Ν.Κ. NIKOLAOU AUTOMOBILE SERVICES LIMITED ν. CNP ASFALISTIKI LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 325 / 2025, 22/9/2026
print
Τίτλος:
Ν.Κ. NIKOLAOU AUTOMOBILE SERVICES LIMITED ν. CNP ASFALISTIKI LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 325 / 2025, 22/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε. Δ.

Αρ. Απαίτησης: 325 / 2025

Μεταξύ:

Ν.Κ. NIKOLAOU AUTOMOBILE SERVICES LIMITED (ΗΕ240167)

Ενάγουσα

και

 

CNP ASFALISTIKI LIMITED (HE15555)

 

Εναγόμενη / Ενάγουσα στην Πρόσθετη Απαίτηση

 

και

 

TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD (HE42182)

 

 Εναγόμενη στην πρόσθετη Απαίτηση

 

 

Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενη / Αιτήτρια:                                    κος Α.Δ. Κορομίας για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγουσα / Καθ’ ης η Αίτηση 1:                    κα Κολέα Α. για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Πρόσθετη Εναγόμενη:                                  κα Κολέα Α. για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

Αίτηση ημερ. 24.11.2025

Εκδίκαση προδικαστικού σημείου: το κατά πόσον η απαίτηση έχει παραγραφεί

 

Α.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Η Ενάγουσα / Καθ’ ης η Αίτηση (εφεξής «Ενάγουσα») είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής ΝΑΗ027 το οποίο την 04.05.2021 ενώ οδηγείτο από τον R.M. ενεπλάκη σε ατύχημα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το όχημα το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος της Ενάγουσας με αποτέλεσμα ο R.M., στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση, να κινηθεί αριστερόστροφα και να προσκρούσει σε κατάστημα ευρισκόμενο στη δυτική πλευρά του δρόμου.

2.         Η Εναγόμενη / Αιτήτρια (εφεξής «Εναγόμενη») στην Υπεράσπιση της εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι η απαίτηση και/ή το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί δυνάμει των προνοιών του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του  2012, Ν. 66(Ι) / 2012, ως έχει τροποποιηθεί (εφεξής «Νόμος Παραγραφής»).

 

3.         Μετά τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων των διαδίκων και αφού η Εναγόμενη είχε δηλώσει στο ερωτηματολόγιο της ότι είχε σκοπό να υποβάλει σχετική αίτηση για εκδίκαση της προδικαστικής της ένστασης, καταχωρίστηκε στις 24.11.2025 η υπό κρίση Αίτηση.  

 

4.         Κατά την ΑΔΟ της Αίτησης, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι το ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της εκδίκασης της είναι το κατά πόσον μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά το ζήτημα της παραγραφής και εάν η απάντηση είναι θετική ως προς το ερώτημα αυτό, το κατά πόσον η απαίτηση έχει παραγραφεί. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη στην Ένσταση της ανέφερε ότι δεν θα προβάλει ένσταση ως προς την προδικαστική εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης. Επομένως, το ζήτημα προς επίλυση στο πλαίσιο της Αίτησης είναι το κατά πόσον η απαίτηση έχει παραγραφεί.

 

5.         Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι η ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι η 04.05.2021 αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ως προκύπτει από τη δικογραφία.

 

Β.  Η ΑΙΤΗΣΗ

 

6.         Η Εναγόμενη δια της Αίτησης της ζητά όπως η προδικαστική της ένσταση στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης αποφασιστεί προδικαστικά καθώς και απόρριψη της απαίτησης λόγω παραγραφής.

 

7.         Η Αίτηση στηρίζεται στον Νόμο Παραγραφής καθώς και στους τροποποιητικούς νόμους 58(Ι)/2021, 53(Ι)/2022 και 26(Ι)/2023 και ειδικότερα στα άρθρα 6 και 27Α αυτού. Επίσης στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφεξής «ΚΠΔ 2023») και ειδικότερα στα Μέρη 23 και 24.

 

8.         Στο σώμα της Αίτησης στο μέρος όπου παρατίθενται τα γεγονότα στα οποία βασίζεται ο Αιτητής αναφέρεται ότι:

 

8.1      Με βάση την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας το αγώγιμο της δικαίωμα στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία αφορούν τροχαίο ατύχημα ημερομηνίας 04.05.2021. Η δε βάση αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας.

 

8.2      Η απαίτηση της Ενάγουσας περιορίζεται σε ειδικές αποζημιώσεις (για ζημιές στο όχημα της) και η αγωγή εγέρθηκε δια λογαριασμό ασφαλιστή (subrogation) ήτοι της Πρόσθετης Εναγόμενης.

 

8.3      Η απαίτηση καταχωρίστηκε στις 28.02.2025.

 

8.4      Η Εναγόμενη ήγειρε προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση της σε σχέση με παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας.

 

Γ.  Η ΕΝΣΤΑΣΗ

 

9.         Στην Ένσταση διευκρινίζεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ενίστανται σε μέρος της Αίτησης.  Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι δεν ενίστανται στην προδικαστική εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης. Επομένως, οι λόγοι ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στο σώμα της Ένστασης αφορούν μόνο το σκέλος της Αίτησης (παράγραφος Β αιτητικού) δια του οποίου ζητείται απόρριψη της απαίτησης λόγω παραγραφής .

 

10.       Παρατίθενται δώδεκα λόγοι ένστασης Μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι:

 

10.1    Η Αίτηση είναι αβάσιμη και βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 27Α του Νόμου Παραγραφής.

 

10.2    Η Εναγόμενη παραβλέπει τις πρόνοιες του άρθρου 27Α του Νόμου Παραγραφής και υπό αυτή την έννοια η Αίτηση είναι λανθασμένη και έχει ως σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.

 

10.3    Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί καθότι ο χρόνος παραγραφής στην περίπτωση αμέλειας και παράβασης θέσμιου καθήκοντος αναστέλλεται για χρονική περίοδο 39 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2021, Ν. 58(Ι) / 2021 (εφεξής «Τροποποιητικός Νόμος»). Το χρονικό διάστημα από την 20.04.2021 μέχρι και 20.07.2024 δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής που προνοείται στο άρθρο 6(2) του Νόμου παραγραφής. Ήτοι, ο χρόνος παραγραφής σταμάτησε / αναστάλθηκε και/ή δεν έτρεξε για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

 

10.4    Η Αίτηση είναι αστήρικτη και παράτυπη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και η νομική της βάση είναι ελλιπής.

 

10.5    Η Εναγόμενη δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και η Αίτηση είναι καταπιεστική, ενοχλητική, καταχρηστική και προωθείται για αλλότριους σκοπούς.

 

10.6    Η Αίτηση προωθήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.

 

10.7    Η Εναγόμενη εμποδίζεται να εγείρει και να προωθεί την προδικαστική ένσταση καθότι υπάρχει κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, λόγω παραστάσεων και λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα.

 

11.      Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Όμηρου Καΐλη, δικηγόρου στο γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Στην ένορκη δήλωση παρατίθεται το δικονομικό ιστορικό της απαίτησης καθώς και ορισμένα γεγονότα όπως η ημερομηνία του ατυχήματος.

 

12.      Εκφράζει την πεποίθηση ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί λόγω της αναστολής η οποία προβλέπεται στο άρθρο 27Α του Νόμου Παραγραφής. Ο Τροποποιητικός Νόμος του 2021 έχει ως έναρξη ισχύος την 20.04.2021 και συνεπώς για 39 μήνες, δηλαδή μέχρι και την 20.07.2024, δεν μετρά ο χρόνος παραγραφής, ήτοι θεωρείται «νεκρό διάστημα» και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής που προβλέπεται από το άρθρο 6(2) του Νόμου Παραγραφής. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρει ο ενόρκως δηλών, ότι ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει ή αν άρχισε, αναστέλλεται για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.

 

13.      Το ατύχημα επεσυνέβη στις 04.05.2021 δηλαδή εντός της περιόδου αναστολής της παραγραφής και επομένως ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει από 20.07.2024.

 

14.      Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου «Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων  (Τροποποιητικός) Νόμος του 2021» και παρατίθεται απόσπασμα από αυτή. Προβάλλει το επιχείρημα ότι επειδή στην έκθεση αναφέρεται πως αποφασίστηκε ότι η αναστολή θα καλύψει αγώγιμα δικαιώματα εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας, η βούληση του νομοθέτη ήταν να προβεί σε αναστολή της προθεσμίας γενικά. Αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να περιορίσει την εφαρμογή της αναστολής θα το έπραττε.

 

Δ.  ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

 

15.      Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών υπέβαλαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τα επιχειρήματα και όλη η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε, αμφοτέρων των μερών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1]

 

16.      Ο συνήγορος της Εναγόμενης προβάλλει το επιχείρημα ότι ο νομοθέτης δεν είχε πρόθεση να προβλέψει την καθολική αναστολή του χρόνου παραγραφής για όλα τα αστικά αδικήματα αμέλειας και παράβαση θέσμιου καθήκοντος αλλά να περιορίσει την εφαρμογή της επίμαχης διάταξης σε σχέση με απαιτήσεις οι οποίες αφορούν την κατάρρευση του συνεργατισμού και αυτό προκύπτει από την επεξηγηματική έκθεση. Η χρήση της φράσης «κατά φυσικού ή νομικού προσώπου» αντί της αρχικής «κατά συγκεκριμένων προσώπων του πορίσματος» έγινε για να μην κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος.

 

17.      Το δεύτερο επιχείρημα της Εναγόμενης είναι ότι το άρθρο 27Α του Νόμου Παραγραφής δεν καλύπτει «απαιτήσεις μεταγενέστερες της έναρξης της ισχύς της ειδικής διάταξης του άρθρου 27Α.» Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο της, η ειδική διάταξη του άρθρου 27Α θεσπίστηκε για να αναστείλει το χρόνο παραγραφής για αγώγιμο δικαίωμα του οποίου η βάση αγωγής είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου και όχι για να αναστείλει παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων για αμέλεια τα οποία θα συμπληρώνονταν μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου. Προσθέτει ότι εάν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, αυτό θα συζητείτο στη Βουλή των Αντιπροσώπων αλλά και θα προνοείτο ρητώς.

 

18.      Η Ενάγουσα στην αγόρευση των συνηγόρων της επίσης παραπέμπει στην Έκθεση για να προωθήσει το επιχείρημα ότι ο Τροποποιητικός Νόμος κατέληξε να έχει καθολική εφαρμογή. Στην ουσία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τόσο η γραμματική ερμηνεία όσο και η τελεολογική ερμηνεία της επίμαχης διάταξης συνηγορούν υπέρ της επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής για αμέλεια. Καταπιάνεται επίσης με την έννοια της αναστολής με αναφορά στο άρθρο 15 του Νόμου Παραγραφής και καταλήγει στο ότι η αναστολή πρέπει να ερμηνεύεται ως «πάγωμα» της υφιστάμενης προθεσμίας – ήτοι σταματά να τρέχει ο χρόνος / “stopping the clock”.

 

19.      Ως προς το δεύτερο επιχείρημα των Εναγομένων η συνήγορος της Ενάγουσας επισήμανε ότι αν ευσταθεί θα υπάρχουν παράλογα αποτελέσματα και στην ουσία «Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων».

 

Ε.  ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ

 

20.      Ο χρονικός περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη κρίθηκε ότι είναι θεμιτός και απαραίτητος ως εργαλείο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη και της ασφάλειας δικαίου. Υπάρχει έννομο συμφέρον στη δημιουργία ασφάλειας δικαίου και τελεσιδικίας στις διαφορές των διαδίκων.

 

21.      Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως (2001) 1 Α.Α.Δ. 1744 αναφέρθηκε ότι «[η] γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς.»

 

22.      Ως αναφέρθηκε στην ομιλία του έντιμου Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ με το θέμα «Παραγραφή» την 31.03.2006 (τότε Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου):

 

«Γενικά θεωρείται, και αυτό έχει λάβει κατά καιρούς και την έγκριση των Δικαστηρίων µέσα από σχετικές αποφάσεις, ότι η µη καταχώριση για µεγάλο χρονικό διάστηµα αγωγής δυνατόν να δηµιουργεί αδικία στον εναγόµενο, ο οποίος µπορεί να µην είναι σε θέση στον αποµακρυσµένο αυτό χρόνο να παρουσιάσει τη µαρτυρία που άλλως θα είχε διαθέσιµη προς υπεράσπιση του, ενώ θα µπορούσε η χρονική αυτή αδράνεια να οδηγήσει και στο εύλογο συµπέρασµα ότι ο ενάγων έχει απεµπολήσει το οποιοδήποτε δικαίωµα του. Πρόσθετα, στη φιλοσοφία του δικαίου θεωρείται ότι άτοµα µε καλό και βάσιµο αγώγιµο δικαίωµα θα πρέπει να το προωθούν µε εύλογη επιµέλεια και το ενωρίτερο δυνατό. Αυτό προέρχεται από τις επιταγές του δικαίου της επιείκειας που εκφράζεται και µε το λατινικό αξίωµα: «vigilantibus non dormientibus subvenit aequitas».

 

23.      Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στη Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Πολ. Εφ. 118/2012, 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, ECLI:CY:AD:2018:A297, με αναφορά στη Χατζηστυλλή ν. Papadema κ.ά. (2000) 1 ΑΑΔ 551:

 

 «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής ταύτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης.»

 

24.      Ως προς το πότε θα πρέπει να εξετάζονται ζητήματα παραγραφής στην Μιχαήλ ν. Ανδρέου, Πολ. Εφ. 229 / 2014, 19.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:A17 αναφέρθηκε ότι εφόσον «[τ]ο ζήτημα της παραγραφής είχε δεόντως δικογραφηθεί και όλα τα απαραίτητα προς κρίση στοιχεία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης…» θα έπρεπε να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Ωστόσο, η παράλειψη αίτησης για εξέταση του ζητήματος κατά προτεραιότητα, δεν ήταν μοιραία προς την κατεύθυνση απόρριψης της εισήγησης περί παραγραφής. Το ζήτημα μπορούσε να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

25.      Για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος»[2] και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί».[3]

 

26.      Το κρίσιμο χρονικό σημείο, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου είναι η ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί το κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα.[4]

 

27.      Σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι μια αξίωση έχει παραγραφεί, η διαδικασία αναστέλλεται.[5]

 

28.      Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου παραγραφής «βάση της αγωγής» σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή. Η έννοια «χρόνος παραγραφής» σημαίνει «τους διάφορους χρόνους παραγραφής όπως αυτοί καθορίζονται στον παρόντα Νόμο».  

 

29.      Το άρθρο 3 προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει δηλαδή να προσμετρά από την συμπλήρωση της βάσης της αγωγής.

 

30.      Το άρθρο 6 του Νόμου Παραγραφής προνοεί για την περίοδο παραγραφής στις περιπτώσεις στις οποίες η βάση αγωγής αφορά αστικό αδίκημα. Κρίνεται σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης όπως παρατεθεί αυτούσιο το άρθρο 6 του Νόμου Παραγραφής:

 

«Αστικό αδίκημα

 

6.- (1) Τηρουμένων των εδαφίων (2), (3) και (4) καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

 

(2)   Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.

 

 

(3)   Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής:

 

Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.

 

(4)   Καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

 

31.      Το άρθρο 12 προνοεί για ορισμένες περιπτώσεις «μη έναρξης ή αναστολής χρόνου παραγραφής». Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει, ή αν άρχισε, αναστέλλεται με βάση τα εδάφια (α) – (ε) του άρθρου 12. Το άρθρο 13 με πλαγιότιτλο «Αναστολή Χρόνου Παραγραφής» προνοεί τέσσερεις περιπτώσεις στις οποίες αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής.

 

32.      Το άρθρο 15 μπορεί να βοηθήσει στην ερμηνεία του όρου «αναστολή». Έχει ως πλαγιότιτλο την «Παύση του χρόνου παραγραφής λόγω αναστολής» και προνοεί τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Το χρονικό διάστημα της αναστολής του χρόνου παραγραφής σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής. Όταν εκλείψει ο λόγος αναστολής, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει ή, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζει να τρέχει, σε καμιά όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες.»

 

33.      Το άρθρο 27 Α με πλαγιότιτλο «Ειδική διάταξη» προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Παρά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος για αμέλεια ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος κατά φυσικού ή νομικού προσώπου, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2021, αναστέλλεται για χρονική περίοδο τριάντα εννέα μηνών (39) μηνών.»

 

34.      Το άρθρο 27 Α προστέθηκε στο Νόμο παραγραφής με βάση τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2021, Ν. 58(Ι) / 2021 στις 20.04.2021 δυνάμει του οποίου προνοείτο αναστολή του χρόνου παραγραφής 12 μηνών από την 20.04.2021. Η περίοδος αναστολής 12 μηνών αντικαταστάθηκε με την περίοδο των 24 μηνών με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2022, Ν. 53(Ι)/2022 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 19.04.2022. Ακολούθως, η περίοδος αναστολής επεκτάθηκε σε 39 μήνες με τη θέσπιση του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, Ν. 26(Ι)/2023 την 21.04.2023.

 

35.      Στην Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου «Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2021»  αναφέρονται μεταξύ  άλλων τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)[6]:

 

«Σκοπός του νόμου που προτείνεται σύμφωνα με την υπό αναφορά πρόταση νόμου, όπως αυτή είχε αρχικά κατατεθεί στη Βουλή, είναι η τροποποίηση του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, ώστε ο χρόνος παραγραφής, ειδικά για αγώγιμα δικαιώματα που αφορούν σε απαίτηση για αμέλεια ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος κατά προσώπων που είναι υπεύθυνα για την κατάρρευση του συνεργατισμού, να ανασταλεί για διάστημα (12) μηνών.

 

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την υπό αναφορά πρόταση νόμου, η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται αναγκαία, ώστε να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος καταχώρισης αγωγών εναντίον των υπευθύνων της κατάρρευσης του συνεργατικού πιστωτικού συστήματος οι οποίοι κατονομάζονται στην έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής που είχε διορισθεί με διάταγμα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2018, (ΚΔΠ 201/2018) βάσει των διατάξεων του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, η οποία παρέδωσε στον τέως Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας το πόρισμά της την 1η Μαρτίου 2019.

 

Στο πλαίσιο της συζήτησης η παρευρεθείσα ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, αναφερόμενη στην προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση, επισήμανε ότι ενδεχομένως να πλήττεται η κατοχυρωμένη στο άρθρο 28 του συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού στην εν λόγω ρύθμιση εντάσσονται συγκεκριμένες περιπτώσεις αναστολής της παραγραφής, αποκλείοντας εκ προοιμίου το δικαίωμα καταχώρισης αγωγής εναντίον άλλων υπευθύνων που δεν κατονομάζονται στο σχετικό πόρισμα, αλλά που ενδέχεται στην πορεία να διαφανεί ότι υπέχουν ανάλογη αστική ευθύνη.

 

Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η ίδια εκπρόσωπος επισήμανε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση ενδεχομένως να είναι στην παρούσα φάση αχρείαστη, καθότι, βάσει πρόσφατης τροποποίησης του περί Ερμηνείας Νόμου (Κεφ. 1), στο πλαίσιο γενικής διάταξης παρέχεται ήδη το δικαίωμα καταχώρισης σχετικών αγωγών εναντίον των υπευθύνων για την κατάρρευση του συνεργατισμού μέχρι και την 31η Ιουνίου 2021.

 

Σημειώνεται ότι στο στάδιο της μελέτης της υπό συζήτηση πρότασης νόμου η επιτροπή αποφάσισε την τροποποίηση του κειμένου της υπό ψήφιση πρότασης νόμου, ώστε η προτεινόμενη αναστολή του χρόνου παραγραφής να καλύψει αγώγιμα δικαιώματα για αμέλεια ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, φυσικού ή νομικού, ως προς απαιτήσεις προκύπτουσες από την κατάρρευση του συνεργατισμού και όχι μόνο εναντίον συγκεκριμένων κατονομαζόμενων στο σχετικό πόρισμα προσώπων.

 

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, καθώς και του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση της πρότασης νόμου σε νόμο όπως αυτή έχει αναθεωρηθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί των προνοιών της πρότασης νόμου κατά τη συζήτησή της στην ολομέλεια του σώματος.»

 

36.      Η πρόταση νόμου συζητήθηκε και ψηφίστηκε ομόφωνα σε νόμο στη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 08.04.2021.[7] Οι τοποθετήσεις των βουλευτών κατά τη συνεδρίαση αφορούσαν περισσότερο το ποιος φέρει την ευθύνη για την κατάρρευση του συνεργατισμού και υπήρχαν αλληλοκατηγορίες μεταξύ πολιτικών κομμάτων ως προς τις ευθύνες για την κατάσταση η οποία διαμορφώθηκε με παραπομπή στο πόρισμα της αρμόδιας Ερευνητικής Επιτροπής, γνωστό ως  το «Πόρισμα Αρέστη».

 

37.      Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης παρουσιάζει ενδιαφέρον η τοποθέτηση του βουλευτή κ. Κωστή Ευσταθίου ο οποίος ήταν και μέλος της Επιτροπής Νομικών και ο οποίος αναφέρθηκε στην εμβέλεια της επίμαχης διάταξης (άρθρου 27Α):

 

«ΚΩΣΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Θα είμαι σύντομος. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Ασφαλώς και θα υποστηρίξουμε την πολύ σημαντική και πολύ ορθή πρόταση νόμου που έχει κατατεθεί. Θα ήθελα μόνο να διευκρινίσουμε ότι -για σκοπούς περισσότερο απόκρουσης τυχόν διαστρέβλωσης της πρότασης- η πρόταση αυτή δεν περιορίζεται μόνο, αντιλαμβάνομαι, στην παράταση του χρόνου για τις συγκεκριμένες αγορές [sic], αλλά επεκτείνεται γενικότερα στις υποθέσεις αμέλειας. Και αυτό το λέω, προκειμένου να αποφύγουμε τυχόν ισχυρισμό των επηρεαζομένων ότι ψηφίστηκε νόμος φωτογραφικός εναντίον των συγκεκριμένων προσώπων. Είναι πολύ ορθή και η διατύπωση του κειμένου, γι’ αυτό χρειάζεται να το ξεκαθαρίσουμε ακόμα μια φορά, για να μη δώσουμε όπλα σε αυτούς οι οποίοι πιθανότατα να βλέπουν τις αγωγές να έρχονται εναντίον τους, για να επιχειρηματολογήσουν πάνω σε τεχνικής φύσεως ζητήματα. …»

 

38.      Επισημαίνεται ότι κανείς δεν διαφώνησε με την τοποθέτηση του κ. Ευσταθίου η οποία ήταν διευκρινιστικής φύσεως υπό την έννοια ότι είχε ως σκοπό να ξεκαθαρίσει «ακόμα μια φορά» ότι «επεκτείνεται γενικότερα στις υποθέσεις αμέλειας» προς αποφυγήν της παροχής νομικών όπλων στους υπευθύνους για την κατάρρευση του συνεργατισμού και την έγερση ενστάσεων επί «τεχνικής φύσεως ζητημάτων».

 

39.      Πριν να προχωρήσω με την υπαγωγή των γεγονότων της Αίτησης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές και επειδή οι διάδικοι προβάλλουν τις δικές τους θέσεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 27Α καθώς και τη μέθοδο ερμηνείας η οποία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί επί της επίμαχης διάταξης για να ανευρεθεί η πρόθεση του νομοθέτη, θα αναφερθώ στη μεθοδολογία ερμηνείας των νόμων.

 

40.      Σύμφωνα με το σύγγραμμα Benion, Bailey and Norbury on Statutory Interpretation, 9th edn. 2026, παράγραφος 10.4 το κείμενο του νόμου είναι η πρωτογενής πηγή από την οποία μπορεί να εξαχθεί το νόημα της. Όταν επιχειρείται η ερμηνεία νομοθεσίας η ιεραρχικά πρώτη επιλογή είναι η γραμματική ερμηνεία της διάταξης η οποία αναγιγνώσκεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο (read in context). Όσο πιο καθαρή είναι η γραμματική ερμηνεία της διάταξης τόσο πιο δύσκολη καθίσταται η καταφυγή στη χρήση άλλων εργαλείων ερμηνείας καθώς και ο εξοβελισμός της γραμματικής ερμηνείας:

 

«Importance of the legislative text and its grammatical meaning

 

 (1)     The legislative text is the primary source by which meaning is to be ascertained.

 

 (2)    An appropriate starting point when interpreting legislation is the grammatical meaning of the legislative text, read in context. This grammatical meaning carries significant weight.

 

(3)     The clearer the grammatical meaning the weightier the other factors that will be required to displace it.1

 

[…] The legislative text is the starting point, and the centre of the interpreter's attention from then on. After all, it is the text that has been enacted by the legislature and that is being construed. So for example in R v A (No 2) Lord Steyn said:

 

''It is a general principle of the interpretation of legal instruments that the text is the primary source of interpretation: other sources are subordinate to it …'.'

 

Similarly, in R (O, a minor, by her litigation friend AO) v Secretary of State for the Home Department Lord Hodge stated that the words used by Parliament are 'the primary source by which meaning is ascertained'.

[…]

 

A natural starting point when interpreting a legislative text is to ascertain the grammatical meaning of the words used, ie to ascertain what is often called the 'ordinary' meaning (or the 'ordinary and natural' meaning) of those words.

 

In R v Secretary of State for the Environment, Transport and the Regions, Ex p Spath Holme Ltd Lord Nicholls put it like this:

 

''… an appropriate starting point is that language is to be taken to bear its ordinary meaning in the general context of the statute.'

 

41.      Η διαχρονική θέση ως προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι η γραμματική ερμηνεία συνιστά τον ιεραρχικώς πρώτο αλλά και θεμελιακό κανόνα ερμηνείας νομοθετημάτων. Στην Αίτηση του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδροτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λίμιτεδ, Αίτηση αρ. 1 / 2023, 23.05.2024 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (υπό του Σάντη Δ.) ανέφερε τα ακόλουθα όταν είχε τεθεί πως σε Εφετειακό επίπεδο κακώς είχε υιοθετηθεί η κατ' ισχυρισμό παρωχημένη γραμματική μέθοδος ερμηνείας η οποία ανήκει στο παρελθόν, αντί να ανεύρει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη (η έμφαση στο κείμενο είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Υφίσταται διαχρονικώς αδιάθλαστη κατ' ουσίαν η νομολογιακή θέση ότι η γραμματική ερμηνεία συνιστά τον ιεραρχικώς πρώτο, αλλά και θεμελιακό, κανόνα ερμηνείας νομοθετημάτων. Το απαύγασμα της νομολογίας αυτής δεικνύει πως ο κανόνας τούτος υπαγορεύει την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία ετυμολογικής σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθετικό κείμενο κατά τη φυσική και συνήθη έννοια τους. Μόνο όταν οι αφορώσες λέξεις ή όροι είναι ασαφείς το δικαστήριο προστρέχει σε άλλες ερμηνευτικές μεθόδους. Το νομοθετικό κείμενο συγκροτεί κατά λογική επακολουθία το σημείο εκκίνησης του ερμηνευτικού εγχειρήματος και το επίκεντρο της προσοχής του ερμηνευτή. Βεβαίως, η γραμματική ερμηνεία δεν παραμένει αποτμημένη από την ευρύτερη εικόνα του εκάστοτε νομοθετικού σκοπού. Τούτο, διότι, εκ των πραγμάτων, η γραμματική ερμηνεία σπανίως, αν ποτέ, επιχειρείται στο κενό. Αυτό εντούτοις, ως παράπλευρη παρατήρηση, ποσώς διαγράφει την πρωταρχική βαρύτητα του κανόνα της γραμματικής ερμηνείας. Ούτε την αμβλύνει. Μα μήτε και εξυπονοεί αυτομάτως την ασύμμετρη και τελικώς εσφαλμένη και άκαιρη σύμμειξη της με άλλες μεθόδους ερμηνείας

 

Οι Αιτητές επικαλέστηκαν την Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ και Άλλοι ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348, 352, για να ενισχύσουν τη θέση ότι η γραμματική ερμηνεία των κειμένως επίδικων προνοιών ήταν ατυχής, με συνακόλουθο και το λαθεμένο της έκβασης της. Αυτό, εξ' αφορμής του γεγονότος πως η Ολομέλεια - με μνεία στις Pepper (Inspector of Taxes) v. Hart [1993] 1 All ER 42 (HL) και Carter v. Bradbeer [1975] 3 All ER 158 (HL) - ανέφερε πως η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν.

 

Δεν έχουν έτσι τα πράγματα στην ουσία τους.

 

Η Ολομέλεια στην Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ (ανωτέρω), προέβη στην προειρημένη αναφορά, υπό το πρίσμα των ερμηνευτικών αναγκών της συγκεκριμένης υπόθεσης. […]

 

Παρεμβάλλουμε - πιθανόν και εκ του περισσού - πως οι Pepper v. Hart (ανωτέρω) και Carter v. Bradbeer (ανωτέρω), και όσα αναφέρθηκαν εκεί περί ξεπερασμένης εμβέλειας της γραμματικής ερμηνείας, ουδέποτε έτυχαν οριζόντιας νομολογιακής αποδοχής στην Αγγλία και Κύπρο. Ο λόγος έγκειται στο ότι η άποψη που εκφράστηκε σε αυτές, υποδηλώνει την άνευ ετέρου χρήση του νομοθετικού κειμένου ως εργαλείου αλλαγής ή αντικατάστασης του λεκτικού του, παραβιάζοντας τουτέστιν και την πεμπτουσία της γραμματικής ερμηνείας εκεί όπου η τελευταία θα έπρεπε ως ζήτημα αρχής να αποτελεί την πρώτη επιλογή, πριν από την αναζήτηση άλλης ερμηνείας (R(SC) v. Secretary of State for Work and Pensions [2021] UKSC 26, Farooq και Άλλων v. Δημοκρατίας. Ποιν. Εφ. 165/18, ημ.7.9.20, Wilson v. First County Trust (No 2) [2003] UKHL 40, Richard Calnan, Principles of Statutory Interpretation (Oxford University Press 2023) 46-49).

 

Στην Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 528, 533 (την οποία επικαλέστηκε και το Εφετείο), η Ολομέλεια, με υπόμνηση και στην Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ (ανωτέρω), τόνισε:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά απέδωσε στο επίδικο άρθρο το σύνηθες νόημα των λέξεων. Με βάση τις αρχές που έχουν διατυπωθεί από τη νομολογία, όπου το λεκτικό του νόμου είναι σαφές τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους. (Βλέπε: Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348 και ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλος (1990) 2 Α.Α.Δ. 86, όπου στη σελίδα 89 αναφέρονται και τα εξής:-

 

"Η τελεολογική μέθοδος ερμηνεία των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη."

 

Στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες της επιφύλαξης είναι σαφείς και δεν επιδέχονται άλλης ερμηνείας εκτός αυτής που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη».

 

Ό,τι πιο επίκαιρο μπορεί να προταχθεί επί του θέματος, απογράφθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επί της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 86/19, μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, Αίτηση Αρ. 9/23, ημ. 21.2.24, όπου η Ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ανέφερε (κατά τα γεγονότα της περίπτωσης εκείνης) ότι:

«[...] Είναι το λεκτικό του Νόμου που θα μας καθοδηγήσει στην ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη, που αποτελεί το ζητούμενο της ερμηνευτικής διεργασίας, εφόσον όπως θα εξηγήσουμε το λεκτικό εν προκειμένω είναι σαφές με βάση τη συνήθη έννοια του (βλ. Southfields ανωτέρω). Δεν τίθεται θέμα διασταλτικής ή άλλης ερμηνείας πέραν των όσων από το γράμμα του Νόμου με σαφήνεια προκύπτουν [...]».

 

Εξετάζοντας όσα προέβαλαν οι Αιτητές επί της ουσίας, δεν διακρίνουμε νομολογιακή ασυνέπεια στα όσα περιστοιχίζουν, κατ' αρχήν, τη γραμματική νομοθετική ερμηνεία. Η μεθοδολογική τούτη προσέγγιση, υπό την έννοια της συλλογιστικής σειράς και δομής στην ερμηνευτική διεργασία, υπηρετεί, αφενός την ασφάλεια δικαίου, και αφετέρου, την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και την αποφυγή τής κατά κανόνα ασύμβατης προς τη συνταγματική τάξη δικαστικής νομοθέτησης.

 

Όπως ήδη επισημάναμε, η γραμματική ερμηνεία σπανίως, αν ποτέ, επιχειρείται στο κενό.

Χαρακτηριστική επ' αυτού είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα των Diggory Bailey και Luke Norbury, Bennion, Bailey and Norbury on Statutory Interpretation (8η έκδοση, LexisNexis 2020) 393, πως:

 

«The words of an enactment are illuminated by consideration of its context. Words are not deployed in a vacuum».

 

Όπως το έθεσε ο Λόρδος Steyn στην R v. Secretary of State of the Home Department, ex parte Daly [2001] 3 All ER 433, 447 (HL):

 

«. Ιn law context is everything».

 

Στην Attorney-General v. H.R.H. Prince Ernst Augustus of Hanover [1957] 1 All ER 49, 53 (HL), ο Viscount Simonds απέρριψε την εισήγηση ότι οι υπό ερμηνεία λέξεις θα έπρεπε να ερμηνευθούν κατ' απομόνωση, αφού:

 

«. their colour and content are derived from their context».

 

42.      Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Γυμναστικός Σύλλογος «Τα Ολύμπια» ν. Δήμος Λεμεσού, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 95/2019, 05.06.2024:

 

«Κρίνουμε πως το λεκτικό του άρθρου είναι σαφέστατο και δεν απαιτείται η αναδρομή σε άλλα άρθρα του Νόμου ή σε άλλους Νόμους για να αποκαλυφθεί η ερμηνεία του. Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη.  Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων.  Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Δημοκρατία v. Ματθαίου, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερ. 12.7.1990.  Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Τέταρτη Έκδοση, Τόμος 44, παράγρ. 863 - 873).  Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Southfields Ind. Ltd v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 ΑΑΔ 59).»

 

43.      Έχει νομολογηθεί ότι η γραμματική ερμηνεία δεν συνιστά οτιδήποτε άλλο παρά μέθοδο με την οποία διαπιστώνεται η βούληση του νομοθέτη, που επέλεξε τις συγκεκριμένες λέξεις για να την εκφράσει, με την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται.[8] Όταν λοιπόν το λεκτικό του νόμου είναι σαφές, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους.[9]

44.      Στην απόφαση στην υπόθεση Α. Χρίστου κ.ά. ν.  Β. Πέτρου Πιερίδου Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Κώστα Μαραγκού, Πολ. Έφ. Αρ. 311/2011,18.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A467 αναφέρθηκε ότι: 

 

«η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων δεν καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. Όπου οι πρόνοιες του νόμου είναι σαφείς, το κείμενό του αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νόμου (ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 ΑΑΔ 86, Τροκκούδη ν. Πέτρου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 683).»

 

 

ΣΤ.  ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

45.      Το Δικαστήριο για να αποφασίσει την Αίτηση θα πρέπει να ερμηνεύσει το άρθρο 27Α του Νόμου Παραγραφής. Τα πραγματικά γεγονότα τα οποία αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αποφασιστεί η παρούσα Αίτηση δεν αμφισβητούνται.

 

46.      Υπενθυμίζεται ότι η βάση αγωγής της Ενάγουσας είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας πηγάζει από ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στις 04.05.2021 ενώ η απαίτηση καταχωρίστηκε στις 28.02.2025.

 

47.      Παρενθετικά,  αναφέρεται ότι το Μέρος 24 των ΚΠΔ 2023 στο οποίο βασίζεται η Αίτηση αφορά τη συνοπτική απόφαση. Συνοπτική απόφαση μπορεί να εξασφαλιστεί και εναντίον Ενάγοντος όταν δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης του και δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

48.      Συνήθως σε υποθέσεις στις οποίες εγείρεται ζήτημα παραγραφής ζητείται η απόρριψη (strike-out) της απαίτησης με βάση το Μέρος 3.3 επειδή η απαίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Ενάγων μπορεί να έχει εύλογη και καλή αιτία αγωγής ωστόσο η παραγραφή επενεργεί ως διαδικαστική υπεράσπιση (procedural defence / technical defence) με αποτέλεσμα η αιτία αγωγής αυτή να μην μπορεί να προωθηθεί η/και να εκτελεστεί ή σε κάθε περίπτωση να τελεσφορήσει λόγω της παραγραφής (ίδετε Blackstone’s Civil Practice 2022, σελ. 194, Limitation 10.1). Η χρήση του Μέρους 24 και του τεστ για πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης τεχνικά δεν είναι ορθή επειδή ακριβώς η παραγραφή αποτελεί διαδικαστική υπεράσπιση. Το ορθό δικονομικό διάβημα είναι η απόρριψη λόγω κατάχρησης διαδικασίας – strike out (καίτοι η διαδικασία δεν απορρίπτεται per se αλλά αναστέλλεται όπως προαναφέρθηκε).  

 

49.      Η Εναγόμενη δεν συμπεριέλαβε το Μέρος 3.3 στην βάση της Αίτησης της, ωστόσο εν προκειμένω, είναι ξεκάθαρο τι επιδιώκει η Εναγόμενη με την Αίτηση της και κανείς δεν παραπλανήθηκε. Ούτε και προωθήθηκε ο λόγος ένστασης ότι η Αίτηση είναι αστήρικτη ως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγόρευσης της Ενάγουσας.  Επομένως, θα προχωρήσω με την εξέταση της Αίτησης.

 

50.      Με βάση την θέση της Εναγόμενης, ο χρόνος παραγραφής δεν αναστάλθηκε επειδή η βάση αγωγής προέκυψε μετά τη θέσπιση του Τροποποιητικού Νόμου και επομένως η απαίτηση παραγράφηκε μετά την παρέλευση τριών ετών από την 04.05.2021 ήτοι στις 04.05.2024. Αποτελεί επίσης θέση της Εναγόμενης ότι άρθρο 27Α δεν εφαρμόζεται καθόλου εν προκειμένω καθότι η παρούσα δεν αποτελεί αγωγή σε σχέση με την κατάρρευση του συνεργατισμού, που η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παρατείνει το χρόνο της παραγραφής για να μπορέσουν τα πρόσωπα τα οποία υπέστησαν ζημιά από πράξεις και/ή παραλείψεις των υπεύθυνων για την κατάρρευση του συνεργατισμού να κινηθούν εναντίον τους.

 

51.      Θεωρώ ότι το άρθρο 27Α είναι σαφέστατο και το Δικαστήριο οφείλει να το ερμηνεύσει με βάση την φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων τις οποίες επέλεξε να χρησιμοποιήσει ο νομοθέτης αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα ή το context  - πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και ενυπάρχουν αυτές οι λέξεις και φράσεις (noscitur a sociis).

 

52.      Το κείμενο του άρθρου 27Α ξεκινά με τη φράση «παρά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου» δηλαδή δείχνει ότι πρόκειται να παρατεθεί μια εξαίρεση η οποία θα υπερκαλύπτει ή να καθιστά ανενεργές τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου Παραγραφής. Αυτό προκύπτει και από τον πλαγιότιτλο του άρθρου 27Α. Πρόκειται για μια «ειδική διάταξη», ήτοι μία εξαίρεση της γενικής διάταξης.

 

53.      Γίνεται η χρήση του όρου «προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος για αμέλεια…» παραπέμποντας στον χρόνο παραγραφής των τριών ετών από τη συμπλήρωση της βάσης αγωγής ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 6(2).

 

54.      Ακολούθως, χρησιμοποιείται η φράση «κατά φυσικού ή νομικού προσώπου» χωρίς να συγκεκριμενοποιείται οποιαδήποτε κατηγορία ή ομάδα φυσικών, ή νομικών προσώπων. Καθίσταται επομένως σαφές ότι η εν λόγω διάταξη αφορά όλα τα πρόσωπα φυσικά και/ή νομικά. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να περιορίσει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου σε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων π.χ. των υπευθύνων για την κατάρρευση του συνεργατισμού θα το έπραττε.

 

55.      Αντιθέτως, ο νομοθέτης, έχοντας κατά νου την αρχή της ισότητας η οποία κατοχυρώνεται από το Άρθρο 28 του Συντάγματος επέλεξε να θεσπίσει μια καθολική εξαίρεση για όλες τις αγωγές αμέλειας. Αυτό προκύπτει και από την τοποθέτηση του κ. Κωστή Ευσταθίου στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων[10] όταν συζητήθηκε η πρόταση νόμου η οποία κατέληξε στη θέσπιση του άρθρου 27Α. Πρέπει όμως να τονίσω ότι η καταφυγή στα πρακτικά της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά τη συζήτηση του Τροποποιητικού Νόμου δεν είναι αναγκαία εν προκειμένω καθότι το λεκτικό του νόμου είναι σαφές και αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους.

 

56.      Αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης, ωστόσο δεν μπορώ να συμφωνήσω. Το αποτέλεσμα ήταν να νομοθετηθεί η καθολική αναστολή του χρόνου παραγραφής σε σχέση με αμέλεια και παράβαση θέσμιου καθήκοντος από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου. Εφόσον η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μην παραβιαστεί η αρχή της ισότητας σημαίνει ότι στην ουσία είχε πρόθεση να εφαρμοστεί η αναστολή του χρόνου παραγραφής για όλους και για όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η βάση αγωγής είναι η αμέλεια.

 

57.      Εν ολίγοις, για να μπορέσει ο νομοθέτης να «πετύχει το σκοπό του» ο οποίος ήταν να δώσει την ευκαιρία σε πρόσωπα τα οποία είχαν υποστεί ζημιά από το γεγονός της κατάρρευσης του συνεργατισμού να κινηθούν νομικά εναντίον των προσώπων που θεωρούσαν υπεύθυνα, ή  που κρίθηκαν υπεύθυνα από την Επιτροπή Αρέστη, έπρεπε να νομοθετηθεί η καθολική αναστολή του χρόνου παραγραφής. Η πρόθεση του νομοθέτη ως προκύπτει από την έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ήταν να μην παραβιάζεται το Σύνταγμα.

 

58.      Πρέπει να υπομνησθεί ότι εφόσον οι λέξεις και οι όροι που χρησιμοποιούνται κρίθηκαν ως σαφείς το Δικαστήριο δεν προστρέχει σε άλλες ερμηνευτικές μεθόδους. Παρά ταύτα, στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει με βεβαιότητα ότι και ο νομοθέτης επιθυμούσε την καθολική αναστολή της προθεσμίας – χρόνου παραγραφής – σε αγωγές για αμέλεια και παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Επομένως, εκτός από τη σαφή γραμματική ερμηνεία του άρθρου 27Α η θέση αυτή ενισχύεται και δια της χρήσης άλλων μεθόδων ερμηνείας.

 

59.      Επιπρόσθετα, εάν υιοθετείτο η θέση ότι το άρθρο 27Α εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις αγωγών οι οποίες αφορούν την κατάρρευση του συνεργατισμού το αποτέλεσμα θα ήταν παράλογο και ενδεχομένως αντισυνταγματικό. Θα υπήρχε επίσης παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου καθότι ο πολίτης ο οποίος αναγιγνώσκει το άρθρο 27Α και το ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και με βάση τα συμφραζόμενα, δεν μπορεί να γνωρίζει ότι δεν εφαρμόζεται σε όλες τις αγωγές για αμέλεια και ότι αφορά μόνο μια ομάδα προσώπων, φυσικών ή νομικών, τα οποία κατονομάζονται σε ένα πόρισμα.

 

60.      Προχωρώντας στα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του άρθρου 27Α, αναφέρω πως δεν επιδέχεται αμφισβήτησης πως η έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου ήταν η 20.04.2021.

 

61.      Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του όρου «αναστέλλεται για χρονική περίοδο τριάντα εννέα μηνών». Αναστέλλεται ο «χρόνος παραγραφής» δηλαδή η χρονική περίοδος των τριών ετών. Ο όρος «αναστολή» ή «αναστέλλεται» χρησιμοποιείται δεκαεννέα φορές στον Νόμο Παραγραφής.

 

62.      Για παράδειγμα, στο άρθρο 12 αναφέρονται περιπτώσεις μη έναρξης ή αναστολής του χρόνου παραγραφής. Αν άρχισε να τρέχει ο χρόνος παραγραφής, αναστέλλεται αναφέρει το άρθρο 12. Στο άρθρο 15 αναφέρεται ότι ο χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής «δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής» και όταν εκλείψει ο λόγος αναστολής αρχίζει να τρέχει ξανά. Από την απλή γραμματική ερμηνεία του όρου, το πλαίσιο-context και τα συμφραζόμενα μπορεί να συναχθεί ότι όταν υπάρχει αναστολή ο χρόνος παραγραφής παγώνει ή σταματά να τρέχει. Εν ολίγοις, το ρολόι του χρόνου παραγραφής σταματά να κινείται. Αν είχε εκκινήσει η επιμέτρηση του χρόνου παραγραφής, το ρολόι σταματά και συνεχίζει να κινείται ο δείκτης του μετά από 39 μήνες όταν εκλείπει η περίοδος αναστολής που προβλέπει το άρθρο 27.

 

63.      Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η αναστολή του χρόνου παραγραφής πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να σημαίνει ότι δεν ξεκινά να τρέχει ή αν ξεκίνησε να τρέχει, παγοποιείται ή μετατίθεται ο υπολογισμός του χρόνου σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Εν προκειμένω, μετά από 39 μήνες.

 

64.      Συνεπακόλουθα, δεν μπορώ να συμφωνήσω με το δεύτερο επιχείρημα της Εναγόμενης. Εάν ίσχυε τότε δεν θα χρησιμοποιείτο ο όρος «αναστολή του χρόνου παραγραφής» αλλά ο νομοθέτης θα παρέμβαινε ώστε να παρατείνει τον χρόνο για τις ήδη παραγραμμένες απαιτήσεις ή αυτές που επρόκειτο να παραγραφούν. Αντί τούτου, ο νομοθέτης αποφάσισε την αναστολή του χρόνου παραγραφής.

 

65.      Επίσης, εάν εφαρμοζόταν η προσέγγιση που υιοθετεί η Εναγόμενη, θα δημιουργούνταν παράλογα αποτελέσματα και/ή δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ πολιτών με την ίδια βάση αγωγής ανάλογα με το πότε συμπληρώθηκε η αιτία αγωγής καθώς και παραγραφή δύο ταχυτήτων με το παράδοξο αποτέλεσμα εάν είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής πριν την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου να προστίθενται 39 μήνες στο χρόνο για καταχώριση αγωγής (και να έχει π.χ. 7 χρόνια στη διάθεση του) ενώ αν είχε συμπληρωθεί η βάση αγωγής μετά την 20.04.2021 να έχει μόνο τρία έτη στη διάθεση του ο διάδικος με την ίδια βάση αγωγής.

 

66.      Εν προκειμένω, είναι ξεκάθαρο ότι ο χρόνος αναστολής βάσει του άρθρου 27Α δεν περιλαμβάνεται, ή αφαιρείται από τον χρόνο παραγραφής. Στην ουσία ο χρόνος παραγραφής για αμέλεια και παράβαση θέσμιου καθήκοντος ξεκίνησε να τρέχει 39 μήνες μετά την 20.04.2021 ήτοι στις 20.07.2024.

 

67.      Κατά συνέπεια, η παρούσα απαίτηση δεν έχει παραγραφεί.

Ζ.  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

68.      Υπό το φως των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή έκβαση και απορρίπτεται.

 

69.      Όσον αφορά τα έξοδα, ο γενικός κανόνας, με βάση το Μ. 39.2 των ΚΠΔ 2023, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντος διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.

 

70.      Με βάση το Μ. 39.7 το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των έξι ωρών. Προς τούτο αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να υποβοηθούν το δικαστήριο στον συνοπτικό υπολογισμό εξόδων σε κάθε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται το Μ. 39.7 υποβάλλοντας κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση (Μ. 39.9(1)). 

 

71.      Εν προκειμένω, δεν υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων από οποιοδήποτε διάδικο. Με βάση το Μέρος 39.9(2) παράλειψη συμμόρφωσης με την υποχρέωση για υποβολή καταλόγου εξόδων, χωρίς εύλογη αιτία, λαμβάνεται υπόψη  από το Δικαστήριο όταν αυτό αποφασίζει σχετικά με τον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

72.      Το Δικαστήριο προχώρησε σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων. Επειδή δεν υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων από την Ενάγουσα, τα έξοδα υπολογίστηκαν εφαρμόζοντας τη χαμηλότερη βαθμίδα του πίνακα – Παράρτημα Β, Μέρος Ι, Δικηγορικά Δικαιώματα για Απαιτήσεις στην  εφαρμοστέα κλίμακα της απαίτησης. Συνεπακόλουθα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης έξοδα ύψους €1.038 πλέον Φ.Π.Α. τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

 

Υπ. _________________

Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. Αρ. 117/2018, 16.032022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490

[2] Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1(Α) ΑΑΔ 834

[3] Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636

[4] ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 01.10.2019

[5] Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337

[6] https://www.nomoplatform.cy/wp-content/uploads/2021/04/232047.pdf

[7]  Πρακτικά: https://www.parliament.cy/images/media/redirectfile/IAE%2027%20-%208.4.2021.pdf

[8] Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας (1991) 4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150

[9] Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, 80-81, Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε. 94/2013, 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:C262 και Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολ. Εφ. Αρ.30/2019, 01.06.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171, ECLI:CY:AD:2020:A171

[10] Ίδετε παρ. 37 ανωτέρω


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο