Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Λεμής Ζένος, Αρ. Αγωγής: 622/2020, 10/11/2025
print
Τίτλος:
Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Λεμής Ζένος, Αρ. Αγωγής: 622/2020, 10/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

                                                                                                             Αρ. Αγωγής: 622/2020

 

Παναγιώτης Κλεοβούλου                                                                   

            Ενάγουσα

 

-και-

 

 Λεμής Ζένος

                                                   

                                                       Εναγόμενος                                                                       

Ημερομηνία:  10/11/2025

 

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγοντα: κύριος Κλεοβούλου Π. (Ενάγοντας προσωπικά)   

Για Εναγόμενο: κύριος Λεμής Ζ. (Εναγόμενος προσωπικά)

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

I.          ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Με την παρούσα Αγωγή ο Ενάγοντας διεκδικεί Αποζημιώσεις δια προφορική δυσφήμιση ή/και εξύβριση ή/και για επιζήμια ψευδολογία και/ή προσβλητικούς χαρακτηρισμούς σε σχέση με το πρόσωπο του Ενάγοντα.

 

2.         Αποτελεί θέση του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος περί τις 06/11/2019 απευθύνθηκε σε πελάτη του Ενάγοντα και του ανέφερε τα εξής «ήβρε κανένα καλό δικηγόρο τζαι τούτος εν πελλός» «τούτος έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη». Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας, οι πιο πάνω φράσεις είχαν πρόθεση και σκοπό να μειώσουν την φήμη και την υπόληψη του και να τον περιάγουν σε χλευασμό, εξευτελισμό δημόσιο μίσος για να βλάψουν την φήμη και την υπόσταση του Ενάγοντα στο επάγγελμα, εργασία και θέση και να προκαλέσουν σε αυτόν χρηματικές απώλειες.

 

3.         Επιπλέον, ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις για εξύβριση καθότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαν μεταξύ τους ο Εναγόμενος ανέφερε προς τον Ενάγοντα «μεν πελλοδείχνεις ρε».

 

4.         Από την πλευρά του ο Εναγόμενος μέσα από την Έκθεση Υπεράσπισης του αναφέρει ότι πράγματι είχε επικοινωνήσει με τον πελάτη του κύριου Κλεοβούλου, τον κύριο Χρίστο Νικολάου στα πλαίσια υπόθεσης που χειριζόταν ο κύριος Λεμής. Ωστόσο, αρνείται ότι αναφέρθηκε στις φράσεις που σημειώθηκαν πιο πάνω. Αντίστοιχα, αρνείται και την δεύτερη φράση που του αποδίδεται από τον Ενάγοντα και αναφέρει ότι ο Ενάγοντας «με αναιδή και εκβιαστικό τρόπο» του ανέφερε ότι «Ρε Λεμή εκατηγόρησες με στον Χρίστο Νικολάου και επειδή αποφάσισα να κτίσω εκκλησία στο χωρκό μου ήβρα τον άδρωπο που εν να την κτίσει που είσαι εσύ τωρά που τα ριάλλια που εν να μου πληρώσεις σαν αποζημίωση».

 

II.         ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

5.         Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες από την πλευρά του Ενάγοντα, ήτοι ο Ενάγοντας και ο κύριος Χρίστος Νικολάου και από την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε επίσης ένας μάρτυρας, ήτοι ο Εναγόμενος.

 

6.         Κατωτέρω θα παρατεθεί κατά τρόπο συνοπτικό η μαρτυρία που προσφέρθηκε κατά την ακρόαση. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραθέσει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή ν’ αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς  η μαρτυρία στην πλήρη της έκταση είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

 

7.         Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι έλαβα υπόψη μου όλη την μαρτυρία που προσκομίστηκε στη πλήρη της μορφή.

 

 

 

 

Η μαρτυρία του ΜΕ1

 

8.         Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ, ο οποίος είναι ο Ενάγοντας, ασκεί το επάγγελμα του Δικηγόρου από το 1987 στην Λεμεσό έχοντας αποκτήσει σεβαστή φήμη και πελατεία. Επίσης ο ΜΕ αναφέρθηκε στο ότι είναι γνωστός για τα εθνικά του φρονήματα και την ευθύτητα του χαρακτήρα του και αρθρογραφεί. Γνωρίζει τον Εναγόμενο καθότι είναι και αυτός Δικηγόρος και ουδέποτε μέχρι την καταχώριση της Αγωγής 530/2018 δεν υπήρξε μεταξύ τους η οποιαδήποτε «αψιμαχία» και θεωρούσε μέχρι την εκδήλωση της επίδικης συμπεριφοράς του Εναγόμενου ότι έχαιρε της εκτίμησης του.

 

9.         Ο Εναγόμενος την 06/11/2019 επικοινώνησε με τον Χρίστο Νικολάου, ο οποίος ήταν πελάτης του Ενάγοντα και με σκοπό να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την επαγγελματική υπόληψη του Ενάγοντα, εκφράστηκε κακόβουλα εναντίον του με τις φράσεις «ήβρε κανένα καλό δικηγόρο τζαι τούτος εν πελλός» «τούτος έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη».

 

10.      Ο ΜΕ αποδίδει στον Εναγόμενο ότι είχε την πρόθεση να πλήξει την προσωπικότητα του, να μειώσει και να πλήξει την υπόσταση του, την φήμη του, την υπόληψη του και να τον περιάγει σε χλευασμό, εξευτελισμό, μίσος και να επηρεάσει και πλήξει τα επαγγελματικά του συμφέροντα, προκαλώντας του χρηματικές ζημιές. Επιπλέον, οι φράσεις αυτές είχαν σκοπό να αποτρέψουν τον κύριο Χρίστο Νικολάου από το να είναι πελάτης του Ενάγοντα και έγιναν από τον Εναγόμενο «ελαυνομένου από εκδικητικά κίνητρα» ένεκα της καταχώρισης μιας Αγωγής σε μια αντιδικία που υφίστατο μεταξύ τους σε υπόθεση άλλη από την παρούσα.

 

11.      Αφότου πληροφορήθηκε ο Ενάγοντας τα πιο πάνω διαμειφθέντα, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο, ο οποίος παραδέχτηκε ότι ανέφερε τα πιο πάνω και το πρότεινε να του καταβάλει ως αποζημίωση 100 Ευρώ. Ο ΜΕ θεώρησε την πιο πάνω πρόταση ως «προσβλητική» και ζήτησε όπως του καταβληθεί το ποσό των 10.000 Ευρώ, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση του Εναγόμενου ο οποίος ανέφερε στον ΜΕ «μεν πελλοδείχνεις ρε». Ακολούθησε επιστολή από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο δια της οποίας ζητείτο το εν λόγω ποσό ως αποζημιώσεις. Η σχετική επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο στην διαδικασία.

 

12.      Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί αποτελούν επιζήμια ψευδολογία και δυσφήμιση καθότι εννοείτο με αυτές και έγιναν αντιληπτές ότι ο Ενάγοντας δεν είναι καλός δικηγόρος, είναι ανυπόληπτος δικηγόρος και ανεπαρκής επαγγελματίας και ότι δεν είναι σώφρων. Παράλληλα, οι αναφορές αυτές είχαν πρόθεση να τον «παραβλάψουν» και να σε χρήμα σε σχέση με το επάγγελμα του.  

 

13.      Η όλη συμπεριφορά του Εναγόμενου, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ενέχει το στοιχείο της θρασύτητας, της κακοβουλίας και η συμπεριφορά του είναι τέτοια που δικαιολογεί καταδίκη σε παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όπως αναφέρει ο ΜΕ συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς εξευτελίστηκε, ταπεινώθηκε και η φήμη και το επαγγελματικό του κύρος τρώθηκαν και τα γεγονότα του προκάλεσαν ανησυχία, θλίψη και το αίσθημα της αδικίας.

 

14.      Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η αφορμή για την δυσφήμιση ήταν η επιστολή που απέστειλε προς τον Γενικό Εισαγγελέα το 2017 για να διωχθεί ο κ. Ακιντζί «καθώς ο εν λόγω κύριος διέπραττε το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας ως ο εντολοδόχος της κατοχικής Τουρκίας απέβλεπε στην διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας». Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 οι ενέργειες του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας και του κύριου Ακιντζί στοιχειοθετούσαν το αδίκημα του άρθρου 36 του Ποινικού Κώδικα και συνεργός του ήταν «ο τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ο οποίος παρακαθόταν σε διαπραγματεύσεις και συζητούσαν τον τρόπο που θα διαλύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και να συστήσουν μια άλλη οντότητα».

 

15.      Επειδή η επιστολή αυτή κοινοποιήθηκε από πολλά μέσα της Ελλάδας και πήρε διαστάσεις «προφανώς» έγινε συζήτηση και στα κομματικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, του οποίου Πρόεδρος ήταν ο κύριος Αναστασιάδης, με αποτέλεσμα ο κύριος Λεμής να θιχτεί από την εν λόγω επιστολή καθότι επρόκειτο για νομική επίθεση εναντίον του τότε Προέδρου. Ενόψει τούτων, ο ΜΕ1 έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στα εθνικά του φρονήματα, αφού το επίδικο θέμα συνδέεται με τα εθνικά του φρονήματα. Ο ΜΕ1 διασύνδεσε την στάση αυτή του κύριου Λεμή στο ότι είναι μέλος του Δημοκρατικού Συναγερμού.

 

16.      Σε σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από τον Εναγόμενο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε σχέση με τον κύριο Αναστασιάδη αλλά ότι πρόσφατα διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος είναι μέλος του «Συναγερμού». Αυτό το διαπίστωσε από πρόσφατα δημοσιεύματα στον τύπο από τα οποία διαφάνηκε ότι ο κύριος Λεμής είναι συνεργάτης της Προέδρου της Βουλής, χωρίς ωστόσο να μπορεί να διαπιστώσει κατά πόσο είναι απλή συνωνυμία. Επιπλέον, εξ’ όσων τον είχε ενημερώσει ο Εναγόμενος «ήταν εναντίον του Αναστασιάδη αλλά έτερον εκάτερον, αντιπαλότητες στα κόμματα υπάρχουν […]».

 

17.      Επιπλέον, απέδωσε ο ΜΕ1 την «εχθρική διάθεση» του Εναγόμενου προς το πρόσωπο του και στην αντιδικία που είχαν μεταξύ τους, ήτοι την Αγωγή με αριθμό 530/2018. Ωστόσο, σε διάφορες ερωτήσεις και υποβολές του Εναγόμενου ότι δεν είχε συμμετάσχει ως Δικηγόρος στην Αγωγή 530/2018, ο Ενάγοτνας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο «να έχει δίκαιο ο Εναγόμενος».

 

18.      Ο ΜΕ1 σε σχετικές ερωτήσεις σημείωσε ότι ο κύριος Νικολάου ήταν πελάτης του από το 2016 και σε σχετική ερώτηση κατά πόσο μειώθηκε η ροή της δουλειάς που «του δίνει», ο ΜΕ1 σημείωσε ότι δεν επικαλείται κάτι τέτοιο αλλά ότι ο Εναγόμενος ήθελε να τον βλάψει ηθικά και επαγγελματικά και όπως ανέφερε «δεν είχε κανένα αντίκτυπο, το παραδέχομαι» αφού ο κύριος Νικολάου τον έχει «ψηλά στην υπόληψη του». Επιβεβαίωσε ότι δεν είχε χρηματικές απώλειες, παρά μόνο ηθικές και ότι με τον κύριο Νικολάου τον δένει «αγάπη και φιλία».

 

Η μαρτυρία του ΜΕ 2

 

19.      Ως δεύτερος μάρτυρας από την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο κύριος Χρίστος Νικολάου. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2 είναι Διευθυντής στον Όμιλο Εταιρειών Χ.Ν. Interlink Ltd και με τον Ενάγοντα γνωρίστηκαν το 2012 και ανέπτυξαν έκτοτε φιλική σχέση και σταδιακά έγινε ο δικηγόρος του και σήμερα χειρίζεται τις υποθέσεις του Ομίλου Εταιρειών του.

 

20.      Στις 06/11/2019 επικοινώνησε μαζί του ο Εναγόμενος για να συζητήσουν μια νομική εκκρεμότητα του Ομίλου του. Στο πλαίσιο της επικοινωνίας αυτής ανέφερε στον Εναγόμενο ότι δικηγόρος του είναι ο κύριος Κλεοβούλου. Η αναφορά αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Εναγόμενου ο οποίος του ανέφερε «τον Κλεοβούλου» «ήβρε κανένα καλό δικηγόρο τζαι τούτος εν πελλός» «τούτος έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη». Η αναφορά αυτή του Εναγόμενου αιφνιδίασε τον ΜΕ2 και του προκάλεσαν θυμό, απορία και ανησυχία.

 

21.      Ο ΜΕ2 βρήκε την φράση αυτή απρεπή και γι’ αυτό του προκλήθηκε θυμός αφού επιτίθετο σε ένα συνάδελφο του ο οποίος χαίρει της γενικής εκτίμησης από τον κύκλο του. Ταυτόχρονα όπως αναφέρει ο ΜΕ2 «Γνωρίζω βέβαια ότι ο κ. Κλεοβούλου ένεκα του έντονου χαρακτήρα του έχει πολλούς πολιτικούς εχθρούς, γεγονός άλλωστε το οποίο τον οδήγησε και στην φυλακή τον Ιούνιο του 2023, αλλά δεν περίμενα τέτοια επίθεση εναντίον του από συνάδελφο του, ο οποίος είχε το θράσος να απευθύνεται σε μένα που τον εμπιστευόμουν ως δικηγόρο μου».

 

22.      Η αναφορά αυτή του Εναγόμενου προκάλεσε απορία στον ΜΕ2 αν αυτή είναι η γενικότερη εντύπωση στους νομικούς κύκλους ότι ο Δικηγόρος του «είναι πελλός», κάτι το οποίο προς στιγμή «τον κλόνισε». Αυτός ο κλονισμός στηριζόταν στο ότι «αν αυτή ήταν η εντύπωση για τον δικηγόρο μου επικρατούσε στους νομικούς κύκλους, δηλαδή ενδεχομένως και στους δικαστές, οι υποθέσεις μου δεν θα είχαν σοβαρή αντιμετώπιση από το Δικαστήριο.».

 

23.      Ενόψει των πιο πάνω, ο ΜΕ2 ένιωσε την επιθυμία να καταγγείλει το γεγονός στον Ενάγοντα, ο οποίος του ανέφερε «κλείσε Χρίστο και θα τον πάρω τηλέφωνο αμέσως». Το τι ακολούθησε ήταν εκ νέου τηλεφωνική κλήση από τον Ενάγοντα προς τον κύριο Νικολάου, όπου τον ενημέρωσε ότι ο Εναγόμενος αρνήθηκε την αναφορά αυτή. Ωστόσο στη συνέχεια, όπως ενημερώθηκε από τον Ενάγοντα, τηλεφώνησε ο ίδιος ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα και παραδέχθηκε ότι «εκστόμισε αυτές τις φράσεις» και πρότεινε ένα ευτελές ποσό, το οποίο «ο κ. Κλεοβούλου απέρριψε».

24.      Τα όσα διημείφθησαν προκάλεσαν την απορία στον ΜΕ2 ο οποίος ζήτησε και έλαβε την επιστολή που απέστειλε ο κύριος Κλεοβούλου προς τον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του κύριου Αναστασιάδη. Από ανάγνωση της εν λόγω επιστολής δεν εντόπισε κάτι το επιλήψιμο ο ΜΕ2 που να οδήγησε τον Εναγόμενο να κάνει τις πιο πάνω αναφορές.

 

25.      Παρά τα όσα έλαβαν χώρα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο κύριος Κλεοβούλου παραμένει ο Δικηγόρος του αφού «του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και παρά το γεγονός ότι εξέτισε ποινή φυλάκισης για τα εθνικά του πιστεύω, είναι ένας λόγος για να τον θαυμάζω και να τον τιμώ και να τον εμπιστεύομαι ακόμη περισσότερο. Εξ’ όσων γνωρίζω είναι ο μόνος δικηγόρος και ενδεχομένως και ο μόνος πολίτης που εστάλη φυλακή για τα εθνικά του πιστεύω. Αυτό τον δρόμο επέλεξε ο κύριος Κλεοβούλου και προσωπικά δεν βρίσκω ότι είναι δίκαιο και επιτρεπτό να τον αποκαλεί ένας άλλος και δη ένας δικηγόρος «πελλό». [….] Η επιθετική συμπεριφορά του Εναγόμενου εναντίον του κ. Κλεοβούλου μπορεί να μην επηρέασαν οικονομικά τον κ. Κλεοβούλου αλλά κηλίδωσαν την αξιοπρέπεια του και αποδέκτης αυτής της συμπεριφοράς ήμουν εγώ.»

 

26.      Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι γνωρίζει τον κύριο Λεμή τα τελευταία 20 χρόνια και ότι συναντήθηκαν και στο παρελθόν επαγγελματικά, όπως την αγοραπωλησία ενός ακινήτου της οικογένειας του Εναγόμενου προς Εταιρεία του ΜΕ2 και κοινωνικά σε διάφορες περιπτώσεις. Παρά την οικειότητα που αναγνωρίζει ο ΜΕ2 ότι υφίστατο μεταξύ του και του κύριου Λεμή, εντούτοις αυτή δεν έφτανε μέχρι του σημείου να δίδει στον Εναγόμενο «δικαίωμα να κατηγορήσει τον κύριο Κλεοβούλου ότι είναι πελλός, κάτι που τον ενόχλησε και του ήρθε σαν σοκ.».  

 

27.      Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με το κατά πόσο «κλονίστηκε η εμπιστοσύνη του προς τον Ενάγοντα μετά το τηλεφώνημα» με τον κύριο Λεμή, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι προβληματίστηκε για κάποιες ημέρες. Αντιλήφθηκε ότι ήταν άτοπη η αναφορά αυτή και δεν είχε λόγο να σταματήσει την συνεργασία μαζί με τον Ενάγοντα ενώ ανέφερε ο ΜΕ2 το γεγονός αυτό σε 10 άτομα του στενού οικογενειακού του κύκλου.

 

Η μαρτυρία του ΜΥ

 

28.      Ο ΜΥ δια μέσου της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν είχε καμία σχέση με την Αγωγή 530/2018 στην οποία έκανε αναφορά ο Ενάγοντας. Επιπλέον, ανέφερε ότι με τον κύριο Νικολάου γνωρίζονταν αφού στο παρελθόν ο ΜΥ είχε μεσολαβήσει σε διάφορες αγοραπωλησίες που εμπλεκόταν ο κύριος Νικολάου, είτε προσωπικά είτε δια μέσου των οικογενειακών του Εταιρειών και που αφορούσαν αγορά διάφορων ακινήτων στην πόλη της Επαρχίας Λεμεσού. Μεταξύ των ακινήτων αυτών ήταν και ένα οικογενειακό Ακίνητο του Εναγόμενου περί το 2003 ή το 2004. Ενόψει τούτων ο ΜΥ είχε οικειότητα με τον κύριο Νικολάου και με τα υπόλοιπα αδέλφια του.

 

29.      Έχοντας αυτό το υπόβαθρο, ο ΜΥ επικοινώνησε με τον κύριο Νικολάου περί τον Νοέμβριο του 2019 για μια υπόθεση την οποία χειριζόταν εκ μέρους πελατών του και στην οποία εκκρεμούσε η έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Ο κύριος Νικολάου ήταν ο Διευθυντής της Πωλήτριας Εταιρείας MSN INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD και στην μεταξύ τους συνομιλία, ο κύριος Νικολάου διαβεβαίωσε τον Εναγόμενο ότι θα προχωρούσε με την έκδοση των χωριστών τίτλων και τον «απεγκλωβισμό» του Ακινήτου από σχετικό βάρος που επιβάρυνε το σχετικό Ακίνητο.

 

30.      Κατά την τελευταία τους συνομιλία, ο ΜΕ2 ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι είχε διορίσει τον Ενάγοντα ως Δικηγόρο του για το ζήτημα. Κατά το σημείο αυτό ήταν που ο Εναγόμενος ανέφερε στον ΜΕ2 ότι δεν ήταν απαραίτητος ο διορισμός δικηγόρου καθότι επρόκειτο για ζήτημα «διαπραγμάτευσης» με την Εταιρεία που είχε υποθηκευμένο το Ακίνητο.

 

31.      Ο Εναγόμενος δεν θυμάται να χαρακτήρισε τον Εναγόμενο «πελλό», ωστόσο θυμάται ότι η άποψη του ήταν ότι το γεγονός ότι απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα ήταν κάτι γραφικό. Παράλληλα, όπως ανέφερε διατηρεί την ίδια άποψη και σήμερα για το γεγονός αυτό.

 

32.      Αφότου έκλεισε ο Εναγόμενος το τηλέφωνο με τον κύριο Νικολάου, επικοινώνησε μαζί του ο Ενάγοντας, ο οποίος του ζήτησε ως αποζημίωση για την δυσφήμιση το ποσό των 10.000 Ευρώ για «να χτίσει εκκλησία στο χωρίο του».  

 

33.      Τέλος, ο Εναγόμενος κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν είχε καμία πρόθεση να πλήξει τον χαρακτήρα ή τον ίδιο τον Ενάγοντα και ότι είναι «ευτυχής που σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε διατάραξη της οποιασδήποτε σχέσης του Ενάγοντα με τον ΜΕ2 αφού ο ίδιος ο ΜΕ2 αυτό υποστήριξε τελικά […]. Από εμένα δεν δόθηκε η οποιαδήποτε προέκταση στο θέμα αυτό σε τρίτους επομένως το θέμα αυτό αν εξέθεσε τον Ενάγοντα έστω στιγμιαία ήταν θέμα που απασχόλησε τον Ενάγοντα, τον ΜΕ2 και εμένα. Αν εξακολουθεί ο Ενάγοντας να θεωρεί ότι έκανα κάτι κακό, απλά ειλικρινά απολογούμαι.».

 

34.      Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ ανέφερε ότι  μπορεί και να αποκάλεσε τον Ενάγοντα με την επίδικη φράση επειδή ένιωθε οικειότητα με τον κύριο Νικολάου ένεκα και των πολλών ετών που τον γνωρίζει. Στο πλαίσιο της συνομιλίας που είχαν και επειδή αυτή αφορούσε μια υπόθεση η οποία ήταν τέτοιας φύσης που κατά την άποψη του ΜΥ δεν ήταν αναγκαίος ο διορισμός δικηγόρου από τον κύριο Νικολάου, ανέφερε στον ίδιο ότι ο διορισμός δικηγόρου δεν ήταν αναγκαίος. Επιπλέον, όπως ανέφερε ο ΜΥ σε σχέση με τον Ενάγοντα τα ακόλουθα:

 

«Είμαι ειλικρινής άνθρωπος, όταν προκύπτει αναφορά στο όνομα σου, θυμούμαι εκείνη την γραφική ιστορία που έκαμες που το έγραφαν οι εφημερίδες, δόθηκε δημοσιότητα, να καταγγέλλεις τον Πρόεδρο για εσχάτη προδοσία στον Γενικό Εισαγγελέα. Τώρα αν σε είπα «πελλό» ή εάν δεν σε είπα, δεν το θυμούμαι, μπορεί και να το είπα αλλά δεν είναι με την κακή έννοια που το είπα και απολογήθηκα στην μαρτυρία μου.»

 

35.      Ακολούθως ο ΜΥ ανέφερε κατόπιν σχετικών ερωτήσεων του Ενάγοντα ότι δεν κακολόγησε τον συνάδελφο του και δεν εννοούσε ότι δεν ήταν καλός δικηγόρος αλλά η οποιαδήποτε αναφορά έγινε δεν είχε σχέση με την οποιαδήποτε κομματική του ιδιότητα αφού οι γονείς του «είναι αριστεροί» και ο ίδιος «άκρα δεξιά» και έχει πολλούς φίλους από διάφορες παρατάξεις τους οποίου εκτιμά. Ανέφερε επιπλέον, ότι δεν είχε καμία εχθρότητα απέναντι στον Ενάγοντα και ουδέποτε του συμπεριφέρθηκε άσχημα. Μάλιστα, όπως ανέφερε ο ΜΥ:

 

«[…] μπορεί να είπα «πελλός» αλλά δεν εννοώ ότι «είσαι του φρενοκομείου» κύριε Κλεοβούλου, εδώ έξω από την αίθουσα σε είπε κάποιος χειρότερα και χαριεντιζόσουν και ενοχλήθηκες επειδή είπε ο Λεμής του Νικολάου «εν πελλός» που δεν το θυμούμαι πραγματικά. […] «γραφικός» ναι ακόμη εξακολουθώ να νιώθω ότι είσαι γραφικός με εκείνη την πράξη που έκαμες»

 

36.      Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε ο ΜΥ και στην τηλεφωνική συνομιλία του με τον Ενάγοντα, όπου σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ΜΥ ο Ενάγοντας του ζήτησε 10.000 Ευρώ για να κτίσει εκκλησία. Παρά το ότι αρχικά αρνήθηκε την αναφορά αυτή, εντούτοις στην συνέχεια πήρε τηλέφωνο τον Ενάγοντα και πρότεινε την καταβολή του ποσού των 100 Ευρώ και ακολούθως αύξησε το ποσό αυτό σε 200 Ευρώ για «να αγοράσει τον μπελά».

 

III.       ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

37.      Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται.

 

38.      Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Όπως τίθεται από την νομολογία «υπάρχουν δύο στάδιο πνευματικής διεργασίας». Το πρώτο στάδιο είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας και με στόχο την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Το δεύτερο στάδιο είναι η διαπίστωση κατά πόσο ο Ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (συνδυασμένη ανάγνωση των  Pashkovskiy v. Pashkovskayia (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 657, 667, R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd. (1996) 1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084, Wynne v Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014).

 

39.      Η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614).

 

40.      Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη «φόρμουλα» για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και την εξακρίβωση της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου. Ως εκ τούτου έχουν καθιερωθεί κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί της ζωής, που προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.  Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές ή ακόμα και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψής στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους, όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του  (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165, Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου  (1999)  1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου (2000) 1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.  (2001)  2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016).  

 

41.      Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός προσώπου αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας (βλ. Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

42.      Το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, ECLI:CY:AD:2017:C35).

 

43.      Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

44.      Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια  μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο  βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339)[1].

 

45.      Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα (Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304), ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454).

 

46.      Διευκρινίζεται ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

47.      Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης που έχει καθορίσει η νομολογία των Δικαστηρίων προβαίνω στην πιο κάτω αξιολόγηση.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1

 

 

48.      Προσεγγίζω την μαρτυρία του ΜΕ1 με προσοχή καθότι είναι ο Ενάγοντας και έχει προσωπικό συμφέρον από το αποτέλεσμα της δίκης. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΕ μου έκανε γενικά καλή εντύπωση, εντούτοις σε διάφορα σημεία, τα οποία θα σημειωθούν αμέσως πιο κάτω, η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν διανθισμένη με υπερβολή. Ωστόσο, όσο αφορά τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ο ΜΕ1 έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια καθότι επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία που δόθηκε και από τους ΜΕ2 και ΜΥ.

 

49.      Τα όσα αναφέρει ο ΜΕ1 σχετικά με το επίδικο τηλεφώνημα που έλαβε χώρα στις 06/11/2019 μεταξύ του κύριου Νικολάου και του κύριου Λεμή αλλά και τα όσα ειπώθηκαν στο σχετικό τηλεφώνημα μεταξύ του κύριου Λεμή και του κύριου Νικολάου γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, από τα όσα κατέθεσε ο κύριος Νικολάου προκύπτει ότι πράγματι κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο κύριος Λεμής ανέφερε στον κύριο Νικολάου «ήβρε κανένα καλό δικηγόρο τζαι τούτος εν πελλός» «τούτος έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη.».

 

50.      Εξάλλου, ο κύριος Λεμής κατά την δική του μαρτυρία δεν απέκλεισε να έκανε αυτές τις αναφορές προς τον κύριο Νικολάου, αναφέροντας μάλιστα ότι μέχρι και σήμερα τον θεωρεί «γραφικό» τον Ενάγοντα για το γεγονός ότι απέστειλε την σχετική επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Κατά τον ίδιο τρόπο επιβεβαιώνονται και τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα μετά τις πιο πάνω αναφορές του Εναγόμενου προς τον κύριο Νικολάου. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε ο Ενάγοντας αμέσως μετά το τηλεφώνημα μεταξύ Εναγόμενου και ΜΕ2, επικοινώνησε o Ενάγοντας με τον Εναγόμενο και του ζήτησε εξηγήσεις. Ακολούθησε εκ νέου τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο, όπου ο τελευταίος πρότεινε στον Ενάγοντα να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 100 Ευρώ, παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ζήτησε ως αποζημίωση το ποσό των 10.000 Ευρώ. 

 

51.      Σχετικό είναι και το Τεκμήριο 1, το οποίο είναι η επιστολή ημερομηνίας 13/11/2019 που απέστειλε ο Ενάγοντας προς τον Εναγόμενο στην οποία καταγράφονται τα πιο πάνω και η οποία δεν απαντήθηκε από τον Εναγόμενο και η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε.   Εξάλλου και ο κύριος Λεμής επιβεβαίωσε μέσα από την δική του μαρτυρία το τηλεφώνημα που ακολούθησε και την πρόταση του να καταβληθούν στον Ενάγοντα 100 Ευρώ παρά την απαίτηση του Ενάγοντα να του καταβληθούν αποζημιώσεις ύψους 10.000 Ευρώ, ένα ποσό το οποίο στη συνέχεια αύξησε στα 200 Ευρώ.

 

52.      Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η προσπάθεια του Ενάγοντα να διασυνδέσει τις αναφορές του κύριου Λεμή προς τον κύριο Νικολάου διαπνέονταν από υπερβολή αλλά και από αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας επιχείρησε να διασυνδέσει τις αναφορές του κύριου Λεμή προς το πρόσωπο του με την αντιδικία που διατηρούσαν μεταξύ τους στο πλαίσιο της Αγωγής 530/2018 καθώς επίσης και στην κομματική ιδιότητα του κύριου Λεμή, ο οποίος σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας «θίχτηκε» επειδή ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ζητώντας την ποινική δίωξη του κύριου Ακκιντζί αλλά και του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κύριου Αναστασιάδη για εσχάτη προδοσία. Επεδίωξε δηλαδή ο Ενάγοντας να διασυνδέσει την επιστολή με τα «εθνικά του φρονήματα» αναφέροντας ότι «γι’ αυτό θεώρησα αναγκαίο να αναφερθώ στα εθνικά μου φρονήματα. Αυτό το επίδικο θέμα συνδέεται με τα εθνικά μου φρονήματα».

 

53.      Ωστόσο, όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση και σε απαντήσεις του σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κύριος Λεμής να μην συμμετείχε στην Αγωγή 530/2018. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«Εναγόμενος: σας υποβάλλω ότι ουδέποτε υπέβαλα Σημείωμα εμφάνισης του Κοτσώνη με τέτοιο αριθμό και δεν εκπροσώπησα κανένα Κοτσώνη σε υπόθεση με αριθμό 508/18.

 

ΜΕ: Δεν θυμάμαι, δεν είναι σημαντικό. Είχα πολλά χρόνια να τον δω αλλά καταχώρισε εμφάνιση σε μια Αγωγή την οποία καταχώρισα εναντίον του πελάτη του. Μπορεί να έκανα και λάθος αριθμό. Είναι επουσιώδες ζήτημα. Αν αμφισβητεί να προσκομίσω μαρτυρία.

 

Σου υποβάλλω ότι οποιαδήποτε εκπροσώπηση στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης έγινε από το γραφείο του κ. Ιωαννίδη στη Λευκωσία.

 

Μπορεί να έχετε και δίκαιο και έχω την πεποίθηση ότι ο Συνάδελφος συνδέεται με κάποιο τρόπο με αυτή την υπόθεση. Ενδεχομένως να έχει και δίκαιο. Έγινε στην προσπάθεια μου να εξηγήσω τα εχθρικά του συναισθήματα προς το πρόσωπο μου και την επαγγελματική μας αντιδικία με την επιστολή που απέστειλα προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Δεν έχω άλλη εξήγηση γιατί να με εχθρεύεται ο κύριος Λεμής.»

 

54.      Όσο αφορά το ζήτημα της επιστολής που στάλθηκε προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σημειώνεται ότι αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 από τον Ενάγοντα κατά την Κυρίως Εξέταση του. Από αναδρομή στο περιεχόμενο της προκύπτει ότι ο κύριος Κλεοβούλου απέστειλε την εν λόγω επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφέροντας καταληκτικά ότι:

 

«η Συντεταγμένη Πολιτεία οφείλει επιτέλους να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του κ. Ακιντζί και να τον προσαγάγει ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου για να λογοδοτήσει, εξ’ ονόματος του παρανόμου μορφώματος για το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας. Δεύτερον: Διεξαγωγή ανακριτικής διαδικασίας εναντίον του Προέδρου Αναστασιάδη για τη διάπραξη του αδικήματος της συνωμοσίας με σκοπό την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας συμφώνως των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα περί εσχάτης προδοσίας ως ανωτέρω, άρθρα 36, 38 και 39. Παρακαλούμε όπως προβείτε στα δέοντα.».

 

55.      Αναλώθηκε σημαντικό μέρος της μαρτυρίας και της αντεξέτασης για να καταδειχθεί η διασύνδεση με τα εθνικά φρονήματα του Εναγόμενου αλλά και με την Αγωγή 530/2018. Ωστόσο, ήταν εμφανές από την όλη αντεξέταση του ότι ο κύριος Λεμής είχε πληροφορηθεί από τα Μέσα Ενημέρωσης για την επιστολή αυτή (όπως αναφέρθηκε «συγγνώμη εγώ είναι από την εφημερίδα που το είδα, δεν είναι από σένα, το άκουσα το πρωί στο δρομολόγιο […]») ενώ και ο ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι «αυτή η επιστολή κοινοποιήθηκε από πολλά μέσα της Ελλάδας και πήρε διαστάσεις. Προφανώς έγινε συζήτηση και στα κομματικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος του οποίου Πρόεδρος ήταν ο κύριος Αναστασιάδης».

 

56.      Ωστόσο σε κανένα σημείο δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι ο κύριος Λεμής αποτελούσε μέλος του οποιουδήποτε πολιτικού κόμματος ή ότι ήταν συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας ή εν πάση περιπτώσει ότι διατηρούσε την οποιαδήποτε σχέση με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή με τρόπο που να διαφαίνεται ότι τα κίνητρα του κύριου Λεμή σχετίζονταν με τα «εθνικά φρονήματα» του Ενάγοντα. Ενδεικτική είναι η ακόλουθη αναφορά που έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντα από τον κύριο Λεμή:

 

 

«Εναγόμενος: Γνωρίζεις εάν έχω σχέση εγώ με τον Νίκο Αναστασιάδη ή με τον πρώην Γενικό Εισαγγελέα;

 

ΜΕ: Κοιτάξτε, πρόσφατα είδα ότι είσαι και ένας σύμβουλος του Συναγερμού.

 

Εναγόμενος: Του Αναστασιάδη;

 

ΜΕ: Δεν ξέρω Αναστασιάδη, λέω του Συναγερμού. Δεν ξέρω την σχέση σου με τον Αναστασιάδη, μπορεί να είσαι του Αβέρωφ ή ξέρω γω, είσαι παράγοντας του Συναγερμού.

 

Εναγόμενος: Είδες το μητρώο μελών του συγκεκριμένου κόμματος και είδες το όνομα μου πάνω;

 

ΜΕ: Δεν ασχολούμαι πολλά με τα κομματικά αλλά είδα πρόσφατα μια λίστα που έδωσε η Πρόεδρος της Βουλής που είναι του κόμματος του Συναγερμού, που είναι ο κύριος Λεμής πάνω, μπορεί να είναι και συνωνυμία.

 

Εναγόμενος: Γνωρίζεις την επίμαχη περίοδο, δηλαδή τον Νοέμβριο του 2019, αν εγώ ο Ζένιος ο Λεμής ήμουν μέλος οποιουδήποτε κόμματος;

 

ΜΕ: Κύριε Λεμή, να σου πω κάτι εγώ απαξιώνω τα κόμματα και την κομματική δραστηριότητα θεωρώ ότι είναι η κατάρα του τόπου εντελώς. Παρεμπιπτόντως άκουσα, διάβασα το όνομα σας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Εναγόμενος: Ως σύμβουλος του Νίκου Αναστασιάδη τον οποίο επικαλείστε;

 

ΜΕ: Όχι ως Σύμβουλος της Προέδρου της Βουλής.

 

Εναγόμενος: Άλλο τούτο;

 

ΜΕ: Νομίζω κύριε Πρόεδρε, δεν το θυμούμαι καλά, μου είχε πει ότι ήταν εναντίον του Αναστασιάδη, δηλαδή τούτα που λές, μου είχες πει «εγώ δεν υποστηρίζω Αναστασιάδη, αλλά έτερον εκάτερον, αντιπαλότητες στα κόμματα υπάρχουν, υπάρχουν φατρίες κλπ. Δεν ξέρω, αξιολόγησε την ενέργεια μου αυτή να στείλω την επιστολή αυτή που λέω, μια μακροσκελής επιστολή, τεκμηριωμένη απολύτως, την αξιολόγησε ότι είναι ενέργεια ενός πελλού ανθρώπου;»

 

57.      Από τα όσα έχουν παρατεθεί πιο πάνω δεν διαφαίνεται ότι η επίδικη υπόθεση και οι αναφορές του κύριου Λεμή συνδέονται με τον οποιοδήποτε τρόπο με τα «εθνικά φρονήματα» του Ενάγοντα και με τις πολιτικές πεποιθήσεις του Εναγόμενου, ή ακόμα και με προηγούμενη αντιδικία που υφίστατο μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου και ως εκ τούτου η θέση αυτή του Ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή.

 

58.      Αναφορικά με τις ζημιές που υπέστη ο κύριος Κλεοβούλου, παρά την αρχική του τοποθέτηση ότι τρώθηκε το επαγγελματικό του κύρος, η φήμη και η υπόληψη του, εντούτοις στην συνέχεια επανέλαβε σε αρκετά σημεία ότι κατά την αντεξέταση του και σε σχετική ερώτηση αν μειώθηκε η ροή της δουλειάς που του δίδει ο κύριος Νικολάου ο ΜΕ απάντησε ότι «Δεν επικαλούμαι αυτό το πράγμα, αυτό το οποίο λέω ότι ο κ. Λεμής ήθελε να με βλάψει ηθικά και επαγγελματικά. Δεν είχε κανένα αντίκτυπο, το παραδέχομαι. Με έχει ψηλά στην υπόληψη του. Αλλά ανησύχησε και του προκάλεσε θυμό.» καθώς επίσης και «Έχω επίγνωση της υπόθεσης μου και δεν επικαλούμαι χρηματική ζημιά, επικαλούμαι ηθική ζημιά.»

 

59.      Οι πιο πάνω αναφορές επιβεβαιώνονται και από τα όσα ανέφερε ο κύριος Νικολάου, ο οποίος μέσα από την σχετική μαρτυρία του επανέλαβε σε αρκετά σημεία ότι η αναφορά του κύριου Λεμή, πρόσβαλε πρώτα και κύρια τον ίδιο, παρά το ότι του προκάλεσε ανησυχία και προβληματισμό το κατά πόσο αυτή είναι η γενικότερη εντύπωση που επικρατούσε για τον κύριο Κλεοβούλου στους «νομικούς κύκλους». Ωστόσο αυτή η ανησυχία διήρκησε μόλις λίγες ημέρες ενώ περιβάλλει τον κύριο Κλεοβούλου με εμπιστοσύνη.

 

60.      Καταλήγοντας και συνοψίζοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, παρά το ότι στα σημεία που έχουν σημειωθεί ο ΜΕ1 διάνθιζε την μαρτυρία του σε σχέση με τα κίνητρα του κύριου Λεμή με υπερβολή και διασύνδεε τα όσα έλαβαν χώρα είτε με τα εθνικά του φρονήματα είτε με την αντιδικία που είχε με τον κύριο Λεμή, για την οποία δεν απέκλεισε να μην έλαβε χώρα, η μαρτυρία του όσο αφορά τον τρόπο που έγιναν τα επίδικα γεγονότα δεν μπορεί παρά να γίνει αποδεκτή καθότι επιβεβαιώνεται και από τα όσα ανέφεραν οι λοιποί μάρτυρες.

 

61.      Καταρχάς γίνεται αποδεκτό ότι  ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 10/01/2017 δια της οποίας ζητείτο η ποινική δίωξη του κύριου Ακκιντζί και του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, κύριου Αναστασιάδη, η οποία έλαβε δημοσιότητα τόσο σε εγχώρια όσο και σε ελλαδικά μέσα. Στις 06/11/2019 ο Εναγόμενος επικοινώνησε με τον Ενάγοντα όπου του ανέφερε ότι «ήβρε κανένα καλό δικηγόρο τζαι τούτος εν πελλός» «τούτος έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη». Στη συνέχεια, ακολούθησαν δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, στο πλαίσιο των οποίων ο Ενάγοντας απαίτησε το ποσό των 10.000 Ευρώ ως αποζημίωση και ο Εναγόμενος πρότεινε στον Ενάγοντα, αρχικά το ποσό των 100 Ευρώ, το οποίο στη συνέχεια αύξησε στο ποσό των 200 Ευρώ.

 

62.      Δεν γίνεται αποδεκτό ότι οι επίδικες αναφορές του Εναγόμενου προς τον κύριο Νικολάου είχαν την οποιαδήποτε σχέση είτε με τα εθνικά φρονήματα του Εναγόμενου ή την κομματική ιδιότητα ή την σχέση του κύριου Λεμή με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είτε με την Αγωγή 530/2018.  

 

63.      Τέλος, γίνεται αποδεκτό ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη καμία χρηματική ζημιά από τις επίδικες αναφορές.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2

 

 

64.      Αναφορικά με τον ΜΕ2 και παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του προσεγγίζεται με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα δεδομένης της επαγγελματικής και φιλικής σχέσης που διατηρεί με τον Ενάγοντα, εντούτοις μου έκανε πολύ καλή εντύπωση (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν. Κυριακίδη(2008)  1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94). Ο ΜΕ2 αφηγήθηκε τα γεγονότα με πειστικότητα και παρά το ότι διατύπωνε συνεχώς την στενή σχέση που διατηρεί με τον Ενάγοντα, εντούτοις σε κανένα σημείο δεν διαφάνηκε ότι προσπαθούσε μέσα από την μαρτυρία του να υποβοηθήσει τον Ενάγοντα.

 

65.      Κατά την αντεξέταση του, οι απαντήσεις του ήταν ευθείς και έδιδαν την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ενδεικτικό ήταν ότι στα σημεία που αφορούσαν το κατά πόσο οι επίδικες δηλώσεις προκάλεσαν ζημιά στον Ενάγοντα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι πέραν κάποιων αρχικών αμφιβολιών, περιβάλλει τον Δικηγόρο του με εμπιστοσύνη ενώ σε άλλα σημεία επιβεβαίωσε ότι δεν έπαθε κάποια ζημιά ο Ενάγοντας από τις αναφορές του Εναγόμενου.

 

66.       Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ

 

67.      Προσεγγίζοντας και την μαρτυρία του ΜΥ με προσοχή έχοντας υπόψη ότι είναι ο Εναγόμενος και έχει προσωπικό συμφέρον από την πορεία της υπόθεσης, ο ΜΥ μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Οι απαντήσεις του ήταν ευθείς και άμεσες και έδωσε τη εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Γενικότερα, η μαρτυρία του επιβεβαιώνει και επιβεβαιώνεται από τα όσα ανέφεραν οι λοιποί μάρτυρες, πλην του σημείου που άπτεται των επίδικων αναφορών για τις οποίες δεν απέκλεισε να τις έχει αναφέρει στον ΜΕ2 λόγω «της οικειότητας που ένιωθε». Αναφορικά με τις επίδικες φράσεις παρά το ότι αποτέλεσε σταθερά θέση του ότι δεν θυμόταν να τις είχε αναφέρει στον κύριο Νικολάου, εντούτοις, δεν απέκλεισε να τις είχε πει διασυνδέοντας τις με την άποψη που διατηρεί μέχρι και σήμερα ότι ο Ενάγοντας είναι «γραφικός». Χαρακτηριστικό της όλης στάσης του Εναγόμενου είναι ότι απολογήθηκε μέσα από την μαρτυρία του στον Ενάγοντα.

 

68.      Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την μαρτυρία του ΜΥ:

 

«Είμαι ευτυχής που σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε διατάραξη της οποιασδήποτε σχέσης του Ενάγοντα με τον ΜΕ2 αφού ο ίδιος ο ΜΕ2 αυτό υποστήριξε τελικά […]. Από εμένα δεν δόθηκε η οποιαδήποτε προέκταση στο θέμα αυτό σε τρίτους επομένως το θέμα αυτό αν εξέθεσε τον Ενάγοντα έστω στιγμιαία ήταν θέμα που απασχόλησε τον Ενάγοντα, τον ΜΕ2 και εμένα. Αν εξακολουθεί ο Ενάγοντας να θεωρεί ότι έκανα κάτι κακό, απλά ειλικρινά απολογούμαι.».

 

69.      Συνεπώς, πλην του σημείου που αφορά τις επίδικες φράσεις, για τις οποίες έχει προσφερθεί μαρτυρία από τον ΜΕ1 και ΜΕ2 και η οποία έχει γίνει αποδεκτή, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ στο σύνολο της.

 

70.      Γίνεται συγκεκριμένα αποδεκτό ότι οι επίδικες αναφορές έγιναν στο πλαίσιο μιας υπόθεσης, όπου ο κύριος Λεμής εκπροσωπούσε τους πελάτες του και όπου η έκβαση της εξαρτάτο από τις ενέργειες του Εναγόμενου.

 

Τα γεγονότα όπως εξάγονται από την μαρτυρία

 

71.      Συνεπεία των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την δικογραφία, τα επίδικα γεγονότα και τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, εξάγονται τα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση:

 

(i)        Ο κύριος Κλεοβούλου απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 10/01/2017 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια της οποίας ζητούσε την ποινική δίωξη του κύριου Ακκιντζί και του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, κύριου Αναστασιάδη×

 

(ii)       Η πιο πάνω επιστολή έλαβε δημοσιότητα τόσο σε εγχώρια όσο και σε ελλαδικά μέσα×

 

(iii)      Στις 06/11/2019 ο κύριος Λεμής επικοινώνησε με τον κύριο Νικολάου στο πλαίσιο μιας υπόθεσης, άσχετης με τα επίδικα γεγονότα και όταν ο κύριος Νικολάου του ανέφερε ότι θα διόριζε τον Ενάγοντα ως Δικηγόρο του, τότε ο κύριος Λεμής του ανέφερε «ήβρε κανένα καλό δικηγόρο τζαι τούτος εν πελλός» «τούτος έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη»×

 

(iv)      Αφότου ο κύριος Νικολάου ενημέρωσε τον Ενάγοντα για τις πιο πάνω αναφορές του, ο Ενάγοντας επικοινώνησε με τον Εναγόμενο, ο οποίος αρχικά αρνήθηκε τις πιο πάνω αναφορές ενώ στην συνέχεια επικοινώνησε εκ νέου με τον Ενάγοντα και του πρότεινε το ποσό των 100 Ευρώ και ακολούθως αύξησε το ποσό στα 200 Ευρώ ως αποζημίωση×

 

(v)       Στο πλαίσιο του ίδιου τηλεφωνήματος ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο το ποσό των 10.000 Ευρώ, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση του Εναγόμενου ο οποίος ανέφερε στον Ενάγοντα «μεν πελλοδείχνεις».

 

(vi)      Από τις επίδικες αναφορές ο Ενάγοντας δεν υπέστη καμία χρηματική ζημιά.

 

IV.       ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

72.      Ενόψει των όσων σημειώθηκαν πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η πλευρά του Ενάγοντα έχει καταφέρει αν αποδείξει την υπόθεση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 ΑΑΔ 665).

 

73.      Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που οι Συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο και εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε αυτές (βλ. Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238  & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).

 

74.      Το Άρθρο 19.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθιερώνει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπο εκφράσεως. Βάσει του Άρθρου 19.2 του Συντάγματος, η ελευθερία του λόγου περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών, άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων. Η άσκηση της ελευθερίας του λόγου, δύναται να περιοριστεί δυνάμει του Άρθρου 19.3 του Συντάγματος, μόνο εφόσον γίνει πρόνοια σε Νόμο για τέτοιους περιορισμούς και η θεσμοθέτηση περιορισμών είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι ήταν αναγκαίοι «προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισίν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησίν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας».

 

75.      Ένα τέτοιο περιορισμό θέτει και ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148 στην ελευθερία της έκφρασης καθορίζοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται το αστικό αδίκημα της «Δυσφήμισης» (άρθρο 17) και της «επιζήμιας ψευδολογίας»  (άρθρο 25).

 

76.      Αναφορικά με την επιζήμια ψευδολογία, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 25 (1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, η επιζήμια ψευδολογία συνίσταται στην «κακόβουλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ͘ ή […]».

 

77.      Κατά κανόνα, κανένας δεν τυγχάνει αποζημίωσης για επιζήμια ψευδολογία εκτός κι’ αν υπέστη εξαιτίας αυτής ειδική ζημιά. Κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο σύμφωνα με το άρθρο 25 (2) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, όταν (α) oι λέξεις επί τωv oπoίωv στηρίζεται η αγωγή σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα και δημoσιεύovται εγγράφως ή με oπoιoδήπoτε άλλo πάγιo τρόπo ή όταν (β) oι πιo πάvω λέξεις σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα σε σχέση με oπoιαδήπoτε θέση τηv oπoία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, εvασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η oπoία ασκείται από αυτόv κατά τo χρόvo της δημoσίευσης. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ο όρος  "δημoσίευση" έχει τηv ίδια έvvoια τηv oπoία αποδίδει στov όρo αυτό τo άρθρo 18 σε αvαφoρά με δυσφημιστικό δημoσίευμα.

 

78.      Αναφορικά με το αστικό αδίκημα της Δυσφήμισης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 17 (1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149 συνίσταται στην δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘  ή (β)       απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη  άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘  ή (δ)  εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘  ή (ε)   εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς.

 

79.      Βάσει του άρθρου 17 (3) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- α) απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.

 

80.      Βάσει του άρθρου 17(4) δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.

 

81.      Οι πιο πάνω διατάξεις έτυχαν ερμηνείας από τα κυπριακά Δικαστήρια και αυτό που μπορεί γενικότερα να λεχθεί είναι ότι καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερές για τα Δικαστήρια η εξισορροπητική άσκηση ανάμεσα στην προστασία της ελευθερίας του λόγου ενός ατόμου και την προστασία της υπόληψης ενός άλλου ατόμου. 

 

82.      Το έργο του Δικαστηρίου καθίσταται δυσχερές καθότι καλείται να εξισορροπήσει την ελευθερία της έκφρασης με την απαίτηση του κάθε πολίτη να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας  η προσωπικότητα του. Όπως τίθεται στην Πολιτική Έφεση Αρ. 216/2008, Κώστα Κωνσταντίνου κ.α. v Αικατερίνης Καραμεσίνη το Δικαστήριο καλείται να βρει την χρυσή τομή και να αποφασίσει επί της ουσίας προς τα που θα «κλίνει η πλάστιγγα στην ζυγαριά των αμφίρροπων τάσεων».

 

83.      Το πεδίο εφαρμογής του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας και της δυσφήμισης σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατό να αλληλεπικαλύπτονται (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 22η Έκδοση, παρ. 23-03, σελ. 1650). Ωστόσο, στο πλαίσιο της επιζήμιας ψευδολογίας απαιτείται η απόδειξη «κακοβουλίας» κάτι το οποίο δημιουργεί την ανάγκη εξειδικευμένης δικογράφησης. Όπως καταγράφεται στην Πρωτόδικη μεν, διαφωτιστική δε Απόφαση Ματσάκη ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά Αρ. Αγωγής 1089/04:

 

«Η αγωγή βασίζεται, σύμφωνα με το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο, σε δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία.  Η συμπερίληψη αυτή στη γενική οπισθογράφηση είναι δυνατή, όμως στην έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε μετά η σύζευξη της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας είναι λανθασμένη διότι απαντάται μόνο ως μέρος της θεραπείας κάτω από την παρ. 16 Α και ως εναλλακτική μάλιστα θεραπεία.  Καμία απολύτως εξειδίκευση ή αναφορά στο ίδιο το σώμα της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει για την επιζήμια ψευδολογία σε αντιδιαστολή με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης.  Οι δύο θεραπείες όμως είναι εντελώς ξεχωριστές διότι η μεν δυσφήμιση ορίζεται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148, η δε επιζήμια ψευδολογία ορίζεται στο άρθρο 25 του Κεφ. 148.  Χρειαζόταν επομένως η επιζήμια ψευδολογία  να εμπεριέχετο σε ξεχωριστές παραγράφους με τις αναγκαίες λεπτομέρειες της, ώστε ως θέμα ορθής δικογράφησης να καθιστούσαν δυνατή την εξέταση της και δεν επαρκεί η απλή αναφορά στο καταληκτικό αιτητικό.

 

Στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η Έκδ., σελ. 405, αναφέρεται ακριβώς ότι:

 

"This wrong of injurious falsehood is to be distinguished not only from the wrong of deceit, but also from that of defamation, to which it is analogous, but from which it is distinct.  Both in defamation and in injurious falsehood the defendant is liable because he has made a false and hurtful statement respecting the plaintiff; but in one case the statement is an attack upon his reputation, and in the other it is not."

 

Στη συνέχεια, στη σελ. 407 αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, το ίδιο δε απαντάται και στον Gatley on Libel and Slander, 10η Έκδ., σελ. 579.  Η επιζήμια ψευδολογία ("injurious falsehood"), όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο του Κεφ. 148) και που είναι περίπου το αντίστοιχο malicious falsehood που αναφέρεται στα Αγγλικά συγγράμματα, συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση της ψευδούς δήλωσης, μεταξύ άλλων για το επάγγελμα κάποιου και εκτός τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το εδάφιο 2 του άρθρου 25, ουδείς τυγχάνει αποζημίωσης, εκτός αν εξαιτίας της επιζήμιας ψευδολογίας υπέστη ειδική ζημιά.  Από αυτά και μόνο είναι φανερό ότι χρειάζεται εξειδικευμένη δικογραφική αναφορά με την παροχή των αναγκαίων λεπτομερειών τόσο για την κακοβουλία όσο και για τις ζημιές, όπως υποδεικνύει και το σύγγραμμα Bullen & Leake:  Precedents of Pleadings, 12 Έκδ., σελ. 444-7, και τα εκεί αναφερόμενα πρότυπα, καθώς και ο Gatley - supra - , 10η Έκδ., σελ. 1111-1113, όπου στο πρότυπο Α1.19 δίνεται επίσης ο τρόπος της ορθής δικογράφησης της επιζήμιας ψευδολογίας.»

 

84.      Εκ προοιμίου σημειώνω ότι ο τρόπος που δικογραφήθηκε το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας δεν είναι ο ενδεδειγμένος με βάση τα όσα σημειώθηκαν πιο πάνω. Στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης δεν εντοπίζεται εξειδικευμένη δικογράφηση της επιζήμιας ψευδολογίας, παρά μόνο μια κοινή δικογράφηση τόσο για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης όσο και της επιζήμιας ψευδολογίας. Εξάλλου, ούτε ο Ενάγοντας δια της γραπτής αγόρευσης του προώθησε την πιο πάνω βάση. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας Απόφασης θα εξεταστεί και το ζήτημα της επιζήμιας ψευδολογίας.  

 

 

Αξιολόγηση από το Δικαστήριο αναφορικά με το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας

 

85.      Το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, σπανίως εγείρεται ως μόνη βάση αγωγής, λόγω της φύσης του και έχει χαρακτηριστεί ως «rare and anomalous tort».[2]

 

86.      Για να πληρούνται οι προϋποθέσεις του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας θα πρέπει (α) το περιεχόμενο δημοσιεύματος από τον Εναγόμενο προς τρίτους ήταν αναληθές, (β) Το δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα και το επάγγελμα, εργασία, επιτήδευμα ή περιουσία του, (γ) να δημοσιεύτηκε κακοβούλως, (δ) από τις αναφορές του δημοσιεύματος το άμεσο και φυσικό αποτέλεσμα ήταν ο Ενάγων να υποστεί ειδική ζημιά ή ότι το δημοσίευμα σκόπευε να του προκαλέσει απώλεια αποτιμητή σε χρήμα από τις αναφορές του δημοσιεύματος το άμεσο και φυσικό αποτέλεσμα ήταν ο Ενάγων να υποστεί ειδική ζημιά ή ότι το δημοσίευμα σκόπευε να του προκαλέσει απώλεια αποτιμητή σε χρήμα.

 

87.      Σε ένα πρώτο επίπεδο θα πρέπει να διαγνωστεί κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα, δηλαδή η αναφορά του Εναγόμενου προς τον κύριο Νικολάου ήταν αναληθές και κατά πόσο μπορεί το νόημα που αποδίδει ο Ενάγοντας εμπίπτει στο εύρος που θα απέδιδε ο μέσος παραλήπτης του σχετικού δημοσιεύματος (Koutsogiannis v The Random House Group Ltd [2019] EWHC 48 (QB) και Tinkler v Ferguson    [2019] EWCA Civ 819 στην παράγραφο 29, βλ. και τις Ajinomoto Sweeteners Europe SAS v Asda Stores Ltd [2011] QB 497, Haven Solicitors Ltd v Police Federation of England and Wales, [2020] EWHC 2233 (QB)).

 

88.      Παρά το ότι σύμφωνα με την νομολογία των Δικαστηρίων η μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο που η δήλωση ή το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό, είτε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, είτε από τους μάρτυρες του δεν είναι παραδεκτή και εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο αποφασίζει το θέμα ως θέμα πραγματικό αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις τη συνήθη και φυσική τους έννοια όπως και ο μέσος λογικός άνθρωπος θα έπραττε (βλ. Capital & County´s Bank v. Henty (1882) 7 AC 745, Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publications Ltd (1963) 2 C.L.R. 290 και την πρόσφατη απόφαση στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Δώρου Γεωργιάδη, Πολ. Έφ. αρ. 118/08, ημερ. 4.3.2011), εντούτοις σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Peck v Williams Trade Supplies Ltd [2020] EWHC 966 (QB) δεν αποκλείεται να ληφθεί υπόψη μια τέτοια μαρτυρία όταν η σχετική δήλωση έγινε προς μόνο ένα πρόσωπο. Στην εν λόγω υπόθεση η αξίωση του Ενάγοντα στηριζόταν σε ένα μοναδικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που δημοσιεύτηκε προς ένα πρόσωπο. Αναγνωρίστηκε ότι το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν ποιο ήταν το νόημα που το συγκεκριμένο πρόσωπο αντιλήφθηκε ότι έχει το δημοσίευμα και δεν θα έπρεπε να προσφύγει το Δικαστήριο στον τρόπο που θα το αντιλαμβανόταν κάποιος «υποθετικός» παραλήπτης του εν λόγω μηνύματος. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 16 της πιο πάνω Απόφασης:

 

« If there has been publication to a large, but unquantifiable, number of publishees, it is usually impossible to ascertain what meaning(s) they understood the words complained of to bear. In those circumstances, a malicious falsehood claim can be maintained in respect of any meaning that a substantial number of people who read the words would reasonably have understood the words complained of to bear. “In other words, a claimant can seek to show that any reasonably available meaning of the statement in question was false and made maliciously”: Tinkler -v- Ferguson [2019] EWCA Civ 819 [29]. However, where, as here, the publication complained of is to a single individual, the only relevant question is what meaning did the publishee understand the publication to bear and, if there is a dispute about it, whether this meaning is an available meaning for the purposes of malicious falsehood – see observations of Tugendhat J in Ajinomoto Sweeteners Europe SAS -v- Asda Stores Ltd [2010] QB 204 [31]. Ascertaining whether the pleaded meaning is an available meaning will be academic if it is not the meaning that the publishee understood the words complained of to bear. It is that meaning which a claimant must demonstrate to be false, published maliciously, and either to have caused special damage or, where the claimant can and does rely on s.3 Defamation Act 1952, that it was likely to do so.»

 

89.      Λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που προσφέρθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στρέφω την προσοχή μου στο επίδικο δημοσίευμα. Καταρχάς το επίδικο δημοσίευμα έγινε μέσα σε ένα πλαίσιο επαγγελματικής συζήτησης μεταξύ του Εναγόμενου και του κύριου Νικολάου. Το επίδικο δημοσίευμα στηριζόταν σε δύο πτυχές. Πρώτα και κύρια στην αναφορά του κύριου Λεμή ότι ο Ενάγοντας «εν πελλός» διασυνδέοντας την αναφορά αυτή με το ότι  «έστειλε επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον του Αναστασιάδη» και το δεύτερο στην προτροπή του προς τον κύριο Νικολάου να «έβρει κανένα καλό Δικηγόρο».

 

90.      Στην επίδικη περίπτωση η αναφορά από τον Εναγόμενο ότι ο Ενάγοντας «εν πελλός» ή το γεγονός ότι υπονοήθηκε δια της επίδικης αναφοράς ότι «δεν είναι καλός Δικηγόρος», το οποίο εξάγεται από το «ήβρε κανένα καλό Δικηγόρο» αλλά και αναδύεται από την μαρτυρία του κύριου Νικολάου ότι πράγματι έτσι έγινε αντιληπτή η αναφορά αυτή αποτελεί έκφραση γνώμης του Ενάγοντα, η οποία εδράζεται στο γεγονός της αποστολής επιστολής προς τον Γενικό Εισαγγελέα από τον Ενάγοντα δια της οποίας «υπέβαλλε καταγγελία εναντίον του κύριου Ακκιντζί και του Προέδρου της Δημοκρατίας». Η αποστολή της εν λόγω επιστολής και το περιεχόμενο αυτής δεν αμφισβητήθηκε κατά την δίκη αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε.

91.      Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς το πρώτο σκέλος των αναφορών του Εναγόμενου προς τον κύριο Νικολάου, κατά την ακροαματική διαδικασία σημειώθηκε από τον Εναγόμενο ότι δια της αναφοράς του αυτής εννοούσε ότι ο Ενάγοντας είναι γραφικός εξαιτίας της αποστολής της εν λόγω επιστολής. Στις Γραπτές Αγορεύσεις που παρέδωσε στο Δικαστήριο η πλευρά του Ενάγοντα καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«Η απόσταση του χαρακτηρισμού πελλός και γραφικός είναι ελάχιστη. Μάλλον ταυτόσημη. Ο χαρακτηρισμός γραφικός τον οποίο ο Εναγόμενος αποτόλμησε να χαρακτηρίσει τον Ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η (κάπως) κόσμια έκφραση της λέξης «πελλός». Το λήμμα «γραφικός» σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη, 2η Έκδοση σελ. 441 όταν αναφέρεται για πρόσωπα, χαρακτηρίζει αυτόν που έχει ιδόρρυθμη συμπεριφορά, αυτόν που αποκλίνει από τον συνήθη κοινωνικό τύπο, τον αξιοπερίεργο, τον φαιδρό.»

 

92.      Όπως σημειώθηκε όμως θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη ψευδούς δημοσιεύματος. Δεν μπορεί να στηριχθεί αξίωση για επιζήμια ψευδολογία στη βάση έκφρασης γνώμης. Στην υπόθεση  Euromoney Institutional Investor plc v Aviation News Ltd [2013] EWHC 1505 (QB), μεταξύ των επίδικων αναφορών για τις οποίες οι Ενάγοντες καταλόγιζαν στους Εναγόμενους ότι συνιστούσαν το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, ήταν και μια αναφορά ότι ο πρώτος Εναγόμενος ήταν πιο «έμπιστος» (trustworthy) από το προσωπικό του Ενάγοντα λόγω της εμπειρίας του.  Στις παραγράφους 100, 102 και 103 καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«[100] I turn to the claim about the experience of the Defendants, compared to the competition, and in particular the words “is therefore more trustworthy” in para 17.6. If the word “trustworthy” imputes a doubt about their integrity, then I would hold that the Advertisement is not capable of bearing that meaning. If it imputes a doubt about their professional skills, I would hold that the comparison is capable only of being an expression of an opinion or value judgment. The word “therefore” makes clear that the added words are an inference.

 

[…]

 

[102] I also accept Mr Busuttil's submission that the law is correctly stated in Gatley at para 21.5: a statement of opinion cannot be complained of as a falsehood for the purpose of a claim in malicious falsehood.

 

[103] The exception mentioned by the editors of Gatley is where a Defendant claims to hold an opinion which he does not in fact hold. In my judgment that is not a true exception. The statement that a person holds an opinion is for the purposes of the law of misrepresentation and fraud treated as a statement of fact about that person's state of mind. There is no reason why it should be treated differently for the purposes of the law of malicious falsehood.»

 

93.      Από την στιγμή που δεν εντοπίζεται ψευδές δημοσίευμα υπό την έννοια που το άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149 απαιτεί δεν στοιχειοθετείται το ως άνω αστικό αδίκημα.

 

Αξιολόγηση από το Δικαστήριο αναφορικά με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης - συκοφαντίας

 

94.      Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης μπορεί να λάβει χώρα γραπτά και προφορικά. Όσο αφορά τα επίδικα γεγονότα καθίσταται φανερό ότι αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της δυσφήμισης που λαμβάνει χώρα προφορικά.

 

95.      Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης που έλαβε χώρα προφορικά δεν είναι αγώγιμο χωρίς την απόδειξη ειδικής ζημιάς πλην των περιπτώσεων που καταγράφονται στο άρθρο 17 (3) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.

 

96.      Για να στοιχειοθετηθεί   το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης θα πρέπει (α) να υπάρχει δημοσίευση, (β) η δημοσίευση να αφορά του πρόσωπο του Ενάγοντα και (γ) η δημοσίευση να είναι δυσφημιστική για το πρόσωπο του Ενάγοντα. Αφού εξεταστούν οι προϋποθέσεις αυτές, ακολούθως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο τυγχάνει επίκλησης και στοιχειοθετείται μια από τις Υπερασπίσεις που κατά πόσο υφίσταται η οποιαδήποτε υπεράσπιση (Μαύρος και Άλλων ν. Παπαπέτρου Π.Ε. 59/12, ημ. 29.5.18, Κουτσού ν. Μικελλίδη και Άλλων (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1256, 1266). 

 

97.      Όπως αναδύθηκε μέσα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε, ο Εναγόμενος ανέφερε στον κύριο Νικολάου τις επίδικες φράσεις. Συνεπώς, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά σε σχέση με το σημείο αυτό. Η εκφορά των φράσεων αυτών από τον Εναγόμενο προς τον κύριο Νικολάου συνιστούν μια τέτοια δημοσίευση. Επιπλέον, ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες φράσεις αφορούσαν το πρόσωπο του Ενάγοντα και συνεπώς πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Παραμένει να απαντηθεί κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα.

 

98.      Με δεδομένο ότι δεν γίνεται επίκληση της οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς ούτε στην δικογραφία αλλά ούτε και έγινε ένας τέτοιος ισχυρισμός κατά την προσκόμιση μαρτυρίας παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της συκοφαντίας και ιδιαίτερα οι εξαιρέσεις που προνοούνται στο άρθρο 17 (3) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και συγκεκριμένα η εξαίρεση που καταγράφεται στο σημείο (β), ήτοι σε περίπτωση που κριθούν ως δυσφημιστικές οι αναφορές του Εναγόμενου κατά πόσο αυτές σκόπευαν «στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘».

 

99.      Στο σύγγραμμα Halsbury's  Laws  of  England, 5η  Έκδοση, Τομ. 32, παρ. 49, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«A person may use strong language of another, which if taken literally would be defamatory, but if it is obvious to the reasonable viewer or reader, from the tone and context, that the words are not intended literally but merely as insults, then the natural and ordinary meaning conveyed will not be a defamatory one.  This principle is sometimes called the "defence of mere vulgar abuse" but in fact it is a doctrine of interpretation going to exclude liability. By a similar principle, apparently defamatory words may be published in an obviously sarcastic or ironic manner so as to be deprived of their defamatory meaning; though more commonly the effect of irony or sarcasm is to render defamatory apparently innocent expressions.

 

Whether words make a definite charge of misconduct, or are merely abusive or sarcastic, depends on all the circumstances of the case  [.] ».

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«[...] Ένα άτομο μπορεί να χρησιμοποιήσει έντονη γλώσσα εναντίον ενός άλλου, η οποία, αν εκληφθεί κυριολεκτικά, θα ήταν δυσφημιστική, αλλά αν είναι προφανές στον λογικό παρατηρητή ή αναγνώστη, από τον τόνο και το περιεχόμενο της γλώσσας αυτής, ότι οι λέξεις δεν εννοούνται κυριολεκτικά αλλά απλώς ως προσβολές, τότε η φυσική και συνήθης σημασία των όσων μεταδίδονται δεν θα είναι δυσφημιστική. Αυτή η αρχή προσδιορίζεται ορισμένες φορές ως «υπεράσπιση χυδαίας κακολογίας», αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα ερμηνευτικό δόγμα που αποκλείει την επίρριψη ανάλογης ευθύνης. Κατά ανάλογη αρχή, φαινομενικά δυσφημιστικές λέξεις ή εκφράσεις μπορεί να δημοσιευτούν κατά εμφανώς σαρκαστικό ή ειρωνικό τρόπο με αποτέλεσμα να στερούνται οποιουδήποτε δυσφημιστικού νοήματος· αν και συνήθως το αποτέλεσμα της ειρωνείας ή του σαρκασμού είναι να μετατρέπει ως δυσφημιστικές τις φαινομενικά αθώες εκφράσεις. 

 

Εάν οι λέξεις οδηγούν σε σαφές συμπέρασμα ύπαρξης  ευθύνης για την εκφορά τους ή απλώς είναι προσβλητικές ή σαρκαστικές, εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης [...]».

 

100.   Στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτινος Λτδ» κ.α. ν. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, Πολ. Έφεση 315/2013, ημερ. 3/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D449, ECLI:CY:AD:2020:D449,  λέχθηκε το ακόλουθο:

 

«Η χρήση απρεπών εκφράσεων και η ειρωνεία δεν συνιστούν αφ' εαυτών δυσφήμηση  του προσώπου στο οποίο απευθύνονται ή αφορούν (Sim  v. Stretch (1963) 2 All  E.R. 1237).  Είναι το ουσιαστικό νόημα που μπορεί να εξαχθεί από την απρεπή φράση ή την ειρωνεία που καθορίζει κατά πόσο στοιχειοθετείται δυσφήμηση.»

 

101.   Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ένας λογικός άνθρωπος προς τον οποίον απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο, ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών (Ιορδάνης Νικόλα Κυριάκου κ.α. ν. Λουκή Λουκαϊδη, Πολ. Εφ. 104/2014, ημερ. 18/12/2020, Sigma  Radio Television  Ltdν. Δώρου Γεωργιάδη, Πολ. Εφ. 349/2009, ημερ. 8/6/2021), ECLI:CY:AD:2021:A230 Το κείμενο ή κείμενα, πρέπει να ιδωθούν σωρευτικά και οι λέξεις να αναγνωσθούν λογικά, χωρίς υπερβολική ανάλυση, ούτε όμως υπερβολική υποψία (Gatley  on Libel  andSlancer, 11η έκδοση, σελ. 103, Jeynes  v. New  Magasines Ltd (2008) EWCa  Civ. 130).

 

102.   Επιχειρώντας μια σύνοψη των όσων αναφέρθηκαν στην Ο Φιλελεύθερος Λτδ - ν - Δώρος Γεωργιάδης κ.α ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολιτική Έφεση 335/2008 ημερ. 17/7/2014 το Δικαστήριο καθοδηγείται από την λογική έχοντας υπόψη όχι έναν αφελή αλλά ούτε και υπερβολικά καχύποπτο αποδέκτη του επίδικου σχολίου. Ο αποδέκτης αυτός μπορεί να διαγνώσει, να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο  χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά  για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει  μόνο την κακή σημασία, όπου  υπάρχουν άλλες  μη δυσφημιστικές σημασίες. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει την υπερβολική ανάλυση ενώ η πρόθεση του προσώπου που έκανε τις αναφορές είναι αδιάφορη. Οριοθετώντας το φάσμα  των επιτρεπτών  δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.

 

103.   Ως έχει ήδη λεχθεί με αναφορά στη Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά (2011) 1 Α.Α.Δ. 479 το ζήτημα του κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, είναι ζήτημα πραγματικό και το κριτήριο που εφαρμόζεται αντικειμενικό. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα ερμηνείας υπό τη νομική έννοια. Εν ολίγοις το κριτήριο του τι θεωρείται δυσφημιστικό είναι η άποψη που θα ελάμβαναν οι συνηθισμένοι καλοί πολίτες ή οι ορθά σκεπτόμενοι άνθρωποι.

 

104.   Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο οι επίδικες αναφορές ήταν δυσφημιστικές.

 

105.   Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος με αφορμή την επιστολή που απέστειλε ο Ενάγοντας προς τον Γενικό Εισαγγελέα, χαρακτήρισε τον Ενάγοντα ως «πελλό». Η αναφορά του αυτή όπως σημειώθηκε και πιο πάνω είναι επί της ουσίας παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι είχε την έννοια του «γραφικού». Στο συμπέρασμα αυτό συγκλίνουν επί της ουσίας και οι θέσεις τόσο του Ενάγοντα, ως αυτές εκφράστηκαν μέσα από τις γραπτές του αγορεύσεις, όσο και του Εναγόμενου.

 

106.   Με άλλα λόγια δεν έγινε αντιληπτή η αναφορά αυτή στην κυριολεκτική της αναφορά, ήτοι ότι ο Ενάγοντας ήταν «ψυχικά άρρωστος, ψυχοπαθής».[3] Συσχετίζοντας λοιπόν τα όσα προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα την διασύνδεση των αναφορών του Εναγόμενου στον Ενάγοντα σε σχέση με την αποστολή της επιστολής προς τον Γενικό Εισαγγελέα, η έννοια που είχε η αναφορά του Εναγόμενου στον Ενάγοντα ως «πελλός» είχε την σημασία του ανθρώπου που οι «οι ενέργειες του είναι παράλογες, ασύνετες ή παράξενες».[4]  Αντίστοιχη σημασία εντοπίζεται και σε σχέση με τον «γραφικό» ήτοι τον άνθρωπο με «ιδιόρρυθμη συμπεριφορά που τον κάνει λίγο ή πολύ ευχάριστο ή συμπαθή».

 

107.   Αν η αναφορά του Εναγόμενου στο πρόσωπο του Ενάγοντα περιοριζόταν σε αυτή την αναφορά τότε η αναφορά αυτή του Εναγόμενου από μόνη της δεν θα ήταν δυσφημιστική καθότι θα ενέπιπτε μέσα στο εύρος της λεγόμενης «χυδαίας κακολογίας» για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω (vulgar abuse, βλ. Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, Τομ. 32, παρ. 49 που υιοθετήθηκε από την ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2014).

 

108.   Ωστόσο, η ένταξη της αναφοράς αυτής μέσα στο συγκεκριμένο επαγγελματικό πλαίσιο που έλαβε χώρα σε συνδυασμό με την προτροπή του Εναγόμενου προς τον κύριο Νικολάου να «έβρει κανένα καλό Δικηγόρο» δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η αναφορά αυτή του Εναγόμενου είχε νόημα που καθιστούσε σαφές προς τον κύριο Νικολάου ότι οι «παράλογες και ασύνετες ενέργειες» που κατά την γνώμη του Εναγόμενου έλαβαν χώρα σε σχέση με την αποστολή επιστολής προς τον Γενικό Εισαγγελέα, είχαν αντίκτυπο και στον επαγγελματισμό του Ενάγοντα. Απέδιδαν δηλαδή οι αναφορές αυτές του Εναγόμενου στον κύριο Κλεοβούλου έλλειψη κατάρτισης και έστελναν το μήνυμα στον κύριο Νικολάου ότι ο Δικηγόρος του δεν ήταν κατάλληλος και ικανός να τον εκπροσωπεί (βλ. Μακάριος Δρουσιώτης - ν - Νικόλα Παπαδόπουλου (2012) 1Α Α.Α.Δ 102 σύμφωνα με την οποία «το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος.»).  Με άλλα λόγια η εικόνα που θα σχημάτιζε ένας λογικός ακροατής της πιο πάνω φράσης στο πλαίσιο που έγινε, είναι ότι ο Ενάγοντας στερείτο σοβαρότητας, κατάρτισης και ικανότητας να εκπροσωπεί τον κύριο Νικολάου.

 

109.   Συνεπεία των πιο πάνω, οι επίδικες αναφορές/δημοσιεύσεις κρίνονται ως δυσφημιστικές.

 

110.   Στην απουσία ειδικής ζημιάς για να είναι αγώγιμη η δυσφήμιση θα πρέπει να εμπίπτει σε μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 (3) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149. Με δεδομένο ότι δεν αποδίδεται δια των δυσφημιστικών δηλώσεων είτε «έγκλημα» είτε «μεταδοτική ή μολυσματική νόσο» παραμένει προς αξιολόγηση κατά πόσο η επίδικη υπόθεση εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 17 (3) (β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, ήτοι αν τα «λόγια» του Εναγόμενου σκόπευαν να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα ή εργασία, απασχόληση ή θέση.

 

111.   Υπό το φως των όσων έχουν τεθεί, δηλαδή με δεδομένο ότι η προτροπή του Εναγόμενου έγινε προς τον κύριο Νικολάου, ο οποίος ήταν πελάτης του Ενάγοντα «να έβρει κανένα καλό Δικηγόρο» δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος είχαν ένα τέτοιο σκοπό να βλάψουν και να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα ή εργασία. Εν προκειμένω στην άσκηση του Δικηγορικού λειτουργήματος (βλ. τα όσα αναφέρονται στο Halsbury’ s Laws of England, Defamation (Vol. 32), 2023, παρ. 556 όπου αναφέρεται ότι «A statement so disparages a person if it imputes to him the lack of some general essential quality for the office, such as honesty, fidelity, capacity, competence, experience, qualification, knowledge, skill, judgment or efficiency9 or the like, or connects the imputation with the claimant's office.»).

 

112.   Εξετάζοντας τώρα κατά πόσο υφίσταται κάποιες από τις Υπερασπίσεις που καταγράφονται στα άρθρα 19 – 22 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, διαπιστώνεται ότι η όλη υπεράσπιση του Εναγόμενου εξαντλείται στο ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο έκανε τις επίδικες αναφορές. Στην απουσία οποιασδήποτε υπεράσπισης, το Δικαστήριο να καλείται πλέον να αποφασίσει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται ο Ενάγοντας για την δυσφημιστική αναφορά του Εναγόμενου. Επαναλαμβάνεται ότι ο Ενάγοντας δεν διεκδικεί καμία ειδική ζημιά παρά μόνο βλάβη στην υπόληψη του.

 

113.   Οι Γενικές Αποζημιώσεις που επιδικάζονται στην δυσφήμιση έχουν σκοπό να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα για την ζημιά που υπέστη στην φήμη του, να αποκαταστήσουν το καλό του όνομα και να αποκαταστήσουν την ταραχή και τον εξευτελισμό που προκάλεσε το σχετικό δημοσίευμα. Δεν υπάρχει μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψη του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγόμενου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση (συνδυαστική ανάγνωση της Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά. (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1321  και  Halsburys Laws of England, Defamation (Vol. 32), 2023, παρ. 733).

 

114.   Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα του δυσφημιστικού δημοσιεύματος, η έκταση που έλαβε η δημοσίευση από άποψη κυκλοφορίας και γεωγραφικής περιοχής και γενικότερα ο θυμός ή η αποστροφή που προκάλεσε το δημοσίευμα απέναντι στον Ενάγοντα (βλ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ ν. Χριστάκη (Τάκη) Φιλίππου άλλως Φαλκονέττι  (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ 958). Μπορεί να αυξηθούν οι Γενικές Αποζημιώσεις λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς του Εναγόμενου πριν και κατά την εκκρεμοδικία της διαφοράς (βλ. Halsburys Laws of England, Defamation (Vol. 32), 2023, παρ. 736). Αν καταδειχθεί κακοβουλία από τον Εναγόμενο, τότε δεν αποκλείεται ο παράγοντας αυτός να συνυπολογιστεί για σκοπούς αύξησης των αποζημιώσεων (Halsburys Laws of England, Defamation (Vol. 32), 2023, παρ. 738 - 740).

 

115.   H αποζημίωση που θα επιδικαστεί από το Δικαστήριο έχει συνεπώς σκοπό την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του Ενάγοντα. Οι αποζημιώσεις όμως θα πρέπει να ικανοποιούν την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη ότι η δυσφήμιση αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης.

 

116.   Σε διάφορα στάδια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος προσπάθησε να επικαλεστεί το γεγονός ότι ο Ενάγοντας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης θέλοντας να καταδείξει ότι «ο Ενάγοντας έχαιρε κακής υπόληψης» δυνάμει του άρθρου 23 (γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149. Πέραν του ότι όπως διαφάνηκε από την σχετική μαρτυρία η καταδίκη του Ενάγοντα έγινε μετά την δημοσίευση των δυσφημιστικών δηλώσεων, τα σχετικά γεγονότα που θεμελιώνουν τον «μετριαστικό» αυτό παράγοντα δεν δικογραφούνται και συνεπώς δεν θα μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να ληφθούν υπόψη. 

 

117.   Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην επίδικη περίπτωση, από τα όσα λεπτομερώς έχουν παρατεθεί πιο πάνω προκύπτει ότι η δυσφημιστική αναφορά έγινε προς ένα μόνο πρόσωπο, ήτοι τον κύριο Νικολάου ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο αποτελούσε πελάτη του Ενάγοντα. Η έκταση της δημοσίευσης ήταν σαφώς περιορισμένη ενώ όπως καταδεικνύεται από διάφορα σημεία της μαρτυρίας που προσφέρθηκε η δυσφημιστική αναφορά δεν είχε ως συνέπεια να «μειωθεί η ροή» της εργασίας που δίδει ο κύριος Νικολάου στον Ενάγοντα. Επιπλέον, καταδείχθηκε ότι η σχετική δυσφημιστική αναφορά είχε ένα στιγμιαίο και παροδικό αποτύπωμα στην όλη σχέση του Ενάγοντα με τον κύριο Νικολάου καθότι κατά ρητή αναφορά του κύριου Νικολάου η όποια αμφιβολία τυχόν προκλήθηκε στο μυαλό του κύριου Νικολάου για το πρόσωπο του Ενάγοντα ήταν παροδικής μορφής διάρκειας «κάποιων ημερών». Επιπλέον, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που παρασχέθηκε δεν προκύπτει ότι ο Εναγόμενος επανέλαβε την αναφορά του προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αλλά ούτε ότι δόθηκε συνέχεια από τον ίδιο. Επρόκειτο με απλά λόγια για ένα μεμονωμένο περιστατικό.

 

118.   Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι σε κανένα σημείο δεν καταδείχθηκε κακοβουλία από την πλευρά του Εναγόμενου. Με δεδομένο ότι το όποιο κίνητρο απέδιδε ο Ενάγοντας προς τον Εναγόμενο δεν καταδείχθηκε, αυτό το οποίο προκύπτει από τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι αναφορές του Εναγόμενου στο πρόσωπο του Ενάγοντα συνδέονταν ουσιαστικά με την αποστολή της επιστολής προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Συγκεκριμένα, η προσπάθεια του Ενάγοντα να διασυνδέσει τις δυσφημιστικές δηλώσεις με προηγούμενη αντιδικία ή με τα εθνικά φρονήματα του Ενάγοντα, ή ακόμα και με κομματική ιδιότητα του κύριου Λεμή δεν έχει καταδειχθεί (βλ. Halsbury’ s Laws of England, Defamation (Vol. 32), 2023, παρ. 738 όπου αναφέρεται «An improper motive in publishing the words complained of, provided it is apparent to the claimant, may properly be taken into account as aggravating the damages. The claimant may tender in evidence any words or acts of the defendant, whether before or after the publication, which tend to show his state of mind at the time of publication).

 

119.   Στην παρούσα αλληλουχία, η όλη στάση του Εναγόμενου τόσο μετά τις δυσφημιστικές αναφορές όσο και κατά την διάρκεια της δίκης επιβεβαιώνουν επί της ουσίας την απουσία κακοβουλίας. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος παρά το ότι δεν απολογήθηκε ευθέως προς τον Ενάγοντα στην τηλεφωνική τους συνομιλία που είχαν κατά την ημέρα που έλαβαν χώρα οι επίδικες δηλώσεις προσφέρθηκε να αποζημιώσει τον Ενάγοντα, ενώ κατά την διάρκεια της δίκης απολογήθηκε προς τον Ενάγοντα  ενώ διατύπωσε παράλληλα την «ευχαρίστηση» του για το γεγονός ότι δεν προκάλεσε βλάβη στον Ενάγοντα (βλ.   Praed v Graham (1889) 24 QBD 53, παρ. 55).

 

120.   Με δεδομένα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκταση της δυσφήμισης ήταν η ελάχιστη δυνατή αφού έγινε προς πελάτη και πολύ καλό φίλο του Ενάγοντα,  με αποτέλεσμα η όποια προσβολή της υπόληψης του Ενάγοντα να ήταν ελάχιστη και παροδική αλλά και το γεγονός ότι η επίδικη δημοσίευση ήταν πολύ περιορισμένης έκτασης, το ποσό των αποζημιώσεων καθορίζεται στο ποσό των 500 Ευρώ.

 

 

121.   Όσο αφορά τις παραδειγματικές αποζημιώσεις που διεκδικεί ο Ενάγοντας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι νομολογημένο ότι αυτές αποδίδονται με σκοπό την τιμωρία ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει αλόγιστη συμπεριφορά κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην παρούσα υπόθεση (βλ. Rookes v. Barnard (1964) 1 All E.R. 367, Papakokkinouand others v. Kanther (1982) 1 C.L.R. 65). Συγκεκριμένα, δεν έχει καταδειχθεί ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου ήταν απεχθής, αλαζονική και ιδιαίτερα αλόγιστη με τρόπου που να δικαιολογεί την τιμωρία του αλλά ούτε και εντοπίζεται να επιδίωκε την αποκόμιση κέρδους ο Εναγόμενος (βλ. τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, σελ. 359).

 

122.   Παράλληλα με τα πιο πάνω ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις σε σχέση με την φράση που του ανέφερε ο Εναγόμενος «μεν πελλοδείχνεις ρε». Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά σε σχέση με την απαίτηση αυτή του Εναγόμενου. Για να υπάρξει δυσφήμιση θα πρέπει η σχετική δημοσίευση να γίνει προς τρίτο πρόσωπο και όχι μόνο προς τον Ενάγοντα (βλ. τα όσα καταγράφονται στο Σύγγραμμα GATLEY ON LIBEL AND SLANDER, 8η έκδοση, σελ. 101, όπου αναφέρεται «By publication is meant the making known of the defamatory matter to the person, after it was written, to some person, other than the person of whom it is written. […] A communication of the defamatory matter to the person defamed cannot injure his reputation though it may wound his self esttem. […] So in the case of a slander, the words must be uttered in the hearing of some third person. If they are uttered in the hearing of the person slandered only, there is no publication, and therefore no action will lie. And the same rule applies to slander of title and goods. A slander of title to the owner alone does not give rise to a cause of action.».

 

123.   Παρατηρείται επίσης δια της Έκθεσης Απαίτησης αιτείται ο Ενάγοντας την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να απαγορεύεται στον Εναγόμενο με τον οποιοδήποτε τρόπο να επαναλάβει την δυσφήμιση στου και/ή οποιοδήποτε δυσμενές σχόλιο σε βάρος του Ενάγοντα. Δεν έχει καταδειχθεί όμως μέσα από την μαρτυρία που παρασχέθηκε η οποιαδήποτε επανάληψη ή πρόθεση επανάληψης των δυσφημιστικών αναφορών του Εναγόμενου.

 

V.        ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

124.   Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η Αγωγή επιτυγχάνει και ως εκ τούτου επιδικάζονται αποζημιώσεις ύψους 500 Ευρώ για δυσφήμιση που δέχτηκε ο Ενάγοντας από τον Εναγόμενο.

 

125.   Τα δικηγορικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου στην ανάλογη κλίμακα των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν.

 

                   (Υπ.)…………………………………………..

                                                                                                  Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. και τα όσα αναφέρει ο (όπως ήταν τότε) Έντιμος Π.Ε.Δ., Α. Δαυίδ στην Αγωγή Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. […] Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676).».

[2] Palmer Bruyn & Parker Pty Ltd v Parsons [2001] HCA 69

[3] Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, προσβάσιμο σε https://www.greek-language.gr.

[4] Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, προσβάσιμο σε https://www.greek-language.gr.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο