ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 259/2025 (IJ)
Μεταξύ:
E. D.
Ενάγοντας,
ν.
TOTHEMAONLINE(EE41498)
Εναγόμενων.
Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερομηνίας 31/3/25
Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για τους Εναγόμενους / Αιτητές: κος Α.Γεωργίου για ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Ενάγοντας / Καθ’ου η Αίτηση: προσωπικά, χωρίς νομική εκπροσώπηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Στις 8/3/2025 ο Ενάγοντας/Καθ’ου η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας») καταχώρησε, δυνάμει του Μέρους 7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Έντυπο Απαίτησης εναντίον των Εναγόμενων/Αιτητών (στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως οι «Εναγόμενοι»).
2. Στην Περιεκτική Δήλωση της φύσης της Απαίτησης, αναγράφονται τα ακόλουθα: «you use my property(images) without obtaining a license or permission, ‘i’ demand remedy by-way-of fair and just compensation:». Στη συνέχεια διατυπώνονται πολλαπλές αναφορές σε ‘Exhibits’ τα οποία συνοδεύονται, μεταξύ άλλων, από ηλεκτρονικό σύνδεσμο (‘link’) και τίτλο («Title») στα Ελληνικά για κάθε ‘exhibit’, ως και αντιστοιχία του σε χρηματικό ποσό καταλήγοντας στην ακόλουθη αναφορά: «+ Administration fees, + court fees, + cost of service - €298.50». Ακολουθεί η αναφορά «*******GREEK TRANSLATION BY CHAT GBPT ******» και κείμενο, συντεταγμένο κυρίως στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο φαίνεται να αποτελεί κακή μετάφραση του αρχικού αγγλικού κειμένου.
3. Στις 26/3/2025 οι Εναγόμενοι μέσω δικηγόρου καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, δια του οποίου δήλωσαν ότι προτίθενται να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
4. Ακολούθησε από πλευράς των Εναγομένων στις 31/3/2025 η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η οποία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 1, 2, 3(3), 6, 12, 12(1)(β),12(6),16, 23, 25, 32 και 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Μέσω της αίτησης ζητούνται κυρίως τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να αναγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει την δικαιοδοσία του, Β. Διάταγμα για παραμερισμό του έντυπου απαίτησης ένεκα του ότι το έντυπο απαίτησης και/ή η έκθεση απαίτησης συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας και/ή ένεκα του ότι το έντυπο απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης, Γ. Διάταγμα παραμερίζον την επίδοση του έντυπου απαίτησης, Δ. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή διαγράφεται το έντυπο απαίτησης ως στερούμενων κύριων συστατικών στοιχείων και/ή ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή κακόπιστης και/ή σκανδαλώδους και/ή καταχρηστικής και/ή αντικανονικής και/ή αντιβαίνουσας το Σύνταγμα και/ή τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
5. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη στην τελευταία ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, α) οι Εναγόμενοι αποτελούν εμπορική επωνυμία η οποία δεν μπορεί να εναχθεί, β) η επίδοση της αγωγής δεν έγινε ορθά, εφόσον δεν έγινε μέσω ιδιώτη επιδότη, αλλά τα σχετικά έγγραφα παραδόθηκαν από τον ίδιο τον Ενάγοντα στο δικηγορικό τους γραφείο και έφεραν χειρόγραφες αλλαγές που δεν αντικατόπτριζαν το περιεχόμενο των αντίστοιχων καταχωρημένων εγγράφων, και, γ) το έντυπο απαίτησης και η έκθεση απαίτησης είναι συντεταγμένα στην αγγλική γλώσσα, δεν προσδιορίζουν με ακρίβεια τη βάση της αγωγής του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης και γενικότερα περιλαμβάνουν δικονομικές και άλλες παραβιάσεις ή παρατυπίες.
6. Ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση των Εναγόμενων, η οποία αναφέρει ως μοναδικό λόγο ένστασης τον ακόλουθο: ‘δεν υπάρχει εκχώρηση εξουσιοδότησης από τον TOTHEMAONLINE προς τον ‘ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥΔ.Ε.Π.Ε’ για να ενεργεί εκ μέρους τους. (βλ. Παράρτημα Α)’. Ο προαναφερόμενος λόγος είναι και πάλι συντεταγμένος τόσο στην Ελληνική όσο και στην Αγγλική γλώσσα. Στην ένσταση επισυνάπτεται αντίγραφο του διοριστήριου που συνοδεύει το σημείωμα εμφάνισης το οποίο φέρει σημείωση στην Αγγλική ‘Who sign this?’ με υπόδειξη την υπογραφή επί του εν λόγω εγγράφου.
7. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη μόνο στην βάση της γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε από πλευράς των Εναγόμενων, εφόσον η ένσταση του Ενάγοντα δεν συνοδεύεται από γραπτή μαρτυρία, ούτε και έχει συμπληρωθεί το σχετικό πεδίο σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση. Και οι δύο πλευρές, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, και κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, οι συνήγοροι των Εναγόμενων, κυρίως, προέβηκαν επίσης σε προφορική επιχειρηματολογία ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεων τους.
8. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου της Αίτησης και της γραπτής μαρτυρίας που τη συνοδεύει. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου της Ένστασης, στην έκταση που είναι συντεταγμένη στην Ελληνική γλώσσα αλλά και γενικότερα του φάκελου της υπόθεσης και των γραπτών αγορεύσεων. Σημειώνεται ότι, παρά του ότι ο Ενάγοντας ομιλεί την Ελληνική γλώσσα, και το Δικαστήριο κατέβαλε πολλές προσπάθειες να του επεξηγήσει τη διαδικασία και ειδικότερα τη φύση της υπό κρίση αίτησης, το δικαίωμα του να ενστεί και να αγορεύσει προς υποστήριξη της ένστασης του, το περιεχόμενο των αγορεύσεων του, ως και διάφορων δηλώσεων του ενώπιον του Δικαστηρίου, επικεντρώθηκε στο να ζητεί έκδοση απόφασης, υπέρ του και εναντίον των Εναγόμενων, και να αμφισβητεί την εξουσιοδότηση που έδωσαν στους δικηγόρους τους, και όχι στο αντικείμενο της υπό εξέταση διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει ληφθεί υπόψη, όπως και αυτό των διάφορων προφορικών δηλώσεων των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου.
9. Το ζήτημα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου διέπεται από το Μέρος 12 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, ο καν.12.1(1)(β) επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ότι Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.
10. Ο Εναγόμενος, ο οποίος επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση, οφείλει πρώτα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, σύμφωνα με το Μέρος 10, και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή, η οποία υποδηλώνει την πρόθεση του αυτή,[1] και να υποβάλει την αίτηση εντός 14 ημερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, η οποία πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία.[2] Σύμφωνα με τον καν.12.1(6), διάταγμα το οποίο περιέχει αναγνωριστική δήλωση ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί επίσης να περιέχει περαιτέρω πρόνοιες περιλαμβανομένων του παραμερισμού του εντύπου απαίτησης, του παραμερισμού της επίδοσης εντύπου απαίτησης ή/και αναστολής της διαδικασίας.
11. Είναι ξεκάθαρο από τον φάκελο του Δικαστηρίου και δεν έχει ούτε αμφισβητηθεί από πλευράς του Ενάγοντα, ότι οι Εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 12. Δηλαδή καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης σημειώνοντας την επιλογή ότι προτίθενται να αμφισβητήσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από μαρτυρία, εντός της σχετικής προθεσμίας.
12. Ως προς τους λόγους για τους οποίους θεωρούν οι Εναγόμενοι ότι δεν πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει την δικαιοδοσία του, προκύπτει από την γραπτή μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση τους σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους, ότι ο πρώτος λόγος αφορά την ιδιότητα με την οποία ενάγονται, εφόσον αποτελούν εμπορική επωνυμία. Ο δεύτερος λόγος αφορά το περιεχόμενο του έντυπου απαίτησης και τον τρόπο που αυτό ‘επιδόθηκε’ στους Εναγόμενους.
13. Αρχίζοντας από τη θέση ότι οι Εναγόμενοι αποτελούν εμπορική επωνυμία, παρατηρώ ότι η μόνη μαρτυρία που έχει προσαχθεί από πλευράς τους είναι η σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους. Καμία άλλη μαρτυρία προσήγαγαν προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης, παρά του ότι έφεραν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους ως Αιτητές. Από την άλλη, καμία αναφορά γίνεται στο έντυπο απαίτησης του Ενάγοντα στην ιδιότητα με την οποία ενάγονται οι Εναγόμενοι. Σημειώνεται ότι, ένας Ενάγοντας, σε περίπτωση που επιθυμεί να στραφεί εναντίον εμπορικής επωνυμίας, οφείλει σύμφωνα με τον καν.7(2)(β) να περιλάβει στο έντυπο απαίτησης επικεφαλίδα με τον τίτλο της διαδικασίας περιλαμβανομένου του πλήρους ονόματος κάθε διαδίκου, σε κάθε περίπτωση που αυτό είναι γνωστό, και το οποίο στην περίπτωση ατόμου το οποίο διεξάγει εργασίες με όνομα άλλο από το δικό του όνομα, περιλαμβάνει το πλήρες μη συντομογραφημένο όνομα τού ατόμου μαζί με τον τίτλο με τον οποίο είναι γνωστό, και την πλήρη εμπορική επωνυμία. Κάτι τέτοιο, δεν έχει συμβεί στην υπό κρίση περίπτωση και όταν ζητήθηκε από τον Ενάγοντα να τοποθετηθεί επί του εν λόγω ζητήματος, δεν ήταν βοηθητικός.
14. Το ζήτημα κατά πόσο οι Εναγόμενοι συνιστούν εμπορική επωνυμία αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο όμως για να εξεταστεί από πλευράς του Δικαστηρίου προϋποθέτει την ύπαρξη του αναγκαίου υπόβαθρο γεγονότων ή το τελευταίο να αποτελείτε από κοινά παραδεκτά γεγονότα. Στην παρούσα περίπτωση δεν είναι προφανές από το δικόγραφο του Ενάγοντα ή έστω από την διατύπωση του τίτλου του έντυπου απαίτησης κατά πόσο οι Εναγόμενοι αποτελούν εμπορική επωνυμία και ούτε έχει κάτι τέτοιο καταστεί παραδεκτό από πλευράς του. Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων βασίζεται η εν λόγω θέση των Εναγόμενων μπορεί να ξεκαθαρίσει μόνο με τη λήψη μαρτυρίας και την αξιολόγηση της.[3] Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι το παρόν στάδιο είναι πρόωρο για την εξέταση του εν λόγω ζητήματος από πλευράς του Δικαστηρίου και δεν θα ήταν δίκαιο ή ορθό να προβεί το Δικαστήριο σε παραμερισμό του έντυπου απαίτησης, χωρίς να αποκρυσταλλωθούν τα πραγματικά δεδομένα της επίδικης διαφοράς.
15. Ερχόμενη τώρα στις αντιρρήσεις των Εναγομένων ως προς τον τρόπο ‘επίδοσης’ του έντυπου απαίτησης. Κατ’αρχάς αξίζει να σημειωθεί ότι, από τα ενώπιον μου προσαχθέντα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αλλά και όπως φαίνεται και από τον ίδιο τον φάκελο της υπόθεσης, δεν προκύπτει ουδέποτε να επιδόθηκε από πλευράς του Ενάγοντα οτιδήποτε στους ίδιους τους Εναγόμενους, υπό την έννοια της επίδοσης με βάση το Μέρος 6 των Ν.Κ.Π.Δ.. Συγκεκριμένα, στον καν.6.3 προνούνται τα ακόλουθα σχετικά με την ιδιωτική επίδοση:
«(1) (α) H επίδοση, όπως προνοείται στους παρόντες κανονισμούς, του εντύπου απαίτησης, ειδοποίησης έφεσης, δικογράφου και οποιουδήποτε άλλου δικαστικού εγγράφου, καθώς και η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου την οποία το δικαστήριο κρίνει ορθό να διατάξει, διενεργείται από ιδιώτη επιδότη.
(β) Οι πρόνοιες της παραγράφου 1(α), δεν εφαρμόζονται σε επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο προέρχεται από κυβερνητικό τμήμα ή υπηρεσία.
(γ) Δικαστικό έγγραφο περιλαμβάνει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο προέρχεται από αλλοδαπή δικαστική αρχή.
(2) Ιδιώτης επιδότης είναι πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο όπως προβλέπεται στο Παράρτημα Ι Τύπος Ι.» (οι υπογραμμίσεις δικές μου)
16. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον κ.6.4(3)(β), «η ένορκη δήλωση επίδοσης η οποία οπισθογραφείται ή στην οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο αντίγραφο του επιδοθέντος εντύπου απαίτησης, βεβαιώνεται ενόρκως και καταχωρίζεται εντός επτά ημερών από την επίδοση σύμφωνα με το Έντυπο αρ.1.»
17. Στην παρούσα περίπτωση, μέχρι και σήμερα, δεν υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη παρά μόνο μια ένορκη δήλωση με τίτλο «tothemaonline served-259/2025- enorki dilosi» του ίδιου του Ενάγοντα, την οποία ο ίδιος καταχώρησε, και περιλαμβάνει χειρόγραφο κείμενο στα αγγλικά, το οποίο φαίνεται να συνοδεύεται από το έντυπο απαίτησης του, το οποίο επίσης φέρει χειρόγραφες σημειώσεις. Δεν έχει προσαχθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να καταδεικνύει ότι υπήρχε οιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τη μέθοδο και τον τρόπο επίδοσης του εντύπου απαίτησης και ούτε έχει ο Ενάγοντας αμφισβητήσει την θέση της άλλης πλευράς ως προς τις συνθήκες ‘επίδοσης’ του έντυπου απαίτησης στους Εναγόμενους, ως αυτές περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους.
18. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι, εν όψει του τρόπου που παραδόθηκε το έντυπο απαίτησης στην πλευρά των Εναγόμενων από τον Ενάγοντα, δεν έχει προηγηθεί επίδοση στους Εναγόμενους ως προνοούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Ως αποτέλεσμα κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού της επίδοσης του έντυπου απαίτησης.
19. Παρά τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους οι Εναγόμενοι ζητούν από το Δικαστήριο να μην ασκήσει την δικαιοδοσία του που άπτεται του περιεχομένου και της διατύπωσης του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα. Σημειώνεται ότι, πέραν του παραμερισμού του εν λόγω δικογράφου με βάση την διαδικασία που προνοεί το Μέρος 12, ζητείται και διαγραφή του με βάση το Μέρος 3.
20. Σε σχέση με την εξουσία διαγραφής δικογράφου, ο καν.3.3 προνοεί τα εξής:
«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου
(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
.............................................................................................................................................
(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού»
21. «Δικόγραφο», σύμφωνα με τον ερμηνευτικό καν.2.3 των ΝΚΠΔ «σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης.....»
22. Γενικά, οι αιτήσεις για την έκδοση διατάγματος διαγραφής πρέπει να υποβάλλονται κατά τo στάδιο της προδικασίας (συνήθως μαζί με αίτηση για συνοπτική απόφαση). Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτή του την εξουσία αμέσως πριν από τη δίκη ή ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης. Η πλέον ενδεδειγμένη πρακτική είναι ότι οι αιτήσεις βάσει του καν.3.3 να πρέπει να υποβάλλονται το συντομότερο δυνατόν και πριν από την ενσωμάτωση της απαίτησης στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου.
23. Οι λόγοι που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) του κ.3.3(2) καλύπτουν τα δικόγραφα τα οποία είναι αδικαιολογήτως ασαφή, ασυνάρτητα, κακόβουλα ή προδήλως αβάσιμα, καθώς και άλλες περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση ή υπεράσπιση.
24. Παραδείγματα περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης (κ.3.3(2)(α)) αποτελούν απαιτήσεις οι οποίες (i) δεν παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός που να καταδεικνύει το αντικείμενο της απαίτησης, (ii) είναι ασυνάρτητες και δεν βγάζουν νόημα ή (iii) παραθέτουν μεν γεγονότα κατά τρόπο συνεκτικό, δηλαδή με μια λογική συνέπεια και συνέχεια, πλην όμως τα εν λόγω γεγονότα, ακόμη και αν είναι αληθή, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση κατά του εναγόμενου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικό, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον το ελάττωμα μπορεί να διορθωθεί με τροποποίηση και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, θα πρέπει πρώτα να δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο διάδικο να το τροποποιήσει, προτού το ίδιο προχωρήσει με τη διαγραφή του (βλ.Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB)).
25. Παρόλο που ο ορισμός «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας» (κ.3.3(2)(β)) δεν τυγχάνει επεξήγησης στους ΝΚΠΔ, έχει επεξηγηθεί από την Νομολογία. Για παράδειγμα η «χρήση της διαδικασίας για ένα σκοπό ή με έναν τρόπο σημαντικά διαφορετικό από τον συνηθισμένο και αναμενόμενο» (βλ. Attorney General v Barker [2000] 1 F.L.R. 759, DC). Περαιτέρω, όταν ζητείται η επανεκδίκαση ζητημάτων που έχουν ήδη εκδικαστεί σε άλλες υποθέσεις (βλ. Henderson ν Henderson (1843) 3 Hare 100). Ομοίως, όταν το όφελος που μπορεί να έχει ο ενάγοντας από την απαίτηση είναι τόσο περιορισμένης αξίας ώστε να μην αξίζει τον κόπο, και το κόστος της διαδικασίας είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όφελος (βλ. Wallis v Valentine [2002] EWCA Civ 1034 και Jameel v Dow Jones and Co [2005] EWCA Civ 75). Το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη κατάχρησης διαδικασίας το φέρει ο Αιτητής (βλ. Solland International v Clifford Harris & Co) και το αναμενόμενο επίπεδο απόδειξης είναι υψηλό (βλ. Michael Wilson v Sinclair).
26. Λόγοι διαγραφής με βάση το εδάφιο (γ) του κ.3.3(2), καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες η κατάχρηση δεν έγκειται στο ίδιο το δικόγραφο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έχει προωθηθεί η απαίτηση ή η υπεράσπιση, όπως σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που καθορίζονται από κανονισμούς ή διατάγματα.
27. Ως προς το περειχόμενο ενός έντυπου απαίτησης ο καν.16.3. προνοεί τα εξής:
«(1) Το έντυπο απαίτησης πρέπει:
(α) να περιέχει περιεκτική δήλωση της φύσης της απαίτησης·
(β) να καθορίζει τη θεραπεία, την οποία ζητεί ο ενάγων·
(γ) όταν ο ενάγων εγείρει απαίτηση για χρηματικό ποσόν, να περιέχει δήλωση της αξίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 16.4·
(δ) όταν η μοναδική απαίτηση του ενάγοντα είναι για συγκεκριμένο ποσόν, να περιέχει δήλωση του συσσωρευμένου τόκου επί του ποσού αυτού·
.............................
(3) Αν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης ή δεν επιδίδεται με αυτό, ο ενάγων οφείλει να δηλώσει στο έντυπο απαίτησης ότι η έκθεση απαίτησης θα ακολουθήσει.
....................................................................................................................
(5) Αν ο εναγόμενος ενάγεται υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, η ιδιότητα αυτή πρέπει να δηλώνεται στο έντυπο απαίτησης.
(6) Το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει οποιαδήποτε θεραπεία την οποία δικαιούται ο ενάγων ακόμη κι αν η θεραπεία αυτή δεν αναφέρεται στο έντυπο απαίτησης.»
28. Με βάση τον καν.16.17(1), καμία ένσταση δεν εγείρεται σε δικόγραφο στη βάση κατ’ ισχυρισμόν παράβασης τύπου.
29. Σε σχέση με το περιεχόμενο της περιεκτικής δήλωσης απαίτησης, αναφέρθηκαν στην Travis Perkins Trading Co Ltd v Caerphilly CBC [2014] EWHC 1498 (TCC)[4] τα ακόλουθα σχετικά:
«(a)Only ‘brief’ details are required to describe ‘the nature of the claim’, although the remedy needs to be spelt out’; a statement of value (not more than or more than £X) needs to be provided.
(b)Whilst it is open to a claimant to be specific and restrictive in what it, he or she seeks to claim by way of the ‘Brief Details of Claim’, it is not necessary,
(c)The Court should have regard to the wording overall to determine what is covered by the wording of the Brief Details to see whether and to what extent the rule has been fulfilled. The Court should not be prescriptive about what is required in terms of the words used by the claimant; all that is prescriptive is in the wording of the rule.»
30. Προκύπτει περαιτέρω από τον καν.22.1 ότι το έντυπο απαίτησης, πρέπει να επιβεβαιώνεται με με δήλωση αληθείας.
31. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, από απλή μελέτη του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα, είναι φανερό ότι υπάρχει εξόφθαλμη παραβιάση βασικών δικονομικών κανόνων από πλευράς του, η οποία κρίνω ότι, σε κάποια έκταση, δεν δύναται να αγνοηθεί από πλευράς του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, μέρος του κειμένου υπό τον τίτλο ‘Περιεκτική Δήλωση της φύσης της Απαίτησης (συμπεριλαμβανομένων των ζητούμενων θεραπειών’, περιλαμβάνει κείμενο συντεταγμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο δεν αποτελεί μια εκ των επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας, στις οποίες διεξάγεται η δικαστική διαδικασία.[5]
32. Από την άλλη, το κείμενο το οποίο είναι συντεταγμένο στα ελληνικά, κάτω από την Περιεκτική Δήλωση, αναφέρεται σε χρήση περιουσίας ιδιοκτησίας του Ενάγοντα, συγκεριμένα ‘εικόνες’, χωρίς την άδεια του και χωρίς αυτό να επιτρέπεται. Παρά την γενικότητα που διέπει την εν λόγω αναφορά, αλλά και την προχειρότητα με την οποία έχει διατυπωθεί, κρίνω ότι καταδεικνύει την φύση της απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης, τουλάχιστον στην έκταση που αναμένεται στο στάδιο καταχώρησης ενός έντυπου απαίτησης, το οποίο δεν συνοδεύεται από έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι γίνεται αναφορά και στην θεραπεία που επιδιώκει ο Ενάγοντας, συγκεκριμένα αποζημιώσεις και έξοδα που συνδέονται με την έγερση και προώθηση της αγωγής, όπως δικαστικά τέλη και κόστος επίδοσης. Γίνεται επίσης αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά, σε συνάρτηση με τους σύνδεσμους (‘Links’) που παραθέτει. Ομολογώ ότι το κείμενο θα μπορούσε να ήταν πιο περιεκτικό και η παράθεση των στοιχείων υπό μορφή συνδέσμων και αναφορών σε τίτλους, στην συγκεκριμένη έκταση δεν ήταν απαραίτητη αλλά δεν θεωρώ ότι πρέπει να οδηγήσει στην διαγραφή ή τον παραμερισμό του έντυπου απαίτησης, τα οποία αποτελούν δραστικό μέτρο. Επιπρόσθετα, το έντυπο απαίτησης περιέχει δήλωση της αξίας της απαίτησης του Ενάγοντα (‘Κάτω των €10.000’) και συνοδεύεται από υπογεγραμμένη δήλωση αλήθειας, η οποία φέρει το όνομα του Ενάγοντα.
33. Όσο αφορά τώρα το κατά πόσο το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν δήλωσε κατά πόσο η έκθεση απαίτησης επισυνάπτεται ή θα ακολουθήσει την καταχώρηση του έντυπου απαίτησης του, κρίνω ότι η εν λόγω παράλειψη, έχοντας υπόψη τον καν.16.17(1), ως και το πνεύμα του πρωταρχικού σκοπού, το οποίο οφείλει να εφαρμόζει το Δικαστήριο, ότι δεν είναι μοιραία στον βαθμό που να οδηγήσει στον παραμερισμό ή την διαγραφή του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα. Εξάλλου διαφαίνεται από τα έγγραφα που συνοδεύουν το Έντυπο Απαίτησης του, ότι το τελευταίο δεν συνοδεύεται από έκθεση απαίτησης. Τα έγγραφα που συνοδεύουν το Έντυπο Απαίτησης του, φαίνεται να αποτελούν ‘Exhibits’, δηλαδή τεκμήρια, επί των οποίων βασίζει την απαίτηση του εναντίον της Εναγόμενης, κάτι που δεν προκύπτει ως απαραίτητο στο στάδιο αυτό αλλά είμαι της άποψης ότι δεν πρέπει να επενεργήσει καταλυτικά επί της διαδικασίας που προωθεί ο Ενάγοντας. Διαπιστώνω επίσης ότι δεν γίνεται δήλωση του συσσωρευμένου τόκου επί του ποσού που διεκδικεί ο Ενάγοντας, αλλά δεν έχουν επικαλεστεί η πλευρά των Εναγόμενων την εν λόγω παράβαση και θεωρώ ότι δεν επιδρά δυσμενώς επί των δικαιωμάτων τους αφού δύναται να διορθωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
34. Περαιτέρω, δεν διέλαθε της προσοχής μου, αλλά ούτε και των Εναγόμενων, ότι ο Ενάγοντας μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, προέβηκε στην καταχώρηση δύο Εκθέσεων Απαίτησης. Ειδικότερα, καταχώρησε την πρώτη στις 6/5/25 ως έγγραφο με τίτλο ‘facts’, και το δεύτερο στις 13/5/25 υπό τον τίτλο ‘ekthesi apaitisis’. Η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, σε περίπτωση που το εν λόγω δικόγραφο δεν καταχωρείται με το έντυπο απαίτησης, ενεργοποιείται μόνο με την επίδοση του έντυπου απαίτησης, κάτι το οποίο όμως στην παρούσα περίπτωση, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, δεν έχει μεσολαβήσει. Ενώ το εν λόγω ζήτημα εγέρθηκε και από την άλλη πλευρά και παρά του ότι δόθηκε η ευκαιρία στον Ενάγοντα να τοποθετηθεί επί αυτού, αλλά επέλεξε να μην το πράξει, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογείται και είναι επιβεβλημένη η διαγραφή των εν λόγω δικογράφων.
35. Συνακόλουθα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι, από το σύνολο των ζητημάτων που έγειραν οι Εναγόμενοι, δικαιολογείται η μερική έγκριση της αίτησης, ειδικότερα δικαιολογείται η διαγραφή του μέρους του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα, το οποίο είναι συντεταγμένο στην Αγλλική γλώσσα. Περαιτέρω, δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η διαγραφή των εκθέσεων απαίτησης που καταχώρησε ο Ενάγοντας.
36. Όσο αφορά την διαδικασία που θα ακολουθήσει, εφόσον οι Εναγόμενοι, προφανώς, έχουν λάβει γνώση της παρούσας εναντίον τους διαδικασίας, και έχουν συμμετάσχει σε αυτήν, έστω υπό διαμαρτυρία, και έχοντας υπόψη ότι η αίτηση τους δεν οδήγησε στον παραμερισμό της και δεν εκδόθηκε δήλωση από πλευράς του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, κρίνω ορθότερο όπως τους δοθούν οδηγίες για καταχώρηση πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης, εάν και εφόσον επιθυμούν να προβούν στην εν λόγω καταχώρηση.
37. Για τους λόγους που προανέφερα, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής του κειμένου που περιέχεται στον έντυπο απαίτησης του Ενάγοντα, υπό την Περιεκτική Δήλωση της φύσης της Απαίτησης, το οποίο αρχίζει με τη φράση ‘you use my property….’ μέχρι και την φράση ‘*******GREEK TRANSLATION BY CHAT GBPT******’, συμπεριλαμβανομένης.
38. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής των εγγράφων που καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης από τον Ενάγοντα, με τίτλους ‘facts’ με ημερομηνία καταχώρησης 6/5/25 και ‘ekthesi apaitisis’, με ημερομηνία καταχώρησης 13/5/25.
39. Για τη μετέπειτα πορεία της υπόθεσης να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Μ.12 Κ.1(7), δηλαδή, οι Εναγόμενοι δύναται να καταχωρήσουν πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών από σήμερα και, σε περίπτωση που καταχωρηθεί πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης, να ακολουθήσει η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης από τον Ενάγοντα εντός 28 ημερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Σε σχέση με την υπόλοιπη διαδικασία να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023
40. Όσο αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι, η αίτηση έχει επιτύχει σε περιορισμένη έκταση και ότι οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων καταχωρώντας κατάλογο εξόδων ως προνοεί ο κ.39.9(1). Για τον τελευταίο λόγο κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όσο αφορά τον συνοπτικό υπολογισμό από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου.
41. Συνεπακόλουθα επιδικάζονται έξοδα της αίτησης υπέρ των Εναγόμενων/Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση, μειωμένα στο 1/3, ως υπολογιστούν από πλευράς του Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι καταβλητέα εντός 28 ημερών από την επίδοση του εγκεκριμένου καταλόγου εξόδων στον Ενάγοντα.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] καν.12.1(2) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
[2] καν.12.1(3) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
[3] Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ. (Βιομηχανία) και Άλλοι ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd (2003) 1 ΑΑΔ 990.
[4] Βλ. παράγραφος 11, Akenhead J.
[5] Άρθρο 3.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο