ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 487 / 2021
Μεταξύ:
Ο. Γ.
Ενάγων
και
1. Π. Κ.
2. Κ. Π.
3. Γ.Κ.
4. Ε. Γ.
5. Κ. Κ.
6. Α. Ρ.
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 27 Μαΐου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτητές / Εναγόμενους 1 – 5: κος Α.Γ. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ’ ου η Αίτηση / Ενάγοντα: κα Δ. Δημητρό
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων ημερ. 08.07.2025 («Αίτηση»)
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Δια της παρούσης αγωγής ο Ενάγων / Καθ’ ου η Αίτηση (εφεξής «Ενάγων» ή «Καθ’ ου η Αίτηση»), αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων αποζημιώσεις, περιλαμβανομένων και τιμωρητικών / παραδειγματικών αποζημιώσεων επειδή οι Εναγόμενοι 1 – 5 ως μέλη της οικογένειας του και ο Εναγόμενος 6 ως ψυχολόγος τον οποίο είχε επισκεφθεί ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων:
1.1 απέτυχαν να τον προστατεύσουν και τον εξέθεσαν σε κίνδυνο με αποτέλεσμα να υποστεί σεξουαλική παρενόχληση όταν ήταν σε ηλικία 9 ετών από οικογενειακό τους φίλο και κατ’ επέκταση να τραυματιστεί ψυχικά (Εναγόμενοι 1 και 2 ως γονείς / κηδεμόνες του),
1.2 απέτυχαν να του παρέχουν στήριξη ως ήταν αναμενόμενο από μέλη της οικογένειας του από τότε που έλαβαν χώρα οι σεξουαλικές επιθέσεις εναντίον του και αντιθέτως επέδειξαν αδιαφορία για το ότι δέχθηκε σεξουαλικές επιθέσεις από το εν λόγω πρόσωπο και μάλιστα τον υποχρέωναν να έρχεται σε (κοινωνική) επαφή μαζί του προκαλώντας του περαιτέρω ψυχική και ψυχολογική βλάβη / τραύμα και εκθέτοντας τον, κατ’ ουσίαν, σε δευτερογενή θυματοποίηση (Εναγόμενοι 1 – 5),
1.3 έβαλαν την κοινωνική τους ζωή και την εικόνα τους πάνω από τη ψυχική υγεία του ανήλικου παιδιού τους / αδελφού τους, αποσιώπησαν το γεγονός ότι υπέστη σεξουαλικές επιθέσεις από τον οικογενειακό τους φίλο, παρέλειψαν να καταγγείλουν το γεγονός στις αρμόδιες αρχές εκθέτοντας τον σε συνθήκες επιβλαβείς για τον ίδιο, ανασφάλεια, προκαλώντας του σοβαρά ψυχικά τραύματα και ανεπανόρθωτη ψυχική βλάβη,
1.4 ο Εναγόμενος 6 επέδειξε αμέλεια και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, δεν παρείχε σωστή θεραπεία στον Ενάγοντα, απέτυχε να τον παραπέμψει σε ειδικό και δεν προέβη σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές για τις σεξουαλικές επιθέσεις που υπέστη ο Ενάγων.
2. Στην πολυσέλιδη Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στα περιστατικά σεξουαλικών επιθέσεων τα οποία υπέστη μεταξύ των ετών 1990 – 1993, στο ότι εξομολογήθηκε στους Εναγόμενους το τι έλαβε χώρα, στο ότι αυτοί επέδειξαν αμέλεια και αδιαφορία και δεν πίστευαν τον Ενάγοντα, ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούσαν να έχουν επαφές μαζί με το πρόσωπο το οποίο ο Ενάγων αναγνωρίζει ως θύτη, ότι τον εξανάγκαζαν να έρχεται σε επαφή μαζί του / να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μαζί του, ότι επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 6 και αυτός του είπε να ξεχάσει τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και να προχωρήσει με τη ζωή του και ότι μέχρι την καταχώριση της αγωγής οι Εναγόμενοι αρνούνται να τον πιστέψουν και να δείξουν οποιαδήποτε κατανόηση.
3. Οι Εναγόμενοι 1 – 5 στην Υπεράσπιση τους, inter alia, αρνούνται ότι έλαβαν χώρα τα περιστατικά όπως τα περιγράφει ο Ενάγων, ότι ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη τους ότι ο Ενάγων ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, ότι η αγωγή είναι καταχρηστική και/ή σκανδαλώδης και/ή επιπόλαιη και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Ο Εναγόμενος 6 αρνείται ότι ήταν ψυχολόγος του Ενάγοντος, παραδέχεται ότι τον επισκέφθηκαν μία φορά οι Εναγόμενοι 1 και 2 όταν ο Ενάγων ήταν παιδί για να λάβουν συμβουλές ως γονείς του για τη διαπαιδαγώγησή του.
4. Σημειώνω ότι τα δικόγραφα είχαν τροποποιηθεί μερικώς μετά από σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αίτησης, μεταξύ άλλων, για διαγραφή ορισμένων φράσεων ή/και παραγράφων από την Έκθεση Απαίτησης.
5. Στην αίτηση ημερομηνίας 10.11.2021, η οποία είχε εκδικαστεί από το Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση, ζητείτο η προδικαστική εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων, η απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής και/ή επειδή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαιη και/ή εγείρεται για αλλότριους σκοπούς καθώς και η διαγραφή ορισμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης ως, inter alia, αχρείαστες και/ή σκανδαλώδεις. Το Δικαστήριο απέρριψε τα πρώτα τρία σκέλη της αίτησης, αναφέροντας στην ουσία ότι εγείρονται πρόωρα και η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί μια εκ των περιπτώσεων στις οποίες δικαιολογείτο ο τερματισμός της στο ξεκίνημα της.
Β. Η ΑΙΤΗΣΗ
6. Οι Εναγόμενοι 1 – 5 στις 08.07.2025 καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση δια της οποίας αιτούνται την έκδοση Διαταγμάτων:
6.1 Ασφάλειας εξόδων. Ζητείται η κατάθεση στο Δικαστήριο του ποσού των €7.084,71 ως εγγύηση για τα δικηγορικά έξοδα τα οποία είναι εύλογο να επιδικαστούν εναντίον του Ενάγοντος σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής,
6.2 Αναστολής της διαδικασίας μέχρι την κατάθεση του πιο πάνω ποσού ως ασφάλεια εξόδων και σε περίπτωση κατά την οποία δεν παρασχεθεί τέτοια ασφάλεια εξόδων εντός της περιόδου την οποία θα καθορίσει το Δικαστήριο, η αγωγή να θεωρείται ως απορριφθείσα με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων.
7. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 θθ. 1, 2, 6 και 9, Δ.48 θθ. 1 – 4 και 9 (t), Δ.60 θθ. 1 – 6, Δ.64 θθ. 1 – 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14 / 60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.
8. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Γ. Κ., Εναγόμενου 3 (εφεξής «ΕΔ ΓΚ»)
9. Στην ΕΔ ΓΚ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:
9.1 Ο Ενάγων είναι μόνιμος κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου (εφεξής «Η.Β.»), ως εξάλλου αναφέρει ο ίδιος στην Έκθεση Απαίτησης του.
9.2 Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν δωρίσει ένα διαμέρισμα στον Ενάγοντα και όταν κινήθηκε η αγωγή διεξάχθηκε έρευνα για να διαπιστωθεί εάν υπήρχε ακίνητη περιουσία επ’ ονόματι του δεδομένου του ότι είναι μόνιμος κάτοικος χώρας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «Ε.Ε.»). Στην έρευνα (Τεκμήριο 1) διαφάνηκε ότι ο Ενάγων ήταν ιδιοκτήτης του διαμερίσματος.
9.3 Κατά τον Φεβρουάριο του 2025, διεξήχθη νέα έρευνα στο Κτηματολόγιο περιλαμβανομένης και έρευνας αποξενώσεων. Διαπιστώθηκε ότι το μοναδικό ακίνητο που ανήκε στον Ενάγοντα είχε αποξενωθεί τον Ιανουάριο του 2023. Διαπιστώθηκε ότι έκτοτε ο Ενάγων δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία επ’ ονόματι του.
9.4 Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής θα είναι αδύνατο να ανακτηθούν από τον Ενάγοντα δικηγορικά έξοδα.
9.5 Εξ όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η αγωγή πολύ πιθανό να αποτύχει καθότι ο Ενάγων την προωθεί στη βάση ισχυρισμών οι οποίοι ανάγονται στα έτη 1990 – 1993, ήτοι 32 – 35 έτη προηγουμένως. Ο δε θύτης δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή και τα όσα θα αναφέρει για τον θύτη «θα είναι εξ ακοής δηλώσεις αποβιώσαντα». Οι δε ισχυρισμοί του Ενάγοντος σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 – 5 δεν ευσταθούν καθότι πάντοτε του συμπεριφέρονταν «με τη δέουσα φροντίδα και αγάπη».
9.6 Η μαρτυρία που θα παρουσιάσει είναι περιορισμένης βαρύτητας. Εκτός από τη μαρτυρία του Ενάγοντος θα δώσουν μαρτυρία δύο πρόσωπα τα οποία θα μεταφέρουν στο Δικαστήριο τους ισχυρισμούς του, προβαίνοντας, ουσιαστικά, σε εξ ακοής δηλώσεις. Επιπρόσθετα, ο Ενάγων, ως ανέφερε στη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρισε, δεν έχει οποιοδήποτε έγγραφο στην κατοχή του.
9.7 Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων τον οποίο ετοίμασαν οι δικηγόροι του και από τον οποίο προκύπτει το ποσό το οποίο αξιώνεται να κατατεθεί ως εγγύηση για την πληρωμή των εξόδων τους.
9.8 Εξ όσων γνωρίζει, ο Ενάγων έχει την οικονομική δυνατότητα να παράσχει ασφάλεια εξόδων καθότι πώλησε το διαμέρισμα του στην Κύπρο για το ποσό των €90.000 και εργάζεται ως καθηγητής πανεπιστημίου με ικανοποιητικό εισόδημα.
9.9 Δεδομένου του ότι το Η.Β. είναι εκτός Ε.Ε. είναι πιθανό η οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα να μην μπορεί να εκτελεστεί.
Γ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ
10. Ο Ενάγων υπέβαλε ένσταση στην Αίτηση στο σώμα της οποίας εκτίθενται 27 λόγοι ένστασης (εφεξής «Ένσταση»). Στην ουσία προβάλλει ότι:
10.1 Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων,
10.2 Η Αίτηση είναι καταχρηστική, εγείρεται με αλλότρια κίνητρα και έχει ως σκοπό την καθυστέρηση και την αποστέρηση του δικαιώματος του Ενάγοντος για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος,
10.3 Δεν αποδεικνύεται η ανικανότητα και/ή η αφερεγγυότητα του Ενάγοντος να καταβάλει έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγων διατηρεί περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία,
10.4 Ο Ενάγων έχει καλή υπόθεση, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης για απόρριψη της αγωγής. Επίσης, η αξίωση του δεν έχει παραγραφεί,
10.5 Η Αίτηση εγέρθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση,
10.6 Η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι αντιφατική και τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση είναι ελλιπή και ανεπαρκή,
10.7 Η Αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση.
11. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κ. Μ. Ν. (εφεξής «ΕΔ ΜΝ) η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος και συνεργάζεται με τη δικηγόρο του Ενάγοντος.
12. Στην ΕΔ ΜΝ αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
12.1 Στην ουσία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται στην Ένσταση.
12.2 Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την αφερεγγυότητα του Ενάγοντος ή την αδυναμία του να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής του.
12.3 Ο Ενάγων διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου στον οποίο υπάρχει υπόλοιπο το οποίο υπερκαλύπτει το ποσό το οποίο ζητούν οι Αιτητές ως εγγύηση (Τεκμήριο 1 – βεβαίωση μεταφοράς χρημάτων σε λογαριασμό Τράπεζας Κύπρου).
12.4 Ο Ενάγων εργοδοτείται σε μόνιμη βάση ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham (Τεκμήριο 2 – βεβαίωση εργοδότησης).
12.5 Διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα HSBC UK. Παρουσιάζει σχετική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 3. Το υπόλοιπο του λογαριασμού του φαίνεται να ξεπερνά κατά πολύ το ποσό το οποίο ζητείται να κατατεθεί για σκοπούς ασφάλειας εξόδων (είναι σχεδόν πενταπλάσιο).
12.6 Περαιτέρω, διατηρεί ακίνητη περιουσία στην Αγγλία ήτοι μια κατοικία και παρουσιάζει ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο δε σύζυγος του Ενάγοντος (civil partner – Τεκμήριο 6) διατηρεί ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και είναι διατεθειμένος να του την μεταβιβάσει εάν χρειαστεί.
12.7 Διαφωνεί με το ποσό των εξόδων ως έχουν υπολογιστεί από τους Εναγόμενους – ήτοι το θεωρεί υψηλό.
12.8 Παραδέχεται ότι έχει αποξενωθεί το διαμέρισμα το οποίο του είχαν μεταβιβάσει οι γονείς του.
12.9 Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Με την Αίτηση οι Εναγόμενοι προκαλούν περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία.
12.10 Οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την καταχώριση της παρούσας αγωγής καθότι αμέλησαν να ασκήσουν τα καθήκοντα τους ως γονείς προκαλώντας βλάβη στον Ενάγοντα. Με την Αίτηση συνεχίζουν να του προκαλούν ζημιά και προσπαθούν να τον αποτρέψουν από του να ακουστεί.
12.11 Η αγωγή έγινε για να μπορέσει ο Ενάγων να ακουστεί, να δικαιωθεί, να προχωρήσει με τη ζωή του και να αποκαταστήσει τη ψυχική του υγεία. Δεν θα έμπαινε σε τέτοια ψυχοφθόρα για τον ίδιο διαδικασία για σκοπούς εκδίκησης. Εξάλλου, δήλωσε ήδη ότι οποιαδήποτε αποζημίωση ήθελε επιδικαστεί θα την διαθέσει σε οργανισμούς στήριξης παιδιών θυμάτων κακοποίησης.
12.12 Είναι οι Εναγόμενοι που ενεργούν εκδικητικά και με σκοπό να αποσιωπήσουν τα όσα συνέβησαν.
13. Δεν καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε.
14. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων οι οποίες υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ένσταση, αντίστοιχα και με την καταχώριση από μέρους των συνηγόρων των μερών εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων στις οποίες περιλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι εκατέρωθεν θέσεις τους.
15. Τα επιχειρήματα και όλη η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε, αμφοτέρων των πλευρών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. Αρ. 117/2018, 16.032022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490)
Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
16. Η Δ.60, θθ. 1 και 5 προνοούν ως ακολούθως:
«1. A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων. […]
5. Where the Court orders security for costs to be given it may stay the proceedings in the action until such security is given, and in the event of the security not being given within the time appointed may dismiss the action.».
17. Η Δ.60 «θέτει ως προϋπόθεση ότι για να μπορεί να διαταχθεί ασφάλεια εξόδων θα πρέπει ο ενάγων να διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (Σωκράτους ν Νικολάου, Πολ. Εφ. Αρ. 405/2016, 15.04.2021), ECLI:CY:AD:2021:A154.
18. Το λεκτικό της Δ.60 (δια της χρήσης της λέξης “may”) υποδηλώνει ότι το ζήτημα της διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων Sally Line v Greenmar Navigation Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 633), η οποία ωστόσο ενεργοποιείται όταν ο ενάγων έχει τη συνήθη διαμονή του σε χώρα εκτός Ε.Ε..
19. Δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής ασφάλειας εξόδων όποτε ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, αλλά το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά (Alahmari v Alia The Royal Jordanian Airline (1990) 1 ΑΑΔ 434).
20. Μάλιστα, έχει νομολογηθεί ότι διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου σε αυτό το πλαίσιο είναι «ευρύτατη γιατί οι θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκηση της» (Union de Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. APAK Agro Industries Ltd, κ.ά. (1992) 1 ΑΑΔ 1170).
21. Στη δε υπόθεση Κυριάκου v. Μιχαήλ (2007)1 Α.Α.Δ 933, αναφέρθηκε ότι ο αιτητής στο πλαίσιο αίτησης για ασφάλεια εξόδων, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί απλώς να δείξει ότι δεν έχει τη συνήθη του διαμονή στην Κύπρο ή, πλέον, σε χώρα μέλος της Ε.Ε. (ίδετε The Annual Practice 1958, σελ. 1885).
22. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 304 είναι διαφωτιστικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει αίτηση αυτής της φύσης:
« Discretion to order security for costs. The court may order security for costs in the cases in which power to do so exists, only if, having regard to all the circumstances of the case, it thinks it just to do so. The court thus has discretion whether or not to order the security for costs to be given... Thus, if there is a strong prima facie likelihood that the defendant will fail in his defence, he may be refused security, and so also if he admits his liability, even where he counterclaims or admits an amount equal to the security that would have been ordered or if the plaintiff has an unsatisfied judgement against the defendant. »
23. Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2011) 1 A.A.Δ 1314:
«Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1884] 28 Ch.D. 232 και In Re Apollinaris Company' s Trade Marks [1891] 1 Ch. 1).
Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2) (1992) 1 Α.Α.Δ. 1170).
[…] Ως προς το ζήτημα του ύψους του ποσού των εξόδων που θα πρέπει να διαταχθεί ως ασφάλεια, παραμένει γεγονός ότι ουδείς κατάλογος προϋπολογισμού αυτού του ποσού έχει κατατεθεί από την εφεσίβλητη, ώστε να βοηθηθεί το Εφετείο στον καθορισμό του. Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους όπως είχε συμβεί στην υπόθεση Dagher a.o. v. Morace a.o. (1985) 1 C.L.R. 656, 665-666, όπου ο αναλυτικός πίνακας που προσφέρθηκε βοήθησε το Δικαστήριο στον υπολογισμό των αναγκαίων εξόδων. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1966, στα σχόλια του αντίστοιχου O.23, r.3, σελ. 510:
«It is a great convenience to the Court to be informed what are the estimated costs, and for this purpose a skeleton bill of costs usually affords a ready quide.»
Παρά το βοηθητικό τέτοιου καταλόγου, η επισύναψη του δεν προνοείται από οποιαδήποτε δικονομική πρόνοια, ώστε η αίτηση για ασφάλεια εξόδων να υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη στην απουσία καταλόγου.»
24. Ο Ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η υπόθεση του είναι ισχυρή (Alahmari, ανωτέρω Stejaru v Ιωάννου (2002) 1 ΑΑΔ 906).
25. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις που η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, δυνατό να προσανατολίσει ένα δικαστήριο στην απόρριψη αιτήματος για παροχή ασφάλειας εξόδων (Union, ανωτέρω, Lindsay Parkinson Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All E.R. 273).
26. Ως σημειώθηκε από τον Δικαστή Πογιατζή στην απόφαση Sally Line Ltd, ανωτέρω «ο σκοπός της πρόνοιας του Κανονισμού 185 [του Ναυτοδικείου, ο οποίος αντιστοιχεί στην πρόνοια της Δ.60, θ.1] είναι να απαλλάξει τον επιτυχόντα εναγόμενο από την ταλαιπωρία, την καθυστέρηση και τα έξοδα που συνεπάγεται η προσφυγή σε δικαστήριο εκτός της Κύπρου για την είσπραξη των εξόδων που του έχει επιδικάσει Δικαστήριο στην Κύπρο ενώπιον του οποίου ηγέρθηκε αγωγή εναντίον του από αλλοδαπό ενάγοντα» (ίδετε επίσης, Union, ανωτέρω σε σχέση με την αναφορά στην Kohn v Rinson & Stafford (Brod) Ltd [1947] 2 All E.R. 839).
27. Το θέμα δεν τελειώνει με την εξέταση των πιο πάνω παραγόντων. Στην Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) επισημαίνεται ότι «[τ]ο ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια».
28. Σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης, λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσον πιθανή διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση του Ενάγοντος στην πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Εάν ο Ενάγων στερείται των μέσων να παράσχει ασφάλεια εξόδων τότε η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται καθότι υπερισχύει το θεμελιώδες δικαίωμα της δίκαιης δίκης και πρόσβασης στη δικαιοσύνη το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και τα Άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ.
29. Στην Conway v Ηλία (2002) 1 ΑΑΔ 1653 λέχθηκαν συναφώς τα ακόλουθα:
«Η απόφαση στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan (1998) 1 Α.Α.Δ. 1087, διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60, θ.1, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στη Δικαιοσύνη. Ως υπέδειξε το Δικαστήριο στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan, η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του Άρθρου 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, τοιουτοτρόπως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με τη δυνατότητα του ενάγοντος ή του εφεσείοντος, ως η περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δε διαθέτει τα μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Ο λόγος της απόφασης αυτής συμπυκνώνεται στην πρόταση ότι δε χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όπου η έκδοσή της απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντος ή του εφεσείοντος.
Όπως προκύπτει από την απόφαση της Ολομέλειας στη Γιωργαλλά ν. Χ" Χριστοδούλου (2000) 1 Α.Α.Δ. 2060, όροι περιοριστικοί του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο, ή, ακριβέστερα ρυθμιστικοί της άσκησής του, μπορεί να τεθούν, νοουμένου ότι δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος, ο οποίος εντοπίζεται στη λελογισμένα ανεμπόδιστη πρόσβαση στο δικαστήριο. Ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο πλήττεται και το δικαίωμα παραβιάζεται, εφόσον ο προσφεύγων στο δικαστήριο δε διαθέτει τα μέσα για εξασφάλιση των εξόδων του αντιδίκου. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων κατοικεί εκτός της επικράτειας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβολή υποχρέωσης για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγόμενου ή του εφεσίβλητου, ως η περίπτωση, εφόσον καταδεικνύεται ότι αυτός διαθέτει τα μέσα για το σκοπό αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο ο αιτητής - εφεσίβλητος δεν έχει αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση - εφεσείων έχει τα μέσα, αλλά αντίθετα προκύπτει, από τα στοιχεία τα οποία εκτίθενται στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την ένσταση, ότι αυτός στερείται των μέσων να παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα του εφεσίβλητου. Η διαπίστωση αυτή καταρρίπτει την αίτηση.».
30. Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν σχετικά πρόσφατα στην απόφαση Biblio-Globus Ltd ν Derova Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 390/2017, 18.09.2023, ECLI:CY:AD:2023:A284 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι δεν εκδίδεται διαταγή για ασφάλεια εξόδων, εκεί όπου η έκδοση τέτοιας διαταγής απολήγει σε στέρηση του θεμελιώδους δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία έχει κυρωθεί με τον Ν. 39/62). Και το εν λόγω δικαίωμα πλήττεται, όταν διάδικος που θα διαταχθεί να δώσει τέτοια ασφάλεια, δεν διαθέτει τα μέσα για την εξασφάλιση των εξόδων του αντιδίκου του (Conway v. Ηλία (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Σε τέτοια περίπτωση η ανάγκη προστασίας του διαδίκου που ζητά τη διαταγή, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του (Δημητρίου ν. Δημητρίου άλλως Στυλιανού (2014) 1(Α) 768).
Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Σοφιανού (2016) 1(Β) Α.Α.Δ. 1808, ECLI:CY:AD:2016:A362, η αίτηση για ασφάλεια εξόδων απορρίφθηκε αφού, όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε «η έλλειψη ρευστότητας την οποία οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται και ο αιτητής δεν αμφισβητεί, είναι δυνατόν ή πιθανό, εκτιμούμε, να του στερήσει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο για να προωθήσουν την έφεσή του».
31. Το βάρος απόδειξης ότι η έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων θα αποστερήσει στον Ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο το φέρει ο ίδιος (Τάσος Φωκάς Επιπλώσεις Λτδ ν. Lois Builders Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424 / 2019, 08.07.2025).
Υπαγωγή
32. Έχοντας παραθέσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα αποφασιστεί η παρούσα αίτηση, θα επιχειρήσω να υπαγάγω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία θα πρέπει να είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης.
33. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο Ενάγων διαμένει μόνιμα και εργάζεται ως καθηγητής σε πανεπιστήμιο στο Η.Β.. Έχει δηλαδή τη συνήθη διαμονή του εκτός της Κύπρου και της Ε.Ε. δεδομένης της αποχώρησης του Η.Β. από την Ε.Ε.. Συνεπώς, ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.60 θ. 1.
34. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι ο Ενάγων πλέον δεν είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Δια του περιεχομένου της ΕΔ ΜΝ κατέστη παραδεκτό ότι πώλησε ένα διαμέρισμα το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι του το 2023 και έκτοτε δεν κατέχει ακίνητη περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία.
35. Το ότι ο σύζυγος του Ενάγοντος είναι ιδιοκτήτης ακινήτων στην Κύπρο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, έστω και εάν δια της ΕΔ ΜΝ εκδηλώθηκε η πρόθεση του να τα μεταβιβάσει στον Ενάγοντα. Η Αίτηση εξετάζεται με βάση τα δεδομένα τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου τη δεδομένη στιγμή και όχι με βάση το τι ενδεχομένως να συμβεί στο μέλλον. Εν πάση περιπτώσει, ο σύζυγος του Ενάγοντος δεν είναι διάδικος στην αγωγή.
36. Συνεπώς, θεωρείται δεδομένο ότι ο Ενάγων δεν κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγων κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία στην Αγγλία. Επομένως, θα μπορούσαν σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, οι Εναγόμενοι να εκτελέσουν ενδεχόμενη απόφαση για τα έξοδα στην Αγγλία. Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται έξοδα, χρόνο και την ταλαιπωρία μιας διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης στην Αγγλία. Είναι αυτό το οποίο αποσκοπεί να αποφύγει η Δ.60 (Sally Line Ltd, ανωτέρω).
37. Από την άλλη, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2022, παράγραφο 67.22, με παραπομπή στην Thune v. London Properties Ltd [1990] 1 WLR 562, η ευκολία εκτέλεσης διαταγής στο εξωτερικό δεν αποτελεί τον μοναδικό ή τον αποφασιστικό παράγοντα και ενδεχομένως να υπερακοντιστεί από άλλα ζητήματα (“ease of enforcement is not the sole or decisive factor, and may be outweighed by other matters”).
38. Ο Ενάγων σε κάθε περίπτωση διαθέτει κινητή ιδιοκτησία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Διαθέτει τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και φαίνεται να μετέφερε σε αυτόν το ποσό των €10.000 στις 07.11.2025 (δηλαδή μετά την καταχώριση της Αίτησης) με βάση το Τεκμήριο 1 ΕΔ ΜΝ. Ο Ενάγων επίσης έδειξε, δια της παρουσίασης του Τεκμηρίου 2 ότι διαθέτει και στην Αγγλία κινητή περιουσία.
39. Η μεταφορά χρημάτων σε λογαριασμό στην Κύπρο από τον Ενάγοντα αφού καταχωρίστηκε η Αίτηση είναι ζήτημα το οποίο επιδέχεται ερμηνείας. Αφενός, μπορεί να αποτελέσει ένδειξη του ενδιαφέροντος του Ενάγοντος να προωθήσει την υπόθεση του και της ετοιμότητας του να καταβάλει το ποσό των εξόδων σε περίπτωση κατά την οποία απαιτηθεί, αφετέρου, μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται εκ του πονηρού, ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι στην αγόρευση τους.
40. Ο Ενάγων επέλεξε να παρουσιάσει ως Τεκμήριο 1 ΕΔ ΜΝ το έγγραφο με τις λεπτομέρειες μεταφοράς χρημάτων στο οποίο φαίνεται η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η εν λόγω μεταφορά. Εάν επιθυμούσε να παραπλανήσει ή να αποκρύψει την ημερομηνία μεταφοράς των χρημάτων από το Δικαστήριο θα μπορούσε κάλλιστα να παρουσιάσει άλλο έγγραφο στο οποίο φαινόταν μόνο το υπόλοιπο λογαριασμού.
41. Γενικότερα χρήζει ειδικής αναφοράς ότι από το περιεχόμενο της ΕΔ ΜΝ δίδεται η εντύπωση ότι ο Ενάγων προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αποκαλύπτοντας την πλήρη εικόνα σε σχέση με τα περιουσιακά του και την οικονομική του κατάσταση. Τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την ικανότητα του να ικανοποιήσει μια διαταγή ως προς τα έξοδα υπέρ των Εναγόντων δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική μαρτυρία.
42. Σημειώνω ότι με βάση το σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2022, παράγραφος 67.23, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει την πιθανότητα εκτέλεσης απόφασης για τα έξοδα λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων, το κατά πόσον ο ενάγων κατέχει περιουσία εντός της δικαιοδοσίας, εάν αρνείται να παράσχει πληροφορίες σε σχέση με τα περιουσιακά του στοιχεία – “ any lack of information, or refusal to provide information, about the claimant’s assets (Paragon Investments Inc. v. Sharma [2002] EWHC 2643; Zappia Middle East Construction Company Ltd & Anor v Clifford Chance (A Firm) [2001] EWCA Civ 946)”, καθώς και το κατά πόσον ο ενάγων είναι αφερέγγυος (impecunious).
43. Ο Ενάγων θεωρώ απέδειξε δια της προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων ότι θα μπορούσε σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής να ικανοποιήσει μια ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα έξοδα. Αφετέρου, οι Εναγόμενοι / Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι τυχόν διαταγή σε σχέση με τα έξοδα υπέρ τους δεν θα μπορεί να εκτελεστεί ή να ικανοποιηθεί.
44. Η προαναφερόμενη διαπίστωση σε συνδυασμό με την ειλικρινή αποκάλυψη από μέρους του Ενάγοντος των περιουσιακών του, για τους λόγους που προανέφερα, γέρνει τη ζυγαριά υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
45. Η άλλη όψη του νομίσματος σε σχέση με την ικανοποίηση του Δικαστηρίου ως προς το ότι ο Ενάγων έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει μια εναντίον του διαταγή ως προς τα έξοδα, είναι ότι ο Ενάγων δεν κατέδειξε ότι τυχόν διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα τον απέτρεπε από του να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Δεδομένου του ότι απέδειξε δια της προσκόμισης καταστάσεων λογαριασμού και βεβαίωσης ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας, έστω και εκτός Κύπρου, πως θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει μία διαταγή για τα έξοδα εναντίον του, δεν μπορεί να ευσταθεί το ότι η επιτυχία της παρούσας Αίτησης θα τον απέτρεπε από του προσφύγει στο Δικαστήριο (ίδετε Stoba Trading Ltd κ.ά. ν. South Automobile Group LLC κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. Ε233 / 2019, 31.01.2025).
46. Όσον αφορά τη δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντος, καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι στο πλαίσιο αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων το Δικαστήριο δεν πρέπει να προβαίνει σε μια εις βάθος εξέταση των πιθανοτήτων επιτυχίας της απαίτησης ή της υπεράσπισης (Porzelack (KG) v. Porzelack (UK) Ltd [1987] 1 All E.R. 1074).
47. Αναφέρθηκε στην απόφαση του High Court στην Ecology Support Services Ltd and Another v Hill and Others [2019] EWHC 3144 (Comm) ότι η πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της απαίτησης δεν είναι ουσιώδης παράγοντας κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εκτός και αν μπορεί να καταδειχθεί τούτο από το μέρος το οποίο προβάλλει την υψηλή πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας, αναλόγως, χωρίς όμως να πρέπει το Δικαστήριο να διεξάγει μια λεπτομερή διερεύνηση στα γεγονότα ή το νόμο:
“It has long been established in relation to security applications that the merits of a claim and the defences that are run in relation are not material to the exercise of discretion unless it can be shown that there is a high probability of success or failure. This principle is reflected in Paragraph 4 within Appendix 10 of the Commercial Court Guide, which emphasises that a party alleging such a high probability of success or failure must make good that case without requiring the court to undertake a detailed investigation of either the facts or the law.”
48. Εν προκειμένω, δεν θεωρώ ότι μπορεί να συναχθεί, χωρίς να υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, ότι η υπόθεση του Ενάγοντος είναι εξόφθαλμα αδύναμη. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με το συνήγορο των Εναγόμενων ότι η υπόθεση του Ενάγοντος βασίζεται εξ ολοκλήρου σε εξ ακοής μαρτυρία και επομένως είναι αδύναμη. Από τη στιγμή που θα δώσει μαρτυρία ο Ενάγων, ως έχει δηλώσει στον σχετικό Κατάλογο Μαρτύρων και Σύνοψη Μαρτυρίας του και θα αναφερθεί στα βιώματα του, αδυνατώ να αντιληφθώ γιατί η μαρτυρία του θα είναι εξ ακοής. Η θέση ως τίθεται στην αγόρευση των Εναγομένων / Αιτητών ότι θα προσκομιστεί εξ ακοής μαρτυρία η οποία συνίσταται στις δηλώσεις του αποβιώσαντος «θύτη», νομικά είναι εσφαλμένη.
49. Ούτε και οι υπόλοιποι μάρτυρες που έχουν δηλωθεί στον κατάλογο πρόκειται να δώσουν εξ ακοής μαρτυρία με βάση τη σύνοψη της μαρτυρίας τους. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής ένδειξη ότι ο Ενάγων θα βασίσει την υπόθεση του σε εξ ακοής μαρτυρία (ήτοι τη δήλωση ενός προσώπου άλλου από εκείνου το οποίο θα δώσει κατάθεση στη διαδικασία και η οποία θα προσαχθεί ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή – άρ. 23, Κεφ. 9).
50. Το ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Ενάγων έλαβαν χώρα πολλά χρόνια προηγουμένως δεν οδηγεί απαρέγκλιτα σε συμπέρασμα περί υψηλής πιθανότητας αποτυχίας της αγωγής. Σημειώνω ότι με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ο Ενάγων βασίζει την αγωγή του στο τι επακολούθησε και τις πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων κατά τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι και την καταχώριση της αγωγής. Επομένως, η θέση ότι η αγωγή έχει περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας διότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα το 1990 είναι, εκ πρώτης όψεως, εσφαλμένη και αποτελεί στην ουσία μια υπεραπλούστευση της υπόθεσης.
51. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι θα ήταν πρόωρο και ακροσφαλές να εκφέρω άποψη σε σχέση με πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής ή υπεράσπισης σε αυτό το σημείο. Εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές οι οποίοι επικαλούνται την μεγάλη πιθανότητα να αποτύχει η απαίτηση δεν έπεισαν το Δικαστήριο ότι η παρούσα περίπτωση είναι τέτοια όπου είναι έκδηλο ότι υπάρχει πολύ υψηλή πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της υπεράσπισης ή της απαίτησης.
52. Σημειώνεται ότι διαπιστώνω πως υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης και εξηγώ το σκεπτικό μου ως ακολούθως:
52.1 H αγωγή καταχωρίστηκε στις 26.02.2021. Σημειώνω ότι το Η.Β. είχε αποχωρήσει από την Ε.Ε. από τον Φεβρουάριο του 2020.
52.2 Η κλήση για οδηγίες είχε εκδοθεί στις 23.11.2021.
52.3 Η απόφαση στην αίτηση απόρριψης της αγωγής δόθηκε την 15.11.2022 και με βάση τη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι δικαιούνται στο ¼ των εξόδων της αίτησης (πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας).
52.4 Η πώληση του διαμερίσματος του Ενάγοντος έλαβε χώρα το 2023.
52.5 Η αγωγή στις 14.12.2023 ορίστηκε για ακρόαση στις 11.04.2024. Ακολούθως, ορίστηκε στις 20.11.2024 μετά από κοινού αίτημα για αναβολή, ακολούθως την 21.05.2025 και την 17.02.2026.
52.6 Σημειώνω ότι σε όλες τις αναβολές η διαταγή για έξοδα ήταν στην πορεία.
52.7 Η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 08.07.2025 και αφού είχε ήδη οριστεί 4 φορές για ακρόαση η υπόθεση.
52.8 Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί το ότι τον Φεβρουάριο του 2025 οι Εναγόμενοι ανησύχησαν για το ύψος των δικηγορικών εξόδων. Επίσης, από τον Φεβρουάριο του 2025 μέχρι τον Αύγουστο του 2025 μεσολάβησαν περίπου έξι μήνες, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε αιτιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Λόγω της καταχώρισης της Αίτησης η ημερομηνία ακρόασης αναβλήθηκε.
52.9 Αφενός, μπορεί να δοθεί ασφάλεια εξόδων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφετέρου υπάρχουν περιπτώσεις που η καθυστέρηση διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να προσανατολίσει το Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος.
52.10 Η παρούσα υπόθεση είναι μια εξ αυτών στις οποίες η καθυστέρηση προσανατολίζει το Δικαστήριο στην απόρριψη της Αίτησης.
53. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί και αφού έλαβα υπόψιν μου:
(i) το ότι ο Ενάγων έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον του καθόσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας,
(ii) ότι έχει κινητή περιουσία στην Κύπρο, ήτοι κατατεθειμένα χρήματα σε κυπριακό λογαριασμό που ξεπερνούν το ποσό που απαιτείται ως ασφάλεια εξόδων,
(iii) ότι ο Ενάγων έχει ακίνητη και κινητή ιδιοκτησία στην Αγγλία η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ικανοποιήσει μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον του,
(iv) τη φύση της υπόθεσης,
(v) την καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης, η οποία κρίθηκε ότι είναι αδικαιολόγητη,
(vi) και το ότι δεν καταδείχθηκε σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αποτύχει η απαίτηση,
αποφασίζω να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
54. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.
55. Σε σχέση με τα έξοδα της Αίτησης, δεν θεωρώ ότι υπάρχει λόγος να μην ακολουθηθεί ο γενικός κανόνας, δηλαδή ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος / Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 – 5 / Αιτητών, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας.
Υπ. _________________
Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο