ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης 593/2025
(i-Justice)
Μεταξύ:
Alexey Gubarev
Ενάγοντα
-και-
1. Google LLC
2. Google Ireland Ltd
Εναγομένων
----------------------------------------
Αίτηση ημερ. 05/06/2025 από τον ενάγοντα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων
Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα – Αιτητή: κ. Μ. Κυριακίδης μαζί με κα. Ν. Λιασίδου για κ.κ. HARRIS KYRIAKIDES (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.)
Για τους Εναγόμενους – Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Αναστάσιος Α. Αντωνίου για κ.κ. Αntoniou McCollum & Co LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
O Ενάγοντας (από τώρα και στο εξής «ο Αιτητής») με την υπό κρίση αίτηση, αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 (από τώρα και στο εξής «οι Καθ’ ων η Αίτηση»), διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως προβούν σε διαγραφή και/ή αφαίρεση και/ή απόσυρση από την ηλεκτρονική πλατφόρμα κοινής χρήσης βίντεο YouTube, του βίντεο ημερομηνίας 03/06/2025 το οποίο βρίσκεται στον σύνδεσμο https://www.youtube.com/watch?v.=eUlio EJJlo και/ή όπως προβούν σε διαγραφή και/ή αφαίρεση και/ή απόσυρση από την ηλεκτρονική πλατφόρμα κοινής χρήσης βίντεο YouTube οποιωνδήποτε άλλων και/ή μελλοντικών οπτικοακουστικών δεδομένων και/ή βίντεο που αφορούν τον Αιτητή και/ή αναφέρονται στο όνομα του Ενάγοντα και/ή σε εταιρείες συνδεδεμένες με τον Αιτητή, ως αυτά είναι δημοσιευμένα και/ή αναρτημένα στην ηλεκτρονική σελίδα και/ή προφίλ και/ή ηλεκτρονικό κανάλι στο YouTube με την επωνυμία Temirov Live, η οποία βρίσκεται στο σύνδεσμο https://www.youtube.com/@Temirov.LIV.E και/ή από οπουδήποτε αλλού αυτά είναι δημοσιευμένα σε ψηφιακή και/ή άλλη μορφή στο διαδίκτυο κατόπιν κοινοποίησης και/ή διαμοιρασμού (sharing) και/ή άλλης μορφής αναπαραγωγής του βίντεο (βλ. αιτητικό Α.)
Επίσης, αξιώνεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως αναστείλουν και/ή καταργήσουν και/ή διαγράψουν την ηλεκτρονική σελίδα και/ή προφίλ και/ή ηλεκτρονικό κανάλι στην ηλεκτρονική πλατφόρμα κοινής χρήσης βίντεο YouTube με την επωνυμία Temirov Live η οποία βρίσκεται στον πιο πάνω αναφερόμενο σύνδεσμο, ένεκα δυσφημιστικών αναφορών και/ή μετάδοση ψευδών πληροφοριών και/ή μετάδοση ψευδών πληροφοριών υπό μορφή ειδήσεων και/ή λίβελλου και/ή κακόβουλων ψευδολογιών και/ή ανυπόστατων ισχυρισμών και/ή συκοφαντιών σε βάρος του Αιτητή (βλ. αιτητικό Β.).
Ο Αιτητής, περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, με το οποίο να διατάττονται οι Καθ’ ων η Αίτηση, να αποκαλύψουν συγκεκριμένες πληροφορίες σε σχέση με τα πρόσωπα που διαχειρίζονται την ηλεκτρονική σελίδα και/ή ηλεκτρονικό κανάλι στην ηλεκτρονική πλατφόρμα κοινής χρήσης βίντεο YouTube και/ή με την επωνυμία Temirov Live και τις IP διευθύνσεις πρόσβασης που έχουν χρησιμοποιηθεί και/ή χρησιμοποιούνται από τους διαχειριστές της ηλεκτρονικής σελίδας και/ή προφίλ και/ή ηλεκτρονικού καναλιού στην ηλεκτρονική πλατφόρμα κοινής χρήσης βίντεο με την πιο πάνω αναφερόμενη επωνυμία (βλ. αιτητικό Γ).
Η Αίτηση, συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις της κας Άντρεας Δρουσιώτου, ημερομηνίας 05/06/2025, δικηγόρου η οποία συνεργάζεται με την δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Αιτητή και εξουσιοδοτημένη από τον τελευταίο. Στις 11/08/2025, καταχωρήθηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση από το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο.
Η πιο πάνω Αίτηση προωθήθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο κατά τις 06/06/2025 εξέδωσε διάταγμα ως η παράγραφος Α του αιτητικού της Αίτησης και διέταξε την επίδοση των υπόλοιπων αιτητικών.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 17/07/2025, προβάλλοντας 15 λόγους ένστασης στην συνέχιση της ισχύς και/ή έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Marta Staccioli, ημερομηνίας 14/07/2025, ανώτερης νομικής συμβούλου της Google και υπεύθυνης για την Ιταλία, Ελλάδα και Κύπρο και της κας Ιφιγένειας Ιακώβου, ημερομηνίας 17/07/2025, δικηγόρου που εργάζεται στους δικηγόρους των Καθ’ ων η Αίτηση. Η τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη ενόρκως δηλούσα, καταχώρησε στις 25/08/2025 και απαντητική ένορκη δήλωση.
Η ΑΙΤΗΣΗ
Συνοπτικά, η εκδοχή του Αιτητή, ως αυτή περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση του είναι η εξής:
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Ρωσία, είναι κάτοχος Κυπριακού διαβατηρίου και είναι επιχειρηματίας, ο οποίος δραστηριοποιείται στην Κύπρο. Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έχει έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και είναι μια εκ των μεγαλύτερων τεχνολογικών οργανισμών στον κόσμο, η οποία διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, τη διαδικτυακή πλατφόρμα YouTube. Η εν λόγω πλατφόρμα είναι μια από τις πιο ισχυρές πλατφόρμες πολυμέσων, η οποία επιτρέπει στους χρήστες να ανεβάζουν, να παρακολουθούν, να σχολιάζουν και να κοινοποιούν βίντεο και οπτικοακουστικά δεδομένα σε παγκόσμια εμβέλεια και με δισεκατομμύρια χρήστες. Η Καθ’ ης η Αίτηση 2, είναι η ευρωπαϊκή θυγατρική της Καθ’ ης η Αίτηση 1, με έδρα την Ιρλανδία και αποτελεί τη νομικά υπεύθυνη εταιρεία για τις περισσότερες υπηρεσίες της Google που προσφέρονται στους χρήστες και επιχειρήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση, η παρούσα υπόθεση αφορά βίντεο το οποίο αναρτήθηκε στην πλατφόρμα YouTube, στο κανάλι με την επωνυμία Temirov Live, το οποίο περιέχει άκρως δυσφημιστικές δηλώσεις, ψευδολογίες και ψευδείς αναφορές υπό τη μορφή ειδήσεων σε σχέση με τον Αιτητή. Το Temirov Live προσδιορίζεται ως ένα ανεξάρτητο δημοσιογραφικό κανάλι στο YouTube, με έδρα το Κιργιστάν το οποίο παρουσιάζει υπό τη μορφή ειδήσεων τη κατ’ ισχυρισμό διαφθορά της Κυβέρνησης του Κιργιστάν. Το βίντεο έχει αναρτηθεί στις 03/06/2025, στο κανάλι που διατηρεί το Temirov Live στην πλατφόρμα YouTube, το οποίο κάνει αναφορά ότι σε συνεργασία με την Cyprus Daily News, έχουν ερευνήσει και εντοπίσει σωρεία γεγονότων που αφορούν τη διαφθορά στο Κιργιστάν. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι αποκαλύπτουν ένα μεγάλο σκάνδαλο στην πόλη Μπισκέτ, όπου 45 εκτάρια δημόσιας γης μεταβιβάστηκαν σε δύο άγνωστες εταιρείες, ήτοι τις Invest KG Holding και Bus Station Museu σε αντάλλαγμα για 2,6 δισεκατομμύρια σόμ, αν και η γη αποτιμάται έως και στα 90 εκατομμύρια δολάρια. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω εταιρείες συνδέονται με τον Αιτητή, μέσω της πρώην αντιδημάρχου του Κιργιστάν, Oksana Yankovskaya, που δηλώνεται ως διευθύντρια.
Επισυνάπτεται ως τεκμήριο 4 το εν λόγω βίντεο και ως τεκμήριο 7 απομαγνητοφωνημένο κείμενο του βίντεο, μεταφρασμένο στα Ελληνικά, μέρος του οποίου παρατίθεται και στην ένορκη δήλωση. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι η Temirov Live παρουσιάζει τα όσα κατ’ ισχυρισμό εντοπίσει να συμβαίνουν στο Κιργιστάν να είναι άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένα με τον Αιτητή. Γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιάσουν τον Αιτητή ως το άτομο το οποίο βρίσκεται πίσω από το σκάνδαλο με τον σταθμό λεωφορείων στο Κιργιστάν, να τον συνδέσουν με άλλο σκάνδαλο μεταφοράς και λαθρεμπορίου χρυσού ενώ προσπαθούν να τον συνδέσουν με άτομο που βρίσκεται σε κυρώσεις. Τίποτα εκ των αναφορών δεν ισχύουν και όλες οι δηλώσεις είναι δυσφημιστικές σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σπιλώσουν και να αμαυρώσουν την φήμη του.
Το εν λόγω βίντεο έχει κοινοποιηθεί στην σελίδα προφίλ που διατηρεί η Temirov Live στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook και Instagram.
Πέραν των πιο πάνω, γίνονται αναφορές στην Cyprus Daily News, με την οποία η Temirov Live ισχυρίζεται ότι έχει συνεργαστεί και έχουν ερευνήσει γεγονότα που αφορούν διαφθορά στο Κιργιστάν και την καταχώρηση δικαστικών διαδικασιών εναντίον της μετά από τη δημοσίευση δυσφημιστικών άρθρων.
Οι δικηγόροι του Αιτητή προχώρησαν στις 03/06/2025 σε αναφορά για δυσφήμηση στην πλατφόρμα YouTube, οι οποίοι απάντησαν ότι το ζήτημα εξετάζεται. Περαιτέρω, στις 03/06/2025, οι δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν επιστολή στους Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία ζητούσαν τη διαγραφή του επίδικου βίντεο και την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα που διαχειρίζονται στο κανάλι Temirov Live στο YouTube. Στις 05/06/2025 στάληκε ηλεκτρονικό μήνυμα από την ομάδα του YouTube η οποία αναφέρει ότι δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την ιδιοκτησία της επωνυμίας (trademark) και δεν απαντούν σε οτιδήποτε αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 03/06/2025. Έως σήμερα δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση στο αίτημα των δικηγόρων του Αιτητή και το βίντεο παραμένει αναρτημένο στο YouTube.
Είναι η θέση του Αιτητή ότι το επίδικο βίντεο είναι άκρως δυσφημιστικό και η όποια αναδημοσίευση και αναπαραγωγή αυτού θα πρέπει να σταματήσει. Επίσης, θα πρέπει να διαταχθεί η αποκάλυψη για να ταυτοποιηθούν τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στην αδικοπραξία και να δυνηθεί ο Αιτητής να προωθήσει την απαίτηση του εναντίον όλων αυτών των προσώπων.
Η ΕΝΣΤΑΣΗ
Οι Καθ’ ων η Αίτηση με την μαρτυρία που προσκόμισαν και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση τους, αναφέρονται, στην ουσία, στην πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 της 19ης Οκτωβρίου 2022 σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών Υπηρεσιών (η «Ενωσιακή Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ή «η Ενωσιακή ΠΨΥ») σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση για να καταδείξουν και να υποστηρίξουν ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το εκδοθέν διάταγμα να ακυρωθεί.
Κατά αρχάς, ισχυρίζονται ότι το νομικό πρόσωπο το οποίο παρέχει την επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο στο διαδικτυακό σύνδεσμο https://www.youtube.com/ (το YouTube ή η Πλατφόρμα) στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ο ΕΟΧ) είναι αποκλειστικά η GIL, δηλαδή η Καθ’ ης η Αίτηση 2 και συνεπώς η Καθ’ ης η Αίτηση 1 λανθασμένα ή ανεδαφικά ενάγεται.
Γίνεται αναφορά και επεξήγηση σε συγκεκριμένες πρόνοιες της ΠΨΥ. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά στην «Απαγόρευση Παρακολούθησης», συνεπεία της οποίας, οι Παρόχοι Φιλοξενίας, δεν ευθύνονται για οποιοδήποτε παράνομο περιεχόμενο εντός της πλατφόρμας (όπως π.χ δυσφημιστικό περιεχόμενο), εκτός αν ένας τέτοιος Πάροχος Φιλοξενίας λάβει γνώση της παρανομίας ή αντιληφθεί την παρανομία και με τη σειρά του δεν έλαβε μέτρα εναντίον της. Αυτή είναι αρχή του «Ασφαλούς Λιμένα». Απαιτείται από την ΠΨΥ, οι Παρόχοι να δημιουργήσουν μηχανισμούς ειδοποίησης για οποιοδήποτε δυνητικά παράνομο περιεχόμενο. Για να αρθεί, όμως, η προστασία του Ασφαλούς Λιμένα, μια ειδοποίηση για παράνομο περιεχόμενο που υποβάλλεται από ένα χρήστη πρέπει να δίνει τη δυνατότητα σε πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας που επιδεικνύει δέουσα επιμέλεια να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της σχετικής δραστηριότητας ή πληροφορίας χωρίς λεπτομερή νομική εξέταση. Το YouTube εφαρμόζει τους πιο πάνω μηχανισμούς ειδοποίησης, παρέχοντας τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε χρήστη της Πλατφόρμας, με εύκολα προσβάσιμο και φιλικό προς τον χρήστη τρόπο, να αναφέρει περιεχόμενο στην Πλατφόρμα μέσω της υποβολής ενός εντύπου σχετικά με το εν λόγω περιεχόμενο (η «Λειτουργία Αναφοράς»). Υπάρχει, επίσης, συγκεκριμένη επιλογή στη Λειτουργία Αναφοράς για αναφορές δυσφημιστικής φύσεως περιεχομένου στο YouTube (η «Λειτουργία Αναφοράς Δυσφήμισης») στην οποία γίνεται αναφορά στο τί πρέπει να συμπληρωθεί σε αυτή την περίπτωση. Ειδικότερα, απαιτείται να συμπληρωθεί η λεπτομερής αφηγηματική επεξήγηση (σχόλιο) σχετικά με τους λόγους που το υπό αναφορά περιεχόμενο είναι παράνομο. Τούτο αποτελεί επιτακτικό στοιχείο το οποίο επιτρέπει στον Πάροχο Φιλοξενίας να εντοπίσει την παρανομία συγκεκριμένου περιεχομένου χωρίς να χρειάζεται να προβεί σε λεπτομερή νομική εξέταση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ΠΨΥ. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την αρχή του Ασφαλούς Λιμένα, οι Καθ’ ων η Αίτηση απαλλάσσονται ευθύνης αναφορικά με παράνομο περιεχόμενο, εκτός όπου αυτοί έλαβαν γνώση της παρανομίας και με τη σειρά τους δεν έλαβαν μέτρα εναντίον της.
Στην βάση των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι η αναφορά που έλαβαν από τους δικηγόρους του Αιτητή, δεν ήταν ορθή και δεν θα μπορούσε να αποτελεί έγκυρη ειδοποίηση. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι έλαβαν μια αναφορά ημερομηνίας 03/06/2025 για το επίδικο βίντεο η οποία δεν ήταν ολοκληρωμένη και περιλάμβανε ισχυρισμούς για παράβαση της ιδιωτικότητας – για την οποία υπάρχει διαφορετική επιλογή αναφοράς. Οι επικοινωνίες που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. τεκμήρια 25, 26 και 27) δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν έγκυρη ειδοποίηση για το κατ’ ισχυρισμό παράνομο περιεχόμενο στην εν λόγω Πλατφόρμα, καθότι δεν είχαν υποβληθεί μέσω της Λειτουργίας Αναφοράς ή της Λειτουργίας Αναφοράς Δυσφήμησης, ούτε ήταν δεόντως απευθυνόμενες προς τις Καθ’ ων η Αίτηση. Δεν ήταν, επίσης, αρκούντως τεκμηριωμένες ούτω ώστε να μπορούν οι Καθ’ ων η Αίτηση να ενημερωθούν και να διαπιστώσουν ενδεχόμενη παρανομία σε συγκεκριμένο περιεχόμενο χωρίς να προβούν οι ίδιοι σε λεπτομερή νομική εξέταση.
Παρά τα πιο πάνω, οι πιο πάνω αναφερόμενες επικοινωνίες δεν έμειναν αναπάντητες από τους Καθ’ ων η Αίτηση και βρίσκονταν εν τω μέσω της διαδικασίας διεξοδικής αντιμετώπισης της Αναφοράς που έγινε μέσω της Λειτουργίας Αναφοράς Δυσφήμισης. Οι Καθ’ ων η Αίτηση, γνωστοποίησαν με σαφή τρόπο στις 04/06/2025 στον δικηγόρο του Αιτητή ότι η υποβληθείσα Αναφορά βρισκόταν υπό εξέταση. Παρόλα αυτά, ο δικηγόρος του Αιτητή δεν επέτρεψε στους Καθ’ ων η Αίτηση να εξετάσουν την Αναφορά, αφού καταχώρησε την απαίτηση και την αίτηση, μόλις την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 05/06/2025 και όσο η Αναφορά βρισκόταν ακόμη υπό εξέταση. Δεν δόθηκε εύλογος χρόνος και η Αναφορά δεν περιείχε τις απαραίτητες πληροφορίες ούτως ώστε οι Καθ’ ων η Αίτηση να καταφέρουν να ολοκληρώσουν την εξέταση της αναφοράς σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Δεδομένου του πιο πάνω, αποτελεί θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι η προστασία του Ασφαλούς Λιμένα είναι πλήρως εφαρμοστέα και οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν μπορούν να υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης, συμπεριλαμβανομένης και της ευθύνης που προβάλλεται στην Απαίτηση, δηλαδή δυσφήμιση, λίβελλο και επιζήμια ψευδολογία και επομένως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι το μονομερές εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 06/06/2025 (υπό στοιχείο Α της Αίτησης) είναι ασυμβίβαστο με την ΠΨΥ και δεν μπορεί να συνεχίσει να ισχύει. Η αίτηση δεν λαμβάνει υπόψη ούτε βασίζεται στην ΠΨΥ, η οποία ρυθμίζει πλέον την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν τους Παρόχους Φιλοξενίας. Παρόλο που οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα – διαγράφηκε το επίδικο βίντεο, όταν η πρόσβαση γίνεται από την Κύπρο μόνο – αυτό δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένο ως τάσσει το Ενωσιακό Δίκαιο. Δηλαδή, θα πρέπει να επιτρέπει στους διαμεσολαβητές να ταυτοποιήσουν και να εντοπίσουν το παράνομο περιεχόμενο, για παράδειγμα αναγράφοντας τους επακριβείς ενιαίους εντοπιστές πόρου (URL) που φιλοξενούν το εν λόγω περιεχόμενο, και, όπου χρειάζεται, επιπρόσθετες πληροφορίες (η “Απαίτηση Συγκεκριμενοποίησης”). Εξηγείται γιατί διάφορα μέρη και αναφορές στο διάταγμα δεν συνάδουν με την εν λόγω απαίτηση και ότι σε αυτό δεν περιλαμβάνεται αιτιολογία στην οποία να εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους οι πληροφορίες συνιστούν παράνομο περιεχόμενο με αναφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο (η “Απαίτηση Επεξήγησης”).
Επιπρόσθετα, οι Καθ’ ων η Αίτηση επικαλούνται την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον Αιτητή κατά το μονομερές στάδιο. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι, πέραν από την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην αίτηση και τη μαρτυρία στα όσα ισχύουν σε επίπεδο Ενωσιακής έννομης τάξης, απεκρύβησαν γεγονότα που αφορούν την ουσιώδη περίοδο της Αίτησης. Ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, κατά το χρόνο καταχώρησης της απαίτησης και της αίτησης, βρίσκονταν μόλις στην αρχή της διαδικασίας εξέτασης της Αναφοράς περί παρανομίας του περιεχομένου, την οποία υπέβαλε, παρά τα όσα ελλιπή στοιχεία υπέβαλαν. Οι Καθ’ ων η Αίτηση ενώ είχαν απαντήσει στο δικηγόρο του Αιτητή, στις 04/06/2025, εντούτοις έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ότι οι προσπάθειες του να επικοινωνήσει με τους Καθ’ ων η Αίτηση για να καταγγείλει το επίδικο βίντεο, αγνοήθηκαν παντελώς. Αποτελεί θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι με τον τρόπο που έδρασε ο Αιτητής και οι δικηγόροι του καταδεικνύουν πρόθεση παράκαμψης του καθιερωμένου μηχανισμού ειδοποίησης και ανάληψης δράσης υπό την Ενωσιακή ΠΨΥ, υπέρ της προώθησης της παρούσας δικαστικής διαδικασίας.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιτίθενται και στην έκδοση των υπόλοιπων αιτητικών για το λόγο ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα δεν δικαιολογείται η αναστολή λειτουργίας του επίδικου καναλιού καθότι αυτό ασκεί διερευνητική δημοσιογραφία, ως προκύπτει από τα σχετικά τεκμήρια που επισυνάπτονται, κάτι το οποίο ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο, μια δραστηριότητα ύψιστης σημασίας που προστατεύεται από την ελευθερία του λόγου και του τύπου και είναι επιτακτική στον χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως η Πλατφόρμα καθώς οι χώροι αυτοί αποτελούν φόρα διαδικτυακής δημόσιας συζήτησης. Εξ’ όσον γίνεται αντιληπτό αναφέρεται, τον ίδιο χαρακτήρα ερευνητικής δημοσιογραφίας είχε και το επίδικο βίντεο. Γίνεται, επίσης, αναφορά στις αρχές Αναστολής Λογαριασμού και ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που τάσσει η ΠΨΥ για την αναστολή του επίδικου λογαριασμού.
Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα υπό στοιχείο Γ της αίτησης, δηλαδή την αποκάλυψη πληροφοριών, γίνεται παραπομπή στην Αρχή Ελαχιστοποίησης της ΠΨΥ, η οποία απαιτεί από τις Αρχές να περιορίζουν αιτήματα προς διαμεσολαβητές στις πληροφορίες που έχουν ήδη συλλεχθεί από τον διαμεσολαβητή για σκοπούς της παροχής της υπηρεσίας του και βρίσκονται υπό τον έλεγχο του. Δεν απαιτείται από τους χρήστες να δώσουν πληροφορίες, όπως το όνομα τους ή τη φυσική τους διεύθυνση για να δημιουργήσουν ένα κανάλι στο YouTube, ούτε ο Καθ’ ων η Αίτηση προβαίνουν σε ανεξάρτητη επιβεβαίωση τέτοιων στοιχείων. Συνεπώς, κατά πάσα πιθανότητα οι πληροφορίες που ζητούνται δεν βρίσκονται στην κατοχή ή έλεγχο των Καθ’ ων η Αίτηση. Ούτε πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ακόμα και με την παράθεση των συγκεκριμένων ισχυρισμών από το επίδικο βίντεο – το οποίο είναι στα Ρώσικα και μεταφράστηκε από τον ίδιο τον Αιτητή και ως εκ τούτου δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η εν λόγω μετάφραση – δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη δυσφήμησης ή επιζήμια ψευδολογία. Ανεξάρτητα τούτου, το επίδικο βίντεο είναι δεκτικό ειδικών υπερασπίσεων καθότι εμπεριέχει στοιχεία έντιμου σχολίου για θέματα που άπτονται της δημόσιας συζήτησης καθότι έχει αναρτηθεί σε κανάλι ερευνητικής δημοσιογραφίας. Επιπρόσθετα, δεν πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που σχετίζονται με δυσφήμηση.
Αποτελεί θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι καμία από τις προϋποθέσεις που τάσσει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 πληρούνται στην παρούσα και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην Αίτηση, ο Αιτητής υπεραμύνεται της ορθότητας της διαδικασίας που ακολούθησε, σε μια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης και επιρρίπτει την ευθύνη και την κωλυσιεργία στην αφαίρεση του βίντεο στους Καθ’ ων η Αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί από κανένα Κανονισμό καθότι είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από την ενωσιακή τάξη ενώ τούτο αναγνωρίζεται και στον ίδιο τον Κανονισμό και ειδικότερα στην αιτιολογική σκέψη 59. Το εκδοθέν διάταγμα, ισχυρίζεται, προσδιορίζει τον ακριβή σύνδεσμο στον οποίο εντοπίζεται το βίντεο. Απορρίπτονται, περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των ενόρκως δηλούντων της ένστασης, επιμένει ο Αιτητής ότι πρόκειται για δυσφημιστικό βίντεο και τα όσα αναφέρονται περί ερευνητικής δημοσιογραφίας, έντιμο σχόλιο, αποτελούν απλώς έκφραση γνώμης η οποία είναι ατεκμηρίωτη και δεν μπορεί να έχει βαρύτητα στην παρούσα διαδικασία. Η ανάλυση που γίνεται για τις Ενωσιακές διατάξεις θα πρέπει να απορριφθεί καθότι αυτή δεν παρουσιάζεται μέσω εμπειρογνώμονα. Γίνεται, επίσης, αναφορά στο Νόμο 122(Ι)/2025 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 11/07/2025 και κατά συνέπεια, ο Αιτητής δεν θα μπορούσε να προβεί σε καταγγελία στην σχετική αρμόδια αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως οι πρόνοιες του Κανονισμού καθότι αυτή δεν είχε ακόμη καθοριστεί.
Στην απαντητική ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι οι πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού έχουν άμεση ισχύ από τις 17/02/2024 και ο Αιτητής μπορούσε να βασιστεί σε αυτές για να προωθήσει τις αξιώσεις του. Επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των ενόρκων δηλώσεων της ένστασης και επεξηγούν το ανεπαρκές των αναφορών του Αιτητή και τις επικοινωνίες των δικηγόρων του Αιτητή μέσω μη ενδεδειγμένων μέσων και προς αναρμόδιους παραλήπτες. Υποστηρίζεται ότι η όλη υπόθεση του Αιτητή παραγνωρίζει τις πρόνοιες του Ενωσιακού Δικαίου, οι οποίες επαναλαμβάνονται. Το εκδοθέν διάταγμα, επίσης, δεν προσδιορίζει τα γεωγραφικά όρια εντός των οποίων θα πρέπει το βίντεο να τύχει διαγραφής, ως τάσσει η ΠΨΥ και γενικότερα αυτό είναι ασυμβίβαστο με την ΠΨΥ.
Έχω λάβει υπόψη μου όλα όσα παρατίθενται υπό μορφή μαρτυρίας και γεγονότων στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση.
Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων οι οποίες καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι, επίσης, προέβηκαν και σε περιορισμένες προφορικές αγορεύσεις. Έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, χωρίς να απαιτείται για σκοπούς της παρούσας απόφασης η αναπαραγωγή τους. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης σε συγκεκριμένες θέσεις των μερών, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)).
H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.
Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην 1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. 1. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους – ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».
Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί.
Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παρούσα αγωγή, η οποία προκύπτει να αφορά τα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας, στρέφεται εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση, ως Παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών και/ή διαμεσολαβητών. Είναι κοινό έδαφος ότι, έστω η Καθ’ ης η Αίτηση 2, είναι ο Πάροχος της Πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο στο διαδίκτυο YouTube, στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Οι υποχρεώσεις και ευθύνες της αναφορικά με τις αναρτήσεις βίντεο στην εν λόγω Πλατφόρμα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2022 σχετικά με την Ενιαία Αγορά Ψηφιακών Υπηρεσιών (ο Κανονισμός). Πυρήνας των επιχειρημάτων και της υπόθεσης των Καθ’ ων η Αίτηση, είναι ότι δεν ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες που προδιαγράφει ο εν λόγω Κανονισμός και/ή τα αιτούμενα διατάγματα είναι ασυμβίβαστα με τον Κανονισμό για αυτό θα πρέπει να ακυρωθούν και/ή να μην εκδοθούν. Κρίνεται σκόπιμο, επομένως, να προβώ σε μια επισκόπηση του εν λόγω Κανονισμού, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 17/02/2024 και έχει άμεση και αυξημένη ισχύ στην Κύπρο και έναντι της ημεδαπής νομοθεσίας, ως Ενωσιακό Δίκαιο (βλ. Άρθρο 1Α του Συντάγματος) και ακολούθως να εξετάσω τις σχετικές εισηγήσεις των μερών και ειδικότερα τη θέση του Αιτητή, ότι, ανεξάρτητα και σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του Κανονισμού, ότι δεν είναι επιτακτικό να ακολουθηθούν οι εν λόγω πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού προτού ο αιτητής αποταθεί για δικαστική προστασία καθώς και την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
Σημειώνεται ότι πιο πάνω Κανονισμός αποτελεί συνέχεια της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (EE L 178 της 17.7.2000, σ. 1). Η εν λόγω Οδηγίας έχει ενσωματωθεί στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον Περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών στην Κοινωνία της Πληροφορίας και Ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2004, Ν.156(Ι)/2004.
Με την παρέλευση των χρόνων από την θέσπιση της πιο πάνω Οδηγίας, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η αυξημένη χρήση των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, έχουν δημιουργήσει νέους κινδύνους και προκλήσεις για τους μεμονωμένους αποδέκτες της σχετικής υπηρεσίας, τις εταιρείες και για την κοινωνία στο σύνολό της. Επίσης, διαπιστώθηκε απόκλιση εθνικών νομοθεσιών στην αντιμετώπιση αυτών των νέων κινδύνων και μη ορθή μεταφορά της πιο πάνω Οδηγίας. Κατά συνέπεια, κρίθηκε αναγκαίο όπως θεσπιστεί ο εν λόγω Κανονισμός με σκοπό την ομοιόμορφη εφαρμογή κοινοτικών Κανόνων και για να υπάρχει ασφάλεια δικαίου σε σχέση με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών (βλ. αιτιολογικές Σκέψεις 1,2 και 4). Σύμφωνα με την αιτιολογική Σκέψη αρ.3 του Κανονισμού «Η υπεύθυνη και επιμελής συμπεριφορά των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών είναι απαραίτητη για ένα ασφαλές, προβλέψιμο και αξιόπιστο επιγραμμικό περιβάλλον και προκειμένου οι πολίτες της Ένωσης και άλλα άτομα να μπορούν να ασκούν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ο «Χάρτης»), ιδίως την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στην απαγόρευση των διακρίσεων και την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών.»
Ο Κανονισμός εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες που ισχύουν για τις ενδιάμεσες υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, χωρίς, όμως, να αποκλείει «τη δυνατότητα εφαρμογής άλλης εθνικής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, και ιδίως του άρθρου 3 αυτής, όταν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου επιδιώκουν άλλους θεμιτούς στόχους δημόσιου συμφέροντος από αυτούς που επιδιώκονται με τον παρόντα κανονισμό. (βλ. Σκέψη (9) ).
Το πλαίσιο της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ διατηρείται και εναρμονίζεται. Η Σκέψη (16) αναφέρει: «Η ασφάλεια δικαίου που παρέχεται από το οριζόντιο πλαίσιο των υπό όρους απαλλαγών από την ευθύνη για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, το οποίο προβλέπεται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ, έχει καταστήσει δυνατή την εμφάνιση και επέκταση πολλών καινοτόμων υπηρεσιών σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διατηρηθεί. Ωστόσο, λόγω των αποκλίσεων κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή των σχετικών κανόνων σε εθνικό επίπεδο, και για λόγους σαφήνειας και συνοχής, το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει να ενσωματωθεί στον παρόντα κανονισμό. Πρέπει επίσης να διευκρινιστούν ορισμένα στοιχεία του πλαισίου αυτού, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Οι κανόνες που θεσπίζονται αφορούν το πότε ο ενδιάμεσος πάροχος δεν ευθύνεται και όχι το πότε ευθύνεται, σύμφωνα με το Ενωσιακό ή Εθνικό δίκαιο (Σκέψη 17).
Οι Σκέψεις (22) και (25) αναφέρουν:
(22) Προκειμένου να επωφελείται από τις απαλλαγές από την ευθύνη για υπηρεσίες φιλοξενίας, ο πάροχος θα πρέπει, μόλις λάβει πραγματική γνώση ή αντιληφθεί ότι πρόκειται για παράνομες δραστηριότητες ή παράνομο περιεχόμενο, να ενεργεί άμεσα προκειμένου να αποσύρει το παράνομο περιεχόμενο ή να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε αυτό. Η απόσυρση ή η απενεργοποίηση της πρόσβασης θα πρέπει να πραγματοποιείται τηρουμένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αποδεκτών της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης. Ο πάροχος μπορεί να λάβει πραγματική γνώση ή να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα του περιεχομένου, μεταξύ άλλων, μέσω αυτεπάγγελτων ερευνών ή μέσω ειδοποιήσεων που του υποβάλλουν φυσικά πρόσωπα ή οντότητες σύμφωνα με τον L 277/6 EL Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 27.10.2022 παρόντα κανονισμό, στον βαθμό που οι ειδοποιήσεις αυτές είναι επαρκώς ακριβείς και αρκούντως τεκμηριωμένες ώστε να δίνουν τη δυνατότητα σε επιμελή οικονομικό φορέα να εντοπίζει και να αξιολογεί εύλογα και, κατά περίπτωση, να λαμβάνει μέτρα κατά του εικαζόμενου παράνομου περιεχομένου……………. .
(25) Οι απαλλαγές από την ευθύνη που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να θίγουν τη δυνατότητα επιβολής μέτρων ποικίλης φύσεως κατά παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, ακόμη και όταν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτών των απαλλαγών. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να συνίστανται ιδίως σε εντολές δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών, που εκδίδονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι οποίες διατάσσουν την παύση ή πρόληψη τυχόν παραβάσεων, συμπεριλαμβανομένων της αφαίρεσης παράνομου περιεχομένου όπως ορίζεται στις εν λόγω εντολές, ή της απενεργοποίησης της πρόσβασης σε αυτό.»
Πέραν των πιο πάνω, ο Κανονισμός δεν θα επιβάλλει γενική υποχρέωση παρακολούθησης στους παρόχους. Αυτό, όμως, δεν αφορά τις υποχρεώσεις παρακολούθησης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ειδικότερα δεν θίγει τυχόν εντολές των εθνικών αρχών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό (Σκέψη (30)). Οι εθνικές δικαστικές ή διοικητικές αρχές, περιλαμβανομένων των αρχών επιβολής του νόμου, μπορούν να διατάξουν παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών να αναλάβουν δράση κατά ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων παράνομου περιεχομένου ή να παράσχουν ορισμένες συγκεκριμένες πληροφορίες (Σκέψη (31) ).
Αναφορικά με την έκταση των δικαστικών εντολών, η Σκέψη (36) αναφέρει:
(36) Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των εν λόγω εντολών ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου θα πρέπει να καθορίζεται σαφώς βάσει του εφαρμοστέου ενωσιακού ή εθνικού δικαίου που καθιστά δυνατή την έκδοση της εντολής και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της. Εν προκειμένω, η εθνική δικαστική ή διοικητική αρχή, η οποία θα μπορούσε να είναι μια αρχή επιβολής του νόμου, που εκδίδει την εντολή θα πρέπει να εξισορροπεί τον στόχο τον οποίο επιδιώκει η εντολή, σύμφωνα με τη νομική βάση που καθιστά δυνατή την έκδοσή της, με τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των τρίτων που μπορεί να θιγούν από την εντολή, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματά τους βάσει του Χάρτη. Ιδίως σε διασυνοριακό πλαίσιο, το αποτέλεσμα της εντολής θα πρέπει να περιορίζεται στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης, εκτός εάν ο παράνομος χαρακτήρας του περιεχομένου απορρέει άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης ή η αρχή έκδοσης θεωρεί ότι τα επίμαχα δικαιώματα απαιτούν ευρύτερο εδαφικό πεδίο εφαρμογής, σύμφωνα με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και λόγους διεθνούς αβροφροσύνης.
Είναι σημαντικό όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, να θέσουν σε εφαρμογή εύκολα προσβάσιμους και φιλικούς προς τον χρήστη μηχανισμούς ειδοποίησης και δράσης που διευκολύνουν την κοινοποίηση συγκεκριμένων πληροφοριακών στοιχείων, τα οποία το κοινοποιούν μέρος θεωρεί ότι αποτελούν παράνομο περιεχόμενο, στον οικείο πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας («ειδοποίηση»), βάσει των οποίων ο πάροχος μπορεί να αποφασίσει αν συμφωνεί ή όχι με αυτή την αξιολόγηση και αν επιθυμεί να αποσύρει ή να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε αυτό το περιεχόμενο («δράση») (Σκέψη 50). Σύμφωνα, επίσης, με τη Σκέψη (51) «Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, κάθε δράση που αναλαμβάνεται από πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας σύμφωνα με την παραλαβή ειδοποίησης θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένη, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να χρησιμεύει για την αφαίρεση ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία που θεωρούνται παράνομο περιεχόμενο, χωρίς να θίγεται αδικαιολόγητα η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης των αποδεκτών της υπηρεσίας.» Οι μηχανισμοί ειδοποίησης και δράσης θα πρέπει να επιτρέπουν την υποβολή ειδοποιήσεων που είναι επαρκώς ακριβείς και αρκούντως τεκμηριωμένες ώστε να επιτρέπουν στον ενδιαφερόμενο πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας να λάβει τεκμηριωμένη και επιμελή απόφαση, συμβατή με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, όσον αφορά το περιεχόμενο με το οποίο σχετίζεται η ειδοποίηση, ιδίως εάν το εν λόγω περιεχόμενο πρέπει να θεωρηθεί παράνομο και να αφαιρεθεί ή να απενεργοποιηθεί η πρόσβαση σε αυτό (Σκέψη (53) ).
Ο Κανονισμός αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την ελευθερία της έκφρασης. Σύμφωνα με την Σκέψη (153) «Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη και τα θεμελιώδη δικαιώματα που αποτελούν γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται, σύμφωνα με αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, περιλαμβανομένης της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης. Κατά την άσκηση των εξουσιών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, όλες οι εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές θα πρέπει να επιτυγχάνουν, σε περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ των σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, δίκαιη ισορροπία μεταξύ των σχετικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Κατά συνέπεια των πιο πάνω Σκέψεων, ο Κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με την παροχή ενδιάμεσων υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ορίζει το πλαίσιο για την υπό όρους απαλλαγή των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών από την ευθύνη (βλ. Άρθρο 1).
Σύμφωνα με το Άρθρο 4, ο πάροχος δεν φέρει ευθύνη για την απλή μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας σε δίκτυο επικοινωνιών ή στην παροχή πρόσβασης σε δίκτυο επικοινωνιών, υπό τους όρους που τάσσονται.
Το Άρθρο 6, κάτω από τον τίτλο «Φιλοξενία», έχει ως ακολούθως:
«1. Σε περίπτωση παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών η οποία συνίσταται στην αποθήκευση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας, ο πάροχος της υπηρεσίας δεν φέρει ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες που αποθηκεύονται κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη της υπηρεσίας, υπό τον όρο ότι ο πάροχος:
α) δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή παράνομο περιεχόμενο και, όσον αφορά αξιώσεις αποζημίωσης, δεν έχει αντίληψη των γεγονότων ή των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή το παράνομο περιεχόμενο· ή
β) μόλις λάβει γνώση ή αντιληφθεί τα ανωτέρω, αποσύρει αμέσως το παράνομο περιεχόμενο ή απενεργοποιεί την πρόσβαση σε αυτό.»
…………………………………………………………………………………………………
4.Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους, να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών την παύση ή αποτροπή της παράβασης.»
Δεν επιβάλλεται, επίσης, στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών γενική υποχρέωση παρακολούθησης των πληροφοριών που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν, ούτε γενική υποχρέωση ενεργητικής αναζήτησης γεγονότων ή περιστάσεων που υποδηλώνουν παράνομη δραστηριότητα (βλ. Άρθρο 8).
Με το Άρθρο 16(1), επιβάλλεται η υποχρέωση στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών να θέτουν σε εφαρμογή μηχανισμούς που επιτρέπουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα να τους ειδοποιεί σχετικά με την ύπαρξη στην υπηρεσία τους συγκεκριμένων πληροφοριακών στοιχείων τα οποία το πρόσωπο ή η οντότητα θεωρεί παράνομο περιεχόμενο. Οι εν λόγω μηχανισμοί είναι εύκολα προσβάσιμοι, εύχρηστοι και παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής ειδοποιήσεων αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα. Σύμφωνα με το Άρθρο 16(2):
«Οι μηχανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τέτοιοι ώστε να διευκολύνουν την υποβολή επαρκώς ακριβών και αρκούντως τεκμηριωμένων ειδοποιήσεων. Προς τούτο, οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστήσουν δυνατή και να διευκολύνουν την υποβολή ειδοποιήσεων που περιέχουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:
α) μια επαρκώς τεκμηριωμένη εξήγηση των λόγων για τους οποίους το πρόσωπο ή η οντότητα ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες πληροφορίες αποτελούν παράνομο περιεχόμενο·
β) σαφή ένδειξη της ακριβούς ηλεκτρονικής τοποθεσίας των εν λόγω πληροφοριών, όπως τον ακριβή ενιαίο εντοπιστή πόρου ή τους ακριβείς ενιαίους εντοπιστές πόρου, και, εφόσον είναι απαραίτητο, πρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του παράνομου περιεχομένου προσαρμοσμένες στον τύπο περιεχομένου και τον συγκεκριμένο τύπο υπηρεσίας φιλοξενίας·
γ) το όνομα και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει την ειδοποίηση, με εξαίρεση την περίπτωση πληροφοριών που θεωρείται ότι αφορούν ένα από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ·
δ) δήλωση που επιβεβαιώνει την καλή πίστη αίσθηση του προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει την ειδοποίηση ότι οι πληροφορίες και οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτήν είναι ακριβείς και πλήρεις.».
Έχοντας υπόψη μου και το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, επί της ουσίας της, λαμβάνοντας υπόψη μου και τους λόγους ένστασης.
Αρχικά θα ξεκινήσω με τους λόγους ένστασης οι οποίοι αφορούν την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων ή γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο καθώς και ότι δεν πληρείτο το επείγον.
Η παρούσα Αίτηση διέπεται από το Μέρος 23 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Με βάση τον Κανονισμό 23.6(1) μια αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καταγράφονται. Από το περιεχόμενο της η υπό εξέταση αίτηση προωθείται μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως ή διότι υπάρχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Το λεκτικό του Κανονισμού 6 του Μέρους 23 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 δεν αναιρεί και την πλούσια νομολογία επί του θέματος που έχει δημιουργηθεί στη βάση του παλαιού δικονομικού καθεστώτος. Έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9(1) του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί από το Δικαστήριο την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598, Louis V.uiton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, 1462, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους (2010) 1 Α.Α.Δ. 234 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011).
Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά την εξέταση της ύπαρξης του στοιχείου του κατ’ επείγοντος λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του διαδίκου και κατά πόσο επέδειξε ολιγωρία στην λήψη μέτρων έτσι ώστε να δημιουργείται μια κατάσταση επείγουσας μορφής. Στην xxx xxx RAPP v. 1. xxx SINDEN (xxx ΣΙΝΤΕΝ) 2. xxx ΣΙΑΗΛΗ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε191/2014, Ημερ. 20/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:A106 λέχθηκε ότι «Η καθυστέρηση μπορεί να έχει καταλυτική σημασία και να ανατρέπει το στοιχείο του κατεπείγοντος που συνιστά δικαιοδοτικό όρο στην περίπτωση που το διάταγμα ζητείται με μονομερή αίτηση ή να αναδεικνύει πως το ζήτημα κατάληξε να είναι επείγον ως αποτέλεσμα αυτής της ιδίας της καθυστέρησης.» (βλ. επίσης χχχχ Μυλωνάς v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε176/2019, Ημερ. 10/12/2019), ECLI:CY:AD:2019:A519.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγόμενου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος».
Η παρούσα απαίτηση στηρίζεται στα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας. Ο Αιτητής επικαλείται ανάρτηση συγκεκριμένου βίντεο, το οποίο κατά τη θέση του, περιέχει ψεύδη και επηρεάζεται η φήμη και υπόληψη του. Οι Καθ’ ων η Αίτηση και οι συνήγοροι τους με την αγόρευση τους, ουσιαστικά εδράζουν την εισήγηση τους για την μη αποκάλυψη του επείγοντος στο γεγονός ότι το επίδικο βίντεο δεν έχει καταδειχθεί ότι αναμφίβολα είναι δυσφημιστικό και ότι η εμβέλεια του είναι περιορισμένη και κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη. Έχω λάβει υπόψη μου όλα όσα αναφέρονται από τους Καθ’ ων η Αίτηση για το ζήτημα του επείγοντος και με όλο το σεβασμό τούτα δεν μπορεί να γίνει αποδεχτά. Με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το βίντεο είναι αναρτημένο στο κανάλι Temirov Live το οποίο είναι παγκόσμιας εμβέλειας και έχει 92.000 ακόλουθους. Το βίντεο έχει ήδη παρακολουθηθεί από 33,697 ή 31,000 άτομα και θα συνεχίσει να παρακολουθείται από μεγάλο αριθμό ατόμων ή ακόμα υπάρχει και ο κίνδυνος να αναπαραχθεί και κοινοποιηθεί σε άλλες σελίδες. Επιχειρείται με την ένσταση να εξηγηθεί ότι ο αριθμός προβολών του βίντεο δεν σημαίνει απαραίτητα πως ανταποκρίνεται στην εμβέλεια της επιρροής του περιεχομένου του βίντεο στο κοινό, εξηγώντας τη θέση τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι παρά τις 33,697 θεάσεις, μόνο 1.7 χιλιάδες «likes» υποβλήθηκαν σχετικά με το βίντεο.
Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω επιχειρήματα δεν ανατρέπουν την βάση επί της οποίας ενέργησε το Δικαστήριο για να συμπεράνει το επείγον του ζητήματος. Ασχέτως ορθότητας των όσων αναφέρουν οι Καθ’ ων η Αίτηση, ανωτέρω, η ουσία είναι ότι πρόκειται για ένα βίντεο αναρτημένο στο διαδίκτυο, έχει γίνει θέαση του από σημαντικό αριθμό ατόμων ανά το παγκόσμιο και εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος ότι θα γίνει θέαση από μεγαλύτερο αριθμό ατόμων. Το αποτέλεσμα τούτων, είναι ότι, στην περίπτωση που είναι δυσφημιστικό, αν αφεθεί να είναι αναρτημένο και συνεχίσει να το βλέπει ο κόσμος, τότε να πλήττεται και/ή να συνεχίζεται να πλήττεται η φήμη και υπόληψη του Αιτητή με ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το ανεπανόρθωτο του ζητήματος δεν περιορίζεται μόνο στην επάρκεια των αποζημιώσεων αλλά και στην προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή. (βλ. The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791).
Πέραν των πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ολιγωρία του αιτητή στο λάβει μέτρα, αφού το επίδικο βίντεο αναρτήθηκε στις 03/06/2025 και η παρούσα απαίτηση και αίτηση καταχωρήθηκαν άμεσα, δηλαδή στις 05/06/2025.
Υπάρχει, επίσης, η θέση περί παραπλανητικής παρουσίασης των γεγονότων για να δημιουργήσει ο Αιτητής το στοιχείο του επείγοντος. Η θέση αυτή εδράζεται επί των ισχυριζόμενων από τους Καθ’ ων η Αίτηση γεγονότων ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς, αρκούντος και τεκμηριωμένη πληροφόρηση για να τους επιτρέψουν να αξιολογήσουν και να εντοπίσουν οποιαδήποτε παρανομία. Επίσης, η οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία, πέραν της Αναφοράς, δεν ήταν σχετική και η όλη παρουσίαση των γεγονότων είχε σκοπό να καταδείξει μια εικόνα κωλυσιεργίας και αδιαφορίας εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση. Έλαβα υπόψη μου και αυτή τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση και εκείνο το οποίο παρατηρείται, είναι ότι η αποκάλυψη και παρουσίαση των γεγονότων από πλευράς Αιτητή ήταν πλήρης. Ειδικότερα, αναφέρω ότι αυτός έχει παρουσιάσει και αναφέρει τόσο την Αναφορά στην οποία προέβηκε όσο και την υπόλοιπη αλληλογραφία καθώς και την απάντηση που έλαβε από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Το κατά πόσο η Αναφορά ήταν ανεπαρκής ή η υπόλοιπη αλληλογραφία άσχετη, είναι ζητήματα που θα κριθούν για να καθοριστεί η ευθύνη των Καθ’ ων η Αίτηση και δεν σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος, το οποίο υφίσταντο και την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοιου είδους διατάγματα μονομερώς.
Κατά συνέπεια, υπήρχαν λόγοι επείγοντος ζητήματος και το Δικαστήριο μπορούσε και επιλήφθηκε μονομερώς την αίτηση και στην βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν ανατράπηκε η βάση γεγονότων επί των οποίων ενέργησε το Δικαστήριο.
Όσον αφορά την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, είναι νομολογημένο ότι ο αιτητής, όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α (2000) 1(B) A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd, (2009) 1(A) A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρόλη Λου κ.α., (2011) 1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική, Π. όπως ήταν τότε:
«……….Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited v. Zim Israel Nav.igation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ’ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.»
Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής, δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο στο οποίο υπόκεινται (lex specialis) και το οποίο καθορίζει το εύρος των ευθυνών τους. Σύμφωνα με την (1) COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.α. v. ΑDEONA HOLDINGS LIMITED, (2015) 1Α Α.Α.Δ 386 «Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). …………….. Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986]2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.ά. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω.» Όπως, όμως, αναφέρεται στην συνέχεια της ανωτέρω απόφαση, κριτής του τί είναι ουσιώδες είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και εξαρτάται πάντοτε από τα ιδιαίτερα περιστατικά υπόθεσης.
Στην παρούσα περίπτωση, είναι γεγονός ότι δεν έγινε από τον Αιτητή αναφορά στον Κανονισμό και στις πρόνοιες περί απαλλαγής ευθύνης των Καθ’ ων η Αίτηση, ως ενδιάμεσοι και/ή πάροχοι καθώς, επίσης, στο όλο πνεύμα και φιλοσοφία του Κανονισμού. Ο πυρήνας στην εισήγηση των Καθ’ ων η Αίτηση, εδράζεται στο γεγονός ότι επειδή ο Αιτητής δεν ακολούθησε την νενομισμένη διαδικασία ειδοποίησης τους, αυτοί απαλλάσσονται ευθύνης και κατά συνέπεια το μονομερές διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Επίσης, αναφέρονται στις υποχρεώσεις των επηρεαζόμενων παραγόντων συμπεριλαμβανομένων και των Δικαστηρίων. Έλαβα σοβαρά υπόψη μου τις θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση σε συνδυασμό πάντοτε με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ο Αιτητής, κατά το μονομερές στάδιο, είχε αναφερθεί στην ειδοποίηση που απέστειλε προς τους Καθ’ ων η Αίτηση για αφαίρεση του επίμαχου βίντεο και στα όσα διαμείφθηκαν πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης. Κατά συνέπεια, η θέση τους ήταν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκαν και ζήτησαν την προστασία του Δικαστηρίου. Ο Κανονισμός αναφέρεται σε αυτή τη διαδικασία, παρά την μη ρητή παραπομπή του Αιτητή σε αυτόν. Πέραν τούτου, το κατά πόσο η διαδικασία αυτή ήταν η ενδεδειγμένη ή όχι, είναι ζήτημα που θα εξετάσω κατωτέρω. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, ανεξαρτήτως τεκμηρίωσης ευθύνης εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την έκδοση προσωρινών ή όπως αναφέρεται στον Κανονισμό «ασφαλιστικών μέτρων» εναντίον του παρόχου. Κατά συνέπεια, η μη παραπομπή στις πρόνοιες του Κανονισμού, δεν κρίνεται ουσιώδες υπό τις περιστάσεις, και δεν είμαι διατεθειμένος να προβώ σε ακύρωση του μονομερές εκδοθέντος διατάγματος στη βάση αυτή. Ανεξαρτήτως της διαδικασίας που προνοεί ο Κανονισμός ότι πρέπει να ακολουθηθεί για να καταστεί υπεύθυνος ο Πάροχος, το δικαίωμα να ζητηθεί θεραπεία από το Δικαστήριο παραμένει αλώβητο.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε ότι το κανάλι είναι δημοσιογραφικό και ότι τα πρόσωπα που το διαχειρίζονται είναι ερευνητικοί δημοσιογράφοι, προσδιοριζόμενοι ως τέτοιοι από διάφορους οργανισμούς, παραπέμποντας στη μαρτυρία που παρουσίασαν και ότι δια μέσου του καναλιού ασκούν το δικαίωμα τους στην ελευθερία της έκφρασης και τον πλουραλισμό. Έχω διεξέλθει της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί. Διαπιστώνω ότι ο Αιτητής έχει περιγράψει δεόντως το εν λόγω κανάλι και έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τη φύση του. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 05/06/2025 της κας Άντρεας Δρουσιώτου, αναφέρεται ότι το Temirov Live προσδιορίζεται ως ένα ανεξάρτητο δημοσιογραφικό κανάλι στο YouTube με έδρα το Κιργιστάν το οποίο παρουσιάζει υπό μορφή ειδήσεων τη κατ’ ισχυρισμό διαφθορά της κυβέρνησης του Κιργιστάν. Κατά συνέπεια, γίνεται αναφορά στη φύση αυτή του καναλιού και στη βάση, προφανώς, της ενημέρωσης και πληροφόρησης που ο Αιτητής είχε. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ότι ο Αιτητής γνώριζε ή θα μπορούσε να γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για το κανάλι αυτό και το απέκρυψε. Με αναφορές για τη φύση του καναλιού στη μαρτυρία των Καθ’ ων η Αίτηση, εκείνο το οποίο γίνεται είναι, στην ουσία, να παρουσιάζουν περαιτέρω λεπτομέρειες για αυτό το ζήτημα και γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι αυτοί που το διαχειρίζονται εμφανίζονται ως ερευνητικοί δημοσιογράφοι οι οποίοι βρίσκονται υπό διωγμό. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι έγινε επαρκής περιγραφή του εν λόγω καναλιού από τον Αιτητή και δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κατά πόσο οι περισσότερες λεπτομέρειες που οι Καθ’ ων η Αίτηση παρουσιάζουν μπορούν να καταδείξουν και το βάσιμο των αναφορών στο επίμαχο βίντεο, είναι ζήτημα ουσίας και όχι απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων.
Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.
Ξεκινώντας από τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο Αιτητής έχει ως αιτία αγωγής του το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας. Αμφότερα είναι αναγνωρισμένα από το νόμο αστικά αδικήματα και προνοούνται στα Άρθρα 17 και 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.
Εξετάζοντας το Έντυπο Απαίτησης του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός αξιώνει διατάγματα εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση που αφορούν την απόσυρση συγκεκριμένου βίντεο και αναστολή λειτουργίας συγκεκριμένου καναλιού μέσω του οποίου μεταδόθηκε υλικό που κατά τον ίδιο είναι δυσφημιστικό προς το πρόσωπο του. Αξιώνει, επίσης, διάταγμα αποκάλυψης συγκεκριμένων πληροφοριών που αφορούν τα πρόσωπα τα οποία βρίσκονται πίσω από το συγκεκριμένο βίντεο και κανάλι καθώς επίσης γενικές, ειδικές και επαυξημένες αποζημιώσεις.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ο Αιτητής, αφού αναφέρεται στην ιδιότητα, επάγγελμα και φήμη του, ισχυρίζεται ότι στη διαδικτυακή πλατφόρμα πολυμέσων με την επωνυμία YouTube, στο κανάλι με την επωνυμία Temirov Live, στον σύνδεσμο https://www.youtube.com/watch?v.=eUlio EJJlo, αναρτήθηκαν οπτικοακουστικά δεδομένα με την μορφή βίντεο το οποίο περιέχει δυσφημιστικές δηλώσεις, ψευδολογίες και ψευδείς αναφορές υπό την μορφή ειδήσεων σε σχέση με τον Αιτητή. Το εν λόγω βίντεο επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση. Επισυνάπτεται, επίσης, ως τεκμήριο 7 απομαγνητοφωνημένο βίντεο στα Ρωσικά και μετάφραση αυτού στα Αγγλικά και τα Ελληνικά. Στην ένορκη δήλωση, επίσης, αναφέρονται συγκεκριμένα σημεία του εν λόγω βίντεο, ως καταγράφονται σε αυτήν και υπάρχει ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω κανάλι και βίντεο παρουσιάζει τα όσα έχουν κατ’ ισχυρισμό εντοπίσει να συμβαίνουν στο Κιργιστάν να είναι άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένα με τον Αιτητή. Γίνεται προσπάθεια να τον παρουσιάσουν ως το άτομο το οποίο βρίσκεται πίσω από το σκάνδαλο με τον σταθμό λεωφορείων στο Κιργιστάν, να τον συνδέσουν με άλλο σκάνδαλο μεταφοράς και λαθρεμπορίου χρυσού και να τον συνδέσουν με άτομο που βρίσκεται σε κυρώσεις.
Έλαβα υπόψη μου τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι η μετάφραση του βίντεο και των συγκεκριμένων αποσπασμάτων από το επίδικο βίντεο έγιναν από τον Αιτητή και τους συνεργάτες του και όχι από πιστοποιημένο μεταφραστή και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το γεγονός αυτό και μόνο, όμως, δεν μπορεί να επηρεάζει την εγκυρότητα του εγγράφου. Ο Νόμος Ν.45(Ι)/19 δεν ορίζει πουθενά πως η εγκυρότητα ενός εγγράφου εξαρτάται από το αν η μετάφραση του διενεργείται μέσω ορκωτού μεταφραστή ή όχι (βλ. A.C. Prospecta Homes Services Ltd v. Kharima Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E118/2020, ημερ. 12/10/2022). Οι Καθ’ ων η Αίτηση, δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αντίθετη εκδοχή για αυτά που αναφέρονται από τον Αιτητή ότι αναφέρονται στο επίδικο βίντεο και έχουν απομαγνητοφωνηθεί και μεταφραστεί και δεν προκύπτει να αμφισβητείται το συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο καλούν το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα μνημονεύονται στην μαρτυρία του Αιτητή, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και να κρίνω κατά πόσο είναι δυσφημιστικά.
Έχω παρακολουθήσει το επίδικο βίντεο, το οποίο φυσικά είναι στη ρώσικη γλώσσα και έχω λάβει υπόψη μου ολόκληρο το περιεχόμενο της απομαγνητοφώνησης αυτού. Δεν κρίνω απαραίτητο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασία να το αναπαράγω αλλά θα σκιαγραφήσω την ουσία αυτού. Το βίντεο αναφέρεται σε μια κοινή έρευνα με το ερώτημα ποιος πήρε τον σταθμό των λεωφορείων. Το Φθινόπωρο του 2024 αναφέρει, ένα σκάνδαλο συγκλόνισε το Μπισκέτ και αναφέρεται στο κλείσιμο του Δυτικού Σταθμού Λεωφορείων, το οποίο προκάλεσε χάος, κυκλοφοριακή συμφόρηση, αναστάτωση χωρίς να υπάρχει καμία ενημέρωση. Και τίθεται το ερώτημα ως προς το ποιος επωφελείται από αυτό το γεγονός. Στο βίντεο γίνεται επίκληση σε απάντηση του Δημαρχείου η οποία λήφθηκε τον Απρίλιο του 2025. Ισχυρίζεται ότι συνάφθηκε συμφωνία 2,6 δισεκατομμυρίων σομ σε αντάλλαγμα 45 εκτάρια γης, με εκτιμώμενη αξία έως και $90 εκατομμύρια – σχεδόν 8 δισεκατομμύρια σομ, η οποία περιλάμβανε και τον πρώην σταθμό λεωφορείων για σκοπούς ανάπτυξης.
Στη συνέχεια τίθεται το ερώτημα, ποιος είναι ο επενδυτής; Αναφέρεται ότι η γη δόθηκε σε δύο εταιρείες, την Invest KG Holding και την Bus Station Museu, εγγεγραμμένες την ίδια ημέρα – 27 Ιανουαρίου του 2025 και οι οποίες έχουν τον ίδιο διευθυντή: την Oksana Yankovskaya, η οποία ήταν πρώην Ρωσίδα αντιδήμαρχος, του Oυστ-Ιλίμσκ. Οι εν λόγω εταιρείες, αναφέρεται στο βίντεο, είναι Κυπριακές και συνδέονται με ένα πρόσωπο: Τον Alexey Gubarev, δηλαδή τον ενάγοντα. Αυτό δεν είναι σύμπτωση, αναφέρεται, αφού ο ενάγοντας και η Yankovskaya, κατάγονται από την ίδια πόλη. Ο ενάγοντας, όπως και αυτή ξεκίνησε την καριέρα του στη Ρωσία και αργότερα μετακόμισε στην Κύπρο, όπου και ίδρυσε μεγάλες εταιρείες πληροφορικής.
Στη συνέχεια αναφέρονται τα εξής: «Το έχετε ξανακούσει αυτό το όνομα. Θυμάστε το σκάνδαλο με τα κουτιά γεμάτα χρυσό και την πτήση Tamchy – Λάρνακα; Ο Gubarev και η οικογένεια του βρίσκονταν σε αυτό το αεροπλάνο.». Φαίνεται στο επίδικο βίντεο να παρουσιάζονται κουτιά χρυσού με τους κατ’ ισχυρισμό κωδικούς των δύο αεροδρομίων και γίνεται αναφορά στην πτήση που πραγματοποιήθηκε στις 02 Ιουλίου του 2023 με ένα ιδιωτικό μαλτέζικο τζετ. Ο Αναπληρωτής Πρωθυπουργός, αναφέρεται, ότι τους κατηγόρησε ότι λένε ψέματα και η απάντηση τους είναι ο κατάλογος επιβατών, τον οποίο παρουσιάζουν και στον οποίο ισχυρίζονται ότι μέσα σε αυτόν είναι και ο Αιτητής.
Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι ο Αιτητής οργάνωσε το ράλλυ MadWay στο Κιργιστάν και ανάμεσα στους καλεσμένους του ήταν ο Sadyr Japarov, που όπως προκύπτει είναι ο Πρόεδρος του Κιργιστάν. Ακολούθως, γίνεται η εξής αναφορά:
“Και τώρα, μετά την πτήση που φέρεται να συνδέεται με λαθρεμπόριο χρυσού και με στενούς δεσμούς με τις αρχές, ο Gubarev. αποκτά μια τεράστια έκταση γης στο Μπισκέκ. Σε αντάλλαγμα; Ο σταθμός λεωφορείων κλείνει – χωρίς επεξήγηση, χωρίς διαφάνεια.”
Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι συνάδελφοι τους από την Κύπρο έψαξαν πιο βαθιά και ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης διαφόρων εταιρειών πληροφορικής και ανάμεσα στους επενδυτές του – ο Roman Αbramovich. Ναι, αυτός που του επιβλήθηκαν κυρώσεις.
Στο τέλος, γίνεται η εξής αναφορά:
“Όλα συνδέονται: χρυσός, ράλλυ, γη. Ο Gubarev κερδίζει, η πόλη χάνει. Ο κόσμος είναι κολλημένος στην κίνηση. Ο Sadyr Japarov και ο κύκλος του συνεχίζουν να προσκαλούν αμφιλεγόμενους επενδυτές και να παραχωρούν δημόσια γη σε ξένους.
Αυτή είναι μια κοινή έρευνα των Timorov Live και Cyprus Daily News.»
Λέξεις ή φράσεις ή ένα δημοσίευμα για να κριθεί δυσφημιστικό αποτελεί θέμα γεγονότων σε κάθε περίπτωση. Το κριτήριο για να κριθεί δυσφημιστικό ένα δημοσίευμα είναι η έννοια που αποδίδεται σε αυτό από λογικά σκεπτόμενα πρόσωπα και όχι η φύση της πρόθεσης του εναγόμενου (βλ. Agathagelou v. Mousoulides & Sons (1980) 1 C.L.R. 272). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 407 λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
«Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. (βλ. επίσης Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103).
Στην υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Δρουσιώτη, Πολ. Έφ. Αρ. 355/2015, ημερ. 17.11.2025 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως:
«Το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, έχει κωδικοποιηθεί στην κυπριακή έννομη τάξη, μέσω του άρθρου άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, δυσφημιστικό είναι το δημοσίευμα που μεταξύ άλλων τείνει να βλάψει την υπόληψη κάποιου άλλου προσώπου ή να τον επηρεάσει δυσμενώς ή να τον μειώσει στα μάτια τρίτων ή που ενδέχεται να τον εκθέσει σε γενικό μίσος, περιφρόνηση, χλευασμό ή που δύναται να προκαλέσει την αποστροφή ή την αποφυγή του από τους άλλους.
Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι, αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Δεν εξαρτάται δηλαδή από το πώς το εκλαμβάνει ο ενάγοντας ή τις προθέσεις του εναγόμενου, αλλά πώς οι λέξεις ή το κείμενο ή το σχετικό υλικό, μερικώς ή στην ολότητα του, μπορεί να εκληφθεί από τον μέσο, συνηθισμένο και λογικό άνθρωπο.
……………………………………………………………………………………….
Κεντρικό αντικείμενο του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης είναι η προστασία της υπόληψης και της φήμης ενός προσώπου. Η φήμη και η υπόληψη κάποιου προσώπου, σχετίζονται άρρηκτα με την κοινωνική αξιολόγηση κάποιου προσώπου από άλλα πρόσωπα, την εντύπωση δηλαδή που έχει για κάποιο άτομο, το κοινωνικό σύνολο ή μερίδα του, ειδικότερα ο μέσος συνετός άνθρωπος. Παράλληλα, δεδομένη είναι η σπουδαιότητα του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών. Είναι γι' αυτό το λόγο που η εξασφάλιση και η διατήρηση της ελευθερίας έκφρασης, και μέσω του τύπου, είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλας Παπαδόπουλος (2012) 1 Α.Α.Δ. 102, με μια ελεύθερη και τολμηρή δημοσιογραφία είναι δυνατό να διορθωθούν πολλά κακώς έχοντα σε μια σύγχρονη κοινωνία.
Η εξισορρόπηση δικαιωμάτων που διασφαλίζονται τόσο από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης αφενός και της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της τιμής του ανθρώπου αφετέρου, αποτελεί αναγκαιότητα για τα Δικαστήρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η σύγχρονη τάση είναι ο «περιορισμός» του δικαιώματος της φήμης προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης αποδίδοντας στο τελευταίο ιδιαίτερη αξία. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που αφορά δημόσια πρόσωπα και ευρύτερα το δημόσιο συμφέρον. Η ελευθερία της έκφρασης, όπως υποδεικνύεται στις Εκδ. Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 856, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία».
Στην βάση των αναφορών στο επίδικο βίντεο, αντικειμενικά κρινόμενες, στο παρόν στάδιο, αυτές, κρίνω ότι εκ πρώτης όψεως φέρονται να είναι δυσφημιστικές. Με τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι πραγματικά συμβαίνουν και τις τοποθετήσεις του αλλά και τα τεκμήρια που παρουσιάζει προς υποστήριξη των θέσεων του, ότι το δημοσίευμα εμπεριέχει αναληθής ισχυρισμούς για τον ίδιο, απέσεισε το απαραίτητο, για το παρόν στάδιο, βάρος που του επιτρέπει να αιτιάται ότι έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του. Προκύπτει, με αυτές να πλήττεται η φήμη, η υπόληψη του Αιτητή και οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες, αφού τον διασυνδέουν αυτό και τις εταιρείες του σε διαφθορά και οικονομικά σκάνδαλα. Η έκταση γης που μεταβιβάστηκε στις δύο συγκεκριμένες εταιρείες, έναντι, όπως προκύπτει από τις αναφορές, πολύ χαμηλότερης τιμής από την εκτιμώμενη, γίνεται αναφορά ότι συνδέονται με τον Αιτητή. Στη συνέχεια το βίντεο αναφέρεται ονομαστικά στον Αιτητή, ο οποίος, αναφέρει ότι μετακόμισε στην Κύπρο και ίδρυσε μεγάλες εταιρείες ΙΤ και φαίνεται να τον διασυνδέει με σκάνδαλο μεταφοράς χρυσού. Αναφέρεται: “Θυμάστε το σκάνδαλο με τα κουτιά χρυσού και την πτήση Τάμτσι – Λάρνακα; Ο Γκουμπάρεφ και η οικογένεια του ήταν σε εκείνο το αεροπλάνο.» Τον φέρουν να διοργανώνει ράλι, καλεσμένος του οποίου ήταν ο Πρόεδρος του Κιργιστάν και να λαμβάνει τεράστιο οικόπεδο και να κλείνει σταθμός λεωφορείων χωρίς εξήγηση καθώς, επίσης, διασυνδέει τον ίδιο και τις εταιρείες του με τον Ρόμαν Αμπράμοβιτς, ο οποίος είναι υπό κυρώσεις. Στον χρόνο 8:10 του βίντεο φέρεται να αναφέρεται ότι “Όλα συνδέονται – χρυσός, ράλι, γη. Ο Γκουπάρεφ κερδίζει, η πόλη χάνει”.
Έλαβα υπόψη μου την ένσταση και ότι οι πιο πάνω αναφορές ενδέχεται να καλύπτονται από την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Τούτο, προβάλλεται καθότι το επίδικο κανάλι στο οποίο δημοσιεύθηκε το βίντεο ασκεί ερευνητική δημοσιογραφία, χωρίς να παρατίθενται, όμως, οποιαδήποτε στοιχεία. Συνυπολόγισα το γεγονός αυτό και θα αναφερθώ και κατωτέρω σε αυτό για να εξεταστεί κατά πόσο μπορεί να ευσταθεί οποιαδήποτε αναγνωριζόμενη υπεράσπιση από το Νόμο. Στο σημείο αυτό, κρίνω ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει ότι το επίδικο δημοσίευμα εκ πρώτης όψεως είναι δυσφημιστικό. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι όλα τα πιο πάνω δεδομένα που παρατίθενται είναι ψευδή και παραπλανητικά με σκοπό να πληγεί η φήμη και η υπόληψη του. Στο τεκμήριο 24, το οποίο προκύπτει να περιλαμβάνει την αναφορά του στο YouTube, γίνεται αναφορά σε λανθασμένες αναφορές και δηλώσεις. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι γίνεται λανθασμένη αναφορά για την αξία της γης καθότι μεγαλύτερο μέρος αυτής είναι και θα παραμείνει δημόσιο πάρκο. Είναι λάθος η αναφορά ότι η γη αυτή αγοράστηκε από δύο εταιρείες. Αγοράστηκε μόνο από την πρώτη αφού η δεύτερη λειτουργούσε ως μουσείο. Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι το αεροπλάνο που χρησιμοποίησαν για να ταξιδέψουν χρησιμοποιήθηκε για να μεταφέρει χρυσό και ότι σε αντάλλαγμα έλαβε το πρότζεκτ για να κτίσει μουσείο. Το βίντεο που δείχνει τα κιβώτια με το χρυσό είναι παραπληροφόρηση. Ο Abramovich δεν επένδυσε ποτέ σε εταιρείες του Αιτητή άμεσα και δεν τον έχει συναντήσει ποτέ. Είναι, επίσης, λάθος τα συμπεράσματα του βίντεο σε σχέση με όλα τα πιο πάνω και δυσφημιστική η αναφορά για αμφιλεγόμενους επενδυτές.
Αμφισβητείται εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση η πλήρωση τόσο της πρώτης όσο και δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60 καθότι αυτοί, με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού δεν φέρουν ευθύνη καθότι δεν ειδοποιήθηκαν δεόντως και/ή δεν τους παρασχέθηκε επαρκής χρόνος για να εξετάσουν το αίτημα του Αιτητή. Με βάση τον Κανονισμό, ο πάροχος επιγραμμικής υπηρεσίας, μπορεί να εγείρει ως υπεράσπιση σε αστική αγωγή που ασκείται εναντίον του ότι αυτός δεν φέρει αστική ευθύνη. Στην υπόθεση του ΔΕΕ C-291/13 Σωτήρης Παπασάββας v. 1. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Ημερομηνίας 20/07/2013, όπου ερμηνεύτηκαν οι πρόνοιες των Άρθρων 12 έως 14 της Οδηγίας 2000/31 (αντίστοιχες πρόνοιες υπάρχουν στον Κανονισμό) αναφέρθηκε ότι «Τα άρθρα 12 έως 14 της οδηγίας 2000/31 δεν επιτρέπουν στον παρέχοντα υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας να εναντιωθεί στην κατ’ αυτού άσκηση αγωγής λόγω αστικής ευθύνης και, κατά συνέπεια, στη λήψη προσωρινών μέτρων από εθνικό δικαστήριο. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών μπορεί να επικαλεστεί τους περιορισμούς της ευθύνης, που προβλέπονται από τα άρθρα αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που μεταφέρουν την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη ή, ελλείψει τέτοιων διατάξεων, προς τον σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνης προς την οδηγία.»
Επί πραγματικών γεγονότων, προκύπτει ότι ο Αιτητής στις 03/06/2025 προέβηκε, μέσω των δικηγόρων του σε Αναφορά για δυσφήμιση στην πλατφόρμα YouTube και ενημερώθηκαν από αυτήν ότι το ζήτημα εξετάζεται (βλ. τεκμήριο 23 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 05/06/20025). Αφού ζητήθηκαν διευκρινήσεις σε σχέση με την ιδιότητα των δικηγόρων και οι οποίες δόθηκαν, αναφέρθηκε ότι το παράπονο έχει σταλεί για εξέταση και θα επανέλθουν (βλ. τεκμήριο 24). Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Η εν λόγω Αναφορά και διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον Αιτητή, είναι η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, με σκοπό να γνωστοποιηθεί στους Καθ’ ων η Αίτηση, το κατ’ ισχυρισμό παράνομο περιεχόμενο του βίντεο. Εκείνο το οποίο αμφισβητούν, σε σχέση με την εν λόγω διαδικασία οι Καθ’ ων η Αίτηση, είναι ότι η Αναφορά αυτή είναι ανεπαρκής, αφού δεν παρέθεσαν επαρκή στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το περιεχόμενο του επίδικου βίντεο είναι παράνομο και ότι δεν τους δόθηκε χρόνος, πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης και αίτησης, για να εξετάσουν το παράπονο τους.
Έχω διεξέλθει των πιο πάνω αναφερόμενων τεκμηρίων 23 και 24, από τα οποία προκύπτει ότι ο Αιτητής προέβηκε σε Αναφορά συμπληρώνοντας τα πεδία της σχετικής φόρμας. Όπως προκύπτει από τη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 24, παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με τις αναφορές στο βίντεο και ότι αυτές είναι ψευδείς ή παραπλανητικές και εξηγείται γιατί είναι δυσφημιστικές και παραβιάζουν το δικαίωμα του στην προστασία των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Αναφέρεται, επίσης, ο συγκεκριμένος σύνδεσμο που βρίσκεται το επίδικο βίντεο. Προκύπτει, από την απάντηση του τεκμηρίου 24, η εν λόγω Αναφορά να λήφθηκε από το ΥouTube. Ακολούθησε επιστολή ημερομηνίας 03/06/2025 από τους δικηγόρους του Αιτητή με την οποία ζητούσαν την διαγραφή του εν λόγω βίντεο και πληροφορίες για τα πρόσωπα που διαχειρίζονται το κανάλι Temirov Live, η οποία αποστάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και με τηλεομοιότυπο (βλ. τεκμήριο 25). Παραλήφθηκε η εν λόγω επιστολή από τους Καθ’ ων η Αίτηση, μέσω τηλεομοιότυπου (βλ. τεκμήριο 27). Επισυνάπτεται, επίσης, απάντηση από το YouTube ημερομηνίας 05/06/2025, η οποία αναφέρει ότι δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την ιδιοκτησία της επωνυμίας και δεν απαντούν σε οτιδήποτε αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 03/06/2025 (βλ. τεκμήριο 28).
Έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το περιεχόμενο τους καθώς και τις θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση περί μη ορθής χρήσης της Αναφοράς και το περιεχόμενο αυτής σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις του σχετικού Κανονισμού. Κρίνω ότι δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να κριθεί τελεσίδικα κατά πόσο με τις ενέργειες του Αιτητή ακολουθήθηκε πιστά η διαδικασία του Κανονισμού και κατά συνέπεια έχει αρθεί το πέπλο προστασίας που διέπει τους Καθ’ ων η Αίτηση, ως πάροχους της εν λόγω υπηρεσίας. Αυτό απαιτεί αξιολόγηση όλων των στοιχείων και θα κριθεί στο πλαίσιο της δίκης. Εκείνο το οποίο, όμως, προκύπτει για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι ότι ο Αιτητής ενημέρωσε τους Καθ’ ων η Αίτηση για το κατ’ ισχυρισμό παράνομο περιεχόμενο, παραπέμποντας τους στον συγκεκριμένο σύνδεσμο και δίνοντας λεπτομέρειες και κατά χρονική σειρά που εμφανίζονται στο βίντεο αναφορές και υποδείξεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κατ’ αυτόν. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι παρά τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι δεν τους δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος για να εξετάσουν το παράπονο διότι ακολούθησε η παρούσα διαδικασία, δεν προκύπτει, αυτοί να επανέρχονται και είτε να ζητούν περαιτέρω στοιχεία είτε να απαντούν ξεκάθαρα για το τι θα πράξουν, χωρίς να παραγνωρίζω ότι είχε εκδοθεί, διάταγμα διαγραφής του επίδικου βίντεο. Το οποίο, όμως, αποτελούσε μέρος του αιτητικού της παρούσας αίτησης και το επίδικο βίντεο διαγράφηκε μόνο για τους χρήστες από την Κύπρο. Σημειώνω, επίσης, την υποχρέωση των Καθ’ ων η Αίτηση, με βάση τον Κανονισμό ότι σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να δρουν άμεσα. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα πιο πάνω θα κριθούν τελεσίδικα κατά το στάδιο της δίκης.
Στην βάση, λοιπόν, όλων των πιο πάνω και του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, με την έννοια ότι τα επίδικα αποσπάσματα του βίντεο είναι εκ πρώτης όψεως δυσφημιστικά για τον Αιτητή, ο οποίος ισχυρίζεται ότι αυτά είναι ψευδείς, παραπλανητικά και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Επίσης, έχει καταδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς του σταδίου αυτού η πιθανή ευθύνη των Καθ’ ων η Αίτηση, με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω τελευταία κατάληξη μου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 6(4) του Κανονισμού, το οποίο προνοεί για τη απαλλαγή ευθύνης του παρόχου φιλοξενίας, «δεν θίγει τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους, να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών την παύση ή αποτροπή της παράβασης». Η αιτιολογική Σκέψη (25), επίσης, αναφέρεται ότι «Οι απαλλαγές από την ευθύνη που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να θίγουν τη δυνατότητα επιβολής μέτρων ποικίλης φύσεως κατά παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, ακόμη και όταν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτών των απαλλαγών. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να συνίστανται ιδίως σε εντολές δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών, που εκδίδονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι οποίες διατάσσουν την παύση ή πρόληψη τυχόν παραβάσεων, συμπεριλαμβανομένων της αφαίρεσης παράνομου περιεχομένου όπως ορίζεται στις εν λόγω εντολές, ή της απενεργοποίησης της πρόσβασης σε αυτό.
Στην υπόθεση του ΔΕΕ C-18/18 Ev.a Glawischig – Piesczek v. Facebook Ireland Limited, ημερ. 03/10/2019, η οποία αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ, επιβεβαιώθηκε το δικαίωμα παραπονούμενου προσώπου να προσφεύγει στο Δικαστήριο κατά παρόχου για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ανεξαρτήτως ευθύνης του παρόχου (βλ. παραγράφους 24 και 25 της απόφασης) Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 25 της πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκε ότι «Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεων του, μπορεί να εκδοθεί κατά παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας διαδικτυακού περιεχομένου απόφαση διατάττουσα τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων βάσει εθνικού δικαίου κράτους μέλους ακόμη και αν ο πάροχος αυτός πληροί τη μία από τις εναλλακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, δηλαδή ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία δεν κρίνεται υπεύθυνος.»
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διαγραφής και/ή απόσυρσης του επίδικου βίντεο, στην βάση των εκατέρωθεν θέσεων, κρίνω ότι ικανοποιείται. Ειδικότερα, προκύπτει το επίδικο βίντεο να είναι αναρτημένο σε συγκεκριμένο σύνδεσμο στο διαδίκτυο, τον οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να επισκεφθεί και να παρακολουθήσει ο οποιοσδήποτε και σε οποιαδήποτε γλώσσα. Επίσης, προκύπτει αυτό να κοινοποιήθηκε και/ή αναδημοσιεύθηκε στις σελίδες του Instagram και Facebook του αναφερόμενου καναλιού. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που αυτό δεν διαγραφεί ελλοχεύει ο κίνδυνος να συνεχίζεται να πλήττεται η φήμη και υπόληψη του Αιτητή, με ανυπολόγιστες ζημιές. Η θέση αναφορικά με την έκταση της δημοσίευσης στην οποία αναφέρονται οι Καθ’ ων η Αίτηση και στο ότι δεν μπορεί να προκύψει ότι από τα άτομα που είδαν το επίδικο βίντεο, αυτά το εξέλαβαν ως δυσφημιστικό, δεν μπορεί να αποτελεί εξήγηση ή να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής δεν υφίσταται ζημιά. Ούτε ότι η ζημιά του υπό τις περιστάσεις είναι υπολογίσιμη σε χρήμα. Υπενθυμίζεται η νομολογία ότι ο κίνδυνος για πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων του ενάγοντα, όπως ισχύει και στην παρούσα.
Το ισοζύγιο της ευχέρειας, επίσης, κλίνει υπέρ του Αιτητή, δεδομένου ότι αν οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν διαταχθούν να αποσύρουν ή αφαιρέσουν το επίδικο βίντεο από την πλατφόρμα τους, θα εξακολουθεί να υφίσταται ζημιά προς το πρόσωπο του Αιτητή ενώ από την άλλη τυχόν έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι οι πάροχοι της εν λόγω πλατφόρμας. Τα πιο πάνω, αναφέρονται στο στάδιο αυτό, τηρουμένων των όσων θα αναφερθούν κατωτέρω, κατά την εξέταση των ειδικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να ικανοποιούνται για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφήμησης, ισοζυγίζοντας και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, μέσω του διαδικτύου.
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Είναι νομολογημένο ότι για να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα σε υποθέσεις δυσφήμισης, θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες ειδικές προϋποθέσεις και δεν αρκεί ένα δημοσίευμα να είναι απλώς δυσφημιστικό, στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης. Στην C.T. Tobacco Ltd v. Εταιρείας Εκδόσεως Αρκτινός Λτδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 853, αναφέρθηκε ότι η έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου, μπορεί να γίνει μόνο όταν α) Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική, β) Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής, γ) Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει, δ) Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης. Το απαύγασμα της νομολογίας, τόσο της Κυπριακής όσο και της Αγγλικής, η οποία υιοθετήθηκε από τα Δικαστήρια μας, είναι ότι τέτοιου είδους διατάγματα εκδίδονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όταν το επίδικο δημοσίευμα είναι ξεκάθαρα δυσφημιστικό και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οποιεσδήποτε υπερασπίσεις. Στην πιο πάνω απόφαση, έγινε παραπομπή σε Αγγλικές αποφάσεις, οι οποίες καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδίδεται ένα τέτοιο διάταγμα. Ειδικότερα, αναφέρθηκε:
“Στην Αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All ER 321 ο Λόρδος Denning τόνισε μεταξύ άλλων ότι, “In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 … … an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we nev.er grant an interim injunction.”
Σε ελεύθερη μετάφραση,
“Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διάταγμα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 στη σελίδα 508 … … ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα.”
Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Lord Denning επανέλαβε στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another [1982] 2 All E.R. 701, 703, την αρχή ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα Δικαστήρια θα εκδώσουν ένα απαγορευτικό διάταγμα, τονίζοντας ότι,
“This case raises a matter of principle which must be observed. This court nev.er grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them. So also, when an occasion is protected by qualified privilege, this court nev.er grants an injunction to restrain a slander or libel, to prevent a person from exercising that privilege, unless it is shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believ.es to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501.”
Σε ελεύθερη μετάφραση,
“Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει. Έτσι επίσης, όταν μια περίπτωση καλύπτεται με προνόμιο υπό αίρεση, αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει μια δυσφήμηση ή ένα λίβελλο, να εμποδίσει ένα πρόσωπο να εξασκήσει αυτό το προνόμιο, εκτός αν φαίνεται ότι αυτό που θέλει να πει ο εναγόμενος γνωρίζει ότι είναι ψευδές έτσι που να είναι καθαρά κακόπιστο. Εφόσον προτίθεται να αναφέρει ότι πιστεύει έντιμα ότι είναι αληθές, δεν θα εκδοθεί εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό έχει γίνει καθαρό στην υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501.”
Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του, σύμφωνα με το Δικαστή Lord Esher M.R. στην υπόθεση Coulson v. Coulson [1887] 3 TLR 846, θα γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. Όπως έχει επίσης τονίσει ο Δικαστής Lord Scarman στην υπόθεση The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183,
“.. the prior restraint of publication, though occasionally necessary in serious cases, is a drastic interference with freedom of speech and should only be ordered where there is a substantial risk of grave injustice. I understand the test of ‘pressing social need’ as being exactly that.”
Σε ελεύθερη μετάφραση,
“Η προηγούμενη απαγόρευση της δημοσίευσης, άνκαι είναι αναγκαία σε σοβαρές υποθέσεις, αποτελεί μια δραστική επέμβαση στην ελευθερία του λόγου και θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει ένας ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής αδικίας. Αντιλαμβάνομαι τον όρο ‘πιεστική κοινωνική ανάγκη’ να σημαίνει ακριβώς αυτό.”
Στην παρούσα υπόθεση, η αγωγή στρέφεται εναντίον των ενδιάμεσων παρόχων και ζητείται η απόσυρση του επίδικου βίντεο. Οι Καθ’ ων η Αίτηση, επί της ουσίας, καλούν το Δικαστήριο να προβεί σε στάθμιση των εκατέρωθεν ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης, ως προστατεύεται από το από Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ καθώς και της φήμης και υπόληψης του ατόμου. Ισχυρίζονται ότι το επίδικο βίντεο «όχι απλά δεν είναι δυσφημιστικό αλλ’ επιπρόσθετα είναι δεκτικό ειδικών υπερασπίσεων, καθότι εμπεριέχει στοιχεία έντιμου σχολιασμού (ενδεχομένως βασιζόμενου σε αληθή γεγονότα) για θέματα που άπτονται της δημόσιας συζήτησης τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα το ισοζύγιο των δικαιωμάτων στην προσωπική ζωή να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου, και όχι υπέρ του δικαιώματος στην προσωπική ζωή.»
Η παρούσα υπόθεση, όμως, παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα, σε ένα τομέα δικαίου ο οποίος βρίσκεται υπό ανάπτυξη στον Ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο. Δηλαδή, η αγωγή στρέφεται εναντίον των παρόχων της υπηρεσίας πληροφόρησης και όχι εναντίον του προσώπου που συνέταξε και ανάρτησε το επίδικο βίντεο. Όπως προκύπτει από τον Κανονισμό στον οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω, οι πάροχοι τέτοιων πλατφόρμων διαδραματίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην πληροφόρηση και θα πρέπει μέσω των πλατφόρμων αυτών να προάγεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και του λόγου και η ενημέρωση των πολιτών. Εξ ου και ο Κανονισμός έχει θεσπίσει ένα πλαίσιο προστασίας των εν λόγω παρόχων, σταθμίζοντας όμως και τα δικαιώματα των πολιτών και σε περίπτωση που διαπιστώνεται παράνομο περιεχόμενο να πρέπει να λάβουν δράση, είτε αποσύροντας το περιεχόμενο αυτό είτε αναστέλλοντας τη λειτουργία ή μετάδοση του. Το ζήτημα το οποίο, κατά τη κρίση μου προκύπτει είναι πώς μπορεί να εξεταστεί κατά πόσο ένα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, βίντεο ή ανάρτηση περιέχει παράνομο περιεχόμενο (δυσφημιστικό) με την έννοια ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής μια από τις υπερασπίσεις που προβλέπει ο Νόμος, αφού ο πάροχος δεν είναι το πρόσωπο το οποίο ανάρτησε το συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεν προκύπτει να έχει συμμετοχή σε αυτό.
Με βάση τον Κανονισμό προκύπτει ότι οι πάροχοι πλατφόρμων, με σκοπό την επιτέλεση του ζητούμενου, που είναι παροχή πληροφόρησης και ενημέρωσης, αναγκαίο στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, εξαιρούνται οποιασδήποτε ευθύνης για παράνομο περιεχόμενο, εκτός όπου λάβουν γνώση αυτού και αρνηθούν να το αποσύρουν. Κατά συνέπεια, διαφοροποιούνται από τους παραδοσιακούς εκδότες σε σχέση με περιεχόμενο τρίτων προσώπων. Τούτο, αναγνωρίστηκε και από την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΑ, στην οποία παραπέμπουν οι συνήγοροι υπεράσπισης, στην υπόθεση Case of Google LLC and Others v. Russia, Application no. 37027/22, ημερομηνίας 08/07/2025. Ταυτόχρονα, όμως, αναγνωρίστηκαν και υποχρεώσεις επιμέλειας (βλ. παράγραφο 79).
Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω απόφαση, όπως και στον Κανονισμό, αναγνωρίζεται ο σημαντικός ρόλος του διαδικτύου στην πληροφόρηση και αυτός των παρόχων, οι οποίοι απολαμβάνουν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και οποιαδήποτε μέτρα εναντίον τους δύναται να επηρεάζουν το ρόλο τους ως πάροχοι στην ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών (βλ. παραγράφους 62-66).
Στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ’ ων η Αίτηση, δεν επικαλούνται ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με τα οποία, θα υποχρεωθούν, μεταξύ άλλων, να αποσύρουν το επίδικο βίντεο θα παραβιαστεί το δικαίωμα τους στην ελευθερία της έκφρασης και ο ρόλος τους στην προάσπιση του παραθέτοντας οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να υποστηρίζουν μια τέτοια θέση. Εκείνο το οποίο επικαλούνται είναι ότι το επίδικο δημοσίευμα καλύπτεται από την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου και βασίζεται σε γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να είναι αληθή. Η θέση τους αυτή, είναι αντιφατική με προγενέστερη θέση που προέβαλαν στην παρούσα, ότι δηλαδή δεν τους παρασχέθηκε χρόνος για να εξετάσουν κατά πόσο η επίδικη ανάρτηση περιέχει παράνομο περιεχόμενο (δυσφημιστικό) και δεν τους δόθηκαν οι αναγκαίες πληροφορίες και γεγονότα.
Ανεξάρτητα των πιο πάνω και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, επικαλούνται το δικαίωμα τους στην ελευθερία της έκφρασης και τον ρόλο τους ως πάροχοι στην ενημέρωση και πληροφόρηση του κοινού, θα προχωρήσω να εξετάσω τα όσα ισχυρίζονται για να καταλήξω, με τα στοιχεία τα οποία έχω ενώπιον μου, κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα δεν επιδέχεται οποιασδήποτε υπεράσπισης και είναι ξεκάθαρα δυσφημιστικό, πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού.
Oι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι το επίδικο κανάλι ασκεί ερευνητική δημοσιογραφία η οποία ασχολείται με τη διαφθορά εντός των υψηλότερων επιπέδων της Κυβέρνησης του Κιργιστάν. Η πληροφόρηση αυτή, φαίνεται να προκύπτει από το Wikipedia (βλ. τεκμήριο 7). Παρουσιάζουν, επίσης, εκθέσεις και άρθρα τα οποία δημοσιεύτηκαν τα οποία αναφέρονται στο ερευνητικό έργο του επίδικου καναλιού και στην στέρηση της ελευθερίας των δημοσιογράφων του (βλ. τεκμήρια 8 – 11). Η πρόθεση των εν λόγω δημοσιογράφων και του καναλιού είναι να ασκήσουν ερευνητική δημοσιογραφία, μια δραστηριότητα ύψιστης σημασίας που προστατεύεται από την ελευθερία του λόγου.
Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι όλα όσα αναφέρονται στο επίδικο βίντεο δεν θα μπορούσαν να εμπίπτουν στη σφαίρα δυσφημιστικού περιεχομένου καθότι, λόγω της δημόσιας και ερευνητικής φύσης του Καναλιού και της πληροφορίας εντός του επίδικου βίντεο, αυτά δεν μπορούν παρά να αποτελούν εύλογους σχολιασμούς περί θεμάτων που άπτονται του δημοσίου διαλόγου που γίνεται στο πλαίσιο ερευνητικής δημοσιογραφίας – μιας δραστηριότητας ύψιστης σημασίας που προστατεύεται από την ελευθερία του λόγου και του τύπου.
Μια από τις υπερασπίσεις που περιλαμβάνονται στο Άρθρο 19 του Περί Αστικών Αδικημάτων, είναι αυτή του εντίμου σχολίου (βλ. Άρθρο 19 β)), η οποία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της προστασίας της ελευθερίας του λόγου. Στην Εκδοτικού Οίκου ΔΙΑ Λτδ v. χχχ Γεωργιάδη, Πολ. Έφεση Αρ. 339/2008, Ημερ. 24/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:A107, αναφέρθηκε ότι η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου προϋποθέτει ότι η επίδικη δήλωση αποτελεί, σχόλιο όχι έκθεση γεγονότων. Κατά το κοινοδίκαιο, σχόλιο θεωρείται όχι μόνο η έκφραση άποψης αλλά και το συμπέρασμα γεγονότων (factual conclusion) και συμπέρασμα (inference) στο οποίο καταλήγει ο σχολιαστής επί την βάση άλλων γεγονότων. Το κατά πόσο η επίμαχη δήλωση συνιστά γνώμη ή σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων κρίνεται εξετάζοντας την σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο. Η διάκριση μεταξύ δηλώσεων, γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων δεν είναι εύκολη.
Στην 1. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Κωνσταντίνος Καντούνας, Πολ. Έφεση Αρ. 320/2014, Ημερ. 24/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:A268, λέχθηκε ότι τα γεγονότα τα οποία αποτελούν το έρεισμα του σχολίου πρέπει να παρατίθενται στο υπό κρίση δημοσίευμα και να είναι κατά βάση αληθή (βλ. Tse Wai Chun n. Cheng [2001] 11 RCFA86).
Έχω λάβει υπόψη μου τα πιο πάνω και τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Καθ’ ων η Αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης τους. Φαίνεται να προκύπτει ότι το επίδικο βίντεο αναρτήθηκε στο συγκεκριμένο Κανάλι, όπου δημοσιεύονται πληροφορίες και γίνεται ενημέρωση σε σχέση με τη διαφθορά στην Κυβέρνηση του Κιργιστάν. Τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται αναμφίβολα αποτελούν ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, αφού αφορά στην αποξένωση μεγάλης έκτασης περιουσίας στο Κιργιστάν έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος Πέραν τούτου, τα όσα αναφέρονται στο επίδικο βίντεο είναι κατά βάση παρουσίαση γεγονότων μαζί με αξιολογικές κρίσεις και συμπεράσματα. Ο πυρήνας των εν λόγω γεγονότων θα πρέπει να καταδειχθεί ότι είναι αληθές για να μπορεί να ευσταθεί η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Δεν είναι επί του παρόντος να αξιολογηθούν οι εκατέρων εκδοχές και να αποφασιστεί κατά πόσο τα όσα αναφέρονται είναι αληθή. Το ζητούμενο, όμως, είναι κατά πόσο, πέραν από το γεγονός ότι το επίδικο κανάλι ασκεί ερευνητική δημοσιογραφία, υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα, τα οποία να πρέπει να εξεταστούν κατά τη δίκη. Δεν παρουσιάζονται τέτοια στοιχεία ή γεγονότα που να τείνουν να καταδείξουν για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι τα όσα αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα είναι η ακριβής εικόνα και ότι εδράζονται επί αληθών γεγονότων. Οι Καθ’ ων η Αίτηση, ένεκα και της ιδιότητας τους προφανώς, εικάζουν ότι θα μπορεί στα πλαίσια της δίκης να υποστηριχθεί το αληθές των γεγονότων αυτών ή όπως αναφέρουν, ενδεχομένως αυτά να είναι αληθή. Οι δημοσιογράφοι, στο επίδικο βίντεο, επικαλούνται ενημέρωση που έλαβαν σε σχέση με τη συμφωνία για παραχώρηση της επίδικης γης, την οποία, όμως, δεν παρουσιάζουν ολοκληρωμένη. Αναφέρονται μόνο στο ύψος της τιμής και όχι σε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αυτής. Αν έτσι είναι η κατάσταση, οι εν λόγω δημοσιογράφοι γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν την πραγματική εικόνα της όλης συναλλαγής και όχι να την παρουσιάζουν αποσπασματικά. Επίσης, γίνεται αναφορά για λαθρεμπόριο χρυσού, εμπλέκοντας τον Αιτητή και παρουσιάζουν στο βίντεο κουτιά από ράβδους χρυσού, χωρίς να προκύπτει από πού λήφθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες. Τούτα αναφέρονται, όχι για σκοπούς αξιολόγησης των όσων αναφέρονται στο βίντεο και κατά πόσο αυτά ευσταθούν, καθότι κάτι τέτοιο εκφεύγει των σκοπών της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρονται για να καταδειχθεί ότι οι θέσεις του Αιτητή, περί ψευδών, παραπλανητικών και κατασκευασμένων γεγονότων, παρέμειναν αναντίλεκτες και χωρίς αντίλογο.
Εκείνο το οποίο παρατηρείται, είναι ότι δεν προβάλλονται οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να μπορούσαν, αν γίνονταν αποδεχτά να αποδείξουν την αλήθεια των γεγονότων αυτών. Οι Καθ’ ων η Αίτηση προβαίνουν, κατ’ ουσία, σε εικασίες ότι «πιθανόν» αυτά να είναι αληθή και οι αναφορές να εμπίπτουν εντός της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, κάτι το οποίο ο Αιτητής απορρίπτει και δίνει τις δικές του εξηγήσεις.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση γεγονότων, στο στάδιο αυτό, τα οποία να εγείρουν ζήτημα να ευσταθεί η κατ’ ισχυρισμό υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος ή η αλήθεια των αναφορών ή της ανάρτησης. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι τα πιο πάνω αναφέρονται, πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού και κατά την εξέταση του κατά πόσο μπορεί να ευσταθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση για το επίδικο βίντεο ή ανάρτηση.
Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής, επικαλείται και την συνεχόμενη προσπάθεια δυσφήμισης του από το συγκεκριμένο Κανάλι δημοσιογραφίας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι, όπως προκύπτει από το επίδικο βίντεο, η Temirov Live, ισχυρίζεται ότι έχει συνεργαστεί με την Cyprus Daily News, η οποία έχει αναρτήσει στις 03/06/2025 άρθρο με τίτλο «Gubarev in Kyrgystan», στο οποίο γίνεται αναφορά στο βίντεο. Επίσης, αναφέρει ότι η Cyprus Daily News ουκ ολίγες φορές επιδιώκει να αμαυρώσει και να προσβάλει τη φήμη και την υπόληψη του Αιτητή κάνοντας λόγο για αναρτήσεις με δυσφημιστικό περιεχόμενο και παρουσιάζοντας ψευδή στοιχεία ως είδηση. Οι ιστοσελίδες που διατηρεί η Cyprus Daily News αυτοπεριγράφονται ως μια ηλεκτρονική κοινωνική και πολιτική έκδοση και το περιεχόμενο των αναρτήσεων τους, είναι κυρίως στη ρώσικη γλώσσα και αφορούν σε θέματα της Κύπρου.
Στις 12/02/2025 δημοσιεύτηκε από την Cyprus Daily News σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα που διατηρεί δυσφημιστικό, κατά τον Αιτητή, άρθρο με τίτλο «Gubarev delivery: Putin’s IT specialists seize Cyprus». Κινήθηκε δικαστικά και εκδόθηκαν σχετικά διατάγματα. Αναφέρεται, επίσης, και σε δεύτερη δικαστική διαδικασία εναντίον της Cyprus Daily News και των διαχειριστών της πλατφόρμας Facebook, όπου κοινοποιήθηκαν δυσφημιστικά δημοσιεύματα εναντίον του, εξασφαλίζοντας πάλι σχετικά διατάγματα.
Κατά συνέπεια και με βάση τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές, καταλήγω ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και δεν προκύπτουν γεγονότα από τα οποία να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μπορεί να ισχύσει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου ή της αλήθειας των γεγονότων που αναφέρονται στο επίδικο βίντεο.
Πέραν των πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ο κίνδυνος ή πρόθεση επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμισης. Σημειώνεται ότι πρόκειται για οπτικοακουστικό υλικό το οποίο βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο και ανά πάσα στιγμή μπορεί να ειδωθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο. Πέραν τούτου, έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι το επίδικο βίντεο έχει αναρτηθεί στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Instagram, στη σελίδα που διατηρεί η Temirov Live. Συγκεκριμένα, έχει αναρτηθεί η φωτογραφία του Αιτητή και γίνεται παραπομπή στο επίδικο βίντεο. Έχει, επίσης, κοινοποιηθεί στη σελίδα που διατηρεί η Temirov Live στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook. Περαιτέρω, το επίδικο βίντεο έχει αναρτηθεί και στο δεύτερο κανάλι που διατηρεί η Temirov Live στο YouTube, δηλαδή το Temirov Live KG, το οποίο είναι στα Κιργιστικά και από την ημέρα της δημοσίευσης του, έχει 80,000 προβολές. Η δε στάση και μόνο των Καθ’ ων η Αίτηση να επιζητούν την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος αλλά και την μη έκδοση των λοιπών διαταγμάτων, μοναδική πρόθεση έχει να συνεχίσουν την προβολή του.
Ισοζυγίζοντας όλα τα πιο πάνω, και ειδικότερα το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και της φήμης και υπόληψης του Αιτητή, από τη μια και το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, από την άλλη και αφού έλαβα υπόψη το ρόλο που οι Καθ’ ων η Αίτηση θα πρέπει να διαδραματίζουν στην πληροφόρηση, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η πλάστιγγα γέρνει στην πλευρά του Αιτητή και στην παρούσα προέχει η προστασία της φήμης και υπόληψης.
TO ΜΟΝΟΜΕΡΕΣ ΕΚΔΟΘΕΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ
Οι Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι το αιτούμενο και/ή εκδοθέν διάταγμα είναι ασυμβίβαστο με τις πρόνοιες του Κανονισμού. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι δεν συγκεκριμενοποιεί το περιεχόμενο που διατάσσει να αφαιρεθεί και επικεντρώνονται στην διαταγή για διαγραφή του βίντεο και «οποιονδήποτε άλλων οπτικοακουστικών δεδομένων και/ή βίντεο που αφορούν τον Αιτητή και/ή αναφέρονται στο όνομα του Ενάγοντα και/σε εταιρείες συνδεδεμένες με τον Αιτητή» στο Κανάλι. Επίσης, ισχυρίζονται ότι δεν συγκεκριμενοποιεί το περιεχόμενο που κρίνει ως παράνομο, χωρίς να εξετάσει και να επεξηγήσει την παρανομία του. Περαιτέρω, το διάταγμα δεν προσδιορίζει ρητά το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του και δεν διαβιβάστηκε στον αρμόδιο Συντονιστή που είναι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης.
Έχω λάβει υπόψη μου τις πιο πάνω θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση και έχω μελετήσει τις σχετικές πρόνοιες του Κανονισμού. Το Άρθρο 9 του Κανονισμού αναφέρεται στις «Εντολές ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου» και αναφέρεται στο περιεχόμενο τέτοιων εντολών και στο τρόπο διαβίβασης τους. Παρατηρώ ότι στο διάταγμα αναγράφεται ο συγκεκριμένος σύνδεσμος που βρίσκεται αναρτημένο το επίδικο βίντεο και ο σύνδεσμος του Καναλιού στο οποίο βρίσκεται αναρτημένο. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι με αυτά τα δεδομένα μπορεί να εντοπιστεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση, κάτι το οποίο άλλωστε έχει γίνει, αφού, όπως ισχυρίζονται προχώρησαν στην φραγή της πρόσβασης από τους χρήστες στην Κύπρο.
Όσον αφορά την ισχυριζόμενη αοριστία του εν λόγω διατάγματος και ότι με τις φράσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω επιβάλλεται υποχρέωση Παρακολούθησης από τους Καθ’ ων η Αίτηση, κάτι που αντίκειται στις πρόνοιες του Κανονισμού, παρατηρώ τα εξής:
Η πιο πάνω αναφορά στο διάταγμα που επικαλούνται οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι ελλιπής καθότι η πιο πάνω φράση συνεχίζεται και αναφέρεται στο διάταγμα ότι τα οποιαδήποτε άλλα δημοσιεύματα και/ή μελλοντικά οπτικοακουστικά δεδομένα ………..ως αυτά που είναι αναρτημένα στην ηλεκτρονική σελίδα και/ή προφίλ και/ή ηλεκτρονικό κανάλι στο YouTube με την επωνυμία Temirov Live. Κατά συνέπεια, τα οποιαδήποτε άλλα και/ή μελλοντικά οπτικοακουστικά δεδομένα θα πρέπει να αφορούν το ίδιο ή πανομοιότυπο περιεχόμενο με αυτό του επίδικου βίντεο. Στην Ε. Glawischnig – Piesczek v. Facebook Ireland (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι η απαγόρευση γενικής υποχρέωσης ενεργού αναζήτησης και ελέγχου πληροφοριών, δεν αφορά τις υποχρεώσεις ελέγχου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Συναφώς, αποφασίστηκε ότι μπορεί να διαταχθεί ο πάροχος να διαγράψει πληροφορίες το περιεχόμενο των οποίων είναι πανομοιότυπο ή ανάλογο με το περιεχόμενο πληροφορίας κριθείσας προγενέστερα ως παράνομη ή να αποκλείσει την πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, ανεξαρτήτως της ταυτότητας του αιτούντος την αποθήκευση. Αυτό είναι που επιδιώκει ο Αιτητής στην παρούσα και το υλικό το οποίο μπορεί να αναδημοσιευτεί είναι αυτό το οποίο περιέχεται στο επίδικο βίντεο. Το δε περιεχόμενο το οποίο κρίνεται ως παράνομο, είναι αυτό που περιλαμβάνεται στο επίδικο βίντεο, ως κρίθηκε ανωτέρω για το λόγο ότι αυτό είναι δυσφημιστικό και είναι αρκούντος επεξηγηματικό και συγκεκριμένο το περιεχόμενο το οποίο διατάσσεται ο πάροχος να διαγράψει.
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του εκδοθέντος διατάγματος, είναι γεγονός ότι σε αυτό δεν αναφέρεται το γεωγραφικό πεδίο στο οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί. Η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι ότι η απουσία γεωγραφικού προσδιορισμού, καθιστά το διάταγμα de facto παγκόσμιας ισχύος, το οποίο είναι προδήλως δυσανάλογο και αντίθετο προς τις αρχές της διεθνούς αβροφροσύνης (international comity) και του διεθνούς δικαίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού τέτοια διατάγματα μπορούν να είναι παγκόσμιας εμβέλειας, στο πλαίσιο του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου (βλ. Ε. Glawischnig – Piesczek v. Facebook Ireland). Σύμφωνα με την Σκέψη (36):
«Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των εν λόγω εντολών ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου θα πρέπει να καθορίζεται σαφώς βάσει του εφαρμοστέου ενωσιακού ή εθνικού δικαίου που καθιστά δυνατή την έκδοση της εντολής και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της. Εν προκειμένω, η εθνική δικαστική ή διοικητική αρχή, η οποία θα μπορούσε να είναι μια αρχή επιβολής του νόμου, που εκδίδει την εντολή θα πρέπει να εξισορροπεί τον στόχο τον οποίο επιδιώκει η εντολή, σύμφωνα με τη νομική βάση που καθιστά δυνατή την έκδοσή της, με τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των τρίτων που μπορεί να θιγούν από την εντολή, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματά τους βάσει του Χάρτη. Ιδίως σε διασυνοριακό πλαίσιο, το αποτέλεσμα της εντολής θα πρέπει να περιορίζεται στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης, εκτός εάν ο παράνομος χαρακτήρας του περιεχομένου απορρέει άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης ή η αρχή έκδοσης θεωρεί ότι τα επίμαχα δικαιώματα απαιτούν ευρύτερο εδαφικό πεδίο εφαρμογής, σύμφωνα με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και λόγους διεθνούς αβροφροσύνης.»
Επίσης, το Άρθρο 9(2)(β) του Κανονισμού αναφέρει ότι «το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω εντολής, βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, και, κατά περίπτωση, των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της·»
Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι το παράνομο περιεχόμενο αφορά δυσφημιστικό περιεχόμενο το οποίο πλήττει τη φήμη και υπόληψη του Αιτητή. Η προστασία της φήμης και υπόληψης αφορά το διεθνές προστατευόμενο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Στην ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ C-291/13 Σωτήρης Παπασάββας v. 1. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Ημερομηνίας 20/07/2013 κρίθηκε ότι το αστικό αδίκημα του Άρθρου 17 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, συνάδει και δεν αντίκεται στις πρόνοιες του ενωσιάκου και διεθνούς δικαίου. Ο Αιτητής είναι επιχειρηματίας, από όσα αναφέρονται, με επιχειρήσεις που η δραστηριότητα των οποίων δεν περιορίζεται στα όρια της Κύπρου. Είναι και ρώσσος υπήκοος, πέραν του ότι κατέχει και Κυπριακό διαβατήριο, ενώ το επίδικο βίντεο προκύπτει να αναρτήθηκε στο Κιργιστάν και σε γλώσσα της χώρας εκείνης. Το YouTube είναι μια παγκόσμια πλατφόρμα με δυνατότητα πρόσβασης από όλο τον κόσμο και το βίντεο μπορεί να ειδωθεί σε οποιαδήποτε γλώσσα. Εν όψει της φύσης της παρανομίας, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, και των λοιπών περιστάσεων, κρίνω ότι το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να έχει παγκόσμια εμβέλεια. Τούτο δεν μπορεί να συγκρούεται με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τη διεθνή αβροφροσύνη. Η μη ρητή αναφορά στο επίδικο διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς σε γεωγραφικό πεδίο, δεν μπορεί να συνιστά λόγο ακυρότητας του. Το Δικαστήριο, δεδομένου της πλήρωσης των υπόλοιπων προϋποθέσεων για την έκδοση του ή απολυτοποίηση του, μπορεί να το τροποποιήσει ανάλογα για να είναι ξεκάθαρο το πεδίο εφαρμογής του.
Η μη διαβίβαση του επίδικου εκδοθέντος διατάγματος στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, ως η αρμόδια αρχή της Κύπρου, δεν μπορεί, επίσης, να αποτελεί λόγο ακύρωσης του. Η προβλεπόμενη αυτή διαδικασία του Κανονισμού διευκολύνει την εκτέλεση των δικαστικών εντολών. Σύμφωνα με το Άρθρο 85 του εν λόγω Κανονισμού οι Συντονιστές και η Επιτροπή κάθε Κράτους Μέλους καθιδρύουν σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών και διευκολύνουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πέραν των πιο πάνω, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η διαδικασία εκτέλεσης των εντολών θα πρέπει να γίνεται μέσω του Συντονιστή, εφόσον οι Καθ’ ων η Αίτηση στηρίζονται στις πρόνοιες του Κανονισμού, η Κύπρος έχει καθορίσει τον Συντονιστή της με το Νόμο 122(Ι)/2025, οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 11/07/2025 και κατά συνέπεια κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, δεν ήταν καθορισμένος στη βάση των προνοιών του Κανονισμού.
TO ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΛΙΟΥ TEMIROV LIVE
Οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι το επίδικο Κανάλι αναρτά συχνά προδήλως παράνομο περιεχόμενο και δεν πληρούνται οι Αρχές Αναστολής Λογαριασμού που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό. Το Άρθρο 23 του Κανονισμού προνοεί τα μέτρα και προστασία για την αθέμιτη χρήση και το πότε οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφόρμων μπορούν να αναστείλουν την παροχή υπηρεσιών προς τους αποδέκτες και για ποιο χρονικό διάστημα. Όπως προκύπτει από το εν λόγω Άρθρο θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι οι αποδέκτες της υπηρεσίας παρέχουν συχνά προδήλως παράνομο περιεχόμενο και προβαίνουν σε αθέμιτη και καταχρηστική χρήση του (βλ. επίσης Σκέψεις ((63) και (64) ).
Στην παρούσα περίπτωση, έλαβα υπόψη μου τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ειδικότερα έχω λάβει υπόψη μου ότι το συγκεκριμένο Κανάλι αποτελεί ένα δημοσιογραφικό Κανάλι.
Πέραν από την παρούσα υπόθεση και ισχυριζόμενη δυσφημιστική ανάρτηση εναντίον του Αιτητή, δεν έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν αθέμιτη και καταχρηστική χρήση της υπηρεσίας που οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέχουν στους εν λόγω αποδέκτες. Κατά συνέπεια, δεν έχει διαπιστωθεί για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν παραβιάσει το ρόλο τους και την υποχρέωση που έχουν από τον Κανονισμό για να αναστείλουν τη λειτουργία του Καναλιού. Κρίνω ότι το αιτητικό αυτό, υπό το φως της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί στο στάδιο αυτό, δεν δικαιολογείται και θα αποτελούσε δυσανάλογο μέτρο, υπό τις περιστάσεις.
ΤΟ ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΥΠΟΥ NORWICH PHARMACAL
Οι Καθ’ ων η Αίτηση, ενίστανται στην έκδοση του πιο πάνω αιτούμενου διατάγματος, ισχυριζόμενοι ότι η έκδοση του θα ήταν αντίθετη με την Αρχή της Ελαχιστοποίησης, καθώς με αυτό επιζητούνται υπερβολικά στοιχεία που οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν συλλέγουν καθώς δεν απαιτούν από τους χρήστες να δώσουν, ούτε προβαίνουν σε ανεξάρτητη επιβεβαίωση, του νομικού ονόματος ή της φυσικής διεύθυνσης ενός χρήστη για να δημιουργήσουν ένα κανάλι στο YouTube. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων.
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και η δυνατότητα για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal καθιερώθηκαν από την Αγγλική απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners and Custom Excise (1973) 2 All E.R. 943, η οποία υιοθετήθηκε από την Κυπριακή νομολογία. (βλ. επίσης Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd (2005) EWHC 625). Με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. επίσης, Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumachenko κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978).
Στην Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά. (ανωτέρω), όπου έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων, απαριθμήθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Λέχθηκαν τα εξής:
“Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 62, όπου λέχθηκε ότι:
«(i) a wrong must hav.e been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to hav.e facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to prov.ide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.»
Σε μετάφραση:
«(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ’ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.»
Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ’ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.”
Στην παρούσα περίπτωση, έχει καταδειχθεί η διάπραξη του αστικού αδικήματος από τρίτο πρόσωπο, πάντοτε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και έχει παρουσιαστεί συζητήσιμη υπόθεση. Ειδικότερα έχει αποδειχθεί η ανάρτηση του επίδικου βίντεο, το οποίο περιέχει δυσφημιστικές αναφορές προς το πρόσωπο του Αιτητή. Οι πληροφορίες που επιζητούνται, είναι αναγκαίες με σκοπό ο Αιτητής να στραφεί εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα και συγκεκριμένα του ή των προσώπων που βρίσκονται πίσω από την επίδικη ανάρτηση και το επίδικο κανάλι. Η αντίθετη θέση που προβάλλεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το γεγονός ότι έστω στο βίντεο εμφανίζονται αναγνωρίσιμοι δημοσιογράφοι, περιλαμβανομένου του κ. Temirov του οποίου το όνομα φέρει το Κανάλι, δεν σημαίνει ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες ζητούνται για σκοπούς περιέργειας. Ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα που διαχειρίζονται το ηλεκτρονικό κανάλι, το όνομα του κατόχου αυτού ή του διαχειριστή του και τα στοιχεία επικοινωνίας του. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες με σκοπό ο Αιτητής να γνωρίζει επ’ ακριβώς τα πιο πάνω στοιχεία και να μπορεί να στραφεί εναντίον του ορθού ή ορθών προσώπων ως τους κατ’ ισχυρισμό τελικούς αδικοπραγούντες. Οι δε Καθ’ ων η Αίτηση, είναι σε θέση να παράσχουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες ως οι πάροχοι της υπηρεσίας των αποδεκτών και οποίοι έχουν στην κατοχή τους τα στοιχεία αυτά. Οι θέση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι ότι πιθανόν να μην κατέχουν τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς, όμως να παρουσιάζουν μια ξεκάθαρη και σαφή θέση επί τούτου. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση προκύπτει να έχουν αναμιχθεί κατά τρόπο που να έχουν διευκολύνει την αδικοπραξία, με την έννοια ότι είναι οι πάροχοι της πλατφόρμας επί της οποίας αναρτήθηκε το επίδικο βίντεο. Είναι αδιάφορο κατά πόσο οι Καθ’ ων η Αίτηση φέρουν ευθύνη για την επίδικη αδικοπραξία ή όχι. Λόγω της ιδιότητας τους ως πάροχοι εμπλέκονται με την ισχυριζόμενη αδικοπραξία και είναι προφανές ότι δεν είναι οι τελικοί αδικοπραγούντες αφού η ανάρτηση έγινε από τρίτο ή τρίτα πρόσωπα.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι στην παρούσα περίπτωση η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης των αιτούμενων πληροφοριών, προσκρούουν στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ) (ΕΕ) 2016/679 και στην αρχή της αναλογικότητας και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων. Για την καλύτερη εφαρμογή των προνοιών του πιο πάνω Κανονισμού ψηφίστηκε Ο Περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (Ν. 125(I)/2018), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 11/07/2018. Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη όταν γίνεται συμφώνως του Άρθρου 6 του Κανονισμού. Σε σχέση με τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών έχουν εκδοθεί σχετικές κατευθυντήριες γραμμές για επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το Άρθρο 6.1β) του Κανονισμού (Κατευθυντήριες γραμμές 2/2019). Σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κανονισμού περιορίζονται οι υποχρεώσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αναγνωρίζοντας παράλληλα την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των δικαστικών αρχών να διατάξουν την παρουσίαση πληροφοριών στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών τους (βλ. Άρθρο 23.1 στ) και ι)) (βλ. επίσης την απόφαση του ΔΕΕ C-268/2021 Norra Stockholm Bygg AB v. Per Nycander AB, ECLI:EU:C:2023:145 όπου εξέτασε τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου και στην οποία παραπέμπουν οι συνήγοροι υπεράσπισης).
Στην παρούσα περίπτωση, οι πληροφορίες και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ζητούνται με σκοπό την άσκηση αστικής αγωγής εναντίον των υποκείμενων. Τα εν λόγω πρόσωπα παρείχαν τα δεδομένα τους στον πάροχο και στους Καθ’ ων η Αίτηση με σκοπό την εκτέλεση σύμβασης ή τη χρήση της επιγραμμικής τους πλατφόρμας και όπως προκύπτει με σκοπό τη λειτουργία δημοσιογραφικού Καναλιού. Η χρήση του όφειλε να συμμορφώνεται με δίκαιο της ένωσης και των κρατών μελών της και ειδικότερα να λειτουργούσε εντός της νομιμότητας. Στην παρούσα έχει αποδειχθεί, πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι τα πρόσωπα αυτά, έχουν διαπράξει το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης και κατ’ επέκταση παραβιάζοντας το δικαίωμα στην προστασία της φήμης και υπόληψης και της ιδιωτικής ζωής του Αιτητή. Κρίνω, ότι υπό τις περιστάσεις και με βάση το σκοπό για τον οποίο ζητούνται, είναι αναλογικό και πρόσφορο να παρασχεθούν τα εν λόγω δεδομένα. Τα δεδομένα αυτά που ζητούνται περιορίζονται στα αναγκαία και απαραίτητα με σκοπό να εντοπιστούν τα πρόσωπα πίσω από την επίδικη αδικοπραξία. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι το επίδικο διάταγμα δεν προσκρούει στις πρόνοιες του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων.
ΤΑΥΤΟΣΗΜΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΜΕ ΑΥΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
Οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι πανομοιότυπα και/ή ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα του εντύπου απαίτησης και τυχόν έκδοσης τους θα καταστήσει την κυρίως διαδικασία άνευ αντικειμένου και τερματίσει τη διαφορά. Έχω λάβει υπόψη μου την πιο πάνω θέση των Καθ’ ων η Αίτηση και έχω υπόψη μου την σχετική με το ζήτημα νομολογία. Ως γενική αρχή δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο για προσωρινό μέτρο (βλ. Michael v. Brevinos (1969) 1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ’ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1Γ Α.Α.Δ 1848). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).
Στην παρούσα περίπτωση, έχει κριθεί ανωτέρω ότι το περιεχόμενο του επίδικου βίντεο είναι παράνομο καθότι περιέχει δυσφημιστικές αναφορές για τον Αιτητή και ότι, στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, δεν προκύπτει να μπορεί να ευσταθεί οποιαδήποτε αναγνωρισμένη υπεράσπιση. Η διατήρηση του επίδικου βίντεο στο διαδίκτυο και στην πλατφόρμα των Καθ’ ων η Αίτηση ή η αναπαραγωγή και περαιτέρω κοινοποίηση του, θα έχει ως αποτέλεσμα να συνεχίσει να πλήττεται η φήμη και υπόληψη του Αιτητή. Με την έκδοση διατάγματος για απόσυρση του επίδικου βίντεο, δεν επηρεάζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση στην ελευθερία του λόγου και ο ρόλος τους ως πάροχοι της επιγραμμικής πλατφόρμας. Κατά συνέπεια το εκδοθέν διάταγμα υπό στοιχείο Α, δεν εμποδίζεται να εκδοθεί για το λόγο ότι αποτελεί ταυτόσημη θεραπεία με αυτή της αγωγής.
Όσον αφορά το διάταγμα αποκάλυψης, δεδομένων των περιστάσεων και γεγονότων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα την κρίση περί δυσφημιστικού περιεχομένου χωρίς στην ουσία να παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία μπορούν να στοιχειοθετούν κάποια εκ των υπερασπίσεων του Άρθρου 19 του Κεφ.148 και το γεγονός ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σκοπό και στόχο έχει να ληφθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες με σκοπό ο Αιτητής να δυνηθεί να προχωρήσει με την καταχώρηση αγωγής εναντίον των τελικών αδικοπραγούντων, κρίνω ότι και αυτό μπορεί να εκδοθεί. Σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ως πάροχοι δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και οι οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους με βάση τον Κανονισμό και των Γενικό Κανονισμών για την Προστασία Δεδομένων, ως αναφέρθηκε ανωτέρω.
Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι με την απαίτηση αξιώνονται Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση και θα πρέπει να αποφασιστεί η ευθύνη των Καθ’ ων η Αίτηση για την ανάρτηση του επίδικου βίντεο ή καλύτερα κατά πόσο ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη διαδικασία από τον Αιτητή για την απόσυρση του βίντεο και οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν το έπραξαν. Επίσης, εκκρεμεί και το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή της λειτουργία του επίδικου Καναλιού, το οποίο ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν δικαιολογείται με την προσκομισθείσα, στο στάδιο αυτό, μαρτυρία. Κατά συνέπεια, η έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων, αφήνει αντικείμενο στην αγωγή, το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί. Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονείται ότι τα εν λόγω διατάγματα είναι προσωρινά και μπορούν να διαφοροποιηθούν ανά πάσα στιγμή.
Παραμένει, το ζήτημα που εγείρουν οι Καθ’ ων η Αίτηση, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1, δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα απαίτηση παρά μόνο η Καθ’ ης η Αίτηση 2. Με βάση τον Κανονισμό, επιγραμμικές πλατφόρμες οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), είναι υποχρεωμένες να έχουν αντιπρόσωπο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι κοινό έδαφος ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 2, είναι η εταιρεία που είναι υπεύθυνη για τις υπηρεσίες που παρέχει η Google στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα τις υπηρεσίες στο YouTube. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 είναι η μητρική εταιρεία της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Οι υπηρεσίες του YouTube παρέχονται από την Καθ’ ης η Αίτηση 1 και η Καθ’ ης η Αίτηση 2, είναι υπεύθυνη για αυτές τις υπηρεσίες εντός του ΕΟΧ. Δεδομένου ότι το διάταγμα για απόσυρση του βίντεο που θα εκδοθεί θα είναι ανά το παγκόσμιο, για σκοπούς αποτελεσματικής εφαρμογής του, κρίνω ότι θα πρέπει να στρέφεται και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 1.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το διάταγμα υπό στοιχείο (Α) της αίτησης θα πρέπει να καταστεί απόλυτο και καθίσταται απόλυτο, με την ακόλουθη τροποποίηση, η οποία απαιτείται για είναι ξεκάθαρο το γεωγραφικό του πεδίο:
Στη δεύτερη γραμμή μετά τη φράση “όπως προβούν” να προστεθεί η φράση “ανά το παγκόσμιο”.
Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως το (Γ) της Αίτησης με την διαφοροποίηση στο χρόνο συμμόρφωσης, ο οποίος να είναι, αντί «5 ημερών» από την επίδοση του διατάγματος να είναι «10 ημερών».
Το αιτητικό (Β) απορρίπτεται.
Τα έξοδα της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €3,695.00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €62 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.)………………………………..
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο,
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο