ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός αγωγής: 5393/2015
Μεταξύ:
Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της Εταιρείας F.N & A.G. Developers Ltd
Εναγόντων
και
- Kermia Properties & Investments Ltd
2. Bieman Ltd
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 31/10/2024
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/1/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Ν. Καλλένος, για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ
Για ενάγοντες - καθ’ ων η αίτηση: κ. Ν. Αγγελίδης, για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των εναγόντων είναι τα εξής:
Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ημερομηνίας 26/4/2007 (στο εξής «επίμαχη σύμβαση»), οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν να πωλήσουν στους ενάγοντες, δυο ακίνητα, οι εναγόμενοι 1 και ένα ακίνητο, οι εναγόμενοι 2 και τα τρία στη Λεμεσό, για το συνολικό ποσό των £7.500.000, πληρωτέο, ως ακολούθως: το ποσό των £500.00, θα καταβαλλόταν προκαταβολικά και καταβλήθηκε και το υπόλοιπο ποσό, εκ £7.000.000, θα καταβαλλόταν το αργότερο, εντός 30 ημερών από την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των ακινήτων. Οι ενάγοντες κατάθεσαν εμπρόθεσμα την επίμαχη σύμβαση στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.
Η επίμαχη σύμβαση διαλάμβανε ότι σε περίπτωση που οι ενάγοντες δεν προσέλθουν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση, εντός της παραπάνω προθεσμίας και δεν πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, θα είχαν δικαίωμα να το πράξουν, εντός περαιτέρω τριών μηνών, νοουμένου ότι θα καταβληθεί τόκος 8% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού, για την περίοδο των τριών μηνών. Όταν οι ενάγοντες κλήθηκαν να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης δεν επέλεξαν να το κάνουν άμεσα και αποφάσισαν να ανανεώσουν την περίοδο αποπληρωμής του τιμήματος, για επιπλέον τρεις μήνες.
Ενός της περιόδου των τριών μηνών (ως ανωτέρω), οι ενάγοντες βρήκαν διαθέσιμο αγοραστή των επίδικων ακινήτων και συγκεκριμένα, κάποια εταιρεία με την οποία, στις 20/7/2007 συνήψαν σχετική γραπτή συμφωνία.
Η εν λόγω εταιρεία, θα αποπλήρωνε το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και οι εναγόμενοι 1 και 2 θα μεταβίβαζαν τα επίδικα ακίνητα επ’ ονόματί της, σύμφωνα με τον όρο 7 της επίμαχης σύμβασης, ο οποίος επέτρεπε στους ενάγοντες να υποδείξουν οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων επ’ ονόματί του.
Οι ενάγοντες, με επιστολή τους προς τους εναγόμενους 1 και 2, ημερομηνίας 23/7/2007 τους κάλεσε να διευθετήσουν όλες τις εκκρεμότητες σε σχέση με τα ακίνητα και για καθορισμό από κοινού ημερομηνίας και ώρας στο Κτηματολόγιο για καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης των ακινήτων και ταυτόχρονη μεταβίβασή τους. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και με απαντητική επιστολή τους, ημερομηνίας 25/7/2007 προέβαλαν τη θέση ότι η τρίμηνη προθεσμία έληγε την ίδια μέρα. Με την ίδια επιστολή κάλεσαν τους ενάγοντες να πληρώσουν αυθημερόν το ποσό των £7.140.000, πλέον τόκους για τρεις μήνες, χωρίς να αναφέρουν ότι οι ίδιοι θα προβούν ταυτόχρονα σε μεταβίβαση των ακινήτων στους ίδιους, ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους με βάση την επίμαχη σύμβαση.
Οι ενάγοντες απάντησαν στη πιο πάνω επιστολή, την ίδια μέρα, με δική τους επιστολή. Με αυτή κάλεσαν τους εναγόμενους να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο, στις 24/8/2007 και ώρα 09:00 για να γίνει η καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος με ταυτόχρονη μεταβίβαση των ακινήτων.
Την ημέρα αυτή, οι ενάγοντες παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο, ενώ από τους εναγόμενους 1 και 2 δεν εμφανίστηκε κανείς. Οι τελευταίοι φέρουν την ευθύνη και την υπαιτιότητα για την παράβαση της επίμαχης σύμβασης. Συγκεκριμένα ευθύνονται για τη μη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, καθώς δεν είχαν τερματίσει την ενοικίασή τους σε τρίτα πρόσωπα και μέχρι τις 25/7/2007 δεν είχαν λάβει κενή και ελεύθερη κατοχή τους για να τα παραδώσουν στους ενάγοντες, ταυτόχρονα με την μεταβίβασή τους. Η θέση τους, ότι η επίμαχη σύμβαση είχε τερματιστεί είναι παράνομη και μη έγκυρη και δεσμευτική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος (αναφέρονται οι λόγοι).
Συνεπεία των πιο πάνω παραβιάσεων των εναγόμενων 1 και 2, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά, ύψους €17.701.110, 94. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς των επίδικων ακινήτων από τους ενάγοντες και του συμφωνηθέντος τιμήματος μεταπώλησής τους από αυτούς στην αγοράστρια εταιρεία, για τις ζημιές και/ή απώλειες που οι ενάγοντες υπέστησαν και που θα συνεχίσουν να υφίστανται μέχρι και την ακρόαση της αγωγής.
Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν τα ακόλουθα:
Α. Δήλωση ότι η επίμαχη σύμβαση εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.
Β. Δήλωση ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός της επίμαχης σύμβασης από τους εναγόμενους 1 και 2 είναι παράνομος, άκυρος κ.ο.κ. και ισοδυναμεί με παράβαση της επίμαχης σύμβασης από τους εναγόμενους 1 και 2.
Γ. Διάταγμα που να διατάσσει την ειδική εκτέλεση της επίμαχης σύμβασης και τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, ελεύθερων από οποιαδήποτε εμπράγματα ή άλλα βάρη ή επιβαρύνσεις ή εμπόδιο, επ’ ονόματι των εναγόντων και/ή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου ήθελαν υποδείξει οι ενάγοντες.
Δ. Διαζευκτικά, πρώτο, απόφαση και/ή διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και 2, ομού, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να επιστρέψουν στους ενάγοντες το ποσό των £500.000 και/ή το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ (€854.300,72) το οποίο οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγόμενους, ως προκαταβολή για την αγορά των επίδικων ακινήτων, δεύτερο, απόφαση και/ή διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και 2, ομού, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των £16.463 και/ή το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ (€28.436,25) το οποίο οι ενάγοντες κατέβαλαν για χαρτοσήμανση της επίμαχης σύμβασης, τρίτο, απόφαση και/ή διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και 2, ομού, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των €20.564,71 για χαρτοσήμανση του πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 20/7/2007 και τέταρτο, απόφαση και/ή διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και 2, ομού, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των €17.701.110, 94, με νόμιμο τόκο από τις 24/8/2007 που είναι η ημερομηνία παράβασης της επίμαχης σύμβασης από τους εναγόμενους. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς των επίδικων ακινήτων από τους ενάγοντες και του συμφωνηθέντος τιμήματος μεταπώλησής τους από τους τελευταίους στην αγοράστρια εταιρεία, για τις ζημιές και/ή απώλειες που οι ενάγοντες υπέστησαν και θα συνεχίσουν να υφίστανται μέχρι την ακρόαση της αγωγής.
Η εκδοχή των εναγόμενων 1 και 2 συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις των εναγόντων είναι η εξής:
Παραδέχονται τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης, ωστόσο διαφωνούν με τους ενάγοντες αναφορικά με το χρόνο αποπληρωμής του υπόλοιπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των επίδικων ακινήτων. Αποτελεί θέση τους, ότι σε περίπτωση που οι αγοραστές ενάγοντες δεν προσέρχονταν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων και δεν κατέβαλλαν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, εντός 30 ημερών από την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, θα είχαν δικαίωμα να το πράξουν, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της επίμαχης σύμβασης και όχι εντός περαιτέρω τριών μηνών μετά τη συμπλήρωση των 30 ημερών, όπως είναι η θέση των εναγόντων.
Αποτελεί επίσης θέση τους, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι σε περίπτωση που ο αγοραστής/ενάγοντες αποτύγχανε να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος, πλέον τόκους, η επίμαχη σύμβαση θα ακυρωνόταν αυτόματα και το ποσό της προκαταβολής, εκ £500.000, θα παρακρατείτο από τους εναγόμενους, ως αποζημίωση και ο αγοραστής δε θα είχε οποιαδήποτε απαίτηση για το ποσό αυτό ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα.
Η επίμαχη σύμβαση κατέστη άκυρη, λόγω των ενεργειών, πράξεων και παραλείψεων των εναγόντων και ειδικότερα, της αποτυχίας τους να καταβάλουν το σύνολο του τιμήματος πώλησης, εντός του προβλεπόμενου από την επίμαχη σύμβαση, χρόνου.
Αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με τη σύναψη συμφωνίας μεταπώλησης των επίδικων ακινήτων, ωστόσο συμφωνούν ότι ο όρος 7 της επίμαχης σύμβασης επέτρεπε στους αγοραστές να υποδείξουν οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των ακινήτων επ’ ονόματί τους.
Παραδέχονται τη λήψη της επιστολής των εναγόντων, ημερομηνίας 23/7/2007 και την αποστολή της δικής τους επιστολής, ημερομηνίας 25/7/2007 και ενόψει της λήξης της τρίμηνης προθεσμίας στην επίμαχη σύμβαση, στις 25/7/2007 (και όχι 26/8/2007) κάλεσαν τους ενάγοντες, επειγόντως, να καταθέσουν την ίδια μέρα το ποσό των £7.140.000. Περαιτέρω υπογράμμισαν το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της επίμαχης σύμβασης ότι αν δεν προσέλθουν να καταβάλουν μέχρι τις 25/7/2007 εξ ολοκλήρου τα οφειλόμενα ποσά, η επίμαχη σύμβαση ακυρώνεται αυτόματα και το ποσό της προκαταβολής παρακρατείται από τους εναγόμενους 1 και 2, ως αποζημίωση.
Εν πάση περιπτώσει, οι εκπρόσωποι των αγοραστών γνώριζαν ότι μέρος των πωληθέντων ακινήτων ήταν ενοικιασμένα και οι ενάγοντες επωφελούνταν οικονομικά με την είσπραξη των ενοικίων μέχρι την εξασφάλιση άδειας οικοδομής και έναρξη εργασιών.
Σχετικά με την αίτηση είναι και τα ακόλουθα γεγονότα:
Στο πλαίσιο της αίτησης με αρ. 292/2021 του Ε.Δ. Λευκωσίας, την οποία είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι 1, μετά από ακρόαση, στις 8/4/2024 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης των εναγόντων. Με την ίδια απόφαση, ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε εκκαθαριστής της περιουσίας τους.
Στις 11/10/2024 οι δικηγόροι των εναγόντων καταχώρησαν ειδοποίηση στον Πρωτοκολλητή με την οποία τον ειδοποιούν ότι από την ημέρα αυτή έχουν διοριστεί από τον Επίσημο Παραλήπτη για να εμφανίζονται ως δικηγόροι του στην αγωγή, υπό την παραπάνω ιδιότητά του. Την ίδια μέρα, το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρών - έδωσε οδηγίες για καταχώρηση, αφενός, αίτησης τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, εκ μέρους των εναγόντων και αφετέρου, αίτησης για ασφάλεια εξόδων, εκ μέρους των εναγόμενων.
Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, στις 31/10/2024 με την οποία ζητούν: πρώτο, διάταγμα που να διατάσσει τους ενάγοντες, όπως εντός 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, καταθέσουν στο Δικαστήριο σε μετρητά και/ή υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, το ποσό των €84.670,72, ως εγγύηση και/ή ασφάλεια για τα έξοδά τους και δεύτερο, διάταγμα που να αναστέλλει κάθε διαδικασία στην αγωγή μέχρι να κατατεθεί η ασφάλεια εξόδων και σε περίπτωση εκπνοής της προθεσμίας, χωρίς να κατατεθεί η ασφάλεια εξόδων, η αγωγή να θεωρείται ως απορριφθείσα, με έξοδα σε βάρος των εναγόντων.
Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Χρίστος Ιωάννου.
Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Άννα Προδρόμου.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η αίτηση διέπεται από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου το οποίο προνοεί τα εξής:
«Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»
Όσα ακολουθούν είναι από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση F.N. & A.G. DEVELOPERS LTD ν. BIEMAN LTD, Πολ. Έφ. Αρ.: 208/2023, ημερ. 28/4/2025 η οποία είναι άμεσα σχετική με την παρούσα υπόθεση:
«Στην υπόθεση American University of Cyprus (AUCY) Ltd κ.α. v. S.C.F.B. LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022 (i-justice), ημερομηνίας 22.11.2023, με αναφορά σε σχετική νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην απόφαση Λεωνίδας Κίμωνος, ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 147, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το Άρθρο 382* του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. v. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500). Το βάρος επομένως απόδειξης ότι η εφεσείουσα εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καταβάλει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης μετήλθε σ' αυτή...»
………………………………………………………………………………
Τίθεται, συναφώς το ερώτημα: έχει φανεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος το Εφετείο να πιστεύει ότι οι εφεσείοντες 1 είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων αν η έφεση απορριφθεί; Έχουν, με άλλα λόγια, οι εφεσίβλητοι αποσείσει το βάρος του ισχυρισμού τους περί αφερεγγυότητας των εφεσειόντων 1 με αξιόπιστη μαρτυρία, ώστε να μετέλθει σ’ αυτούς το βάρος απόδειξης ότι έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης;
Στην DEMETRIS ELIA PROPERTIES LTD (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέλυσε την έννοια «ειδικές περιστάσεις», ως προβλέπεται στη Δ.35 Θ.2, με αναφορά και σε νομολογία, υποδεικνύοντας ότι ο όρος δεν περιορίζεται μόνο στο κριτήριο της έλλειψης περιουσίας ή οικονομικής ανικανότητας αλλά μπορεί να ικανοποιείται και από άλλα ανεξάρτητα κριτήρια ώστε να είναι δίκαιο να διαταχθεί ασφάλεια (Ayda Karaoglanian a.o. v. Hagop Boyadjian, (2016) 1 ΑΑΔ 1526). Έκρινε δε, ότι η απλή αναγραφή ότι έχει εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης κινητών για αντικείμενα σε συγκεκριμένη διεύθυνση και έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο, πόρρω απέχει από την έννοια των ειδικών περιστάσεων. Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση στην οποία οι πρόνοιες του Άρθρου 382 περιορίζονται ουσιαστικά στην αδυναμία των εφεσειόντων να καταβάλουν τα έξοδα της έφεσης.
Εις δε την STIRUP INVESTMENTS LTD (ανωτέρω), στην οποία εξετάστηκε ανάλογο αίτημα στη βάση του Άρθρου 382, λόγω μη επίκλησης της Δ.35 Θ.2, λέχθηκε:
«Είναι κατάληξη μας ότι τα στοιχεία δεν είναι τέτοια που να καταδεικνύουν προφανή αφερεγγυότητα της Εφεσείουσας/Καθ' ης η Αίτηση. Το γεγονός της μη εξόφλησης από μέρους της των εξόδων των Εφεσίβλητων/Αιτητών της πρωτόδικης διαδικασίας, σε συνάρτηση με το γεγονός της καταχώρησης αίτησης διάλυσης της Εφεσείουσας εταιρείας από μέρους των Εφεσιβλήτων/Αιτητών, που σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε λόγω μη επίδοσης, από μόνα τους δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα είναι αφερέγγυα εταιρεία. Η αναφορά στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση «Αφού κατέστη αδύνατον να επιδοθεί η εν λόγω αίτηση μετά από σχετική έρευνα που έκαναν οι Εφεσίβλητοι μέσω των δικηγόρων τους, ανακάλυψαν ότι η εφεσείουσα έχει χρέη τα οποία δεν δύναται να καταβάλει και είναι αφερέγγυος» χωρίς την παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων για την περιουσία που κατέχει η εφεσείουσα ή τα χρέη της, κρίνουμε ότι δεν είναι ικανοποιητική προς στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα ή αδυνατεί να πληρώσει τα έξοδα της έφεσης αν και είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού. Μάλιστα η εξακολούθηση εγγραφής της εταιρείας στο Μητρώο Εταιρειών οδηγεί σε αντίθετη διαπίστωση. Καταλήγουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια, θα πρέπει να ασκηθεί, σε βάρος της αίτησης.»
Έχοντας υπόψη τα στοιχεία που αφορούν την παρούσα περίπτωση, καταλήγουμε ότι αυτά δεν είναι τέτοια που να φανερώνουν αφερεγγυότητα των εφεσειόντων 1 και αδυναμία τους να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Η επιστροφή εντάλματος κατάσχεσης κινητών σε συγκεκριμένη διεύθυνση ως ανεκτέλεστου, από μόνη της, αλλά και ιδιαιτέρως υπό περιστάσεις ως αναλύονται ανωτέρω, κρίνουμε ότι ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες 1 είναι αφερέγγυοι, ώστε το βάρος να μετέλθει σ’ αυτούς να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης.»»
Αναφορικά με το ύψος του ποσού για το οποίο είναι δυνατό να δοθεί ασφάλεια, ως προς τα έξοδα, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Sally Line Ltd ν. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 633, νοουμένου ότι η σχετική αίτηση καταχωρηθεί χωρίς καθυστέρηση, η ασφάλεια που θα διαταχθεί είναι δυνατό να καλύψει, πέραν των μελλοντικών εξόδων και έξοδα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα.
Ακόμη ένα κριτήριο για την παροχή ασφάλειας εξόδων είναι και η οικονομική δυνατότητα του διαδίκου, εναντίον του οποίου στρέφεται το σχετικό διάταγμα, να ανταποκριθεί στους όρους του. Σύμφωνα με την Studland Holdings Limited και Άλλος ν. Σωφρόνιου Ευσταθίου και Άλλης (2003) 1 Α.Α.Δ. 1809, η έκδοση του διατάγματος δεν μπορεί να απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ωστόσο, το σχετικό βάρος ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο, το έχει αυτός που προβάλλει ένα τέτοιο ισχυρισμό.
Όπως επισημαίνεται συναφώς στην υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου & Yιοί (Υποδήματα) Λτδ (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 147:
«Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (2005) 1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα Άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Genemp Trading Ltd (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκε ότι « Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια»».
Στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire ν. Sac Eugene O’ Regan (1998) 1 Α.Α.Δ. 1087, η απροθυμία του πρωτόδικου δικαστηρίου να εκδώσει διαταγή για εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του εφεσίβλητου, κρίθηκε δικαιολογημένη. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:
«Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October 1997. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας:
".............. it cannot be assumed that a request for security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention."
Κατά την άποψή μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R. 132. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο. Αυτή η διάσταση υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο όπου την αγωγή δεν την κίνησε ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η εξασφάλιση και ο οποίος, με δεδομένη πια την εμπλοκή του, χρησιμοποίησε τις προσφερόμενες από το σύστημα διαδικασίες για τη διεκδίκηση των όποιων συναφών δικαιωμάτων του.
Καταλήγουμε ότι η απροθυμία του πρωτόδικου δικαστηρίου να εκδώσει διαταγή για εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας ήταν, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του εφεσίβλητου, δικαιολογημένη.»
Καθ’ όλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ’ ακόλουθα από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Σωκράτους ν. Νικολάου, Πολ. Έφ. Αρ. 405/2016, ημερ. 15/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A154:
«Πάγια είναι η γραµµή της νοµολογίας ότι δεν χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όταν τούτο απολήγει σε στέρηση του δικαιώµατος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντα ή του εφεσείοντα, αναλόγως. Οι διαδικαστικοί κανονισµοί που παρέχουν τέτοια ευχέρεια στο δικαστήριο θα πρέπει να εναρµονίζονται προς το Σύνταγµα και ειδικά προς το Άρθρο 30.2 του Συντάγµατος (βλ. Άρθρο 188.1 του Συντάγµατος) αλλά και προς το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου (βλ. Conway (ανωτέρω)).
…………
…………
Γενικότερα αποτελεί θεµελιακό ερµηνευτικό αξίωµα του δικαίου ότι ο νόµος δεν δύναται να επιβάλλει το αδύνατο (lex non cogit ad impossibillia) (Halsbury’s Laws of England, Volume 96 (2018), para 766 ).
Στην υπόθεση MV Yorke Motors (a firm) v. Edwards (1982) 1 All ER 1024, 1027, επιβεβαιώθηκε µεν η αρχή, αλλά έγινε η αναγκαία διάκριση µεταξύ της περίπτωσης της επιβολής οικονοµικού όρου η εκπλήρωση του οποίου είναι αδύνατη, από την περίπτωση που δεν διαπιστώνεται αδυναµία, αλλά δυσχέρεια.»
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:
Ο πρώτος λόγος ένστασης με τον οποίο υποβάλλεται ότι η παρούσα αίτηση καταστρατηγεί και υπονομεύει το γράμμα και πνεύμα των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και σκοπό έχει να εμποδίσει και/ή να αποστερήσει το δικαίωμα των εναγόντων να προωθήσουν την παρούσα αγωγή απορρίπτεται ως γενικός και αόριστος. Εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα των εναγόντων να προωθήσουν την αγωγή, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το δικαίωμα των εναγόμενων - τους οποίους οι ενάγοντες υπόβαλαν σε δικαστικό αγώνα στο πλαίσιο της αγωγής - ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, οι εναγόμενοι θα μπορέσουν να επανακτήσουν τα έξοδά τους (βλ. την Επίσημος Παραλήπτης ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, ανωτέρω).
Συναφώς με τα παραπάνω, στην F.N. & A.G. DEVELOPERS LTD ν. BIEMAN LTD (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής:
«Ως προς τον λόγο ένστασης αρ. 1, και δη πως με την έγκριση της Αίτησης οι Καθ’ ων η Αίτηση θα αποστερηθούν του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, τον κρίνουμε, επίσης, αβάσιμο και παραπέμπουμε στα όσα ειπώθηκαν σε πρόσφατη νομολογία (βλέπε Demetris Elia Properties Ltd v. Κούρρη, Πολιτική Έφεση Αρ. 286/2019, ημερομηνίας 18.09.2023) τα οποία έχουν ως ακολούθως:
«Το ζήτημα παροχής ασφάλειας εξόδων από διάδικο o οποίος είναι εταιρεία, ρυθμίζεται ειδικά από το Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο «πρέπει να αποτελεί την αφετηρία εξέτασης τέτοιων αιτήσεων όταν στρέφονται εναντίον εταιρειών» (G. K. Theonell Building & Construction Ltd v. AIG Europe Limited, Πολιτική Έφεση 98/17, ημερ. 03.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:A249, ECLI:CY:AD:2019:A249).
Το Άρθρο 382 του Κεφ. 113 προνοεί τα ακόλουθα:
….
….
Στην απόφαση G. K. Theonell Building & Construction Ltd v. AIG Europe Limited (ανωτέρω), τονίστηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το Άρθρο 382 του Κεφ. 113:
«Οι πρόνοιες του άρθρου 382 εξετάστηκαν πρόσφατα στην Y. Liasides Developers Ltd v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφ. 123/2012, ημερ. 2.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:A211, ECLI:CY:AD:2017:A211, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Θα πρέπει, κατ΄ αρχάς, να λεχθεί ότι, σε αντιδιαστολή προς τη γενική ρύθμιση περί παροχής ασφάλειας εξόδων δια της Διαταγής 60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το εν λόγω άρθρο 382 αποτελεί ειδική πρόνοια, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες.
Αναφορικά µε φυσικά πρόσωπα, αποκρυσταλλωμένη είναι η αρχή ότι δεν εκδίδεται διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον ενάγοντα ο οποίος στερείται µέσων. Όπως ετέθη στην Cowell ν. Taylor (1885) 31 Ch D 34, 38 «the general rule is that poverty is no bar to a litigant, that, from time immemorial, has been the rule at common law, and also, in equity». Άλλως η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο (Conway v. Ηλία (2002) 1 ΑΑΔ 1653).
Τέτοια αρχή, όμως, δεν ισχύει προκειμένου περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, όπου ο κανόνας αντιστρέφεται. Το ζήτημα εξηγείται από τον Megarry V‑C στην υπόθεση Pearson ν. Naydler [1977] 3 ΑΙΙ ER 531, 532, µε αναφορά στο άρθρο 447 του Companies Act 1948[1], το οποίο αντιστοιχούσε στο άρθρο 382 του δικού µας Νόµου:
"In the case of a limited company, there is no basic rule conferring immunity from any liability to give security for costs. The basic rule is the opposite; section 447 applies to all limited companies, and subjects them all to the liability to give security for costs. The whole concept of the section is contrary to the rule developed by the cases that poverty is not to be made a bar to bringing an action. There is nothing in the statutory language (the substance of which goes back at least as far as the Companies Act 1862, section 69) to indicate that there are any exceptions to what is laid down as a broad and general rule for all limited companies. Nor is it surprising that there should be such a rule. A man may bring into being as many limited companies as he wishes, with the privilege of limited liability; and section 447 provides some protection for the community against litigious abuses by artificial persons manipulated by natural persons. One should be as slow to whittle away this protection as one should be to whittle away a natural person's right to litigate despite poverty."»
Η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 382, ερμηνευόμενη ως άνω, κατισχύει της διαδικαστικής ρύθμισης της Δ.35, κ.2 η οποία προϋποθέτει «ειδικές περιστάσεις» ώστε να διαταχθεί η παροχή ασφάλειας.»»
Αναφορικά με το δεύτερο λόγο ένστασης με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες έχουν εγγεγραμμένο γραφείο και έδρα στη Λευκωσία από την ίδρυσή τους και έχουν συσταθεί σύμφωνα με το Κεφ. 113, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο προβάλλεται.
Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση, η αγωγή έχει γίνει με καλή τη πίστη, είναι γνήσια (is made in good faith and is not a sham) και με καλές/εύλογες πιθανότητες επιτυχίας (reasonably good prospect of success) και έχει καλές/εύλογες πιθανότητες να ευδοκιμήσει, για την ώρα θα πω μόνο τούτο: ο συγκεκριμένος λόγος, προφανώς δεν μπορεί να συνυπάρχει με τον ένατο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι σ’ αυτό στάδιο, το Δικαστήριο, ουσιαστικά καλείται να προβεί σε εκτίμηση της ουσίας της αγωγής και πιθανότητας επιτυχίας, δηλαδή καλείται προτού εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της αγωγής, να προδικάσει το αποτέλεσμα στα πλαίσια της παρούσης αίτησης.
Ο τέταρτος λόγος ένστασης με τον οποίο υποβάλλεται για την αίτηση ότι είναι κακόπιστη, καταπιεστική συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και στοχεύει στην παρεμπόδιση προώθησης και/ή φίμωση, μίας γνήσιας αξίωσης κατά των εναγόμενων (to stifle a genuine claim) είναι αβάσιμος.
Η άσκηση τού κατά νόμο δικαιώματος των εναγόμενων να θέλουν να εξασφαλίσουν τα έξοδά τους στο πλαίσιο μιας διαδικασίας, στην οποία - για να επαναλάβω - τους έχουν υποβάλει, προφανώς παρά τη θέλησή τους, οι ενάγοντες, για το ενδεχόμενο αποτυχίας της αγωγής των δεύτερων και επιτυχίας της υπεράσπισής των πρώτων, κατ’ ουδένα λόγο μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί άνευ άλλου, είτε κακοπιστία είτε καταπίεση είτε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και στην προκειμένη περίπτωση, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να στοιχειοθετεί τη θέση των εναγόντων ότι ισχύει οτιδήποτε από αυτά.
Ο έκτος λόγος ένστασης - που εν μέρει αποτελεί επανάληψη του τέταρτου λόγου - με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι δεν έρχονται με καθαρά χέρια και έχουν με τις πράξεις/παραλείψεις τους παραβιάσει βασικές αρχές της επιείκειας και/ή έχουν ενεργήσει κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή καταπιεστικά και έτσι κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να προβούν στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή ούτε να επικαλούνται το άρθρο 382 του Κεφ. 113 για σκοπούς αναστολής της έφεσης μέχρι καταβολής ασφάλειας εξόδων, με εξαίρεση το τελευταίο που υποβάλλεται, που προφανώς παραπέμπει σε κάποια άλλη διαδικασία, κατά τα λοιπά, είναι αβάσιμος.
Αν υποτεθεί ότι για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρει η κα Προδρόμου, στις παραγράφους 30 μέχρι 35 της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω, ισχύουν όσα έχω πει και για τον τέταρτο λόγο ένστασης. Για να το πω και κάπως διαφορετικά, για να είχαν κάποιο νόημα όσα υποβάλλονται με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, δε θα’ πρεπε να ήταν οι ενάγοντες αυτοί που κίνησαν την αγωγή εναντίον των εναγόμενων, οι οποίοι (εναγόμενοι), με δεδομένη πια την εμπλοκή τους σ’ αυτή, χρησιμοποιούν τις νενομισμένες διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσουν τα έξοδά τους για το ενδεχόμενο αποτυχίας της αγωγής (βλ. την The Continental Insurance Company of Hampshire ν. Sac Eugene O’ Regan, ανωτέρω).
Με τον έβδομο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι, βάσει της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή τους, δεν έχουν καταδείξει πιστευτή μαρτυρία (credible testimony by affidavit), η οποία εύλογα να καταδεικνύει (which reasonably shows) ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής οι ενάγοντες δε θα είναι σε θέση και/ή θα αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδά τους. Περαιτέρω, υποβάλλεται ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύουν ότι θα υπάρχει αδυναμία πληρωμής εξόδων ή έλλειψη περιουσιακών στοιχείων κινητών/ακίνητων σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής.
Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης, καταρχάς, είναι σε αντίθεση με τον πέμπτο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι δια των πράξεων και/ή παραλείψεών τους ευθύνονται για την παρούσα οικονομική δυσκολία των εναγόντων στην καταβολή ασφάλειας εξόδων, λόγω της συστηματικής μεθοδευμένης/καταχρηστικής και κακόπιστης συμπεριφοράς τους. Πέραν αυτού είναι και το γεγονός, ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, στο πλαίσιο της ικανής αγόρευσής του και συγκεκριμένα, στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 4 αναφέρει κατά λέξη τα εξής, τα οποία εκθεμελιώνουν τον υπό εξέταση λόγο ένστασης:
«Στην υπό εκδίκαση Αίτηση η ίδια η Ενάγουσα δηλώνει ανικανότητα καταβολής του ποσού, αλλά και ότι από την ολοκλήρωση της ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου είναι αδρανής. Επιπλέον δεν αμφισβητείται ότι δεν έχουν καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα στις Αγωγές 1844/2018 και 1845/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα πιο πάνω οδηγούν σε ενεργοποίηση των διατάξεων του Άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, αφού η Ενάγουσα φαίνεται να είναι εταιρεία που δεν είναι σε θέση να καλύψει τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.»
Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.
Ό,τι απομένει είναι εξέταση, επί της ουσίας, του τρίτου λόγου ένστασης, ο οποίος εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), του όγδοου λόγου, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι οφείλουν και/ή κατακρατούν παράνομα τα χρήματα τα οποία ανήκουν στους ενάγοντες και το αντικείμενο της αγωγής πραγματεύεται και αυτό το γεγονός, του δέκατου λόγου, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων μέσα από τα γεγονότα και το ιστορικό που σκιαγραφείται από την ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης δε δικαιολογεί και/ή ούτε επιτρέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας/ εξουσίας του Δικαστηρίου προς όφελος των εναγόμενων, οι οποίοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών για τις εξελίξεις και την κατάσταση των εναγόντων, όπως την περιγράφουν και τέλος, ο εντέκατος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των εναγόντων και οι ζημιές θα είναι τεράστιες.
Παρατηρώ τα εξής:
Δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι ενάγοντες τελούν υπό εκκαθάριση σε συνδυασμό και με την ομολογία των τελευταίων ότι είναι ανίκανοι να καλύψουν τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση ή σχολιασμός θεωρώ ότι οι εναγόμενοι απόδειξαν ότι οι ενάγοντες είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα της αγωγής σε περίπτωση απόρριψής της. Για να το πω και αλλιώς, οι ενάγοντες παραδέχονται την αφερεγγυότητά τους και ούτε έχουν θέσει ενώπιόν μου οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας, περί της ικανότητάς τους να πληρώσουν τα έξοδα της αγωγής σε περίπτωση απόρριψής της και επιδικασμού των εξόδων της υπέρ των εναγόμενων.
Απ’ εκεί και πέρα σε σχέση με όσα αναφέρονται από την κα Προδρόμου στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση αναφορικά με την ισχύ ή δύναμη της υπόθεσης των εναγόντων, εκείνο που μπορώ να πω είναι το εξής: με απλή αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών - τους οποίους αποτιμώ στην όψη τους και μόνο, δηλαδή, χωρίς να τους αξιολογώ και να δηλώνω ποιους αποδέχομαι και ποιους απορρίπτω (αυτό θα γίνει σε κατοπινό στάδιο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της ουσίας) - θεωρώ ότι η υπόθεση των εναγόμενων δεν υπολείπεται ισχύος ή δύναμης, απ’ ό,τι η υπόθεση των εναγόντων.
Από τον τίτλο της υπόθεσης F.N. & A.G. DEVELOPERS LTD ν. BIEMAN LTD (ανωτέρω) και κυρίως, από το περιεχόμενό της απόφασης σ’ αυτή σε συνδυασμό ασφαλώς και με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, αλλά και από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων, είναι φανερό, ότι η εφετειακή υπόθεση, όπως αναφέρω και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) είναι άμεσα σχετική με την παρούσα αίτηση και ως προς το αντικείμενο και ως προς τα γεγονότα, με τη διευκρίνιση ότι η εφετειακή υπόθεση αφορά σε αίτηση για ασφάλεια εξόδων την οποία είχαν καταχωρήσει οι εδώ εναγόμενοι 2 εναντίον των εναγόντων. Με αυτό δεδομένο, για σκοπούς αιτιολόγησης του συμπεράσματός μου ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σε απόλυτη συμφωνία με το Εφετείο παραθέτω αυτούσιο το σκεπτικό από τη δική του απόφαση, με τη ακόλουθη διευκρίνιση: όπου στην εφετειακή απόφαση γίνεται λόγος για έφεση, να θεωρηθεί ότι εδώ αφορά σε αγωγή.
«Προχωρώντας, περαιτέρω, στην εξέταση της επίδικης Αίτησης στο πλαίσιο της νομικής βάσης επί της οποίας αυτή εδράζεται, και δη στη βάση του Άρθρου 382 του Κεφ. 113, έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα σχετικά νομολογηθέντα, σε συνυφασμό με το πραγματικό υπόβαθρο που οι Αιτητές έθεσαν ενώπιον μας, κρίνουμε ότι οι τελευταίοι έχουν αποδείξει πως το Εφετείο έχει λόγο να πιστεύει πως οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα της έφεσης, αν αυτή απορριφθεί. Κοντολογίς, οι Αιτητές απέσεισαν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους, με αξιόπιστη μαρτυρία, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι προφανώς αφερέγγυοι. Το γεγονός, άλλωστε, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση βρίσκονται υπό εκκαθάριση είναι παραδεκτό. Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία έθεσαν ενώπιον μας περί ικανότητας να πληρώσουν τα τυχόν έξοδα της έφεσης, αν αυτά επιδικασθούν εναντίον τους και προς όφελος των Αιτητών. Δεν έχουμε παραγνωρίσει τον ισχυρισμό περί οφειλής χρημάτων, ΛΚ500.000.00 εκ μέρους των Αιτητών, όμως ο ισχυρισμός αυτός σχετίζεται με την ύπαρξη δικαστικής απόφασης, έστω και αν αυτή αμφισβητείται, όπου ο εν λόγω ισχυρισμός των Καθ’ ων η Αίτηση έχει αξιολογηθεί πρωτοδίκως και δεν έγινε αποδεκτός. Ό,τι θα μπορούσε να προσδώσει βαρύτητα σε ένα τέτοιο ισχυρισμό είναι η τεκμηριωμένη θέση περί αυξημένων πιθανοτήτων επιτυχίας της έφεσης. Έχουμε διεξέλθει τις θέσεις και τα επιχειρήματα των Καθ’ ων η Αίτηση που προβάλλονται επί του υπό συζήτηση θέματος. Δεν αποφαινόμαστε επί της ουσίας της έφεσης και δεν θεωρούμε ότι αποκλείεται στο τέλος η έφεση τους να ευδοκιμήσει, ταυτόχρονα, όμως, δεν θεωρούμε ότι υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες αυτό να συμβεί. Ούτε και είναι επιτρεπτό να προβούμε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, στο παρόν στάδιο, αναφορικά με την ορθότητα της ερμηνείας που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο για τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης Ακινήτων ημερομηνίας 26.04.2007. Συνεπώς, κρίνουμε αβάσιμο και τον λόγο ένστασης αρ. 3 με τον οποίο προωθούνται επιχειρήματα που αφορούν στην ουσία της έφεσης, με περιεχόμενο το οποίο δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε ενώπιον έφεσης με αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας. Προφανώς, τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμοί, ως και τα επιχειρήματα των Καθ’ ων η Αίτηση, απασχόλησαν πρωτοδίκως και αξιολογήθηκαν πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
Συνοψίζοντας, σ’ ότι αφορά στο ζήτημα των πιθανοτήτων επιτυχίας ή μη της έφεσης, θεωρούμε ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον τέτοιων στοιχείων τα οποία θα ήταν επιτρεπτό να μας οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η έφεση είναι προορισμένη για επιτυχία ή έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, ως είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση.
Υπό τις δεδομένες περιστάσεις και τη μαρτυρία που έθεσαν οι Αιτητές ενώπιον του Εφετείου, κρίνουμε πως μετατέθηκε το βάρος απόδειξης στους Καθ’ ων η Αίτηση να αποδείξουν ότι είναι φερέγγυοι, πλην όμως απέτυχαν να το αποσείσουν, αφού δεν παρουσίασαν στοιχεία οποιασδήποτε περιουσίας τους ικανής προς τον σκοπό πληρωμής εξόδων που πιθανόν να επιδικασθούν προς όφελος των Αιτητών.
Καταληκτικά, κρίνουμε πως αποδείχθηκε, ενώπιον μας, ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι Καθ’ ων η Αίτηση να είναι ανίκανοι να πληρώσουν τυχόν έξοδα τα οποία πιθανόν να επιδικαστούν εναντίον τους στην παρούσα έφεση.»
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει την αίτηση κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις (νομικές και πραγματικές) για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι γεγονός, ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και επιδικασμού των εξόδων της σε βάρος των εναγόντων υπάρχει προφανής κίνδυνος αυτοί να είναι ανίκανοι να τα πληρώσουν.
Όπως αναφέρει η κα Προδρόμου στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, ο κατάλογος εξόδων που έχει καταχωρηθεί από τους εναγόμενους είναι παραφουσκωμένος, συνεπεία της χρέωσης αχρείαστων και αδικαιολόγητων ποσών και ποσών που δεν δικαιούνται οι εναγόμενοι. Προς αντίκρουση της θέσης τους ότι τα δικηγορικά τους έξοδα στην αγωγή υπολογίζονται στα €84.670,72 με τη βοήθεια των δικηγόρων των εναγόντων έχει ετοιμαστεί προσχέδιο καταλόγου εξόδων των εναγόμενων, βάσει του οποίου, τα έξοδά τους υπολογίζεται να ανέλθουν στο ποσό των €28.423, πλέον Φ.Π.Α. και €50,27, πραγματικά έξοδα.
Έχω τη γνώμη, ότι το συνολικό ποσό για το οποίο οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση διατάγματος (€84.670,72) είναι υπερβολικό και διογκωμένο. Με αντιπαραβολή των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονται στο προσχέδιο καταλόγου εξόδων που έχουν ετοιμάσει οι δικηγόροι τους, με τα διαλαμβανόμενα - κατά περίπτωση - στο σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (3/2017) ποσά, διαπιστώνω - μεταξύ άλλων - ότι οι εναγόμενοι προϋπολογίζουν τα έξοδα στο μέγιστο προβλεπόμενο ποσό. Πέραν τούτου, στον κατάλογο περιλαμβάνονται και έξοδα για διάφορες εμφανίσεις στο Δικαστήριο, για τις οποίες η σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα ήταν «καμιά διαταγή για έξοδα». Μολονότι θα μπορούσα να πω και διάφορα άλλα για το προσχέδιο καταλόγου εξόδων, εντούτοις, δε θα ήθελα να επεκταθώ. Εν πάση περιπτώσει, έχω τη γνώμη, ότι υπό τις περιστάσεις, το ποσό των €35.000, πλέον Φ.Π.Α, είναι εύλογο και αποτελεί ικανοποιητική ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόμενων.
Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι ενάγοντες διατάσσονται να δώσουν ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόμενων 1 και 2, για το ποσό των €35.000, πλέον Φ.Π.Α.. Το ποσό αυτό, να δοθεί, είτε με την κατάθεσή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με όποιο τρόπο ήθελε γίνει αποδεκτός από τον Πρωτοκολλητή είτε με παράδοση τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εντός 60 ημερών από σήμερα.
Κάθε περαιτέρω διαδικασία αναστέλλεται μέχρι και την κατάθεση του πιο πάνω ποσού. Σε περίπτωση μη κατάθεσής του εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα, με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων. Σε περίπτωση συμμόρφωσης των εναγόντων με την πιο πάνω διαταγή, ο Πρωτοκολλητής να θέσει την υπόθεση ενώπιόν μου για ορισμό.
Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων.
(Υπ.) …..…………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο