Κ. Χ. ν. ALTIUS INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 1498/2022, 10/10/2025
print
Τίτλος:
Κ. Χ. ν. ALTIUS INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 1498/2022, 10/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ.Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

                                                                                     Αρ. Αγωγής: 1498/2022 (IJ)

Μεταξύ:

                                                Κ. Χ.

Ενάγοντα,

ν.

 

ALTIUS INSURANCE LTD

Εναγόμενης.

 

Αίτηση ημερομηνίας 12/2/24 για Προδικαστική Εκδίκαση Νομικού σημείου και απόρριψη της αγωγής

 

Ημερομηνία10 Οκτωβρίου, 2025

 

Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κος Σ.Μένταλης για ΑΝΔΡΕΑΣ Π.ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για τον Ενάγοντα/Καθ'ου η Αίτηση: κος Σ.Στυλιανού με κα Σ.Στυλιανού για ΣΤΕΛΙΟΣ Κ.ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.   Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη») ζητεί διάταγμα για την προδικαστική εκδίκαση ζητήματος που εγείρεται στην υπεράσπιση της με βάση το οποίο ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας») εναντίον της έχει καταργηθεί και/ή εκπέσει δυνάμει συμβατικού όρου που περιέχετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων. Επιπρόσθετα, στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, διεκδικεί διάταγμα απόρριψης της αγωγής στην προαναφερόμενη βάση.

 

II.   ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

2.   Εν όψει των ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης και Ένστασης που ακολούθησε, εις τις οποίες θα γίνει εκτενέστερη αναφορά παρακάτω, κρίνω ορθό όπως παραθέσω πρώτα συνοπτικά τις θέσεις των μερών, ως εμφαίνοντα στα δικόγραφα που καταχώρησαν στα πλαίσια της αγωγής.

 

3.   Στις 22/9/22[1] ο Ενάγοντας καταχώρησε Κλητήριο Ένταλμα εναντίον της Εναγόμενης με οπισθογραφημένη έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της τελευταίας, ο Ενάγοντας αξιώνει ποσό ύψους €42.450 από την Εναγόμενη, το οποίο ισχυρίζεται ότι δικαιούται δυνάμει συμφωνίας που σύναψε με την Εναγόμενη για την ασφάλιση της κατοικίας του (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Συμφωνία Ασφάλισης») και που απαιτείται για την επιδιόρθωση ζημιών που υπέστη η τελευταία κατόπιν σεισμού. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ενώ υπέβαλε σχετική απαίτηση στην Εναγόμενη, η τελευταία  με επιστολή της ημερ.2/3/22 αρνήθηκε να ικανοποιήσει αυτήν. Μετά την προαναφερόμενη απορριπτική επιστολή και/ή απόφαση, ο Ενάγοντας ζήτησε από την Εναγόμενη επανεξέταση της απαίτησης του και η Εναγόμενη, με νέα επιστολή της ημερ.5/3/22, ανέφερε ότι υιοθετούσε το περιεχόμενο της επιστολής της ημερ.2/3/22.

 

4.   Η Εναγόμενη, αφού εμφανίστηκε στην διαδικασία, καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης. Στα πλαίσια της τελευταίας, εγείρει προδικαστική ένσταση μέσω της οποίας ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας στερείται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της λόγω του ότι αυτό έχει καταργηθεί και/ή εκπέσει δυνάμει συμβατικού όρου (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Επίδικος Όρος») ο οποίος περιλαμβανόταν στην συμφωνία ασφάλισης και με τον οποίο περιοριζόταν ο χρόνος για την από πλευράς του καταχώριση σχετικής αγωγής σε περίοδο 6 μηνών από την απόρριψη της απαίτησης του από την Εναγόμενη. Ισχυρίζεται ότι, εφόσον η απαίτηση του Ενάγοντα απορρίφθηκε στις 2/3/22, η αγωγή δεν καταχωρήθηκε εντός της εν λόγω περιόδου και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.

 

5.   Μέσω της Έκθεσης Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη καθιστά παραδεκτή τη θέση του Ενάγοντα σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος του δια της επιστολής ημερ.2/3/22. Παραδέχεται επίσης τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι, μετά την προαναφερόμενη απορριπτική της επιστολή ημερ.2/3/22, ο Ενάγοντας ζήτησε επανεξέταση των απαιτήσεων του και, ισχυρίζεται ότι, με επιστολή της ημερ.5/5/22 (όχι 5/3/22 ως αναφέρει ο Ενάγοντας) ανταποκρίθηκε παραπέμποντας αυτόν στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ.2/3/22.

 

6.   Ακολούθησε η από πλευράς του Ενάγοντα καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση μέσω της οποία απορρίπτει την προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης, ισχυριζόμενος ότι ο επίδικος όρος είναι αντισυνταγματικός και/ή παράνομος και/ή άκυρος και/ή χωρίς καμία νομική ισχύ ή έννομο αποτέλεσμα αφού περιόριζε με γενικό, αόριστο, ασαφή και απόλυτο τρόπο το δικαίωμα του Ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο καταστρατηγώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και/ή του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149) και/ή του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66 (Ι)/2012.

 

7.   Περαιτέρω και ανεξάρτητα ή και χωρίς βλάβη των προαναφερόμενων, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση που ήθελε βρεθεί ότι ο επίδικος όρος είναι έγκυρος και ισχυρός, η Εναγόμενη συμφώνησε σε επανεξέταση των θέσεων του κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντα, παρά την αρχική απόρριψη της απαίτησης του με την επιστολή ημερ.2/3/22. Κατόπιν της εν λόγω επανεξέτασης, η Εναγόμενη, με νέα επιστολή της ημερ.5/5/22, πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι υιοθετούσε το περιεχόμενο της επιστολής της ημερ.2/3/22. Ως εκ τούτου, η απαίτηση του Ενάγοντα, εάν κριθεί έγκυρος και ισχυρός ο επίδικος όρος, καταχωρήθηκε εντός της εμβέλειας αυτού, αφού καταχωρήθηκε εντός 6 μηνών από την απόρριψη της απαίτησης του στις 5/5/22.

 

III. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

8.   Η υπό κρίση αίτηση οποία βασίζεται επί της Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.θ.1-3 και 4, Δ.48 θ.θ.1-4, επί των συμφυών εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται, αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Υποτμηματάρχη του Τμήματος Απαιτήσεων Γενικών Κλάδων της Εναγόμενης, η οποία συνοδεύει την Αίτηση (στο εξής ως η «ΕΔ-ΘΚ»).

 

9.   Η Ενόρκως Δηλούσα στην ΕΔ-ΘΚ αναφέρεται στο ιστορικό της σχέσης των διαδίκων, τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, και την επικοινωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την εξέταση της απαίτησης του Ενάγοντα και τη συνεπακόλουθη απόρριψη της στις 2/3/22. Αναφέρεται επίσης στο αίτημα του Ενάγοντα για επανεξέταση των θέσεων επί των οποίων βασίστηκε η απαίτηση του, η οποία υποβλήθηκε μέσω μεσολαβητή του Ενάγοντα. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ο τελευταίος ζήτησε όπως η Εναγόμενη εξετάσει την πληρωμή μέρους της ζημιάς του, σε χαριστική βάση, κάτι το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από πλευράς της με την επιστολή ημερ.5/5/22. Η Εναγόμενη ουδέποτε είχε πρόθεση να διαφοροποιήσει την αρχική της θέση αλλά ούτε και είχε συμφωνήσει σε επανεξέταση του αιτήματος του Ενάγοντα. Προς υποστήριξη των εν λόγω θέσεων της επισυνάπτει ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, την πρόταση για ασφάλιση, την συμφωνία ασφάλισης και σχετική αλληλογραφία.

 

ΕΝΣΤΑΣΗ

10.          Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, των Άρθρων 2,3,7,13,21 και 22 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Ν.66(Ι)/2012, του Άρθρου 28 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, στο Άρθρο 32.3 του Ν.14/60, τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.19 θ θ.26, Δ.27 θ.1-4, Δ.29 θ.2, Δ.48 θθ.1, 2 και 4 και Δ.64 θ.1 και 2.

 

11.          Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: 1. Επειδή οι προδικαστικές ενστάσεις της Εναγόμενης περιέχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, η κατάσταση των οποίων δεν είναι βέβαιη και/ή δεδομένη ή επαρκής, δεν μπορούν να δικαστούν ως νομικά σημεία και δεν μπορεί να αποφασιστούν από το Δικαστήριο χωρίς προηγουμένως να ακούσει μαρτυρία επί των γεγονότων, 2. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα και/ή νομότυπα με βάση τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν.66(Ι)/2012, 3. Ο επίδικος όρος καταστρατηγεί τις διατάξεις του Άρθρου 30 του Συντάγματος και/ή του Άρθρου 28 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και είναι αντισυνταγματικός και/ή παράνομος και/ή χωρίς καμία ισχύ ή αποτέλεσμα εφόσον αποσκοπούσε στον απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος του Ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο, 4. Ο Ενάγοντας ουδέποτε εγκατέλειψε τις απαιτήσεις του δυνάμει της συμφωνίας ασφάλισης, 5. Σε περίπτωση που ο εν λόγω όρος θεωρείται έγκυρος και ισχυρός, με βάση την επιστολή της Εναγόμενης ημερ.5/5/2022, η παρούσα καταχωρήθηκε εντός 6 μηνών, ως αυτός προνοεί.

 

12.          Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της μητέρας του Ενάγοντα (στο εξής ως η «ΕΔ-ΧΛ»), η οποία αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα και ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Η ομνύουσα επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης σε σχέση με τον επίδικο όρο και αρνείται ότι η επιστολή της Εναγόμενης ημερ.2/3/22 ήταν τελική και ότι δεν άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της απαίτησης του Ενάγοντα. Αναφέρει η Εναγόμενη υπαναχώρησε από την αρχική της θέση και αποδέχτηκε να επανεξετάσει, και επανεξέτασε την απάντηση του Ενάγοντα και την έκθεση του πραγματογνώμονα του, παραπέμποντας στην αλληλογραφία που στάλθηκε από την Εναγόμενη.

 

13.          Περαιτέρω, η Ενόρκως Δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο μεσολαβητής εις τον οποίο γίνεται αναφορά στην ΕΔ-ΘΚ κατά την ουσιώδη περίοδο ενεργούσε για λογαριασμό και όφελος της Εναγόμενης και όχι για τον Ενάγοντα κάτι που, σύμφωνα με την ίδια, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της σχετικής επικοινωνίας. Ο Ενάγοντας δεν ζήτησε από την Εναγόμενη να πληρωθεί ή αποζημιωθεί χαριστικώς και η επικοινωνία του μεσολαβητή έγιναν με την πρωτοβουλία του τελευταίου για να εξυπηρετήσει τον Ενάγοντα και την οικογένεια του, οι οποίοι ήταν χρόνια πελάτες της Εναγόμενης, και για να μη χάσουν αυτούς από πελάτες τους.

 

IV. ΑΚΡΟΑΣΗ

 

14.          Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, μέσω γραπτών και προφορικών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνήγορων των μερών.

 

15.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και, όπου κρίνεται σκόπιμο, θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτό.

 

V.  ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

16.          Είναι εμφανές από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, ότι αυτή εδράζεται στην Δ.27 θ.θ.1 και 2 των Παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και ότι είναι στην συγκεκριμένη βάση που προωθείται η αίτηση εφόσον δεν προβάλλεται στα πλαίσια των αγορεύσεων του συνήγορου της Εναγόμενης, επιχειρηματολογία για διαγραφή της Αγωγής είτε στην βάση της Δ.19 θ.26 ή της Δ.27 θ.3[2], παρά τη συμπερίληψη τους στην νομική βάση της αίτησης..

 

17.          Η Δ.27 θ.1 προνοεί την έγερση νομικού σημείου δια της δικογραφίας, το οποίο ενδεχομένως να κρίνει και την όλη υπόθεση εξαρχής, κατά τη θ.2 της ίδιας Διαταγής:

«1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.»

18.          Στην υπόθεση ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v ANDREAS MALAK κα, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ.21/6/18, ECLI:CY:AD:2018:A297, λέχθηκε, στην απόφαση πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία με βάση τη Δ.27 θ.1 το οποίο, κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, δύναται να οδηγήσει σε εκ προοιμίου απόρριψη κατόπιν διαπίστωσης ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα, είναι δικαιοδοτικό. Ενόψει της σοβαρότητας του θέματος, παρέχεται η δυνατότητα να εγερθεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο προς εξέταση.

 

19.          Στην υπόθεση Χ' Οικονόμου v Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 949 συνοψίσθηκαν οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που του παρέχεται από τη Δ.27 θ.θ.1 και 2, ως εξής:

«Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.»

 

VI. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

20.          Το πρώτο θέμα το οποίο καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο, είναι η εισήγηση που γίνεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου της Εναγόμενης, ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να μη λάβει υπόψη την ΕΔ-ΧΛ, η οποία συνοδεύει την ένσταση του Ενάγοντα, και κατ’επέκταση να απορρίψει την τελευταία, καθότι η ενόρκως δηλούσα δεν παρείχε εξήγηση για τον λόγο που δεν προέβηκε στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο Ενάγοντας.

 

21.          Καταρχάς, η απόφαση επί της οποίας βασίζει η πλευρά της Εναγόμενης το πιο πάνω επιχείρημα της, εκδόθηκε στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005, στην οποία η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο και άπτετο της συγκεκριμένης ιδιότητας του ομνύοντα, εν όψει του ανεπιθύμητου να εμφανίζεται ένας δικηγόρος ως μάρτυρας ή ενόρκως δηλούντας σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπεί διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Περαιτέρω, αποφασίστηκε αργότερα στην Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva (2010) 1 ΑΑΔ 82 ότι η θέση ότι, εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί και εάν δεν το πράξει τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί ή να αγνοηθεί, δεν αποτελεί προϊόν αναγνωρισμένης αρχής, ούτε και εξάγεται από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (πιο πάνω).

 

22.          Στην παρούσα περίπτωση, δεν είναι δικηγόρος, και θεωρώ αναμένεται διαφορετική, ίσως και ελαστικότερη, προσέγγιση συγκριτικά με τις προαναφερόμενες αποφάσεις. Η ομνύουσα στην ΕΔ-ΧΛ αναφέρει ότι είναι η μητέρα του Ενάγοντα, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς της Εναγόμενης. Δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση και υπόθεση, ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση (Βλ. Σύγγελου v. Λοΐζου κ.α. Πολ. Έφ. Ε120/2013 ημερ. 21/12/2017) και ότι προβαίνει στην τελευταία και από νομικές συμβουλές που έχει λάβει από τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Οι εν λόγω αναφορές, δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς της Εναγόμενης, ούτε έχει η Ενόρκως Δηλούσα αντεξεταστεί επί αυτών. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι στην βάση των εν λόγω αναφορών ως και της σχετικής Νομολογίας, πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.39 θ.2[3] για την αποδοχή της ΕΔ-ΧΛ ως μαρτυρίας επί της οποίας δύναται να βασιστεί η ένσταση του Ενάγοντα.

 

23.          Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι, η ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησε ο Ενάγοντας, αναφέρει ότι τα γεγονότα επί της οποίας βασίζεται η ένσταση προκύπτουν από το φάκελο και την δικογραφία της υπόθεσης. Με βάση την Δ.48 θ.4(1) που διέπει την διαδικασία και τύπο των ενστάσεων σε ενδιάμεσες αιτήσεις, ένορκη δήλωση απαιτείται μόνο όπου τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας.[4] Ως εκ τούτου, τυχόν απόρριψη της ένορκης δήλωσης, δεν θα οδηγούσε κατ’ ανάγκη σε απόρριψη της ένστασης του Ενάγοντα εφόσον το Δικαστήριο δυνατόν να αντλούσε γνώση και από το περιεχόμενο του φακέλου και την δικογραφία της υπόθεσης, για σκοπούς εξέτασης των λόγων ένστασης που προβάλλονται από πλευράς του.

 

24.          Περαιτέρω, όσο αφορά το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου της Εναγόμενης, και αφορά τους δικογραφημένους στην Απάντηση ισχυρισμούς του Ενάγοντα, που κατά την Εναγόμενη, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, δεν με βρίσκει σύμφωνη η εν λόγω θέση. Η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα αναφέρεται στην αρχική απόρριψη της απαίτησης του από την Εναγόμενη, στο αίτημα του Ενάγοντα που ακολούθησε για την επανεξέταση της αλλά και στην απαντητική επιστολή της Εναγόμενης ημερ.5/5/22. Δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα αντίφασης μεταξύ των δύο δικογράφων του Ενάγοντα ούτε προβάλλεται οιαδήποτε αξίωση μέσω της απάντησης του η οποία δεν προβλήθηκε μέση της Έκθεσης Απαίτησης του.[5] Η Απάντηση του δεν διαφοροποιεί τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση, αντιθέτως, οι ισχυρισμοί στην Απάντηση του Ενάγοντα ανταποκρίνονται στην προδικαστική ένσταση που έγειρε η Εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης της και συμπληρώνουν τα κενά της Έκθεσης Απαίτησης, τα οποία κατέστησαν επίδικα εν όψει των δικογραφημένων ισχυρισμών της Εναγόμενης και, στην έκταση της προδικαστικής ένστασης, έχουν άξονα την τυχόν επανεξέταση της απαίτησης του Ενάγοντα.

 

25.          Ερχόμενη τώρα στο αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Ανάγνωση του λεκτικού της υπό κρίση προδικαστικής ένστασης δεικνύει ότι με αυτήν, στην ουσία, η Εναγόμενη επιζητεί την απόρριψη της αγωγής στη βάση του ότι δεν υφίσταται ενεργό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της σύμφωνα με τον επίδικο όρο, ο οποίος αποτελεί μέρος της συμφωνίας ασφάλισης που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων.

 

26.          Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, προκύπτει από τη σχετική δικογραφία ότι η απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα μέσω της επιστολής της Εναγόμενης ημερ.2/3/22 και η υποβολή αιτήματος από τον Ενάγοντα, μετά την προαναφερόμενη απόρριψη, για επανεξέταση των απαιτήσεων του, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, ως προκύπτει από το δικόγραφο της απάντησης του Ενάγοντα, δεν αμφισβητείται από πλευράς του Ενάγοντα η ύπαρξη του επίδικου όρου στην μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία Ασφάλισης. Όμως, αποτελεί θέση του τελευταίου, ότι αυτός είναι άκυρος, παράνομος και αντισυνταγματικός και ότι ακόμη και σε περίπτωση εγκυρότητας του, το δικαίωμα της Εναγόμενης να βασιστεί επί αυτού ενεργοποιήθηκε με την επιστολή της ημερ.5/5/22 και όχι με την επιστολή της ημερ.2/3/22, εν όψει της επανεξέτασης της απαίτησης του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα η αγωγή του να έχει εγερθεί εντός της συμβατικής προθεσμίας.

 

27.          Από την δικογραφία αλλά και την προσαχθείσα εκατέρωθεν μαρτυρία, συνάγεται ότι διίστανται οι εκδοχές μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα γεγονότα που ακολούθησαν την απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα στις 2/3/22, αλλά και τη σημασία αυτών.

 

28.          Από την μία, η Εναγόμενη θεωρεί ότι η απαίτηση του Ενάγοντα απορρίφθηκε στις 2/3/22, και δεν επανεξετάστηκε από πλευράς της, ώστε να θεωρείται η επιστολή της ημερ.5/5/22 νέα απόρριψη της απαίτησης του. Προς υποστήριξη των εν λόγω θέσεων της, επισύναψε τόσο αντίγραφο των σχετικών εγγράφων που αποτελούν μέρος της συμφωνίας ασφάλισης αλλά και της σχετικής αλληλογραφίας. Από απλή ανάγνωση της επιστολής ημερ.5/5/22 (Τεκμήριο 11 στην ΕΔ-ΘΚ), ενώ γίνεται αναφορά στο αίτημα επανεξέτασης του Ενάγοντα, δεν γίνεται αναφορά στο κατά πόσο η Εναγόμενη όντως επανεξέτασε την απαίτηση του Ενάγοντα ή όχι. Δηλαδή, τουλάχιστον στην βάση του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής και μόνο, φαίνεται να παραμένει μετέωρο το κατά πόσο η αναφερόμενη στην επιστολή ημερ.5/5/22 απόρριψη, ήταν αποτέλεσμα επανεξέτασης της απαίτησης του ή απλά επανάληψη της αρχικής θέσης της Εναγόμενης, χωρίς να έχει τύχει επανεξέτασης. Το ίδιο ισχύει και για την δικογραφημένη της θέση. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης γίνεται παραδεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι ζήτησε επανεξέταση της απαίτησης του, δεν προκύπτει ξεκάθαρα κατά πόσο το αίτημα του εγκρίθηκε ή όχι, ή κατά πόσο η απαίτηση έτυχε επανεξέτασης ή όχι. Από την άλλη, ο Ενάγοντας θεωρεί ότι η απαίτηση του επανεξετάστηκε και κατέληξε σε νέα απόρριψη από πλευράς της Εναγόμενης. Από απλή ανάγνωση του επίδικου όρου, από τα Τεκμήρια που κατέθεσε η Εναγόμενη μέσω της ΕΔ-ΘΚ, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς του Ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (Βλ. Τεκμήριο 3 στην ΕΔ-ΘΚ), δεν προνοείται στον επίδικο όρο οτιδήποτε σε σχέση με περιπτώσεις απόρριψης απαίτησης, η οποία έτυχε επανεξέτασης αφού ήδη απορρίφθηκε.

 

29.          Για τους πιο πάνω λόγους και κατ’ εφαρμογή των νομικών αρχών που έχω ανωτέρω παραθέσει, κρίνω ότι δεν εξάγεται από τα δικόγραφα, αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία, με την απαιτούμενη βεβαιότητα ένα στερεό πραγματικό υπόβαθρο που θα επέτρεπε την προδικαστική εκδίκαση του εγερθέντος νομικού ζητήματος. Οποιοδήποτε συμπέρασμα επί αυτού προϋποθέτει αντιπαραβολή των διιστάμενων εκδοχών και ερμηνεία και αξιολόγηση των σχετικών τεκμηρίων. Το ορθό πλαίσιο για τέτοιο εγχείρημα όμως είναι αυτό της δίκης και όχι της παρούσας αίτησης.


 

VII.         ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

30.          Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω στο ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα απορρίπτεται.

 

31.          Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. 

 

 

 

                                   

                                                                                    (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής 

 

 

 

 



[1] Βλ. Καν. 16, περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024, σε σχέση με ημερομηνία καταχώρησης στο σύστημα I-JUSTICE.

[2] «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just».

 

[3] «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.»

[4] «… Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.».

[5] Alikhani Borna, ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Hossein Alikhani ν. Γεώργιου Προδρόμου και άλλης (2012) 1 ΑΑΔ 657.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο