ECLI:CY:EDLEM:2020:A132
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2626/2019
Μεταξύ:
ΧΧΧΧ ΒΙΟΛΑΡΗ
Ενάγουσας
και
ΧΧΧΧ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
Εναγόμενου
Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 12.11.2019 και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.11.2019
Ημερομηνία: 28.09.2020
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Α. Χ. Κυπρίζογλου
Για Εναγόμενο/Καθ’ ου η αίτηση: Π. Χρ. Μιχαηλίδης, για Μιχαηλίδης & Παντελή Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Τα γεγονότα
Η Ενάγουσα, την 12.11.2019, καταχώρισε αγωγή βάσει της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Δ.2,κ.1), δια της οποίας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου αναγνωριστική απόφαση ότι ο Εναγόμενος της οφείλει συνολικά €8.576,65 που του κατέβαλε μέχρι την 30.10.2019 υπό μορφή δανείου για κάλυψη διαφόρων αναγκών του, και απόφαση εναντίον του Εναγόμενου για την πληρωμή του ιδίου ποσού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Διαζευκτικά, ενάγει στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αξιώνοντας αποζημιώσεις ως προς το ποσό αυτό, πλέον γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Την ίδια ημέρα που καταχώρισε την αγωγή της, καταχώρισε και μονομερή αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, με το οποίο να δεσμεύεται ποσό ύψους €8.576,65 στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί ο Εναγόμενος στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό ΧΧΧΧ («ο τραπεζικός λογαριασμός») μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, πλέον έξοδα.
Η αίτηση της Ενάγουσας βασίζεται δικονομικά στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 με επίκληση και του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 12.11.2019. Η Ενάγουσα, ως προς τα γεγονότα, αναφέρει πως διατηρούσε δεσμό με τον Εναγόμενο, από το 2016 μέχρι τον Μάιο 2018, καθώς οι δύο βρίσκονταν και σε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου σε καφετέρια ιδιοκτησίας της, μέχρι το τέλος Ιουνίου 2019, όταν τον απέλυσε. Στο πλαίσιο της προσωπικής τους σχέσης του κατέβαλε διάφορα ποσά για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του, τα οποία της υποσχέθηκε ότι θα της επέστρεφε το τέλος του Οκτωβρίου 2019, όταν θα κέρδιζε χρήματα από την εργασία του. Σε αυτό το ποσό περιλαμβάνονται ενοίκια, δαπάνες απόκτησης διπλώματος επαγγελματικής κατάρτισης στον τομέα της εστίασης, λογαριασμοί τηλεφώνου και ρεύματος, ασφάλιστρα υγείας και έξοδα ταξιδιών αναψυχής στο εξωτερικό. Προσκομίζει διάφορες αποδείξεις πληρωμής. Τον Οκτώβριο 2019, απαίτησε από τον Εναγόμενο να της επιστρέψει τα χρήματα, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε. Ως προς την ανάγκη ενδιάμεσης θεραπείας, ισχυρίζεται ότι ο μοναδικός οικονομικός πόρος που διαθέτει ο Εναγόμενος είναι οι καταθέσεις του στον τραπεζικό λογαριασμό· χρήματα τα οποία ο Εναγόμενος σπαταλά αλόγιστα, για να εξυπηρετεί συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Η ανάγκη της ίδιας είναι να διασφαλίσει το λαβείν της, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Θεωρεί ότι χωρίς την άμεση δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού του Εναγόμενου, έως το ποσό της αξίωσής της, θα παραμείνει ανικανοποίητη εάν επιτύχει στην αγωγή της, ενώ ο κίνδυνος εξαφάνισης των χρημάτων είναι άμεσος. Με βάση αυτά, θεωρεί ότι δικαιούται στην ενδιάμεση θεραπεία.
Τέτοια θεραπεία της δόθηκε μονομερώς την 18.11.2019, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα. Εκδόθηκε ως εξής:
«Το Δικαστήριο αυτό ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΟΠΩΣ:
Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο δεσμεύεται ποσό ύψους €8.576,65, στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί ο Καθ’ ου η αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με αρ. λογαριασμού ΧΧΧΧΧ μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου».
Η αίτηση ορίστηκε για επίδοση και το διάταγμα ως επιστρεπτέο την 26.11.2019. Εκείνη την ημέρα, ο Εναγόμενος εμφανίστηκε δια των συνηγόρων του και ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει ένσταση. Την ίδια ημέρα, καταχώρισε και σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα είχαν οριστεί για οδηγίες την 20.12.2019, με οδηγίες η ένσταση να καταχωριστεί έως τότε.
Την 20.12.2019, ο Εναγόμενος καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Προβάλλει συνολικά 14 λόγους ένστασης, για τους οποίους εισηγείται ότι η αίτηση της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.11.2019 («το προσωρινό διάταγμα») να ακυρωθεί. Συνοψίζοντας τους λόγους ένστασης, θεωρεί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ούτε το κατεπείγον του άρθρου 9 του Κεφ. 6. Περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα θέτει σε κίνδυνο τη διαβίωσή του, και ότι έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα, που εάν αποκαλύπτονταν, θα διαμόρφωναν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Τέλος, ότι ενυπάρχει κακοπιστία στο διάβημά της, το οποίο εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, γι’ αυτό είναι καταχρηστικό. Η ένσταση έχει σχετική δικονομική βάση τη Δ.48,κ.4 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, ημερομηνίας 20.12.2019.
Ως προς τα γεγονότα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν σοβαρές οικονομικές διαφορές μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας, σχετικά με τη μη καταβολή των μισθών του, από τον Απρίλιο 2018, που τότε άρχισε η εργοδότηση του από την Ενάγουσα (όχι από τον Ιανουάριο 2019, ως η ίδια ισχυρίζεται), μέχρι και τον Ιούνιο 2019, όταν τέθηκε και θέμα παράνομης απόλυσής του. Το σύνολο των οφειλόμενων μισθών ανέρχεται σε €18.200,00 και για την εργοδοτική συμπεριφορά της Ενάγουσας το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Επαρχιακού Γραφείου Λεμεσού θα προχωρούσε σε ποινική της δίωξη. Ο ίδιος αναφέρει ότι την 18.10.2019 έγινε και συνάντηση προκειμένου να καταλήξουν σε συμβιβασμό σε σχέση με το θέμα της μισθοδοσίας του, όπου ο ίδιος αποδέχθηκε ένα χαμηλότερο ποσό, ύψους €5.000,00, με την προϋπόθεση ότι αυτό θα καταβάλλονταν πριν από το τέλος του Οκτωβρίου 2019, οπότε και θα είχε αποσύρει το παράπονό του· όμως, η Ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε. Τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού είχαν δοθεί στην Ενάγουσα σε αυτό το πλαίσιο, για να του καταθέσει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει. Ωστόσο, η Ενάγουσα έκανε χρήση αυτών των δεδομένων για να δεσμεύσει τον τραπεζικό λογαριασμό του, ώστε, ακόμα κι αν κατέθετε τα δεδουλευμένα του, να μην μπορούσε να γίνει ανάληψη τους από τον Εναγόμενο. Ως προς την ουσιαστική αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του, η θέση του είναι πως ουδέποτε υπήρξε συμφωνία δανείου, αλλά, κατά τη διάρκεια του δεσμού τους, συγκατοικούσαν και, στο πλαίσιο της συμβίωσής τους, προέβαιναν σε έξοδα και οι δύο, και ο ένας για τον άλλον, ενώ προβάλλει τις διαφορετικές θέσεις του για τα διάφορα επιμέρους ποσά που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι επωμίστηκε προς όφελός του. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Ενάγουσα, ούτε η ίδια απαίτησε οποτεδήποτε χρήματα, εφόσον ήταν αυτή που του όφειλε χρήματα, ενώ ο ίδιος την έχει αποκλείσει από τους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λόγω εμμονής της και συνεχών μηνυμάτων που του έστελνε, για να τον μεταπείσει να ξαναφτιάξουν την ερωτική τους σχέση. Ως προς τον τραπεζικό του λογαριασμό, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει χρήματα του ύψους που αξιώνει να λάβει ή να δεσμεύσει η Ενάγουσα, παρά μόνον ένα ποσό €344,68, για τις βασικές ανάγκες του, το οποίο του στερεί η Ενάγουσα, ενώ ο ίδιος δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αλόγιστη σπατάλη. Ο Εναγόμενος θεωρεί ότι η Ενάγουσα κινείται εκδικητικά εναντίον του, λόγω του χωρισμού τους, αλλά και των προαναφερόμενων οικονομικών διαφορών τους.
Η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα ορίστηκαν για ακρόαση την 04.02.2020. Την 03.02.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση δια της οποίας ζητούσε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση, και η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.07.2020, οπότε το Δικαστήριο όρισε την υπό εξέταση αίτηση για ακρόαση την 18.09.2020. Την 18.09.2020, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Στο μεταξύ, ουδέν άλλο διάβημα έγινε στην αγωγή.
Έχω υπόψη μου ό,τι επιμελώς ανέφεραν στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων.
Κατεπείγον, ιδιαίτερη περίσταση και καθήκον αποκάλυψης
Με δεδομένο ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση του Εναγόμενου, θα πρέπει να διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει με την ουσία της αίτησης. Αυτό επιτάσσει το άρθρο 9 § 1 του Κεφ.6. Το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση, όπως προκύπτει και από το κείμενο του άρθρου 9 § 1 του Κεφ. 6, συνιστά δικαιοδοτικό όρο, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα φυσικής δικαιοσύνης ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται[1]. Η απουσία του κατεπείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και αν έχει ήδη εκδοθεί και διαφανεί εκ των υστέρων ότι τα δεδομένα που το στήριξαν δεν είχαν παρουσιαστεί ορθά, θα πρέπει να το ακυρώσει[2]· αυτό συνιστά και «εύλογη αιτία» κατά το άρθρο 32 § 2 του Νόμου 14/1960. Η επανεξέταση του κατεπείγοντος γίνεται με συνεκτίμηση των στοιχείων που παραθέτει και η πλευρά που πλέον καλείται και ακούγεται. Μπορεί να γίνει είτε αυτόνομα είτε στο πλαίσιο εξέτασης του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης.
Συναφώς, η υποχρέωση του διαδίκου που κινείται μονομερώς και απασχολεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υπό συνθήκες κατεπείγοντος ή κατ’ επίκληση ιδιαίτερης περίστασης είναι να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα, ακόμα και αυτά που είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, εάν μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Πρόκειται για υποχρέωση που υπάρχει από το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος και θεωρείται ύψιστης πίστης[3]. Η εξέταση των συγκεκριμένων ζητημάτων επιβάλλεται να γίνεται προκαταρκτικά γιατί, ως εκ της φύσης τους, επηρεάζουν την εγκυρότητα και τη βιωσιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος, με ενδεχόμενο να καταστήσουν αχρείαστη τη διερεύνηση της ουσίας.
Στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 203 επιχειρείται ο ορισμός του «κατεπείγοντος»:
«Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί».
Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση. Εκτιμάται ανάλογα και με το είδος των θεραπειών που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η μονομερής ενέργεια μπορεί να μην δικαιολογείται από άποψη χρόνου, δηλαδή να υπάρχει ο χρόνος να ειδοποιηθεί η άλλη πλευρά, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά αδύνατη την ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5].
Η Ενάγουσα επιχείρησε να δεσμεύσει συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο του Εναγόμενου για να διασφαλίσει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Ειδικότερα, επιδίωξε και εξασφάλισε διάταγμα τύπου Mareva[6]. Κύρια επιδίωξη του διατάγματος αυτού είναι η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου, για τη διασφάλιση της ικανοποίησης ή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης η οποία ενδέχεται να εκδοθεί ή εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντος, που άλλως πώς διαφαίνεται ότι, χωρίς τέτοιο διάταγμα, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Τα διατάγματα Mareva έχουν περιορισμένο αλλά σημαντικό σκοπό: να αποτρέψουν τον εναγόμενο από το να «εξαφανίσει» τα περιουσιακά στοιχεία του, με σκοπό να καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίηση ή εκτέλεση μιας προσδοκώμενης ή και ήδη εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Όπου στην έννοια της «εξαφάνισης» μπορεί περιλαμβάνεται η αποξένωση, η απομείωση (σε συνάρτηση με το ύψος του χρέους σε συγκεκριμένη περίπτωση) δια της επιβάρυνσης ή άλλως πώς, και άλλες ενέργειες που καταλήγουν πάντως ή μπορούν να καταλήξουν σε αφαίρεση της δυνατότητας ικανοποίησης ή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Οι τρόποι «εξαφάνισης» μερικές φορές μπορούν να είναι καινοφανείς ή και πολύπλοκοι. Παρόλο που τα διατάγματα αυτά ιστορικά άρχισαν να εκδίδονται για να εμποδίζεται η μεταφορά στο εξωτερικό περιουσίας που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, οι αρχές για την έκδοσή τους σταδιακά επεκτάθηκαν και σε άλλες περιπτώσεις. Τα διατάγματα αυτά συνιστούν δημιούργημα του σύγχρονου δικαίου της επιείκειας και ένα σπουδαίο εργαλείο[7] ή, όπως ο Lord Hoffman ανέφερε, προλογίζοντας το σύγγραμμα Commercial Injunctions (4th Edition) του Steven Gee Q.C., είναι το πιο αξιοσημείωτο δικαστικό δημιούργημα του τελευταίου αιώνα. Kατά κανόνα, όμως, εκδίδονται μονομερώς· λόγω της φύσης τους και του είδους της θεραπείας που επιτυγχάνεται δι’ αυτών, του εγγενούς κινδύνου, με την επίδοση που θα διενεργηθεί και την αφαίρεση του στοιχείου του αιφνιδιασμού που ενυπάρχει στη λειτουργία τους, η δέσμευση, που θα χρονίσει, να καταστεί άνευ αντικειμένου· ειδικότερα, όσον αφορά χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό ή άλλες κινητές αξίες με αυξημένη και εύκολη κινητικότητα. Κρίνω ότι ένα τέτοιου είδους διάταγμα, όπως αυτό που εξασφάλισε η Ενάγουσα, καλώς εκδόθηκε μονομερώς, και ότι το Δικαστήριο δεν στερείται γι’ αυτό τον λόγο δικαιοδοσίας να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης.
Όπως επισημαίνεται και στη Δήμος Πάφου ν. Βοσκού (2001)1 Α.Α.Δ. 1168, ο κανόνας του καθήκοντος αποκάλυψης που συνυφαίνεται με τον μονομερή χαρακτήρα του διατάγματος δημιουργήθηκε στο πλαίσιο τέτοιων διαταγμάτων Mareva, αν και ισχύει γενικότερα σε όλες τις περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων που εκδίδονται μονομερώς. Δεν έχει σημασία εάν η απόκρυψη, όπου υπάρχει, είναι εσκεμμένη ή όχι. Σημασία έχει εάν αφορά σε ουσιώδη στοιχεία, τα οποία θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου, εάν εξ αρχής τα είχε ενώπιον του.
Ο Εναγόμενος καταλογίζει στην Ενάγουσα ότι δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το εύρος των οικονομικών τους διαφορών, που περιλαμβάνει και τις αντίστοιχες δικές του απαιτήσεις για τους μη καταβληθέντες μισθούς, όπως και το πότε αυτός πράγματι εργοδοτήθηκε στην καφετέρια της Ενάγουσας. Όντως, η Ενάγουσα δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τις απαιτήσεις του Εναγόμενου. Αυτά όμως τα στοιχεία, και γενικότερα η εικόνα που παρουσίασε ο Εναγόμενος σήμερα, δεν παραλλάσσουν τη γενικότερη εικόνα επί της οποίας ενήργησε το Δικαστήριο, όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα, ότι δηλαδή υπάρχουν οικονομικές διαφορές μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της κοινής ζωής τους και της σχέσης εργασίας. Δεν θεωρώ ότι η Ενάγουσα, με το να μην εκθέσει λεπτομέρειες της απαίτησης του Εναγόμενου, αλλά μόνον τη δική της απαίτηση, εξαπάτησε το Δικαστήριο, και γι’ αυτό θα πρέπει να μην ακουστεί περαιτέρω[8]. Η αμφισβήτηση της αξίωσης της Ενάγουσας, εάν αυτή πλήρωσε ή δεν πλήρωσε τα συγκεκριμένα ποσά στον Εναγόμενο ή προς όφελός του και εάν αυτά ήταν δάνειο ή όχι, εάν η αξίωση της είναι πραγματικά βάσιμη ή όχι, θα απασχολήσουν την αγωγή. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Οι πληροφορίες αυτές που παρέχει ο Εναγόμενος έχουν ασφαλώς σημασία και μπορούν να εκτιμηθούν κατά την εξέταση αυτής.
Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις
Το διάταγμα Mareva δεν παύει να είναι απαγορευτικό διάταγμα κατά την έννοια του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Το άρθρο 32 ορίζει τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα: Θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται το προσωρινό διάταγμα να αποδείξει ότι (α) υπάρχει σoβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση κατά την επ' ακρoατηρίoυ διαδικασία, (β) υπάρχει πιθανότητα να δικαιoύται σε θεραπεία, και ότι, (γ) εκτός εάν εκδoθεί παρεμπίπτoν απαγoρευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκoλo ή αδύνατoν να απoνεμηθεί πλήρης δικαιoσύνη σε μεταγενέστερo στάδιο. Ειδικότερα, η Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines and Others (1976) 1 C.L.R. 302, που επέτρεψε την είσοδο στην Κυπριακή νομολογία των διαταγμάτων Mareva, και η οποία αφορούσε το κλασικό αρχικό σχήμα του διατάγματος τύπου Mareva, τη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού (μη αντικειμένου της αγωγής) εντός της δικαιοδοσίας, ερμήνευσε τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος Mareva με βάση το άρθρο 32. Σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταγράφοντας τη δική τους ιστορική προσέγγιση η κάθε μία, κατέστησαν ακόμα πιο σαφές ότι ένα διάταγμα τύπου Mareva εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32, η ευρύτητα του οποίου είναι μεγάλη, αλλά οδηγός επί του θέματος είναι και οι εκάστοτε αρχές της αγγλικής νομολογίας. Οι αρχές έκδοσης διαταγμάτων Mareva έτυχαν πληρέστερης ανασκόπησης στην εγχώρια Poltava Petroleum Co ν. Mexana Oil Ltd (2001) 1 (B) Α.Α.Δ. 1301.
Παράλληλα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, τα κριτήρια έκδοσης ενός Mareva, όπως προκύπτουν μέσα από την αγγλική νομολογία, είναι (α) ο ενάγων να είναι πολύ πιθανόν να δικαιούται σε δικαστική απόφαση εναντίον του εναγόμενου, για ορισμένο ή οριστό πράγμα ή χρηματικό ποσό, και (β) να υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο εναγόμενος έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, η οποία, όμως, δεν θα υπάρχει ή δεν θα μπορεί να εντοπιστεί, όταν εκδοθεί η εναντίον του δικαστική απόφαση, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα[9] (σε περιπτώσεις που έχει ήδη εκδοθεί η δικαστική απόφαση, υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση θα αποξενώσει την περιουσία του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεσή της[10]). Ο κίνδυνος σε σχέση με την αποξένωση ή απομείωση της περιουσίας, με κάποια διαφοροποίηση από ό,τι γνωρίζουμε στην C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 785 σε σχέση με τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας (ότι δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί), θα πρέπει να είναι πραγματικός. Δηλαδή, θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις και συμπεριφορά του εναγόμενου, παρά να αιωρείται ως υποκειμενικό συναίσθημα. Έτσι, στην Gorbunova v. Berezovsky and others [2013] All E.R. (D) 179 (Jan) το διάταγμα περιορίστηκε σε εκείνη την περιουσία που ήταν υπό τέτοιο υπαρκτό κίνδυνο. Ο σκοπός του εναγόμενου να θέσει συγκεκριμένη περιουσία εκτός της διάθεσης του Δικαστηρίου θα πρέπει, επίσης, να είναι εμφανής, να υποστηρίζεται από κάποια εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και από κάποια ορατή ικανότητα. Το ύψος των ποσών στα οποία αφορά η υπόθεση δεν είναι άσχετος παράγοντας[11]. Όταν υπάρχει στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα, τότε είναι που η ανάγκη απόδειξης της πρόθεσης εξαφάνισης της περιουσίας υπαναχωρεί.
Σε ένα γενικό διάταγμα Mareva είναι αναμενόμενο να εξαιρούνται τα έξοδα που είναι απαραίτητα για συναλλαγές που είναι συνήθεις για τη διαβίωση και την εργασία του εναγόμενου ή και για τη νομική του υπεράσπιση[12], και σε περίπτωση που η περιουσία υπερβαίνει το χρέος, να ορίζεται μέγιστο ποσό μέχρι το οποίο ισχύει η απαγόρευση[13]. Τα διατάγματα Mareva, όπως εξάλλου και όλα τα προσωρινής φύσης διατάγματα, δεν δημιουργούν κάποια πρώιμη εξασφάλιση, δηλαδή δεν καθιστούν τον ενάγοντα, πριν από την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης, εξασφαλισμένο πιστωτή, ούτε είναι και μοχλός πίεσης προκειμένου ο εναγόμενος να δεχθεί τελική απόφαση (σε περιπτώσεις που τέτοια δεν υπάρχει)[14]. Με άλλα λόγια, δεν είναι αυτοσκοπός. Σύμφωνα με μία αυστηρότερη προσέγγιση, δεν σκοπούν καν πρώτιστα στη διασφάλιση της ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αλλά στην πρόληψη τυχόν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δια της μεθόδευσης ματαίωσης ή αποτυχίας εκτέλεσης της προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης. Εξ ου και προϋποθέτουν να διαφαίνεται κάπου τέτοιος σκοπός από μέρους του εναγόμενου. Οι σκοποί του Mareva συζητήθηκαν ικανοποιητικά στην Polly Peck International Plc v. Nadir [1992] 4 All E.R. 769[15] και περαιτέρω στην πιο πρόσφατη Group Seven Ltd v. Allied Investment Corporation Ltd [2013] EWHC 1509 (Ch)[16].
Είναι σχετικό να αναφερθεί πως συχνά ένα διάταγμα Mareva συνδυάζεται με υποβοηθητικό ή υποστηρικτικό διάταγμα έρευνας και ένορκης αποκάλυψης περιουσίας, που σκοπεύει στο να καταστήσει αποτελεσματική τη λειτουργία του[17], ή και με άλλα διατάγματα. Η αποτελεσματικότητα των Mareva μπορεί και να εξαρτάται από την εκτέλεση ενός υποστηρικτικού διατάγματος έρευνας και αποκάλυψης[18]. Όταν τα διατάγματα αυτά χρησιμοποιούνται για πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών επιχειρήσεων, μπορούν να προκαλέσουν τόση ζημιά, που ο Lord Donaldson τα χαρακτήρισε ως τα “πυρηνικά όπλα” του δικαίου[19]. Ως προς τις μορφές ενός Mareva, αυτό μπορεί να είναι περιορισμένο στο ύψος της απαίτησης (maximum sum orders), που είναι το πιο συνηθισμένο και αυτό που επιχείρησε η Ενάγουσα σε αυτή την περίπτωση, ή περιορισμένο σε συγκεκριμένο αντικείμενο η αξία του οποίου μπορεί να είναι ίση ή και μεγαλύτερη από το χρέος, χωρίς να αποκλείεται να είναι μικρότερη, ή απεριόριστα, σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, που εκείνα κατ’ εξαίρεση μπορούν να εκδοθούν. Είναι σπανιότερες οι περιπτώσεις στις οποίες ζητείται δέσμευση του συνόλου της περιουσίας ενός διαδίκου, χωρίς κάποιο περιορισμό.
Στη Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 1759, που επαναλήφθηκε στη Spidertrade Co FinanceLtd ν. Χ’Γαβριήλ (2003) 1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχθηκε ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Στη Spidertrade (ανωτέρω), λέχθηκε ότι, παρότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.
Συνδυαστικά, οι αρχές με βάση τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ή και να διατηρηθεί σε ισχύ ένα διάταγμα Mareva είναι οι εξής:
1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία επί του εναγόμενου·
2. θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[20]·
3. θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[21]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια·
4. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[22]. Στην περίπτωση του διατάγματος Mareva, λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του, που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα» στη διαδικασία εκτέλεσης και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας[23]. Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπεια κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης. Η προϋπόθεση συνήθως εξετάζεται επί του πραγματικού σε συνάρτηση και με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις, που πρέπει να ικανοποιούνται στα διατάγματα Mareva, δηλαδή:
(α) με την αποξένωση να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης·
(β) ο εναγόμενος να έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει·
(γ) να υπάρχει πραγματικός (αντικειμενικός) κίνδυνος αποξένωσης, απομείωσης ή εξαφάνισης της περιουσίας (real risk of disposal of or dissipation), που δεν εμπίπτει στη συνήθη δραστηριότητα του εναγόμενου ή και στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι θα επέλθει όντως τέτοια εξαφάνιση, αλλά η απόδειξη πρέπει να εστιάζει σε αυτό τον κίνδυνο και στις πραγματικές του διαστάσεις.
Αυτές οι προϋποθέσεις διαδέχεται η μία την άλλη με μια λογική αλληλουχία, ώστε εάν λόγου χάριν δεν υπάρχει περιουσία για να ανταποκριθεί ο εναγόμενος, εν όλω ή εν μέρει, σε κάποια ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, δεν έχει και νόημα η εξέταση του κινδύνου αποξένωσης (ανύπαρκτης περιουσίας). Συναφή με τον κίνδυνο εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων, όχι εξαντλητικά τιθέμενα, είναι και τα ακόλουθα, που έχουν επισημανθεί[24]: η φύση των περιουσιακών στοιχείων (όσο περισσότερο αυτά μπορούν να εξαφανιστούν, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος), η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου ή των επιχειρήσεών του, ο χρόνος κατά τον οποίον ο εναγόμενος ασκεί την επιχείρησή του (εάν είναι κάποια σταθερή εργασία, μπορεί να είναι λιγότερες οι πιθανότητες εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων), η κατοικία ή η διαμονή του εναγόμενου, η πιστωτική ικανότητα του εναγόμενου στο παρελθόν και στο παρόν, οποιεσδήποτε εκφρασμένες δηλώσεις του, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία, τυχόν διασύνδεσή του με άλλες εταιρείες ή πρόσωπα που παράβηκαν όρους κάποιας συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης, και η συμπεριφορά του σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντος (κατά πόσο παρουσιάζει τάσεις υπεκφυγής ή απροθυμίας ή κατά πόσο εγείρει πλασματικές ή ανούσιες υπερασπίσεις ή τηρεί πλήρη σιωπή).
Εφαρμογή επί του πραγματικού
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές σε αυτή την περίπτωση, καταρχάς, υπάρχει δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού επί του Εναγόμενου. Η διαφορά δεν παρουσιάζει στοιχεία διεθνότητας, ενώ φαίνεται να υπάρχει και καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα. Έπειτα, έχοντας ήδη αποφασίσει σε σχέση με τους δικαιοδοτικούς όρους του κατεπείγοντος και του καθήκοντος αποκάλυψης, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να ελέγξει τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων.
Η Ενάγουσα ενάγει στη βάση παράβασης σύμβασης δανείου και διαζευκτικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αξιώνει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Πρόκειται για αιτίες αγωγής γνωστές και συνηθισμένες στο δίκαιο. Οπότε, θέτει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με τρόπο που ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.
Έπειτα, με τη μαρτυρία που προσκομίζει, παραθέτει λεπτομέρειες και συγκεκριμένα στοιχεία (αποδείξεις πληρωμών) για πληρωμές που ισχυρίζεται πως διενήργησε και που, σύμφωνα με τις θέσεις της, αφορούσαν σε οικονομικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου ή έγιναν για λογαριασμό του και μη χαριστικά, αλλά με υπόσχεση του Εναγόμενου να επιστρέψει τα χρήματα. Το Δικαστήριο δεν εκδικάζει την υπόθεση σε αυτή τη διαδικασία, αλλά, μεθοδολογικά, εξ όψεως της μαρτυρίας της, εάν η υπόθεση της Ενάγουσας προωθηθεί με τον τρόπο αυτό και δεν αντικρουστεί από τον Εναγόμενο, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί εκ προοιμίου η πιθανότητα έκδοσης απόφασης προς όφελός της, για κάποιον επί του παρόντος πρόδηλο λόγο. Το ότι ο Εναγόμενος, ευλόγως, αμφισβητεί έντονα τους ισχυρισμούς και τις θέσεις της Ενάγουσας και προσκομίζει τα δικά του στοιχεία, προς διάψευσή της, δεν της αφαιρεί και την ορατότητα της πιθανότητας επιτυχίας, πάντοτε για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας· γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει και αντικείμενο για δίκη, όπου εκεί το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία αμφότερων των πλευρών[25]. Θεωρώ ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, του να υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Το πρόβλημα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι στην τρίτη προϋπόθεση και στις επιμέρους προϋποθέσεις που ισχύουν για τα διατάγματα Mareva, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω. Η Ενάγουσα, μέσα από τα λεγόμενά της, στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης, δημιούργησε την αρχική εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος, μόνιμος κάτοικος Κύπρου, είναι ένα πρόσωπο χωρίς ιδία οικονομική δυνατότητα, που έχει συνεχή ανάγκη για δανεικά και που κατά κάποιον τρόπο την εκμεταλλεύτηκε. Παράλληλα, η Ενάγουσα άφησε την εντύπωση πως ο Εναγόμενος έχει και διαθέσιμα χρήματα στον λογαριασμό του, τουλάχιστον €8.576,65, ίσα με την αξίωσή της, τα οποία μπορούν να δεσμευτούν. Παρουσίασε τον Εναγόμενο ως άνθρωπο που κάνει σπάταλη έως πολυτελή ζωή, ώστε, εάν δεν υπάρχει το προσωρινό διάταγμα, θα εξανεμισθεί υφιστάμενη περιουσία και δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση προς όφελός της, ενώ η ύπαρξή του, αντιθέτως, τη διασφαλίζει. Από την άλλη, το γεγονός που, καθοριστικά θα έλεγα, έθεσε ο Εναγόμενος, πλέον εμφανιζόμενος, και δεν αμφισβητήθηκε, είναι ότι ο ίδιος δεν έχει στον τραπεζικό λογαριασμό του κάποιο ποσό €8.576,65, για το οποίο εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Έχει κατατεθειμένο ένα ποσό ύψους €344,68, το οποίο, μάλιστα, του είναι αναγκαίο για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του, σίτισης και πληρωμής των λογαριασμών του[26]. Δεν υπάρχει το status quo, που η Ενάγουσα παρουσίασε ως αναγκαίο να διατηρήσει με διάταγμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωγής[27].
Πέραν του ότι δεν υπάρχει η περιουσία στην οποία, αδιερεύνητα μάλλον, στόχευσε η Ενάγουσα με παγοποιόν διάταγμα, και είναι απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει, δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα για το πολύ χαμηλότερο ποσό των €344,68, που καθ’ ομολογία του Εναγόμενου υπάρχει. Γιατί και τότε κυριαρχεί η εικόνα, μέσα από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, ότι αυτό το ποσό του είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν υποδεικνύει συγκεκριμένο άμεσο και πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης, που να απορρέει από συμπεριφορά του Εναγόμενου που ξεφεύγει από τη συνήθη δραστηριότητά του. Ούτε είναι επαρκώς λεπτομερής, ως προς την εργασία ή την εισοδηματική ικανότητα του Εναγόμενου, εάν έχει σταθερά έσοδα, εάν η αποστέρηση, από τον Εναγόμενο, αυτού του ποσού, δεν θα εκτρέψει το διάταγμα Mareva από τον σκοπό του. Το βάρος απόδειξης δεν βρίσκεται στον Εναγόμενο, ούτε η διαδικασία αυτή μετατρέπεται σε εξεταστική της οικονομικής δυνατότητας του Εναγόμενου. Έχοντας παράλληλα υπόψη ότι ακόμα και από τα μέτρα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων εξαιρείται η περιουσία που είναι απόλυτα αναγκαία για την ικανοποίηση ορισμένων αναγκών του καθ’ ου η εκτέλεση, προς διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσής του, τα Mareva δεν υπάρχουν στο δίκαιο για να υποκαθιστούν πρώιμα και ανέλεγκτα μια διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, σκληρότερη και από την ίδια τη διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Τα δεδομένα αυτά εν τέλει ερμηνεύονται ότι δεν ικανοποιούν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, όπως αυτή εξειδικεύεται στις προαναφερόμενες επιμέρους προϋποθέσεις.
Εκτός, όμως, από τη μη ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου, στο τέλος της εξέτασης όλων των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, ακόμα κι αν όλες ικανοποιούνταν, είναι να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει, εάν διαφανεί ότι η απόφασή του, που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, πριν από τη δίκη, ήταν εσφαλμένη· υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ή με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που τελικά επιτυγχάνει[28]. Αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει ακολουθήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη[29].
Η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος, ακόμα και για το χαμηλότερο ποσό των €344,68, θα ήταν δυσανάλογη έναντι στο ενδεχόμενο ο Εναγόμενος, όντως, να μην οφείλει οτιδήποτε στην Ενάγουσα ή και να έχει να λαμβάνει από αυτήν ένα μεγαλύτερο ποσό ως δεδουλευμένους μισθούς· αλλά έως τότε να στερείται και το ποσό των €344,68. Παράλληλα, η ικανοποίηση που θα προσέφερε η εξασφάλιση των €344,68 στην Ενάγουσα δεν θα κάλυπτε μεγάλο μέρος της πολλαπλάσιας αξίωσής της, ενώ εάν η ίδια επιτύχει στην αξίωσή της και εκδοθεί προς όφελός της δικαστική απόφαση, αναμφίβολα, θα έχει στη διάθεσή της όλα τα μέτρα εκτέλεσης. Ανάμεσα στο να στερηθεί, ο Εναγόμενος, κατά βέβαιο τρόπο, ένα πιθανόν σημαντικό για τον ίδιο ποσό ύψους €344,68, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και στην απλή πιθανότητα να στερηθεί η Ενάγουσα στο μέλλον ένα όχι όμοια σημαντικό για την ίδια ποσό €344,68 (γιατί η ίδια παρουσίασε τον εαυτό της ως οικονομικά δυνατότερο, με δυνατότητα να δανείζει), εάν επιτύχει στην αξίωσή της, η κλίση είναι προς αυτή τη δεύτερη κατεύθυνση.
Στην απόφαση οποιουδήποτε σκοπεύει να ενάγει άλλον για χρέος επιδρά η οικονομική δυνατότητα του υποψήφιου εναγόμενου να ανταπεξέλθει σε περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης, διαθέτοντας περιουσία. Είναι μία απόφαση που λαμβάνεται έναντι στα υπολογιζόμενα έξοδα και χρόνο που αναγκαστικά επενδύονται σε μια δικαστική διαδικασία. Από αυτή τη βάσανο, δεν απαλλάσσει ένα διάταγμα που ενεργοποιείται απλά για να απορροφά αδιάκριτα οποιουσδήποτε πόρους θα εισέρχονται στη διάθεση του εναγόμενου, καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωγής, μέχρι να συγκεντρωθεί το ποσό της αξίωσης. Κάπως έτσι είναι που χρησιμοποίησε η Ενάγουσα το διάταγμα Mareva, εκτρέποντας το από τον σκοπό του. Και, από αυτή την οπτική, το γεγονός ότι ακόμα δεν προώθησε και την απαίτησή της σε δίκη, αν και δεν υπάρχει πολυπλοκότητα σε αυτήν[30], δεν είναι καθόλου άσχετο.
Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα, θα έκλινα και πάλι προς την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, ως η λύση που ενέχει, υπό τις περιστάσεις, τον μικρότερο κίνδυνο αδικίας για τα εμπλεκόμενα μέρη.
Κατάληξη
Έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερόμενα, η Ενάγουσα, η οποία εξακολουθεί να φέρει το βάρος απόδειξης[31], μέσα από τη μαρτυρία της, δεν κατάφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.11.2019 θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ[32]. Ως εκ τούτου, η αίτησή της ημερομηνίας 12.11.2019 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.11.2019 ακυρώνεται.
Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……..…………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453.
[2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 947· In Re B.P. Cyprus Ltd (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014.
[3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά (1995) 1 Α.Α.Δ. 248.
[5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014.
[6] Nippon Yusen Kaisha v. Karageorghis (1975) 1 W.L.R. 1093· Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A. (1975) 2 Lloyd΄s Rep. 509· εγχώριες Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd a.o. (1976) 1 C.L.R. 302· Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 627· Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 583· Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A. (1989) 1 C.L.R. 182· Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ κ.α. ν. Του Πλοίου «Nikolay Markin» κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 122· Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala (2007) 1 (A) Α.Α.Δ. 162, κ.λπ..
[7] Cardile v. LED Builders Pty Ltd (1999) 198 CLR 380· Searose Ltd v. Seatrain UK Ltd [1981] 1 W.L.R. 894· Barclay-Johnson v. Yuill [1980] 3 All E.R. 190· Art Trend Ltd v. Blue Dolphin (Pte) Ltd [1982-1983] SLR 362.
[8] Global Cruises S.A. κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd (1989) 1E Α.Α.Δ. 607· Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248· United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co (2002) 1B Α.Α.Δ. 938· Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009) 1 Α.Α.Δ. 358, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1A Α.Α.Δ. 82· Interpartemental Concern “Uralmetrom” v. Besumo Ltd (2004) 1A Α.Α.Δ. 557.
[9] Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] 1 All E.R. 556· Congentra AG v. Sixteen Thirteen Marine SA, The Nicholas M [2009] 1 All E.R. (Comm) 479.
[10] Orwell Steel (Erection and Fabrication) Ltd v. Asphalt and Tarmac (UK) Ltd [1985] 3 All E.R. 747.
[11] Republic of Haiti v. Duvalier [1989] 1 All E.R. 456.
[12] Βλ. και Atlas Maritime Co SA v. Avalon Maritime Ltd, The Coral Rose (No 3) [1991] 4 All E.R. 783· Normid Housing Association Ltd v. Ralphs and Mansell and Assicurazioni Generali SpA (No 2) [1989] 1 Lloyd’s Rep 274· Polly Peck International plc v. Nadir (No 2) [1992] 4 All E.R. 769.
[13] Βλ. και Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell [1980] 1 All E.R. 480· TDK Tape Distributor (UK) Ltd v. Videochoice Ltd [1985] 3 All E.R. 345· Arbuthnot Leasing International Ltd v. Havelot Leasing Ltd [1991] 1 All E.R. 591· United Mizrahi Bank v. Doherty [1998] 2 All E.R. 230.
[14] Jackson v. Sterling Industries Ltd [1987] HCA 23· Camdex International Ltd v. Bank of Zambia (No. 2) [1997] 1 W.L.R. 632.
[15] Fourie v. Le Roux & Ors [2007] 1 All E.R. 1087.
[16] Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su & Ors [2014] EWCA Civ 636.
[17] Gidrxslme Shipping Co Ltd v. Tantomar-Transportes Maritimos Lda [1994] 4 All E.R. 507.
[18] Motorola Credit Corpn v. Uzan [2002] 2 All ER (Comm) 945.
[19] Bank Mellat v. Nikpour [1985] FSR 87.
[20] American Cyanamid v. Ethicon (1975) 1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598.
[21] Πουργουρίδη ν. Μέζου (1994) 1 Α.Α.Δ. 201.
[22] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2015.
[23] Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd (1987) 1 C.L.R. 583.
[24] Barclay-Johnson v. Yuill (ανωτέρω)· Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (ανωτέρω)· Gee, S. & Andrews, G. M. (1987). Mareva Injunctions: Law and Practice. Longwood Pr Ltd.
[25] Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση 71/2011, ημερομηνίας 16.4.2014.
[26] Παράγραφοι 43 και 48 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου.
[27] Michael v. Brevinos Limited (1969) 1 C.L.R. 578· Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 1361.
[28] Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788· Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791· Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149.
[29] AIB PLC a. o. v. Diamond a. o. [2011] IEHC 505· Campus Oil Ltd a. o. v. Minister for Industry and Energy & Ors [1983] IESC 2· Κοινοτικό Συμβούλιο ν. Σουλή, Πολιτική Έφεση Ε75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018.
[30] Goody’s Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1572· Akis Express v. Aris Express (1998) 1 Α.Α.Δ. 149· Rousounides & Soterious Trading Ltd v. KOT (2002) 1B A.A.Δ. 1274· Kίτσιος κ.α. ν. Α.C. Kitsios Motors Ltd κ.α. (2010) 1(B) A.A.Δ. 1262· Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ, Πολιτική Έφεση 39/2010 ημερομηνίας 23.01.2014.
[31] Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/1990 (1990) 1 Α.Α.Δ. 704.
[32] Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α. (1999) 1 ΑΑΔ 1217, 1224.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο