ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε. Δ.
Αρ. Απαίτησης: 15 / 2024
Μεταξύ:
Γ.Π.
Ενάγουσας
και
Β.Κ., εμπορευόμενης με την εμπορική επωνυμία
«Εκδοτικός Οίκος Εν Τύποις Β.Κ»
Εναγόμενης
Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κα Ι. Νεοφύτου για Μούζουρου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη: κος Σάββας Χρ. Σαββίδης
ΑΠΟΦΑΣΗ
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Με την παρούσα απαίτηση η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη να διαθέτει προς πώληση, να προωθεί, να εκδίδει και να κυκλοφορεί το βιβλίο με τίτλο «Ο Κήπος των Αξιών» (εφεξής «Βιβλίο») στην Κύπρο και το εξωτερικό, διάταγμα για παροχή λογαριασμών και/ή στοιχείων αναφορικά με το κέρδος το οποίο προέκυψε από την πώληση του Βιβλίου, ειδικές αποζημιώσεις επί τη βάσει των πωλήσεων του Βιβλίου και/ή την απόδοση στην Ενάγουσα της αμοιβής από τις πωλήσεις του Βιβλίου ως η συμφωνία μεταξύ των μερών, δήλωση ότι η συμφωνία ημερ. 28.04.2022 έχει τερματιστεί, διάταγμα το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη όπως επιστρέψει το απόθεμα των αντιτύπων του Βιβλίου καθώς και γενικές αποζημιώσεις λόγω ηθικής βλάβης και/ή παράβασης σύμβασης και/ή παράνομης κατακράτησης των αντιτύπων του Βιβλίου και αμελούς συμπεριφοράς από μέρους της Εναγόμενης.
Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
2. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η Ενάγουσα η οποία, μεταξύ άλλων, είναι συγγραφέας συνέγραψε το προαναφερόμενο Βιβλίο και περί την 28.04.2022 σύναψε μαζί με την Εναγόμενη η οποία ήταν ο εκδότης, συμφωνία για την έκδοση του Βιβλίου (εφεξής «Σύμβαση»). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη παραβίασε τη Σύμβαση και κατακρατά παράνομα αντίτυπα του Βιβλίου.
3. Η Σύμβαση σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης περιλάμβανε τους ακόλουθους όρους:
3.1 Η Ενάγουσα θα λάμβανε ως αμοιβή το 50% των καθαρών κερδών από την πώληση εκάστου αντιτύπου.
3.2 Η λιανική τιμή πώλησης του Βιβλίου θα ήταν €18 πλέον τυχόν φόροι.
3.3 Κατά την Α’ έκδοση του Βιβλίου θα εκτυπώνονταν 1000 αντίτυπα.
3.4 Η εκκαθάριση λογαριασμού θα λάμβανε χώρα κάθε τέσσερεις μήνες. Η καταβολή της αμοιβής στη συγγραφέα θα γινόταν στα γραφεία του εκδότη και θα εκδίδεται σχετική απόδειξη.
3.5 Για το κόστος έκδοσης του Βιβλίου με σκληρό εξώφυλλο, η συγγραφέας θα καταβάλει το ποσό των €4.000, ενώ ο εκδότης το ποσό των €2.348 καθώς και όλες τις διαδικασίες προώθησης.
4. Στις 02.05.2022 η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη το ποσό των €1.989,22 και εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο καθώς και το ποσό των €400 και η Εναγόμενη εξέδωσε την απόδειξη με αρ. 015866 (ημερ. 17.01.2023). Σημειώνω ότι στην Απάντηση της η Ενάγουσα ανέφερε πως εκ παραδρομής αναφέρθηκε πως είχε πληρωθεί το ποσό των €1.989,22 και ότι η πρώτη πληρωμή ήταν της τάξης των €1.500. Η Εναγόμενη κατέβαλε στην Ενάγουσα για τις πωλήσεις του Βιβλίου ποσό ύψους €400 στις 26.01.2023.
5. Η Εναγόμενη υποχρέωσε την Ενάγουσα να καταβάλει ποσό ύψους €140,42 για την εκτύπωση σελιδοδεικτών παρά το γεγονός ότι δυνάμει της συμφωνίας η προώθηση και τα γραφειακά ήταν ευθύνη του εκδότη.
6. Παρατίθενται λεπτομέρειες παράβασης της Σύμβασης από μέρους της Εναγόμενης, οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως:
6.1 Η Εναγόμενη εκτύπωσε το βιβλίο με μαλακό εξώφυλλο χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και με μονομερείς ενέργειες της.
6.2 Η Εναγόμενη δεν κατέβαλε και/ή ενημέρωσε ότι κατέβαλε τα έξοδα έκδοσης του Βιβλίου ήτοι το ποσό των €2.348 αλλά ούτε και ενημέρωσε ποιες εργασίες καλύπτει το ποσό αυτό.
6.3 Δεν τήρησε τη συμφωνία σε σχέση με τη λιανική τιμή του Βιβλίου.
6.4 Δεν προβαίνει σε εκκαθάριση λογαριασμού κάθε 4 μήνες και δεν καταβάλλει στην Ενάγουσα στην αμοιβή με βάση τη Σύμβαση.
6.5 Δεν προχώρησε στον συντονισμό εργασιών προώθησης του βιβλίου και/ή στο σχεδιασμό εξωφύλλου και/ή στην ορθογραφική διόρθωση του Βιβλίου και δεν συνεργάστηκε για την διαδικασία ενοικίασης αίθουσας παρουσίασης βιβλίου.
6.6 Δεν προχώρησε σε ενέργειες προώθησης του Βιβλίου, δεν διοργάνωσε παρουσίαση του Βιβλίου, δεν τοποθέτησε σελιδοδείκτες στο Βιβλίο, δεν εξέδιδε τιμολόγια και δεν παράδωσε εγκαίρως Βιβλία που παραγγέλθηκαν από συγκεκριμένο πελάτη.
7. Λόγω της παραβίασης των όρων της Σύμβασης από μέρους της Εναγόμενης, η Ενάγουσα εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της και την κάλεσε να συμμορφωθεί. Ωστόσο, η Εναγόμενη συνέχιζε να παραβιάζει τη Σύμβαση και τα μέρη διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις ως προς τους όρους του τερματισμού της. Η Ενάγουσα ζήτησε από την Εναγόμενη περί τα τέλη του Δεκεμβρίου του 2022 να σταματήσει την πώληση και διάθεση του Βιβλίου μέχρι την επίλυση των εκκρεμοτήτων και η τελευταία συμφώνησε.
8. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη συνέχισε να διαθέτει προς πώληση το Βιβλίο και μάλιστα χωρίς να παρουσιάσει κατάσταση των πωλήσεων από τον Ιανουάριο του 2023 και ουδέποτε απέδωσε στην Ενάγουσα την αμοιβή της από τις πωλήσεις του Βιβλίου.
9. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα μέρη αποφάσισαν όπως τερματίσουν τη Σύμβαση αλλά δεν είχαν συμφωνήσει ως προς τους όρους τερματισμού της. Η Ενάγουσα με επιστολή η οποία επιδόθηκε στις 25.07.2023 ζήτησε από την Εναγόμενη όπως τις παράσχει πληροφορίες και όπως παύσει την διάθεση των βιβλίων, ωστόσο η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε. Στις 30.10.2023 επιδόθηκε στην Εναγόμενη επιστολή απαίτησης. Η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε.
10. Συνεπεία της παράβασης συμφωνίας από την Εναγόμενη και των ενεργειών και παραλείψεων της, η Ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, βίωσε εξευτελισμό και/ή ψυχική πίεση ως συγγραφέας και/ή εμποδίστηκε από την έγκαιρη και ορθή προώθηση του βιβλίου της. Περαιτέρω, λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση του Βιβλίου, η Ενάγουσα δεν μπορεί να προχωρήσει με την συγγραφή νέου έργου λόγω της ψυχικής πίεσης και του άγχους που βιώνει αφού η Εναγόμενη καταπατά τα πνευματικά της δικαιώματα και εξακολουθεί να κατέχει τα αντίτυπα του βιβλίου.
11. Η Εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η απαίτηση είναι καταχρηστική δεδομένου του ότι υπήρξε συμφωνία στις 10.03.2023 για διευθέτηση της διαφοράς, ήτοι για τον τερματισμό της Σύμβασης και καταβολή συγκεκριμένου ποσού στην Εναγόμενη για την ανάληψη της κατοχής και όλων των δικαιωμάτων επί των αντιτύπων του Βιβλίου, από την οποία η Ενάγουσα αδικαιολόγητα υπαναχώρησε.
12. Η Εναγόμενη δέχεται ότι συνάφθηκε η Σύμβαση μεταξύ των μερών και ισχυρίζεται πως ήταν η Ενάγουσα η οποία την παραβίασε. Ως προς τους όρους της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι με τη σύμφωνο γνώμη της Ενάγουσας και/ή τη ρητή και/ή εξυπακουόμενη έγκριση της η λιανική τιμή πώλησης του Βιβλίου μειώθηκε σε €15 και έγιναν αρκετές πωλήσεις σε αυτή την τιμή. Ως προς το εξώφυλλο του Βιβλίου, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως εν τέλει εκδοθεί σε μαλακό εξώφυλλο με το συνολικό κόστος του εγχειρήματος να ανέρχεται σε €5.167 (περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) σύμφωνα με το Δελτίο Προσφοράς – Προδιαγραφές.
13. Η Εναγόμενη αρνείται ότι η Ενάγουσα πλήρωσε €1.989 και ισχυρίζεται ότι πλήρωσε αρχικά το ποσό των €1.589 έναντι του κόστους έκδοσης του Βιβλίου και ακολούθως ένα ποσό της τάξεως των €400 το οποίο κατακρατήθηκε από την Εναγόμενη από τα έσοδα που προέκυψαν από πωλήσεις του Βιβλίου. Συνολικά, η Ενάγουσα πλήρωσε το ποσό των €1.989.
14. Κατά τα λοιπά, η Ενάγουσα δεν εκπλήρωσε τις οικονομικές της υποχρεώσεις με βάση τη Σύμβασης και εν γένει επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά. Η Ενάγουσα κωλύεται από του να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση λόγω της συμπεριφοράς της. Επίσης, άλλαζε συνέχεια γνώμη και πρόβαλλε διαφορετικές αξιώσεις και απαιτήσεις κατά τη διάρκεια της υλοποίησης της έκδοσης και πώλησης του Βιβλίου. Η Εναγόμενη προσπάθησε να εξεύρει κάποια λύση για την όσο το δυνατό καλύτερη προώθηση και πώληση του Βιβλίου, ωστόσο λόγω της συμπεριφοράς της Ενάγουσας αυτό δεν κατέστη δυνατό.
15. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη πρότεινε στην Ενάγουσα να τερματίσουν τη Σύμβαση από κοινού. Κατά ή περί την 10.03.2023 στα γραφεία της Εναγόμενης επήλθε προφορική συμφωνία για τον τερματισμό της Σύμβασης με τους ακόλουθους όρους: Να αποδοθούν στην Ενάγουσα 800 αντίτυπα του Βιβλίου τα οποία θα επωφελείτο εξ ολοκλήρου. Η Εναγόμενη θα κρατούσε 60 βιβλία για λογαριασμό της και τα 49 βιβλία τα οποία ήταν ήδη τοποθετημένα σε βιβλιοπωλεία. Συμφωνήθηκε περαιτέρω όπως η Ενάγουσα εκδώσει επιταγή ημερομηνίας 15.03.2023 για το ποσό των €1.589 προς εξόφληση του τυπογραφείου της Εναγόμενης και περαιτέρω συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα εκδώσει τέσσερεις μεταχρονολογημένες επιταγές των €500 με ημερομηνίες 15.04.2023, 15.05.2023, 15.06.2023 και 15.07.2023 οι οποίες θα παραδίδονταν ταυτόχρονα με την επιταγή ημερομηνίας 15.3.23.
16. Η Ενάγουσα δεν τήρησε την πιο πάνω συμφωνία προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
17. Η Εναγόμενη δεν επέδειξε καμία αντισυμβατική συμπεριφορά. Αντιθέτως ήταν η Ενάγουσα που προκάλεσε τη διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων και παραβίασε τη Σύμβαση.
18. Ως προς τους σελιδοδείκτες, η Ενάγουσα τους ζήτησε και δεν περιλαμβάνονταν στη Σύμβαση. Η Ενάγουσα συνήθιζε να προβαίνει σε αλλαγές και να ζητά συνέχεια νέα πράγματα. Η Εναγόμενη επιβαρύνθηκε με το κόστος σχεδιασμού και δημιουργίας τους.
19. Η Εναγόμενη κατά τα άλλα διέκοψε αμέσως την πώληση του Βιβλίου μόλις διακόπηκε η Σύμβαση. Δεν έχει οποιοδήποτε όφελος ή κέρδος από αυτό. Αντίθετα επιβαρύνεται με τα έξοδα αποθήκευσης του από τον Οκτώβριο του 2022 τα οποία ανέρχονται σε €70 το μήνα.
20. Ως εκ των προαναφερόμενων, η Εναγόμενη στην ανταπαίτηση της αξιώνει το ποσό των €3.589 ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων όταν επήλθε η διακοπή της Σύμβασης, το ποσό των €70 μηνιαίως από τον Οκτώβριο του 2022 για τα έξοδα αποθήκευσης των αντιτύπων του Βιβλίου καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και ηθική ζημιά.
21. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της η Ενάγουσα ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε συμφώνησε όπως το Βιβλίο πωλείται στην τιμή των €15 και ουδέποτε συμφώνησε όπως το Βιβλίο τυπωθεί με μαλακό εξώφυλλο. Περαιτέρω, απορρίπτει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης, ισχυρίζεται ότι το ποσό των €3.589 το οποίο απαιτείται από την Εναγόμενη είναι ανυπόστατο και ότι κατά τη συνάντηση του Μαρτίου του 2023 δεν επήλθε καμία συμφωνία διευθέτησης.
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ
22. Η παρούσα απαίτηση είχε ταξινομηθεί ως μικρή απαίτηση. Κατά την ακρόαση μόνο η Ενάγουσα προσέφερε μαρτυρία και αντεξετάστηκε από το συνήγορο της Εναγόμενης.
23. Η πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσε στο σύστημα τη δήλωση μάρτυρα της Εναγόμενης την ημέρα της ακρόασης της απαίτησης, κατ’ ακρίβειαν λίγα λεπτά πριν από την ώρα έναρξης της δίκης. Το Δικαστήριο άκουσε προφορική αίτηση για απαλλαγή από κυρώσεις και εξέδωσε σχετική απόφαση απορρίπτοντας το αίτημα αφού εφάρμοσε τα κριτήρια τα οποία καθιερώθηκαν στην απόφαση του Court of Appeal στην Denton & Ors v TH White Ltd & Ors [2014] EWCA Civ 906. Εν ολίγοις, κρίθηκε ότι η παράλειψη συμμόρφωσης ήταν σοβαρή, δεν δόθηκε καλός λόγος για την παράλειψη συμμόρφωσης και ότι αν χορηγείτο απαλλαγή από την κύρωση θα έπρεπε να αναβληθεί η ακρόαση της υπόθεσης για σκοπούς διασφάλισης της ισότητας των όπλων. Εν τέλει, με βάση το Μέρος 32.9 (1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δεν επιτράπηκε στην Εναγόμενη να δώσει προφορική μαρτυρία.
24. Τονίζω σε αυτό το σημείο, προς απάντηση των όσων αναφέρονται στην αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης, ότι η κύρωση ο μάρτυρας να μην μπορεί να κληθεί για να δώσει προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη αν δεν επιδοθεί η δήλωση του εντός του καθορισμένου από το Δικαστήριο χρόνου προβλέπεται από τους Κανονισμούς (ήτοι Μέρος 32.9(1)) Συνεπώς δεν ευσταθεί το επιχείρημα του ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει για την πιθανότητα κύρωσης επειδή δεν εξέδωσε ‘unless order’ το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, δόθηκε η δυνατότητα να υποβληθεί αίτημα για άρση της προβλεπόμενης από τους Κανονισμούς κύρωσης το οποίο, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στο σχετικό ruling του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, απορρίφθηκε. Επιπρόσθετα, αν και αυτονόητο, πρέπει να τονιστεί ότι έχουν όλοι οι διάδικοι δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου όχι μόνο η Εναγόμενη και το Δικαστήριο με βάση τον πρωταρχικό σκοπό θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις.
Μαρτυρία Ενάγουσας
25. Η Ενάγουσα κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε το περιεχόμενο της δήλωσης μάρτυρα της. Ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη δεν ήταν σωστή έναντι της και δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της και τα χρονοδιαγράμματα που τέθηκαν. Ένιωσε ότι το Βιβλίο το οποίο συνέγραψε και το οποίο χαρακτήρισε ως κατάθεση ψυχής δεν έτυχε της απαραίτητης αναγνώρισης από την Εναγόμενη και τον εκδοτικό της οίκο.
26. Στη δήλωση της αρχικά εξηγεί τι αφορά το Βιβλίο και τη σημασία του για την ίδια. Ακολούθως, επαναλαμβάνει εν πολλοίς το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της σε σχέση με τους όρους της Σύμβασης (Τεκμήριο 1) και καταθέτει ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, την προσφορά (περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1), το τιμολόγιο ημερομηνίας 21.12.2022 (Τεκμήριο 2), απόδειξη πληρωμής της Εναγόμενης (Τεκμήριο 3) για το ποσό των €400, καθώς και άλλη μία απόδειξη (Τεκμήριο 4) για την οποία αναφέρει ότι επίσης αποτελεί απόδειξη πληρωμής προς την Εναγόμενη για το ποσό των €400.
27. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε τιμολόγιο για την εκτύπωση των σελιδοδεικτών για το ποσό των €140.42. Αναφέρει ότι πλήρωσε το εν λόγω ποσό ως ένδειξη καλής θέλησης παρά το γεγονός ότι με βάση τη Σύμβαση την προώθηση του Βιβλίου και τα γραφιστικά όφειλε να τα αναλάβει ο εκδότης. Παραπέμπει επίσης σε σχέση με τους σελιδοδείκτες στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 2.
28. Αναφέρει ότι από τα τέλη Δεκεμβρίου 2022 έως αρχές Ιανουαρίου 2023 ζήτησε από την Εναγόμενη να παύσει την πώληση και διάθεση του Βιβλίου μέχρι την επίλυση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων και η Εναγόμενη συμφώνησε προς τούτο. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη συνέχισε να το διαθέτει και αυτό το γνωρίζει διότι τον Μάρτιο του 2023 μετέβη στο βιβλιοπωλείο «Βιβλιόσπιτο» στα Λατσιά όπου εντόπισε το Βιβλίο να διατίθεται προς πώληση.
29. Παραθέτει δέκα σημεία τα οποία θεωρεί αποτελούν παράβαση της Σύμβασης. Αρκετά από αυτά αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις (παρ. 12.3 – 12.6 της δήλωσης). Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η εκτύπωση του Βιβλίου έγινε με μαλακό εξώφυλλο αντί σκληρόδετο, ότι δεν ενημερώνεται κάθε 4 μήνες για τις πωλήσεις του Βιβλίου και δεν της δίδεται η αμοιβή της, ότι παρέλειψε να προβεί σε προωθητικές ενέργειες και δεν προέβη σε ορθογραφική διόρθωση του βιβλίου.
30. Ανέφερε ότι τον ορθογραφικό έλεγχο τον έκανε η ίδια και απλώς παρέδωσε σε φορητή συσκευή αποθήκευσης (usb) το βιβλίο έτοιμο για εκτύπωση. Περαιτέρω, το εξώφυλλο το σχεδίασε η Άντρη Πλουτάρχου την οποία βρήκε η ίδια. Η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση της να διοργανώσει παρουσίαση και γενικώς δεν ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματα και μηνύματα της.
31. Σε σχέση με την παρουσίαση του Βιβλίου η Εναγόμενη αδρανούσε και έψαξε η ίδια χώρο για να γίνει παρουσίαση. Όταν ενημέρωνε την Εναγόμενη της έλεγε να το παρουσιάσει στο χώρο της ο οποίος σύμφωνα με την Ενάγουσα «δεν ενδείκνυται για παρουσίαση». Επίσης, για την παρουσίαση δεν μιλούσε συγκεκριμένα για ημέρα και ώρα αλλά αρκείτο σε αόριστες αναφορές.
32. Η μόνη φορά που την παρότρυνε η Εναγόμενη να συμμετέχει σε προωθητική ενέργεια ήταν στην έκθεση βιβλίου η οποία διεξάχθηκε στους Χαρουπόμυλους στη Λεμεσό. Η Ενάγουσα έκανε μεγάλη προεργασία με τον κο Α.Α. ο οποίος είναι διευθυντής σχολείου και ο οποίος θα παρουσίαζε το Βιβλίο της. Μετέβηκαν μαζί στη Λεμεσό στο χώρο που της υπέδειξε η Εναγόμενη ωστόσο έφυγαν από εκεί άπρακτοι καθότι όταν έφτασαν στο χώρο «δεν υπήρχε καμία οργάνωση, κανένας διοργανωτής για να μιλήσω μαζί του και κανένα άτομο για του παρουσιάσω το βιβλίο». Τότε αντιλήφθηκε ότι δεν έγινε καμία ενέργεια για την προώθηση του Βιβλίου από την Εναγόμενη.
33. Η ίδια αγωνιζόταν για να εντοπίσει αγοραστές και ενώ υποδείκνυε στην Εναγόμενη τόπο και χώρο για να μεταφέρει τα αντίτυπα του Βιβλίου προς πώληση εκείνη αμελούσε. Ενόψει τούτου, πλήττετο η υπόληψη της και οι κόποι της παρέμεναν μάταιοι.
34. Επειδή η Εναγόμενη παραβίασε τη Σύμβαση ξεκίνησαν τη διαπραγμάτευση ως προς τους όρους τερματισμού της περί τον Ιανουάριο του 2023. Η Ενάγουσα ζητούσε την επιστροφή των Βιβλίων. Το ποσό το οποίο συμφώνησε να πληρώσει αφορούσε και προωθητικές ενέργειες οι οποίες δεν έγιναν και η Εναγόμενη ζητούσε πλήρη εξόφληση για ενέργειες οι οποίες δεν έγιναν. Στη Σύμβαση δεν οριζόταν ημερομηνία για εξόφληση του ποσού και για αυτόν τον λόγο το ποσό του τιμολογίου Τεκμήριο 2 εξοφλείτο τμηματικά από την ίδια. Η Εναγόμενη με τρόπο εκβιαστικό ζητούσε να πληρωθεί για να επιστρέψει τα αντίτυπα του Βιβλίου. Επισυνάπτει προς τούτο σχετική αλληλογραφία ως Τεκμήριο 7.
35. Λόγω των διαφωνιών που προέκυψαν προχώρησαν σε τερματισμό της Σύμβασης περί τα τέλη Μαρτίου του 2023.
36. Αναφέρεται επίσης στις επιστολές τις οποίες απέστειλαν οι δικηγόροι της στην Εναγόμενη περιλαμβανομένης της επιστολής απαίτησης (Τεκμήριο 9). Περαιτέρω, αναφέρει ότι συνεπεία της παραβίασης της Σύμβασης από μέρους της Εναγόμενης υπέστη ηθική βλάβη, εξευτελισμό, έντονη ψυχική πίεση και εμποδίστηκε από του να προωθήσει το Βιβλίο της εγκαίρως. Επίσης, δεν είναι σε θέση να συγγράψει νέο βιβλίο λόγω της κατάστασης αυτής και της καταπάτησης των πνευματικών της δικαιωμάτων.
37. Κατά την αντεξέταση της, μεταξύ άλλων, ερωτήθηκε αν υπήρχε κάποιο χρονοδιάγραμμα στη Σύμβαση και απάντησε ότι δεν θυμάται. Στην ουσία το παράπονο της είναι ότι το Βιβλίο δεν προωθήθηκε και δεν διαφημίστηκε από την Εναγόμενη. Επανέλαβε ότι είχε ζητήσει να παραδοθούν αντίτυπα του Βιβλίου στον κο Κόκκινο και στον Επίτροπο Ανθρωπιστικών Θεμάτων και η Εναγόμενη καθυστέρησε να τα παραδώσει, ωστόσο δέχθηκε ότι εν τέλει είχαν παραδοθεί.
38. Επέμενε ότι δεν υπήρξε συμφωνία διευθέτησης της διαφοράς. Έγιναν συναντήσεις ωστόσο δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Στο δε Τεκμήριο 10 δεν καταγράφονται κατά τρόπο ορθό τα όσα είχαν συζητηθεί προφορικά κατά τη συνάντηση τους.
39. Σε σχέση με το εξώφυλλο ανέφερε ότι η ιδέα για το μαλακό εξώφυλλο αντί σκληρόδετο ήταν δική της, ωστόσο δεν είχαν συμφωνήσει και η Εναγόμενη προχώρησε με την εκτύπωση του με μαλακό εξώφυλλο.
40. Υποβλήθηκε ότι μόλις εκτυπώθηκε το Βιβλίο ζήτησε να τερματιστεί η Σύμβαση και έτσι δεν υπήρχε χρόνος για προωθητικές ενέργειες. Η Ενάγουσα συμφώνησε ότι το Βιβλίο εκτυπώθηκε τον Δεκέμβριο του 2022 και τον Ιανουάριο του 2023 αποφάσισε να τερματίσει τη Σύμβαση, ωστόσο επέμεινε ότι η προώθηση έπρεπε να γίνει προηγουμένως.
Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
41. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και στη συνέχεια στηριζόμενο σε αυτά να εξετάσει εάν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Ζητήματα αξιοπιστίας εγείρονται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (Wynne Barry v. David Costaki Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138). Η αξιοπιστία αποτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του βάρους απόδειξης.
42. Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και δεν επεκτείνεται σε θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται, ή σε θέματα τα οποία εγείρονται για πρώτη φορά είτε μέσω της μαρτυρίας είτε μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας που δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις ή δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα δεν λαμβάνεται υπόψη (Γεώργιου Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd) (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Εφ. 222 / 2015, 22.11.2023).
43. Η δε μαρτυρία η οποία κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και η οποία εν τέλει διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία θα πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 264/2014, 22.02.2023, ECLI:CY:AD:2023:A62).
44. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, θετική ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
45. Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα κατά την προφορική του μαρτυρία μπορεί αφενός να προσδώσει θετικότητα στη μαρτυρία του αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (C & A Pelecanos Associates Ltd, ανωτέρω, Νικολάου Νίκος ν. Αντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).
46. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Οι θέσεις της μάρτυρα έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
47. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επικεντρώνεται εξ αντικειμένου σε άλλους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες οι οποίοι είναι εξίσου σημαντικοί, αν όχι πιο σημαντικοί, όπως την πληρότητα και σαφήνεια και αμεσότητα στον τρόπο περιγραφής των γεγονότων την ύπαρξη γενικών και αορίστων αναφορών, υπεκφυγών ή ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών στη σχετική μαρτυρία, αλλά και την γενικότερη λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται καθώς και την ύπαρξη ή την απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του προσώπου που προσκομίζει την μαρτυρία (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192, Ομήρου ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 185/2012, 19.04.2018).
48. Το Δικαστήριο προχωρεί με προσοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και το περιεχόμενο, η πειστικότητα και η ποιότητα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/2011,. 31.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202).
49. Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
50. Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ “Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολ. Εφ. Αρ. 158/2013, 26.10.2022), ECLI:CY:AD:2022:A403.
51. Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).
i. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ενάγουσας
52. Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Ενάγουσας για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων και ευρημάτων σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της ήταν ασαφής, σε αρκετά σημεία γενική και αόριστη ακόμα και συγκεχυμένη. Δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση και υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών γεγονότων και ζητημάτων.
53. Κατ’ αρχάς στη δήλωση μάρτυρα της υπάρχουν αντιφάσεις και ανακριβείς αναφορές, υπό την έννοια ότι δεν συνάδουν με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια.
54. Κατ’ αρχάς, στην παράγραφο 7 της δήλωσης μάρτυρα της αναφέρει ότι προέβη σε μια επιπρόσθετη πληρωμή ύψους €400 προς την Εναγόμενη και αυτή της εξέδωσε απόδειξη στις 26.01.2023 (Τεκμήριο 4) σε αντίθεση με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης της όπου αναφέρει ότι «[η] Εναγόμενη από την σύναψη της συμφωνίας μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής κατέβαλε στην Ενάγουσα αμοιβή για πωλήσεις του βιβλίου ποσού ΕΥΡΩ 400 στις 26/01/23.» Το Τεκμήριο 4 αποτελεί απόδειξη πληρωμής που φαίνεται να δόθηκε από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη κατά την είσπραξη του ποσού των €400 και όχι το αντίθετο. Στην ουσία παρουσιάζει πληρωμή που έγινε προς την ίδια ως πληρωμή στην οποία προέβη αυτή προς την Εναγόμενη δημιουργώντας εσφαλμένη εντύπωση.
55. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση της η Ενάγουσα ανέφερε ότι «εγώ δεν έχω πάρει ούτε ένα ευρώ από τον λογαριασμό μου από το βιβλίο, απλά τα πήρατε έναντι». Ο ισχυρισμός αυτός όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο είναι αντίθετος με τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας καθώς και με το περιεχόμενο της απόδειξης είσπραξης – Τεκμήριο 4 – το οποίο δείχνει ότι είχε πληρωθεί €400 ως αμοιβή απορρέουσα από την πώληση του Βιβλίου.
56. Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της δήλωσης της και το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό πληρωμής από την ίδια των σελιδοδεικτών, τα όσα αναφέρει είναι αντιφατικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Διευκρινίζεται ότι η Σύμβαση δεν αναφέρει τίποτε για σελιδοδείκτες. Η Ενάγουσα αυθαίρετα εντάσσει τους σελιδοδείκτες στο πλαίσιο της «προώθησης του βιβλίου» και τα «γραφιστικά» χωρίς να επεξηγεί γιατί προβαίνει σε αυτή την κατηγοριοποίηση ενώ παράλληλα αναφέρει ότι ως ένδειξη καλής θέλησης δέχθηκε να πληρώσει για την εκτύπωση των σελιδοδεικτών και συνεπώς φαίνεται ότι το δέχθηκε. Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν φαίνεται να πλήρωσε για τους σελιδοδείκτες. Παρουσιάζει τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) του τυπογραφείου για την εκτύπωση των σελιδοδεικτών και όχι απόδειξη πληρωμής ενώ παραδεκτά πλήρωσε από τα €3.489,92 με βάση το Τεκμήριο 2, μόνο τα €1.900 (αρχικά €1.500 και ακολούθως άλλα €400) και παρέμεινε υπόλοιπο €1589.92 για την εκτύπωση του Βιβλίου και τους σελιδοδείκτες. Παρουσιάζει κατά τρόπο παραπλανητικό το τιμολόγιο ως απόδειξη για την πληρωμή των σελιδοδεικτών ενώ προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό που περιλαμβάνει την εκτύπωση του Βιβλίου και των σελιδοδεικτών.
57. Στην παράγραφο 10 της δήλωσης της η Ενάγουσα αναφέρει κατά τρόπο γενικό και αόριστο ότι η Εναγόμενη παραβίαζε τους όρους της Σύμβασης και της ζητούσε μεταξύ άλλων, μέσω μηνυμάτων και αλληλογραφίας να συμμορφωθεί. Κανένα μήνυμα ή επιστολή δεν παρουσίασε προς τούτο. Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι το Βιβλίο εκτυπώθηκε περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2022 και ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ζήτησε από την Εναγόμενη να σταματήσει την πώληση και διάθεση του Βιβλίου.
58. Αναφέρεται επανειλημμένα ότι η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να διοργανώσει παρουσίαση και μάλιστα σε χώρο της έγκρισης της Ενάγουσας. Πουθενά στη Σύμβαση δεν αναφέρεται τέτοια υποχρέωση του εκδότη. Ούτε και δικογραφήθηκε αλλά ούτε και δόθηκε μαρτυρία σχετικά με το πως προέκυψε η υποχρέωση της Εναγόμενης να διοργανώσει παρουσίαση του Βιβλίου. Κατά τρόπο αντιφατικό στην παράγραφο 14 της δήλωσης της η Ενάγουσα αναφέρει ότι η Εναγόμενη της έλεγε να παρουσιάσει το Βιβλίο στο χώρο της αλλά κατά την Ενάγουσα «δεν ενδείκνυται για παρουσίαση». Η αντίφαση έγκειται στο ότι παραδέχεται πως η Εναγόμενη της είχε προτείνει χώρο για παρουσίαση.
59. Στη δε παράγραφο 15 εξηγεί ότι η Εναγόμενη την παρότρυνε να συμμετέχει στην έκθεση βιβλίου. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η Εναγόμενη είχε τοποθετήσει αντίτυπα του Βιβλίου σε βιβλιοπωλεία και προέβαινε σε πωλήσεις του Βιβλίου καίτοι μόλις έγινε η εκτύπωση του Βιβλίου η Ενάγουσα ζήτησε από την Εναγόμενη να σταματήσει να το διαθέτει προς πώληση. Ακόμα, στα έγγραφα που κατέθεσε ως τεκμήρια υπάρχει αναφορά ότι αριθμός αντιτύπων του Βιβλίου στάλθηκε στον τύπο – σε δημοσιογράφους. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να πείσουν οι αναφορές της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη δεν προέβη σε καμία απολύτως προωθητική ενέργεια. Η δε διαφωνία ως προς το χώρο παρουσίασης δεν μπορεί να εξισωθεί ως παράλειψη της Εναγόμενης να προωθήσει το Βιβλίο. Επομένως, η θέση της είναι αντιφατική.
60. Σε σχέση με την εικονογράφηση του εξωφύλλου του Βιβλίου αφενός αναφέρει στην παράγραφο 13 ότι ανέλαβε η ίδια να βρει πρόσωπο για να το σχεδιάσει αφετέρου στην παράγραφο 12.9 κατηγορεί την Εναγόμενη ότι παραβίασε τη Σύμβαση επειδή δεν προχώρησε σε σχεδιασμό εξωφύλλου. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει καμία αναφορά ότι η Εναγόμενη καθυστερούσε ή δεν μπορούσε και/ή αμέλησε η ίδια να αναθέσει τη δημιουργία εξωφύλλου σε εικονογράφο. Η όλη στάση της είναι αντιφατική και στην ουσία αποσκοπεί στο να μετακυλήσει την ευθύνη στην Εναγόμενη για πράγματα για τα οποία παραδέχεται ότι αποτελούσαν δικές της επιλογές.
61. Στην παράγραφο 16 της δήλωσης της αναφέρει εσφαλμένα ότι «το ποσό που συμφωνήθηκε να πληρώσω αφορούσε πέρα από την εκτύπωση και προωθητικές ενέργειες πώλησης του βιβλίου οι οποίες ουδέποτε έγιναν». Μάλιστα προσπαθεί να πείσει ότι και αυτός ήταν ο λόγος που το ποσό αυτό εξοφλείτο από την ίδια τμηματικά. Κατ’ αρχάς, στη Σύμβαση είναι ξεκάθαρο ότι το ποσό το οποίο όφειλε να πληρώσει η Ενάγουσα αφορούσε την εκτύπωση του Βιβλίου. Αυτό προκύπτει τόσο από το δελτίο προσφοράς που το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην «εκτύπωση» όσο και από την διάκριση που γίνεται στον όρο 21 της Σύμβασης μεταξύ του «κόστους έκδοσης» που πρέπει να καταβάλει ο συγγραφέας και των ποσών που πρέπει να καταβάλει ο εκδότης που περιλαμβάνουν την «προώθηση, γραφιακά, λογιστικά κ.λ.π.». Επομένως, δεν ισχύει ότι η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει να πληρώσει τις προωθητικές ενέργειες και δεν τις πλήρωσε επειδή δεν έγιναν. Η Ενάγουσα όφειλε να πληρώσει το κόστος της εκτύπωσης το οποίο φαίνεται πως ήταν άμεσα πληρωτέο. Δεν μπορεί να επικαλείται την κατ’ ισχυρισμό παράλειψη της Εναγόμενης να προωθήσει το Βιβλίο για να δικαιολογήσει την μη εξόφληση από την ίδια του κόστους εκτύπωσης του Βιβλίου.
62. Εκτός από τις αντιφάσεις οι οποίες προκύπτουν από τη σύγκριση του περιεχομένου της δήλωσης της Ενάγουσας με το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια καθώς και τα στοιχεία στη δήλωση της τα οποία είναι εγγενώς αντιφατικά, η Ενάγουσα υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση της οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να κλονιστεί η εκδοχή της. Παραθέτω ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα ακολούθως.
63. Υπήρξε μεταβολή της θέσης της σε σχέση με την παράλειψη προώθησης του Βιβλίου από την Εναγόμενη. Στη δήλωση της αναφέρει ότι δεν έγινε καθόλου προώθηση. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε σε «αργή προώθηση» του Βιβλίου (σελ. 18 πρακτικό 05.02.2026) και παράλληλα παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε κάποιο χρονοδιάγραμμα στη Σύμβαση. Σε συνδυασμό με την παραδοχή της στη δήλωση της ότι έγιναν κάποιες ενέργειες ή προσπάθειες για προώθηση από την Εναγόμενη π.χ. της είπε να το παρουσιάσει σε χώρο της Εναγόμενης αλλά η Ενάγουσα δεν δέχθηκε και το σύντομο χρονικό διάστημα μετά από την εκτύπωση που η Ενάγουσα απαίτησε τερματισμό της Σύμβασης, η εκδοχή της σε σχέση την παράλειψη της Εναγόμενης να προωθήσει το Βιβλίο ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο.
64. Περαιτέρω, η μαρτυρία της Ενάγουσας σε σχέση με το κατά πόσο επιτεύχθηκε συμβιβασμός στις 10.03.2026 ήταν εντελώς αντιφατική. Αρχικά αφήνει να νοηθεί ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία αλλά η ίδια θεώρησε πως η Εναγόμενη δεν θα την τηρούσε (σελ. 20, γραμμή 2 πρακτικών). Σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε πως ήταν απλά μια κουβέντα που έγινε και δεν υπήρξε συμφωνία επειδή ήταν προφορική. Ωστόσο, παραδέχθηκε πως το σενάριο το οποίο συζητείτο ήταν να πληρωθούν στην Εναγόμενη κάποια χρήματα και εκείνη να τους παραδώσει τα βιβλία. Ακολούθως, αναφέρει ότι άλλα είχαν συμφωνήσει και άλλα σημείωσε η Εναγόμενη στο Τεκμήριο 10 αφήνοντας να νοηθεί ότι εν τέλει υπήρξε συμφωνία και απλώς καταγράφηκε λανθασμένα (σελ. 22, πρακτικών 05.02.2026, γραμμές 25 και 26). Ακολούθως, στη σελ. 23 των πρακτικών φαίνεται να αναφέρει ότι δεν θυμάται τους όρους της συμφωνίας για τερματισμό. Σε άλλο σημείο (σελ. 22, γραμμές 19 – 21) αφενός αναφέρει ότι δεν θυμάται τους όρους, αφετέρου θυμάται καλά και μάλιστα ότι συμφώνησαν πως η Εναγόμενη θα της παρέδιδε όλα τα βιβλία και όχι τμηματικά. Τα όσα ανέφερε δημιουργούν την υπόνοια ότι έχει επιλεκτική μνήμη, ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα υπεκφεύγει και δεν απαντά ευθέως. Περαιτέρω, η θέση της ότι δεν θυμάται τους όρους της συμφωνίας διευθέτησης είναι αντίθετη με τη θέση της στη δήλωση της ότι δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία για τους όρους τερματισμού και απλώς γίνονταν συζητήσεις. Αυτό που προκύπτει ήταν ότι πιθανό να υπήρχαν συμφωνημένοι όροι για αποδέσμευση των μερών από τη Σύμβαση, απλά δεν τους θυμάται η Ενάγουσα ή δεν τους θυμάται όλους, η δεν θέλει να παραδεχθεί ότι όντως υπήρχε συμφωνία.
65. Επιπρόσθετα, δεν απαντούσε ευθέως και υπέκφευγε σε σχέση με την οφειλή της προς την Εναγόμενη. Ρωτήθηκε αν οφείλει το ποσό των €1.578 και απάντησε ότι δεν θυμάται πόσα είναι αφήνοντας νοηθεί ότι οφείλει κάποιο ποσό σε αντίθεση με την δήλωση μάρτυρα της που ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλεται το ποσό επειδή δεν υπήρχε χρονοδιάγραμμα και η Εναγόμενη δεν εκπλήρωσε τις δικές της υποχρεώσεις. Ακολούθως, προσπάθησε να αποφύγει να δώσει απάντηση επί του θέματος λέγοντας ότι αυτό που την ενδιαφέρει είναι το Βιβλίο της σαν δημιούργημα δικό της. Αυτό το οποίο παρέμεινε είναι η εν τέλει παραδοχή της ότι οφείλει το υπόλοιπο ποσό για την εκτύπωση του Βιβλίου.
66. Είναι αντιφατικό και παράλογο να ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της και παράλληλα να παραδέχεται ότι οφείλει ένα ποσό για την εκτύπωση του Βιβλίου στην Εναγόμενη. Εν τέλει, παραδέχθηκε ότι από την πλευρά της πρέπει να πληρωθεί ένα ποσό αναιρώντας τη θέση της ότι δεν οφείλει τίποτε επειδή η Εναγόμενη δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
67. Κατά την αντεξέταση της επίσης για πρώτη φορά ανέφερε ότι η Εναγόμενη αποφάσισε από μόνη της πως τα €5 από την πώληση του κάθε Βιβλίου θα τα παίρνει «ο κλητήρας» (σελ. 25, πρακτικά 05.02.2026). Αυτός ο ισχυρισμός πρώτη φορά τέθηκε κατά την αντεξέταση της και δεν είναι ούτε δικογραφημένος.
68. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση της (σελ. 27, πρακτικά 05.02.2026) υπέπεσε σε μια σημαντική αντίφαση η οποία επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία της. Απάντησε ευθαρσώς ότι «η ιδέα να πάμε στο μαλακό [εξώφυλλο] ήταν δική μου». Στην Έκθεση Απαίτησης και στη Δήλωση Μάρτυρα αναφέρει ότι η εκτύπωση σε μαλακό εξώφυλλο έγινε κατά παράβαση της Σύμβασης, «χωρίς τη συγκατάθεση μου και με μονομερείς ενέργειες της Εναγόμενης» αποδίδοντας ευθύνη στην Εναγόμενη για αυτή την κατ’ ισχυρισμό παράβαση. Στην αντεξέταση της παραδέχεται ότι εν τέλει ήταν δική της απόφαση σε ευθεία αντίφαση με τις δικογραφημένες θέσεις της και την μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση της. Το να αποδίδει ευθύνη στο αντισυμβαλλόμενο μέρος για μια κατά παραδοχή δική της επιλογή και να το παρουσιάζει σαν παράβαση της Σύμβασης είναι αντιφατικό και δείχνει ότι δεν διστάζει να αναφέρει πράγματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα για να υποστηρίξει τις θέσεις της. Σημειώνω ότι σε μεταγενέστερο στάδιο προσπάθησε να πείσει ότι εν τέλει δεν συμφώνησαν για το κατά πόσον θα τυπωθεί σκληρόδετο ή μαλακό εξώφυλλο και η Εναγόμενη προχώρησε και το εκτύπωσε με μαλακό εξώφυλλο μεταβάλλοντας τη θέση της. Και αυτή η εκδοχή έρχεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο της δήλωσης της καθότι εκεί παρουσιάζει πως η Εναγόμενη το έκανε μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση της αφήνοντας να νοηθεί ότι ούτε καν συζητήθηκε το ενδεχόμενο εκτύπωσης του Βιβλίου σε μαλακό εξώφυλλο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να ευσταθεί αυτό, η Ενάγουσα δεν εξέφρασε τότε οποιαδήποτε ένσταση στην εκτύπωση του Βιβλίου με μαλακό εξώφυλλο. Δεν προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία ούτε και τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Και το ίδιο ισχύει για την τιμή του Βιβλίου.
69. Παραδέχθηκε ότι το Βιβλίο εκτυπώθηκε το τέλος Δεκεμβρίου του 2022 και από τις αρχές του 2023 - τον Ιανουάριο του 2023 – ένιωθε δυσαρεστημένη λόγω της παράλειψης της Εναγόμενης να το προωθήσει και ήθελε να τερματίσει τη Σύμβαση. Η περίοδος από τα τέλη Δεκεμβρίου μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου ήταν πολύ μικρή και λόγω τούτου δεν δικαιολογείται η πεποίθηση της ότι η Εναγόμενη καθυστερούσε και ότι παρέλειπε να προωθήσει το Βιβλίο πόσω δε μάλλον όταν δεν προνοείτο στη Σύμβαση τι περιλαμβάνει ο όρος προώθηση. Ο συνήγορος της Εναγόμενης υπέβαλε την εύλογη ερώτηση πως μπορούσε να γίνει η προώθηση αφού και οι δύο πλευρές ήθελαν να τερματιστεί η Σύμβαση και η Ενάγουσα απάντησε «πριν τερματιστεί». Κατά τα άλλα όταν ερωτήθηκε πότε έπρεπε να προωθηθεί το Βιβλίο απάντησε «το βιβλίο μόλις εκτυπωθεί πρέπει να προωθηθεί.» Εν προκειμένω η εκτύπωση και η επιθυμία της Ενάγουσας να σταματήσει η πώληση του Βιβλίου ήταν σχεδόν ταυτόχρονη και παράλληλα παραδέχεται ότι στη Σύμβαση δεν υπήρχε χρονοδιάγραμμα. Επομένως, δεν μπορεί το Δικαστήριο να δεχθεί την εκδοχή της περί καθυστέρησης και/ή παράλειψης της Εναγόμενης να προβεί σε προωθητικές ενέργειες. Την ίδια περίοδο η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από την Εναγόμενη να σταματήσει να διαθέτει προς πώληση το Βιβλίο και επίσης δεν είχε καταβάλει το ποσό για την εκτύπωση του Βιβλίου. Δεν μπορεί ταυτόχρονα να ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν προέβαινε σε ενέργειες για προώθηση του Βιβλίου και η όλη της εκδοχή είναι αντιφατική.
70. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία της ήταν ότι ένιωθε πως δούλεψε πολύ σκληρά για να συγγράψει το Βιβλίο και όπως ανέφερε κατέθεσε τη ψυχή της. Ένιωσε ότι η Εναγόμενη δεν μοιραζόταν τον ενθουσιασμό της και γι’ αυτό ήθελε να τερματίσει τη Σύμβαση. Η Ενάγουσα φαίνεται ότι είχε προσδοκίες οι οποίες ωστόσο δεν δικαιολογούνταν από το περιεχόμενο της Σύμβασης ούτε και δόθηκε μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί τέτοιες προσδοκίες. Όταν τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα είχε στο μυαλό της ένιωσε απογοήτευση.
71. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση της για πρώτη φορά η Ενάγουσα αμφισβήτησε το κατά πόσον είχαν όντως εκτυπωθεί τα αντίτυπα του Βιβλίου. Όπως προανέφερα επίσης για πρώτη φορά ανέφερε ότι δεν έλαβε ούτε ένα ευρώ για τις πωλήσεις του Βιβλίου. Έχει νομολογηθεί ότι η προώθηση θέσεων που δεν καλύπτονται από τη δικογραφία επηρεάζουν δυσμενώς την αξιοπιστία του μάρτυρα. Στην απόφαση Παπά ν. D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD, Πολ. Έφ. 217/08, 21.02.2017 αναφέρθηκε ότι «[ο]ι θέσεις που προέβαλε ο εφεσείοντας περί προφορικής συμφωνίας και εκτελεσθείσες εργασίες πριν την σύναψη γραπτής σύμβασης παραμένουν χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη και επίσης επηρεάζουν την αξιοπιστία του μάρτυρα».
72. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στην τελευταία ερώτηση η οποία υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση η Ενάγουσα απάντησε «… Επίσης, πριν από μερικούς μήνες έχω εκδώσει το τελευταίο μου βιβλίο, με τον κύριο Γερμανό. Και μπορείτε να πάτε με τον κύριο Γερμανό να μιλήσετε και να δείτε την άψογη συνεργασία που είχαμε. Άρα, μάλλον άλλοι έχουν το πρόβλημα και όχι εγώ και δεν δέχομαι αυτήν την … πως το λέμε κατηγορία.» Άρα αποκάλυψε ότι συνέγραψε και εξέδωσε άλλο βιβλίο σε ευθεία αντίφαση με την παράγραφο 20 της δήλωσης της όπου ανέφερε ότι «λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση του εν λόγω βιβλίου, δεν είμαι σε θέση και δεν δύναμαι να προχωρήσω στη συγγραφή νέου βιβλίου, εξαιτίας της ψυχικής πίεσης και του άγχους που βιώνω, καθόσον η Εναγόμενη καταπατά τα πνευματικά μου δικαιώματα ως συγγραφέως και εξακολουθεί να κατέχει τα αντίτυπα του βιβλίου.» Κατά συνέπεια, μετέβαλε τη θέση της αναιρώντας πλήρως τον ισχυρισμό της ότι η κατάσταση της προκάλεσε άγχος και ψυχική πίεση και δεν μπορεί να γράψει ή να προχωρήσει με νέο βιβλίο. Όχι μόνο έγραψε άλλο βιβλίο μεσούσης της διαφοράς και της εκδίκασης της υπόθεσης αλλά το εξέδωσε χωρίς προβλήματα σε κλίμα άψογης συνεργασίας.
73. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί και της αναξιοπιστίας της εκδοχής της Ενάγουσας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της επί των αμφισβητούμενων θεμάτων για να εξαγάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα και η μαρτυρία αυτή απορρίπτεται στο σύνολο της.
ii. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
74. Σημειώνω σε αυτό το σημείο, σε σχέση με το ότι η Εναγόμενη για τους λόγους που επεξηγήθηκαν προηγουμένως δεν προσέφερε μαρτυρία, ότι «[δ]εν υπάρχει άτεγκτη κοινοδικαιϊκή αρχή ότι ελλείψει παρουσίασης μαρτυρίας στη δίκη από αντίδικο, θα πρέπει απαρεγκλίτως να γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία τού διαδίκου που προσφέρει τέτοια μαρτυρία. Απεναντίας, η νομολογία προβλέπει πως όλα ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται - δυνάμει δικαστικής υποχρέωσης ύψιστης σπουδαιότητας - η ολότητα της μαρτυρίας, ασχέτως αν ο αντίδικος εισφέρει ή δεν εισφέρει αντίθετη μαρτυρία ή και καθόλου (Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου, Π.Ε. 32/14, ημ. 29.9.21, ECLI:CY:AD:2021:A430, ECLI:CY:AD:2021:A430, Λαϊκή Ασφαλιστική Λίμιτεδ ν. Ματσούκα και Άλλου (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1377, ECLI:CY:AD:2014:A460, 1384-1385, Λουκαΐδης ν. Πρώτο Θέμα ΑΕ και Άλλων (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 313, 323, Demchenko και Άλλου v. Nassar (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1342, 1345)» (Χρίστου Χρίστου ν. Αντώνη Ανδρέου Γεωργίου, Πολ. Εφ.158 / 2013, 26.10.2022).
75. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
75.1 Η Ενάγουσα είναι συγγραφέας και συνέγραψε το Βιβλίο. Η Εναγόμενη είναι εκδότης.
75.2 Στις 28.04.2022 η Ενάγουσα σύναψε μαζί με την Εναγόμενη συμφωνία για την έκδοση του Βιβλίου (Τεκμήριο 1). Προηγουμένως (στις 06.04.2022), υποβλήθηκε Δελτίο Προσφοράς από την Εναγόμενη με τις προδιαγραφές για την εκτύπωση και το κόστος για την εκτύπωση 1000 αντιτύπων με μαλακό εξώφυλλο και το κόστος για 1000 αντίτυπα σκληρόδετο, ήτοι με σκληρό εξώφυλλο.
75.3 Εν τέλει, επιλέγηκε η εκτύπωση με μαλακό εξώφυλλο με πρωτοβουλία της Ενάγουσας.
75.4 Το Βιβλίο εκτυπώθηκε περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2022. Εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 2) για το ποσό των €3.489,92 ημερομηνίας 22.12.2022. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το κόστος εκτύπωσης σελιδοδεικτών (€140) το οποίο η Ενάγουσα ανέλαβε να καταβάλει.
75.5 Η Ενάγουσα έναντι του πιο πάνω ποσού για την εκτύπωση πλήρωσε το ποσό των €1.500 στις 02.05.2022 με έμβασμα. Η Ενάγουσα επίσης πλήρωσε το ποσό των €400 και η Εναγόμενη εξέδωσε την απόδειξη με αρ. 015866 (ημερ. 17.01.2023). Το υπόλοιπο ποσό για την εκτύπωση το οποίο ανέρχεται €1.589,92 παραμένει οφειλόμενο.
75.6 Ενόψει του ότι το Βιβλίο εκτυπώθηκε με μαλακό εξώφυλλο η τιμή του καθορίστηκε σε €15 πλέον τυχόν φόρους. Η Ενάγουσα δεν είχε φέρει ένσταση σε σχέση με την καθορισθείσα τιμή του Βιβλίου. Αντιθέτως εισέπραξε και αμοιβή από την πώληση του Βιβλίου στην εν λόγω τιμή χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη (ίδετε σχετική απόδειξη – Τεκμήριο 4).
75.7 Αντίτυπα του Βιβλίου τοποθετήθηκαν σε βιβλιοπωλεία. Δεν έγινε επίσημη παρουσίαση του Βιβλίου. Η Ενάγουσα συμμετείχε όμως σε έκθεση βιβλίου στη Λεμεσό σε άγνωστη ημερομηνία. Περαιτέρω, η Εναγόμενη πρότεινε όπως η παρουσίαση γίνει στο χώρο της, εισήγηση την οποία δεν αποδέχθηκε η Ενάγουσα καθότι τον θεωρούσε ακατάλληλο για σκοπούς βιβλιοπαρουσίασης.
75.8 Η Ενάγουσα έλαβε το ποσό των €400 από πωλήσεις του Βιβλίου την 26.01.2023. Δεν παρουσιάστηκαν άλλοι λογαριασμοί από την Εναγόμενη.
75.9 Από τα τέλη Νοεμβρίου – Δεκέμβριου του 2022, δηλαδή σε πολύ σύντομο χρόνο μετά την εκτύπωση του Βιβλίου, η Ενάγουσα ζητούσε να τερματιστεί η Σύμβαση και να σταματήσει η πώληση των αντιτύπων του Βιβλίου.
75.10 Τα μέρη τερμάτισαν τη Σύμβαση περί τον Μάρτιο του 2023 και συζήτησαν τους όρους τερματισμού. Δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ως προς το κατά πόσον κατέληξαν σε συμφωνία αποδέσμευσης – όρους τερματισμού της Σύμβασης, ωστόσο συμφώνησαν όπως η Σύμβαση «διακοπεί» (Τεκμήριο 10). Αυτό το οποίο συζητείτο ήταν ότι για να πάρει η Ενάγουσα τα εναπομείναντα αντίτυπα του Βιβλίου θα έπρεπε να πληρώσει ένα ποσό που περιλάμβανε τα έξοδα εκτύπωσης.
75.11 Από τον Ιανουάριο του 2023 μέχρι τις 02.04.2024 τα μέρη αντάλλασσαν επιστολές συζητώντας τον τερματισμό της Σύμβασης και τους όρους αυτού. Την 31.10.2023 επιδόθηκε στην Εναγόμενη επιστολή απαίτησης στην οποία δεν ανταποκρίθηκε.
75.12 Η Ενάγουσα από τότε συνέγραψε και εξέδωσε πριν από μερικούς μήνες (εντός του 2025) άλλο βιβλίο.
Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
i. Νομική Πτυχή: Βάρος Απόδειξης και Παράβαση Σύμβασης
76. Η αιτία αγωγής η οποία προβάλλεται από την Ενάγουσα είναι αυτή της παράβασης σύμβασης.
77. Στις αστικές υποθέσεις όπως έχει επανειλημμένως νομολογηθεί ότι η απόδειξη της υπόθεσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε ενάγοντα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που θεμελιώνουν την αξίωση του. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων η Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 ΑΑΔ 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, Πολ. Εφ. 214/2013, 24.06.2019), ECLI:CY:AD:2019:A238.
78. Είναι παραδεκτό και εξάχθηκε εύρημα ότι τα μέρη συμφώνησαν ότι θα υπάρξει αποδέσμευση από την περαιτέρω εκπλήρωση των μελλοντικών τους υποχρεώσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οποιεσδήποτε παραβάσεις έλαβαν χώρα μέχρι τότε, είτε από το ένα μέρος, είτε από το άλλο, εξαφανίζονται. Η αποδέσμευση ή ο τερματισμός της Σύμβασης δεν συνιστούσε απαλλαγή των μερών από τυχόν προηγούμενες παραβιάσεις της Σύμβασης.
79. Ο τερματισμός φέρνει σε πέρας τις ουσιαστικές μελλοντικές υποχρεώσεις των μερών, και όχι διαδικαστικές ρήτρες ή υποχρεώσεις παροχής θεραπείας (Π. Γ. Πολυβίου, Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο, σελ. 556). Με τον τερματισμό της σύμβασης οι πρωτογενείς υποχρεώσεις (primary obligations) των μερών δεν υφίστανται πλέον αλλά αντικαθίστανται με μια δευτερογενή ή διαδικαστική υποχρέωση (secondary obligation) για καταβολή χρηματικής αποζημίωσης (Photo Production Ltd ν. Securicor Transport Ltd [1980] AC 827, Κωμοδρόμου ν. A. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 481) οι οποίες αν δεν ορίζονται ρητά στη σύμβαση θεωρείται ότι ενυπάρχουν σε αυτήν ως θέμα δικαίου (by operation of law).
80. Σκοπός των θεραπειών για παράβαση σύμβασης είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν εφαρμοζόταν η συμφωνία μεταξύ των μερών (Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά. υ. Θέλμας Τρυφωνιδου (1996) 1Α Α.Α.Δ. 679, Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499). Η αποζημίωση είναι για τη ζημιά ή απώλεια την οποία υπέστη συνεπεία της παράβασης, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης (άρθρο 73(1), Κεφ. 149).
81. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι η ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων μιας σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στον μέσο λογικό άνθρωπο (ίδετε Amethyst Distributors Ltd v Ιερά Μονή Κύκκου (2011) 1 ΑΑΔ 199, Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd (2002) 1 B AAΔ.1156 και Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιος Ν. Μουτσή (2000) 1 ΑΑΔ 1809).
82. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου είναι ασαφές. (βλ. Pell Frischmann Cons. Ltd ν Δημοκρατίας (2001) 1 ΑΑΔ 33). Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Hellenic Bank Public Co Ltd v. Μιχάλη Χριστοδουλίδη, Πολ. Εφ. 82/2011, 24.2.2016:
«Σύμφωνα με τους βασικούς κανόνες ερμηνείας εγγράφων, ο καθοριστικός παράγοντας είναι η εξεύρεση της πρόθεσης των μερών της συμφωνίας. Η αποκάλυψη της κοινής πρόθεσης των μερών είναι εφικτή από τη θεώρηση της συμφωνίας ως συνόλου (βλ. G.I.P. Constructions Ltd v. Assiotis (1982) 1 CLR 535 και Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1Γ ΑΑΔ 1527). Βέβαια, ο σκοπός της συμφωνίας, καθώς και η λεκτική διατύπωση του μέρους της συμφωνίας του οποίου επιζητείται η ερμηνεία, είναι στοιχεία που οριοθετούν την προσπάθεια του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει ένα έγγραφο.»
83. Διαφωτιστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση KAYAT TRADING LIMITED ν. GENZYME CORPORATION, Αρ. Αγωγής 7462/02, 30.5.2014, υπό τον Έντιμο Α. Ρ. Λιάτσο, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), όπου, με παραπομπή σε σωρεία αυθεντιών συνοψίζονται οι σχετικές αρχές της νομολογίας οι οποίες διέπουν την ερμηνεία συμβάσεων, ως εξής:
«Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας, στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας − εξαιρουμένων πάντα των διαπραγματεύσεων − καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από το ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί. Να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση.»
ii. Όροι της Σύμβασης
84. Με βάση τον όρο 1 της Σύμβασης « η συγγραφέας εκχωρεί, παραχωρεί και μεταβιβάζει στον εκδότη, που αποδέχεται, το αποκλειστικό δικαίωμα να τυπώσει σε σχήμα βιβλίου, να εκδώσει και πωλήσει την εργασία της με τίτλο Ο Κήπος των Αξιών…». Σύμφωνα με τον όρο 3, μεταξύ άλλων, «ο εκδότης δικαιούται να εκδώσει το έργο αυτό στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, να το πωλήσει σε παγκόσμια κλίμακα» και να διαπραγματεύεται συμφωνίες για δικαιώματα.
85. Στον όρο 4 αναφέρεται ότι «το σχήμα, η εμφάνιση, ο αριθμός των αντιτύπων του έργου που θα εκδίδονται κάθε φορά, η τιμή χονδρικής ή λιανικής πώλησης και γενικά ότι αφορά στην έκδοση, πελατεία και εμπόριο του συγκεκριμένου έργου θα καθορίζονται από τον εκδότη με τη σύμφωνο γνώμη της συγγραφέως».
86. Ο όρος 5 αναφέρει ότι «για την εκχώρηση και μεταβίβαση των δικαιωμάτων της πνευματικής του ιδιοκτησίας στον εκδότη, η συγγραφέας θα έχει το δικαίωμα να παίρνει ως αμοιβή επί της λιανικής τιμής των αντιτύπων του εκδοθέντος έργου που θα έχουν πωληθεί ποσοστό 50% από τα καθαρά κέρδη. Ως λιανική τιμή πώλησης νοείται η ονομαστική τιμή των 18 ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν φόρος…».
87. Η συγγραφέας θα παραδώσει το κείμενο της σε τελική μορφή. Ο αριθμός αντιτύπων της πρώτης έκδοσης θα είναι 1000 αντίτυπα (όρος 7). Η ημερομηνία πρώτης έκδοσης του Βιβλίου θα καθορίζεται από τον εκδότη με γνώμονα το συμφέρον και των δύο μερών με τη σύμφωνο γνώμη της συγγραφέως (όρος 8).
88. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί «σοβαρή έλλειψη κίνησης» του έργου ο εκδότης θα μπορεί να γνωστοποιήσει στη συγγραφέα με συστημένη επιστολή την πρόθεση του να καταστρέψει τα αντίτυπα ή να προβεί σε «ξεπούλημα» αυτών που παραμένουν στην αποθήκη. Η συγγραφέας θα μπορεί να αγοράσει όλο το απόθεμα ή μέρος του σε τιμή που δεν θα υπερβαίνει το κόστος τους (όρος 12).
89. Σύμφωνα με τον όρο 14 «η εκκαθάριση του λογαριασμού θα γίνεται κάθε 4 μήνες και θα γίνεται με βάση τα υπόλοιπα (αποθήκη) της προηγούμενης περιόδου. Η καταβολή ποσοστών θα γίνεται στα γραφεία του εκδότη. Για την είσπραξη της αμοιβής, η συγγραφέας θα υπογράφει ή θα εκδίδει την κατά νόμο απαιτούμενη απόδειξη…».
90. Δεν θεωρείται πώληση όταν τα αντίτυπα δίδονται επί πιστώσει σε βιβλιοπωλεία ή σε άλλους πωλητές (όρος 15). Απαγορεύεται η αναπαραγωγή της αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου της οποίας δικαιούχος είναι ο εκδότης και η προστασία αυτή ισχύει και μετά τη λήξη της σύμβασης (όρος 16).
91. Ο όρος 17 είναι σημαντικός εν προκειμένω και προνοεί ότι «[μ]ετά τη λήξη της ισχύος της σύμβασης αυτής, συμφωνείται ότι ο εκδότης έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να πωλήσει μέχρι την οριστική τους διάθεση, όλα τα αντίτυπα του έργου που παραμένουν απούλητα κοντά του, με την υποχρέωση πάντοτε να πληρώνει στη συγγραφέα τα δικαιώματα του κατά τον τρόπο που καθορίζεται σε προηγούμενες διατάξεις της παρούσας σύμβασης….».
92. Ο όρος 21 έχει ως ακολούθως: «Σχετικά με τα κόστα έκδοσης (με σκληρό εξώφυλλο επενδυμένο με χαρτί) συμφωνήθηκε ότι η συγγραφέας θα καταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ και ο εκδότης το ποσό των 2.438 καθώς και όλες τις διαδικασίες προώθησης, γραφιακά, λογιστικά κ.λ.π. Προδιαγραφές σύμφωνα με προσφορά 6.4.2022».
93. Στο έγγραφο με τίτλο «ΔΕΛΤΙΟ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ – ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ» αρχικά παρατίθενται λεπτομέρειες σε σχέση με την εκτύπωση του βιβλίου όπως το σχήμα, αριθμός σελίδων, τύπος χαρτιού και βιβλιοδεσία. Ακολούθως αναφέρονται τα ακόλουθα: «Συντονισμός εργασιών, σχεδιασμός εξωφύλλου, σελιδοποίηση, 3 φορές πέρασμα ορθογραφικών διορθώσεων, σχεδιασμός εξωφύλλου, εκτύπωση και βιβλιοδεσία». Ακολούθως, παρατίθεται πίνακας με το κόστος εκτύπωσης για 1000 αντίτυπα και για 1000 αντίτυπα «σκληρόδετο». Υπάρχει ένα ποσό για το κόστος εκτύπωσης και ένα ποσό για σχεδιασμό. Στο ποσό χρεώνεται και ΦΠΑ ύψους 5%.
iii. Υπήρξε παράβαση της Σύμβασης από μέρους της Εναγόμενης;
94. Η παράβαση σύμβασης λαμβάνει χώρα όταν ένα μέρος της σύμβασης χωρίς επαρκή δικαιολογία αρνείται ή παραλείπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με βάση τους όρους της, ή την εκπληρώνει ανεπαρκώς ή καθιστά τον εαυτό του ανίκανο να την εκπληρώσει.
95. Οι σχετικοί όροι της Σύμβασης παρατέθηκαν πιο πάνω. Για να αποφασιστεί το κατά πόσο εκπληρώθηκε η Σύμβαση ή αν παραβιάστηκε πρέπει να εξεταστούν οι όροι της. Αυτό που έχει σημασία είναι τι προνοούσε η Σύμβαση. Και το τι προνοεί η Σύμβαση προκύπτει από την ερμηνεία των όρων αυτής:
«Το βασικό κριτήριο που διέπει το θέμα της εκπλήρωσης κάποιας συμβατικής υποχρέωσης είναι ότι αυτό που απαιτείται καθορίζεται από την ίδια τη σύμβαση, και όχι από κάποιο συγκεκριμένο νομικό κανόνα. Έτσι, η εκπλήρωση κάποιας συμβατικής υποχρέωσης θα πρέπει να ανταποκρίνεται προς το τι απαιτείται από την υπό εξέταση πρόνοια της σύμβασης, και όχι να βασίζεται στο μεμπτό της συμπεριφοράς του υπαίτιου μέρους. … Όταν διαπιστωθεί τι απαιτείται από τα συμβαλλόμενα μέρη, αυτά θα πρέπει να εκπληρώσουν στο ακέραιο και επακριβώς τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι’ αυτό που η συμβατική ευθύνη είναι κατά κανόνα αυστηρή (contractual liability is in many cases strict), υπό την έννοια ότι αυτή συνήθως προκύπτει από το ερώτημα κατά πόσο η εκτέλεση της σύμβασης ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της σύμβασης, σε αντίθεση με τη νομική ευθύνη στο χώρο των αστικών αδικημάτων…» (Πολυβίου, ανωτέρω, σελ. 549. Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
96. Παρουσίαση και Προώθηση: Εν προκειμένω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη παραβίασε τη Σύμβαση, μεταξύ άλλων, επειδή δεν προώθησε το Βιβλίο επειδή δεν διοργάνωσε παρουσίαση του Βιβλίου. Η υποχρέωση για διοργάνωση παρουσίασης δεν προβλέπεται στη Σύμβαση. Δεν υπάρχουν λεπτομέρειες στη Σύμβαση ως προς το τι περιλαμβάνει ο όρος προώθηση. Ούτε υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενος όρος η υποχρέωση διοργάνωσης παρουσίασης.
97. Όπως έχει λεχθεί στην Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1250, η διαπίστωση περί της ύπαρξης εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο το οποίο αν και δεν έχει λεχθεί ή καταγραφεί, εντούτοις αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Περαιτέρω, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα "Το Δίκαιο των Συβάσεων" (Π.Γ. Πολυβίου, 2014, Β' Τόμος, σελ. 555), η συμπερίληψη εξυπακουόμενου όρου συνιστά εξαιρετικό μέτρο και δεν εξαρτάται από το κατά πόσον είναι λογικό να υπάρχει, αλλά από το εάν κρίνεται απόλυτα αναγκαίος και απαραίτητος για να αποδοθεί λειτουργικότητα στη σύμβαση.
98. Με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και την παραδοχή της Ενάγουσας, η Εναγόμενη της πρότεινε να γίνει η παρουσίαση στο χώρο της (δεν δόθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες) και η Ενάγουσα δεν αποδέχθηκε θεωρώντας ότι δεν ενδείκνυται για παρουσίαση του Βιβλίου. Από τη στιγμή που τέτοια παρουσίαση δεν προνοείται στη Σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράλειψη διοργάνωσης παρουσίασης σε χώρο της αρεσκείας της Ενάγουσας αποτελεί παράβαση.
99. Σημειώνω επίσης ότι στη Σύμβαση δεν προνοείται κάποιο χρονοδιάγραμμα ή σχέδιο δράσης και ο χρόνος για την προώθηση δεν κατέστη ουσιώδης (of the essence). Σε κάθε περίπτωση ως αναφέρθηκε στην ενότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας η Ενάγουσα όταν εκτυπώθηκε το Βιβλίο απαίτησε να σταματήσει η πώληση του και ζήτησε να τερματίσει τη Σύμβαση.
100. Γενικότερα, επαναλαμβάνεται ότι η Εναγόμενη ως το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου μερίμνησε για την τοποθέτηση αντιτύπων του Βιβλίου σε Βιβλιοπωλεία και έστειλε αντίγραφα σε δημοσιογράφους. Υπήρξε ισχυρισμός ότι καθυστέρησε να παραδώσει αντίτυπα σε δύο προτιθέμενους αγοραστές, ωστόσο η Ενάγουσα στο τέλος δέχθηκε ότι παραδόθηκαν έστω και με καθυστέρηση. Δεν δόθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία για την καθυστέρηση ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να εξαγάγει εύρημα ότι η καθυστέρηση εξισωνόταν με παράλειψη προώθησης του Βιβλίου.
101. Επομένως, όσον αφορά αυτό το σημείο δεν θεωρώ ότι υπήρξε παράβαση της Σύμβασης.
102. Εκτύπωση σε Μαλακό Εξώφυλλο: Με βάση το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου η εκτύπωση του Βιβλίου με μαλακό εξώφυλλο και όχι «σκληρόδετο» έγινε με πρωτοβουλία και/ή με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας. Επομένως, εμποδίζεται η Ενάγουσα να ισχυρίζεται σε αυτό το στάδιο ότι η Εναγόμενη παραβίασε τη Σύμβαση επειδή το Βιβλίο εκτυπώθηκε με αυτόν τον τρόπο. Παραπέμπω επίσης στον όρο 4 σε σχέση με το σχήμα και την εμφάνιση του Βιβλίου που καθορίζονται από τον εκδότη. Δεν αποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα δεν συμφώνησε να εκδοθεί με μαλακό εξώφυλλο το Βιβλίο.
103. Παράλειψη καταβολής από τον εκδότη του ποσού των €2.348: Ο όρος αυτός ήταν αόριστος υπό την έννοια ότι δεν ξεκαθαρίζεται σε ποιον πρέπει να καταβληθεί αυτό το ποσό. Προκύπτει από τον όρο 21 σε συνδυασμό με το δελτίο προσφοράς ότι αφορά τον σχεδιασμό και στην ουσία το ποσό αυτό αποτελεί τη συνεισφορά του εκδότη στην έκδοση του Βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι δεν καταβλήθηκε η συνεισφορά του εκδότη ή ότι δεν συνείσφερε η Εναγόενη στην έκδοση του Βιβλίου. Το Βιβλίο εκτυπώθηκε με βάση τις προδιαγραφές που περιλαμβάνονταν στην προσφορά και εκδόθηκε. Το ότι η Ενάγουσα δεν γνωρίζει ποιες εργασίες ακριβώς καλύπτει δεν αποτελεί παράβαση της Σύμβασης.
104. Εκκαθάριση Λογαριασμού κάθε 4 μήνες: Όσον αφορά αυτό το σημείο θεωρώ ότι η Εναγόμενη παραβίασε τη Σύμβαση. Δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη ότι δεν παρείχε λογαριασμούς στην Ενάγουσα ως προς τις πωλήσεις του Βιβλίου. Οι δε πωλήσεις του Βιβλίου με βάση τη Σύμβαση μπορούν να συνεχίζουν και μετά τη λήξη της Σύμβασης με βάση τον όρο 17 αυτής και η Εναγόμενη έχει την υποχρέωση να πληρώνει στη συγγραφέα το μερίδιο της με τον τρόπο που προνοείται στη Σύμβαση.
105. Υπήρξε ισχυρισμός στην Υπεράσπιση ότι έχει σταματήσει η πώληση του Βιβλίου. Ωστόσο, από την αλληλογραφία η οποία ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών προκύπτει ότι υπήρχαν Βιβλία τοποθετημένα σε βιβλιοπωλεία, τουλάχιστον μέχρι το Μάρτιο του 2023. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι εκείνα τα αντίτυπα του Βιβλίου που ήταν τοποθετημένα σε βιβλιοπωλεία έχουν παραληφθεί από την Εναγόμενη.
106. Επομένως, σε σχέση με αυτό το σημείο η Εναγόμενη παραβίασε τη συμβατική της υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή είναι διαιρετή (severable) από τις άλλες πρόνοιες της Σύμβασης. Όταν γίνονται πωλήσεις – διατίθεται προς πώληση το Βιβλίο - υπάρχει υποχρέωση για πληρωμή αμοιβής στην Ενάγουσα.
107. Ορθογραφική διόρθωση και σχεδιασμός εξωφύλλου: Ως προς τον σχεδιασμό εξωφύλλου η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι βρήκε η ίδια σχεδιάστρια για το εξώφυλλο, η μάλλον ότι «ανέλαβε» η ίδια να βρει πρόσωπο για σχεδιασμό του εξωφύλλου. Δεν έδωσε όμως λεπτομέρειες και εν γένει μαρτυρία για την παράλειψη της Εναγόμενης να σχεδιάσει το εξώφυλλο. Δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση της για σχεδιασμό εξωφύλλου. Ούτε και δόθηκαν λεπτομέρειες σχετικά με ζημιά την οποία η Ενάγουσα υπέστη από το γεγονός ότι όρισε η ίδια το πρόσωπο το οποίο θα σχεδίαζε το εξώφυλλο.
108. Ως προς την ορθογραφική διόρθωση του Βιβλίου, δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία για να αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η Εναγόμενη δεν προέβη σε ορθογραφικές διορθώσεις. Δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο το Βιβλίο για να διαπιστώσει το Δικαστήριο το κατά πόσον π.χ. υπήρχαν ορθογραφικά λάθη, ούτως ώστε να μπορεί να εξαγάγει συμπέρασμα ότι δεν έγινε ο απαραίτητος ορθογραφικός έλεγχος. Ούτε και αποδείχθηκε αλλά ούτε και υπήρξε ισχυρισμός ως προς το ότι η Ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από την κατ’ ισχυρισμό παράβαση του όρου για διεξαγωγή ελέγχου ορθογραφίας.
109. Σημειώνω ότι σε σχέση με την αξίωση για επιστροφή των Βιβλίων στην Ενάγουσα, αυτή δεν δικαιολογείται. Η Ενάγουσα εκχώρησε στην Εναγόμενη το δικαίωμα να τα εκτυπώνει και να πουλά τα αντίτυπα του Βιβλίου. Με βάση τη Σύμβαση έστω και μετά τη λήξη της δικαιούται να τα διαθέτει προς πώληση μέχρι την οριστική τους διάθεση με υποχρέωση να αποδίδει στην Ενάγουσα το μερίδιο της από την πώληση τους. Από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και ειδικότερα την επιστολή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ημερ. 17.03.2023 προκύπτει ότι η Ενάγουσα αναγνωρίζει ότι η Εναγόμενη έχει τα δικαιώματα για έκδοση και προώθηση του Βιβλίου εφόσον της προτείνει να πληρώσει €2.500 και ως αντάλλαγμα η Εναγόμενη να τα αποποιηθεί. Εν τέλει το παραδέχθηκε και κατά την αντεξέταση της ότι αυτό που συζητείτο ήταν η καταβολή συγκεκριμένου ποσού από την Ενάγουσα ώστε να πάρει τα αντίτυπα του Βιβλίου.
110. Συνεπακόλουθα, η Ενάγουσα δεν δικαιούται ούτε σε διάταγμα τα οποίο να απαγορεύει την πώληση του Βιβλίου.
111. Επομένως, εκτός από την παράλειψη παροχής λογαριασμών δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη παράβαση σύμβασης από μέρους της Εναγόμενης. Η θεραπεία για παράλειψη παροχής λογαριασμών – ενημέρωσης ως προς τις πωλήσεις - είναι η διαταγή για να λάβει χώρα η εκκαθάριση του λογαριασμού και να αποδοθεί στην Ενάγουσα η τυχόν αμοιβή που δικαιούται επί των πωλήσεων του Βιβλίου. Στην ουσία πρόκειται για κάποιο είδος ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης υπό την έννοια ότι διατάσσεται ο εκδότης να παρέχει πληροφόρηση για τις πωλήσεις για να διαπιστωθεί το κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται σε αμοιβή και όχι για account for profits – παροχή λογαριασμών (disgorgement damages) για την αποστέρηση των κερδών του εναγόμενου που προκύπτουν από έκνομες ενέργειες (ίδετε κεφάλαιο 15 του συγγράμματος McGregor on Damages, 20 έκδοση και τη συζήτηση της Attorney General v Blake [2000] UKHL 45).
iv. Ανταπαίτηση της Εναγόμενης
112. Στην Ανταπαίτηση της η Εναγόμενη ζητά το ποσό των €3.589 που είναι το ποσό το οποίο κατά τον ισχυρισμό της συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο συμφωνίας διευθέτησης της διαφοράς. Δεν αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω καταρτίστηκε δεσμευτική συμφωνία για διευθέτηση της διαφοράς με ξεκάθαρους όρους αλλά μόνο ότι τα μέρη συμφώνησαν όπως αποδεσμευτούν από τις μελλοντικές τους υποχρεώσεις. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Εναγόμενη για τους λόγους που προανέφερα, ωστόσο είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα οφείλει το ποσό των €1.589,92 για την εκτύπωση του Βιβλίου (μεταξύ άλλων επιστολή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ημερ. 17.03.2023).
113. Έχει νομολογηθεί ότι εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί. Μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως ή την ανταπαίτηση, εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη. Παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της (Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400).
114. Επομένως, έστω και αν δεν ζητήθηκε στην ανταπαίτηση απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό, από τη στιγμή που προκύπτει από το δικόγραφο της Εναγόμενης και εξάχθηκε σχετικό εύρημα από το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και/ή ένεκα παραδοχών μπορεί να αποδοθεί η θεραπεία.
115. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μία σύμβαση προνοεί για την καταβολή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών ή, γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, με την εκπλήρωση της δικής του υποχρέωσής του, ενεργοποιείται η υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενου μέρους να καταβάλει το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε ή ανταποκρίνεται στην αξία των αγαθών ή υπηρεσιών οι οποίες προσφέρθηκαν. Εν προκειμένω, η Εναγόμενη εκτύπωσε και εξέδωσε το Βιβλίο με βάση τη Σύμβαση και με βάση τις προδιαγραφές οι οποίες τέθηκαν σε αυτήν.
116. Η αποκατάσταση του αθώου μέρους σε περίπτωση αθέτησης, δεν συνιστά αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης ως χρέους (action for an agreed sum). Και αυτό, επειδή η αξίωση του ενάγοντος αφορά την ειδική εκτέλεση (specific enforcement) της κύριας υποχρέωσης (primary obligation) του εναγόμενου να εκπληρώσει τα όσα έχει υποσχεθεί ήτοι την καταβολή του χρηματικού ανταλλάγματος (μεταξύ άλλων: Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, σελ. 1272 – 1273, Treitel, The Law of Contract, 14th edn., παρ. 21-001 και 21-002, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν. Γλυκή (2005) 1 Α.Α.Δ. 266).
117. Επομένως, θα εκδοθεί απόφαση υπέρ της Εναγόμενης - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας για αυτό το ποσό με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
118. Όσον αφορά τα έξοδα αποθήκευσης και φύλαξης των αντιτύπων του Βιβλίου, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη δικαιούται σε αυτή την θεραπεία. Συνεπώς, ως προς τα λοιπά αιτητικά η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
119. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, στο πλαίσιο της απαίτησης, εκδίδεται διάταγμα το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη όπως εντός 30 ημέρων από την έκδοση της απόφασης προβεί σε εκκαθάριση του λογαριασμού με βάση τον όρο 14 της Σύμβασης και αποδώσει στην Ενάγουσα, σε περίπτωση κατά την οποία προκύψει ότι δικαιούται να λάβει αμοιβή από πώληση των αντιτύπων του Βιβλίου, την αμοιβή της. Αντίγραφο του λογαριασμού να κατατεθεί στον φάκελο της υπόθεσης και να επισυνάπτεται σε σχετική δήλωση μάρτυρα της Εναγόμενης η οποία θα φέρει δήλωση αληθείας με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας εντός 45 ημερών από την έκδοση της απόφασης.
120. Ως προς τις υπόλοιπες παραγράφους του αιτητικού, η απαίτηση απορρίπτεται.
121. Ως προς την ανταπαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των €1.589,92 με τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της ανταπαίτησης.
122. Αναφορικά με τα έξοδα της υπόθεσης με βάση το Μέρος 39.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η πρωταρχική αρχή είναι ότι ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
123. Με βάση το Μέρος 39.2(1) ο γενικός κανόνας είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντος διαδίκου. Ενόψει του ότι πέτυχαν μερικώς τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση, και λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς της Εναγόμενης περιλαμβανομένης και της προδικαστηριακής συμπεριφοράς της, κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της.
Υπ._________________
Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο