OLYMPIC BULDING & METAL CONSTRUCTION LTD ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3864/2015, 26/1/2026
print
Τίτλος:
OLYMPIC BULDING & METAL CONSTRUCTION LTD ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3864/2015, 26/1/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                                            Αρ. Αγωγής: 3864/2015

 

Μεταξύ:

OLYMPIC BULDING & METAL CONSTRUCTION LTD

Εναγόντων

και

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

 Εναγόμενων

---------------------                               

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/1/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγοντες: κ. Κ. Γρηγορίου, για PHC TSANGARIDES LLC

Για εναγόμενους κ. Κ. Κουκούνης, για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Τα ακόλουθα γεγονότα, δικογραφικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών:

 

Οι ενάγοντες, που είναι εταιρεία ασχολούνται - μεταξύ άλλων - με οικοδομικές εργασίες και εργολαβίες, ενώ οι εναγόμενοι, που επίσης είναι εταιρεία ασχολούνται με ασφαλιστικές εργασίες και/ή προσφέρουν ασφαλιστική κάλυψη διαφόρων μορφών σε ιδιώτες.

 

Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 27/1/1999, οι εναγόμενοι συμφώνησαν να παρέχουν στους ενάγοντες, ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη για τους εργοδοτοτούμενους των πρώτων. Δυνάμει των όρων της εν λόγω συμφωνίας (στο εξής «ασφαλιστήριο» το όριο ευθύνης και/ή κάλυψης των εναγόμενων για κάθε εργοδοτούμενο των εναγόντων ήταν £50.000 (€85.430), για κάθε περιστατικό ή σειρά περιστατικών, £2.000.000 (€3.400.000) και το συνολικό όριο ευθύνης και/ή κάλυψης για οποιαδήποτε περίοδο ασφάλισης, £3.000.000 (€5,100.000). Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος του ασφαλιστηρίου ότι οι εναγόμενοι ενείχαν και/ή όφειλαν να επιδεικνύουν καθήκον και/ή υποχρέωση επιμέλειας έναντι των εναγόντων κατά το χειρισμό των απαιτήσεων των εργοδοτουμένων τους.

 

Κατά ή περί τις 10/6/2004 επεσυνέβη εργατικό ατύχημα στον εργοδοτούμενο των εναγόντων, Παναγιώτη Παπαϊωάννου (στο εξής «Παναγιώτης»), ο οποίος στη συνέχεια καταχώρησε εναντίον τους στο Ε.Δ. Λεμεσού την αγωγή 5530/2004 (στο εξής «αγωγή»), με την οποία αξίωνε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος.

 

Οι ενάγοντες ειδοποίησαν άμεσα τους εναγόμενους για την καταχώρηση της αγωγής, οι οποίοι ανέλαβαν το χειρισμό της με το διορισμό δικηγόρου (στο εξής «δικηγόρος») «δια μέσω των Εναγόντων και της υπεράσπισης της αγωγής.»

 

Κατόπιν διαπραγματεύσεων και/ή συζητήσεων μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων στην αγωγή και/ή με τη διαμεσολάβηση και/ή παρότρυνση και/ή σύμφωνη γνώμη του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος, με επιστολή του προς το δικηγόρο του Παναγιώτη, ημερομηνίας 1/12/2008, την οποία κοινοποίησε στους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση υπόβαλε πρόταση για συμβιβασμό της αγωγής και/ή για την εκ συμφώνου δήλωση και/ή συμφωνία των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, επί πλήρους ευθύνης των εναγόντων για το ατύχημα, για το συνολικό ποσό των €66.191, την οποία αποδεχόταν και/ή αντίκρυζε θετικά η πλευρά του Παναγιώτη και/ή των εναγόντων.

 

Οι εναγόμενοι, με ηλεκτρονική επιστολή τους προς το δικηγόρο, ημερομηνίας 8/12/2008, τον ενημέρωσαν ότι δε συμφωνούν και/ή απορρίπτουν την πρόταση και τον κάλεσαν να προχωρήσει σε εκδίκαση της αγωγής, τόσο για το ποσοστό της ευθύνης όσο και για το ποσό των αποζημιώσεων.

 

Μετά από ακρόαση της αγωγής, το Δικαστήριο, στις 21/10/2009 εξέδωσε σ’ αυτή απόφαση με την οποία βρήκε αποκλειστικά υπεύθυνους για το ατύχημα τους ενάγοντες, επιδικάζοντας εναντίον τους και υπέρ του Παναγιώτη, υπό μορφή αποζημιώσεων, το συνολικό ποσό των  €138.427,84, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα.

 

Στη συνέχεια, κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων, ο δικηγόρος καταχώρησε έφεση κατά της απόφασης η οποία απορρίφθηκε στις 11/9/2014, με έξοδα εναντίον των εναγόντων.

 

Απ’ εκεί και πέρα οι θέσεις μεταξύ των μερών διίστανται. Οι ακόλουθες είναι μερικές από τις βασικές θέσεις των εναγόντων σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της αγωγής τους:

 

Οι εναγόμενοι, στα πλαίσια της αγωγής και/ή απόφασης κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €83.473,01, στο οποίο συμπεριέλαβαν, πέραν από μέρος του επιδικασθέντος ποσού προς τον Παναγιώτη και τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου, καθώς και αυτά του Παναγιώτη, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση, με αποτέλεσμα να καταβάλουν στον Παναγιώτη, μόνο  €50.000, στον οποίο, κατά ή περί τις 7/10/2015 παρέμεινε οφειλή των εναγόντων, €123.168,95, συμπεριλαμβανομένων τόκων και δικηγορικών εξόδων, τόσο της αγωγής όσο και της έφεσης, αφού του είχαν ήδη καταβάλει μέχρι τότε, κατόπιν πιέσεων και μέτρων εκτέλεσης εκ μέρους του, ποσό €20.000.

 

Είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι πιο πάνω πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά των εναγόμενων αποτελούν παράβαση του ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου του ασφαλιστηρίου, καθήκοντος και/ή υποχρέωσης επιμέλειας των εναγόμενων έναντί τους κατά το χειρισμό των απαιτήσεων εργοδοτουμένων τους και ως αποτέλεσμα της εν λόγω παράβασης, τα οποιαδήποτε, επιπλέον του ορίου ευθύνης, επιδικασθέντα ποσά αποτελούν ευθύνη και υποχρέωση των εναγόμενων. Περαιτέρω, τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου και/ή της αντίδικης πλευράς σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, βάσει των όρων του ασφαλιστηρίου και/ή της πρόθεσης των μερών δεν αποτελούσαν μέρος του ορίου ευθύνης και η συμπερίληψη των δικηγορικών εξόδων της αγωγής και/ή της έφεσης, εντός του ορίου ευθύνης αποτελεί παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου από πλευράς εναγόμενων. Οι οποίοι παρέβηκαν τους όρους του ασφαλιστηρίου και με την καταβολή συνολικά, μικρότερου ποσού από το μέγιστο ποσό του ορίου ευθύνης.

 

Οι εναγόμενοι, ως ασφαλιστές ενείχαν έναντί τους εξυπακουόμενο καθήκον επιμέλειας και/ή αυστηρής ευθύνης και/ή υποχρέωσης καλής πίστης και/ή χρηστών συναλλακτικών ηθών τα οποία παρέβηκαν και/ή επέδειξαν αμέλεια με την άρνησή τους να προχωρήσουν σε συμβιβασμό της αγωγής και το ποσό των €123.168,05, πλέον τόκους από 7/10/2015 το οποίο κατέβαλαν και/ή οφείλουν να καταβάλουν οι ενάγοντες στον Παναγιώτη είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή καθηκόντων επιμέλειας και/ή αυστηρής ευθύνης και/ή υποχρέωσης καλής πίστης και/ή χρηστών συναλλακτικών ηθών των εναγόμενων έναντι των εναγόντων, ως των προσώπων που είχαν τον κύριο και/ή αποκλειστικό χειρισμό της αγωγής και/ή της απαίτησης του Παναγιώτη. Οι σχετικές λεπτομέρειες εκτίθενται στην παράγραφο 17 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και θα αναφερθώ σ’ αυτές αργότερα.

 

Εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγόμενων και/ή παράβασης καθηκόντων και/ή των όρων του ασφαλιστηρίου, οι ενάγοντες βρέθηκαν υπόλογοι και/ή κατέβαλαν και/ή οφείλουν να καταβάλουν στον Παναγιώτη ποσό €143.168,95, πλέον τόκους από 7/10/2015.

 

Κατά ή περί την 1/3/2019 και ενώ οι ενάγοντες είχαν μέχρι τότε καταβάλει στον Παναγιώτη ποσό €50.000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, επιπλέον του ποσού που κατέβαλαν οι εναγόμενοι, κατόπιν πιέσεων και/ή μέτρων εκτέλεσης της απόφασης από πλευράς του Παναγιώτη, κατέλεξαν μαζί του σε συμφωνία διακανονισμού του χρέους, το υπόλοιπο του οποίου μέχρι και την ημερομηνία αυτή, ήταν €127.763,45. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, θα του κατέβαλλαν επιπλέον των ποσών που του είχαν ήδη καταβάλει, το ποσό των €125.000, το οποίο του κατέβαλαν με 4 επιταγές, την 1/3/2019, 1/6/2019 και 1/12/2019, με αποτέλεσμα να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των €175.000.

 

Με την επιστολή των δικηγόρων τους προς του εναγόμενους, ημερομηνίας 20/11/2014 κατέστησαν τους εναγόμενους αποκλειστικά υπεύθυνους για οποιαδήποτε ποσά οφείλονταν και/ή καταβάλλονταν στον Παναγιώτη και τους κάλεσαν να καταβάλουν στους ίδιους και/ή κατευθείαν στον Παναγιώτη, ολόκληρο το ποσό της απόφασης στην αγωγή, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, καθώς και των εξόδων της έφεσης. Οι εναγόμενοι αμέλησαν και/ή παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν.

 

Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων το ποσό των €175.000 (ανωτέρω), γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητέες αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα.

 

Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους αρνούνται όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόμενων και ισχυρίζονται τα εξής:

 

Στο πλαίσιο της αγωγής και/ή της απόφασης σ’ αυτή κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €85.469,86 στο οποίο συμπεριέλαβαν, πέραν του μέρους του επιδικασθέντος ποσού προς τον Παναγιώτη και τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου των εναγόντων καθώς και του δικηγόρου του Παναγιώτη στην αγωγή και την έφεση.

 

Αρνούνται όσα τους αποδίδουν οι ενάγοντες με την παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης, ως αποτελούντα αμέλεια και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους και/ή καθηκόντων επιμέλειας κ.ο.κ., απορρίπτουν τις σχετικές λεπτομέρειες που εκτίθενται στην ίδια παράγραφο και ισχυρίζονται τα εξής: πρώτο, η υποχρέωση κάλυψης εκ μέρους τους περιορίζεται στο ποσό ασφάλισης που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο και βάσει αυτού, οι ίδιοι καταβάλλουν το ανάλογο ποσό κάλυψης. Δεύτερο, ουδεμία αμέλεια επέδειξαν με το να μην αποδεχθούν συμβιβαστικές προτάσεις από την άλλη πλευρά. Τρίτο, ο συμβιβασμός ή μη, κάποιας υπόθεσης που αφορά ασφαλιζόμενο χρειάζεται την αποδοχή τους σαν ασφαλιστών, αν το ποσό είναι εντός της ασφαλιστικής κάλυψης. Τέταρτο, βάσει του ασφαλιστηρίου, η υποχρέωσή τους είναι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί από το Δικαστήριο μέχρι του ποσού που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο και όχι να δεσμεύονται και να αποζημιώνουν, βάσει συμβιβαστικών προτάσεων που τους γίνονται. Πέμπτο, ο κάθε ασφαλιζόμενος έχει απόλυτο δικαίωμα να διορίσει επιπρόσθετο δικηγόρο της επιλογής του από αυτό που διόρισαν οι ασφαλιστές και στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες, για να τον αντιπροσωπεύσει για τυχόν απαίτηση που υπερβαίνει το ποσό κάλυψης, κάτι που οι ενάγοντες δεν έπραξαν ή επέλεξαν να πράξουν. Έκτο, οι ενάγοντες, είχαν το δικαίωμα να αυξήσουν την κάλυψή τους, όποτε το επιθυμούν με την καταβολή αυξημένου ποσού, κάτι που δεν έπραξαν. Έβδομο, εν πάση περιπτώσει, οι ίδιοι, ουδεμία αμέλεια επέδειξαν αφού έλαβαν σχετική νομική συμβουλή προτού απορρίψουν τη σχετική συμβιβαστική πρόταση που τους είχε τεθεί.

 

Αρνούνται ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των €175.000 (ως ανωτέρω) και ισχυρίζονται ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως και ενήργησαν βάσει των δικαιωμάτων και εξουσιών και/ή καθηκόντων τους, ως αναγράφονται στο ασφαλιστήριο. Ουδείς όρος του ασφαλιστηρίου τούς υποχρεώνει να αποδέχονται οποιοδήποτε συμβιβασμό επιθυμεί ο ασφαλισμένος και η αποδοχή ή όχι οποιασδήποτε συμβιβαστικής πρότασης εναπόκειται στην απόλυτη κρίση τους σε περίπτωση που αυτή είναι μέσα στο όρια του ασφαλιζόμενου ποσού και σε περίπτωση που το προτεινόμενο ποσό είναι μεγαλύτερο, με τη συναίνεση του ασφαλισμένου (σχετικός ο όρος 3).

 

Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω είναι τα εξής: πρώτο, κατά πόσο, με βάση το ασφαλιστήριο, στο όριο ευθύνης των εναγόμενων περιλαμβάνονται και τα δικηγορικά έξοδα των εναγόντων και του Παναγιώτη, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση κατά της απόφασης στην αγωγή, και δεύτερο, εάν, για το γεγονός ότι οι ενάγοντες κλήθηκαν να καταβάλουν και κατέβαλαν στον Παναγιώτη το επιπλέον ποσό των €175.000, δυνάμει της απόφασης στην αγωγή, πέραν του συνολικού ποσού των €85.469,86 που κατέβαλαν οι εναγόμενοι σε διάφορα πρόσωπα, δυνάμει της ίδιας απόφασης, ευθύνονται οι εναγόμενοι σύμφωνα με όσα τους αποδίδονται δικογραφικά από τους ενάγοντες (ως ανωτέρω). Ακόμη ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να επιλύσω, το οποίο προέκυψε κατά την ακρόαση της υπόθεσης αφορά στην αποδεικτική αξία του τεκμηρίου 27.   

 

Ο Σάββας Ζαφείρης (Μ.Ε.1) και η Μαρία Σταύρου (Μ.Ε.2) είναι οι δυο μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων. Για την υπόθεση των εναγόμενων, μαρτυρία δόθηκε μόνο από το Στέλιο Γεωργαλλίδη.

 

Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες, ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Αυτονόητο πως, η μαρτυρία κάθε μάρτυρα, θα ιδωθεί και αξιολογηθεί ενταγμένη στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με το αντίστοιχο - κατά περίπτωση - μέρος της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης.

 

Ακόμη λαμβάνω υπόψη τ’ ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με τη Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391, όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.»

 

Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816:

 

«Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.»

 

Όπως αναφέρεται  συναφώς στην Akil  (ανωτέρω):          

 

«Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.»

 

Προστίθενται και τα εξής:

 

Σύμφωνα με τη Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836:

 

«Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους (1990) 1 Α.Α.Δ.):

 

«Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του.  Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής».

 

 

Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη (2010) 1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ’’ Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd (2010) 1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά (2010) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541 ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση.

 

Καθόλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd (2017) 1Α Α.Α.Δ 323:

 

«Ως προς την αρχή που διέπει το θέμα των δικογράφων, όπως τέθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μιχαλάκη Σ. Σχίζα ν. Μάριου Αδάμου κ.ά. Πολ. Έφ. 7/2011 ημερ. 3.11.2016«δεν χρεάζεται να λεχθούν πολλά. Αρκεί η παραπομπή στην κλασική και γλαφυρή διατύπωση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Βασιλειάδη στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 CLR 180: Η δίκη διατρέχει την πορεία επί των γραμμών που οριοθέτησε η δικογραφία, όπως το τρένο κινείται κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Όπως δε αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1 ΑΑΔ 1522,  έχει «.νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και τούτο για να διασφαλίζεται το δικαίωμα ενός διαδίκου να απαντά στους ισχυρισμούς και στις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικος του.»»

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   

Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ισχυρισμοί μάρτυρα, χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη επηρεάζουν την αξιοπιστία του, ενώ σύμφωνα με τη  Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 1153, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται, ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης, να αναφερθεί και να αξιολογήσει μαρτυρία με αναφορά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα (βλ. και την Κ.Α. ν. Δ.Κ. (2005) 1 (Α) Α.Α.Δ. 527).

 

 

Ο Σάββας Ζαφείρης (Μ.Ε.1) είναι ο υπεύθυνος λογιστηρίου των εναγόντων. Η μαρτυρία του περικλείεται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμ. 1), την οποία παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στο ίδιο στάδιο παρουσίασε και διάφορα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Αντεξεταζόμενος, απάντησε σε σημαντικό ερωτήσεων και σε μερικές υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί για πλείστα όσα αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, σε σημαντικό βαθμό αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Στο βαθμό δε που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, αυτό έγινε, εν μέρει σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόμενων. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα:

 

Κάποια στιγμή υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι είναι οι ενάγοντες που πρότειναν το διορισμό του κ. Αριστείδου για να ενεργήσει ως δικηγόρος τους στην εναντίον τους αγωγή του Παναγιώτη. Ωστόσο, οι εναγόμενοι, δικογραφικά παραδέχονται την παράγραφο 8 της τροποποιημένες έκθεσης απαίτησης, με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αφού ειδοποίησαν τους εναγόμενους για την καταχώρηση της αγωγής, αυτοί στη συνέχεια ανέλαβαν το χειρισμό της υπόθεσης με το διορισμό δικηγόρου, χωρίς να ισχυρίζονται ότι είναι οι ενάγοντες που τους είχαν προτείνει το δικηγόρο.

 

Εκκρεμούσης της αγωγής, ο δικηγόρος, κ. Κωνσταντίνος Αριστείδου, με την επιστολή του, ημερομηνίας 1/12/2008 (τεκμ. 4), απαντώντας στην επιστολή του δικηγόρου του Παναγιώτη, ημερομηνίας 27/11/2008 τον παρακαλεί να σημειώσει ότι είναι έτοιμος να συστήσει στους πελάτες του την εξ συμφώνου δήλωση των ποσών που αναφέρονται στη συνέχεια στην επιστολή, σε σχέση με τις αποζημιώσεις. Η επιστολή (τεκμ. 4) παρουσιάστηκε από το μάρτυρα στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του και όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του, οι ενάγοντες αποδέχονταν την πρόταση, εφόσον είχε τη σύμφωνη γνώμη του ειδικού επί του θέματος, δηλαδή, του κ. Αριστείδου.

 

Κάποια στιγμή, ο κ. Κουκούνης ρώτησε το μάρτυρα να πει εάν συμφωνεί μαζί του ότι δεν έχει να παρουσιάσει κανένα έγγραφο που να δείχνει πώς τοποθετούνται οι ενάγοντες σε σχέση με την επιστολή (τεκμ. 4). Να πω απλώς, ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων της παραγράφου 9 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ότι η πλευρά του εργοδοτούμενου, δηλαδή του Παναγιώτη και/ή των εναγόντων αποδεχόταν και/ή αντίκρυζε θετικά την πρόταση που περιλαμβάνεται στην επιστολή (τεκμ. 4), δικογραφικά επίσης είναι παραδεκτός από τους εναγόμενους. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό τους της παραγράφου 10 ότι οι εναγόμενοι με σχετική ηλεκτρονική επιστολή τους, ημερομηνίας 8/12/2008 προς το δικηγόρο, τον ενημέρωσαν ότι δε συμφωνούν και/ή απορρίπτουν την πιο πάνω πρότασή του και τον κάλεσαν να προχωρήσει σε εκδίκαση της αγωγής, τόσο όσον αφορά το ποσοστό της ευθύνης όσο και αναφορικά με το ποσό των αποζημιώσεων.

 

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ερώτηση του κ. Κουκούνη προς το μάρτυρα, εάν είναι οι ενάγοντες που χειρίστηκαν την έφεση με το νομικό σύμβουλό τους. Να πω και πάλι, ότι μια από τις παραγράφους της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης την οποία οι εναγόμενοι παραδέχονται με την παράγραφο 1 της υπεράσπισής τους, είναι η παράγραφος 12. Με την οποία, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η έφεση καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων. Να πω ακόμη, ότι - και αυτό αφορά το χειρισμό, τόσο της αγωγής όσο και της έφεσης κατά της απόφασης στην αγωγή - όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω), ένας από τους βασικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων είναι ότι ο κάθε ασφαλιζόμενος έχει απόλυτο δικαίωμα να διορίσει επιπρόσθετο δικηγόρο της επιλογής του από αυτό που διόρισαν οι ασφαλιστές για να τον αντιπροσωπεύσει για τυχόν απαίτηση που υπερβαίνει το ποσό κάλυψης, κάτι που οι ενάγοντες δεν έπραξαν ή επέλεξαν να πράξουν. Εν πάση περιπτώσει, όπως θα φανεί σε κατοπινό στάδιο, το ποιος χειρίστηκε την έφεση, ελάχιστη έως καθόλου σημασία έχει.

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους η μαρτυρία του υπό κρίση μάρτυρα, επί της ουσίας γίνεται συνολικά αποδεκτή.

 

Η Μαρία Σταύρου (Μ.Ε.2) εργάζεται στους ενάγοντες, ως γραμματέας και βοηθός λογιστηρίου. Όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή της (τεκμ. 18) - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης -, μέρος των καθηκόντων της είναι η παραλαβή, διανομή και αρχειοθέτηση εγγράφων στο γραφείο. Περί τις 20/10/2014 παρέλαβε στο φαξ της εταιρείας από το δικηγορικό γραφείο, Δημόκριτος Αριστείδου και Σια ΔΕΠΕ, ένα αντίγραφο email, ημερομηνίας 8 Δεκεμβρίου 2008, το οποίο, όπως φαινόταν στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που αναγράφονταν στάλθηκε από το δικηγόρο κ. Κωνσταντίνο Αριστείδου στην κα Κυπρούλλα Παπέττα και έφερε στον τίτλο του τον αριθμό της αγωγής 5530/04. Ο κ. Σάββας Ζαφείρη (Μ.Ε.1) της ανάφερε ότι ήταν έγγραφο που περίμενε από τον κ. Αριστείδου το οποίο είχε στείλει ο τελευταίος στο Γενικό Διευθυντή των εναγόμενων.

 

Πρόκειται για το τεκμήριο 19 η εν λόγω επιστολή/email - στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ αργότερα - και η μάρτυρας, κατά τη σύντομη αντεξέτασή της αμφισβητήθηκε απλώς σε σχέση με τις περιστάσεις εντοπισμού του και όχι για την ύπαρξή του.

 

Η ουσία της μαρτυρίας της υπό αναφορά έγκειται στην παρουσίαση του παραπάνω εγγράφου. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι - για να επαναλάβω - οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη του συγκεκριμένου εγγράφου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή.

 

Ο Γενικός Διευθυντής των εναγόμενων, Στέλιος Γεωργαλλίδης είναι και ο μόνος που έδωσε μαρτυρία για την υπόθεσή τους. Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμ. 20), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης.

 

Παρεμβάλλεται ότι σημαντικό μέρος της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, μετά από ένσταση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων, με τη σχετική ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 15/5/2025, για λόγους που αναφέρονται - κατά περίπτωση - κρίθηκε ότι αποτελεί απαράδεκτη μαρτυρία, η οποία δε θα ληφθεί υπόψη.

 

Με κάθε σεβασμό προς το μάρτυρα, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του, δεν είναι θετική. Και τούτο, επειδή σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του - μεταξύ άλλων - συντίθεται από ισχυρισμούς οι οποίοι, είτε δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων είτε είναι σε αντίθεση με αυτούς, είτε τέλος είναι εντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα. Ακόμη, αρκετοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων, είτε δεν τέθηκαν στον υπεύθυνο του λογιστηρίου των εναγόντων για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει.

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους, το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που αποδέχομαι είναι αυτό που συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτό δε περικλείει ισχυρισμούς του, οι οποίοι συνάδουν με το περιεχόμενο, άλλης, αξιόπιστης και αποδεκτής μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και γραπτής μαρτυρίας, είτε ακόμη που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε τέλος, οι οποίοι παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι.

 

Για παράδειγμα δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, οι εναγόμενοι κατέβαλαν σε διάφορα πρόσωπα τα ποσά που αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του, τα οποία συμποσούνται στο συνολικό ποσό των 85.469,86. Ότι αυτό αποτελεί γεγονός, το δήλωσε ρητά και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια δέχομαι τη μαρτυρία του συναφώς και με το πρώτο επίδικο θέμα της υπόθεσης.

 

Τα παραδείγματα που θα παραθέσω στη συνέχεια, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά, ως μάρτυρα, στο βαθμό που δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω. Όσα ακολουθούν είναι από τη γραπτή δήλωσή του:

 

Όπως αναφέρει στην παράγραφο 10(α), οι ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους είχαν καταχωρήσει έφεση και αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, την οποία αίτηση και έφεση χειρίζονταν μόνοι τους, χωρίς την εμπλοκή των εναγόμενων.

 

 

 

Όπως θα διαφανεί κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, ουδεμία σημασία έχει για την επίλυση του δεύτερου και πιο σημαντικού επίδικου θέματος της υπόθεσης, είτε η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή είτε η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ίδιας απόφασης που είχαν καταχωρήσει οι ενάγοντες, ενώ ο μάρτυρας δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν και ιδιαίτερα, χειρίζονταν μόνοι τους την έφεση, χωρίς την εμπλοκή των εναγόμενων, τη στιγμή που οι εναγόμενοι, δικογραφικά παραδέχονται τον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι η έφεση καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών τους.

 

Ο μάρτυρας, στις παραγράφους 14 και 15 της γραπτής δήλωσής του αναφέρει τα εξής:

 

Αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι δήθεν, εξαιτίας της απόρριψης μιας σκέψης και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, κοινοποίησης της σκέψης του κ. Αριστείδου να δηλωθούν οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, οι εναγόμενοι (προφανώς εννοεί τους ενάγοντες, που ήταν εναγόμενοι στην αγωγή) υπέστησαν ζημιές, αφού, βάσει του όρου 3 του ασφαλιστηρίου συμφώνησαν ότι τον απόλυτο έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας, περιλαμβανομένου και του αν θα διευθετείτο ή όχι η απαίτηση εναντίον των εναγόντων, είχε η Ασφαλιστική. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της Ασφαλιστικής να μην αποδεχθεί αυτή τη σκέψη του κ. Αριστείδου να προωθηθεί περαιτέρω κατά το χρόνο λήψης της, λήφθηκε με επιμέλεια και βασίστηκε σε όλα τα δεδομένα, έγγραφα και πληροφορίες που οι ενάγοντες παρείχαν προς την Ασφαλιστική, περιλαμβανομένων και των γεγονότων του επίδικου ατυχήματος, τις συμβουλές των εμπειρογνωμόνων ιατρών και ειδικών περί θεμάτων ασφάλειας και υγείας, ως επίσης και των δικηγόρων των εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε συμβούλευσαν ή προειδοποίησαν την Ασφαλιστική ότι η απαίτηση θα υπερέβαινε του ποσού των £50.000 ή ότι οι ενάγοντες θα υπείχαν μεγάλου ή αποκλειστικού βαθμού ευθύνης. Αντίθετα, όπως φαίνεται και από την πρωτόδικη απόφαση, αλλά και την έφεση που οι ίδιοι προώθησαν, χωρίς εμπλοκή της Ασφαλιστικής, οι ενάγοντες και οι δικηγόροι, Δημόκριτος Αριστείδου & Σία δε συμφωνούσαν με την απαίτηση εναντίον τους, ούτε με τον καταλογισμό ευθύνης σε βάρος τους, ούτε και με το ύψος των αξιούμενων γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.

 

Η θέση μου για την έφεση αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Απ’ εκεί και πέρα, το περιεχόμενο τεσσάρων μόνο εγγράφων από τη σωρεία εγγράφων που έχουν κατατεθεί κατά τη δίκη, καταρρίπτει όλους τους παραπάνω ουσιώδεις ισχυρισμούς του μάρτυρα και κυρίως, τον ισχυρισμό του ότι η απόφαση της Ασφαλιστικής (δηλαδή των εναγόμενων) να μην αποδεχθεί τη «σκέψη» του κ. Αριστείδου λήφθηκε με επιμέλεια και βασίστηκε - μεταξύ άλλων και - στις συμβουλές των δικηγόρων των εναγόντων. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι οι  ενάγοντες και οι δικηγόροι, Δημόκριτος Αριστείδου & Σία δε συμφωνούσαν με την απαίτηση εναντίον τους, ούτε και με το ύψος των αξιούμενων γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.

 

Οι ενάγοντες, δικογραφικά  - για να επαναλάβω - ισχυρίζονται τα εξής, τα οποία οι εναγόμενοι, δικογραφικά επίσης παραδέχονται:

 

Κατόπιν διαπραγματεύσεων και/ή συζητήσεων μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων στην αγωγή και/ή με τη διαμεσολάβηση και/ή παρότρυνση και/ή σύμφωνη γνώμη του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος, με επιστολή του προς το δικηγόρο του Παναγιώτη, ημερομηνίας 1/12/2008, την οποία κοινοποίησε στους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση υπόβαλε πρόταση για συμβιβασμό της αγωγής και/ή για την εκ συμφώνου δήλωση και/ή συμφωνία των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, επί πλήρους ευθύνης των εναγόντων για το ατύχημα, για το συνολικό ποσό των €66.191, την οποία η πλευρά του Παναγιώτη και/ή των εναγόντων αποδέχονταν και/ή αντίκρυζαν θετικά.

 

Οι εναγόμενοι, με επιστολή τους προς το δικηγόρο, ημερομηνίας 8/12/2008 τον ενημέρωσαν ότι δε συμφωνούν και/ή απορρίπτουν την πρόταση και τον κάλεσαν να προχωρήσει σε εκδίκαση της αγωγής, τόσο όσον αφορά το ποσοστό της ευθύνης όσο και για το ποσό των αποζημιώσεων.

 

 

 

Ας δούμε και τι προκύπτει από το περιεχόμενο των σχετικών - με τα παραπάνω - εγγράφων και πόσο συνάδει με αυτά που αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή δήλωσή του.

 

Ο δικηγόρος του Παναγιώτη στην αγωγή, με την επιστολή του στο δικηγόρο των εναγόμενων - εναγόντων στην παρούσα αγωγή -, ημερομηνίας 27/11/2008 (τεκμ. 3) αναφέρει τα εξής:

 

«Προετοιμάζοντας την ακρόαση της πιο πάνω υπόθεσης μελέτησα ξανά την επιστολή σας ημερομηνίας 01/02/08 καθώς και την απαντητική μου επιστολή της 13ης 02/08 για την προσπάθεια εξεύρεσης μιας κοινής θέσης για τα θέματα των αποζημιώσεων. Ενόψει του ότι πλησιάζει η ημέρα της ακρόασης, θα ήθελα να σε παρακαλέσω όπως μας παραθέσεις τις τελικές σου θέσεις για τις ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία.»

 

Η εν λόγω επιστολή έτυχε απάντησης από τους δικηγόρους των εναγόμενων, ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ & ΣΙΑ και συγκεκριμένα, με την επιστολή του δικηγόρου, Κωνσταντίνου Αριστείδου, ημερομηνίας 1/12/2008 (τεκμ. 4), η οποία κοινοποιήθηκε και στους εναγόμενους στην παρούσα αγωγή. Σ’ αυτή, ο κ. Αριστείδου, αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων:

 

«… παρακαλώ σημειώστε ότι είμαι έτοιμος να συστήσω στους πελάτες μου την εκ συμφώνου δήλωση των πιο κάτω σε σχέση με τις αποζημιώσεις:

 

  1. €2.264:- Ιατρικά έξοδα
  2. €167:- Φαρμακευτικά Έξοδα
  3. €8.760:- Απώλεια μισθών
  4. €50.000:- Γενικές αποζημιώσεις για πόνο ταλαιπωρία και τραυματισμούς
  5. €5.000:- Απώλεια Μελλοντικών απολαβών

»

 

Η αντίδραση των εναγόμενων στην πρόταση του κ. Αριστείδου, την οποία δικογραφικά αποτελεί κοινό έδαφος ότι αποδέχονταν και αντίκριζαν θετικά οι ενάγοντες και ο Παναγιώτης (βλ. την παράγραφο 9 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, την οποία οι εναγόμενοι παραδέχονται με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης) υπήρξε αποφασιστική και μάλλον, προειλημμένη.

 

Ο υπό κρίση μάρτυρας, με το τηλεομοιότυπό του προς τον κ. Αριστείδου, ημερομηνίας 8/12/2008 (τεκμ. 5) αναφέρει τα εξής:

 

«Αγαπητέ Κωνσταντίνε,

 

Αναφέρομαι στην πιο πάνω υπόθεση και σύμφωνα με τηλεφωνική επικοινωνία την οποία είχατε με το συνεργάτη μας κ. Σάββα Λαρδή στις 3/12/08, παρακαλώ σημειώστε ότι δεν συμφωνούμε με την πρόταση των €50.000 και ουδέποτε συμφωνήσαμε.

 

Δεν συμφωνούμε να δηλωθούν τα ποσά τα οποία αναφέρετε κατ ουδένα λόγο. Παράκληση μας είναι να δικαστεί τόσο το Liability όσο και το ποσό της απαίτησης.

 

»

 

Ο κ. Αριστείδου, προφανώς ενοχλημένος από το περιεχόμενο του παραπάνω μηνύματος, την ίδια κιόλας μέρα (8/12/2008) απέστειλε στο μάρτυρα ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμ. 19), στο οποίο αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων:

 

«… παρακαλώ σημειώστε ότι σε καμιά περίπτωση μεταβίβασα ως δεδομένη την σύμφωνη γνώμη σας στην άλλη πλευρά παρά μόνο ανέλαβα να προωθήσω για έγκριση προς εσάς το οτιδήποτε προκαταρκτικά έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δικηγόρων. Έχω επίσης διαπιστώσει, από την συζήτηση που είχα με τον κύριο Λαρδή, ότι επικρατεί σύγχυση σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής μου σύμφωνα με το οποίο τα ποσά που αναφέρω σε αυτήν λαμβάνουν ως δεδομένο την ευθύνη σε ποσοστό 100%, άρα όπου αναφέρω π.χ. €50.000:- σημαίνει ότι αν κριθούμε αμελής κατά 30% τότε το ποσό που θα καταβάλουμε θα είναι €15.000:-.

….

Θα πρέπει επίσης να σημειώσετε ότι υπάρχουν εκατοντάδες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τραυματισμούς παρόμοιους με τους τραυματισμούς του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και υπάρχουν προηγούμενα για το ύψος των αποζημιώσεων και το δικαστήριο πιέζει πολύ να δηλώνονται ως παραδεκτά από κοινού θέματα όπως οι αποζημιώσεις ούτως ώστε να εκδικάζονταν μόνο τα πραγματικά θέματα διαφωνίας.

 

 

Η στάση σας να επιμένετε στην εκδίκαση όλων των θεμάτων, αν και σεβαστή, δεν με βρίσκει σύμφωνο γιατί εκ των προτέρων γνωρίζουμε το ύψος των αποζημιώσεων ….

 

Πέραν των πιο πάνω θεωρώ ότι εξουσιοδοτώντας κάποιο δικηγόρο να χειριστεί την απαίτηση και να υπερασπιστεί τα συμφέροντα σας νοείται ότι θα πρέπει να δείχνετε και τον ανάλογο σεβασμό στις εισηγήσεις του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αβίαστα και πάντοτε θα κάνετε δεχτές τις εισηγήσεις του δικηγόρου.»

 

Από το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων καταρρίπτονται στο σύνολό τους οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα. Ενώ ο δικηγόρος, κ. Αριστείδου είχε υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση για σκοπούς συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της αγωγής, αναφορικά με το θέμα των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, ο μάρτυρας, στη γραπτή δήλωσή του αποκαλεί την εν λόγω πρόταση, απλή σκέψη, την οποία ο κ. Αριστείδου,  απλώς είχε κοινοποιήσει στους εναγόμενους. Και ενώ ο κ. Αριστείδου, με την επιστολή του (τεκμ. 19) προκειμένου να αιτιολογήσει την πρότασή του και ότι αυτή τον εξέφραζε και ως δικηγόρο, που είναι ο πλέον ειδικός συναφώς με το θέμα, επικαλέστηκε εκατοντάδες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και προηγούμενα, αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, ο μάρτυρας, στη γραπτή δήλωσή του ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες και οι δικηγόροι τους, Δημόκριτος Αριστείδου & Σία δε συμφωνούσαν με το ύψος των αξιούμενων γενικών και ειδικών αποζημιώσεων. Και όχι μόνο αυτό, καθώς ο κ. Αριστείδου, με το ίδιο μήνυμά του, διατυπώνοντας τη διαφωνία του για τη στάση του μάρτυρα και κατ’ επέκταση των εναγόμενων, το άλλο που αναφέρει είναι ότι «…εκ των προτέρων γνωρίζουμε το ύψος των αποζημιώσεων…»

 

Εν πάση περιπτώσει, η αλήθεια είναι ό,τι απορρέει από το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, το οποίο - για να επαναλάβω - δικογραφικά αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, όπως επίσης αποτελεί αλήθεια ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο μάρτυρας απέρριψε την πρόταση/εισήγηση του κ. Αριστείδου, είναι αυτός τον οποίο αναφέρει στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσής του. Συγκεκριμένα, επειδή, όπως είναι η θέση του, οι ενάγοντες, βάσει του όρου 3 του ασφαλιστηρίου συμφώνησαν ότι τον απόλυτο έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας, περιλαμβανομένου και του αν θα διευθετείτο ή όχι η εναντίον τους απαίτηση, είχε η Ασφαλιστική.

 

Ότι ο μάρτυρας, όχι απλώς απέρριψε την πρόταση του κ. Αριστείδου, αλλά, ούτε να ακούσει γι’ αυτή ήθελε καταφαίνεται και από το γεγονός ότι με το ηλεκτρονικό μήνυμά του προς τον κ. Αριστείδου, δεν του δηλώνει απλώς ότι οι εναγόμενοι δε συμφωνούν με την πρόταση των €50.000, αλλά και ότι ουδέποτε συμφωνήσαν, που με απλά λόγια σημαίνει ότι το συγκεκριμένο ποσό θα πρέπει μάλλον τους είχε προταθεί και προηγουμένως και δεν το δέχθηκαν.

 

Για το ίδιο θέμα, ο μάρτυρας, στις παραγράφους 27 και 28 της γραπτής δήλωσής του αναφέρει τα εξής:

 

Την 1/12/2008 και προτού ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής, χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως οποιαδήποτε νομική και τεκμηριωμένη γνωμάτευση από τον κ. Αριστείδου, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε προηγούμενη συζήτηση ή διαβούλευση μαζί τους και χωρίς να παρέχουν την προηγούμενη εξουσιοδότησή τους, ο κ. Αριστείδου απέστειλε στο δικηγόρο του Παναγιώτη, κ. Μελά, τις σκέψεις του για να δηλωθούν κάποιες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Όταν εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν για την εν λόγω επικοινωνία επικοινώνησαν με τον κ. Αριστείδου και του ανάφεραν ότι αυτές οι σκέψεις του δεν είναι αποδεκτές. Το σκεπτικό τους βασίστηκε στο γεγονός ότι οι εν λόγω σκέψεις του δεν εδράζονταν επί οποιασδήποτε τεκμηριωμένης γνωμάτευσης, δε συμβάδιζαν με τις νομικές και ιατρικές συμβουλές που είχαν λάβει.

 

Η επιμονή του μάρτυρα να αποκαλεί σκέψεις την πολύ συγκεκριμένη πρόταση/εισήγηση που είχε υποβάλει ο κ. Αριστείδου στο συνάδελφό του, ο οποίος εκπροσωπούσε τον Παναγιώτη στην αγωγή, ασφαλώς δεν μπορεί να μετατρέψει την πρόταση/εισήγηση σε σκέψη ή σκέψεις. Αυτό και για τον επιπλέον λόγο, ότι, ενώ ο λόγος για τον οποίο αποκαλεί την πρόταση, σκέψεις είναι για να υποβαθμίσει τη σημασία, βαρύτητα και αξία που ενέχει αυτή για την παρούσα υπόθεση, ακόμη και ο ίδιος, με το ηλεκτρονικό μήνυμά τους προς τον κ. Αριστείδου αναφέρεται σε πρόταση των €50.000 και όχι σε σκέψη ή σκέψεις. Απ’ εκεί και πέρα, εάν, είτε ο μάρτυρας είτε οι εναγόμενοι ήθελαν τεκμηριωμένη γνωμάτευση από τον κ. Αριστείδου αναφορικά με την πρόταση που είχε υποβάλει, διερωτώμαι: γιατί ο μάρτυρας περιορίστηκε απλώς στον να απορρίψει την πρόταση και δε ζήτησε από τον κ. Αριστείδου να την τεκμηριώσει με γνωμάτευση; Ιδιαίτερα, μετά που ο τελευταίος τού απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμ. 19) με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Τέλος, τίθεται και το ερώτημα, πώς μπορεί ο μάρτυρας να ισχυρίζεται ότι το σκεπτικό τους να απορρίψουν την πρόταση, βασίστηκε και στο γεγονός ότι αυτή δε συμβάδιζε με τις νομικές συμβουλές που είχαν λάβει τη στιγμή που ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση, τον οποίο αυτοί είχαν διορίσει ήταν ο κ. Αριστείδου, ο οποίος τους είχε υποβάλει την πρόταση;

 

Να πω απλώς, ότι ο μάρτυρας πρόβαλε τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς και με τη δια ζώσης μαρτυρία του στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, καθώς και αντεξεταζόμενος.

 

Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του.

 

Ερωτηθείς εάν συμφωνεί ότι εκκρεμούσης της αγωγής, καθ’ όλη τη διάρκειά της, οι εναγόμενοι είχαν τον απόλυτο έλεγχο και αποφάσιζαν αναφορικά με την πορεία της αγωγής, όπως είπε απαντώντας, η Ασφαλιστική, βάσει του ασφαλιστηρίου είχε τον κυριότερο έλεγχο της υπόθεσης και σε συνεννόηση και συνεργασία μαζί με το δικηγόρο, ο οποίος είχε διοριστεί και ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση ήταν ο Κωνσταντίνος Αριστείδου, ο οποίος «…εν τζιαι ήταν τυχαίος, εν τζιαι εν ένας ουρονακατέβατος τυχαίος δικηγόρος για λογαριασμό των εναγόντων, ήταν ο νομικός τους σύμβουλος. Ήταν αυτοί που μας είπαν να … μας πρότειναν να το διορίσουμε και συμφωνήσαμε. Ήταν ο νομικός τους σύμβουλος.»

 

Μολονότι ο μάρτυρας, απαντώντας στην επόμενη ερώτηση παραδέχθηκε ότι ο κ. Αριστείδου χειρίστηκε και άλλες υποθέσεις των εναγόμενων, τόσο προηγουμένως όσο και μεταγενέστερα, για ό,τι μας ενδιαφέρει η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής:

 

Καταρχάς, οι εναγόμενοι δέχονται το δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόντων ότι αυτοί ανέλαβαν το χειρισμό της αγωγής με το διορισμό δικηγόρου, χωρίς να ισχυρίζονται ότι τους τον είχαν προτείνει οι ενάγοντες. Όμως και να συνέβη αυτό, σημασία έχει ποιος έδινε οδηγίες στο δικηγόρο και σε ποιο λογοδοτούσε αυτός και κυρίως, ποιος είχε την ευθύνη χειρισμού της υπόθεσης και λήψης αποφάσεων σε σχέση με αυτή. Την απάντηση την δίνει ο μάρτυρας στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσής του, ο οποίος, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού των εναγόντων ότι εξαιτίας της απόρριψης της πρότασης που τους είχε γίνει από τον κ. Αριστείδου υπέστησαν ζημιές, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες, με βάση τον όρο 3 του ασφαλιστηρίου συμφώνησαν ότι τον απόλυτο έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας, περιλαμβανομένου και του αν θα διευθετείτο ή όχι η απαίτηση εναντίον τους, είχε η Ασφαλιστική. Δηλαδή οι εναγόμενοι.

 

Ο όρος 3 τους ασφαλιστηρίου στο μέρος «Όροι σε σχέση με Απαιτήσεις» ακολουθεί αυτούσιος:

 

«Διαδικασία σε σχέση με Απαιτήσεις.

 

Ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του δεν θα προβαίνει σε παραδοχή, προσφορά, υπόσχεση ή πληρωμή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας. Η Εταιρεία δικαιούται να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους του Ασφαλισμένου την υπεράσπιση ή το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους του Ασφαλισμένου για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση και η Εταιρεία θα έχει απόλυτη διακριτική ευχέρεια σε σχέση με τη διεξαγωγή οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης. Ο Ασφαλισμένος θα παρέχει όλη τη βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί και θα επιτρέπει τη χρήση του ονόματός του.»

 

Από το περιεχόμενο του πιο πάνω όρου, οι ρόλοι τόσο της ασφαλιστικής εταιρείας όσο και του ασφαλισμένου σε σχέση με το χειρισμό μιας απαίτησης και στην προκειμένη περίπτωση, της αγωγής είναι και σαφείς και διακριτοί. Ο συγκεκριμένος όρος παρέχει στον ασφαλιστή το απόλυτο δικαίωμα χειρισμού της αγωγής, σ’ όλα της στάδιά της και καθιστά τον ασφαλισμένο, απολύτως υπόχρεο παροχής βοήθειας στον ασφαλιστή.

 

Όμως τίθεται και το ερώτημα, αφού ο κ. Αριστείδου, όπως είπε ο μάρτυρας - και δεν έχω λόγω να τον αμφισβητώ - ούτε τυχαίος μα ούτε και  ουρονακατέβατος δικηγόρος ήταν, τότε, γιατί ο ίδιος απαξίωσε την επίμαχη πρόταση που ο κ. Αριστείδου είχε υποβάλει - μέσω του - στους εναγόμενους;   

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία της κρίσης μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όσων κατέθεσαν ως μάρτυρες στην υπόθεση, τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, πέραν όσων αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) ως αποτελούνται κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, είναι τα εξής:

 

Μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή, δυνάμει αυτής, οι εναγόμενοι  μέχρι και τις 27/3/2013 κατέβαλαν σε διάφορα πρόσωπα το συνολικό ποσό των €85.469,86.

 

Οι νυν δικηγόροι των εναγόντων με την επιστολή τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 20/11/2014 (τεκμ. 8), αφού αναφέρονται στο ιστορικό της αγωγής που οδήγησε στην έκδοση απόφασης, ημερομηνίας 21/10/2009 - η οποία είχε επικυρωθεί κατ’ έφεση -, με ειδική αναφορά ότι εάν οι εναγόμενοι αποδέχονταν την πρόταση που τους είχε υποβληθεί από τον κ. Αριστείδου, τότε, ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης θα ήταν μικρότερο από το μέγιστο ποσό κάλυψης που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο, ακολούθως, για λόγους που αναφέρουν, τους κατέστησαν αποκλειστικά υπεύθυνους για οποιοδήποτε επιπλέον ποσό θα έπρεπε να καταβληθεί στον Παναγιώτη, δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Με την τελευταία παράγραφο, τους κάλεσαν να καταβάλουν στους ενάγοντες ή απευθείας στον ενάγοντα στην αγωγή, ολόκληρο το ποσό της απόφασης, περιλαμβανομένων τόκων και εξόδων καθώς και των εξόδων της έφεσης.

 

 

Κάτι που δεν έγινε, οπότε οι ενάγοντες, υπό το βάρος της πίεσης του Παναγιώτη για λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης εναντίον τους, ουσιαστικά αναγκάστηκαν να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των €175.000, για πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή, περιλαμβανομένων τόκων και εξόδων καθώς και των εξόδων της έφεσης.

 

Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης, στο πλαίσιο της οποίας θα αναφερθούν και μερικά ακόμη γεγονότα.

 

Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) το πρώτο επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω αφορά στο κατά πόσο με βάση το ασφαλιστήριο, στο όριο ευθύνης των εναγόμενων περιλαμβάνονται και τα δικηγορικά έξοδα των εναγόντων και του Παναγιώτη, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση κατά της απόφασης στην αγωγή.

 

Δικογραφικά αποτελεί θέση των εναγόντων ότι δεν περιλαμβάνονται, ως επίσης, ότι η συμπερίληψή τους από τους εναγόμενους αποτελεί παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου εκ μέρους τους.

 

Συναφώς με το θέμα θεωρώ σχετικούς δυο όρους του ασφαλιστηρίου. Ο ένας είναι αυτός τον οποίο επικαλείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων με τη γραπτή αγόρευσή του, εις επίρρωση της παραπάνω θέσης. Έχει τίτλο «Ασφαλιστική κάλυψη.» και στο βαθμό που μας ενδιαφέρει προνοεί τα εξής:

 

«Η εταιρεία παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στον Ασφαλισμένο έναντι της νομικής του ευθύνης για καταβολή αποζημιώσεων, καθώς και των εξόδων και δαπανών του προσώπου που υποβάλλει την απαίτηση, σε σχέση με Ατύχημα…

 

Η Εταιρεία θα καταβάλλει επίσης όλα τα άλλα έξοδα και δαπάνες που διενεργούνται με τη γραπτή της συγκατάθεση.»

 

Ο άλλος όρος - που ακολουθεί ευθύς αμέσως - με τίτλο «Όρια ευθύνης.» και πάλι στο βαθμό που μας ενδιαφέρει έχει ως ακολούθως:

 

 

 

«Το ολικό ποσό που είναι πληρωτέο από την Εταιρεία ως αποζημιώσεις, περιλαμβανομένων όλων των εξόδων και δαπανών, σε σχέση με-

 

(α) Ατύχημα … που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της ισχύος του Ασφαλιστηρίου αυτού, σε κάθε ένα εργοδοτούμενο, … δεν θα υπερβαίνει το Όριο Ευθύνης για κάθε Εργοδοτούμενο, όπως καθορίζεται στον Πίνακα (Όριο Ευθύνης (α).»

 

Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των δυο αυτών όρων θεωρώ ότι δυνάμει αυτών, οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να συμπεριλάβουν στο όριο ευθύνης τους για το ατύχημα του Παναγιώτη, εκτός από το ποσό που κατέβαλαν στον ίδιο και το ποσό των δικηγορικών εξόδων των δικηγόρων και των δυο μερών, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό κατέβαλαν σε σχέση με το ατύχημα και την απαίτηση του Παναγιώτη.

 

Το επόμενο επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω αφορά στην αποδεικτική αξία του τεκμηρίου 27.

 

Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω), όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση της γραπτής δήλωσης του Γενικού Διευθυντή των εναγόμενων (τεκμ. 20), μετά από ένσταση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων, σημαντικό μέρος της γραπτής δήλωσης, με τη σχετική ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 15/5/2025 κρίθηκε ότι αποτελεί απαράδεκτη μαρτυρία, η οποία δε θα ληφθεί υπόψη.

 

Ο υπό αναφορά μάρτυρας, στην παράγραφο 10(ι) της γραπτής δήλωσής του αναφέρει τα εξής: δυνάμει του ασφαλιστηρίου και μετά από σχετική συνεννόηση, η Ασφαλιστική πλήρωσε προς τους ενάγοντες το ποσό των €16.661,10 που συνιστούσε το ποσό που υπολειπόταν του μέγιστου ποσού κάλυψης των £50.000 στο λογαριασμό που πληρώνονται χρήματα πελατών του δικηγορικού γραφείου, Δημόκριτος Αριστείδου (clients account), με επιταγή.

 

Με την απόφασή μου επί της ένστασης έκρινα ότι αυτή η πρόταση καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόμενων, οπότε και επέτρεψα την εισαγωγή της.

 

 

Ευθύς αμέσως, ο μάρτυρας, στην ίδια παράγραφο [10(ι)] αναφέρει τα εξής: «Με την πληρωμή του εν λόγω ποσού, ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος των εναγόντων υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόντων απόδειξη απαλλαγής, αφού το μέγιστο ποσό της κάλυψης είχε πλέον συμπληρωθεί.»

 

Με την ίδια ενδιάμεση απόφασή μου δεν επέτρεψα την εισαγωγή της παραπάνω πρότασης, με το αιτιολογικό, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του μάρτυρα, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης - υπό το φως και των επιδίκων θεμάτων της - είναι τόσο ουσιώδης, οπότε και θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί ειδικά. Όπως είχα αναφέρει:

 

«Κάτι που δεν έχει γίνει, επομένως, το σχετικό μέρος της εν λόγω υποπαραγράφου και όλες οι άλλες που ακολουθούν, οι οποίες είναι άμεσα σχετικές με αυτή, δεν μπορούν να προβάλλονται από το μάρτυρα, αποτελούν απαράδεκτη μαρτυρία και κατά συνέπεια, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.»

 

Στο επίμαχο έγγραφο (τεκμ. 27) - που είναι τυποποιημένο έγγραφο των εναγόμενων με τίτλο «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ» οι δικηγόροι Democritos Aristidou & Co, μεταξύ άλλων δηλώνουν τα εξής:

 

«Σε αντάλλαγμα του ποσού των €16.661,10 που πληρώθηκε από εσάς σ’ εμένα, εγώ ο, εμείς οι Democritos Aristidou Clients A/c δια της παρούσης αποδέχομαι το ως άνω ποσόν προς πλήρη ικανοποίηση και εξόφληση όλων των απαιτήσεων μου, είτε εν σχέσει με προσωπικές σωματικές βλάβες, είτε εν σχέσει με οιεσδήποτε άλλες ζημιές ή απώλειες είτε αυτές είναι εμφανείς, είτε αφανείς και/ή αυτές εκδηλωθούν στο μέλλον τις οποίες υπέστην συνεπεία ατυχήματος που συνέβηκε κατά ή περί την 10/06/2004

 

Περαιτέρω δηλώ ότι η δική μου αποδοχή του ως άνω ποσού δεν θα θεωρηθεί ως αποδοχή ευθύνης εκ μέρους σας

 

Ημερομηνία 27/03/2013» 

 

Όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του Γενικού Διευθυντή των εναγόμενων επιχειρήθηκε η κατάθεση - μέσω του - του παραπάνω εγγράφου υπήρξε ένσταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων με το αιτιολογικό ότι πρόκειται για μαρτυρία την οποία απέκλεισα με την παραπάνω ενδιάμεση απόφασή μου. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, με την απάντησή του στην ένσταση, όπως είπε - μεταξύ άλλων -, το συγκεκριμένο έγγραφο «αποτελεί εξόφληση», «αποδεικτικό εξόφλησης» «επιβεβαιώνει εξόφληση» και «Δε χρειάζετουν να δικογραφηθεί ένα αποδεικτικό εξόφλησης, είναι μαρτυρία. Αν περιέχει τζιαι κάτι άλλο, επιπρόσθετο, είναι η φύση τούτου του εγγράφου, είναι δυαδικό..»

 

Με την ενδιάμεση απόφασή μου επί της ένστασης - την οποία απέρριψα - είχα πει τα εξής:

 

«Ο μάρτυρας σήμερα καταθέτει, ως έχει κάθε δικαίωμα, περαιτέρω μαρτυρία και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα όσα ανάφερε προηγουμένως και η προσπάθεια των εναγόμενων να παρουσιάσουν το επίμαχο έγγραφο είναι για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους, όπως έχει πει και ο μάρτυρας, η οποία να πω είναι δικογραφημένη, ότι εξόφλησαν τους ενάγοντες. Είναι γεγονός, ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός αρκεί να δικογραφείται χωρίς να υπάρχει ανάγκη να δικογραφηθεί και το αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί θέση του μάρτυρα ότι το επίμαχο έγγραφο αποτελεί απόδειξη ότι εξόφλησαν του ενάγοντες. Έχω δει το έγγραφο και είναι γεγονός, ότι, αν μη τι άλλο σχετίζεται με τον εν λόγω ισχυρισμό τους. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι διαφοροποιούνται τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, επομένως δε βλέπω πλέον για ποιο λόγο μπορώ να αποκλείσω την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου.

 

Από το παραπάνω απόσπασμα είναι απολύτως ξεκάθαρος ο σκοπός για τον οποίο δέχθηκα την κατάθεση του επίμαχου εγγράφου. Τη δέχθηκα, προς απόδειξη της θέσης των εναγόμενων ότι το συγκεκριμένο έγγραφο αποβλέπει σε απόδειξη της δικογραφημένης θέσης τους ότι με την καταβολή του ποσού των €16.661,10 ξόφλησαν πλήρως τις εναντίον τους απαιτήσεις των εναγόντων και όχι και προς απόδειξη του μη δικογραφημένου ισχυρισμού του μάρτυρα τής παραγράφου 10(ι) της γραπτής δήλωσής τους (ανωτέρω) τον οποίο απέκλεισα με την ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας, 15/5/2025, με το αιτιολογικό ότι αποτελεί απαράδεκτη μαρτυρία, η οποία δε θα ληφθεί υπόψη. Ο ισχυρισμός κάποιου πως δε χρωστά κάποιο ποσό σε κάποιο άλλο, επειδή του το κατέβαλε, δηλαδή τον ξόφλησε δεν είναι το ίδιο με τον ισχυρισμό ότι δεν του χρωστά το ποσό αυτό, επειδή για κάποιο λόγο ή λόγους, αυτός που το αξιώνει δε δικαιούται να το αξιώνει.

 

Και θεώρησα ότι το επίμαχο έγγραφο καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων - παρότι αυτά που θα πω δεν αναφέρονται ρητά στην απόφασή μου - από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραγράφων 2 και 4 της υπεράσπισής τους.

 

Οι ενάγοντες, με την παράγραφο 13 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ισχυρίζονται - μεταξύ άλλων - ότι οι εναγόμενοι συμπεριέλαβαν στο συνολικό ποσό των €83.473,01 που κατέβαλαν στα πλαίσια της αγωγής και/ή της απόφασης, ημερομηνίας 21/10/2009, πέραν του επιδικασθέντος ποσού στον Παναγιώτη και τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου τους και του δικηγόρου του Παναγιώτη, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση. Οι εναγόμενοι, με την παράγραφο 2 της υπεράσπισής τους αρνούνται την παράγραφο 13 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και παραδέχονται ότι στα πλαίσια της αγωγής και/ή της απόφασης, ημερομηνίας 21/10/2009 κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €85.469,86, στο οποίο συμπεριέλαβαν, πέραν του επιδικασθέντος προς τον Παναγιώτη, ποσού και τα δικηγορικά έξοδα και των δυο δικηγόρων, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση.

 

Οι ενάγοντες, με την παράγραφο 16 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι παρέβηκαν τους όρους του ασφαλιστηρίου και με την καταβολή μικρότερου ποσού από το μέγιστο ποσό του ορίου ευθύνης. Οι εναγόμενοι, με την παράγραφο 4 της υπεράσπισής τους αρνούνται τον ισχυρισμό αυτό των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι ουδένα όρο του ασφαλιστηρίου έχουν παραβεί.

 

Με αντιπαραβολή των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών, είναι σαφές, ότι το επίμαχο έγγραφο έγινε δεκτό για σκοπούς στοιχειοθέτησης της δικογραφημένης θέσης των εναγόμενων ότι με την καταβολή του ποσού των €16.661,10 στους δικηγόρους των εναγόντων ξόφλησαν πλήρως τις εναντίον τους απαιτήσεις τους με βάση το όριο ευθύνης τους σύμφωνα με το ασφαλιστήριο.

 

 

Είναι φανερό, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν έγινε δεκτό για το σκοπό που το επικαλείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, αναλώνοντας για το σκοπό αυτό, πολύ μεγάλο μέρος τής γραπτής αγόρευσής του - έκτασης 154 σελίδων - και μάλιστα, αγνοώντας ή παραβλέποντας πλήρως την παραπάνω απάντησή του στην ένσταση για την αποδοχή του εγγράφου και το σκοπό για τον οποίο με κάλεσε να επιτρέψω την κατάθεσή του, τον οποίο, αφού αποδέχθηκα, την επέτρεψα. Σύμφωνα με τον κ. Κουκούνη και τη γραπτή αγόρευσή του (σελ. 72) «Η πλήρης εξοφλητική απόδειξη - απαλλαγή - τεκμήριο 27 εξαλείφει και εξαντλεί κάθε φερόμενο δικαίωμα των εναγόντων προς έγερση οποιασδήποτε φερόμενης απαίτησης ή αξίωσης εναντίον της Ασφαλιστικής» και όπως αναφέρει στη σελίδα 80, με αναφορά στο περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου «Η εν λόγω δήλωση και συμπεριφορά παράλληλα και ταυτόχρονα εμποδίζει τους ενάγοντες και τους κωλύει (estopped) από του να προβάλλουν και προωθούν την όποια φερόμενη απαίτηση τους

 

Το γεγονός ότι επέτρεψα την κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου, δεν εξυπακούει ότι αυτό έγινε δεκτό σε σχέση με οτιδήποτε προκύπτει από το περιεχόμενό του. Αυτό έγινε δεκτό και θα ληφθεί υπόψη, μόνο για το σκοπό για τον οποίο επέτρεψα την κατάθεσή του, τον οποίο δε χρειάζεται να επαναλάβω. Ότι αυτό είναι επιτρεπτό καταφαίνεται από το απόσπασμα από το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 66, το οποίο παραθέτει στη γραπτή αγόρευσή του ο κ. Κουκούνης, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης του (σελ. 112 και 113 της αγόρευσής του) ότι «Ενόψει του ότι η φύση του εν λόγω εγγράφου δεν περιορίζεται σε έγγραφο απαλλαγής αλλά συνιστά και έγγραφο εξόφλησης και αναγνώρισης μη ευθύνης, απουσίας δικαιώματος προς περαιτέρω απαίτηση, τα οποία καλύπτονται πλήρως από τα δικόγραφα της Υπεράσπισης και τα επίδικα θέματα της αγωγής, δεν μπορεί να διαχωριστεί και η μεν απαλλαγή να μην γίνει αποδεκτή και οι δε λοιπές δηλώσεις και παραδοχές να γίνουν

 

 

Το σχετικό απόσπασμα από το παραπάνω σύγγραμμα ακολουθεί αυτούσιο:

 

«Μαρτυρία που είναι νομικώς αποδεκτή για ένα σκοπό δεν μπορεί συνήθως να απορριφθεί επειδή θεωρείται απαράδεκτη για κάποιο άλλο σκοπό (R ν Bond (1904-7) All ER Rep 24). Αντιθέτως, από τη στιγμή που μια τέτοια μαρτυρία γίνει αποδεκτή (και εκτός εάν τούτο έγινε αυστηρώς και δεδηλωμένως για συγκεκριμένο σκοπό και μόνο), μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλους τους υπόλοιπους σχετικούς σκοπούς, αναλόγως των επίδικων γεγονότων και εκδοχών»  (δική μου η έμφαση)

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επαναλάβω ότι στην προκειμένη περίπτωση, το επίμαχο έγγραφο έγινε δεκτό, αυστηρά και δεδηλωμένα για συγκεκριμένο σκοπό και μόνο, επομένως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε άλλο σκοπό.

 

Δε μου διαφεύγει ότι η μη συμπερίληψη του κανόνα του κωλύματος στα δικόγραφα δεν αποστερεί από ένα διάδικο το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά την ακρόαση. Ωστόσο, αυτό μπορεί να γίνει νοουμένου ότι δικογραφούνται τα σχετικά γεγονότα (βλ. Υπό εκκαθάριση εταιρεία Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ, δια του εκκαθαριστού της, του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών Σπύρου Κόκκινου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ, Αρ. 201/2014), ημερ. 19/5/2022).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων, οι οποίοι, ως επί το πλείστον συνίστανται σε απλή άρνηση των αντίστοιχων δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων δεν εντοπίζω οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότων, που να αφήνει έστω να νοηθεί ότι οι εναγόμενοι κατά την ακρόαση της αγωγής, θα επικαλούνταν τον παραπάνω κανόνα κωλύματος ή αποκλεισμού.

 

Ό,τι απομένει είναι η επίλυση του δεύτερου επίδικου θέματος της υπόθεσης, το οποίο αυτή φορά θέτω υπό τύπον ερωτήματος. Είναι το εξής: για το γεγονός ότι οι ενάγοντες κλήθηκαν να καταβάλουν και κατέβαλαν στον Παναγιώτη το επιπλέον ποσό των €175.000, δυνάμει της απόφασης στην αγωγή, πέραν του συνολικού ποσού των €85.469,86 που κατέβαλαν οι εναγόμενοι σε διάφορα πρόσωπα, δυνάμει της ίδιας απόφασης, ευθύνονται οι εναγόμενοι σύμφωνα με όσα τους αποδίδονται δικογραφικά από τους ενάγοντες (ως ανωτέρω);

 

Όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων στη γραπτή αγόρευσή του, η απαίτηση των εναγόντων εδράζεται τόσο στο αστικό αδίκημα της αμέλειας όσο και ως παράβαση εξυπακουόμενου όρου της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης για υποχρέωση καθήκοντος των εναγόμενων έναντι των εναγόντων.

 

Οι σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή καθηκόντων επιμέλειας και/ή αυστηρής ευθύνης και/ή υποχρέωσης καλής πίστης και/ή χρηστών συναλλακτικών ηθών των εναγόμενων που τους αποδίδονται από τους ενάγοντες με την παράγραφο 17 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ακολουθούν αυτούσιες:

 

«Α) Παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να διευθετήσουν την αγωγή με ποσό το οποίο θα ήταν εντός του ορίου ευθύνης βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

 

Β) Παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να δηλώσουν εκ συμφώνου τα ποσά των αποζημιώσεων του εργοδοτουμένου επί πλήρους ευθύνης, ποσό το οποίο θα ήταν εντός του ορίου ευθύνης βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αποτέλεσμα το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης να επιδικάσει πολύ μεγαλύτερα και εκτός του ορίου ευθύνης ποσά αποζημιώσεων.

 

Γ) Απέτυχαν και/ή αμέλησαν να χειριστούν την αγωγή και/ή την απαίτηση του εργοδοτουμένου με τρόπο που θα προστάτευε τους Ενάγοντες.

 

Δ) Απέτυχαν να ενεργήσουν με καλή πίστη στο χειρισμό της αγωγής και της έφεσης προς όφελος των Εναγόντων.

 

Ε) Ενώ ήδη είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση η οποία υπερκάλυπτε το ποσό του ορίου ευθύνης και/ή κάλυψης προχώρησαν στην καταχώρηση έφεσης με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να επιβαρυνθούν με τόκος επιπλέον 4 ετών επί των επιδικασθέντων ποσών και το χρέος προς τον εργοδοτούμενο να διογκωθεί.

 

Στ) Έθεσαν δια της συμπεριφοράς τους, τους Ενάγοντες προ απροόπτου καταστάσεως και/ή υπόλογους σε εξ αποφάσεως χρέος το οποίο θα μπορούσε να αποφευχθεί επιδεικνύοντας δέουσα και/ή εύλογη επιμέλεια.

 

Ζ) Απέτρεψαν με τις πράξεις τους τον συμβιβασμό της αγωγής με ποσά τα οποία θα ήταν εντός του ορίου κάλυψης και/ή ευθύνης.»

 

Σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:

«Αμέλεια συvίσταται-

(α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε?  ή

(β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής:

Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.

(2) Υπoχρέωση, vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στις πιo κάτω περιπτώσεις, δηλαδή-

(ε) Πρόσωπo πoυ ασκεί με αμoιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλo πρόσωπo υπέχει τέτoια υπoχρέωση έvαvτι κάθε πρoσώπoυ, επί τoυ oπoίoυ ή επί της ιδιoκτησίας τoυ oπoίoυ ασκεί τo επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή πρoς στov oπoίo παρέχει τηv υπηρεσία.»

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις» (2003) Τόμος 2, σελ. 8 επ., η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα μπορεί να οριστεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντί του, ότι παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγοντας υπέστη ζημιά. Η έννοια του καθήκοντος ή υποχρέωσης εξυπηρετεί στον προσδιορισμό των συμφερόντων που προστατεύονται με το να καθορίζει αν το είδος της απώλειας που υφίσταται ο ενάγοντας με τον τρόπο που επεσυνέβη, είναι αγώγιμο. Η απώλεια μπορεί να προκύψει από πράξη ή παράλειψη και μπορεί να είναι και οικονομική απώλεια.

 

Σύμφωνα με τη Στρατμάρκο Λτδ. ν. Μιχαήλ (1989) 1E Α.Α.Δ. 453:

 

«Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος.

Όπως αναφέρεται στη συνέχεια στο ίδιο σύγγραμμα, οι πρόνοιες του άρθρου 51, για τις περιπτώσεις που εγείρουν την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας δεν είναι εξαντλητικές και τυγχάνει εφαρμογής περαιτέρω το αγγλικό κοινό δίκαιο. Πρόσωπα όπως, γιατροί, οδοντίατροι, δικηγόροι κ.λ.π. κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους οφείλουν να ασκούν την επιμέλεια που αναμένεται από πρόσωπα του επαγγέλματός τους.

 

Οι πιο πάνω τομείς είναι μόνο μερικοί από τους τομείς όπου επεκτείνεται η υποχρέωση επιμέλειας. Οι μορφές της αμέλειας και οι καταστάσεις όπου εγείρεται υποχρέωση επιμέλειας, ποικίλουν. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson (1932) A.C. 562, οι κατηγορίες αμέλειας ποτέ δεν κλείνουν. Η βάση της σύγχρονης αντίληψης της αμέλειας και η διαμόρφωσή της σε ξεχωριστό ανεξάρτητο αστικό αδίκημα τέθηκε από τον Λόρδο Atkin στην ίδια υπόθεση, ο οποίος διαμόρφωσε τη λεγόμενη «αρχή του πλησίον». Όπως λέχθηκε:

 

«Πρέπει να ασκείς εύλογη επιμέλεια για να αποφεύγεις πράξεις ή παραλείψεις που μπορείς εύλογα να προβλέψεις ότι θα ήταν πιθανό να βλάψουν τον πλησίον στου. Ποιος λοιπόν, κατά νόμο, είναι ο πλησίον μου; Η απάντηση φαίνεται να είναι – πρόσωπα που είναι τόσο εγγύς και άμεσα επηρεαζόμενα από την πράξη μου που θα έπρεπε εύλογα να τα έχω στη σκέψη μου ως έτσι επηρεαζόμενα όταν κατευθύνω το μυαλό μου σ’ αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις. »

 

Οι παραπάνω αρχή υιοθετήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια.

 

Ελλείψει κυπριακής νομολογίας που να πραγματεύεται ανάλογο με το υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση, θέμα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων στη γραπτή αγόρευσή του επικαλείται σχετικές αναφορές από διάφορα ξένα συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις. Πρόκειται για τα συγγράμματα  Liability Insurance and Responsibility for Settlement, του Robert E. Keeton,  Harvard Law Review, Vol. 67 No 7, An Insure’s Duty of Good Faith and Fair Dealing as it Applies to the Settlement of Claims, by Ivan Derer, Q.C. and Bottom Line Research και Insurer’s Strict Liability for Entire Judgment.

 

Όσα ακολουθούν - με τα οποία να πω συμφωνώ - είναι από τα παραπάνω συγγράμματα:

 

Οι τυπικοί όροι του ασφαλιστηρίου δίνουν στην ασφαλιστική εταιρεία τον απόλυτο έλεγχο για το χειρισμό και την υπεράσπιση μιας απαίτησης καθώς και τον έλεγχο του συμβιβασμού ή όχι. Ωστόσο, πιο πρόσφατα έχει αποφασιστεί ότι η ασφαλιστική εταιρεία έχει καθήκον να συμβιβάσει επειδή έχει τον αποκλειστικό έλεγχο και τις αποφάσεις για τυχόν συμβιβασμό και επειδή συχνά η ασφαλιστική εταιρεία και ο ασφαλισμένος έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να γίνει ή όχι συμβιβασμός, η επικρατούσα άποψη είναι ότι η ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να δώσει ίση βαρύτητα στα δικά της συμφέρονται με τα συμφέροντα του ασφαλισμένου της. Όπου υπάρχει πιθανότητα συμβιβασμού κοντά στο όριο ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας, αυτή έχει αντικρουόμενο συμφέρον με τον ασφαλισμένο, αφού σε περίπτωση απόρριψης του συμβιβασμού και της εκδίκασης της υπόθεσης, η ασφαλιστική εταιρεία έχει μικρό ή καθόλου ρίσκο σε αντίθεση με τον ασφαλισμένο, ο οποίος, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης για μεγαλύτερο ποσό αυτού που προτάθηκε για συμβιβασμό και του ποσού του ορίου ευθύνης, έχει το ρίσκο να κληθεί να καταβάλει ο ίδιος το ποσό αυτό. Δηλαδή, πέραν του ορίου ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας.

 

Οι καναδικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι οι υποχρεώσεις του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου είναι αυτές που αναφέρονται ρητά στη σύμβαση και επιπλέον, η εξυπακουόμενη υποχρέωση καλής πίστης και δίκαιης πρακτικής η οποία περιλαμβάνει στοιχεία σχέσης εμπιστοσύνης. Στην καναδική υπόθεση Shea v. Manitoba Public Insurance Corp. (1991), 55 BCLR (2d) 15 (S.C), αναφορικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για καλή πίστη στο συμβιβασμό απαιτήσεων κρίθηκε ότι οι ασφαλιστές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα του ασφαλισμένου σε ισότιμη μεταχείριση με τα δικά τους. Σύμφωνα με την ίδια υπόθεση, η υποχρέωση καλής πίστης, παρότι πηγάζει από τη συμβατική σχέση των μερών είναι ξεχωριστή από το να τιμήσει απλώς η ασφαλιστική εταιρεία τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και αυτή η διάκριση είναι αρκετή να δημιουργήσει ξεχωριστή παράβαση από πλευράς της ασφαλιστικής εταιρείας.

 

Κατά την αμερικάνικη προσέγγιση, το καθήκον καλής πίστης του ασφαλιστή, τον υποχρεώνει να προστατεύσει τον ασφαλισμένο από μια δικαστική απόφαση, πέραν του ορίου ευθύνης. Επομένως, εάν ο ασφαλιστής δεν εξετάσει μια εύλογη προσφορά συμβιβασμού και στη συνέχεια ο ασφαλισμένος εκτεθεί σε απόφαση, πέραν του ορίου ευθύνης, ο ασφαλισμένος μπορεί να έχει αξίωση για κακή πίστη κατά του ασφαλιστή (Crisci v. Security Ins. Co. of New Haven, Conn, 426 P. 2d 173 (1967)).

 

Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Dillon v. Guardian Insurance Co (1983) 2 CCLI 227 (Ont HCJ) το πρότυπο απόλυτης ευθύνης είναι ότι εάν ένας ασφαλιστής μπορεί να διευθετήσει μια απαίτηση κατά του ασφαλισμένου εντός των ορίων ευθύνης του και δεν το πράξει, είναι υπεύθυνος να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο του για οτιδήποτε στρέφεται εναντίον του.

 

Τέλος, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Insurers Strict Liability for Entire Judgment, ο ασφαλιστής όταν εξετάζει εάν θα αποδεχτεί ή όχι μια πρόταση συμβιβασμού οφείλει να την εξετάσει ως εάν να μην υπήρχε το όριο ευθύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Καλιφόρνιας τονίζει την ανάγκη να αποτρέπονται οι ασφαλιστές να τζογάρουν με τα χρήματα του ασφαλισμένου, ιδίως όταν η πρόταση συμβιβασμού είναι κοντά στο όριο ευθύνης.

 

Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:

 

Εκκρεμούσης της αγωγή του Παναγιώτη και προτού αρχίσει η ακρόασή της, ο τότε δικηγόρος των εναγόμενων (εναγόντων στην παρούσα αγωγή), κατόπιν σχετικής παράκλησης του δικηγόρου του Παναγιώτη υπόβαλε πρόταση - την οποία κοινοποίησε και στους εναγόμενους - για εκ συμφώνου δήλωση του ποσού των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων του Παναγιώτη, επί πλήρους ευθύνης, για το συνολικό ποσό των €66.191. Η πρόταση, που θα πρέπει να σημειωθεί ήταν κοντά στο όριο ευθύνης των εναγόμενων [£50.000 (€85.430)], ενώ είχε γίνει αποδεκτή τόσο από τους ενάγοντες όσο και από τον Παναγιώτη, απορρίφθηκε από το Γενικό Διευθυντή των εναγόμενων, κ. Γεωργαλλίδη με τελεσιγραφικό - ας μου επιτραπεί να πω - τρόπο. «… παρακαλώ σημειώστε ότι δεν συμφωνούμε με την πρόταση των €50.000 και ουδέποτε συμφωνήσαμε.

 

Δεν συμφωνούμε να δηλωθούν τα ποσά τα οποία αναφέρετε κατ ουδένα λόγο. Παράκληση μας είναι να δικαστεί τόσο το Liability όσο και το ποσό της απαίτησης.»

 

Αυτό είναι το ουσιαστικό μέρος του ηλεκτρονικού μηνύματος που είχε απευθύνει ο κ. Γεωργαλλίδης στον τότε δικηγόρο των εναγόντων, κ. Αριστείδου, από το οποίο είναι σαφές, πως δεν είχε καθόλου διάθεση να συζητήσει περαιτέρω το θέμα. Και όχι μόνο αυτό. Η αναφορά του «και ουδέποτε συμφωνήσαμε» αφήνει να νοηθεί ότι τουλάχιστον για το θέμα του ποσού των γενικών αποζημιώσεων, ανάλογη πρόταση, πιθανόν και να είχε υποβληθεί και προηγουμένως στους εναγόμενους. Να πω απλώς, ότι το ποσό €50.000 στο οποίο αναφέρεται ο κ. Γεωργαλλίδης με το μήνυμά του προς το δικηγόρο των εναγόντων, περιλαμβάνεται στην πρόταση του κ. Αριστείδου, ως το ποσό των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων που είχε προτείνει.

 

Την ίδια μέρα που Γενικός Διευθυντής των εναγόμενων απέρριψε την πρόταση του κ. Αριστείδου, ο τελευταίος, φανερά ενοχλημένος, του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων:

 

«Θα πρέπει επίσης να σημειώσετε ότι υπάρχουν εκατοντάδες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τραυματισμούς παρόμοιους με τους τραυματισμούς του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και υπάρχουν προηγούμενα για το ύψος των αποζημιώσεων

 

Η στάση σας να επιμένετε στην εκδίκαση όλων των θεμάτων, αν και σεβαστή, δεν με βρίσκει σύμφωνο γιατί εκ των προτέρων γνωρίζουμε το ύψος των αποζημιώσεων και τηρώντας αυτή την στάση το δικαστήριο μας αντιμετωπίζει «εχθρικά» υπό την έννοια ότι σπαταλούμε πολύτιμο χρόνο επιβαρύνοντας με έξοδα τόσο την Δημοκρατία όσο και την ίδια την υπόθεση.

 

Πέραν των πιο πάνω θεωρώ ότι εξουσιοδοτώντας κάποιο δικηγόρο να χειριστεί την απαίτηση και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά σας νοείται ότι θα πρέπει να δείχνετε και τον ανάλογο σεβασμό στις εισηγήσεις του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αβίαστα και πάντοτε θα κάνετε δεχτές τις εισηγήσεις του δικηγόρου.» (η έμφαση - όπου υπάρχει είναι δική μου -)

 

Παρά τις πιο πάνω ορθές υποδείξεις/επισημάνσεις του κ. Αριστείδου, οι εναγόμενοι παρέμειναν αμετακίνητοι και προσηλωμένοι στην προειλημμένη απόφαση του Γεωργαλλίδη.  Η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση με τη γνωστή έκβαση, τόσο για τους εναγόμενους όσο και κυρίως, για τους ενάγοντες.

 

Οι εναγόμενοι απέρριψαν ασυζητητί την πρόταση του δικηγόρου που εκείνοι είχαν διορίσει για το ποσό των 66.191 επί πλήρους ευθύνης και εντός του ορίου ευθύνης τους με βάση το ασφαλιστήριο, για να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγόντων για το υπερδιπλάσιο ποσό των €138.427,84, πλέον τόκους, όπως αναφέρεται αναλυτικά στο πιστό αντίγραφο της απόφασης (τεκ. 6Α). Και ενώ στη συνέχεια, κατόπιν οδηγιών τους καταχωρήθηκε έφεση κατά της απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με αποτέλεσμα να προκληθούν περαιτέρω έξοδα, οι ίδιοι, με έρεισμα το όριο ευθύνης τους με βάση το ασφαλιστήριο κατέβαλαν κατά διαστήματα σε διάφορα πρόσωπα, το συνολικό ποσό των €85.469,86, που στην ουσία ισοδυναμεί με το ποσό του ορίου ευθύνης τους (κατ’ ακρίβεια κατέβαλαν €39,79, πέραν του ορίου ευθύνης τους).

 

Και απέρριψαν την πρόταση του δικηγόρου των εναγόντων, επειδή ήξεραν ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του Παναγιώτη, που θα ήταν το κακό σενάριο, όποιο και να ήταν το ποσό των αποζημιώσεων που θα επιδικαζόταν υπέρ του Παναγιώτη και σε βάρος των εναγόντων, οι ίδιοι, στη χειρότερη περίπτωση, θα κατέβαλλαν μάξιμουμ €85.430,07, που αντιστοιχεί στο ποσό του ορίου ευθύνης τους, ενώ υπήρχε και το ενδεχόμενο να καταβάλουν και μικρότερο ποσό, σε περίπτωση που η απόφαση στην αγωγή, είτε επί της ευθύνης είτε επί των αποζημιώσεων ήταν διαφορετική, αλλά και το ενδεχόμενο να μην καταβάλουν κανένα ποσό σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής.

 

Οχυρωμένοι πίσω από τον όρο του ασφαλιστηρίου που τους παρείχε την απόλυτη διακριτική ευχέρεια χειρισμού της αγωγής, είναι φανερό, ότι τη χειρίστηκαν κατά τρόπο που απέβλεπε εκ του ασφαλούς, αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων και με πλήρη αδιαφορία για τα αντίστοιχα συμφέροντα των εναγόντων. Εκεί όπου οι ενάγοντες δε θα κατέβαλλαν κανένα ποσό στον Παναγιώτη, σε περίπτωση που οι εναγόμενοι αποδέχονταν την πρόταση του δικηγόρου που οι ίδιοι είχαν διορίσει για να συμφωνηθούν οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, εξαιτίας της συμπεριφοράς τους, οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον Παναγιώτη, το συνολικό ποσό των €175.000, που είναι υπερδιπλάσιο αυτού που κατέβαλαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι, κατ’ άλλα, τους παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη.

 

Οι εναγόμενοι, απορρίπτοντας την πρόταση του κ. Αριστείδου, ξεκάθαρα «έπαιξαν» με τα λεφτά των εναγόντων. Και όμως, εάν λάμβαναν υπόψη, έστω κατ’ ελάχιστον, τα συμφέροντα των εναγόντων, αυτό που όφειλαν να κάνουν ήταν το εξής: όταν ο κ. Αριστείδου τους κοινοποίησε την πρόταση που είχε υποβάλει στο συνάδελφό του, δικηγόρο του Παναγιώτη, για το ύψος των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, επειδή όντως στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Αριστείδου, παρατίθενται απλώς τα διάφορα ποσά που συνθέτουν την πρόταση, με αναφορά μόνο σε τι αφορά κάθε ένα από αυτά, εάν οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα, ο Γενικός Διευθυντής τους ήθελαν οποιαδήποτε διευκρίνιση από τον κ. Αριστείδου, θα μπορούσαν να τη ζητήσουν. Ακόμη, εάν δεν ήθελαν οποιαδήποτε διευκρίνιση και είχαν συγκεκριμένο λόγο ή λόγους για τους οποίους, είτε δεν ήθελαν είτε δεν μπορούσαν να δεχθούν την πρόταση, θα μπορούσαν να τους αναφέρουν στον κ. Αριστείδου. Τίποτε από αυτά έκαναν, παρά μόνο περιορίστηκαν να απορρίψουν την πρόταση και να δώσουν οδηγίες στον κ. Αριστείδου να προχωρήσει σε ακρόαση της αγωγής, τόσο για το θέμα της ευθύνης όσο και για το θέμα των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.

 

Όμως, αυτό που αφήνει ανεπανόρθωτα και πολλαπλά εκτεθειμένους τους εναγόμενους, είναι η πλήρης αδιαφορία που επέδειξαν, όταν την ίδια ημέρα που ο Γενικός Διευθυντής τους απέρριπτε με τελεσιγραφικό τρόπο την πρόταση του κ. Αριστείδου, ο τελευταίος είχε το θάρρος να απευθύνει στον κ. Γεωργαλλίδη το ηλεκτρονικό μήνυμα με όλες τις παραπάνω πολύ ορθές υποδείξεις/επισημάνσεις.

 

Ούτε ότι ήταν ο δικηγόρος τον οποίο είχαν διορίσει για να χειριστεί την υπόθεση ο κ. Αριστείδου, έλαβαν υπόψη, ούτε η υπόδειξή του ότι υπάρχουν εκατοντάδες αποφάσεις και μάλιστα του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τραυματισμούς, παρόμοιους αυτών του Παναγιώτη και υπάρχουν δικαστικά προηγούμενα για το ύψος των αποζημιώσεων φαίνεται να τους είχε προβληματίσει και πάνω απ’ όλα, ούτε η αυστηρή υπόδειξή του, ότι η στάση τους να επιμένουν στην εκδίκαση όλων των θεμάτων δεν το βρίσκει σύμφωνο, με την προβολή του πλέον ξεκάθαρου αιτιολογικού, που ήταν ότι «εκ των προτέρων γνωρίζουμε το ύψος των αποζημιώσεων..» αποδείχθηκε ικανή να τους οδηγήσει να κάνουν δεύτερες σκέψεις για την στάση τους έναντι της πρότασης και γενικά για τον τρόπο που χειρίζονταν την υπόθεση.

 

Μόνο και μόνο που η πρόταση για το συγκεκριμένο θέμα υποβλήθηκε, όχι απλώς από δικηγόρο, που εν πάση περιπτώσει είναι ο μόνος που μπορεί να θεωρηθεί ειδικός επί του θέματος για το οποίο ο κ. Αριστείδου είχε υποβάλει την πρόταση την οποία απέρριψαν οι εναγόμενοι, αλλά, από το δικηγόρο τον οποίο οι ίδιοι είχαν διορίσει για να χειριστεί την υπόθεση εκ μέρους τους και εκ μέρους των εναγόντων και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, προς εκπλήρωση του καθήκοντος επιμέλειας που υπείχαν έναντι των εναγόντων, αυτό που όφειλαν να κάνουν, ήταν, είτε να δεχτούν την πρότασή/εισήγησή του, είτε να του ζητήσουν περαιτέρω διευκρινήσεις συναφώς με αυτή και σε περίπτωση που, είτε δεν τους έδινε τις διευκρινήσεις είτε δεν πείθονταν από αυτές, οι επιλογές που είχαν, ήταν, είτε να τον πείσουν για την ορθότητα της στάσης τους και το εσφαλμένο της πρότασής του είτε τέλος, να τον παύσουν και να διορίσουν άλλο δικηγόρο. Πολλώ μάλλον, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, πως ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος του ασφαλιστηρίου ότι οι εναγόμενοι ενείχαν και/ή όφειλαν να επιδεικνύουν καθήκον και/ή υποχρέωση επιμέλειας έναντι των εναγόντων κατά το χειρισμό των απαιτήσεων των εργοδοτουμένων τους (βλ. την παράγραφο 5 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, την οποία οι εναγόμενοι παραδέχονται με την παράγραφο 1 της υπεράσπισής τους).

 

Για να επαναλάβω τίποτε από τα παραπάνω έκαναν, παρά μόνο περιορίστηκαν να απορρίψουν την πρόταση του κ. Αριστείδου και να του δώσουν οδηγίες να προχωρήσει σε ακρόαση της αγωγής, τόσο για το θέμα της ευθύνης όσο και για το θέμα των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.

 

Όλα τα παραπάνω τους καθιστούν υπαίτιους αμέλειας έναντι των εναγόντων, σχεδόν για το σύνολο των σχετικών λεπτομερειών που αυτοί τους αποδίδουν με την παράγραφο 17 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.

 

Και, με δεδομένο ότι, το γεγονός ότι οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον Παναγιώτη το ποσό των €175,000 αποτελεί απότοκο της δικής τους στάσης και συμπεριφοράς, οφείλουν να τους αποζημιώσουν.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή επιτυγχάνει.

 

Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €175.000, με νόμιμο τόκο.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων.

 

 

                                                                        (Υπ.) ..…………………………….

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο