ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1872/2020
Μεταξύ:
Σ.Γ
Ενάγοντα,
ν.
ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εναγόμενου.
Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2025
Για τον Ενάγοντα:
κ. Α. Σαουρής για Α.ΣΑΟΥΡΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για τoν Εναγόμενo:
κα Ζ. Ερωτοκρίτου για ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη κράτηση του, ως και για παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας του και/ή της αξιοπρέπειας του.
II. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ
2. Μέσω της έκθεσης απαίτησης του, που συνοδεύει το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 34 ετών και έχαιρε άκρας υγείας. Την 1/6/2020 του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή του ενός (1) μηνός φυλάκισης στην Ποινική Υπόθεση 3Χ1Χ/20ΧΧ, η οποία και αναστάλθηκε για περίοδο τριών (3) χρόνων.
3. Παρά του ότι δεν εκδόθηκε ένταλμα κράτησης του, κατά την ίδια ημερομηνία, ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές και παρέμεινε έγκλειστος σε αυτές μέχρι τις 12/6/2020, λόγω απόφασης της Διευθύντριας των Κεντρικών Φυλακών ότι έπρεπε να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής των 68 ημερών, για το οποίο του δόθηκε Προεδρική Χάρη τον Δεκέμβριο του 2019 για προηγούμενη υπόθεση εις την οποία είχε καταδικαστεί σε 2,5 χρόνια φυλάκιση.
4. Ο Ενάγοντας στις 3/6/2020 μέσω του δικηγόρου του καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Αίτηση αρ.XX/2020 για έκδοση προνομιακού εντάλματος HABEAS CORPUS. Στις 11/6/2020 ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος εμφανίστηκε για την Δημοκρατία, κατόπιν υποδείξεων του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι θα μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και την επόμενη μέρα ο Ενάγοντας αποφυλακίστηκε. Η αίτηση αποσύρθηκε στη συνέχεια στις 16/6/2020 με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή.
5. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη ψυχική οδύνη και/ή μεγάλη ανησυχία (anxiety) και/ή εξευτελισμό και/ή ταπεινώθηκε η ανθρώπινη του υπόσταση και αξιοπρέπεια του και λόγω των συνθηκών διάπραξης των πιο πάνω παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων, οι οποίες είχαν σαν στόχο και έθιξαν την προσωπική του ελευθερία και αξιοπρέπεια του και/ή ήταν αντισυνταγματικές δικαιούται σε τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις.
ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ
6. Ο Εναγόμενος, στην Τροποποιημένη δυνάμει της Διαταγής 25 Έκθεση Υπεράσπισης του, αγνοεί και συνεπώς δεν παραδέχεται την ηλικία του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι έχαιρε άκρας υγείας.
7. Ο Εναγόμενος παραδέχεται την επιβολή της αναφερόμενης στην Έκθεση Απαίτησης ποινής στον Ενάγοντα την 1/6/2020 και την αποφυλάκιση του στις 12/6/2020 αλλά ισχυρίζεται ενήργησε ορθά και νόμιμα. Ειδικότερα, προς υποστήριξη της προαναφερόμενης θέσης του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται τα πιο κάτω:
8. Ότι ο Ενάγοντας από τις 15/1/2018, βάση Δικαστικής απόφασης στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμόν 5X1X/20XXτου Ε.Δ. Λεμεσού, εξέτιε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών. Κατά τις 19/12/2019, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δυνάμει των εξουσιών που του παρέχονται από το Άρθρο 53.4 του Συντάγματος, ανέστειλε τις ποινές φυλάκισης κατάδικων, περιλαμβανομένης και αυτής του Ενάγοντα, για περίοδο τριών (3) ετών από 20/12/2019. Ως αποτέλεσμα, ο Ενάγοντας αποφυλακίστηκε με όρους ως αυτοί αναφέρονταν στο σχετικό ένταλμα του Προέδρου της Δημοκρατίας.
9. Κατά τις 27/3/2020, ο Ενάγοντας παραλήφθηκε στο Τμήμα Φυλακών ως υπόδικος, σύμφωνα με ένταλμα προφυλάκισης ή κράτησης για δίκη, στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 3Χ1Χ/20ΧΧ του Ε.Δ. Λεμεσού. Την 1/6/2020, το Ε.Δ. Λεμεσού επέβαλε στον Ενάγοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, ενός (1) μηνός στην τέταρτη κατηγορία και είκοσι (20) ημερών στην τρίτη κατηγορία, η εκτέλεση των οποίων αναστάλθηκε για τρία (3) έτη από 1/6/2020. Λόγω του ότι ο Ενάγοντας διέπραξε νέο αδίκημα και καταδικάστηκε για αυτό πριν την λήξη της περιόδου αναστολής των τριών (3) που του δόθηκε σε ποινή φυλάκισης, τέθηκαν σε αυτόματη εφαρμογή οι όροι του Προεδρικού Εντάλματος ημερ.19/12/2019 και ενεργοποιήθηκε αυτόματα η ανασταλείσα ποινή των εβδομήντα πέντε (75) ημερών που ο Ενάγοντας όφειλε να εκτίσει από την προηγούμενη καταδίκη του στην υπόθεση υπ’ αριθμό 5X1X/20XXκαι ως εκ τούτου επέστρεψε στις Κεντρικές Φυλακές την 1/6/2020.
10. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας είναι άτομο το οποίο συχνά απασχόλησε την Αστυνομία και τα Δικαστήρια με την διάπραξη ποινικών αδικημάτων, στα οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί του για ψυχική οδύνη και/ή ανησυχία και/ή εξευτελισμό είναι υπερβολικοί και/ή παράλογοι και/ή αβάσιμοι.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
11. Στην απάντηση του ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, εμμένει σε αυτούς της Έκθεσης Απαίτησης του και ισχυρίζεται ότι λόγω της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα, δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης των 68 ημερών, η οποία εξάλλου ενεργοποιήθηκε σε νεότερη καταδίκη του Ενάγοντα σε ποινή άμεσης φυλάκισης στις 27/5/2021, κάτι το οποίο ισχυρίζεται ότι συνιστά παραδοχή του λάθους του Εναγόμενου και αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση των σχετικών ισχυρισμών του στα πλαίσια της υπεράσπισης του.
III. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
12. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι κατέθεσαν από κοινού στο Δικαστήριο κατάλογο παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων (Έγγραφο ‘Α’). Στην βάση του τελευταίου κατατέθηκε δέσμη αντιγράφων των τελευταίων (Δέσμη Εγγράφων ‘Β’) η οποία αποτελείτο από τα ακόλουθα έξι (6) έγγραφα: 1. Αντίγραφο Εντάλματος Προφυλάκισης ή Κράτησης για δίκη ημερ.27/3/2020 (Έγγραφο 1), 2. Αντίγραφο Κατηγορητηρίου Ποινικής Υπόθεσης με αρ.3Χ1Χ/20ΧΧ Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Έγγραφο 2), 3. Αντίγραφο πρακτικών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Ποινική Υπόθεση με αρ.3Χ1Χ/20ΧΧ ημερ.1/6/2020 (Έγγραφο 3), 4. Αντίγραφο του Εντάλματος Αναστολής ποινής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ημερ.19/12/2019 (Έγγραφο 4), 5. Αντίγραφο επιστολής Τμήματος Φυλακών ημερ.9/11/2021 (Έγγραφο 5) και 6. Αντίγραφο επιστολής Τμήματος Φυλακών ημερ.29/11/2021 (Έγγραφο 6).
13. Ακολούθως, κατέθεσε ως ο μόνος μάρτυρας στα πλαίσια της διαδικασίας ο ίδιος ο Ενάγοντας (‘ΜΕ1’). Η πλευρά του Εναγόμενου δεν παρουσίασε οιονδήποτε μάρτυρα.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ (‘ΜΕ1’)
Κυρίως Εξέταση
14. Η κυρίως εξέταση του Ενάγοντα περιορίστηκε σε προφορικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον συνήγορο του.
15. Ο Ενάγοντας αναγνώρισε το ένταλμα του Προέδρου της Δημοκρατίας (Βλ. Έγγραφο 4 της Δέσμης Εγγράφων ’Β’) και την υπογραφή του επί του εν λόγω εγγράφου. Ανέφερε ότι δεν διάβασε το σχετικό κείμενο που περιέχετο σε αυτό και επεξήγησε την προσωπική του αντίληψη του σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής του.
16. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε επίσης στην προφυλάκιση του στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης αρ.3719/20 του Ε.Δ. Λεμεσού, υπό την ιδιότητα του ως υπόδικος δυνάμει του σχετικού εντάλματος και τα όσα, σύμφωνα με τον ίδιο, διαδραματίστηκαν την 1/6/2020, αφού του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, αφού μεταφέρθηκε αυθημερόν στις φυλακές, διαμαρτυρήθηκε στην Διευθύντρια και Υποδιευθύντρια, οι οποίες του εξήγησαν ότι η κράτηση του δεν ήταν παράνομη και ότι είχαν λάβει σχετική γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο δικηγόρος του κατέθεσε διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο, και μετά από υπόδειξη του τελευταίου, ο Ενάγοντας αποφυλακίστηκε.
17. Τέλος, ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στην ψυχολογική του κατάσταση κατά την κράτηση του αλλά και στην επιβολή του, εν όψει των παραπόνων του, σε απομόνωση έξι ημερών σε κλειστό δωμάτιο, χωρίς οπτική επαφή με τον έξω κόσμο.
Αντεξέταση
18. Κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι εξέτισε ξανά φυλάκιση 4-5 φορές και ότι γνώρισε κάποια άτομα, αλλά δεν έχει κανένα που θέλει να ‘κάμει φυλακή’. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε ότι μόλις μεταφέρθηκε στις κεντρικές τσακώθηκε με την διεύθυνση και τον ‘έριξαν’ στην απομόνωση. Σε σχετική υποβολή, απάντησε ότι ένεκα της κράτησης του υπέστη ζημιά ο ίδιος και τα τέκνα του (‘κοπελλούθκια μου’). Περαιτέρω, σε σχέση με τους όρους του Προεδρικού εντάλματος και της αναστολής, απάντησε ότι είναι αγράμματος, παρέπεμψε στις αναφορές επί της κάρτας που του δόθηκε όταν μεταφέρθηκε στην φυλακή και εισηγήθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να εξασφαλιστεί γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα η ώρα 1 μ.μ. σε σχέση με την κράτηση του, αφού του επιβλήθηκε η ποινή με αναστολή.
ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
19. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων καταχωρήθηκαν γραπτά κείμενα από πλευράς των συνήγορων των διαδίκων, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα αγόρευσε και προφορικά, συμπληρωματικά των γραπτών του θέσεων. Κατόπιν διευκρινήσεων που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, παρά τις σχετικές αναφορές στην γραπτή του αγόρευση, περιόρισε την αξίωση του Ενάγοντα εγκαταλείποντας την διεκδίκηση των παραδειγματικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων.
20. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων αμφότερων συνήγορων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από πλευράς του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει ειδική αναφορά σε αυτό.
IV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΩΝ Ή ΜΗ ΑΜΦIΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
21. Από τις έγγραφες προτάσεις, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, αλλά και από τα όσα κατέστησαν μεταξύ των μερών παραδεκτά μέσω του Εγγράφου ‘Α’ και της Δέσμης Εγγράφων ‘Β’, προκύπτουν ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα τα ακόλουθα γεγονότα:
(α) Ο Ενάγοντας είναι από Λεμεσό και ήταν ηλικίας 34 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο.
(β) Ο Εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας βάση του Άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60.
(γ) Ο Ενάγοντας από τις 15/1/2018, βάση Δικαστικής απόφασης στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 5X1X/20XXτου Ε.Δ. Λεμεσού, εξέτιε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών στις Κεντρικές Φυλακές, με ημερομηνία απόλυσης (χωρίς προεδρική χάρη) την 14/7/2020 και με βάση το Άρθρο 12 του Περί Φυλακών Νόμου την 4/3/2020.
(δ) Κατά την 19/12/2019, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δυνάμει των εξουσιών που του παρέχονται από το Άρθρο 53.4 του Συντάγματος, ανέστειλε τις ποινές φυλάκισης κατάδικων, συμπεριλαμβανομένου του υπολοίπου της ποινής του Ενάγοντα, για περίοδο τριών (3) ετών από 20/12/2019.
(ε) Ως αποτέλεσμα της προαναφερόμενης αναστολής, ο Ενάγοντας αποφυλακίστηκε στις 20/12/2019 χωρίς να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του, με όρους ως αυτούς που αναφέρονταν στο σχετικό Ένταλμα του Προέδρου της Δημοκρατίας ημερ.19/12/2019, δηλαδή το Έγγραφο 4 της Δέσμης Εγγράφων ‘Β’ με το οποίο εξουσιοδοτείτο η Διευθύντρια των Φυλακών όπως προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες. Σχετικός με την αναστολή της ποινής του Ενάγοντα ως και την άρση αυτής, ήταν ο ακόλουθος όρος του Έγγραφου 4 της Δέσμης Εγγράφων ‘Β’ :
«Αναστέλλονται οι ποινές τους για περίοδο 3 ετών από 20/12/2019. Εάν οποτεδήποτε προ της παρόδου της αναστολής οποιοσδήποτε κατάδικος διαπράξει νέο αδίκημα και καταδικαστεί δι' αυτό είτε μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου των 3 ετών σε ποινή φυλάκισης, η ανασταλείσα κατά τα ανωτέρω ποινή θα ενεργοποιηθεί αυτόματα, εις τρόπον ώστε, μετά την έκτιση της οποιασδήποτε τέτοιας νέας ποινής, ο κατάδικος να εκτίσει, εν συνεχεία το υπόλοιπο της δυνάμει του παρόντος εντάλματος ανασταλείσας ποινής.
Νοείται ότι σε περίπτωση κατά την εκπνοή της περιόδου αναστολής δεν θα εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον ποινικού δικαστηρίου κατά του κατάδικου για αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως, το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής μειώνεται κατά τρόπο ώστε ο κατάδικος να μην επανέλθει στη φυλακή. Περαιτέρω και εάν κατά την εν λόγω εκπνοή εκκρεμεί τέτοια διαδικασία εναντίον του κατάδικου η αναστολή θα συνεχίζεται μέχρι εκδόσεως τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως οπότε, εν περιπτώσει αθωώσεως ή μη επιβολής ποινής φυλακίσεως, το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής μειώνεται κατά τρόπον ώστε ο διάδικος να μην επανέλθει στη φυλακή ενώ, εν περιπτώσει καταδίκης και επιβολής ποινής φυλακίσεως θα ισχύουν όσα ανωτέρω αναφέρονται περί ενεργοποιήσεως της ανασταλείσας ποινής.»
(στ) Μετά την πιο πάνω απόλυση του, ο Ενάγοντας αντιμετώπισε κατηγορίες για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά τις 24/3/2020[1] και την 1/6/2020 το Ε.Δ. Λεμεσού, στην Ποινική Υπόθεση αρ.3Χ1Χ/20ΧΧ, επέβαλε στον Ενάγοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός (1) μηνός στην τέταρτη κατηγορία και είκοσι (20) ημερών στην τρίτη κατηγορία, η εκτέλεση των οποίων αναστάλθηκε για τρία (3) έτη από 1/6/2020. Παράλληλα, διατάχθηκε η απόλυση του Ενάγοντα, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος για σκοπούς της συγκεκριμένης υπόθεσης, από τις 27/3/2020.
(ζ) Ο Ενάγοντας την 1/6/2020 και μετά την επιβολή της πιο πάνω ποινής, δεν αφέθηκε ελεύθερος αλλά κατέστη κατάδικος και μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για να εκτίσει ποινή φυλάκισης από προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση υπ’ αριθμό 5X1X/20XXτου Ε.Δ. Λεμεσού.
(θ) Ο Ενάγοντας καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Αίτηση υπ’ αριθμόν XX/2020 για έκδοση προνομιακού εντάλματος HABEAS CORPUS, η οποία αποσύρθηκε με έξοδα εναντίον της Δημοκρατίας, καθότι ο Ενάγοντας στις 12/6/2020 αφέθηκε ελεύθερος.
22. Τα πιο πάνω, αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν από τα έγγραφα που περιέχονται στο σχετικό κατάλογο του ‘Έγγραφου ‘Α’ και που κατατέθηκαν από κοινού ως Δέσμη Εγγράφων ‘Β’ και των οποίων το περιεχόμενο είναι παραδεκτό από αμφότερα μέρη, αποτελούν αυτόματα όλα μαζί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
V. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ/ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
23. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα και του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και αξιώσεων των διαδίκων, προκύπτει ως κύριο επίδικο ζήτημα το κατά πόσο η κράτηση του Ενάγοντα ήταν παράνομη, αφού το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί το θεμέλιο λίθο επί του οποίου εδράζεται η αξίωση του.
24. Στην περίπτωση που κριθεί ότι η κράτηση του ήταν παράνομη, παραμένει προς επίλυση το κατά πόσο δικαιούται ο Ενάγοντας στο είδος των αποζημιώσεων που διεκδικεί για παράνομη κράτηση και/ή για παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας και/ή της αξιοπρέπειας του, και το ύψος αυτών.
VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ/ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
25. Προχωρώ στην αξιολόγηση του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης που σχετίζονται με τα πιο πάνω βασικά επίδικα ζητήματα αλλά και σε άλλα παρεμφερή και σχετιζόμενα γεγονότα με αυτά. Αναφορά στη μαρτυρία καθώς και στα έγγραφα που κατατέθηκαν θα γίνεται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης τους, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και έχουν αξιολογηθεί από το Δικαστήριο.
26. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τον Ενάγοντα, ως τον μόνο μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α. (2008) 1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολ.Εφ.αρ. 328/2011, ημερομ. 31/5/17, ECLI:CY:AD:2017:A202). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.). Σημειώνω ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Νεοφύτου v. Γερακιώτη (2010) 1 ΑΑΔ 25 και Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, ημερ.25/5/22, ECLI:CY:AD:2022:A214).
27. Επίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another (1986) 1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou 1 CL.R. 257, 263, Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215 και Χρίστου ν Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 45).
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μ.Ε.1/ΕΝΑΓΟΝΤΑ
28. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τον Ενάγοντα να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται ότι, το γεγονός ότι η πλευρά του Εναγόμενου δεν προσκόμισε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας του Ενάγοντα από το Δικαστήριο.
29. Το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα που συνάδει με τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως ανωτέρω, γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Η υπόλοιπη μαρτυρία του Ενάγοντα, θεωρώ ότι, στα πλείστα σημεία της, ήταν σταθερή, είχε συνοχή και δεν έχει αντικρουστεί από αντίθετη και θετική μαρτυρία, ενώ σε άλλα σημεία δεν έχει αμφισβητηθεί στην κατάλληλη έκταση κατά την αντεξέταση του.
30. Θεωρώ ότι ο Ενάγοντας ήταν ειλικρινής σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες μεταφέρθηκε πίσω και κρατήθηκε στις κεντρικές φυλακές μετά την επιβολή της νέας του ποινής και την εντύπωση που είχε ως προς τα δικαιώματα του. Η τελευταία εξάλλου βρίσκει έρεισμα και στις διαμαρτυρίες και αντιδράσεις του κατά τον εν λόγω χρόνο σε σχέση με την κράτηση του ως και στις διαδικασίες που κίνησε για να την προσβάλει, σχεδόν άμεσα. Αποδέχομαι επίσης την θέση ότι ένεκα των διαμαρτυριών και αντιδράσεων του κατά της κράτησης του, επιβλήθηκε στον Ενάγοντα εγκλεισμός σε απομόνωση, η οποία θέση θεωρώ ότι, πέραν ορισμένων γενικών υποβολών από την άλλη πλευρά, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε συγκεκριμένο που να την αντικρούει.
31. Αποτιμώντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα στο σύνολο της, θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά.
VII. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
32. Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου τα οποία εξάγονται από τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία όπως αυτή έχει κριθεί ως αποδεκτή.
33. Πέραν της επίδικης κράτησης του, ο Ενάγοντας κρατήθηκε και στο παρελθόν στις Κεντρικές Φυλακές για σκοπούς φυλάκισης του κατόπιν καταδίκης. Ο Ενάγοντας υπέγραψε το Προεδρικό Ένταλμα για σκοπούς αναστολής της ποινής του, αλλά χωρίς να κατανοεί τους σχετικούς όρους. Από την αρχή, αλλά και κατά την διάρκεια, της επίδικης κράτησης προέβηκε σε διαμαρτυρίες ως προς την νομιμότητα αυτής. Επιβλήθηκε στον Ενάγοντα κατά την διάρκεια της επίδικης κράτησης του εγκλεισμός σε δωμάτιο απομόνωσης για περίοδο 6 ημερών, χωρίς ορατότητα προς τα έξω. Ο Ενάγοντας κατά την διάρκεια της κράτησης του αλλά και του εγκλεισμού του σε απομόνωση, δεν ένιωθε καλά για λόγους που αφορούσαν το άδικο, σύμφωνα με τον ίδιο, της κράτησης του ως και γιατί δεν μπορούσε να δει τα τέκνα του.
VIII. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ & ΕΠΙΛΥΣΗ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
34. Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων η οποία έννοια έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (‘is more probable than not’). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο ο Ενάγων, απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή του, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση.
35. Στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου στρέφομαι τώρα στα υπό επίλυση επίδικα θέματα. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε ο Ενάγων διεκδικεί αποζημιώσεις λόγω της κατ’ισχυρισμόν παράνομης κράτησης του και της παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του που υπέστη ένεκα της τελευταίας.
36. Εν προκειμένω, θεμελιακό είναι το άρθρο 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα ελευθερίας και ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, ώστε κάποιος πολίτης να στερηθεί νόμιμα της ελευθερίας του. Στο ίδιο άρθρο μάλιστα αναφέρονται και τα δικαιώματα ατόμου για προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα της κράτησής του, όπως επίσης τα δικαιώματα που προκύπτουν σε περίπτωση παραβίασης του. Παρομοίως, το δικαίωμα προσώπου, στη βάση ισχυριζόμενης παράνομης κράτησης του, να απαιτεί, μέσω αγωγής, αποζημιώσεις, κατοχυρώνεται και από το άρθρο 29 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου.
37. Εν όψει του ότι ο Εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας βάση του Άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60[2] σχετικό επίσης είναι το άρθρο 172 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί τα εξής:
«Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.»
38. Επανερχόμενη στο άρθρο 11 του Συντάγματος παρατίθενται πιο κάτω, στην έκταση που κρίνονται σχετικά για σκοπούς επίλυσης της υπό εξέταση διαφοράς, τα όσο προνοεί:
«1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφαλείας.
2. Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις:
(α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκην αυτού υπό αρμοδίου δικαστηρίου,
(β) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου,
(γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου ενεργουμένης προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα ή οσάκις η σύλληψις ή κράτησις θεωρηθή ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδισιν διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά την διάπραξιν αυτού,
(δ) …. (ε) …, και (στ) ..........................................................................................................................
7. Πας στερηθείς της ελευθερίας αυτού δια συλλήψεως ή κρατήσεως δικαιούται να προσφύγη εις το αρμόδιον δικαστήριον, ίνα τούτο κρίνη ταχέως την νομιμότητα της κρατήσεως και διατάξη την απόλυσιν αυτού, εάν η κράτησις δεν είναι νόμιμος.
8. Ο κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου συλληφθείς ή κρατηθείς έχει αγώγιμον δικαίωμα προς αποζημίωσιν.»
39. Σύμφωνα με το άρθρο 155.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως ίσχυε και κατά τον ουσιώδη χρόνο, το αρμόδιο Δικαστήριο για σκοπούς του εδαφίου 7 (Άρθρο 11, πιο πάνω), είναι το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο «έχει αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να εκδίδη εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari.» Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας, με σκοπό την αμφισβήτηση της νομιμότητας της επίδικης κράτησης και την απόλυση του από την τελευταία, καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Αίτηση υπ’αριθμόν XX/2020 για έκδοση προνομιακού εντάλματος HABEAS CORPUS. Προηγήθηκε όμως η απόλυση του πριν την εκδίκαση της ουσίας της Αίτησης του κάτι που φαίνεται να οδήγησε στην απόσυρση της εφόσον, προφανώς, κατέστη άνευ αντικειμένου.[3] Αυτό που υπέχει όμως σημασίας στο παρόν πλαίσιο είναι ότι η απόλυση του Ενάγοντα δεν ήταν αποτέλεσμα της κρίσης του αρμόδιου Δικαστηρίου επί της νομιμότητας της κράτησης του ή λόγω κατάληξης του ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 11 από πλευράς της Δημοκρατίας.
40. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου στην βάση του παραδεκτού υπόβαθρου, ότι ο Ενάγοντας από τις 15/1/2018, εξέτιε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών στις Κεντρικές Φυλακές, η οποία ανεστάληκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για περίοδο τριών (3) ετών από 20/12/2019 υπό όρους, με αποτέλεσμα την αποφυλάκιση του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Προεδρικού Εντάλματος (Βλ. Έγγραφο 4, Δέσμη Εγγράφων ‘Β’), η εν λόγω αναστολή τελούσε υπό τον όρο ότι, εάν οποτεδήποτε προ της παρόδου της αναστολής ο Ενάγοντας διέπραττε νέο αδίκημα και καταδικάζετο δι' αυτό είτε μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου των 3 ετών σε ποινή φυλάκισης, η ανασταλείσα ποινή θα ενεργοποιείτο αυτόματα, με τρόπο ώστε, μετά την έκτιση της οποιασδήποτε τέτοιας νέας ποινής, ο Ενάγοντας να εκτίσει, εν συνεχεία το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής του.
41. Σημειώνεται ότι, η εξουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας για αναστολή, μείωση ή μετατροπή οιασδήποτε ποινής είναι πρωτογενής, εκπηγάζει απευθείας από το Σύνταγμα, συγκεκριμένα το Άρθρο 53.4 και η άσκηση της δεν ελέγχεται δικαστικά.[4]
42. Η αναστολή της ποινής στα πλαίσια του άρθρου 53.4 του Συντάγματος, σημαίνει προσωρινή διακοπή της έκτισης της ποινής και συνακόλουθα η ισχύς της δικαστικής απόφασης μετατίθεται σε μελλοντικό χρόνο. Όπως εξηγήθηκε από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Δημοκρατία ν. Σαμψών (1991) 1 Α.Α.Δ. 858, 874 «η αναστολή, όπως ο όρος υποδηλώνει, μεταθέτει, για όσο χρόνο διαρκεί, την ισχύ της δικαστικής απόφασης και μετατοπίζει σε μελλοντικό χρόνο την εκτέλεσή της». Οπότε, «μετά τον τερματισμό της αναστολής της ποινής ..... ενεργοποιείται η ισχύς της δικαστικής απόφασης με όλες τις συνέπειες που ενέχει. Η απόφαση συνιστά αφενός διαταγή προς τον καταδικασθέντα να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του και, αφετέρου, παρέχει εξουσιοδότηση στο Διευθυντή των Φυλακών να προβεί στην κράτηση του.». Η εν λόγω ερμηνεία του όρου «αναστολή» ενισχύεται από το ίδιο το πλαίσιο του κειμένου του άρθρου 53.4 όπου σύμφωνα με τη συγκεκριμένη Συνταγματική διάταξη παρέχονται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας άλλες δύο εξουσίες παράλληλα προς αυτή της αναστολής ήτοι, η εξουσία της μείωσης της ποινής καταδίκου και η εξουσία μετατροπής της ποινής καταδίκου. Από την σχετική Νομολογία προκύπτει επίσης ότι όπου το ένταλμα του Προέδρου της Δημοκρατίας αναφέρεται σε αναστολή της ποινής, ο χρόνος της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο διάρκειας της ποινής.[5]
43. Όσο αφορά τώρα την άρση της αναστολής σε περιπτώσεις όπου η ποινή ανεστάλη δυνάμει του άρθρου 53.4, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Ζανάς Κυριάκος (2013) 1 ΑΑΔ 1156, όπου το Προεδρικό Ένταλμα περιείχε πανομοιότυπο όρο αναστολής της ποινής του Εφεσείοντα με το Προεδρικό Ένταλμα στην υπό εξέταση υπόθεση. Στην συγκεκριμένη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η κύρια βάση ελέγχου του τρόπου ενεργείας του Διευθυντή των Φυλακών αποτελούσε η προσφερόμενη, με βάση το Προεδρικό Διάταγμα, αναστολή και κατ' επέκταση η άρση της αναστολής. Η σαφής λεκτική διατύπωση του Προεδρικού Διατάγματος ήταν καταλυτικής σημασίας για σκοπούς ερμηνείας του επίμαχου όρου, ειδικότερα όσο αφορά την μείωση της ποινής κατόπιν αναστολής αυτής, με αποτέλεσμα να κριθεί ορθή η άρση της αναστολής που επέβαλε ο Διευθυντής των Φυλακών η οποία οδήγησε στην έκτιση από τον Εφεσείοντα του υπολοίπου της περιόδου της ανασταλείσας ποινής. Στο ίδιο πλαίσιο αξίζει να αναφερθεί ότι στις περιπτώσεις αυτόματης ενεργοποίηση ποινής η οποία αναστάλθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την απόφαση στην Σωτηριάδου Μαρία ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 356, ο κατηγορούμενος υποχρεωτικά εκτίει διαδοχικά με την επιβληθείσα για το νέο αδίκημα ποινή και σε όλη την έκτασή της που είχε απομείνει πριν την αναστολή της.[6]
44. Στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγοντας, για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 24/3/2020, καταδικάστηκε την 1/6/2020 σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με περίοδο αναστολής τριών ετών. Το λεκτικό του όρου του Προεδρικού Εντάλματος ως προς το ζήτημα αυτό θεωρώ είναι σαφές. Συνεπακόλουθα, αφού η διάπραξη των εν λόγω νέων αδικημάτων και η καταδίκη του για αυτά έλαβαν χώρα πριν την πάροδο της περιόδου αναστολής, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας παραβίασε τον όρο που του επιβλήθηκε μέσω του Προεδρικού εντάλματος για αναστολή της ποινής φυλάκισης του. Αναπόφευκτό αποτέλεσμα ήταν να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση του να εκτίσει το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής του.
45. Εντούτοις, ενώ η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής του Ενάγοντα, σύμφωνα με το λεκτικό του Προεδρικού Εντάλματος ήταν αυτόματη, προνοείτο στον σχετικό όρο επίσης ότι η έκτιση του υπολοίπου της ανασταλείσας ποινής θα γινόταν μετά την έκτιση της νέας ποινής που του επιβλήθηκε («..η ... ποινή θα ενεργοποιηθεί αυτόματα, εις τρόπον ώστε, μετά την έκτιση της οποιασδήποτε τέτοιας νέας ποινής, ο κατάδικος να εκτίσει, εν συνεχεία το υπόλοιπο της δυνάμει του παρόντος εντάλματος ανασταλείσας ποινής.»). Ενώ η νέα ποινή που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα από το Ε.Δ. Λεμεσού, στην Ποινική Υπόθεση αρ.3Χ1Χ/20ΧΧ ήτο ποινή φυλάκισης, η εκτέλεση της αναστάλθηκε για τρία (3) έτη από 1/6/2020 κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου που επέβαλε αυτή.
46. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, ποινή φυλάκισης που επιβάλλεται σε κατηγορούμενο από το Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 3 [(1) και (2)] του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (95/1972), παραμένει ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς του Νόμου και ο χαρακτήρας της φύσης της δεν αλλοιώνεται. [7] Το μόνο που διαφοροποιείται είναι η εκτέλεση της, η οποία αναστέλλεται, καθώς ο κύριος λόγος είναι να αποφευχθεί ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου στη φυλακή.[8] Για τον λόγο αυτό η ποινή φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης, δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα το ύψος της ποινής και ακολούθως εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της.[9]
47. Σχετικό επίσης, κατά την άποψη μου, είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 409, με αναφορά στις αρχές που εκτίθενται στην υπόθεση Dimitri Parashou Louka v. The Police (1986) 2 C.L.R. 141:
«Το Δικαστήριο τότε εξέτασε το θέμα κατά πόσο θα έπρεπε να διατάξει την ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης την οποία το Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα παλαιότερα. Καθοδογήθηκε στο θέμα αυτό από τις αρχές που εκτίθενται στην υπόθεση Dimitri Parashou Louka v. The Police (1986) 2 C.L.R. 141 και ειδικά στα αποσπάσματα που βρίσκονται στις σελ. 147-148 τα οποία είχε την επιμέλεια αφού παράθεσε το αρχικό αγγλικό κείμενο να παραθέσει σε δική του ελεύθερη μετάφραση την οποία και κρίνουμε χρήσιμο να επαναλάβουμε εδώ και εμείς.
"Το άρθρο 4, εδάφιον 1 του Νόμου 95/72 που αντανακλά την πολιτική του Νόμου σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των όρων της αναστολής θεωρεί την ενεργοποίηση σαν τον κανόνα και την υιοθέτηση των υπαλλακτικών μέτρων σαν την εξαίρεση. Αυτό έχει επίσης αποφασιστεί σαν το αποτέλεσμα της ανάλογης Αγγλικής Νομοθεσίας όπως φαίνεται από την απόφαση στην Peter Stevens (55 Cr. App. R. 154). Στην Stevens το Δικαστήριο τόνισε 'όταν σε ένα άνθρωπο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης με αναστολή του λέγεται ότι αν διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα κατά κανόνα θα του επιβληθεί η διάρκεια της ποινής φυλάκισης με αναστολή.'
Είναι σχετικό να υπενθυμίσουμε ότι ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή απλά αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής. Δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα της φύσης της. Δεν είναι κατά οποιοδήποτε τρόπο υπαλλακτική της κηδεμονίας ή της απόλυσης του κατηγορουμένου με εγγύηση με ή χωρίς εγγυητές ούτε πρέπει η περίοδος της φυλάκισης να είναι μακρύτερη εξ αιτίας της αναστολής. Όταν γίνει παράβαση των όρων της αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση" είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειωμένη εξ αιτίας οποιωνδήποτε ελαφρυντικών περιστάσεων.
Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης. Στην απουσία κατάλληλων περιστάσεων που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής ενεργοποίηση πρέπει, σαν κανόνας, να διατάσσεται.
Η αναστολή εξαρτάται αποκλειστικά από τους όρους που καθορίζονται στο διάταγμα και όχι από τη διάρκεια της φυλάκισης ή οποιαδήποτε επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής. Όπου οι όροι της αναστολής πα-ραβαίνονται το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης εξαφανίζεται. Και ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί διότι παραβαίνοντας τους όρους υπό τους οποίους η φυλάκιση αναστάληκε, υπολογισμένα να ριψοκινδυνεύει την ελευθερία του την οποία στερείται εξ αιτίας της δικής του εσκεμμένης πράξης."»
(Οι υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου)
48. Με βάση τα πιο πάνω, και εφόσον με την επιβολή της νέας ποινής στον Ενάγοντα η εκτέλεση αυτής αναστάλθηκε, δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστεί ο τρόπος έκτισης της ανασταλείσας, σύμφωνα με τους όρους του Προεδρικού Εντάλματος, ποινής του. Παρά το γεγονός ότι η υποχρέωση του Ενάγοντα να εκτίσει το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής του ενεργοποιήθηκε, κατά τον χρόνο που τέθηκε υπό κράτηση ο Ενάγοντας δεν καθίστατο δυνατόν να προστεθεί η περίοδος έκτισης της ανασταλείσας ποινής του στην περίοδο της νέας ποινής που του υποβλήθηκε, εφόσον δεν τίθετο ζήτημα, τουλάχιστον κατά τον εν λόγω χρόνο, έκτισης της τελευταίας.
49. Ως εκ των ανωτέρω, έπεται ότι η κράτηση του Ενάγοντα για σκοπούς έκτισης του υπολοίπου της ανασταλείσας ποινής του, κατά τον χρόνο και τον τρόπο που διενεργήθηκε, δεν έγινε σύμφωνα με τους όρους του Προεδρικού Εντάλματος και συνακόλουθα ήταν παράνομη.
50. Στην παρούσα υπόθεση, ο Ενάγοντας δεν διεκδικεί οποιεσδήποτε ειδικές αποζημιώσεις και περιόρισε την απαίτησή του σε γενικές αποζημιώσεις στη βάση του ισχυρισμού του περί παράνομης κράτησής του. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο, ακόμα και στην απουσία πραγματικής ζημίας ο ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις εξαιτίας της παραβίασης συνταγματικού του δικαιώματος.
51. Στην απόφαση στην υπόθεση Τάκης Γιάλλουρος ν. Ευγένιου Νικολάου (2001) 1 ΑΑΔ 558, αποφασίστηκε, ότι σε περίπτωση παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος, ακόμα και εάν δεν αποδεικνύεται υλική ζημία, ακόμα και εάν δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, το «θύμα» δικαιούται σε αποζημιώσεις. Συνεπώς, ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις, και το δικαίωμα αποζημίωσης έλκεται απευθείας από το άρθρο 11.8 του Συντάγματος και υπάρχει περαιτέρω θεσμοθετημένο αντίστοιχο αστικό αδίκημα υπό την μορφή του Άρθρου 29 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (ΚΕΦ.148).
52. Στην υπόθεση Γιάλλουρος (πιο πάνω), η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου εντρύφησε στις αρχές που διέπουν το ζήτημα υπολογισμού και επιδίκασης μη υλικών αποζημιώσεων. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω ενδεικτικά και απόλυτα σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση:
«Στο αγγλικό δίκαιο οι αποζημιώσεις για την αποτίμηση μή υλικής ζημίας αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο "at large"· ο δε καθορισμός τους επαφίεται στο δικαστήριο υπό τον όρο, πάντα, ότι πρέπει να είναι λελογισμένες και δίκαιες μεταξύ των μερών. Αυτό το κεφάλαιο των αποζημιώσεων έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με ό,τι χαρακτηρίζεται στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ως ηθική ζημία. Η πρόσφατη αγγλική νομολογία υποστηρίζει ότι η ζημία που προκύπτει από παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, με έντονο το στοιχείο της «ηθικής βλάβης», με την κυριολεξία του όρου, μπορεί να είναι μεγάλη, ανάλογη με την έκταση της βλάβης στην ύπαρξη και υπόσταση του ανθρώπου. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lunt v. Liverpool City Justices [1991] CA Transcript 158. Το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις που αποδόθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο από 13 χιλιάδες σε 25 χιλιάδες στερλίνες για παράνομη φυλάκιση 42 ημερών, για κατ' ισχυρισμό παράλειψη πληρωμής από τον ενάγοντα οφειλομένων τελών (rates).
Στην R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Σημαντική είναι η προσέγγιση του Λόρδου Woolf, όπως διαγράφεται στην απόφασή του, για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μή υλικής ζημίας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο, και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτό τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο δικαιοδοσίας. Σημασίας είναι και το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων και αυτή τούτη η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και κρίθηκε ότι προσμετρά στον υπολογισμό της ζημίας. Οι παράμετροι των αποζημιώσεων διευρύνονται σε βαθμό που να προσεγγίζουν τις αρχές της επιείκειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση ως προς τις αποζημιώσεις επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. Governor of Brockhill Prison (No 2) [2000] 4 All E.R. 15. (Βλ. απόφαση Λόρδου Hope, σ.31.)
....................................................................................
Συναφής με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία των όρων «δίκαιη» και «εύλογος» αποζημίωση, έννοιες εν πολλοίς συνώνυμες στα Ελληνικά, που καθορίζονται ως το μέτρο των αποζημιώσεων κάτω από το Άρθρο 146.6 (Βλ. Phedias Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another (1965) 1 C.L.R. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another (1966) 1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic (1968) 3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney-General (1969) 1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic (1979) 3 C.L.R. 550, Christophides v.Attorney-General (1981) 1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic (1982) 1 C.L.R. 462, Kampis v.Republic (1984) 1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι v. Γεν.Εισαγγελέα (1991) 1 Α.Α.Δ. 225, Εγγλεζάκη και άλλες v. Γενικού Εισαγγελέα (1992) 1 A.A.Δ. 697, Kεντρική Τράπεζα v. Θεοδωρίδη (1993) 1 Α.Α.Δ. 420) καθώς και κάτω από την παράγραφο 4(γ) του Άρθρου 23 του Συντάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων Σεργίδης v. Δημοκρατίας (1991) 1 Α.Α.Δ. 119). Η έννοια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης συναρτάται με την κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση (equitable damage), που ταυτίζει το ίσο με το δίκαιο.
Το κεφάλαιο των αποζημιώσεων για τις καθ' αυτό παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν συνιστούν αστικά αδικήματα, δεν καλύπτεται ευθέως από καμμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο καθολικός χαρακτήρας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η σημασία τους για την υπόστασή του και η περιεκτική προστασία τους από το Σύνταγμα τείνει να διαγράψει τις παραμέτρους καθορισμού των αποζημιώσεων.
Η αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που οριοθετεί το Άρθρο 35 του Συντάγματος, επιβάλλει την απόδοση αποζημίωσης στο θύμα της παραβίασης κάθε ζημίας που προκαλείται στην οντότητά του, ως φυσική και κοινωνική ύπαρξη.
Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Ο παραδειγματισμός μέσω των αποζημιώσεων έχει περιορισθεί στην Αγγλία. (Βλ. Rookes v. Barnard [964] 1 All E.R. 367· Cassell & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R. 801.). Ενώ δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Εξάλλου είναι κοινά παραδεκτό ότι το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται άμεσα με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος.
Θεωρούμε το ποσό των £5,000, που αποδόθηκε στον εφεσίβλητο, ως δικαία και καθ' όλα εύλογη αποζημίωση για τις συνέπειες της παραβίασης των δικαιωμάτων του, του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής που θωρακίζει το άτομο στον κοινωνικό χώρο, και του δικαιώματος του απόρρητου της επικοινωνίας που αποτελεί έκφραση της ελευθερίας του. Η συστηματική διείσδυση στον ιδιαίτερο χώρο του εφεσίβλητου, για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, συνιστά στοιχείο που προσμετρά στον καθορισμό του τραύματος που προκάλεσαν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του.»
53. Με την κατάληξη στην υπό εξέταση αγωγή ότι το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του ενάγοντα έχει παραβιαστεί με την παράνομη κράτησή του, το δικαίωμά του για αποζημιώσεις, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται και στην Γιάλλουρος, είναι δεδομένο. Προχωρώ σε υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχουν τεθεί στην εν λόγω υπόθεση, τις παραπομπές που γίνονται και συνυπολογίζοντας τις ακόλουθες παραμέτρους: το χρονικό διάστημα της παράνομης κράτησης, τον εγκλεισμό του σε δωμάτιο απομόνωσης για περίοδο 6 ημερών, το γεγονός ότι ο ενάγοντας πέραν του ότι η κράτησή του ήταν παράνομη, κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ανέδειξε, δεν επικαλέστηκε και δεν απέδειξε οποιαδήποτε άλλη βλάβη ή ζημία ειδική, σωματική, υλική, ψυχολογική και/ή άλλως πως και τα γεγονότα όπως αυτά έχουν αναντίλεκτα τεθεί ενώπιον μου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι τα όσα αποτελούν ευρήματα μου κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας του σε σχέση με το πως ένιωθε κατά την διάρκεια της κράτησης του κρίνονται ως μία φυσιολογική αντίδραση την οποία λογικά θα μπορούσε να εκδηλώσει οποιοδήποτε πρόσωπο τελούσε υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές και ότι είναι προφανές ότι η αδικαιολόγητη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου προκαλεί σε αυτό δυσχέρεια και ανησυχία, πόσο μάλλον στον Ενάγοντα ο οποίος μετά την ανακοίνωση της νέας του ποινής, η οποία αναστάλθηκε, ανέμενε να αφεθεί ελεύθερος από την κράτηση που ήδη τελούσε, υπό μορφή προφυλάκισης.
54. Με βάση τις πιο πάνω συνιστάμενες, κρίνω ότι ποσό ύψους €1.500 είναι καθ΄ όλα εύλογο και δίκαιο ως αποζημίωση.
IX. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
55. Για τους πιο πάνω λόγους, που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.500 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
56. Τα έξοδα δεν βλέπω κάποιο λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν τον κανόνα και το αποτέλεσμα, γι’ αυτό επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €500-€2.000, και τα οποία θα φέρουν επίσης νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Έγγραφο 2 της Δέσμης Εγγράφων ‘Β’.
[2] «Αγωγαί υπό της Δημoκρατίας εvαvτίov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, και αγωγαί εκ μέρoυς oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά της Δημoκρατίας, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ. Τoιαύται αγωγαί, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ, θα εκδικάζωvται κατά τov αυτόv τρόπov, ως πρoς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτώv διαδίκωv.»
[3] Βλ. Ahmet Gomma Sami και Άλλοι (1994) 1 ΑΑΔ 572, Φενερίδης ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά. (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1461, 1464 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY SABBAG OUDAY ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS, Πολιτική Έφεση Αρ. 4/2025, 23/6/2025.
[4] Βλ. Καύκαρος κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 51, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 147 και (Αρ. 2) (1997) 2 Α.Α.Δ. 267).
[5] Βλ. Μανουσαρίδης Διονύσης (2003) 1 ΑΑΔ 1628 και Φανιέρος Αντώνης (2004) 1 ΑΑΔ 1179, εις τις οποίες γίνεται αναφορά στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Δημοκρατία ν. Σαμψών (1991) 1 Α.Α.Δ. 858, 874.
[6] Σωτηριάδου Μαρία ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 356.
[7] Βλ. Dimitri Parashou Louka v. The Police (1986) 2 C.L.R. 141 και Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 409.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ττίγκη, (2013) 2 Α.Α.Δ. 134.
[9] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού, (1997) 2 Α.Α.Δ. 373).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο