Γεώργιος Σολομωνίδης κ.α. ν. MICHAEL GERMANOU κ.α., Αριθμός αγωγής: 1267/2024, 11/2/2026
print
Τίτλος:
Γεώργιος Σολομωνίδης κ.α. ν. MICHAEL GERMANOU κ.α., Αριθμός αγωγής: 1267/2024, 11/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

                                                                 Αριθμός αγωγής: 1267/2024 (i-justice)

 

Μεταξύ:

 

                         1.  Γεώργιος Σολομωνίδης

                               2. SOLOMONIDES SHIPPING SERVICES LIMITED  

 Εναγόντων

και

 

                                1.  MICHAEL GERMANOU

                                      2. IAN DOMAILLE  

                                           3.  MGI Ltd

Εναγόμενων

                                                                                                                                                  

-------------------

 

Αίτηση, ημερομηνίας 16/4/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11/2/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κα Κ. Γιαπανά, για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για ενάγοντες 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: κ. Π. Παναγίδης με κα Μ. Στεφάφνου, για CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ. 4, δυνάμει  του Μέρους 7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») στις 11/12/2024. Με αυτή αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τα ακόλουθα:

«Α.       Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και υπέρ των Εναγόντων για το ποσό του ενός εκατομμυρίου εξακόσιες τριάντα χιλιάδες διακόσια ενενήντα ευρώ (€1,630,290) για ζημιά και/ή απώλεια που οι Ενάγοντες υπέστησαν συνέπεια των αδικαιολόγητων ενεργειών και/ή πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγομένων κατά την περίοδο 01/12/2014 μέχρι σήμερα, οι οποίες δημιουργούν ευθύνη εναντίον τους συνεπεία και/ή ως αποτέλεσμα δόλου (fraud) και/ή απάτης (deceit) και/ή δόλιων και/ή αναληθών και/ή ψευδών παραστάσεων (fraudulent misrepresentation) και/ή παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης και/ή παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης τους (fiduciary duty) προς τους Ενάγοντες και/ή συνεπεία της παροχής βοήθειας και/ή της ανέντιμης συνδρομής από μέρους του Εναγόμενου 2 στην παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης (dishonest assistance in breach of fiduciary duty) και/ή των άλλων παραβάσεων του Εναγόμενου 1 και/ή λόγω παράλειψης επίδειξης επιμέλειας.

 

Β.         Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και υπέρ του Ενάγοντα 1 για το ποσό των εννιακόσιων πενήντα εφτά χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα δύο ευρώ €957,862) και/ή υπέρ της Ενάγουσας 2 για το ποσό των εξακοσίων εβδομήντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι επτά ευρώ (€672,427) για ζημιά και/ή απώλεια που υπέστησαν συνέπεια των αδικαιολόγητων ενεργειών και/ή πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγομένων κατά την περίοδο 01/12/2014 μέχρι σήμερα, οι οποίες δημιουργούν ευθύνη εναντίον τους συνεπεία και/ή ως αποτέλεσμα δόλου (fraud) και/ή απάτης (deceit) και/ή δόλιων και/ή αναληθών και/ή ψευδών παραστάσεων (fraudulent misrepresentation) και/ή παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης και/ή παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης τους (fiduciary duty) προς τους Ενάγοντες και/ή συνεπεία της παροχής βοήθειας και/ή της ανέντιμης συνδρομής από μέρους του Εναγόμενου 2 στην παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης (dishonest assistance in breach of fiduciary duty) και/ή των άλλων παραβάσεων του Εναγόμενου 1 και/ή λόγω παράλειψης επίδειξης επιμέλειας.

 

Γ.          Διαζευκτικά και/ή ανεξάρτητα και/ή επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, διάταγμα που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή την Εναγόμενη 3 και/ή οποιαδήποτε εταιρεία τους ανήκει, συνεπεία των προαναφερόμενων παραβάσεων εμπιστοσύνης και/ή καθηκόντων εμπιστοσύνης και/ή των δόλιων πράξεων τους, να επιστρέψουν στον Ενάγοντα 1 το συνολικό του ενός εκατομμυρίου τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα ένα ευρώ (€1,342,991) και/ή να επιστρέψουν στον Ενάγοντα 1 και/ή στον Ενάγοντα 2 το ποσό που τους αναλογεί από το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα ένα ευρώ (€1,342,991) το οποίο μεταφέρθηκε και/ή καταβλήθηκε στους Εναγόμενους και/ή στην Cynergy Capital Limited (HE 341388) για σκοπούς του Έργου Cynergy από τους Ενάγοντες και/ή από τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν σε άλλες οντότητες των Εναγόντων κατά την περίοδο από 01/01/2015 μέχρι 17/09/2019.

Δ.         Δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλα τα χρήματα που λήφθηκαν από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων παραβάσεων εμπιστοσύνης και/ή καθηκόντων εμπιστοσύνης και/ή των δόλιων πράξεων τους, λήφθηκαν και κρατούνται από αυτούς σε εμπίστευμα προς όφελος και/ή για λογαριασμό των Εναγόντων και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι αυτά τα χρήματα θα πρέπει να μεταβιβαστούν και/ή πληρωθούν στον Ενάγοντα 1 και/ή στους Ενάγοντες 1 και 2.

 

Ε.         Διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να αποδώσουν λογαριασμούς και/ή ενόρκους λογαριασμούς (order to account) που να καλύπτουν την περίοδο από 01/01/2015 μέχρι σήμερα αναφορικά με το τρόπο που μεταχειρίστηκαν και/ή ξόδεψαν και/ή αναφορικά με το που μετέφεραν όλα τα ποσά που μεταφέρθηκαν και/ή καταβλήθηκαν στους Εναγόμενους και/ή στην Cynergy Capital Limited (HE 341388) για σκοπούς του Έργου Cynergy από τους Ενάγοντες και/ή από τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν σε άλλες οντότητες των Εναγόντων κατά την περίοδο από 01/01/2015 μέχρι 17/09/2019.

 

ΣΤ.       Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 έχει ευθύνη έναντι των Εναγόντων για το ποσό των πεντακοσίων είκοσι τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τρία ευρώ (€523,623) που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες απευθείας στην Εναγόμενη 3 και/ή για όλα τα υπόλοιπα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, λόγω της ανέντιμης συνδρομής του σε κάθε μία από τις παραβάσεις του καθήκοντος εμπιστοσύνης του Εναγόμενου 1 (dishonest assistance in breach of fiduciary duty) και/η λόγω συνδρομής και υποβοήθησης από μέρους του στις απατηλές πράξεις του Εναγόμενου 1 και/ή ως διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 3 και/ή σε άλλες συνδεδεμένες οντότητες και/ή λόγω του ρόλου του ως συνιδρυτής (co-founder) του Έργου Cynergy.

 

Ζ.         Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 να επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό των πεντακοσίων είκοσι τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τρία ευρώ (€523,623) που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες και/ή από τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν σε άλλες οντότητες των Εναγόντων στην Εναγόμενη 3 και/ή για όλα τα υπόλοιπα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή λόγω της ανέντιμης συνδρομής του σε κάθε μία από τις παραβάσεις του καθήκοντος εμπιστοσύνης του Εναγόμενου 1 (dishonest assistance in breach of fiduciary duty) και/η λόγω συνδρομής και υποβοήθησης από μέρους του στις απατηλές πράξεις του Εναγόμενου 1 και/ή ως διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 3 και/ή σε άλλες συνδεδεμένες οντότητες και/ή λόγω του ρόλου του ως συνιδρυτής (co-founder) του Έργου Cynergy.

 

Η.        Άνευ βλάβης των ανωτέρω, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες και/ή συνεπεία της παροχής βοήθειας και/ή της ανέντιμης συνδρομής από μέρους του Εναγόμενου 2 στην παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης του Εναγόμενου 1 (dishonest assistance in breach of fiduciary duty), διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 όπως επιστρέψουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό του ενός εκατομμυρίου τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα ένα ευρώ (€1,342,991) που έχει καταβληθεί από τους Ενάγοντες και/ή από τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν σε άλλες οντότητες  των Εναγόντων και/ή να επιστρέψουν όλα τα ποσά τα οποία δεν έχουν δεόντως αιτιολογηθεί ότι έχουν ξοδευθεί για σκοπούς του Έργου Cynergy από το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα ένα ευρώ (€1,342,991).

 

Θ.        Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες, διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 να προσκομίσουν λεπτομέρειες ως προς τις πράξεις που έλαβαν κατά την περίοδο 01/12/2014 μέχρι σήμερα υπό την ιδιότητα τους ως άτομα που ήταν επικεφαλής του Έργου Cynergy.

 

Ι.          Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες, διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να προσκομίσουν λεπτομέρειες ως προς το προσωπικό όφελος και/ή κέρδος που αποκόμισαν ο Εναγόμενος 1 και/ή ο Εναγόμενος 2.

 

ΙΑ.        Διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 2 με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 2, συνέπεια της ευθύνης του έναντι των Εναγόντων λόγω της ανέντιμης συνδρομής (dishonest assistance) του σε κάθε μία από τις παραβάσεις του καθήκοντος εμπιστοσύνης του Εναγόμενου 1 (dishonest assistance in breach of fiduciary duty) και/η λόγω συνδρομής και υποβοήθησης από μέρους του του Εναγόμενου 1 στις απατηλές του πράξεις και/ή ως διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 3 και/ή σε άλλες συνδεδεμένες οντότητες και/ή λόγω του ρόλου του ως συνιδρυτής (co-founder) του Έργου Cynergy, να προσκομίσει λεπτομέρειες ως προς το προσωπικό όφελος και/ή κέρδος που αποκόμισαν οι Εναγόμενοι ή ο Εναγόμενος  2 και/ή η Εναγόμενη 3. …..»

 

Οι ενάγοντες, στις 7/2/2025 καταχώρησαν μονομερή αίτηση στο πλαίσιο της οποίας, στις 14/2/2025 εξασφάλισαν τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«Α. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (α) του Εντύπου Απαίτησης (β) της παρούσας αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και (γ) του διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να εκδοθεί δυνάμει της παρούσας αίτησης και (δ) των μεταφράσεων στα Αγγλικά όλων των προαναφερθέντων εγγράφων τα οποία έχουν συνταχθεί στα Ελληνικά, προς τον Εναγόμενο 2 στο Guernsey στη διεύθυνση Artemis Trustees Limited, 2nd floor Elizabeth House, Ruette Brayes, St Peter Port, GY1 1EW και/ή σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση στο Guernsey ήθελε βρεθεί ο Εναγόμενος 2, σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης της Χάγης για Αλλοδαπή Επίδοση Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις του 1965 που κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 (Ν. 40/1982)(εφεξής η «Σύμβαση της Χάγης») και/ή μέσω αρμόδιου προσώπου στο Guernsey σύμφωνα με το άρθρο 10(γ) της Σύμβασης της Χάγης.

 

Β. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (α) του Εντύπου Απαίτησης (β) της παρούσας αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και (γ) του διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να εκδοθεί δυνάμει της παρούσας αίτησης και (δ) των μεταφράσεων στα Αγγλικά όλων των προαναφερθέντων εγγράφων τα οποία έχουν συνταχθεί στα Ελληνικά, προς την Εναγόμενη 3 στο Guernsey στη διεύθυνση Les Prevosts, La Rue Des Prevosts, St Saviour, GY7 9UQ, Guernsey σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης της Χάγης για Αλλοδαπή Επίδοση Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις του 1965 που κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 (Ν. 40/1982)(εφεξής η «Σύμβαση της Χάγης») και/ή μέσω αρμόδιου προσώπου στο Guernsey σύμφωνα με το άρθρο 10(γ) της Σύμβασης της Χάγης.

 

Γ. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα που ορίζει το χρόνο εμφάνισης των Εναγομένων 2 και 3 στην Απαίτηση σε 30 μέρες από την ημερομηνία επίδοσης του Εντύπου Απαίτησης ως πιο πάνω αναφέρεται.

 

Δ. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα όπως σε περίπτωση παραλείψεως καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης από τους Εναγόμενους 2 και/ή 3 στην καθοριζόμενη προθεσμία, οποιαδήποτε μελλοντική δια κλήσεως αίτηση και/ή ειδοποίηση και/ή διάταγμα και/ή δικόγραφο στα πλαίσια της Απαίτησης θα θεωρείται ότι επιδόθηκε με την ανάρτηση πιστοποιημένου αντιγράφου στον Πίνακα Ανακοινώσεων του Δικαστηρίου για περίοδο 14 ημερών.

 

Ε. Τα έξοδα της αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της απαίτησης.»

 

Οι τρεις εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, στις 4/4/2025. Οι εναγόμενοι 1 και 3 κανονικό σημείωμα και ο εναγόμενος 2, υπό διαμαρτυρία.

Ο τελευταίος, στις 16/4/2025 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά:

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση και/ή η διαγραφή και/ή η απόρριψη της υπό τον άνω αριθμό Απαίτησης στην ολότητά της και/ή του Εντύπου Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 11/12/2024 στο βαθμό που αφορά τον Εναγόμενο 2 και/ή παραμερίζει και/ή διαγράφει χωρίς την εξέταση της ουσίας της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμός Απαίτησης, καθώς και να παραμερίζει και/ή να απορρίπτει και/ή να διαγράφει και/ή να ακυρώνει οποιαδήποτε διαδικαστικά διαβήματα και/ή οποιεσδήποτε ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρήθηκαν από τους Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα εκδόθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Απαίτησης σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 λόγω παράτυπης και/ή προβληματικής και/ή αντικανονικής επίδοσης και/ή λόγω απουσίας και/ή έλλειψης και/ή μη αποκάλυψης και/ή μη στοιχειοθέτησης αγώγιμου δικαιώματος και/ή εύλογης αιτίας Απαίτησης των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 2.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/02/2025, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 07/02/2025, δια του οποίου διατάχθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του εντύπου απαίτησης, της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 07/02/2025, της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, του διατάγματος ημερομηνίας 14/02/2025 και τις μεταφράσεις των εν λόγω εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα και/ή ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της ίδιας της επίδοσης ημερομηνίας 05/03/2025 των ως άνω αναφερόμενων εγγράφων στον Εναγόμενο 2.

 

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να αναγνωρίζεται ότι οποιαδήποτε μορφή επίδοσης, η οποία έχει λάβει χώρα σε σχέση με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση στο βαθμό που αφορά τον Εναγόμενο 2 είναι άκυρη και/ή να θεωρείται ως μη γενόμενη.

 

…»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τού δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των τριών εναγόμενων, Γιάννη Ιωάννου.

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση:

 

«Η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη.

  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

  1. Άνευ βλάβης των πιο πάνω λόγων ένστασης υπ’ αριθμό 1-2, η επίδοση στον Εναγόμενο 2/Αιτητή έγινε καθ’ όλα νόμιμα, σύμφωνα με το Διάταγμα ημερομηνίας 14/02/2025, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης για Αλλοδαπή Επίδοση Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις του 1965 και σύμφωνα με το δίκαιο και/ή τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας του Guernsey.

 

  1. Ανεξάρτητα από τη θέση των Εναγόντων/Καθ’ ων η Αίτηση ότι η επίδοση στον Εναγόμενο 2/Αιτητή έγινε καθ’ όλα νόμιμα, είναι η θέση των Εναγόντων/Καθ’ ων η Αίτηση ότι ακόμα και στην περίπτωση που υφίσταντο οποιαδήποτε παρατυπία στον τρόπο που έγινε η επίδοση (το οποίο αμφισβητείται), η επίδοση δεν θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι ο Εναγόμενος 2/Αιτητής σε κάθε περίπτωση έλαβε γνώση της Απαίτησης και μετά την επίδοση εμφανίστηκε έγκαιρα στη διαδικασία μέσω των δικηγόρων του με τρόπο που κωλύεται από το να αμφισβητεί την ορθότητα της επίδοσης.

 

  1. Ο Εναγόμενος 2/Αιτητής δεν υπέστη ζημιά και/ή δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από την επίδοση της Απαίτησης με τον τρόπο που αυτή διεξήχθη ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της, ο οποίος δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν απολύτως σκοπό και/ή κάτι τέτοιο δεν θα σύναδε με τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

  1. Το Έντυπο Απαίτησης παραθέτει και/ή επεξηγεί επαρκώς τις διαζευκτικές απαιτήσεις και/ή τα αγώγιμα δικαιώματα που προωθούνται εναντίον του Εναγομένου 2/Αιτητή οι οποίες είναι άμεσα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας  ημερομηνίας 07/02/2025.

 

  1. Η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας  ημερομηνίας 07/02/2025 και η οποία οδήγησε στο Διάταγμα ημερομηνίας 14/02/2025 ήταν δεόντως τεκμηριωμένη και ικανοποιούσε πλήρως τις προϋποθέσεις που περιέχονται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 για τη λήψη άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας.

 

  1. Ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει και/ή καταδεικνύεται για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και/ή οποιωνδήποτε άλλων διαδικαστικών διαβημάτων και/ή ενδιάμεσων αιτήσεων καταχωρήθηκαν από τους Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση και/ή του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/02/2025 και/ή οποιουδήποτε άλλου διατάγματος εκδόθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο καθότι:

 

α. Από το περιεχόμενο του αρχικού Εντύπου Απαίτησης και της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 07/02/2025 αποκαλύπτετο καλή και/ή εύλογη αιτία απαίτησης και/ή αγώγιμα δικαιώματα εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή και/ή εμφαίνεται ότι οι Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση έχουν ουσιαστικές και βάσιμες απαιτήσεις και/ή αγώγιμα δικαιώματα εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή, τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και ανέντιμη συνδρομή στην παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης.

 

β. Με την ένορκη δήλωση του ιδίου του Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση 1 που υποστήριζε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 07/02/2025 έχει τεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, στα οποία είχε ο ίδιος άμεση εμπλοκή, πάνω στο οποίο εδράζονται τα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων/Καθ’ ων η Αίτηση με αποτέλεσμα να προκύπτει εκ πρώτης όψεως (prima facie) καλή αιτία απαίτησης σε σχέση με όλες τις απαιτήσεις που προωθούνται εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή.

 

γ. Επιπλέον, οι Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπουν στο περιεχόμενο και στις λεπτομέρειες που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης που ακολούθησε την καταχώρηση του Εντύπου Απαίτησης και την επίδοση αυτού στον Εναγόμενο 2/Αιτητή και η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας.

 

  1. Η Αίτηση προωθείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή με σκοπό ο Εναγόμενος 2/Αιτητής να εκφύγει των ευθυνών του έναντι των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή να αποφύγει να απαντήσει επί της ουσίας στην Απαίτηση που προωθείται εναντίον του.

 

  1. Τα Κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν το σύνολο της Απαίτησης εναντίον όλων των Εναγομένων, μεταξύ άλλων, καθότι καταδείχθηκε δεόντως η ύπαρξη δικαιοδοσίας με βάση αριθμό από τους λόγους που παρατίθενται στο Μέρος 6.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής σε όλα τα αγώγιμα δικαιώματα που τέθηκαν με το Έντυπο Απαίτησης και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

  1. Υπό τις περιστάσεις και ειδικότερα έχοντας υπόψη τη θέση που προβλήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1-3, συμπεριλαμβανομένου δηλαδή του Εναγόμενου 2/Αιτητή, προτίθενται να καταχωρίσουν κοινή υπεράσπιση προκύπτει ότι είναι πιο βολικό το σύνολο των απαιτήσεων που εγείρονται εναντίον όλων των Εναγομένων να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας Απαίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και/ή η Κύπρος αποτελεί την κατάλληλη δικαιοδοσία. Συνεπώς, τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα οδηγούσε αδικαιολογήτως σε κατακερματισμό της διαδικασίας και στην παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων/Καθ’ ων η Αίτηση να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την εξέταση του συνόλου των συναφών και απόλυτα αλληλοσυνδεόμενων ζητημάτων που εγείρονται εναντίον όλων των Εναγομένων.

 

  1. Ενόψει του περιεχομένου του Εντύπου Απαίτησης, της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 07/02/2025 που υποστήριξε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και της Έκθεσης Απαίτησης που τα ακολούθησε, το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει διάταγμα για ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό της Απαίτησης στην ολότητα της και/ή στο βαθμό που αφορά τον Εναγόμενο 2/Αιτητή χωρίς την εξέταση της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, κάτι τέτοιο υπό τις περιστάσεις θα παραβίαζε το δικαίωμα των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη και/ή θα συγκρούετο με τις καθιερωμένες αρχές που επιτάσσει η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων.

 

  1. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι καμία μαρτυρία δεν καταδεικνύεται ότι κατά την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η απαίτηση είχε επιδοθεί στον ημεδαπό εναγόμενο, οι Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση δηλώνουν ότι η  Απαίτηση διέπεται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, οι οποίοι δεν περιέχουν οποιαδήποτε προϋπόθεση όπως η επίδοση σε ημεδαπό εναγόμενο να προηγείται της καταχώρησης αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε άλλον εναγόμενο και/ή κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν στο Διάταγμα ημερομηνίας 14/02/2025.»

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, που είναι και ο διευθυντής των εναγόντων 2.

 

Διευκρινιστικά να πω ότι και τα δυο μέρη προέβησαν και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εκ μέρους του εναγόμενου 2 προέβη ο Robert Trevor Courtney, δικηγόρος με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στη Νότια Αφρική και solicitor με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Αγγλία και Ουαλία και επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Θεμάτων και Εταιρικής Διακυβέρνησης της Artemis Trustees Limited και εκ μέρους των εναγόντων, ο ενάγοντας 1.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης, η οποία, ασφαλώς, θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους σ’ αυτή, λόγους ένστασης.

 

Επειδή η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου με τη γραπτή αγόρευσή της εγείρει και θέμα ουσιώδους μη αποκάλυψης και απόκρυψης στοιχείων και μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόντων κατά την υποβολή της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, στους οποίους αποδίδει ότι απέτυχαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», «γεγονός» το οποίο - όπως είναι η θέση της - θα πρέπει να οδηγήσει στον παραμερισμό των σχετικών διαδικασιών, η θέση μου είναι η εξής:

 

Ούτε στην αίτηση μα ούτε και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Courtney εγείρεται τέτοιος λόγος για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησης. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι πολύ σοβαρό και ως τέτοιο, θα έπρεπε να είχε εγερθεί ειδικά και με ξεκάθαρο τρόπο στο πλαίσιο της αίτησης. Κάτι που δεν έγινε, επομένως δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω με το θέμα.

 

Με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία, ο εναγόμενος αμφισβητεί τη νομιμότητα της επίδοσης των εγγράφων της απαίτησης στον ίδιο.

 

Συναφώς με το θέμα, ο κ. Ιωάννου, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρει τα εξής:

 

Ο εναγόμενος, κατά ή περί την 05/03/2025 μετά την επιστροφή του από ταξίδι στο εξωτερικό στο χώρο εργασίας του, ήτοι, στο υποστατικό της εταιρείας Artemis Trustees Limited (στο εξής «Artemis») πληροφορήθηκε ότι παραδόθηκε φάκελος στον οποίο περιλαμβανόταν επιστολή του δικηγορικού γραφείο Chrysses Demetriades & Co LLC, ημερομηνίας 28/02/2025, προς, μεταξύ άλλων, τον ίδιο, με συνημμένη τη δέσμη εγγράφων απαίτησης. Ο φάκελος παραδόθηκε σε μέλος του προσωπικού της Artemis, δια της υπογραφής του, με την ενημέρωση ότι τα έγγραφα αφορούσαν την Artemis.

 

Στις 4/4/2025 και συμφώνως με τις πρόνοιες του διατάγματος επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας, που περιλαμβανόταν στη δέσμη εγγράφων απαίτησης, και κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου, οι δικηγόροι ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του, με πρόθεση να αμφισβητήσουν τόσο την απαίτηση όσο και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρείται εντός της εκ των ΚΠΔ, τεθείσας προθεσμίας.

 

Για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, ο εναγόμενος αιτείται τον παραμερισμό των πιο πάνω διαβημάτων που έλαβαν οι ενάγοντες στο πλαίσιο της απαίτησης, αλλά και της ίδιας της απαίτησης στο σύνολό της.

 

Το επίμαχο διάταγμα όσο και η διενεργηθείσα επίδοση θα πρέπει να παραμεριστούν, εφόσον η επίδοση των σχετικών με την παρούσα απαίτηση εγγράφων στον εναγόμενο ήταν παράτυπη, προβληματική, αντικανονική.

 

Οι ενάγοντες, στο πλαίσιο της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας επιχειρούν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων τους από το Guernsey, ημερομηνίας 5/2/2025, που κατ’ ισχυρισμό, επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 αναφορικά με τη διαδικασία και τον τρόπο επίδοσης εγγράφων στο Guernsey. Εντούτοις, η εν λόγω επιστολή δεν είναι ολοκληρωμένη και δεν δίδει ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο για την διαδικασία που όντως ακολουθείται στο Guernsey για επίδοση εγγράφων.

 

Η Σύμβαση της Χάγης καθορίζει εξαντλητικά τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ή θα πρέπει να γίνει η επίδοση σε πρόσωπα εντός της επικράτειας των χωρών που έχουν προσχωρήσει ή δεσμεύονται από τις πρόνοιές τους. Εν προκειμένω, το Guernsey δεν αντιτάχθηκε στην εφαρμογή των άρθρων 8 και 10(γ) της Σύμβασης της Χάγης.

 

Βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης της Χάγης κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει την ευχέρεια να προβαίνει άμεσα χωρίς εξαναγκασμό, με τη φροντίδα των διπλωματικών ή προξενικών του υπαλλήλων, στις επιδόσεις ή κοινοποιήσεις δικαστικών πράξεων σε πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό.

 

Βάσει του άρθρου 10(γ) της Σύμβασης της Χάγης, επίδοση μπορεί να διενεργηθεί με τη φροντίδα των δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους προορισμού.

 

Τα έγγραφα που έλαβε ο εναγόμενος στο όνομά του έφεραν σφραγίδα «Royal Court of GuernseyH.M. Sergeant». Συνεπώς, προκύπτει ότι η επίδοση σκοπό είχε να πραγματοποιηθεί στη βάση του άρθρου 10(γ) της Σύμβασης της Χάγης.

 

Σύμφωνα με νομική συμβουλή από δικηγόρους στο Guernsey, η επίδοση και κοινοποίηση των διαδικασιών στο Guernsey διέπεται από τους Κανονισμούς - Royal Court Civil Rules, 2007 (στο εξής «RCCR»).

 

Ειδικότερα, ο Κανονισμός 2 των RCCR, προβλέπει ως εξής (σε ελεύθερη μετάφραση):

 

Η επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου σε ένα φυσικό πρόσωπο εντός της δικαιοδοσίας πραγματοποιείται από τον Sergeant-

(α) προσωπικά,

(β) στη διεύθυνση διαμονής του,

(γ) σε διεύθυνση την οποία έχει καθορίσει ως τόπο διαμονής το φυσικό πρόσωπο επί οποιουδήποτε εγγράφου σχετικού με την αγωγή

 

Με το πιο πάνω φαίνεται να συμφωνούν και οι ενάγοντες, καθώς, στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 γίνεται ρητή αναφορά ότι «η επίδοση σε φυσικό πρόσωπο (ήτοι τον Εναγόμενο 2) προσωπικά στον τόπο εργασίας του είναι σύμφωνη με το δίκαιο του Guernsey».

 

Εν προκειμένω, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, με βάση τους RCCR ότι επιτεύχθηκε δέουσα επίδοση στον εναγόμενο 2, με την παράδοση της δέσμης εγγράφων απαίτησης σε μέλος του προσωπικού εταιρείας, με την υπογραφή του εν λόγω μέλους και με την αναφορά ότι τα εν λόγω έγγραφα απευθύνονται στην εν λόγω εταιρεία, ήτοι στην Artemis.

 

Τα εν λόγω έγγραφα επιχειρήθηκε να επιδοθούν και να παραδοθούν στον εναγόμενο κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντικανονικό και κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών κανονισμών/προνοιών και διαδικασιών που προβλέπονται από τους RCCR.

 

Από τα παραπάνω σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει η ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου στην ικανή αγόρευσή της είναι σαφές, ότι ο λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος θεωρεί την επίδοση μη δέουσα, αλλά, παράτυπη, προβληματική και αντικανονική είναι ότι αυτή δεν έγινε προσωπικά στον ίδιο μα ούτε στη διεύθυνση της κατοικίας του, αλλά, στον τόπο εργασίας του σε μέλος της εταιρείας Artemis στην οποία εργάζεται ο ίδιος, με την υπογραφή του εν λόγω μέλους της εταιρείας και με αναφορά ότι τα έγγραφα απευθύνονται στην εταιρεία.

 

Συναφώς με το θέμα, η θέση των εναγόντων απορρέει από το συνδυασμό όσων αναφέρει στη σχετική ένορκη δήλωσή της, η δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων τους, Σόφη Παναγίδου, με αυτά που αναφέρει ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση.

 

Η Σόφη Παναγίδου στη δική της ένορκη δήλωση αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων:

 

Στις 28/2/2025 απέστειλε στην υπηρεσία ταχυμεταφορών DHL πιστά αντίγραφα των δικαστικών έγγραφων της υπόθεσης για παράδοσή τους στους δικηγόρους των εναγόντων στο Guernsey με σκοπό αυτοί να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για επίδοση στους εναγόμενους 2 και 3.

 

Όπως έχει ενημερωθεί το γραφείο τους από τους ίδιους δικηγόρους των εναγόντων στο Guernsey, αυτοί, με τη σειρά τους, όταν παρέλαβαν τα έγγραφα, έδωσαν οδηγίες στην αρμόδια αρχή για επιδόσεις στο Guernsey, δηλαδή στο Office of H.M. Sheriff and H.M. Sergeant, να επιδώσει τα έγγραφα στους εναγόμενους 2 και 3.

 

Όπως πληροφορείται και καλύτερα πιστεύει τα έγγραφα έχουν επιδοθεί δεόντως στους εναγόμενους 2 και 3.

 

Με τη σειρά του, ο ενάγοντας, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, για το ίδιο θέμα αναφέρει τα εξής:

 

Η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση των εγγράφων φαίνεται να αποτελεί και την προσωπική διεύθυνση του εναγόμενου 2. Αυτό προέκυψε μετά από έρευνα που διενέργησαν οι δικηγόροι των εναγόντων στο Guernsey. Τα πιστοποιητικά επίδοσης  (Sergeants Certificate of Service) στον εναγόμενο επιβεβαιώνουν επί λέξη ότι έχει γίνει επίδοση σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς του Guernsey. Συνεπώς δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι έχει γίνει καλή επίδοση και ότι ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση για την απαίτηση δεόντως.

 

Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους τους, η επίδοση των εγγράφων έγινε καθ’ όλα νόμιμα και θεωρείται καλή και με βάση το δίκαιο του Guernsey. Παρουσιάζει επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων στο Guernsey η οποία επιβεβαιώνει την καλή επίδοση. Επίσης παραπέμπει στο πιστοποιητικό επίδοσης, ημερομηνίας 4/3/2025 το οποίο, όπως πληροφορούνται και όπως επεξηγείται στην επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων στο Guernsey αποτελεί απόδειξη ότι έχει γίνει η καλύτερη δυνατή επίδοση στον εναγόμενο 2 σύμφωνα με το δίκαιο του Guernsey.

 

Αρνείται ότι τα έγγραφα απαίτησης παραδόθηκαν με την ενημέρωση ότι αφορούσαν την Artemis και ότι κατά την επίδοση έγινε αναφορά ότι απευθύνονται στην εν λόγω εταιρεία. Από τα έγγραφα που επιδόθηκαν πρόκυπτε αδιαμφησβήτητα ότι τόσο αυτά όσο και η ίδια η απαίτηση αποτείνονταν στον εναγόμενο 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα, ενώ η αναφορά στο όνομα της εταιρείας που αυτός εργάζεται βρισκόταν μόνο στο σημείο όπου αναγραφόταν η διεύθυνση του εναγόμενου.

 

Επιπλέον, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό επίδοσης, τα έγγραφα επιδόθηκαν σε προσοχή του εναγόμενου, στον επικεφαλής του νομικού τμήματος της εταιρείας όπου εργάζεται ο εναγόμενος, ο οποίος, συνεπεία της θέσης του θεωρεί ότι γνώριζε καλά τις συνέπειες αποδοχής εγγράφων για λογαριασμό του εναγόμενου τη στιγμή που τα αποδέχθηκε.

 

Σημειώνεται ότι χρησιμοποιήθηκε η διεύθυνση εργασίας του εναγόμενου 2 για σκοπούς επίδοσης στο Guernsey, που όπως φαίνεται από το σχετικό τεκμήριο (ΓΣ6) ήταν ο «H.M. Sergeant» καθότι αυτό ήταν επιτρεπτό με βάση το δίκαιο του

Guernsey.

 

Ο Robert Trevor Courtney, που όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο πιο πάνω είναι δικηγόρος και επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Θεμάτων και Εταιρικής Διακυβέρνησης της Artemis, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:

 

Απορρίπτει και αρνείται τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα. Περί τις 5/3/2025 ενημερώθηκε από μια υπάλληλο δικηγόρο στο νομικό τμήμα της Artemis  ότι ήλθε στις εγκαταστάσεις της κάποιο πρόσωπο από το Δικαστήριο με σκοπό να επιδώσει έγγραφα στην εταιρεία. Συνάντησε το εν λόγω άτομο το οποίο το ρώτησε αν εργάζεται για την Artemis, χωρίς να του αναφέρει την ιδιότητά του. Όταν επιβεβαίωσε ότι όντως εργαζόταν για την Artemis τού έδωσε ένα φάκελο και του ζήτησε να υπογράψει για την παραλαβή. Ποτέ δεν τον ενημέρωσε ότι τα έγγραφα προορίζονταν για τον εναγόμενο προσωπικά. Επιπλέον, στο φάκελο αναγραφόταν τόσο το όνομα του εναγόμενου 2 όσο και της Artemis, με μια παλαιότερη διεύθυνση της Artemis για την παράδοση. Αυτό είναι σύνηθες για θέματα που αφορούν την Artemis, καθώς ο εναγόμενος 2 είναι ο διευθύνων σύμβουλός της και συμμετέχει σε πολλά θέματα για λογαριασμό της. 

 

Δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες, ούτε μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει κατά το χρόνο παραλαβής ότι τα έγγραφα προορίζονταν για τον εναγόμενο προσωπικά και δεν του ζητήθηκε ούτε και ανέλαβε ή συμφώνησε να τον ενημερώσει ή να του παραδώσει το φάκελο. Τον άνοιξε μόλις επέστρεψε στο γραφείο του, υποθέτοντας ότι επρόκειτο για ζήτημα που αφορούσε την Artemis και απαιτούσε την προσοχή του. Μόνο όταν άνοιξε το φάκελο συνειδητοποίησε ότι τα έγγραφα αφορούσαν ένα προσωπικό θέμα του εναγόμενου 2.

 

Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρει τους νομικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί μη δέουσα την επίδοση.

 

Για το ίδιο πάντοτε θέμα, ο ενάγοντας, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του απορρίπτει τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα και επισυνάπτει ως τεκμήριο, επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων στο Guernsey, στην οποία - όπως αναφέρεται - επισυνάπτεται σχετική επιστολή/βεβαίωση από τα αρμόδια άτομα για διενέργεια επιδόσεων δικαστικών εγγράφων στο Guernsey (His Majestys Sergeants).

 

Παρατηρώ τα εξής:

 

Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η επίδοση του εντύπου απαίτησης και των λοιπών εγγράφων στην παρούσα υπόθεση διέπεται από τη Σύμβαση για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις του 1965 (στο εξής «Σύμβαση») η οποία κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με το Νόμο 40/82.

 

Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της Σύμβασης:

 

«ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ,

 

Επιθυμώντας να δημιουργήσουν τα κατάλληλα μέσα, ώστε οι δικαστικές και εξώδικες πράξεις που πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν στο εξωτερικό, να γίνουν γνωστές από τους παραλήπτες τους σε εύθετο χρόνο,

 

Επιθυμώντας για αυτόν τον σκοπό να βελτιώσουν την αμοιβαία δικαστική αρωγή, απλοποιώντας και επιταχύνοντας τη διαδικασία, Αποφάσισαν να συνάψουν σύμβαση προς τον σκοπό αυτόν και συμφώνησαν επί των ακόλουθων διατάξεων:

 

Το Άρθρο 2 της Σύμβασης προνοεί ότι:

 

«Κάθε συμβαλλόμενο κράτος ορίζει κεντρική αρχή, η οποία αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 6, το καθήκον να δέχεται τις αιτήσεις επίδοσης και κοινοποίησης που προέρχονται από άλλο συμβαλλόμενο κράτος και να δίνει συνέχεια σε αυτές.

 

Η κεντρική αρχή είναι οργανωμένη σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το κράτος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.»

 

Για ό,τι μας ενδιαφέρει σχετικό είναι και το άρθρο 10. Προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Η παρούσα σύμβαση δεν αποτελεί κώλυμα, εκτός αν το κράτος προορισμού δηλώσει ότι αντιτίθεται:

 

α) στην ευχέρεια να απευθύνει άμεσα ταχυδρομικώς δικαστικές πράξεις προσώπων που βρίσκονται στο εξωτερικό·

 

β) στην ευχέρεια των δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους προέλευσης να προβαίνουν σε επίδοση και κοινοποίηση δικαστικών πράξεων αμέσως με τη βοήθεια των δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους προορισμού·

 

γ) στην ευχέρεια κάθε ενδιαφερόμενου για δικαστική ενέργεια να προκαλεί επίδοση και κοινοποίηση δικαστικών πράξεων άμεσα με τη φροντίδα των δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους προορισμού.»

 

Δεδομένου ότι το Guernsey δεν δήλωσε ότι αντιτίθεται με το Άρθρο 10 της Σύμβασης, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεών της, ως θέμα ερμηνείας, για ό,τι μας ενδιαφέρει προκύπτουν τα εξής:

 

Καταρχάς, ότι η Σύμβαση συνάφθηκε επειδή με αυτή, τα συμβαλλόμενα κράτη επιθυμούσαν να βελτιώσουν την αμοιβαία δικαστική αρωγή και να απλοποιήσουν και επιταχύνουν τη διαδικασία επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στο εξωτερικό.

 

Το Άρθρο 2 δε χρήζει οποιουδήποτε ερμηνευτικού σχολίου, ενώ το Άρθρο 10(γ) που μας ενδιαφέρει έχει την έννοια ότι κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος επιθυμεί την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων άμεσα, δηλαδή, χωρίς διαμεσολάβηση μπορεί να το κάνει με τη φροντίδα των δικαστικών λειτουργών του κράτους προορισμού των πράξεων.

 

Κάτι που έγινε στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τον εναγόμενο 2, για τους ενάγοντες, καθόλα νόμιμα και με βάση τον Κανονισμό 2 των Royal Court Civil Rules, 2007 και για τον εναγόμενο, κατά παράβαση του εν λόγω Κανονισμού. Ότι ο συγκεκριμένος Κανονισμός διέπει το θέμα αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών.

 

Ο εν λόγω Κανονισμός με τίτλο «Service within the jurisdiction on an individual.» προνοεί ότι:

«Service within the jurisdiction of a document on an individual shall be effected by the Sergeant-

(a)     a personne,

(b)     a domicile,

(c)     where, in the action to which the document relates, the individual has made an election de domicile in accordance with Rule 12 or 15, by leaving the document there, or

(d)     where an election de domicile has been made in any document-

(i)         upon which the action is founded, or

(ii)        which relates to the action or to the subject-matter thereof,

being a document to which the individual was a party, by leaving the document there.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση και τα δυο μέρη για σκοπούς στοιχειοθέτησης των αντικρουόμενων θέσεων τους, ως προς το κατά πόσο η επίδοση των εγγράφων στον εναγόμενο 2 είχε γίνει σύμφωνα ή κατά παράβαση του παραπάνω Κανονισμού, επικαλούνται τη μαρτυρία ειδικού επί του θέματος. Οι ενάγοντες επικαλούνται τους δικηγόρους τους στο Guernsey και ο εναγόμενος 2, το δικηγόρο και επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Θεμάτων και Εταιρικής Διακυβέρνησης της Artemis, στην οποία ο ίδιος τυγχάνει διευθύνων σύμβουλός της. Και οι δυο αυτοί δικηγόροι προβαίνουν σε ερμηνεία του Κανονισμού και ακολούθως προχωρούν σε υπαγωγή των γεγονότων - ο καθένας, αναλόγως το πως τα παρουσιάζει - στον εν λόγω Κανονισμό, για να καταλήξουν, ο ένας ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τον Κανονισμό και ο άλλος, κατά παράβασή του.

 

Ο συγκεκριμένος Κανονισμός και γενικά οι Royal Court Civil Rules, 2007 αποτελούν αλλοδαπό δίκαιο, δηλαδή ξένο νόμο και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Bank of Scotland ν. Geodrill Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 7530):

 

«Τα κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός. Από το δεδομένο αυτό προκύπτει η υποχρέωση του διαδίκου, που επικαλείται τις διατάξεις του, να τις αναφέρει στο δικόγραφο του, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό των έγγραφων προτάσεων, για να μπορούν να καταστούν αντικείμενο απόδειξης αργότερα κατά τη δίκη. Ο κανόνας είναι επιτακτικός. Μόνο στην περίπτωση παραδοχής από τον αντίδικο του περιεχομένου του ισχύοντος στη ξένη χώρα δικαίου συγχωρείται η παρέκκλιση: Letco Company Limited & Άλλος v. Σωκράτη Ζ. Ηλιάδη & Άλλων (1991) 1 Α.Α.Δ. 435Parkasho ν. Singh [1967] 1 All E.R. 737, Dicey & Morris "The Conflict of Laws"10η έκδοση, τόμος 2, σελ. 1206-1208.»

 

Θεωρώ ότι το μόνο ασφαλές υπόβαθρο στο οποίο μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που αποτελεί και την καλύτερη δυνατή μαρτυρία είναι η μαρτυρία της αρμόδιας αρχής του Guernsey και συγκεκριμένα, των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών οι οποίοι διενήργησαν την επίδοση του εντύπου απαίτησης και των δικαστικών εγγράφων στον εναγόμενο 2. Η εν λόγω μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιόν μου από τους ενάγοντες, η ύπαρξή της δεν αμφισβητείται και είναι η πλέον κατάλληλη, επομένως και η πλέον πειστική, σε αντίθεση με την αντίστοιχη μαρτυρία των δυο δικηγόρων, οι οποίοι και ως εκ της σχέσης τους με τους διαδίκους, προφανώς είχαν λόγο να θέλουν να τους ευνοήσουν.

 

Η εν λόγω μαρτυρία περιέχεται σε δυο έγγραφα (τεκ. ΣΠ1 στην ένορκη δήλωση της Σόφης Παναγίδου και τεκ. ΓΣ4 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, το ένα και τεκμ. ΓΣ9 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα, το άλλο). Και τα δυο αυτά έγγραφα ακολουθούν αυτούσια.

 

Αρχίζοντας από το πρώτο έχει ως ακολούθως:

 

 

«Office of H.M. Sheriff and H.M. Sergeant

Royal Court House

St James Street

St Peter Port

Guernsey

GY1 2NZ

Telephone (01481) 221281

 

I Lorraine Poynder, His Majesty’s Sergeant, of The Royal Court House, St James Street, St Peter Port, Guernsey, GY1 2PB, hereby certify that on Tuesday 4th March 2025, at the request of Appleby (Guernsey) LLP, to serve documents listed below on Mr Ian Domaille at Artemis Trustees Limited, documents were served to Mr Ryan Courtney – Head of Legal at Artemis Trustees Limited for the attention of Mr Ian Domaille at the registered address:

(i)    Plaza House, Fifth Floor, Admiral Park, St Peter Port, Guernsey, GY1 2HU, at 14.05.

At about 10.48, service of the below documents was attempted on Mr Ian Domaille at Artemis Trustees Limited at 2nd Floor, Elizabeth House, Ruette Brayes, St Peter Port, GY1 1EW but service could not be completed as the address/property was vacant.

The documents served were as follows:

·         The Claim Form – Form No.4 (hereafter the “Claim Form” in Greek);

·         Sworn English Translation of Claim Form;

·         The Application for Leave to Serve Out of Jurisdiction dated 07/02/2025 – Form No 34 (hereafter the “Application to Serve Out”);

·         Swon English translation of the Application to Serve Out;

·         The Affidavit of Mr Georgios Solomonides dated 07/02/2025 which supports the Application to Serve Out – Form No: 53;

·         Sworn English Translation of Affidavit of Mr Georgios Solomonides dated 07/02/25 which supports the Application to Serve Out – Form No 53;

·         The Court Order dated 14/02/25 issued pursuant to the Application to Serve Out; and

·         Sworn English translation of the Court Oder dated 14/02/2025 issued pursuant to the Application to Serve Out.

‘A’ service was effected in accordance with the Royal Court Civil Rules 2007.

 

L. Poynder, Mrs 

H.M. Sergeant»

 

Ακολουθεί το δεύτερο:

 

«H.M. SHERIFF & H.M. SERGEANT

24th July 2025

SERVICE EFFECTED BY HIS MAJESTY’S SERGEANTS ON MR IAN DOMAILLE AND MGI LIMITED IN GURNSEY

1.        Lorraine Poynder (Deputy Sergeant Poynder) and Richard Ashplant (Deputy Sergeant Ashplant) are His Majesty’s Sergeants responsible for effecting service in Guernsey in terms of the Royal Court Civil Rules, 2007 (RCCR). On 4 March 2025, they effected service on Mr Ian Domaille (Mr Domaille) and MGI Limited, respectively, and at the Election de domicile (address for service) provided by the instructing law firm, Appleby (Guernsey) LLP (Appleby), as permitted in terms of the RCCR.

 

2.        Their respective certificates of service duly confirm that “A” service was effected in accordance with the RCCR.

 

3.        We have read an affidavit by Ryan Trevor Courtney (Mr Courtney) dated 11 July 2025 (Affidavit) provided to us by Appleby and we have been requested to specifically address Mr Courtney’s allegations relating to our Sergeants’ manner of service as effected on Mr Ian Domaille and MGI Limited, respectively. We do not seek to repeat the contents of our certificates of service save to clarify or address Mr Courtney’s relevant allegations.

 

MR IAN DOMAILLE

 

4.        The documents were served as per the Election de domicile (address for service) as permitted by Part II, Rule 2 (c) and Rule 5 (b) of the RCCR by Sergeant Poynder.

4.1     Sergeant Poynder physically attempted to serve the documents on Mr Domaille at his address at Artemis Trustees Limited (Artemis), 2nd Floor, Elizabeth House, Ruette Brayes, St Peter Port, GY1 1 EW (Elizabeth House). While at the address, she discovered that the address/property was vacant. Ordinarily, one would have expected Mr Domaille to have notified the Greffe or relevant people with an updated address of service.

4.2     In this particular instance, Sergeant Poynder could have simply left the documents at the vacated address as permitted by Rule 2 (c) of the RCCR.

4.3     Sergeant Poynder confirmed to Appleby telephonically that Elizabeth House was vacant with no reception or any person to receive the documents if left at Elizabeth House.

4.4     At that stage, Sergeant Poynder discovered Artemis’ new address at Plaza House, Fifth Floor, Admiral Park, St Peter Port, GY1 2HU (Admiral Park) and confirmed the position with Appleby telephonically.

4.5     Rather than simply leaving the documents at a vacant address with no person to receive them, she adopted a pragmatic approach by physically attending at Admiral Park to serve the documents on Mr Domaille at Artemis’ new address at Admiral Park as permitted by Rule 5 (b) of the RCCR.

4.6     At Admiral Park, Sergeant Poynder clearly identified herself by name and office, as this is custom with our office. She served the documents by handing a secured package clearly marked for the attention of “Mr Ian Domaille” to a reliable person, namely Mr Courtney, at Admiral Park.

5.      Regrettably, Sergeant Poynder cannot comment on Mr Courtney’s personal assumptions at the time save to confirm that the secured package as served were clearly identified and marked for the attention of “Mr Ian Domaille”. In addition, it is important to point out that Mr Courney did not return or contact the Sergeant’s offices to reject the service for any of the reasons that he now alleges in his Affidavit.

6.      At no time do we obtain a signature when serving documents and no such receipts of service are ever recorded, retained or provided.

7.      Therefore, it remains Sergeant Poynder’s opinion that “A” Service has been achieved and effected in terms of the RCCR. To the extent necessary or required, Jason Savident, H.M. Sheriff and H.M. Sergeant, also endorses this opinion per signature below.

8.      Without derogating from the above, if argued further a ‘B’ Service could potentially come into play if focus is only on Rule 5 (b) of the RCCR.

9.      The RCCR confirms that a service marked with “A” (or “B”) “shall enable the matter to proceed in all respects.”.

…..

_________________

Lorraine Poynder

 Deputy H.M. Sergeant

 

 

_________________

Richard Ashplant                         

Deputy H.M. Sergeant

 

_________________

Jason Savident

H.M. Sheriff and H.M. Sergeant»

 

Από το περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων, που είναι τόσο ξεκάθαρο, ίχνος αμφιβολίας υπάρχει ότι η επίδοση στον εναγόμενο 2 του εντύπου απαίτησης και τον υπόλοιπων εγγράφων είναι από κάθε άποψη, δέουσα και κανονική.

 

Όμως, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που η παραπάνω διαπίστωσή μου ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, δηλαδή έφεσης, θα ήθελα να συνεχίσω.

 

Αν υποτεθεί ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με την εκδοχή του εναγόμενου, δηλαδή, όπως είναι η θέση του και της ευπαίδευτης δικηγόρου του, ήταν παράτυπη, προβληματική και αντικανονική, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: σε τέτοια περίπτωση, ποιες θα’ πρεπε να ήταν οι επιπτώσεις; Για να το θέσω και διαφορετικά, δεδομένου ότι τα έγγραφα της αγωγής, έστω και αν δεν είχαν επιδοθεί απευθείας στον εναγόμενο 2, αλλά στο δικηγόρο και επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Θεμάτων της εταιρείας, η οποία έχει ως διευθύνοντα σύμβουλο τον ίδιο, ο οποίος, αφού τα παρέλαβε και έλαβε πλήρη γνώση σε τι αφορούσαν και ότι τον αφορούσαν προσωπικά προέβη σε διορισμό δικηγόρων και μάλιστα, αυτών που εκπροσωπούν και τους εναγόμενους 1 και 3, οι οποίοι καταχώρησαν έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και ακολούθως, ο ίδιος την υπό κρίση αίτηση, ενώ οι δικηγόροι του, με αίτησή τους την οποία καταχώρησαν εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 3 ζήτησαν παράταση και/ή αναστολή του χρόνου και/ή της προθεσμίας καταχώρησης υπεράσπισης στην έκθεση απαίτησης μέχρι την αποπεράτωση της υπό κρίση αίτησης και αυτό, επειδή όπως αναφέρεται - μεταξύ άλλων - στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, μέχρι την αποπεράτωση της υπό κρίση αίτησης, δεν υπάρχει δυνατότητα για προώθηση της υπεράσπισής τους από κοινού (δηλαδή των τριών εναγόμενων), διερωτώμαι: πόσο δίκαιο, ορθό και πρέπον θα ήταν να αποδεχόμουν την αίτηση, εν όλω ή εν μέρει και σε περίπτωση που την αποδεχόμουν, ακόμη σε σχέση μόνο με την τρίτη αιτούμενη θεραπεία, να ακύρωνα την επίδοση γι’ αυτό το λόγο, που θα είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή των εναγόντων στην ίδια διαδικασία με ό,τι αυτό συνεπάγεται και ως προς το χρόνο και ως προς τα έξοδα που θα σπαταληθούν για το σκοπό αυτό, με προοπτική, αυτή τη φορά, απλώς και μόνο, να επιδώσουν τα έγγραφα απευθείας προσωπικά στον εναγόμενο και στη διεύθυνση διαμονής του;

 

Ούτε δίκαιο, ούτε ορθό μα ούτε και πρέπον θα ήταν είναι η απάντησή μου και εξηγώ αμέσως γιατί.

 

Καταρχάς, κάτι τέτοιο θεωρώ ότι θα ήταν σε πλήρη αντίθεση τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και το σκοπό της Σύμβασης, ο οποίος σύμφωνα με το προοίμιό της - για να επαναλάβω - είναι η επιθυμία των συμβαλλομένων κρατών να βελτιώσουν την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, απλοποιώντας και επιταχύνοντας τη διαδικασία επίδοσης  των δικαστικών πράξεων.

 

Έχοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος, ουδεμία δικονομική ή ουσιαστική ζημιά ή βλάβη, υπέστη - ούτε και ισχυρίζεται κάτι τέτοιο - ένεκα του αντικανονικού - όπως είναι η θέση του - τρόπου που του επιδόθηκαν τα έγγραφα έχω τη γνώμη, ότι στην περίπτωσή του ισχύουν απόλυτα - τηρουμένων βέβαια των αναγκαίων αναλογιών - τα ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau και Άλλων (2013) 1 Α.Α.Δ. 1935:

 

«Οι Εφεσίβλητοι παραπονέθηκαν για κακή επίδοση. Κατ' αρχάς ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να επιδώσουν τα έγγραφα που αναφέρονται στο διάταγμα. Θεώρησαν ότι τους επιδόθηκαν μόνο δύο έγγραφα. Το πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου στην ελληνική γλώσσα και η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας Ειρήνης Καλλή στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα καθώς και οι μεταφράσεις τους, ήτοι:- Το κλητήριο στην ελληνική και αγγλική, καθώς και η Ειδοποίηση στην ελληνική και αγγλική. Οι Εφεσίβλητοι θεωρούν ότι επειδή το κλητήριο ένταλμα και η Ειδοποίηση ήταν επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας, δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως επιδομένα σύμφωνα με το διάταγμα.

 

Δεν συμφωνούμε. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των Εφεσιβλήτων.

 

…..

 

Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2) (2009) 1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc (2010) 1(Β) A.A.Δ.1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.

 

….

 

Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση, εφόσον το κλητήριο ένταλμα διέτασσε όπως η εμφάνιση γίνει μέσα σε 10 μέρες από την επίδοση, ενώ το διάταγμα μέσα σε 60 μέρες από την επίδοση.  Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Γι' αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσίβλητους.

 

….

 

Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση.

 

Επομένως, δεν θα ακυρώναμε την επίδοση εκτός αν κριθεί από το ΔΕΕ ότι η επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι η τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.»

 

Όμως υπάρχει και συνέχεια.

 

Δεδομένου ότι η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ΚΠΔ, το όλο θέμα θα πρέπει να αντικριστεί και υπό το φως του Μέρους 1 το οποίο διαλαμβάνει τον πρωταρχικό σκοπό των εν λόγω διαδικαστικών κανονισμών σε συνδυασμό και με το Μέρος 3.8.. Και οι δυο αυτές διατάξεις στο βαθμό που μας ενδιαφέρουν ακολουθούν αυτούσιες: 

 

«1.2. Πρωταρχικός σκοπός

 

(1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.»

 

«3.8. Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα

 

(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:

 

(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και

 

(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

 

(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:

 

(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και

 

(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.»

 

Να πω απλώς, ότι σε περίπτωση που ακύρωνα την επίδοση για το λόγο που επικαλείται ο εναγόμενος, είναι φανερό ότι θα κινούμουν σε ευθεία αντίθεση τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και των δυο αυτών διατάξεων. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.ά. ν. Γρηγορίου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1765, μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Βλέπε και την πρόσφατη υπόθεση Fatkhulin κ.ά. v. IPTP Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. Ε104/2017 και Ε105/2017, ημερ. 8/12/2023.

 

Ο δεύτερος βασικός λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδευτης δικηγόρου του είναι η απουσία εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής και/ή αγώγιμου δικαιώματος και/ή συζητήσιμης υπόθεσης. Συναφώς με αυτό το λόγο, ο κ. Ιωάννου, στην ένορκη δήλωσή του η οποία υποστηρίζει την αίτηση, στο σχετικό μέρος με τίτλο «Καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον του Αιτητή» αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων:

 

Οι ενάγοντες επιχειρούν να κατασκευάσουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον του εναγόμενου με την έγερση ανυπόστατων ισχυρισμών. Ουδεμία αναφορά στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα δε στοιχειοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς των εναγόντων εναντίον του, οι οποίοι παραμένουν χωρίς πραγματικό υπόβαθρο και έρεισμα.

 

Οι ενάγοντες στηρίζουν ουσιαστικά την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κατ’ επέκταση, την απαίτησή τους έναντι του εναγόμενου, επί κατ’ επανάληψη γενικών και αόριστων ισχυρισμών. Τόσο στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα όσο και γενικότερα στο σύνολο της ένορκης δήλωσής του προβαίνουν σε ισχυρισμούς δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παρανομίας και παράβασης καθηκόντων και σχέσης εμπιστοσύνης εκ μέρους του εναγόμενου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι γενικόλογοι, αόριστοι και δεν στοιχειοθετούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τους ενάγοντες, οι οποίοι προβαίνουν σε απλή αναφορά, χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένες ενέργειες και δηλώσεις/παραστάσεις του εναγόμενου προς αυτούς.

 

Δε στοιχειοθετείται η ύπαρξη οποιασδήποτε βάσης αγωγής των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου, είτε στη βάση του δικαίου των αστικών αδικημάτων είτε στη βάση των λοιπών αξιώσεων που προωθούνται εναντίον του. Είναι θέση του, ότι ουδεμία εκ των αιτιών αγωγής που επικαλούνται οι ενάγοντες θεμελιώνεται, έστω εκ πρώτης όψεως, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. 

 

Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά σε παραστάσεις γεγονότων που να στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα της απάτης, συνομωσίας και δόλου, πλην κάποιων αόριστων και αβάσιμων αναφορών. Περαιτέρω, δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς των εναγόντων ή να τεκμηριώνει τις δήθεν παράνομες πράξεις των εναγόμενων και ειδικότερα του εναγόμενου και να στοιχειοθετεί την τέλεση των κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξιών. Συγκεκριμένα, δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία για το τι διαμείφθηκε στις εν λόγω συναντήσεις και ποια ήταν η εμπλοκή του εναγόμενου. Ο οποίος κατηγορείται για συνομωσία και για παραπλάνηση, ενώ ταυτόχρονα, στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα γίνεται παραδοχή ότι ο εναγόμενος 2 ήταν παρόν μόνο σε «μερικές» εκ των συναντήσεων και ήταν «σε κοινοποίηση των μηνυμάτων» και όχι ότι ο ίδιος ήταν αποστολέας οποιωνδήποτε μηνυμάτων με οποιοδήποτε τυχόν παραπλανητικό περιεχόμενο.

Επιπρόσθετα, στην ίδια παράγραφο, ο ενάγοντας αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 πρόβηκε σε «συγκεκριμένες παρατάσεις ο ίδιος» χωρίς ωστόσο να δίδεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια και υπόβαθρο για το τι αφορούσαν οι εν λόγω «συγκεκριμένες παραστάσεις» γεγονός που αφήνει και τον εν λόγω ισχυρισμό, επίσης μετέωρο και έκθετο σε απόρριψη. Σε καμία περίπτωση όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου και σε καμία περίπτωση, εν αντιθέσει με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1, δεν προκύπτει ούτε στοιχειοθετείται οποιαδήποτε συμβολή ή ανέντιμη συμβολή του εναγόμενου 2 σε παράβαση οποιωνδήποτε καθηκόντων, ούτε προκύπτει και στοιχειοθετείται οποιαδήποτε άλλη παράβασή του απέναντι στους ενάγοντες.

 

Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ότι οι όποιες ενέργειες έχουν γίνει από τους εναγόμενους και ερμηνεύονται από τους ενάγοντες, ως δόλιες ή παράνομες ή με σκοπό την πρόκληση βλάβης σε αυτούς, έχουν γίνει στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής εξέλιξης, προόδου και δραστηριότητας μεγαλεπήβολων, μεγάλης κλίμακας και φιλόδοξων επενδυτικών έργων και σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε πρόθεση πρόκλησης ζημιάς στους ενάγοντες, με αποτέλεσμα να ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο για την στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών αιτιών αγωγής εναντίον του εναγόμενου 2. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ενεργειών των εναγόμενων και της ζημιάς που έχουν δήθεν υποστεί οι ενάγοντες, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ούτε τεκμηριώνεται μέσα από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα.

 

 

Δεν υπάρχει πραγματικό ζήτημα μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 2, το οποίο είναι εύλογο να εκδικαστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Περαιτέρω, οι ενάγοντες, ουδεμία μαρτυρία έχουν προσάγει στα πλαίσια της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, δια της οποίας να στοιχειοθετείται και να αποδεικνύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η σχέση του εναγόμενου 2 με τον εναγόμενο 1 και ειδικότερα, η ισχυριζόμενη σχέση καταπιστευματοδόχου, καθώς και οι ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες, πράξεις καταδολίευσης και ψευδείς παραστάσεις του εναγόμενου 2 προς τους ενάγοντες, τις οποίες οι τελευταίοι συνδέουν με τις επενδύσεις στις οποίες πρόβηκαν. Κανένα τεκμήριο δεν επισυνάπτεται προς επίρρωση των ισχυρισμών τους.

 

Με το έντυπο απαίτησης, οι ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις λόγω δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων και στηρίζουν, μεταξύ άλλων, την απαίτηση τους στα ως άνω αναφερόμενα αστικά αδικήματα, χωρίς να αναφέρουν εάν η ισχυριζόμενη ζημιά προκλήθηκε εντός της δικαιοδοσίας ή προέκυψε από πράξη, η οποία διαπράχθηκε εντός της δικαιοδοσίας από τον εναγόμενο.  Εν πάση δε περιπτώσει, η διάπραξη των εν λόγω αστικών αδικημάτων καταλογίζεται από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 2, ο οποίος διαμένει μόνιμα στο Guernsey και ουδεμία συμβατική ή άλλη υποχρέωση υπέχει έναντι των εναγόντων, καθότι, ουδέποτε αποτέλεσε συμβαλλόμενο μέρος σε οιαδήποτε συμφωνία με αυτούς.

 

Περαιτέρω και υπό το φως όλων των ανωτέρω και με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν καταδεικνύεται ότι κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, η απαίτηση είχε επιδοθεί στον ημεδαπό εναγόμενο 1, ούτε  αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος 2 ή οι εναγόμενοι 3 είναι όντως αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι στην παρούσα απαίτηση.

 

Όλα τα ως άνω αναφερόμενα καταδεικνύουν ότι η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εναντίον του εναγόμενου 2 στερείται πραγματικού και νομικού υποβάθρου και δεν υποστηρίζεται από οιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως καλή βάση αγωγής εναντίον του εναγόμενου 2, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, βάσει των Κανονισμών, με αποτέλεσμα το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας να καθίσταται έκθετο σε απόρριψη. Η απαίτηση δεν ήταν κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.

 

Συνεπώς και επιπρόσθετα, δεν δικαιολογείται η επέκταση της  δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου εκτός Κύπρου.

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση EASY RENT A CAR LIMITED κ.α. v. EASYGROUP LIMITED, πρώην EASYGROUP IP LICENCING LIMITED, Πολ. Έφ. Αρ. Ε90/2018, ημερ. 14/1/2025 επισημαίνονται τα εξής:

 

«…με το δεδομένο ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας έχουν πια τροποποιηθεί και οι νέοι Θεσμοί ισχύουν από τις 3 Ιουλίου του 2023, θεωρούμε ορθό να αναφέρουμε ότι το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από το Μέρος 6 των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τίτλο «ΕΠΙΔΟΣΗ» «Ενότητα V: Επίδοση εκτός δικαιοδοσίας» και σχετικές είναι οι παραγράφοι 6.7‑6.12 των Θεσμών. Η υποκατάστατη επίδοση ρυθμίζεται πλέον από τους Κανονισμούς 6.13 και 6.14 των νέων Θεσμών. Αναφέρουμε ότι ουσιαστικά οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με τους νέους Θεσμούς είναι πανομοιότυπες με αυτούς των Θεσμών που ίσχυαν όταν εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, και ειδικότερα ότι και πάλι πρέπει να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αφού ικανοποιηθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και πρέπει η αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης σε εναγόμενο εκτός Κύπρου να υποστηρίζεται από μαρτυρία η οποία ικανοποιεί το Δικαστήριο μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου.

 

Σημαίνοντα ρόλο στην ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων διαδραμάτισε διαχρονικά η νομολογία, η οποία ερμήνευσε τους εν λόγω Θεσμούς και η οποία εξακολουθεί να αποτελεί βοήθημα για την ερμηνεία και των νέων Θεσμών. Όπως αναφέραμε στην απόφαση μας ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΝΤΑΚΙΔΟΥ κ.α. vHELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε207/2018, ημερ.17.10.2023:

«Οι νομικές αρχές που η νομολογία καθιέρωσε και που υπάρχει μέχρι σήμερα επί του θέματος, παρόλο ότι δημιουργήθηκε με βάση τους παλαιούς θεσμούς, θεωρούμε ότι εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που διέπονται από τους νέους θεσμούς.»»

 

Σύμφωνα με την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Aerocandia Aviation Services Cy Ltd v. Σπανός, Πολι. Έφ. αρ. Ε210/2021, ημερ. 9/4/2025:

   

«Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για άδεια επίδοσης στο εξωτερικό, στην Δ.6 θ.1 καθορίζονταν οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρεχόταν η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 θ.4, αναφερόταν ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση, που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.

Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα (1993) 1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa (2000) 1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν»

Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται, στην εξέταση του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις.

Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd (2000) 1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων.

Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 θ.1, τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα μετά από αίτηση του εναγομένου, δυνάμει της Δ.16 θ.9, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής:

« Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότηταΌπως επεσήμανε ο ΙωσηφίδηςΔστη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another (1963) 2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας.

Προκύπτει νομολογία ότι στο πλαίσιο της υποχρέωσης του ενάγοντα να αποκαλύψει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, συμπεριλαμβάνεται και η απόδειξη ότι το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την απαίτηση του. Σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται το στοιχείο αυτό, έπεται ότι ο ενάγων αποτυγχάνει στην υποχρέωση του να αποδείξει το στοιχείο της καλής βάσης αγωγής, που είναι αναγκαίο για την σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό (βλ. μεταξύ άλλων Tlais Enterprises Ltdν. Her Majesty's Revenue & Customs (2015) 1(A) Α.Α.Δ. 616).

Σχετική είναι και η S.P.PLtd ν. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκε ότι αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:

« Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοσή της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin SAvShip "PLATON CH." (1987) 1 C.L.R. 297

 

Καθ’ όλα σχετικά είναι και τ’ ακόλουθα από την Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω):

«Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας από πλευράς των εφεσιβλήτων αναφορικά με τα γεγονότα. Αναφερόμαστε βέβαια στην ένορκο δήλωση ημερ. 19 Μαρτίου 1996 του κ. Σ. Ησαΐα, η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση των εφεσιβλήτων για σφράγιση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Το εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι τέθηκαν ενώπιον του πολλά στοιχεία θα πρέπει οπωσδήποτε να ελάμβανε υπόψη τα όσα παρουσιάστηκαν μεταγενέστερα μέσα   στο πλαίσιο της αίτησης των εφεσειόντων ημερ. 11 Μαρτίου 1997 για ακύρωση ή παραμερισμό. Αυτό όμως δεν ήταν επιτρεπτό.  Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Sons of Afif Yamout και Άλλοι ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co. (1994) 1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το εξής απόσπασμα από την Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 1030, μια από τις δύο αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε εκεί η Ολομέλεια, εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού (στη σελ. 1033):

 

"Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης (δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας.  Γι' αυτό, η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό."»

Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής:

Ο ενάγοντας, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει τη αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:

Ο ίδιος είναι διευθυντής των εναγόντων 2 και ο εναγόμενος 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζει να είναι κάτοικος Λεμεσού και ήταν το βασικό άτομο πίσω από το έργο Cynergy (στο εξής «έργο») για τους σκοπούς τους οποίου μετέφεραν όλα τα ποσά που αναφέρουν στην απαίτησή τους και στην ένορκη δήλωσή του στη συνέχεια. Ο εναγόμενος 2 διαμένει και εργάζεται στο Guernsey και ασχολείται με επενδυτικές και διοικητικές υπηρεσίες. Οι εναγόμενοι 3 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Guernsey. Αντιλαμβάνεται ότι είναι συμφερόντων του εναγόμενου 1, καθότι σε διαφορετικές περιπτώσεις τού είχε ζητηθεί από τον εναγόμενο 1 να μεταφέρουν χρηματικά ποσά στους εναγόμενους 3 για σκοπούς του έργου.

Κατά την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 17/9/2019, μετά από εντολές του εναγόμενου 1, με οδηγίες του ίδιου μεταφέρθηκε το ποσό του €1.630.290 στους εναγόμενους 1 και 3 για σκοπούς του έργου. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων γύρω από το έργο κατά την περίοδο 1/12/2014 μέχρι σήμερα, την έλλειψη προόδου του έργου, καθώς και των πράξεων και παραλείψεων των εναγόμενων είναι η θέση τους, ότι όλα τα ποσά που μεταφέρθηκαν στους εναγόμενους 1 και 3 και στην εταιρεία Cynergy Capital Limited και σε τρίτους, κατ’ εντολή τους για σκοπούς του έργου, μεταφέρθηκαν και τους καταβλήθηκαν συνεπεία και ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, πράξεων που συνιστούν δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης. Συνεπώς, με την απαίτηση ζητούν την έκδοση απόφασης για όλη τη ζημιά που έχουν υποστεί.

Είναι περαιτέρω θέση τους, ότι τα χρήματα που λήφθηκαν από τους εναγόμενους 1 και 3 κρατούνται σε εμπίστευμα προς όφελος και για λογαριασμό τους. Κανένα ποσό δεν τους έχει επιστραφεί μέχρι σήμερα.

Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να λάβουν εξηγήσεις, λογαριασμούς και λεπτομέρειες ως προς τις πράξεις που οι έλαβαν οι εναγόμενοι αναφορικά με τον τρόπο που μεταχειρίστηκαν και ξόδεψαν τα ποσά που μεταφέρθηκαν στους εναγόμενους 1 και 3 και στην εταιρεία Cynergy Capital Limited για τους σκοπούς του έργου, καμιά επαρκή ενημέρωση δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα.

Συνοπτικά τα γεγονότα που στηρίζουν την απαίτηση εναντίον των τριών εναγόμενων είναι τα εξής:

Κατά το Δεκέμβριο του 2014, τον προσέγγισε ο εναγόμενος 1 ώστε να τον πείσει να επενδύσει στο έργο, το οποίο είχε να κάνει με την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ. Προς το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκαν διάφορες συναντήσεις και ανταλλάχθηκε αρκετή αλληλογραφία και μεταξύ άλλων του παρουσιάστηκε ότι το έργο χρηματοδοτείται και υποστηρίζεται από διάφορες πλούσιες οικογένειες και επενδυτές του εξωτερικού, αλλά και ότι το έργο και τα προτιθέμενα βήματα υποστηρίζονταν από κυβερνήσεις και κρατικούς αξιωματούχους. Ειδικότερα, του αναφέρθηκε ότι ο εναγόμενος 2 ήταν υποστηρικτής και ο μεγαλύτερος επενδυτής του έργου μέχρι εκείνη τη στιγμή, τόσο προσωπικά όσο και μέσω κεφαλαίων που ήλεγχε για λογαριασμό πασίγνωστων οικογενειών, υψηλού πλούτου.

Οι συναντήσεις στις οποίες συμμετείχε με τους εναγόμενους 1 και 2 σε συνδυασμό με αριθμό γραπτών διαβεβαιώσεων που του έδωσαν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να τον πείσουν να μεταφέρει στους εναγόμενους 1 και 3, στην παραπάνω εταιρεία και σε τρίτους, όλα τα ποσά που αναφέρει πιο πάνω.

Το καλοκαίρι του 2019 άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων του και ότι οι υποσχέσεις και παραστάσεις που του έγιναν από τους εναγόμενους ήταν ψευδείς και ότι έγιναν με σκοπό να τον πείσουν να τους μεταφέρει τα χρήματα που ζητούσαν. Πρέπει να αναφέρει ότι κατά την περίοδο μέχρι τότε, όταν ζητούσε οικονομική πληροφόρηση, η απάντηση που λάμβανε ήταν ότι λόγω της φύσης του έργου δεν έπρεπε να τηρούνται λογαριασμοί και ότι έπρεπε όλα να γίνονται με πάσα μυστικότητα για να διατηρηθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού εναντίον πιθανών ανταγωνιστών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών.

Ενώ η θέση των εναγόμενων 1 και 2 ήταν ότι θα έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί η νομική δομή στην οποία θα έμπαιναν τα χρήματα από τους μεγαλοεπενδυτές που ήταν σε υποτιθέμενη αναμονή, μετά που ολοκληρώθηκε η εκπόνηση της δομής που είχε τη μορφή «fund», εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, το καλοκαίρι του 2019 διαφάνηκε ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν οποιοιδήποτε επενδυτές που πραγματικά ενδιαφέρονταν να επενδύσουν. Η διαβεβαίωση που του διδόταν πάντα ήταν ότι μόλις επενδύσουν οι μεγαλοεπενδυτές, η επένδυσή τους θα αποπληρωνόταν.

Εξ όσων γνωρίζει το έργο μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί, δεν του έχει αποφέρει οποιοδήποτε εισόδημα ή κέρδος και ούτε έχει αποζημιωθεί για τα μεγάλα ποσά που μετάφεραν. Πρέπει να τονίσει ότι στην περίοδο που μεσολάβησε από το 2019 μέχρι το 2024 συνέχισε να λαμβάνει ενημερώσεις και καινούργιες διαβεβαιώσεις από τον εναγόμενο 1 ότι θα επιτυγχάνετο κάτι θετικό στο άμεσο μέλλον. Ποτέ όμως δεν γινόταν απολύτως τίποτα το χειροπιαστό που να οδηγούσε στην οποιαδήποτε πραγματική επένδυση από κάποιο επενδυτή που ήταν έτοιμος να επενδύσει στο άμεσο μέλλον, όπως τους έλεγαν οι εναγόμενοι 1 και 2.

Η απαίτησή τους δεν στρέφεται μόνο εναντίον του εναγόμενου 1, αλλά και κατά των εναγόμενων 2 και 3. Όπως του δήλωσε ο εναγόμενος 1 κατά το παρελθόν, οι εναγόμενοι 3 βρίσκονται στην κορυφή της δομής του έργου/«δομής Cynergy», ενώ ο εναγόμενος 2 είναι συνιδρυτής της «δομής Cynergy» μαζί με τον εναγόμενο 1. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 ήταν και εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός διευθυντής των εναγόμενων 3 που έλαβαν σημαντικό μέρος των κεφαλαίων που αφορά η παρούσα αξίωση, καθώς και διευθυντής, άλλων εταιρειών εντός της «δομής Cynergy». Περαιτέρω βρισκόταν σε κάποιες συναντήσεις που δίδονταν παραστάσεις από τον εναγόμενο 1, ήταν σε κοινοποίηση σχετικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αλλά και υποβοηθούσε τον εναγόμενο 1 στο να λαμβάνει τα χρήματά του. Επίσης έχει προβεί σε συγκεκριμένες παραστάσεις ο ίδιος με αποτέλεσμα να είναι και ο ίδιος υπόλογος προσωπικά, αλλά και ως διευθυντής των εναγόμενων 3. Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρείται ότι ανέντιμα συνέβαλλε στην παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης του εναγόμενου 1 προς τους ίδιους.

Ενόψει των ανωτέρω εξελίξεων, μέσω των δικηγόρων τους, στις 14/6/2024 απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή στους τρεις εναγόμενους (τεκ.1), δίδοντας τους - μεταξύ άλλων - την ευκαιρία να αποδώσουν λογαριασμούς για τα ποσά που αφορά η παρούσα απαίτηση και τα οποία τους κατέβαλαν, αλλά και για να τοποθετηθούν εκ νέου στο αίτημά τους για επιστροφή της επένδυσής τους. Η απάντηση των εναγόμενων, ημερομηνίας 28/6/2024 (τεκμ.2) δεν αποτελεί παρά μόνο μια γενική απάντηση η οποία δεν απαντά επί της ουσίας στις ανησυχίες και στα αιτήματά τους τα οποία τους τέθηκαν. Ουδεμία συγκεκριμένη επεξήγηση δεν τους δόθηκε ως προς το τι απέγιναν τα ποσά που τους καταβλήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο για τους σκοπούς του έργου. Επίσης, η επιστολή περιείχε γενικές υποσχέσεις, περί έναρξης κάποιας διαδικασίας για να βρεθεί κάποια λύση.

Παρά τις επανειλημμένες μετέπειτα προσπάθειές τους, μέσω των δικηγόρων τους που επικοινώνησαν αρκετές φορές με τους δικηγόρους τους και μετά που έλαβε χώρα σχετική συνάντηση για να τους παράσχουν πληροφορίες για το τι απέγιναν τα χρήματα που τους δόθηκαν, καμιά ουσιαστική απάντηση δεν έλαβαν και όπως διαφάνηκε, τα αναφερόμενα στην επιστολή (τεκμ.2), ήταν απλά μια προσπάθεια για να μεταφέρουν το ζήτημα παρακάτω και να τους αποτρέψουν από το να λάβουν νομικά μέτρα.

Η απαίτησή τους βασίζεται κυρίως σε απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις και παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης. Οι θεραπείες που αξιώνουν αφορούν σε αποζημιώσεις και άλλα διατάγματα εναντίον των εναγόμενων.

Ως εκ των ανωτέρω είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο επιτρέψει την επίδοση της απαίτησης και των λοιπών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας, καθότι, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα απαίτηση, μεταξύ άλλων, κάτω από τις ακόλουθες βάσεις:

  1. Εγείρεται απαίτηση και ζητείται θεραπεία εναντίον προσώπου (του εναγόμενου 1) το οποίο έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του εντός της δικαιοδοσίας (Μέρος 6.8.(1)(β) των ΚΠΔ).
  2. Εγείρεται απαίτηση για διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους να τελέσουν πράξη ή να απέχουν από την τέλεσή της εντός της δικαιοδοσίας (Μέρος 6.8.(1)(γ) των ΚΠΔ).
  3. Εγείρεται απαίτηση εναντίον προσώπου στο οποίο θα επιδοθεί το έντυπο απαίτησης (στον εναγόμενο 1) και υπάρχει πραγματικό ζήτημα μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 το οποίο είναι εύλογο κατά το Δικαστήριο να εκδικαστεί και οι ενάγοντες επιθυμούν να επιδώσουν το έντυπο απαίτησης και σε άλλα πρόσωπα τα οποία είναι αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι στην εν λόγω απαίτηση (στους εναγόμενους 2 και 3) (Μέρος 6.8.(1)(δ)(i)-(ii) των ΚΠΔ).
  4. Εγείρεται απαίτηση για αστικά αδικήματα εναντίον όλων των εναγόμενων για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελέσει μαζί από τα οποία επήλθε ζημιά εντός της δικαιοδοσίας και η ζημιά προκύπτει ότι επήλθε από πράξεις που διαπράχθηκαν εντός της δικαιοδοσίας (Μέρος 6.8.(1)(κ) των ΚΠΔ).
  5. Εγείρεται απαίτηση εναντίον εναγόμενου, ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχου, ή ως εμπιστευματοδόχου απολήγοντος εμπιστεύματος, όταν η απαίτηση προκύπτει από πράξεις οι οποίες διεπράχθησαν ή συμβάντα τα οποία συνέβησαν εντός της δικαιοδοσίας ή σχετίζεται με περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας (Μέρος 6.8.(1)(ρ) των ΚΠΔ).

Επιπρόσθετα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, καθότι, ο εναγόμενος 1 έχει την κατοικία του ή τουλάχιστον, τη συνήθη διαμονή του εντός της δικαιοδοσίας. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και διέμενε σε διαμέρισμα στη μαρίνα Λεμεσού. Αυτό το γνωρίζει προσωπικά τόσο από τα τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομά του όσο και από επαφές που είχε μαζί του κατά την περίοδο που αφορά η παρούσα απαίτηση και του το ανάφερε επανειλημμένα και ο ίδιος.

Οι εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται για αδικήματα που είναι άμεσα συνυφασμένα με αυτά που διέπραξε ο εναγόμενος 1, ο οποίος έχει την κατοικία του ή τουλάχιστον τη συνήθη διαμονή του εντός της δικαιοδοσίας και επομένως αποτελούν αναγκαίους και κατάλληλους διαδίκους στην απαίτηση.

Μέρος της απαίτησής τους διατάσσει τους εναγόμενους να τελέσουν πράξεις εντός της δικαιοδοσίας, ήτοι, να επιστρέψουν χρήματα και να αποδώσουν λογαριασμούς ή ένορκους λογαριασμούς και λεπτομέρειες, ως προς τις πράξεις που έλαβαν, ως άτομα που ήταν επικεφαλής του έργου και λεπτομέρειες, ως προς το προσωπικό όφελος και κέρδος που αποκόμισαν στους ενάγοντες που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εγείρεται απαίτηση για αστικά αδικήματα όπου η ζημιά επήλθε εντός της δικαιοδοσίας, αλλά περαιτέρω, η ζημιά που επήλθε προκύπτει από πράξεις και παραλείψεις των εναγόμενων οι οποίες διαπράχθηκαν εντός της δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, οι πλείστες παραστάσεις τις οποίες επικαλούνται στην απαίτησή τους έγιναν προς τον ίδιο (τον ενάγοντα) ενώ βρισκόταν στην Κύπρο. Του στάλθηκαν κυρίως μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και λήφθηκαν είτε από τον ίδιο σε χρονική περίοδο που ήταν κάτοικος Κύπρου και ενώ βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας.

Μέρος της απαίτησης εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 προωθείται κάτω από τη διαζευκτική βάση, ως εξ απαγωγής εμπιστευματοδόχους και προκύπτει από πράξεις οι οποίες διεπράχθησαν και συμβάντα τα οποία συνέβησαν, συγκεκριμένα, κυρίως οι παραστάσεις που έγιναν, εντός της δικαιοδοσίας, καθότι οι παραστάσεις έλαβαν χώρα στην Κύπρο όπου παραλήφθηκαν από τον ίδιο τα ηλεκτρονικά μηνύματα, μέσω των οποίων έγιναν τις πλείστες φορές οι εν λόγω παραστάσεις.

Το Μέρος 6 των ΚΠΔ, στο βαθμό που μας ενδιαφέρει ακολουθεί αυτούσιο:     

«6.8. Επίδοση εκτός δικαιοδοσίας: Γενικοί λόγοι

(1) Επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εντύπου απαίτησης περιλαμβανομένου εντύπου απαίτησης δυνάμει του Μέρους 8 μπορεί να επιτραπεί από το δικαστήριο όταν:

(α) Εγείρεται απαίτηση για την οποία το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.

(β) Εγείρεται απαίτηση για θεραπεία εναντίον προσώπου το οποίο έχει την κατοικία του ή έχει τη συνήθη διαμονή του εντός της δικαιοδοσίας.

(γ) Εγείρεται απαίτηση για διάταγμα που διατάσσει τον εναγόμενο να τελέσει πράξη ή να απέχει από την τέλεσή της εντός της δικαιοδοσίας.

(δ) Εγείρεται απαίτηση εναντίον προσώπου («ο εναγόμενος») στο οποίο έχει επιδοθεί ή θα επιδοθεί το έντυπο απαίτησης (όχι όμως στη βάση της παρούσας παραγράφου) και –

(i) υπάρχει πραγματικό ζήτημα μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου το οποίο είναι εύλογο κατά το Δικαστήριο να εκδικαστεί· και

(ii) ο ενάγων επιθυμεί να επιδώσει το έντυπο απαίτησης σε άλλο πρόσωπο το οποίο είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος στην εν λόγω απαίτηση.

(κ) Εγείρεται απαίτηση για αστικό αδίκημα όταν:

(i) επήλθε ή θα επέλθει ζημιά εντός της δικαιοδοσίας· ή

(ii) η ζημιά η οποία επήλθε ή θα επέλθει προκύπτει από πράξη η οποία διαπράχθηκε ή πιθανό να διαπραχθεί εντός της δικαιοδοσίας.

(ρ) Εγείρεται απαίτηση εναντίον εναγόμενου ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχου, ή ως εμπιστευματοδόχου απολήγοντος εμπιστεύματος, όταν η απαίτηση προκύπτει από πράξεις οι οποίες διεπράχθησαν ή συμβάντα τα οποία συνέβησαν εντός της δικαιοδοσίας ή σχετίζεται με περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας.

…..

6.10. Η αίτηση υποστηρίζεται από μαρτυρία

(1) Κάθε αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εντύπου απαίτησης σε εναγόμενο εκτός Κύπρου γίνεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και υποστηρίζεται από μαρτυρία, η οποία ικανοποιεί το δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και δηλώνει τον τόπο ή χώρα στην οποία ο εν λόγω εναγόμενος βρίσκεται ή ενδέχεται να βρίσκεται, και κατά πόσον ο εν λόγω εναγόμενος είναι Κύπριος πολίτης ή όχι, και τους λόγους για τους οποίους καταχωρίζεται η αίτηση, και καμία τέτοια άδεια δεν παραχωρείται εκτός αν καταστεί επαρκώς εμφανές στο δικαστήριο ή στον δικαστή ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου, δυνάμει του παρόντος Μέρους.

(2) …»

Παρατηρώ τα εξής:

 

Καθ’ ον χρόνο επιλαμβανόμουν της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος είναι με υπαγωγή και σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των παραπάνω στοιχείων μαρτυρίας του ενάγοντα - άμεσης και περιστατικής - που βασίστηκα και με υπαγωγή τους στο παραπάνω απόσπασμα του Μέρους 6 των ΚΠΔ και γενικά στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, που πρώτο, έκρινα ότι έχω δικαιοδοσία να επιληφθώ της παρούσας υπόθεσης και να παραχωρήσω την αιτούμενη άδεια για επίδοση του εντύπου απαίτησης στον εναγόμενο 2, εκτός δικαιοδοσίας και δεύτερο, ικανοποιήθηκα ότι οι ενάγοντες έχουν εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον και του εναγόμενου 2.

 

Η περί αντιθέτου θέση του τελευταίου φρονώ ότι παραβλέπει τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα και κυρίως, πως ό,τι απαιτείται για σκοπούς στοιχειοθέτησης αίτησης για άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η απόδειξη ότι ο ενάγοντας έχει καλή αιτία αγωγής και όχι απόδειξη της αγωγής επί της ουσίας και δεύτερο, ότι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος και συγκεκριμένα, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας.  Εξ ου και το γεγονός, ότι η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγοντας μπορεί να στηριχθεί είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (βλ. τις υποθέσεις Amathus Navigation Co. Ltd και Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd, ανωτέρω).

 

Εν πάση περιπτώσει, πλείστα από τα παραπάνω που αναφέρει ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωσή του προς υποστήριξη της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, είναι αδιαμφισβήτητα από τον εναγόμενο 2.

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Ο εναγόμενος 2 σε εφαρμογή του Μέρους 12.1(7) των ΚΠΔ μπορεί να καταχωρήσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών από σήμερα.

 

Αναφορικά με την υπεράσπιση, να πω απλώς, ότι στο πλαίσιο της αίτησης των εναγόμενων 1 και 3 για παράταση του χρόνου καταχώρησης υπεράσπισης, στις 3/6/2025 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ορίστηκε ως χρόνος καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους και των τριών εναγόμενων, 14 μέρες από την έκδοση της παρούσας απόφασης.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση, τα έξοδα της αίτησης, έχουν προσυμφωνηθεί μεταξύ των μερών και για τα δυο ενδεχόμενα, δηλαδή, τόσο αποδοχής όσο και απόρριψης της αίτησης, αυτά, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €4.500, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., πλέον €22, πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και σε βάρος του εναγόμενου 2.

 

 

                                                                  (Υπ.) …..……..…………………

                                                                                 Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο