ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Aρ. Αγωγής: 1209/2015
ΜΕΤΑΞΥ:-
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ
ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
-ΚΑΙ-
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΤΖΙΛΗΣ
2. ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΡΤΖΙΛΗ
3. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΤΣΙΡΟΣ
4. AREAN ESTATES LIMITED
ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
(Και κατόπιν ειδοποίησης στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 31/8/2017)
Μεταξύ:-
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ
ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
-ΚΑΙ-
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΤΖΙΛΗΣ
2. ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΡΤΖΙΛΗ
3. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΤΣΙΡΟΣ
4. AREAN ESTATES LIMITED
ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
(Και κατόπιν ειδοποίησης στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 11/12/2019)
Μεταξύ:-
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
-ΚΑΙ-
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΤΖΙΛΗΣ
2. ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΡΤΖΙΛΗ
3. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΤΣΙΡΟΣ
4. AREAN ESTATES LIMITED
ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
(Και κατόπιν ειδοποίησης στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 30/11/2022)
Μεταξύ:-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
-ΚΑΙ-
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΤΖΙΛΗΣ
2. ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΡΤΖΙΛΗ
3. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΤΣΙΡΟΣ
4. AREAN ESTATES LIMITED
ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
………………………
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7/1/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενη 2: κ. Χρ. Σ. Χριστοφόρου, για ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ
Για ενάγοντες: κ. Μ. Μαστορούδης, για ΝΤΙΝΟΣ ΜΑΣΤΟΡΟΥΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Πριν από την έναρξη της ακρόασης της αγωγής, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης έθεσε θέμα ενεργητικής νομιμοποίησης της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ να παρουσιάζεται ως ενάγουσα στην αγωγή, την οποία αμφισβήτησε. Λόγω της σοβαρότητας του θέματος και λαμβάνοντας υπόψη την περί αντιθέτου θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ζήτησα και από τα δυο δικηγόρους, επιχειρηματολογία επί του θέματος. Οι οποίοι, για το σκοπό αυτό κατέθεσαν κείμενο παραδεκτών γεγονότων και υπόβαλαν γραπτές αγορεύσεις.
Τα παραδεκτά γεγονότα ακολουθούν αυτούσια:
«1. Το κλητήριο της ως άνω Αγωγής καταχωρήθηκε στις 24/03/2015 με
Ενάγοντες το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ.
Η Ειδοποίηση ημερομηνίας 31/08/2017 αναφέρει, μεταξύ άλλων, επί λέξει, ότι «αυτή δίδεται με βάση τα Άρθρα 12(4) και 49(Γ) έως 49(ΣΤ) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 ως αυτός τροποποιήθηκε, στους θεσμούς Πολιτικής δικονομίας Δ.12 Θ.3 και mutatis mutandis την Νομολογία και Πρακτική όσον αφορά μετονομασία εταιρειών που διέπονται από το Κεφ. 113 συμπεριλαμβανομένου και του Αγγλικού Annual Practice 1960 Διάταξη 17 Θ.4 σελ. 421, το Practice Direction 1965 (1) ALL E.R. σελ. 43 και τις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου».
3. Εν συνεχεία, οι Δικηγόροι των Εναγόντων στις 11/12/2019 καταχώρησαν Ειδοποίηση στον Φάκελο του Δικαστηρίου καθώς η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα ΛΤΔ άλλαξε το όνομα της σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ με ισχύ από 03/09/2018.
Η Ειδοποίηση ημερομηνίας 11/12/2019 αναφέρει, μεταξύ άλλων, επί λέξει ότι «αυτή δίδεται με βάση το Άρθρο 12(4) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 2/1985 ως αυτός τροποποιήθηκε και mutatis mutandis την Νομολογία και Πρακτική όσον αφορά μετονομασία εταιρειών που διέπονται από το Κεφ. 113 συμπεριλαμβανομένου και του Αγγλικού Annual Practice 1960 Διάταξη 17 Θ.4 σελ. 421, το Practice Direction 1965 (1) ALL E.R. σελ. 43 και τις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου».
4. Εν συνεχεία, οι Δικηγόροι των Εναγόντων στις 30/11/2022 καταχώρησαν Ειδοποίηση στον Φάκελο του Δικαστηρίου καθώς κατά την 07/10/2022, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μεταβίβασε στην ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ δυνάμει του ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2015 (N. 169(I)/2015), ως τροποποιήθηκε (ο «Νόμος»), όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής κατά τον «χρόνο μεταβίβασης». Ο χρόνος μεταβίβασης είναι η 7η Οκτωβρίου 2022 και ώρα 2:30 μμ. Σχετική δημοσίευση δυνάμει των προνοιών του Νόμου έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 10/10/2022 αριθμός 5545. Νοείται ότι εφόσον μεταβιβάστηκαν όλες οι «πιστωτικές διευκολύνσεις» και «εξασφαλίσεις», περιλαμβάνονται στις μεταβιβασθείσες και αυτές που αφορά η υπό τον ως άνω και τίτλο αγωγή.
Η Ειδοποίηση ημερομηνίας 30/11/2022 αναφέρει, μεταξύ άλλων, επί λέξει ότι «αυτή δίδεται με βάση το άρθρο 18(6) του Νόμου 169(Ι)/2015, ως τροποποίθηκε.»
5. Πιστά Αντίγραφα των Τριών (3) ανωτέρω αναφερόμενων Ειδοποιήσεων τις οποίες καταχώρησαν οι Δικηγόροι των Εναγόντων ημερομηνίας 31/08/2017, 11/12/2019 και 30/11/2022, επισυνάπτονται.»
Οι βασικές θέσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής του είναι οι εξής:
Από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι δεν έχει δοθεί άδεια, είτε για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής είτε για συνέχιση της διαδικασίας, λόγω αλλαγής του ονόματος των εναγόντων, ως ειδικών διαδόχων, αλλεπάλληλων προκατόχων τους. Η αγωγή καταχωρήθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ. Στις 31/8/2017 έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου σχετική ειδοποίηση, για αντικατάσταση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ από τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Όμως, η εν λόγω ειδοποίηση, που καταχωρήθηκε από το δικηγόρο των εναγόντων αναφέρεται ότι οι ενάγοντες «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ» έχουν μεταφέρει όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού, στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ από 1/7/2017. Καμιά ειδοποίηση βρίσκεται στο φάκελο για αντικατάσταση των εναγόντων από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ.
Ακολούθως, στην ίδια ειδοποίηση αναφέρεται ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, με ισχύ από 24/7/2017. Ακολούθως, υπάρχει ειδοποίηση, ημερομηνίας 11/12/2019 ότι το όνομα των εναγόντων «Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ» έχει αλλάξει σε «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ», με ισχύ από 3/9/2018.
Όλες οι παραπάνω ειδοποιήσεις, ουσιαστικά εδράζονται στο άρθρο 49ΣΤ του Νόμου 22/1985, ως έχει τροποποιηθεί.
Τέλος δε, υπάρχει ειδοποίηση ημερομηνίας 30/11/2022 δυνάμει του άρθρου 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(I)/2015 ότι η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μεταβίβασε όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των πιστωτικών διευκολύνσεων της παρούσας αγωγής, με ημερομηνία μεταβίβασης την 7/10/2022, στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ.
Όπως αναφέρεται στο άρθρο 49ΣΤ του Νόμου 22/1985 «Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία ή διαδικασία ενώπιον επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή τον Έφορο ή το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο, αντίστοιχα.»
Στην προκειμένη περίπτωση, η ειδοποίηση δεν έγινε από την αποδεχόμενη εταιρεία, αλλά από το δικηγόρο της μεταφέρουσας, που ήταν ήδη διορισμένος από τους αρχικούς ενάγοντες (δεν έχει καταχωρηθεί νέος τύπος διορισμού για εκπροσώπηση των διαδοχικών αποδεχόμενων εταιρειών) και δεν μπορεί να έχουν ισχύ αυτές οι δυο πρώτες ειδοποιήσεις, αφού ο νόμος είναι ξεκάθαρος, από τη στιγμή μάλιστα, που οι αρχικοί ενάγοντες δεν υφίσταντο και δεν υπήρχε και οι αποδεχόμενες ενάγουσες επρόκειτο για άλλες εταιρείες που δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν, μη υπάρχουσα νομική προσωπικότητα που διαλύθηκε από τις 21/7/2017.
Καμιά ειδοποίηση υπάρχει στο φάκελο της διαδικασίας για συγχώνευση των αρχικών εναγόντων με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και η ειδοποίηση που δόθηκε για αλλαγή των εναγόντων από τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ δεν είναι νόμιμη διαδικασία, παρακάμπτοντας μια διαδοχική εκχώρηση (Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ) των πιστωτικών διευκολύνσεων, συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας αγωγής.
Το άρθρο 49ΣΤ μιλά για αλλαγή ονομασίας του ενάγοντα και όχι για υποκατάστασή του στα δικαιώματά του και η εκχώρηση δικαιωμάτων του δεν αναιρεί τις πρόνοιες της Δ.12 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 49ΣΤ δεν αναφέρεται σε δικαίωμα υποκατάστασης, ένεκα, είτε αγοράς είτε εκχώρησης είτε μεταφοράς εργασιών. Η επιτατική πρόνοια της Δ.12 Θ.4 για άδεια συνέχισης της διαδικασίας δεν ατονεί από τη στιγμή μάλιστα, που οι αρχικοί ενάγοντες έχουν ήδη διαλυθεί και πάψει να υπάρχουν και είναι γι’ αυτό το λόγο που χρειάζεται άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο.
Η Δ.12 Θ.4 είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Διαταγή Ο.17 r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία αναλύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική “Annual Practice” του 1956, σελ. 313 και μετά. Επίσης, στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob’s Precedence of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 167 και μετά καταγράφεται ότι σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης συμφέροντος ή υποχρέωσης που είναι αντικείμενο εκκρεμούσας αγωγής από υφιστάμενο διάδικο σε τρίτο πρόσωπο, τότε, το άλλο αυτό τρίτο πρόσωπο οφείλει να εξασφαλίσει διάταγμα για συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας και άδεια για όλες τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον τίτλο και στο σώμα της αγωγής.
Στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου (ΚΕΦ. 1) δίνεται ο ορισμός των διαδικαστικών κανονισμών και των κανονισμών που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για τη διατύπωση του άρθρου 49ΣΤ του Ν. 22/1985 αναφορικά με τη διαδοχή συνεργατικής εταιρείας σε εκκρεμούσα αγωγή όπου η φράση «… Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ..» δεν καλύπτει και ούτε εξυπακούει τους διαδικαστικούς κανονισμούς, όπως ερμηνεύονται στο ΚΕΦ. 1.
Η τελευταία ειδοποίηση που καταχώρησαν οι φερόμενοι ως ενάγοντες, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ εδράζεται στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο 169(I)/2015 και η ειδοποίηση δόθηκε με βάση το άρθρο 18(6) του εν λόγω νόμου.
Το άρθρο αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που σημαίνει ότι η καταχώρηση ειδοποίησης στο φάκελο του Δικαστηρίου «αυτομάτως αντικαθιστά ή υποκαθιστά» υφιστάμενο διάδικο σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία και πως «αυτομάτως» γίνεται τροποποίηση των δικογράφων της υπόθεσης, χωρίς να έχει προηγηθεί αίτηση τροποποίησης, η οποία να τύχει εξέτασης από το εκδικάζον Δικαστήριο. Σύμφωνα μάλιστα με το άρθρο 18(6) με την καταχώρηση της ειδοποίησης στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου όπου εκκρεμεί μια δικαστική διαδικασία «γνωστοποιείται» η εκχώρηση. Όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η ειδοποίηση αυτή «γίνεται δεκτή» «ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης». Ο σκοπός δηλαδή για τον οποίο καταχωρείται η ειδοποίηση είναι να περιέλθει σε γνώση των εμπλεκομένων μερών το γεγονός της εκχώρησης/μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η δε ειδοποίηση αποτελεί μόνο «εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης».
Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν παρακάμπτει τη δικαστική λειτουργία. Και αυτό, διότι δεν μπορεί ο νομοθέτης να καθορίζει τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου, ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, η Βουλή να υποκαθιστά το καθαρά δικαστικό έργο. Η τροποποίηση δικογράφων ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων συμφώνως των διαδικαστικών κανονισμών και δεν μπορεί να επιβληθεί δια νόμου, η τέτοια τροποποίηση.
Σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 163 του Συντάγματος, αρμόδιο θεσμικό όργανο να ρυθμίζει με διαδικαστικό κανονισμό τη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων είναι το Ανώτατο Δικαστήριο και οι κανονισμοί προνοούν τόσο ως προς τους διαδίκους οι οποίοι έχουν δικαίωμα παραστάσεως σε δικαστική διαδικασία όσο και ως προς τον τύπο των δικογράφων και/ή αιτήσεων προς επίτευξη της καλύτερης εφαρμογής του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
Είναι παραδεκτό γεγονός ότι καμιά αίτηση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ή των δικογράφων για αντικατάσταση του ονόματος των εναγόντων ή συνέχισης της διαδικασίας, αλλά, αυτό φαίνεται να έγινε χωρίς άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου στη βάση των τριών ειδοποιήσεων που καταχωρήθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου.
Ο νομοθέτης δεν παρακάμπτει τη δικαστική λειτουργία με τον τρόπο που έχει νομοθετήσει ως το κείμενο του άρθρου 18(6) του Νόμου 169(Ι)/2015.
Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπάγγελτα το ζήτημα, ως προς το ποιος είναι τελικά ο ενάγοντας στη διαδικασία και εάν έχει ενώπιον του τους ορθούς διαδίκους και ως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, κανένα διάταγμα έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ώστε να φαίνονται οι ορθοί διάδικοι, βάσει των γνωστοποιήσεων προς τον Πρωτοκολλητή και η οποιαδήποτε τροποποίηση δικογράφων είναι αποκλειστικά δικαστικό έργο.
Είναι δε ταπεινή θέση και άποψή τους ότι για την υποκατάσταση και/ή αντικατάσταση των εναγόντων δε γίνεται αυτόματα σε εκκρεμούσες διαδικασίες, αλλά απαιτείται η καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και συνεπώς και της έκθεσης απαίτησης, ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ώστε οι ενάγοντες να νομιμοποιούνται ενεργά να προωθήσουν το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμά τους μετά την εκχώρηση και/ή αγορά των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόμενων δυνάμει του Νόμου 169(Ι)/2015, εφόσον η σχετική ειδοποίηση αποτελεί μόνο εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης, που αυτό σημαίνει πως ο νομοθέτης δεν παρακάμπτει τη δικαστική λειτουργία και λόγω μη καταχώρησης σχετικής αίτησης για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και αναλόγως, των δικογράφων και πολύ περισσότερο, η μη καταχώρηση σχετικής αίτησης για συνέχιση της διαδικασίας που αφορούσε τις διάφορες αλλαγές και/ή εκχωρήσεις, δυνάμει των ειδοποιήσεων, ημερομηνίας 31/8/2017 και 11/12/2019, ως επίσης και μη καταχώρησης αίτησης τροποποίησης δυνάμει της ειδοποίησης, ημερομηνίας 30/11/2022, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω μη ενεργής νομιμοποίησης της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ.
Έναντι των παραπάνω θέσεων του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων αντιτείνει τα εξής:
Η χρήση της φράσης «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού» στην επιφύλαξη του άρθρου 49ΣΤ(1) του Ν. 22/1985 κατά την άποψή τους δεικνύει ότι η πρόνοια αυτή υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης αντίθετης πρόνοιας νόμου ή κανονισμού, περιλαμβανομένων ασφαλώς και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ερμηνεία αυτή συνάδει άλλωστε και με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που προφανώς δεν ήταν άλλος από το να επιτευχθεί η εκ των πραγμάτων, αναγκαία υποκατάσταση διαδίκου σε αγωγή με την απλή καταχώρηση της σχετικής ειδοποίησης, αντί των προβλεπόμενων για το σκοπό αυτό διαδικασιών που καταναλώνουν χρόνο, αλλά και επιβαρύνουν τις υποθέσεις με περαιτέρω έξοδα.
Η νομιμοποίηση των εναγόντων στην προώθηση της αγωγής δεν προϋπόθετε την προβλεπόμενη διαδικασία της Δ.12 Θ.4 με την ανάλογη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης. Η περί αντιθέτου εισήγηση της εναγόμενης δεν ευσταθεί.
Ειλικρινά πιστεύουν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων με την καταχώρηση των τριών ειδοποιήσεων (ως ανωτέρω) είναι απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία και ως αποτέλεσμα αυτών έχει ορθά επέλθει υποκατάσταση των αρχικών και κατοπινών εναγόντων από τους νυν ενάγοντες, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ οι οποίοι και νομιμοποιούνται να εμφανίζονται ως ενάγοντες, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης, όπως λανθασμένα και εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο δικηγόρος της εναγόμενης επί του θέματος. Ο οποίος δεν έλαβε κανένα απολύτως διάβημα για την τυχόν ακύρωση και/ή παραμερισμό των τριών ειδοποιήσεων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εγείρει τώρα οποιοδήποτε ισχυρισμό, περί οποιουδήποτε ελαττώματος στη μορφή και/ή στον τύπο και/ή στο περιεχόμενο των εν λόγω ειδοποιήσεων.
Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων με την καταχώρηση των τριών ειδοποιήσεων είναι απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία και ως αποτέλεσμα αυτών, έχει ορθά επέλθει υποκατάσταση των αρχικών και κατοπινών εναγόντων από τους νυν ενάγοντες, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, οι οποίοι και νομιμοποιούνται να εμφανίζονται ως ενάγοντες και να προωθούν την παρούσα αγωγή, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης και/ή οποιοδήποτε άλλο διάβημα, όπως λανθασμένα και εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο δικηγόρος της εναγόμενης.
Η νομιμότητα ή μη, των τριών τροποποιήσεων του τίτλου της αγωγής, οι οποίες έγιναν με βάση τις σχετικές ειδοποιήσεις, ημερομηνίας 31/8/2017, 11/12/2019 και 30/11/2022, αντίστοιχα, είναι το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει. Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι αυτές έγιναν νόμιμα, αναπόφευκτα, θα πρέπει να ασχοληθώ και με το θέμα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, που επίσης εγείρει η εναγόμενη. Αυτό δε, σε εφαρμογή του Άρθρου 144 του Συντάγματος και του άρθρου 9(2) του περί Απoνoμής της Δικαιoσύνης (Πoικίλες Διατάξεις) Νόμoυ 33/1964.
Το άρθρο 12(4) προνοεί τα ακόλουθα:
«Ουδεμία τροποποίησις των ειδικών κανονισμών, επιφέρουσα αλλαγήν εις την επωνυμίαν της εταιρείας ή συνεπαγομένη αλλαγήν της ευθύνης των μελών της εταιρείας από απεριόριστη σε περιορισμένη ευθύνη ή επιφέρουσα αλλαγήν εις οιονδήποτε άλλον σκοπόν ή διάταξιν, θα επηρεάζη οιονδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωσιν της εταιρείας ή αξιωματούχων αυτής, και πάσα εκκρεμής δικαστική ή διαιτητική διαδικασία δύναται να συνεχίζηται υπό ή εναντίον της εταιρείας υπό την νέαν αυτής επωνυμίαν και υπό την νέαν αυτής ευθύνην:
Οι άλλες 4 διατάξεις του ίδιου νόμου συνθέτουν το Μέρος Χ το οποίο διαλαμβάνει για την αναδιοργάνωση εταιρειών. Για το άρθρο 49Γ να πω απλώς ότι διαλαμβάνει για τη συγχώνευση εταιρειών. Τα υπόλοιπα ακολουθούν αυτούσια:
«49Δ(1) Εγγεγραμμένη εταιρεία με βάση την απόφαση που λαμβάνεται σε ειδική γενική συνέλευσή της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 49Γ, η οποία συγκαλείται από την επιτροπεία ή το συμβούλιό της, προβαίνει με έγγραφη συμφωνία στη μεταφορά σε άλλη εγγεγραμμένη εταιρεία, της οποίας ειδική γενική συνέλευση, η οποία συγκαλείται από την επιτροπεία ή το συμβούλιό της, έλαβε απόφαση όπως προβλέπεται στο άρθρο 49Γ για να αποδεχθεί τη μεταφορά, όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της:
Νοείται ότι η μεταφέρουσα εταιρεία γνωστοποιεί στους καταθέτες και στους πιστωτές της την απόφαση αυτή της ειδικής γενικής συνέλευσης της:
Νοείται περαιτέρω ότι οι αποφάσεις των ειδικών γενικών συνελεύσεων της αποδεχόμενης και της μεταφέρουσας εταιρείας γνωστοποιούνται στον Έφορο εντός πέντε (5) ημερών από την πραγματοποίηση της κάθε συνέλευσης.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), η έγγραφη συμφωνία για τη μεταφορά και η έναρξη της ισχύος της μεταφοράς εγγράφονται από τον Έφορο, εφόσον έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του παρόντος Νόμου:
Νοείται ότι ο Έφορος δεν δύναται να εγγράψει διαφορετική ημερομηνία έναρξη της ισχύος της μεταφοράς από την ορισθείσα από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του εδαφίου (3).
(3) Όταν πρόκειται περί ΣΠΙ, ο Έφορος προβαίνει στην εγγραφή της γραπτής συμφωνίας για τη μεταφορά, εφόσον παραχωρηθεί η έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας και έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του παρόντος Μέρους:
Νοείται ότι, η Κεντρική Τράπεζα, με την κατά τα ανωτέρω έγκρισή της, ορίζει και την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει η ισχύς της μεταφοράς, η οποία δύναται να είναι προγενέστερη, η ίδια ή μεταγενέστερη της ημερομηνίας εγγραφής της γραπτής συμφωνίας από τον Έφορο, ώστε να συνάδει με τα εκάστοτε δεδομένα που διέπουν τη δυνατότητα υλοποίησης της μεταφοράς.
(4) Αφού εγγραφεί η συμφωνία για τη μεταφορά και η ημερομηνία έναρξης της ισχύος της και ανακληθεί η άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα προκειμένου περί ΣΠΙ, ο Έφορος εκδίδει διαταγή που ακυρώνει την εγγραφή της μεταφέρουσας εταιρείας, η οποία διαλύεται από την ημέρα της έκδοσης της διαταγής αυτής.
(5) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που μεταφέρονται από μία εγγεγραμμένη εταιρεία σε άλλη, περιλαμβάνεται και το κάλυμμα και οι υποχρεώσεις έναντι των πιστωτών καλύμματος, κατά τα οριζόμενα στον περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμο του 2010.
49Ε(1) Για τους σκοπούς του άρθρου 49Δ του παρόντος Νόμου, αμέσως μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της ειδικής γενικής συνέλευσης της μεταφέρουσας εταιρείας στους καταθέτες και στους πιστωτές της, η έγγραφη συμφωνία μεταφοράς υπογράφεται τουλάχιστον από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπείας τόσο της αποδεχόμενης όσο και της μεταφέρουσας εταιρείας και κατατίθεται στον Έφορο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την υπογραφή της.
(2) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Μέρους, σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί στον Έφορο η έγγραφη συμφωνία μεταφοράς υπογεγραμμένη όπως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή/και εντός των προθεσμιών όπως ορίζεται στο εδάφιο (1), ο Έφορος δύναται να προβεί στην εγγραφή της μεταφοράς με βάση τις αποφάσεις των ειδικών γενικών συνελεύσεων της αποδεχόμενης και της μεταφέρουσας εταιρείας, οι οποίες για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους θα θεωρούνται μαζί ως να είναι η “έγγραφη συμφωνία μεταφοράς”:
Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου υποβάλλεται στον Έφορο ενυπογράφως από τον πρόεδρο της κάθε συνέλευσης το περιεχόμενο των αποφάσεων των ειδικών γενικών συνελεύσεων της αποδεχόμενης και της μεταφέρουσας εταιρείας, σε έντυπο και εντός προθεσμίας που ορίζονται από τον Έφορο.
49ΣΤ (1) Η εγγραφή της συμφωνίας μεταφοράς μαζί με την έναρξη της ισχύος της μεταφοράς, όπως προβλέπεται στις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 49Δ, αποτελούν επαρκή απόδειξη της μεταφοράς όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της μεταφέρουσας εταιρείας στην αποδεχόμενη εταιρεία, καθώς και ότι η αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχεται τη μεταφέρουσα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και ότι όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφά της παραμένουν σε ισχύ:
(2) Τα μέλη και οι μέτοχοι της μεταφέρουσας εταιρείας καθίστανται μέλη και μέτοχοι της αποδεχόμενης εταιρείας με την έναρξη ισχύος της μεταφοράς.
(3) Η μεταφορά, σύμφωνα με το άρθρο 49Δ του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζει οποιοδήποτε δικαίωμα πιστωτή.
(4) Μέσα σε περίοδο δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία εγγραφής της συμφωνίας μεταφοράς, η αποδεχθείσα εταιρεία ενημερώνει με επιστολή της κάθε πιστωτή της μεταφέρουσας εταιρείας για τη μεταφορά και την ημερομηνία ισχύος της μεταφοράς, όπως και για το όνομα και τη διεύθυνση της αποδεχθείσας εταιρείας.»
Με υπαγωγή στις παραπάνω πρόνοιες, των παραδεκτών γεγονότων και γενικά, όσων απορρέουν από το περιεχόμενο της ειδοποίησης μετονομασίας, ημερομηνίας 31/8/2017 θεωρώ σύννομη την πρώτη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ αντικαταστάθηκαν από τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης ότι στο φάκελο του Δικαστήριου δε βρίσκεται καμιά ειδοποίηση για αντικατάσταση των εναγόντων από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, δε με βρίσκει σύμφωνο. Και τούτο, επειδή παραβλέπει τα εξής:
Η ειδοποίηση μετονομασίας, ημερομηνίας 31/8/2017 δε διαλαμβάνει μόνο για τη συμφωνία μεταφοράς, όλων των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία γράφτηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, στις 21/7/2017 με ημερομηνία ισχύος, την 1/7/2017. Διαλαμβάνει και για την απόφαση της ειδικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, με την οποία αυτή μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, με ισχύ από τις 24/7/2017.
Συμφωνώ με τον κ. Χριστοφόρου ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 1 του άρθρου 49ΣΤ του Νόμου 22/1985, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης στο Πρωτοκολλητείο από την αποδεχόμενη εταιρεία - και όχι από τη μεταφέρουσα εταιρεία -. Ωστόσο, δε συμφωνώ μαζί του ότι στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω ειδοποίηση καταχωρήθηκε από το δικηγόρο της μεταφέρουσας εταιρείας. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι αυτή καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων, στις 31/8/2017. Πιστό αντίγραφό της έχει τεθεί ενώπιον μου και από το περιεχόμενό της είναι σαφές, ότι υπογράφτηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων, χωρίς να υπάρχει ονομαστική αναφορά σ’ αυτούς στην ειδοποίηση. Όμως, δεδομένου ότι, ακριβώς σε εφαρμογή του εδαφίου 1 του άρθρου 49ΣΤ (ανωτέρω), κατά το χρόνο καταχώρησης της εν λόγω ειδοποίησης, ενάγοντες στην αγωγή ήταν η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και όχι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι με βάση την ίδια πρόνοια, η αντικατάσταση των τελευταίων, που ήταν οι αρχικοί ενάγοντες από τους πρώτους πραγματοποιήθηκε με την καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο της εν λόγω ειδοποίησης, χωρίς να απαιτείτο να γίνουν για το σκοπό αυτό, οποιεσδήποτε περαιτέρω δικονομικές/διαδικαστικές ενέργειες, είναι φανερό ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση καταχωρήθηκε εκ μέρους της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, που ήταν η αποδεχόμενη εταιρεία και ενάγοντες στην αγωγή κατά το χρόνο καταχώρησης της ειδοποίησης. Με αυτό δεδομένο, η θέση του κ. Χριστοφόρου ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί νέος τύπος διορισμού δικηγόρου για εκπροσώπηση των διαδοχικών αποδεχόμενων εταιρειών, επίσης δε με βρίσκει σύμφωνο.
Η άλλη θέση του κ. Χριστοφόρου με την οποία διαφωνώ είναι ότι το άρθρο 49ΣΤ μιλά για αλλαγή της ονομασίας του ενάγοντα και όχι για υποκατάστασή του στα δικαιώματά του και η εκχώρηση δικαιωμάτων του δεν αναιρεί τις πρόνοιες της Δ.12 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το ίδιο ισχύει και για τη συναφή με αυτή θέση του ότι το άρθρο 49ΣΤ δεν αναφέρεται σε δικαίωμα υποκατάστασης, ένεκα, είτε αγοράς είτε εκχώρησης είτε μεταφοράς εργασιών, επομένως, δεν ατονεί η επιτακτική πρόνοια της Δ.12 Θ.4 για άδεια συνέχισης της διαδικασίας, από τη στιγμή μάλιστα που οι αρχικοί ενάγοντες έχουν ήδη διαλυθεί.
Απλή ανάγνωση ολόκληρου του εδαφίου 1 του άρθρου 49ΣΤ (ανωτέρω) και όχι μόνο της επιφύλαξής του, την οποία παραθέτει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, καταδεικνύει το εσφαλμένο των παραπάνω θέσεων του.
Καταρχάς, από τη στιγμή που σύμφωνα με την επιφύλαξη του παραπάνω εδαφίου, σε περίπτωση που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι η Δ.12 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που ασφαλώς αποτελεί ένα τέτοιο κανονισμό, στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής.
Απ’ εκεί και πέρα, δεδομένου ότι με την καταχώρηση της εν λόγω ειδοποίησης, ουσιαστικά συντελείται και η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, από τη στιγμή αυτή, η διαδικασία συνεχίζεται καθ’ όλα νόμιμα από το νέο διάδικο. Ισχύει δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών, ό,τι και στην περίπτωση που η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής γίνεται κατόπιν σχετικής αίτησης δυνάμει της Δ.12. Συναφώς με το θέμα παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Oργανισμός Xρηματοδοτήσεως Tραπέζης Kύπρου Λτδ ν. Xαρίδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 825:
«Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο.»
Η παραπάνω υπόθεση και οι άλλες τρεις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο κ. Χριστοφόρου, δε βοηθούν την εναγόμενη για το λόγο που τις επικαλείται. Στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Astrobank Public Company Ltd v. Icuway Ltd κ.ά., Αγωγή 6402/2012, ημερ. 14/9/2020, Ε.Δ. Λευκωσίας, για ό,τι μας ενδιαφέρει, η ουσία περικλείεται στη διαπίστωση του Δικαστηρίου - με την οποία συμφωνώ πλήρως - ότι στην περίπτωση που εφαρμόζεται ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015, δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην επίσης πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Universal Bank Public Ltd v. XXXX Χαραλάμπους κ.ά., Αγωγή 650/2007, ημερ. 28/4/2020, Ε.Δ. Λάρνακας, ο λόγος της περικλείεται στο ακόλουθο απόσπασμα:
«Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, πρέπει εξ αρχής να παρατηρήσω ότι η αίτηση παρουσιάζει μια ιδιαίτερη παραδοξότητα. Όπως ήδη αναφέρθηκε και είναι εξάλλου προφανές από τον τίτλο της αγωγής, Ενάγοντες σε αυτή είναι η Universal Bank Public Ltd. Ενώ όμως με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια ζητά να υποκαταστήσει την υφιστάμενη Ενάγουσα, εντούτοις τόσο στο αιτητικό όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν γίνεται αναφορά στην Universal Bank Public Ltd αλλά σε κάποια οντότητα με το όνομα USB BANK PLC. Μάλιστα δε, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η Αιτήτρια εξαγόρασε όλες τις τραπεζικές εργασίες, εξασφαλίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις καθώς και όλα τα περιουσιακά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της USB ΒΑΝΚ PLC και όχι της Universal Bank Public Ltd.
Έχω διεξέλθει του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η USB ΒΑΝΚ PLC και η Universal Bank Public Ltd είναι το ίδιο πρόσωπο. Ούτε κάτι τέτοιο θα μπορούσε βεβαίως να αποτελέσει δικαστική γνώση. Επισημαίνω επίσης ότι οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν με την Αίτηση τους την ισχυριζόμενη συμφωνία εξαγοράς, από όπου θα μπορούσαν ενδεχομένως να αντληθούν πληροφορίες που να ρίχνουν φως στην εν λόγω ασυνέπεια. Η παράλειψη λοιπόν της Αιτήτριας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα δεδομένα εκείνα που να καταδεικνύουν ότι η Universal Bank Public Ltd έχει μεταβιβάσει στην Αιτήτρια οιαδήποτε δικαιώματα και δη αυτά που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, καθιστά την Αίτηση άνευ ουσιαστικού υποβάθρου και υποκείμενη σε απόρριψη. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλη και το γεγονός ότι προκαλεί σύγχυση η αναφορά της ενόρκως δηλούσας ότι η Αιτήτρια έχει αναλάβει την συνέχιση εκκρεμουσών αγωγών εναντίον (και όχι υπέρ) της USB ΒΑΝΚ PLC.»
Τέλος, στη Xαρίδη (ανωτέρω) καθώς και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας Της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 388/2011, ημερ. 7/7/2017 να πως απλώς, ότι δεν υπήρξε αντικείμενο εξέτασης, είτε το άρθρο 49ΣΤ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου είτε το άρθρο 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου.
Ο τίτλος της αγωγής τροποποιήθηκε για δεύτερη φορά, με την ειδοποίηση μετονομασίας, ημερομηνίας 11/12/2019. Όπως αναφέρεται σ’ αυτή, το όνομα των εναγόντων έχει αλλάξει σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, με ισχύ από 3/9/2018. Όπως αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο της ειδοποίησης, αυτή δίδεται με βάση - μεταξύ άλλων - το άρθρο 12(4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, όπως τροποποιήθηκε.
Κατά το χρόνο καταχώρησης της παραπάνω ειδοποίησης, ενάγοντες ήταν η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η μετονομασία τους έγινε δυνάμει του άρθρου 12(4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και η δεύτερη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής είναι σύννομη. Ότι για το σκοπό αυτό δεν απαιτείτο η καταχώρηση σχετικής αίτησης και η εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος καταφαίνεται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 367/2012, ημερ. 17/1/2019:
«Στα πλαίσια της θέσης της εφεσείουσας πως δεν καταδείχθηκαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις έχει διατυπωθεί το παράπονο πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει για τη νομιμοποίηση της αιτήτριας ως Marfin Popular Bank Public Ltd αφού ως ενάγουσα στην αγωγή αναγράφεται η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Θα πρέπει να αναφέρουμε πως συμφωνούμε με τη θέση που διατύπωσε η πλευρά της εφεσίβλητης πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το θέμα αφού τούτο δεν εγείρετο με τους λόγους ένστασης. Εν πάση περιπτώσει θα προσθέταμε πως εν προκειμένω η νομιμοποίηση προέκυψε από την ίδια την ταυτόσημη υπόσταση της εφεσίβλητης, αφού η απλή αλλαγή ονόματος δεν αλλοίωνε την υπόσταση της ως διαδίκου, αλλά και το δικαίωμα προς εκτέλεση και είσπραξη, νοουμένου μάλιστα ότι εντός του πρωτοδίκου φακέλου κατεχωρήθη σχετική Ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος.»
Ό,τι απομένει είναι η τρίτη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, η οποία έγινε με την ειδοποίηση, ημερομηνίας 30/11/2022.
Σύμφωνα με τα σχετικά παραδεκτά γεγονότα, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μεταβίβασε στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, δυνάμει του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015, ως τροποποιήθηκε, όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής, κατά το χρόνο μεταβίβασης. Ο χρόνος μεταβίβασης είναι η 7/10/2022 και ώρα 2:30 μ.μ. Σχετική ειδοποίηση, δυνάμει των σχετικών προνοιών του Νόμου έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/10/2022. Νοείται ότι εφόσον μεταβιβάστηκαν όλες οι «πιστωτικές διευκολύνσεις» και «εξασφαλίσεις», περιλαμβάνονται στις μεταβιβασθείσες και αυτές που αφορά η υπό τον ως άνω και τίτλο αγωγή.
Η παραπάνω ειδοποίηση βασίζεται στο άρθρο 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015.
Το άρθρο 18 του Νόμου 169(Ι)/2015 στο βαθμό που μας ενδιαφέρει ακολουθεί αυτούσιο:
«….
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από εκχωρητή προς αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από την πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο (2) αυτών μερών.
…
(3)(α) Από το χρόνο μεαβίβασης ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 19, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος.
(β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.
(γ) Η κατοχή οποιωνδήποτε εγγράφων, βιβλίων, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταβίβασης μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία, αγαθά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, εν αναμονή οποιασδήποτε τέτοιας μεταβίβασης στην πράξη, ο εκχωρητής θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, βιβλίο, αγαθό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο σε καταπίστευμα ή ως θεματοφύλακας (bailee), ανάλογα με την περίπτωση, αποκλειστικά προς όφελος του αγοραστή.
(δ) Όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων και δύναται να παρουσιάζονται σε οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη διαδικασία και/ή ενώπιον οποιασδήποτε αρχής και/ή νομικού και/ή φυσικού προσώπου από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο νόμιμα τα έχει στην κατοχή του, όταν παρουσιάζονται διά λογαριαμό δανειολήπτη και/ή εγγυητή και/ή παροχέα εξασφάλισης, και από λειτουργό και/ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, όταν παρουσιάζονται διά λογαριασμό αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων.
(5) Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε, στο βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταβίβασης, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά:
Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του παρόντος εδαφίου, τέτοια αναφορά περιλαμβάνει το δικαίωμα ή υποχρεώση που απορρέει από οποιοδήποτε κυβερνητικό σχέδιο στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση ένταξης και εκκρεμεί η εξέταση για ένταξη ή εντάχθηκε η μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης πριν την μεταβίβασή της.
(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο (5) του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.
(7) Σε σχέση με οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη νομική διαδικασία που εγείρεται κατά ή μετά τον χρόνο μεταβίβασης, σε περίπτωση αμφισβήτησης της μεταβίβασης, η παρουσίαση αντιγράφου της σχετικής σελίδας της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνεται η προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) του άρθρου 19 γνωστοποίηση, από οποιονδήποτε λειτουργό του εκχωρητή ή του αγοραστή, σε συνάρτηση με γραπτή δήλωση και/ή προφορική μαρτυρία και/ή ένορκη δήλωση τέτοιου λειτουργού, ότι η υπό αναφορά στην εν λόγω διαδικασία πιστωτική διευκόλυνση και συναφείς εξασφαλίσεις εμπίπτουν στην αναφερόμενη στη δημοσίευση συμφωνία, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.
…»
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 19(5):
«(5) Ο εκχωρητής και ο αγοραστής, το συντομότερο δυνατό από την ημερομηνία μεταβίβασης, προβαίνουν σε γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αναφορικά με τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και την ημερομηνία μεταβίβασης αναφέροντας την ημερομηνία της μεταξύ τους συμφωνίας, στην οποία καθορίζεται ο χρόνος μεταβίβασης:
Νοείται ότι, δεν δημοσιοποιούνται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των μεταβιβαζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων.»
Με υπαγωγή στις παραπάνω πρόνοιες, των παραδεκτών γεγονότων που αφορούν στην ειδοποίηση, ημερομηνίας 30/11/2022 και γενικά όσων προκύπτουν από το περιεχόμενο της εν λόγω ειδοποίησης, καθώς και από το περιεχόμενο της επισυνημμένης σε αυτή, γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/10/2022 θεωρώ σύννομη και την τρίτη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Η ερμηνεία που δίδεται στην πρωτόδικη απόφαση στην οποία με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης - την οποία υιοθετεί ο ίδιος - της φράσης «..γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.» η οποία περιέχεται στο εδάφιο 6 του άρθρου 18 του Νόμου 169(Ι)/2015 (ανωτέρω) με κάθε σεβασμό δε με βρίσκει σύμφωνο.
(5) ….
(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο (5) του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.
Με συνδυασμένη ερμηνεία των δυο αυτών διατάξεων, ως θέμα ερμηνείας - για ό,τι μας ενδιαφέρει - προκύπτουν τα ακόλουθα:
Εάν κατά το χρόνο μεταβίβασης οποιασδήποτε πιστωτικής διευκόλυνσης, σε σχέση με αυτή, εκκρεμεί οποιαδήποτε αγωγή, με ενάγοντα τον εκχωρητή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάζεται, η αγωγή δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο, δυσμενώς, λόγω της μεταβίβασης. Η αγωγή μπορεί να συνεχιστεί - και συνεχίζεται - κανονικά με ενάγοντα τον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στην αγωγή κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
Χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω και στο εδάφιο 6 από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η υποκατάσταση στην αγωγή του εκχωρητή ενάγοντα από τον αγοραστή της πιστωτικής διευκόλυνσης γίνεται αυτόματα, με ισχύ, το χρόνο μεταβίβασης της πιστωτικής διευκόλυνσης για την οποία εκκρεμεί η αγωγή. Από τη στιγμή αυτή, στοιχειοθετείται και η ενεργητική νομιμοποίηση του τελευταίου να παρουσιάζεται πλέον ως ενάγοντας στην αγωγή και να την προωθεί, χωρίς να απαιτείται να γίνει οτιδήποτε άλλο εκ μέρους του ή εκ μέρους οποιουδήποτε άλλου για το σκοπό αυτό. Και ειδικά, αίτηση τροποποίησης του τίτλου δυνάμει της Δ.12 Θ.4, όπως είναι η θέση των εναγόμενων.
Απ’ εκεί και πέρα, η διαλαμβανόμενη στο εδάφιο 6 του άρθρου 18, ειδοποίηση, η οποία καταχωρείται από τον εκχωρητή της πιστωτικής διευκόλυνσης στο Πρωτοκολλητείο, εκκρεμούσης της αγωγής, αποβλέπει στο να περιέλθει σε γνώση τόσο του Δικαστηρίου όσο και των διαδίκων στην αγωγή, το γεγονός της αντικατάστασης και/ή υποκατάστασης του εκχωρητή από τον αγοραστή στην αγωγή. Ειδικά η φράση «και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.» έχει την έννοια της παροχής δικαιώματος σε οποιοδήποτε μέρος στην αγωγή αμφισβητεί, είτε τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης είτε το χρόνο που αυτή έγινε, να μπορεί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, κρίνω ότι, η χωρίς άδεια από το Δικαστήριο, τροποποίηση του τίτλου της αγωγής από τους ενάγοντες και στις τρεις περιπτώσεις που συνέβη αυτό, η οποία έγινε με τις ειδοποιήσεις, ημερομηνίας 31/8/2017, 11/12/2019 και 30/11/2022, αντίστοιχα, έγινε νόμιμα. Αυτό δε, παρά τη θέση της εναγόμενης, ότι για σκοπούς ενεργητικής νομιμοποίησης των νυν εναγόντων, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, απαιτείτο η καταχώρηση σχετικής αίτησης τροποποίησης του τίτλου της αγωγής και αναλόγως, των δικογράφων και πολύ περισσότερο, η καταχώρηση αίτησης για συνέχιση της διαδικασίας, λόγω της αλλαγής του ονόματος των εναγόντων, ως ειδικών διαδόχων αλλεπάλληλων προκατόχων τους.
Όμως, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Και τούτο, επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, με τη γραπτή αγόρευσή του, για το ενδεχόμενο που θα είχα - όπως και έχω - αντίθετη θέση από τη δική του ήγειρε θέμα συνταγματικότητας του άρθρου 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015, το οποίο, όπως υποβάλλει θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικό, αναφέροντας και τους λόγους. Για το σκοπό αυτό, κ. Χριστοφόρου ζήτησε την παραπομπή του θέματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, για εξέταση και λήψη σχετικής απόφασης.
Σύμφωνα με το Άρθρο 144 1.(1)(2) του Συντάγματος:
«(1) Κάθε διάδικος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένης της κατ’ έφεση, δύναται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως.
(2) Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, δύναται να παραπέμψει τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως νόμος ήθελε ορίσει, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιόν του, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφανθεί επί τούτου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου (3).»
Δεδομένης της θέσης μου - η οποία εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) - ότι η υποκατάσταση των εναγόντων, Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ από τους νυν ενάγοντες, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, έγινε αυτόματα, κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων και συγκεκριμένα, στις 7/10/2022 και ώρα 2:30 μ.μ., δυνάμει του εδαφίου 4 του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015 και η εναγόμενη εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας του εδαφίου 6 του συγκεκριμένου άρθρου και λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία που απέδωσα στο συγκεκριμένο εδάφιο, έχω τη γνώμη, ότι το εγειρόμενο από την εναγόμενη ζήτημα αντισυνταγματικότητας δεν είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της αγωγής. Με αυτό δεδομένο, δεν τίθεται καθόλου θέμα άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας για παραπομπή του για απόφανση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Ούτε οι ενάγοντες μα ούτε και η εναγόμενη ζητούν έξοδα σε σχέση με τη διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της παρούσας απόφασης. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής.
(Υπ.) ..……………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο