Β. Μ. Β. ν. E. V. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1597/2023, 23/12/2025
print
Τίτλος:
Β. Μ. Β. ν. E. V. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1597/2023, 23/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1597/2023 (IJ)

Μεταξύ:

                                    Β. Μ. Β.

Ενάγουσα,

ν.

 

1.    E. V.

2.    ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

 

Εναγόμενων.

                                    Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερομηνίας 4/3/25

 

Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα/ Αιτήτρια: κος Χ.Χατζηλοϊζου για ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Εναγόμενους / Καθ’ων η Αίτηση: κα Π.Κτίστη για ΚΩΣΤΑΣ Π.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

1.   Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 9/8/2023 και αφορά ισχυριζόμενο τροχαίο ατύχημα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η καταχώρηση της οποίας ακολούθησε στις 28/6/2024, το ατύχημα έλαβε χώρα στις 10/9/2022 ένεκα αμέλειας του Εναγόμενου 1, ο οποίος τελούσε υπό ασφαλιστική κάλυψη της Εναγόμενης 2, και είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της Ενάγουσας.

 

2.   Η Ενάγουσα καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη, και αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων ποσό ύψους €1.300 ως ειδικές ζημιές πλέον γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα.

 

3.   Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων καταχωρήθηκε στις 3/9/2024 κλήση για οδηγίες στην αγωγή (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ΚΔΟ»), εις το παράρτημα της οποίας η Ενάγουσα σημείωσε ότι προτείθετο να προβάλει αίτημα άλλο από τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, χωρίς όμως αυτό να εξειδικεύεται. Κατόπιν σχετικής υπόδειξης του Δικαστηρίου, ακολούθησε η από πλευράς της καταχώρηση Αίτησης Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερ.5/12/24, η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης, και μετά η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.

 

4.   Σημειώνεται ότι, ως προκύπτει και από τον φάκελο της υπόθεσης, τα μέρη καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και η Ενάγουσα ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας στην βάση της ΚΔΟ και μετά από ανάλογες οδηγίες του Δικαστηρίου.

 

II.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

 

5.   Με την επίδικη Αίτηση, η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Αιτήτρια») επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μέσω της έκδοσης των πιο κάτω διαταγμάτων:

 

Α. Την τροποποίηση και/ή την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 8 των λεπτομερειών Σωματικών Βλαβών Ενάγουσας της Έκθεσης Απαιτήσεως ως ακολούθως:

«8. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ:

- Οι τραυματισμοί αυτοί ενέχουν τον κίνδυνο να εξελιχθούν σε χρόνιο μετα-τραυματικό σύνδρομο με δυνητικά προβλήματα έντονης συμπτωματολογίας σε περιόδους αλλαγής καιρικών συνθηκών, μετά από καταπόνηση σπονδυλικής στήλης με σωματικές δραστηριότητες, ή απότομες κινήσεις.

- 60% καθίζηση του κατάγματος Θ12 σπονδύλου.

- Η Ενάγουσα παρουσιάζει δυσκαμψία σπονδύλου και μειωμένη αντοχή στην μυϊκή κόπωση, άλγος στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης.»

Β. Την τροποποίηση της παραγράφου 9 Α-Δ των Ειδικών Ζημιών της Ενάγουσας ως ακολούθως:

     «8. Λεπτομέρειαι ειδικών Ζημιών Ενάγουσας:

     Α. Ιατρικά Έξοδα                           €850=

     Β. Μαγνητική εξέταση                    200=

     Γ. Φάρμακα                                   100=

     Δ. Φυσιοθεραπείες                        2640=

                                    ΣΥΝΟΛΟ:       €3790=»

Γ. Την τροποποίηση της παραγράφου 12 Α ως ακολούθως:

 

«12. ΚΑΙ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΑΞΙΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΟΜΟΥ ΚΑΙ/Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ:

Α. €3790= ως ειδικάς αποζημιώσεις ως άνωθι αναφέρεται.»

 

6.   Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.19, Δ.20, Δ.25 και Δ.48 Θ.1-4, 8, 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτικά του Δικαστηρίου.

 

7.   Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Αιτήτρια (στο εξής ως «ΕΔ-ΕΚ»), η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την τελευταία, και η οποία αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται καλόπιστα, δικαιολογείται και επιβάλλεται ώστε να συμπεριληφθούν στην έκθεση απαίτησης όλα τα ορθά γεγονότα και λεπτομέρειες σωματικών βλαβών της Αιτήτριας και ότι καμία ζημιά θα προκαλέσει στην άλλη πλευρά. Σε σχέση με τους λόγους ένεκα των οποίων επιδιώκεται η τροποποίηση, η ομνύουσα αναφέρει ειδικότερα τα εξής: «Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης έχουν προκύψει νέα δεδομένα και/ή στοιχεία και/ή γεγονότα μη υπαρκτά κατά τη σύνταξη της που περιήλθαν στην κατοχή της Ενάγουσας μεταγενέστερα της καταχώρησης της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Επίσης κατά την σύνταξη της Εκθέσεως Απαιτήσεως εκ παραδρομής και καλόπιστου λάθους δεν ανεγράφησαν όλα τα στοιχεία στην Έκθεση Απαιτήσεως.»

 

ΕΝΣΤΑΣΗ

8.   Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2/ Καθ’ων η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως οι «Καθ’ων η Αίτηση»), η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-9, Δ.30, Δ.39, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.57, Δ.64 και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, τη νομολογία και στην πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.

 

9.   Μέσω της ειδοποίησης ένστασης, εγείρονται είκοσι (20) λόγοι ένστασης, οι οποίοι δύναται να συνοψιστούν ως εξής: 1. Δεν συντρέχουν και δεν έχουν στοιχειοθετηθεί λόγοι αλλά ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις των Δ.25 και Δ.30 για να επιτραπεί τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στο στάδιο που ευρίσκεται η διαδικασία, 2. Με την τροποποποίηση επιδιώκεται επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και, 3. Η Αίτηση προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος των Εναγόμενων.

 

10.          Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους Καθ’ων η Αίτηση, η οποία αναφέρεται στο δικονομικό ιστορικό της αγωγής και εις την οποία προβάλλεται επιχειρηματολογία, κυρίως νομικής φύσεως, σε συνάρτηση με το τελευταίο, ως προς τους λόγους που δεν πρέπει η τροποποίηση να επιτραπεί.

 

III. ΑΚΡΟΑΣΗ

 

11.          Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, μέσω γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης και το περιεχόμενο τους υιοθετήθηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους των μερών. Καμία πλευρά δεν επεδίωξε να αντεξετάσει τον ομνύοντα της άλλης πλευράς και ούτε αιτήθηκε την καταχώρηση οιασδήποτε συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.[1]

 

12.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει ειδική αναφορά σε αυτό.

 

IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

13.          Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, μέσω της υπό εξέταση αίτησης επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, μετά την καταχώρηση Κλήσης για Οδηγίες, και χωρίς να εξειδικευτεί το σχετικό αίτημα στο σχετικό Παράρτημα (ΤΥΠΟΣ 25) που συνόδευε την τελευταία.

 

14.          Η ουσιαστική δικονομική διάταξη επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.25 των παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 2/2014. Συγκεκριμένα, σε σχέση με αιτήσεις οι οποίες καταχωρούνται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1(3) η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

15.          Η προαναφερόμενη διαταγή αποτέλεσε, πολύ πρόσφατα, αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση ΜΟΝΟΚΟ (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ ν. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολ. Έφ. αρ.Ε99/2022, ημερ.03.10.2025 στην οποία το Εφετείο, υπό μονομελή σύνθεση, ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το εύρος της τροποποιημένης Δ.25 και τη σχέση της με την καταργηθείσα Δ.25:

«Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω εξαιρέσεις που ρητά αναφέρονται στον θ.1(3). Σκοπός κατά την κρίση μου είναι, με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους που συντάσσουν δικόγραφα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια.

Η νέα Δ.25 καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014. Ειδικά στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1 (3) αφού όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή βρίσκεται στο διαδικαστικό στάδιο μετά την κλήση για οδηγίες. Επομένως, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25

16.          Στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, εξετάστηκε από το Εφετείο και η ερμηνεία του «καλόπιστου λάθους» και κρίθηκε ότι η έννοια του τελευταίου δεν εκτείνεται με τρόπο ώστε να καλύπτει λάθη που αφορούν ισχυρισμούς που ήταν γνωστοί από πριν στον εκάστοτε αιτητή. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.»

(Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

V.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

17.          Στην προκειμένη περίπτωση, μέσω της ΕΔ-ΕΚ γίνεται μια, κατά την άποψη μου, τυπική επίκληση και στις δύο εξαιρέσεις της Δ.25 θ.1(3). Δηλαδή, η Αιτήτρια επικαλείται ότι το αίτημα της εμπίπτει τόσο στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται τροποποίηση επειδή απαιτείται διόρθωση λόγω εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας, αλλά και στην κατηγορία υποθέσεων όπου προέκυψαν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την σύνταξη της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης.

 

18.          Καταρχάς, οι λόγοι επί των οποίων η Αιτήτρια βασίζει την Αίτηση της διέπονται από υπερβολική αοριστία εφόσον στην ΕΔ-ΕΚ, πέραν μιας γενικής αναφοράς σε αυτούς, δεν παρέχονται οιεσδήποτε λεπτομέρειες και στοιχεία σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο που τους περιβάλλει ικανά για να καθοδηγήσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια, οι οποίοι εξετάζονται σε ξεχωριστή βάση, δεν προβάλλονται από πλευράς της σε συνάρτηση με τις θέσεις και ισχυρισμούς τους οποίους επιχειρεί να εισαγάγει δια της αιτούμενης τροποποίησης.

 

19.          Με βάση τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, προκύπτει ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν εκτείνεται με τρόπο ώστε να καλύπτει λάθη που αφορούν ισχυρισμούς που ήταν γνωστοί από πριν στον εκάστοτε αιτητή. Από την σχετική και πολύ γενική αναφορά στην ΕΔ-ΕΚ, εκτός του ότι δεν διαφαίνεται κατά πόσο οι ισχυρισμοί, των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή δια της αιτούμενης τροποποίησης, ήταν γνωστοί στην Αιτήτρια από πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, δεν εξειδικεύεται επίσης συγκεκριμένα ποιοι από αυτούς δεν συμπεριλήφθηκαν στο δικόγραφο της ένεκα του ισχυριζόμενου καλόπιστου λάθους, ούτε ποιες ήταν οι συνθήκες που περιβάλανε το εν λόγω λάθος και πότε αυτό περιήλθε εις γνώση της πλευράς της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσο η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην εξαίρεση του ‘εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους’, ως αυτή έχει διαμορφωθεί από τη σχετική Νομολογία, ώστε η αιτούμενη τροποποίηση να μπορεί να υπαχθεί στην πρώτη εξαίρεση της Δ.25 θ.3 και να ασκήσει ανάλογα την διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της Αίτησης.

 

20.          Αναφορικά με τη δεύτερη εξαίρεση, ενώ η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση, και πάλι δεν διαφαίνεται από την ΕΔ-ΕΚ, ποιοι από τους επιδιωκόμενους ισχυρισμούς αφορούν τα εν λόγω νέα δεδομένα, ούτε πως και πότε αυτά προέκυψαν. Εν όψει του ότι η Αιτήτρια έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, όφειλε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία στοιχεία και δεδομένα, τα οποία θα έθεταν το αίτημα της εντός της εμβέλειας της Δ.25 θ.1(3). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση την τελευταία, τροποποίηση της συγκεκριμένης φύσεως επιτρέπεται όταν το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι έχουν προκύψει τέτοια δεδομένα. Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον μου, και έχοντας υπόψη μου ότι τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι ιδιαίτερα περιορισμένα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια πέτυχε να αποδείξει ότι η παρούσα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης εξαίρεσης.

 

VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

21.          Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω στο ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.

 

22.          Συνακόλουθα, η αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας απορρίπτεται.

 

23.          Τα έξοδα δεν θεωρώ ότι υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 / Καθ’ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα με την ολοκλήρωση της αγωγής.

 

 

 

                                                                                    (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] βλ. Iacovou Bros. v. Fashionwise Ltd (2000) 1(B) Α.Α.Δ. 1377 και Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 1460.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο