Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Victoriya Berestovska, Αρ. Αγωγής: 587/2024, 10/2/2026
print
Τίτλος:
Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Victoriya Berestovska, Αρ. Αγωγής: 587/2024, 10/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 587/2024 (i-Justice)

 

Μεταξύ:

 

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

 

Ενάγουσα

-και-

 

 

Victoriya Berestovska

 

Εναγόμενη

 

                                         ……………………………….

 

Ημερομηνία: 10.2.2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για  Ενάγουσα - Αιτήτρια:  Ο κ. Κ. Καλυφόμματος για Χ. Πουργουρίδης  & Σία Δ.Ε.Π Ε

 

Για Εναγόμενη-Καθ’ης η Αίτηση : Ο κ. Γ. Μαυρόγιαννης για Α. Σάββα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π Ε

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

(αναφορικά με την αίτηση, ημερομηνίας 25.2.2025, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης)

 

 

Η Ενάγουσα καταχώρησε, στις 25.6.2024, δυνάμει του Μέρους 7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Έντυπο Απαίτησης εναντίον της Εναγομένης, στο οποίο ενσωματώνεται και Έκθεση Απαίτησης της. 

Μοναδική θεραπεία την οποία αξιώνει από την Εναγόμενη, είναι διάταγμα του δικαστηρίου που να την διατάσσει να της παραδώσει την κατοχή ενός διαμερίσματος  (τα στοιχεία του οποίου καταγράφονται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης της) (στο εξής «το επίδικο διαμέρισμα»). 

Στις 18.11.2024 η Εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 14.1.2025 καταχώρησε και την Υπεράσπιση της.

Ακολούθως, στις 25.2.2025, η Ενάγουσα-Αιτήτρια (στο εξής «η Αιτήτρια»)  καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση αξιώνοντας εναντίον της Εναγομένης-Καθ’ης η Αίτηση  (στο εξής «η Καθ’ ης η Αίτηση») την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η αξίωση της στην βάση του Εντύπου Απαιτήσεως της

Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση λειτουργού της Αιτήτριας. 

 

Η Καθ’ης η Αίτηση αντέδρασε στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καταχωρώντας προς τούτο σχετική ένσταση, στην οποία προβάλλει συνολικά 13 λόγους ένστασης.  Δεν κρίνω σκόπιμο να τους καταγράψω και αναφορά σε αυτούς θα γίνει όταν και εφόσον κριθεί αναγκαίο. Αναφέρω όμως το αυτονόητο ότι αυτοί έχουν ληφθεί υπόψιν και μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή από το Δικαστήριο.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ής η Αίτηση.

 

Εκδοχή Αιτήτριας

 

Είναι η εκδοχή της Αιτήτριας, ότι το αγώγιμο δικαίωμα της εδράζεται στο γεγονός ότι, την 9.1.18, εξασφάλισε δικαστική απόφαση υπέρ της και εναντίον της Καθ’ης η αίτηση (Τεκμήριο 4), στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 3804/2014, με την οποία η τελευταία διατάττετο να της αποπληρώσει οφειλόμενα ποσά δυνάμει δανείου.

 

Στην εν λόγω απόφαση εκδόθηκε, επίσης, και διάταγμα που επέτρεπε στην Αιτήτρια να προβεί σε όλα τα δέοντα μέτρα για την άσκηση όλων των δικαιωμάτων της, τα οποία απορρέουν από την συμφωνία εκχώρησης, ημερομηνίας 11.8.11 (Τεκμήριο 7) που υπέγραψε η Καθ’ης η αίτηση  προς την Marfin Popular Bank Public Co Limited, βάση της οποίας εκχώρησε όλα της τα δικαιώματα που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο που κατάρτισε μεταξύ της Καθ’ης η αίτηση και της εταιρείας Cosola Development Limited (στο εξής «η Cosola») ημερομηνίας 24.5.11 (Τεκμήριο 5) καθώς και τη συμπληρωματική τους συμφωνία, ημερομηνίας 11.8.11 (Τεκμήριο 6), σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. 

 

Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα (περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων για την είσπραξη οφειλομένων δανείων που παραχωρήθηκαν σε πελάτες της Cyprus Popular Bank Public Co Limited, πρώην Marfin Popular Bank Public Co Limited) μεταβιβάστηκαν σε αυτή, δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1, 2 και 3).

 

Στις 28.11.19 εκδόθηκε από το Κτηματολόγιο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος με εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη την Cosola (Τεκμήριο 8). 

 

Ήταν, μεταξύ άλλων, όρος της συμφωνίας εκχώρησης, ότι στην περίπτωση που οι δανειακές υποχρεώσεις της Καθ’ης η αίτηση προς την Αιτήτρια καθίσταντο ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, η τελευταία δικαιούτο να απαιτήσει την παράδοση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από την Καθ’ης η αίτηση.  Η Καθ’ης η αίτηση δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια έναντι της οφειλής της και εξακολουθεί σήμερα να απολαμβάνει ανενόχλητη την κατοχή του διαμερίσματος. 

 

Η Αιτήτρια με επιστολή του δικηγόρου της απαίτησε από την Καθ’ης η αίτηση να της παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου διαμερίσματος χωρίς την οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους της. 

 

Η Καθ’ης η αίτηση εμποδίζεται από το να προβάλλει τις οποιεσδήποτε υπερασπίσεις που προβάλλει μέσω της Υπεράσπισης που καταχώρισε, εφόσον αυτές όφειλε να τις εγείρει στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 3804/14, πράγμα και το οποίο δεν έπραξε. 

 

Είναι η καταληκτική θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ’ης η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης έναντι της απαίτησης της, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση της Αιτήτριας  ή τα ζητήματα που εγείρονται σε αυτήν θα πρέπει να εκδικαστούν. 

 

 

Εκδοχή Καθ’ης η αίτηση

 

Στην αντίπερα όχθη, η εκδοχή της Καθ’ης η αίτηση συνίσταται στο γεγονός ότι η ίδια αγνοεί το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 3804/14.  Είναι η, περαιτέρω, θέση της ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την Αιτήτρια και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε δοσοληψία μαζί της. Η Καθ’ης η αίτηση επίσης ουδεμία δοσοληψία είχε με τη Λαϊκή με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα απαίτηση εναντίον της. Με βάση την Υπεράσπιση της που καταχώρησε και τους εκεί προβαλλόμενους λόγους είναι η θέση της ότι έχει έναντι της Αιτήτριας καλή και γνήσια υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, με τα όσα έχει προσκομίσει η Αιτήτρια, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, δεν αποδεικνύει την οποιαδήποτε αξίωση της έναντι της Καθ’ης η αίτηση. Και τούτο γιατί τα έγγραφα που έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια, αυτά είναι διατυπωμένα σε γλώσσα άλλη από την ελληνική και χωρίς τη δέουσα μετάφραση αυτών, το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων παραμένει άγνωστο στην ίδια. Τέλος, είναι η θέση της ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να έχει οποιαδήποτε αξίωση από την Καθ’ς η Αίτηση εφόσον ιδιοκτήτρια σήμερα του επίδικου διαμερίσματος είναι η Cosola

 

Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν, καθώς και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν ως προς τις θέσεις τους.

Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις θέσεις και τα επιχειρήματα έκαστης πλευράς.

Νομική Πτυχή

Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται επί της ουσίας στο Μέρος 24 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο διέπει δικονομικά την εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.

Το Μέρος 24.2 προνοεί τα ακόλουθα:

«24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α) κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

Περαιτέρω, το Μέρος 24.3(1) προνοεί ότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης πριν την καταχώρηση από τον Εναγόμενο σημειώματος εμφάνισης, εκτός αν το Δικαστήριο δώσει άδεια.

Το δε Μέρος 24.4 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται σε αυτή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο Αιτητής πιστεύει πως ο Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης και ότι δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί. 

Από την δικαστική έρευνα στην οποία έχω προβεί δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε απόφαση είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου είτε του νεοσύστατου Εφετείου που να διαπραγματεύεται το Μέρος 24 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, 22/12/2025.

Πράγμα απόλυτα λογικό εφόσον οι Νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας τέθηκαν σε ισχύ μόλις την 1.9.2023.

Καθοδήγηση όμως άντλησα από διάφορες Αγγλικές υποθέσεις και Αγγλικά νομικά συγγράμματα, εφόσον το Μέρος 24 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας είναι αντίστοιχο με το Part 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. 

Στο The White Book Service 2024: Civil Procedure, Vol.1, στην παράγραφο 24.2.3, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, καταγράφονται τα κριτήρια και οι εφαρμοστέες αρχές για την έκδοση από το Δικαστήριο συνοπτικών αποφάσεων. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα:

«The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:

i) The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;

ii) A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472;

iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;

iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel;

v) However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;

vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;

vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a shot point of law or construction and, if the court if satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Mellor v Partridge [2013] EWCA Civ 477, το έργο του Δικαστηρίου σε μια Αίτηση για έκδοση συνοπτικής Απόφασης

 

«is not to decide whether the Claimants are right. Our task is to decide which parts of the case (if any) are fit to go to trial.»

 

Στο νομικό σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice, 4η έκδοση, 2021 στις παραγράφους 9.59-9.64 αναφέρονται επίσης τα εξής σχετικά:

‘‘9.59. An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success.

9.60, In Swain v Hillman Lord Woolf MR said that the “words ‘no real prospect of succeeding’ do not need any amplification, they speak for themselves. The word ‘real’ distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a ‘realistic’ as opposed to a ‘fanciful’ prospect of success”. It has been said that “real” means that the respondent has to have a case which is better than merely arguable but has some degree of conviction, even if it is difficult to make out. But even these elaborations fail to convey a clear measure of what has to be established in order to obtain summary judgment and different judges may well have different conceptions of what counts as “real” and what counts as “fanciful” or what is better than “merely arguable”. It is of course not possible to obtain precision in a test of this kind, but adequate consistency can be achieved only if the test is better articulated so that judges can apply it in the context of a shared understanding of its nature and purpose.

9. 61 To appreciate the full implications of the test one must first articulate its rationale. The pre-CPR position was that only claimants could apply for summary judgment, and they had to demonstrate that the defendant had “no defense” to the claim. It was not enough for the court to conclude that the defendant was unlikely to succeed in its defence; it had to be convinced beyond reasonable doubt that the defendant could not succeed. As a result, leave to defend had to be given even where the defence was very weak, or “shadowy”, though the court had the power to impose conditions on the leave to defend if it considered the defence to be doubtful or lacking in substance.

9. 62 In his Access to Justice reports Lord Woolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed of summarily. The test of “a real prospect of succeeding” must therefore be understood in the context of the reports’ policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome.

9. 63 Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second, whether there is a real prospect that some material support for the party’s case would emerge if the case followed the normal procedural route. It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful.

9. 64 Support for this interpretation of the test is found in S v Gloucestershire County Council where the Court of Appeal explained that before giving summary judgment the court must be satisfied of the following matters: (1) that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it; (2) that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and (3) that there was no real prospect of oral evidence affecting the court’s assessment of the facts. The Court of Appeal stressed that even where there were gaps in the evidence, the court could proceed to summary judgment if there was no real prospect that the gaps would be filled.

Ως προκύπτει από το λεκτικό του Μέρους 24.4 το βάρος απόδειξης ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τη διεξαγωγή δίκης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα. Σχετική είναι και η αντίστοιχη αναφορά στο White Book Service του 2024 (ανωτέρω) στην παράγραφο 24.2.3 υπό τον τίτλο «Burdens of proof» όπου αναφέρεται ότι:

«In ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472, it was said that under r.24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial. The existence of this burden is indicated by para.2(3) of Practice Direction 24; the applicant must: (a) identify concisely any point of law or provision in a document on which they rely; and/or (b) state that the application is made because the applicant believes that, on the evidence, the respondent has no real prospect of succeeding on the claim or issue or (as the case may be) of successfully defending the claim or issue to which the application relates, and in either case state that the applicant knows of no other reason why the disposal of the claim or issue should await trial. The essential ingredient is the applicant’s belief that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial.»

Προχωρώ στη συνέχεια κατά προτεραιότητα να εξετάσω, κατά πόσο πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση οι τυπικές προϋποθέσεις που το Μέρος 24 προνοεί, σε σχέση με την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ανατρέχοντας στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει διαπιστώνω ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της Καθ’ης η αίτηση (βλέπε Μέρος 24.3(1)) καθώς και αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει προς υποστήριξη αυτής, ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται διότι η Αιτήτρια πιστεύει ότι η Καθ’ης η αίτηση με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της Απαίτησης της και δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση της θα πρέπει να εκδικαστεί. Επομένως, η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24. Σημειώνω εξάλλου, ότι η Καθ’ης η αίτηση, μέσω της ένστασης της, δεν αμφισβητεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι πιο πάνω τυπικές προϋποθέσεις.  

Προχωρώ στην συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης.

Έχοντας κατά νου τα όσα και οι δύο πλευρές προβάλλουν, η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση αξιώνει την ανάκτηση κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από την Καθ’ης η αίτηση. 

 

Αποτελεί κοινό τόπο των μερών ότι η Καθ’ης η αίτηση είναι κάτοχος μέχρι και σήμερα του επίδικου διαμερίσματος και αρνείται να παραδώσει την κατοχή αυτού στην Αιτήτρια. 

 

Το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εδράζεται, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις της, στην απόφαση που έχει εκδοθεί από Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση τότε) στις 9.1.18, στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αριθμόν 3804/14. 

 

Στα πλαίσια της απόφασης αυτής, πέραν του ότι η Καθ’ης η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλει στην Αιτήτρια οφειλόμενα ποσά δυνάμει δανείου, εκδόθηκε και διάταγμα που επέτρεπε στην Αιτήτρια να εξασκήσει όλα τα δικαιώματα της, τα οποία απορρέουν από την συμφωνία εκχώρησης που η Καθ’ής η αίτηση κατάρτισε με την Αιτήτρια. Με βάση την συμφωνία εκχώρησης η Καθ’ής η αίτηση εκχώρησε προς την Αιτήτρια όλα της τα δικαιώματα που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο καθώς και από την συμπληρωματική συμφωνία που κατάρτισε με την Cosola.  

 

Στον όρο 7 της εν λόγω συμφωνίας εκχώρησης (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), προνοείται ότι:

 

In the event that under the terms of the contract of sale the seller must deliver possession of the property to the assignor and/or immediately upon the assignor receiving possession of the property, if the obligations hereby secured shall have become due and payable, the bank may demand possession of the property and the assignor hereby undertakes to deliver to the bank possession of the property.  In the event that the assignor refuses to deliver possession of the property to the bank, the bank may exercise the rights granted to it by close five above and by the law.”

 

Για να δύναται η Αιτήτρια να ενεργοποιήσει τον όρο 7 της συμφωνίας εκχώρησης, η οποία αποτελεί μέρος της εξασφάλισης της Καθ’ης η αίτηση προς την Αιτήτρια σε σχέση με το δάνειο που έλαβε, θα πρέπει οι υποχρεώσεις της Καθ’ης η αίτηση προς αυτήν να γίνουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές. Η προϋπόθεση αυτή, με τα όσα αντικειμενικά η Αιτήτρια προσκόμισε στο δικαστήριο, πληρείται εφόσον εναντίον της Καθ’ης η αίτηση εκδόθηκε δικαστική απόφαση στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 3804/2014. 

 

Ένας διάδικος δύναται να αξιώνει την κατοχή ακινήτου έστω και αν δεν είναι ιδιοκτήτης αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει να καταδείξει ότι έχει καλύτερο και άμεσο δικαίωμα κατοχής από τον υφιστάμενο κάτοχο του ακινήτου (Street v. Mountford (1985) A.C. 809, Thanos Hotels Limited και Άλλοι v Ιωακείμ (2004) 1 Α.Α.Δ 1167). 

 

Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, στο οποίο εδράζει ουσιαστικά την απαίτηση της η Αιτήτρια, στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτων και όχι της κυριότητας ακινήτων (Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100) και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής που είναι η προέκταση της προστασίας του προσώπου και η εξήγηση της είναι η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης.  Είναι αδίκημα αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς (Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Κεφ. 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 130-135 και Παπακόκκινου και άλλες ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379).

 

Το δε βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης φέρει ο Ενάγων, αλλά, με την απόδειξη της επέμβασης, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι αυτή δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43(2) του Κεφ. 148 και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.α., (2004)  1Β Α.Α.Δ. 813).

 

Στη βάση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης και της αναγνώρισης, μέσω αυτής, του δικαιώματος της Αιτήτριας να ασκήσει όλα της τα δικαιώματα που πηγάζουν από την συμφωνία εκχώρησης, η Αιτήτρια εξάσκησε αυτά, μέσω της έγερσης της παρούσας απαίτησης, αξιώνοντας δηλαδή την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος από την Καθ’ής η Αίτηση δυνάμει του όρου 7 της συμφωνίας εκχώρησης. 

 

Η ίδια η Καθ’΄ης η αίτηση δεσμεύτηκε έναντι της Αιτήτριας, με την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης, αναγνωρίζοντας ότι στην περίπτωση που οι οφειλές της καθίσταντο ληξιπρόθεσμες και απαιτητές να της παραδώσει την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος και σε περίπτωση άρνησης της η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα να λάβει νομικά μέτρα, όπως και έπραξε καταχωρώντας την παρούσα αίτηση.

 

Η Καθ’ης η αίτηση υπογράφοντας τη συμφωνία εκχώρησης έδωσε ρητά το δικαίωμα στην Τράπεζα να εκτελέσει την εξασφάλιση της, δυνάμει του εκχωρητηρίου, και να αξιώνει από αυτήν την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Το δικαίωμα της Καθ’ης η αίτηση να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα πηγάζει δυνάμει των προνοιών του αγοραπωλητηρίου  συμβολαίου που σύναψε με την Cosola και το δικαίωμα της αυτό το εκχώρησε στην Αιτήτρια. Η τελευταία έχει καταδείξει αντικειμενικά, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι έχει άμεσο και εκτελεστό δικαίωμα να αξιώνει κατοχή από την Καθ’ης η αίτηση, δικαίωμα το οποίο πηγάζει από την έκδοση της δικαστικής απόφασης και των όρων της συμφωνίας εκχώρησης.  Η Καθ’ης η αίτηση στη βάση των δεδομένων αυτών δεν έχει καλύτερο δικαίωμα κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από το δικαίωμα που έχει η Αιτήτρια να λάβει την κατοχή του.

 

Στην υπόθεση West Penwith Rural District Council v Gunnell and Another [1968] 2 All E.R. 1005 λέχθηκε ότι:

“Since a legal mortgage gives the mortgagee a legal estate in possession, he is entitled to take possession of the mortgaged property as soon as the mortgage is made, even if the mortgagor is guilty of no default; a legal charge has a corresponding statutory right.”

 

Η Καθ’ης η αίτηση, μέσω της ένστασης της, προβάλλει εμμέσως τη θέση (θέση η οποία και προωθήθηκε μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της) ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποίηται ενεργητικά να αξιώνει την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος, υπό την έννοια ότι η Αιτήτρια δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, εφόσον σήμερα εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι η Cosola.

 

Ό,τι εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι δικαίωμα για ανάκτηση κατοχής δεν έχει μόνο ο ιδιοκτήτης του ακινήτου αλλά και πρόσωπο που δικαιούται συμβατικά ή άλλωσπως να λάβει κατοχή (Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, Thanos Hotels Limited και Άλλοι v Ιωακείμ (2004) 1 Α.Α.Δ 1167, Manchester Airport plc v. Dutton (2000) Q.B. 133).

 

Στο Clerk & Lindsell on Torts, 20th Edition, στην παράγραφο 19-10 αναφέρεται ότι:

 

‘Similarly, a person in possession can sue although he is neither the owner nor derives title from the owner, and indeed may be in possession adeverse to the owner’

 

Κατά δεύτερο,  το γεγονός ότι η Cosola φέρεται σήμερα να είναι η ιδιοκτήτρια αυτού  δεν εμποδίζει και δεν αποτελεί κώλυμα για το παρόν Δικαστήριο να διατάξει την Καθ’ης η αίτηση ώστε να παραδώσει την κατοχή στην Αιτήτρια, δικαίωμα το οποίο η Αιτήτρια, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αντικειμενικά έδειξε ότι έχει.   

 

Το γεγονός ότι μετά την εκδοθείσα δικαστική απόφαση εναντίον της Καθ’ης η αίτηση, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια πλέον του επίδικου ακινήτου είναι η Cosola, ουδόλως επηρεάζει με κανένα τρόπο τα οποιαδήποτε δικαιώματα της Καθ’ης η αίτηση τα οποία απορρέουν από τη συμφωνία εκχώρησης. Και τούτο γιατί η τελευταία δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αλλά  και δεν έχει δικαίωμα να κατέχει το επίδικο ακίνητο, με μόνο το λόγο ότι η Αιτήτρια δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αλλά άλλο τρίτο πρόσωπο. Ούτε και η Καθ’ης η αίτηση προβάλλει την οποιαδήποτε θέση ότι το δικαίωμα της να κατέχει το επίδικο ακίνητο, πηγάζει από οποιαδήποτε άλλη σχέση έχει με την Cosola, πέραν του δικαιώματος της που απορρέει από το μεταξύ τους αγοραπωλητήριο έγγραφο, δικαίωμα που όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω το εκχώρησε στην Αιτήτρια. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο καλείται να καθορίσει τις σχέσεις μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ης η αίτηση, έξω και μακριά από το γεγονός ότι η Cosola είναι πλέον η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού. Στο Clerk & Lindsell on Torts, 20th Edition, στην παράγραφο 19-23 αναφέρεται ότι:

΄In Manchester Airport Plc v Dutton, the Court of Appeal held, by a majority, that the court had jurisdiction to grant a licensee an order of possession againt trespassers even before the the licensee was in de facto possession, if such an order was necessary in order to give effect to the licensee’s right to occupy under the contract with the licensor.’

 

 Η Αιτήτρια, με την υπό κρίση απαίτηση της, δεν προσβάλλει και δεν αμφισβητεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Cosola. Σημειώνω, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, ότι με βάση την συμφωνία εκχώρησης και τον όρο 8 αυτής η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα, αν επιθυμεί, να ζητήσει να εγγραφεί και ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος υπό την προϋπόθεση ότι το χρέος της Καθ’ης η αίτηση είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

 

Σε κάθε όμως περίπτωση, κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εκχώρησης, η Αιτήτρια και πάλι δεν ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος. Επομένως δεν γίνεται αποδεκτός επί του προκειμένου ο λόγος ένστασης της Καθ’ής η αίτηση.  

 

Με τα όσα η Αιτήτρια προβάλλει, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει πείσει στον απαιτούμενο βαθμό εφόσον τα γεγονότα που επικαλείται είναι επαρκή ώστε η πλευρά της Καθ’ης η αίτηση να κληθεί να καταδείξει ότι οι υπερασπίσεις που προβάλλει έχουν κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας.

 

Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις της Καθ’ης η αίτηση ως αυτές προβάλλονται στην ένορκη της δήλωση.

 

Η Καθ’ης η αίτηση προβάλλει τη θέση, ως αυτές εν τέλει προωθήθηκαν στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της, ότι η Ενάγουσα δεν αποδεικνύει ότι έχει ενεργητική νομιμοποίηση (locus standi) να καταχωρήσει την παρούσα απαίτηση, υπό την έννοια ότι ουδέποτε συμβλήθηκε είτε με την Αιτήτρια είτε με τη Λαική. Η εν λόγω προβαλλόμενη υπεράσπιση, κατά τη κρίση μου, δεν μπορεί να εγερθεί στο στάδιο αυτό λόγω του ότι προσκρούει στις αρχές του δεδικασμένου, στην βάση του ότι έχει εκδοθεί απόφαση, στα πλαίσια της αγωγής, υπ’ αριθμόν 3804/2014, με την οποία, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην Αιτήτρια να ασκήσει όλα της τα δικαιώματα που πηγάζουν από την συμφωνία εκχώρησης, συμπεριλαμβανομένου και της ανάκτησης κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από την Καθ΄ης η αίτηση. 

 

Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», γίνεται εκτενής αναφορά στις αρχές του δεδικασμένου όπως καθορίστηκαν από τη νομολογία.

 

Τονίζεται στην σελίδα 921 του πιο πάνω συγγράμματος, ότι το δεδικασμένο μπορεί να πάρει τη μορφή του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Terzian (2014) 1 Α.Α.Δ 558, Θεοδώρου ν Μάντη (2010) 1(Β) Α.Α.Δ 1036 και Υπουργός Εσωτερικών ν Μυλωνά (2002) 1(Α) Α.Α.Δ 120). Στην συνέχεια στη σελίδα 928 του ιδίου συγγράμματος, αναφέρονται τα πιο κάτω ως προς τις βασικές προϋποθέσεις προκειμένου να αποδειχθεί κώλυμα λόγω δεδικασμένου:

 

«Ανεξαρτήτως αν η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής ή σε κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα, η εφαρμογή της προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων, ήτοι:

 

(i)            Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.

 

H απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη σε αντίθεση με ενδιάμεση απόφαση που δεν επιτρέπει εφαρμογή του δεδικασμένου διότι δεν θεωρείται συνήθως ως τελεσίδικη (Recnex Trading Ltd και άλλου ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 71/11, ημερ. 16.4.2014, Panpa Estates & Investments Ltd και άλλου ν Rodou Charalambous & Son Ltd, ΠΕ18/10, ημερ. 11.9.2013). Στη Χάσικος και άλλοι ν Χαραλαμπίδη (1990) 1 ΑΑΔ 389 το Εφετείο έκρινε ότι δεδικασμένο προκύπτει μόνο από δεσμευτική δικαστική απόφαση καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς όπως προσδιορίζεται στη δικογραφία (βλ. επίσης Βαττής ν Αυξεντίου και άλλου, ΠΕ127/09).

 

(ii)          Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.

 

Η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται μόνον όταν οι διάδικοι και στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι (βλ. μεταξύ άλλων Επί της αφορώσι τους Ανήλικους Κωνσταντίνο και Ελένη Λοΐζου και άλλης (1998)(1Α) ΑΑΔ 55).

 

 (iii)         Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων.

 

Η δέσμευση που μπορεί να προκύψει από την προηγούμενη διαδικασία καλύπτει τους διαδίκους και τους διαδόχους τους (privies) (βλ. Γαβριήλ κ.α. ν Αγαπίου (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1868, εφόσον υπάρχει ταύτιση των διαδίκων και στις δύο διαδικασίες (βλ. Καζαμία ν Χαραλάμπους κα.α (2011) 1(Γ) ΑΑΔ 2159).

 

 (iv)         Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.

 

Η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής εάν το επίδικο θέμα στη δεύτερη διαδικασία είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην πρώτη διαδικασία (Χ''Ζαχαρίου κ.α. ν LK Globalsoft Com Ltd (2010) 1(B) ΑΑΔ 1225). Το θέμα προσεγγίζεται με αναφορά στα δικόγραφα, στις αγορεύσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης των δύο (ή περισσοτέρων) διαδικασιών και στις περιστάσεις της περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση του Fotiou Bros Shipping Ltd κ.α. Πολ. Αιτ. 4/13, ημερ. 15.1.13

 

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να συντρέχουν, ειδεμή δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο (Κανάρης ν Λοΐζου και Άλλων (2006) 1(Α) ΑΑΔ 599, Σοφοκλέους ν Ταβελούδη και Άλλων (2002) 1(Α) ΑΑΔ 92).»

 

Στην υπόθεση Ιωάννης Βιολάρης κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 163/2018, 165/2018, 6/9/2024, με παραπομπή σε Αγγλική νομολογία, αναφέρθηκε επίσης ότι:

 

«…ο κανόνας του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που ένας διάδικος επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία και δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.»

 

Στην υπόθεση Χωματένος Χαράλαμπος Κύπρου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου και του αποβιώσαντος Κύπρου Χαραλάμπους Χωματένου ν. Λουκά Παναγιώτου Σταυρινού (2015) 1 ΑΑΔ 2825 λέχθηκε περαιτέρω ότι:

 

«…Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα...........................»

Επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, σελ. 184, αναφέρεται ότι όταν ένα επίδικο γεγονός αποφασιστεί σε δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και το ίδιο γεγονός επανεμφανιστεί σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εγείρεται θέμα δεδικασμένου. Όμως η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο σε ζητήματα που έχουν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία (βλ. Theori a.ο. v. Djoni a.ο. (1984) 1 C.L.R. 296, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, Γαβριήλ κ.ά. ν. Αγαπίου (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1868 και Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1703).»

 

Όλες οι προϋποθέσεις στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν σωρευτικά ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του δεδικασμένου.

 

Το πιο πάνω ζήτημα που εγείρει η Καθ’ης η αίτηση θα μπορούσε να το εγείρει  ή είχε την ευκαιρία να το εγείρει στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Ως προκύπτει η Καθ’ης η αίτηση στα πλαίσια της εκδίκασης της εν λόγω αγωγής επέλεξε, για δικούς της άγνωστους λόγους προς στο Δικαστήριο, να μην εμφανισθεί με αποτέλεσμα να εκδοθεί ερήμην απόφαση εναντίον της. Αυτό το οποίο επιχειρεί, μέσω της προβαλλόμενης υπεράσπισης, η Καθ’ης η αίτηση είναι να αναβιώσει επίδικα ζητήματα, τα οποία ήδη έχουν αποφασιστεί στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής.  Επομένως η Αιτήτρια στη βάση της εν λόγω δικαστικής απόφασης νομιμοποιείται να καταχωρήσει εναντίον της την παρούσα απαίτηση.

 

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των πιο πάνω η Καθ’ης η αίτηση με την έγερση της απαίτησης και την επίδοση σε αυτής  παρέλειψε, μέχρι και σήμερα, να δρομολογήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, συγκεκριμένη διαδικασία για την αμφισβήτηση του νομικού καθεστώτος της Αιτήτριας και συνακόλουθα τον τερματισμό της διαδικασίας με αποτέλεσμα ουσιαστικά να την εμποδίζει να εγείρει το ζήτημα σε αυτό το στάδιο (Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α. (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 773, Μαρία Χαραλάμπους ν. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Πολ. Έφεση 296/2016, ημερομηνίας 30.01.2025 και Ιωάννη Τανή κ.α. v. Συνεργατικής εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Πολ. Έφεση 308/2016, ημερομηνίας 23.10.1025). 

   

Εν πάση περιπτώσει, τα όσα έχει προσκομίσει η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση (βλ. Τ.1,2 και 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση) , όπου σημειώνεται ότι η Αιτήτρια, έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της Cyprus Popular Bank Ltd, (πρώην Marfin, πρώην Λαϊκή), σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, N.17(I)/2013, ως τροποποιήθηκε, και το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα, Κ.Δ.Π.104/2013).  

 

Προβάλλεται, περαιτέρω, η θέση από την Καθ’ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια επισύναψε την συμφωνία εκχώρησης, το αγοραπωλητήριο έγγραφο καθώς και την συμπληρωματική της συμφωνία, οι οποίες είναι συνταγμένες στην Αγγλική γλώσσα, δηλαδή άλλη γλώσσα από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς μάλιστα να έχει προσκομισθεί σχετική μετάφραση τους. Συνεπακόλουθα τα εν λόγω τεκμήρια δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία. 

 

Σχετικό επί του προκειμένου είναι το άρθρο 5 του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988 (Ν. 67/1988), ως αυτό τροποποιήθηκε. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι:

 

«Προσαγωγή εγγράφων

5.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.

(2) Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ’ οποιαδήποτε απ’ αυτές.

(3) Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση.»

 

Στην υπόθεση Atkinson Thomas Norman ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ύστερα από εξουσιοδότηση της Angela Atkinson (2006) 1 ΑΑΔ 1371 αντικείμενο της ήταν αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση Αγγλικής απόφασης διατροφής, που εκδόθηκε από Αγγλικό Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως η αίτηση. Με την έφεση του Εφεσείοντας ήγειρε, μεταξύ άλλων, ζήτημα ότι η Αγγλική απόφαση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν ήταν στην Αγγλική γλώσσα και δεν διατάχθηκε η μετάφραση τους στην Ελληνική γλώσσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με το εξής σκεπτικό:

 

«Είναι καθαρό από τα πιο πάνω ότι το κατά πόσο επιβάλλεται μετάφραση εγγράφου σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση δεν ασκήθηκε η διακριτική αυτή εξουσία υπέρ μετάφρασης των Αγγλικών κειμένων.

Στην παρούσα περίπτωση, κατά την κρίση μας, η Αγγλική απόφαση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 5 και δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι εσφαλμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο να μη διατάξει μετάφραση στα Ελληνικά, τοσούτω μάλλον αφού ο εφεσείων-καθ' ου η αίτηση είναι Άγγλος. Ο λόγος αυτός της έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί.»

 

Στην δε μεταγενέστερη υπόθεση Τόσκας Αντώνης ν. ΒΝP Paribas (Cyprus) Limited (2010) 1 ΑΑΔ 1962 οι Εφεσίβλητοι, υπό την ιδιότητα τους ως πιστωτές, καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος παραλαβής του Εφεσείοντα. Η σχετική αίτηση συνοδευόταν από  ένορκη δήλωση, η οποία ήταν συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε εναντίον του Εφεσείοντος το αιτούμενο διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του.

 

Ο Εφεσείων καταχώρησε έφεση. Ένας από τους λόγους έφεσης του ήταν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα παραλαβής στηριζόμενη σε παράνομη ένορκη δήλωση, η οποία καταρτίστηκε στην Αγγλική γλώσσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης αναφέροντας τα εξής:

 

«Το Άρθρο 3.4 του Συντάγματος καθιέρωσε επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, τα ελληνικά και τα τουρκικά, ως τις γλώσσες στις οποίες θα διεξάγεται η δικαστική διαδικασία. Παρά τις διατάξεις του Άρθρου 3, το Άρθρο 189(β) του Συντάγματος επέτρεψε δυνητικά την χρήση της αγγλικής γλώσσας στα δικαστήρια, για μια μεταβατική περίοδο 5 ετών, η οποία στη συνέχεια παρατάθηκε με τον περί Νόμων και Δικαστηρίων (Κείμενο και Διαδικασία) Νόμο του 1965 (Ν. 51/65). Τελικά η μεταβατική αυτή περίοδος τερματίστηκε με το Νόμο 67/88, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθούν οι συνταγματικές πρόνοιες του Άρθρου 3 του Συντάγματος, οι οποίες προέβλεπαν για τη χρήση της ελληνικής και της τουρκικής γλώσσας στη δικαστική διαδικασία με μια εξαίρεση (βλ. Koumi v. Kortari a.ο. (1983) 1 C.L.R. 856, Hassanein v. Hellenic Island κ.ά. (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 303).

 

 

Το Άρθρο 5 του Νόμου δημιουργώντας εξαίρεση στις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Συντάγματος, επιτρέπει την αποδοχή ως αποδεικτικού μέσου οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα. Δια του εδαφίου (2) δίδεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να διατάξει μετάφραση αν αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Με το εδάφιο (4) διευκρινίζεται ότι «έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση».

 

Το επιχείρημα του δικηγόρου του Εφεσείοντος είναι ότι η ένορκη δήλωση δεν αποτελεί «έγγραφο» μέσα στην έννοια του νόμου.  Εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, που η ένορκη δήλωση χρησιμοποιήθηκε σε διαδικασία, δεν αποτελεί αποδειχτικό μέσο, αλλά έχει την «υφή δικογράφου».

 

Δεν συμφωνούμε. Τόσο το Αρθρο 6(1) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όσο και ο Κανονισμός 50(1) των Πτωχευτικών Κανονισμών, προέβλεπαν για την επιβεβαίωση της Αίτησης Πτώχευσης με ένορκη δήλωση εκ μέρους του Πιστωτή. Η επιβεβαίωση με την έννοια που της αποδίδει ο Νόμος, καθιστά την ένορκη δήλωση «αποδειχτικό μέσο» και όχι δικόγραφο.»

 

 

Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα υπό κρίση γεγονότα, ό,τι εν προκειμένω θα πρέπει να σημειωθεί, είναι πως στα πιο πάνω έγγραφα που προσκόμισε η Αιτήτρια, συμβαλλόμενο μέρος ήταν η ίδια η Καθ’ης η αίτηση. Επομένως πως μπορεί να επικαλείται η ίδια το γεγονός ότι δεν κατανοεί το περιεχόμενο τους από τη στιγμή που τα υπέγραψε είναι ένα ερώτημα που έχει μείνει αναπάντητο και που ουδεμία εξήγηση έδωσε. Περαιτέρω,  η ενέργεια της Αιτήτριας  να προσκομίσει αυτούσιες της συμφωνίες στην αγγλική γλώσσα (χωρίς να προσκομισθεί μετάφραση τους στην ελληνική) είναι νομικά επιτρεπτή και η ενέργεια της αυτή συνάδει και καλύπτεται από το άρθρο 5 του Νόμου. Το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο Νόμος, δεν διέταξε την μετάφραση των εν λόγω συμφωνιών, εφόσον αυτό δεν κρίθηκε σκόπιμο υπό τις περιστάσεις. Συνεπακόλουθα, η καταχώρηση των εν λόγω τεκμηρίων στην αγγλική γλώσσα  είναι νομικά και δικονομικά επιτρεπτή εφόσον καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 5 του εν λόγω Νόμου και επομένως το δικαστήριο θα τους προσδώσει και την ανάλογη βαρύτητα. 

 

Ως έχει αναφερθεί η Καθ’ης η αίτηση καταχώρισε και σχετική Υπεράσπιση.  

 

Προβάλλει δε, μέσω αυτής, ότι η συμφωνία εκχώρησης και οι επιβαρύνσεις που δόθηκαν από την ίδια είναι άκυρες εφόσον περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, προσκρούν στις αρχές της καλής πίστης, είναι προϊόν απάτης και οικονομικού εξαναγκασμού, το επίδικο δάνειο χρεώθηκε με τόκους υπερημερίας αλλά και με παράνομες χρεώσεις, υπερασπίσεις οι οποίες δεν προωθήθηκαν μέσω της υπό κρίση ένστασης. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξαρτήτως του γεγονότος αυτού και οι εν λόγω προβαλλόμενες υπερασπίσεις καλύπτονται από τις αρχές του δεδικασμένου για τους ίδιους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω και δεν δύναται η Καθ’ης η αίτηση να τους προωθεί στην παρούσα απαίτηση ως υπεράσπιση της.

  

Προβάλλει, περαιτέρω, τη θέση ότι δεν είχε γνώση την ύπαρξη της αγωγής 3804/14 και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της να προβεί σε όλα τα δέοντα δικονομικά διαβήματα.  Η παρούσα απαίτηση καταχωρίστηκε στις 25.6.2024 και  μέχρι και σήμερα  η Καθ’ης η αίτηση δεν προέβη σε οποιαδήποτε δικονομικά διαβήματα για τον παραμερισμό της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. 

 

Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομικής πτυχής που διέπει τα υπό εξέταση ζητήματα, τα όσα η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει, με κάθε σεβασμό, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υπερασπίσεις οι οποίες έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, ούτε και ως γεγονότα τέτοιας εμβέλειας που να μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για να απορριφθεί η αίτηση αλλά ούτε και παραθέτει οποιοδήποτε επιτακτικό λόγο για τον οποίο τα ζητήματα τα οποία εγείρει θα πρέπει να αποφασιστούν σε κανονική δίκη.

 

Στην ίδια βάση ουδείς εκ των υπολοίπως λόγων ένστασης που ήγειρε η Καθ’ης η αίτηση ευσταθεί εφόσον, ούτε και έχει διαπιστωθεί ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και με αλλότρια κίνητρα, ενστάσεις οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκαν.

 

Στη βάση των ανωτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που έφερε ότι οι υπερασπίσεις που προβάλλει έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας. Με τα όσα προβάλλει δεν έχει οποιοδήποτε καλό ή νόμιμο λόγο για τον οποίο θα πρέπει να συνεχίσει να παραμένει στο ακίνητο και να μην το παραδώσει στην Αιτήτρια. Η απαίτηση της τελευταίας είναι και βάσιμη αλλά και αδιαμφισβήτητη.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας ως η παράγραφος Α’ της αίτησης.

 

Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας παρατηρώ ότι ουδείς εκ των διαδίκων δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του Μέρους 39.9 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Βάσει των όσων προνοούνται στο Μέρος 39 αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να υποβοηθούν το Δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε οποιαδήποτε ακρόαση που διήρκησε λιγότερο από 6 ώρες, όπως η παρούσα, υποβάλλοντας σχετικό κατάλογο εξόδων δύο ημέρες πριν την ακρόαση, κάτι το οποίο συνυπολογίζεται κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων. Ο εν λόγω Κανονισμός δεν τέθηκε επί ματαίω εφόσον αποσκοπεί στο να διευκολύνει το δικαστικό έργο του Δικαστηρίου σε σχέση με τον υπολογισμό των εξόδων. Οφείλουν επομένως οι συνήγοροι να συμμορφώνονται με την υποχρέωση τους αυτή. Λαμβάνω επίσης υπόψιν ότι ο γενικός κανόνας αναφορικά με τα έξοδα, δυνάμει του Μέρους 39.2(1), είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια και αφού λαμβάνω υπόψιν και το Μέρος 39.9(2) έχω αποφασίσει να επιδικάσω τα έξοδα της παρούσας αίτησης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ης η αίτηση. Κατόπιν συνοπτικού υπολογισμού, σε συνεννόηση με το Πρωτοκολλητείο, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, για το ποσό των €2500, πλέον €36 πραγματικά έξοδα, πλέον €11 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Αυτά όμως θα είναι μειωμένα κατά 10%, ενόψει της μη συμμόρφωσης της Αιτήτριας με το Μέρος 39.9(1) και (2) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

 

(Υπ.).....................................

                                                                    Μ. Χαραλάμπους, Α.E.Δ

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο