την έγερση και προώθηση αυτής της αγωγής ακόμα και μετά την έκδοση της απόφασης στην Αίτηση 451/2025, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί να συνεχίσει. Το Δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αποτελεσματικά για να καταστείλει την κατάχρηση.
Στον χειρισμό μιας υπόθεσης, το Δικαστήριο έχει πρωταρχικό καθήκον[4] να διασφαλίζει την ταχεία και δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας, με αναλογικό κόστος. Οφείλει επίσης να διασφαλίζει την κατανομή σε κάθε υπόθεση κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις.
Το Μέρος 3.3(1)(β) των ΚΠΔ παρέχει ρητά την εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο εάν διαπιστώσει ότι αυτό συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας.
Σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Civil procedure Rules, το House of Lords στην Johnson v Gore Wood & Co [2002] AC 1, εξηγεί τα ακόλουθα:
«31. Henderson v Henderson abuse of process, as now understood, although separate and distinct from cause of action estoppel and issue estoppel, has much in common with them. The underlying public interest is the same: that there should be finality in litigation and that a party should not be twice vexed in the same matter. This public interest is reinforced by the current emphasis on efficiency and economy in the conduct of litigation, in the interests of the parties and the public as a whole. The bringing of a claim or the raising of a defence in later proceedings may, without more, amount to abuse if the court is satisfied (the onus being on the party alleging abuse) that the claim or defence should have been raised in the earlier proceedings if it was to be raised at all.»
Το γεγονός ότι η πρώτη κρίση επί των γεγονότων και θεμάτων ήταν στα πλαίσια Διαιτησίας και όχι αγωγής δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Η διαιτησία δεν είναι μια υποδεέστερη διαδικασία επίλυσης μιας διαφοράς από μια αγωγή. Συνιστά συνειδητή, έγκυρη και σεβαστή επιλογή των μερών αναφορικά με το forum επίλυσης των διαφορών τους. Δεν τίθεται θέμα, ως η πλευρά του Valt εισηγείται, αποστέρησης του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Αντίθετα, ο Valt είχε τόσο την ευκαιρία όσο και πλήρη πρόσβαση σε μηχανισμό επίλυσης διαφορών που ο ίδιος επέλεξε. Είχε επίσης την ευκαιρία να επιχειρήσει τον παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης μέσω της Αίτησης 451/2025 ως το δικαίωμα που του παρέχει ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος, Ν.101/1087.
Η πλευρά του Valt παραπέμπει στην επιλογή του Κυπριακού δικαίου ως το δίκαιο που διέπει τη Συμφωνία Εγγύησης. Αυτό δεν διαφοροποιεί την κατάσταση και δεν είναι παράγοντας που προσδίδει αυτόματα δικαιοδοσία στο Κυπριακό Δικαστήριο επί θεμάτων που άπτονται της εν λόγω Συμφωνίας. Τα μέρη επέλεξαν το Κυπριακό Δίκαιο ως το εφαρμοστέο δίκαιο της Συμφωνίας Εγγύησης. Ταυτόχρονα όμως επέλεξαν το Διαιτητικό Σώμα ως τον αρμόδιο φορέα επίλυσης τυχόν διαφορών.
Στη βάση όλων των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι η πλευρά του Valt έχει υπερβεί το μέτρο. Αυτή η αγωγή συνιστά κατάχρηση του δικαστικού χρόνου, πόρων και διαδικασίας. Το δικαίωμα ενός διάδικου για πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν είναι λευκή επιταγή. Συνεπάγεται αντίστοιχη υποχρέωση για καλόπιστη, δίκαιη και αναλογική μεταχείριση της διαδικασίας, με σεβασμό στα δικαιώματα και του αντίδικου.
Κρίνω ότι ο Valt, μέσω της Διαιτησίας και της Αίτησης 451/2025, είχε κάθε λογική ευκαιρία να προωθήσει τις θέσεις του περί ακυρότητας και εικονικότητας της Συμφωνίας Εγγύησης και της ρήτρας διαιτησίας που εκεί περιλαμβάνεται. Είχε επίσης κάθε λογική ευκαιρία να προβάλλει την υπεράσπιση του στις αξιώσεις που η Trevena είχε εγείρει εναντίον του δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης. Είναι δεδομένο ότι οι θέσεις του δεν έγιναν αποδεκτές και τα επιχειρήματα του δεν έπεισαν. Ο Διαιτητής διαπίστωσε τη δικαιοδοσία του δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας (την εγκυρότητα της οποίας ο Valt δεν αμφισβήτησε τότε), διαπίστωσε επίσης την εγκυρότητα της Συμφωνίας Εγγύησης και κατέληξε ότι ο Valt οφείλει στην Trevena συγκεκριμένο ποσό δυνάμει εκείνης. Η Διαιτητική Απόφαση παραμένει ισχυρή.
Μη ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της Διαιτησίας, ο Valt αντέδρασε καταχωρώντας την παρούσα αγωγή, την οποία συνεχίζει να προωθεί ακόμα και μετά την απόρριψη της Αίτησης 451/2025. Όπως ανέφερα, αυτή η συμπεριφορά πρέπει να ανακοπεί. Το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει τα συμφέροντα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Ε. Κατάληξη. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, η μόνη επιλογή που παραμένει είναι η απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η αγωγή απορρίπτεται ως τέτοια.
Δεν υπάρχει πεδίο, ούτε λόγος να εξεταστούν τα υπόλοιπα ζητήματα που προβάλλονται μέσω της Αίτησης.
Παραμένει το θέμα των εξόδων. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα τόσο της Αίτησης όσο και της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………….……………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Lawrence ν Norreys (1890) 15 App. Cas. 210, 219
[2] Ενδεικτικά, Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση. 9298, 17.4.95 και Τρύφωνος ν Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Εφέσεις 8344 και 8497, 29.9.93.
[3] Aldi Stores Ltd v WSP Group Plc (2008) 1 WLR 478
[4] Μέρος 1.2 (πρωταρχικός σκοπός) και Μέρος 60.2, περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο