ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 1314/2024 (i-justice)
Μεταξύ:
Χ. Χ., ανήλικος, δια του πατρός αυτού Κ. Π. Χ. και μητρός αυτού N. S., ως πλησιέστερων συγγενών, φίλων και κηδεμόνων αυτού.
Εναγόντων
και
1. Γ. Α.
2. Χ. Μ.
Εναγόμενων
--------------------
Αίτημα ειδικής αποκάλυψης
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/2/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντες 1 και 2 - αιτητές: κ. Π. Μιχαήλ, για ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: κ. Θ. Χριστοδούλου, για Chrysses Demetriades & Co LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες είναι γονείς του πιο πάνω ανήλικου και δικαιούχου συγκεκριμένου εμπιστεύματος και οι εναγόμενοι, εμπιστευματοδόχοι και/ή επίτροποι του εμπιστεύματος.
Με την αγωγή τους οι ενάγοντες η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») ζητούν - μεταξύ άλλων - την παύση των εναγόμενων από επιτρόπων και/ή εμπιστευματοδόχων και το διορισμό στη θέση τους, του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και/ή άλλου δικηγόρου εγνωσμένου κύρους.
Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους αρνούνται όσα τους αποδίδουν οι ενάγοντες για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αγωγής τους και των εναντίον τους αξιώσεών τους και ζητούν την απόρριψη της αγωγής.
Με το υπό κρίση αίτημα, οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους να προβούν ενόρκως σε περαιτέρω και/ή ειδική αποκάλυψη, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης και/ή επίδοσης του σχετικού διατάγματος, δηλώνοντας κατά πόσο έχουν ή είχαν σε οποιοδήποτε στάδιο στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχό τους, ετήσιες καταστάσεις λογαριασμών του εμπιστεύματος, αποδείξεις, τιμολόγια, αντίγραφα καταχώρησης σε βιβλία και ηλεκτρονικά αρχεία καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα που έχουν σχέση με το εμπίστευμα, από την ημερομηνία σύστασής του μέχρι σήμερα και την ημέρα εκδίκασης της παρούσας απαίτησης και/ή κατά την έκδοση απόφασης και/ή όπως διαφορετικά ήθελε διατάξει το Δικαστήριο.
Ο εκ των εναγόντων, Κ. Π. Χ., στην ένορκη δήλωση στην οποία προέβη προς υποστήριξη του αιτήματος, αναφέρει τα εξής:
Οι εναγόμενοι, κατά τις 7/10/2025 καταχώρησαν γενική αποκάλυψη εγγράφων με την οποία απέκρυψαν από το Δικαστήριο την ύπαρξη σημαντικών εγγράφων για την έκβαση της υπόθεσης και των αιτούμενων θεραπειών με στόχο να το παραπλανήσουν και/ή για να μη δώσουν σαφή εικόνα για τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν.
Συγκεκριμένα παρέλειψαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη ετήσιων καταστάσεων λογαριασμών, αποδείξεις, τιμολόγια, αντίγραφα καταχώρησης σε βιβλία και/ή ηλεκτρονικά αρχεία και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα έχουν σχέση με το εμπίστευμα από την ημερομηνία σύστασής του μέχρι και την αποκάλυψη που έχουν προβεί στις 7/10/2025.
Όπως πιστεύει και όπως το συμβουλεύει ο δικηγόρος του, η παρουσίαση των ζητούμενων εγγράφων είναι απολύτως αναγκαία για τα επίδικα θέματα, ως άλλωστε προκύπτει από το περιεχόμενό της, αλλά και από τα αιτούμενα διατάγματα.
Τα δε ζητούμενα έγγραφα είναι συναφή και υψίστης σημασίας σε σχέση με τα επίδικα θέματα, καθότι, π.χ., μέσω των ετήσιων καταστάσεων λογαριασμών και των λοιπών ζητούμενων εγγράφων που αναφέρονται στο αιτητικό Α, θα διαφανεί με ασφάλεια και σαφήνεια, αν οι εναγόμενοι ενεργούν καλόπιστα και διαχειρίζονται αυτό νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του εμπιστεύματος και ταυτόχρονα, θα καταδειχθεί αν γενικά ενεργούν σύμφωνα με τα καθήκοντα που έχουν ως εμπιστευματοδόχοι του εμπιστεύματος.
Όπως γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται, οι μόνοι που θα μπορούσαν να είχαν και πράγματι έχουν υπό τη φύλαξη και/ή κατοχή τους τις ετήσιες καταστάσεις λογαριασμών, καθώς και τα υπόλοιπα αιτούμενα έγγραφα είναι οι εναγόμενοι, λόγω της ιδιότητας τους, ως εμπιστευματοδόχων, πλην όμως, απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι στιγμής είναι απρόθυμοι να τα αποκαλύψουν και να τα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, για τους λόγους που γνωρίζουν οι ίδιοι και πολύ πιθανόν, ένας από αυτούς να είναι για να αποκρύψουν την παράβαση των καθηκόντων τους, ως εμπιστευματοδόχων.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στο αίτημα η οποία αποτελείται από 7 λόγους.
Με τον πρώτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το αίτημα δε συνάδει με τις πρόνοιες των ΚΠΔ και με το δεύτερο λόγο ότι θα έπρεπε να υποβληθεί αφότου ζητηθεί και καθοριστεί από το Δικαστήριο, ο χρόνος για την υποβολή του, βάσει του Μέρους 31 Κ.5 των ΚΠΔ.
Είναι γεγονός, ότι το Μέρος 31.5.(1) των ΚΠΔ προνοεί ότι το αίτημα ειδικής αποκάλυψης μπορεί να καταχωρηθεί και επιδοθεί εντός του χρόνου που ορίζεται από το Δικαστήριο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι για σκοπούς υποβολής τέτοιου αιτήματος απαιτείται η παροχή σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση δε δόθηκε, καθώς οι ενάγοντες καταχώρησαν το επίμαχο αίτημα και το επέδωσαν στην άλλη πλευρά, χωρίς προηγουμένως να είχαν ζητήσει και εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου, είτε για το ένα είτε για το άλλο.
Ωστόσο αποτελεί επίσης γεγονός, πως ούτε οι εναγόμενοι μα ούτε και το Δικαστήριο ασχολήθηκαν οποτεδήποτε προηγουμένως με το θέμα. Να πω απλώς, ότι στις 10/12/2025 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες και οι δυο δικηγόροι, αφού με ενημέρωσαν ότι καταχωρήθηκε ένσταση στο αίτημα και ακολούθως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ανάφερε ότι δε θα καταχωρήσει απάντηση, στη συνέχεια και οι δυο δικηγόροι ζήτησαν ημερομηνία για να αγορεύσουν επί του αιτήματος, όπως και έγινε.
Των παραπάνω λεχθέντων, σε εφαρμογή του Μέρους 3.8. των ΚΠΔ, δεν είμαι διατεθειμένος να απορρίψω το αίτημα με μόνο λόγο αυτό.
Το Μέρος 3.8. των ΚΠΔ προνοεί ότι:
«(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:
(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και
(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:
(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και
(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.»
Πρόκειται για διαδικαστικό σφάλμα, η επί του προκειμένου παράλειψη συμμόρφωσης των εναγόντων με τον παραπάνω Κανονισμό και κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας εκδίδω διάταγμα διόρθωσής του.
Το συγκεκριμένο διάταγμα υπέχει θέση διατάγματος απαλλαγής κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει τις συνέπειες μη συμμόρφωσης και η συγκεκριμένη Διαταγή είναι η αντίστοιχη του Μέρους 3.8. των ΚΠΔ.
Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση, οι όποιες παρεκκλίσεις από τους ΚΠΔ είχαν αρχίσει από τη στιγμή που μετά την καταχώρηση των ερωτηματολόγιών οδηγιών και από τα δυο μέρη, αντί σε εφαρμογή του Μέρους 28 των ΚΠΔ, η υπόθεση να ταξινομηθεί και σε εφαρμογή του Μέρους 30.2(1), το Δικαστήριο να ορίσει ημερομηνία για τη συνεδρία διαχείρισής της, ούτε το ένα είχε γίνει μα ούτε και το άλλο. Η υπόθεση ορίστηκε τρεις φορές για διευκρινήσεις και στις 26/5/2025, αφού ταξινομήθηκε ως συνήθης απαίτηση, ορίστηκε για οδηγίες, στις 23/6/2025. Την ημέρα αυτή επαναορίστηκε για οδηγίες, στις 8/10/2025 και εκδόθηκε διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων. Το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος, μετά από σχετικό αίτημα του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων, το οποίο είχε υποβάλει με μήνυμά του στο σύστημα, στις 19/6/2025 με το οποίο συμφώνησε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, με δικό του μήνυμα, την επομένη, 20/6/2025.
Είναι φανερό, ότι, για το γεγονός ότι η πορεία που διέγραψε δικονομικά η υπόθεση μέχρι τότε, αλλά και κατά το χρόνο υποβολής του υπό εξέταση αιτήματος - η οποία, σε σημαντικό βαθμό ήταν με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αντί τους ΚΠΔ - η ευθύνη δεν είναι μονοσήμαντη. Βαραίνει τόσο τους διαδίκους όσο και το Δικαστήριο. Στο βαθμό που αφορά το Δικαστήριο, το δηλώνω με διάθεση αυτοκριτικής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η υπόθεση είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιόν μου, στις 8/10/2025.
Απ’ εκεί και πέρα, η θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες με το ερωτηματολόγιο οδηγιών που είχαν καταχωρήσει δεν είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο να δώσει οδηγίες για ειδική αποκάλυψη, παρά μόνο περιορίστηκαν στο να αναφέρουν στο σχετικό σημείο «Εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων», δεν ευσταθεί.
Και στα δυο ερωτηματολόγια οδηγιών (εναγόντων και εναγόμενων) το σχετικό μέρος είναι συμπληρωμένο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πρόκειται για το σημείο «Δ2. Αποκάλυψη Εγγράφων», ακολουθεί η φράση «Πιστεύετε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει συγκεκριμένες οδηγίες για την ανακάλυψη ή επιθεώρηση εγγράφων ή τυχόν άλλες οδηγίες σχετικά με το θέμα αυτό;» και κάτω ακριβώς υπάρχουν οι επιλογές «Ναι» «Όχι». Να πω απλώς, ότι και στα δυο ερωτηματολόγια σημειώθηκε το κουτάκι που αντιστοιχεί στο «Ναι».
Με τον τρίτο λόγο ένστασης στο αίτημα υποβάλλεται ότι η αποκάλυψη που ζητείται είναι γενική και όχι ειδική, εφόσον δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα που ζητά ο ενάγοντας. Με τον τέταρτο λόγο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν, ποια ακριβώς έγγραφα ζητά ο ενάγοντας για να μπορούν σε πρώτο στάδιο να ελέγξουν κατά πόσο υπάρχουν. Με τον πέμπτο λόγο υποβάλλεται ότι ο ενάγοντας δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ζητούνται τα έγγραφα, ούτε τη σχετικότητά τους με την υπόθεση και/ή τη σημασία τους για την έκβαση της υπόθεσης. Τέλος, με τον έβδομο λόγο υποβάλλεται ότι τα έγγραφα που ζητά ο ενάγοντας δε θα βοηθήσουν στην επίλυση των επίδικων θεμάτων.
Θα εξετάσω ενιαία τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης, όπως έχουν αναπτυχθεί από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων.
Το Μέρος 31.5. των ΚΠΔ με τίτλο «Ειδική Αποκάλυψη» στο βαθμό που μας ενδιαφέρει και για σκοπούς εξέτασης του έκτου λόγου ένστασης, ακολουθεί αυτούσιο:
«(2) Το Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης γίνεται σύμφωνα με το Έντυπο αρ.46 και περιλαμβάνει:
(α) (i) περιγραφή του κάθε ζητούμενου εγγράφου, η οποία να είναι επαρκής για να το προσδιορίσει ή
(ii) περιγραφή με επαρκείς λεπτομέρειες (περιλαμβανομένου του υπό εξέταση αντικειμένου) περιορισμένης και ειδικής ζητούμενης κατηγορίας εγγράφων, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι υπάρχουν·
(β) δήλωση, η οποία να αναφέρει με ποιο τρόπο το ζητούμενο έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων σχετίζεται με τα ζητήματα και είναι ουσιώδες για την έκβαση της διαδικασίας·
(γ) δήλωση:
(i) ότι το ζητούμενο έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων δεν είναι στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του διάδικου που υποβάλλει το αίτημα· ή
(ii) των λόγων για τους οποίους θα ήταν υπέρμετρα επαχθές για τον διάδικο που υποβάλλει το αίτημα να αποκαλύψει και να προσαγάγει τέτοιο έγγραφο.
(δ) τους λόγους για τους οποίους ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα πιστεύει ότι τα έγγραφα που ζητούνται είναι στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του διαδίκου προς τον οποίο απευθύνεται το αίτημα.
(3) ….
(4) ….
(5) Το δικαστήριο εξετάζει το Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης και την ένσταση και δύναται να διατάξει τον διάδικο στον οποίο απευθύνεται τέτοιο αίτημα να προβεί σε Ειδική Αποκάλυψη οποιουδήποτε ζητούμενου εγγράφου ή κατηγορίας εγγράφων τα οποία είναι ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του για τα οποία το δικαστήριο αποφασίζει ότι:
(α) έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις του κανονισμού 31.5(2)· και
(β) δεν εφαρμόζεται κανένας από τους λόγους ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στον κανονισμό 31.5(7).
(6) (α) Παρά τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 31.5(5), το δικαστήριο δύναται να καλέσει οποιοδήποτε διάδικο να επιχειρηματολογήσει προφορικά προτού εκδώσει διάταγμα Ειδικής Αποκάλυψης.
(β) Το δικαστήριο δύναται να δώσει την απόφαση του και την αιτιολογία της κάνοντας μερική ή πλήρη χρήση της σχετικής στήλης του Παρατήματος Α που θα επισυνάπτεται στο Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης, στην ένσταση, και στην απάντηση στην ένσταση.
(7) Το δικαστήριο αποκλείει έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων από αποκάλυψη ή προσαγωγή για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
(α) έλλειψη σχετικότητας με τα ζητήματα ή ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας·
(β) νομικό κώλυμα ή προνόμιο·
(γ) ιδιαίτερη δυσκολία στην προσαγωγή της ζητούμενης μαρτυρίας·
(δ) απώλεια ή καταστροφή του εγγράφου, η οποία αποδεικνύεται προς ικανοποίηση του δικαστηρίου·
(ε) λόγοι εμπιστευτικότητας τους οποίους το δικαστήριο κρίνει επιτακτικούς·
(στ) λόγοι ειδικής πολιτικής ή θεσμικής ευαισθησίας (περιλαμβανομένης μαρτυρίας, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως απόρρητη από κυβέρνηση ή δημόσιο διεθνή οργανισμό) τους οποίους το δικαστήριο κρίνει επιτακτικούς· ή
(ζ) λόγοι διαδικαστικής οικονομίας, αναλογικότητας, δίκαιης μεταχείρισης ή ισότητας των διαδίκων, τους οποίους το δικαστήριο κρίνει επιτακτικούς.
(8) Δήλωση μάρτυρα για Ειδική Αποκάλυψη αναφέρει τα βήματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν για Εύλογη Έρευνα των εγγράφων.
(9)»
Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι με εξαίρεση τον πέμπτο λόγο ένστασης, οι άλλοι τρεις λόγοι είναι αντιφατικοί. Δεν μπορεί να υποβάλλεται, από τη μια, ότι δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα που ζητά ο ενάγοντας (τρίτος λόγος) και ότι οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν ποια ακριβώς έγγραφα ζητά ο ενάγοντας για να μπορούν σε πρώτο στάδιο να ελέγξουν κατά πόσο υπάρχουν (τέταρτος λόγος) και από την άλλη, την ίδια ώρα, ότι τα έγγραφα που ζητά ο ενάγοντας δε θα βοηθήσουν στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (έβδομος λόγος).
Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι τα άγνωστα στους ίδιους έγγραφα που οι ενάγοντες τους ζητούν να αποκαλύψουν - που μπορεί και να μην υπάρχουν - δεν θα βοηθήσουν στην επίλυση των επίδικων θεμάτων.
Εν πάση περιπτώσει, από τη λιτή, πλην όμως, περιεκτική ένορκη δήλωση του εκ των εναγόντων η οποία υποστηρίζει το υπό εξέταση αίτημα, καταφαίνεται το αβάσιμο και των τεσσάρων αυτών λόγων ένστασης στο αίτημα.
Ό,τι απομένει προς εξέταση είναι ο έκτος λόγος ένστασης με τον οποίο υποβάλλεται ότι η δήλωση μάρτυρα που υποστηρίζει το αίτημα δεν αναφέρει τυχόν βήματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν για εύλογη έρευνα των εγγράφων σύμφωνα με το Μέρος 31.5.(8) των ΚΠΔ.
Η συγκεκριμένη πρόνοια θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2.(5) του ίδιου Μέρους.
Σύμφωνα με την πρώτη:
«Δήλωση μάρτυρα για Ειδική Αποκάλυψη αναφέρει τα βήματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν για Εύλογη Έρευνα των εγγράφων.»
Και σύμφωνα με το δεύτερο:
««Εύλογη Έρευνα» σημαίνει έρευνα για έγγραφα, η οποία εύλογα αναμένεται από διάδικο ή άλλο πρόσωπο το οποίο οφείλει να προβεί σε ειδική αποκάλυψη εγγράφων, δυνάμει οποιουδήποτε κανονισμού του παρόντος Μέρους, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένων των ακολούθων:
(α) του αριθμού των εγγράφων ή κατηγοριών εγγράφων τα οποία ζητούνται·
(β) της φύσης και της πολυπλοκότητας της διαδικασίας·
(γ) της ευκολίας και του κόστους ανάκτησης οποιουδήποτε συγκεκριμένου εγγράφου ή κατηγοριών εγγράφων· και
(δ) της σημασίας οποιουδήποτε εγγράφου ή κατηγοριών εγγράφων τα οποία ενδέχεται να εντοπιστούν κατά την έρευνα.»
Οι δυο αυτές πρόνοιες, κατά τη γνώμη μου έχουν την εξής έννοια:
Ο διάδικος που υποβάλλει αίτημα ειδικής αποκάλυψης - όπως είναι το υπό εξέταση - προτού αποταθεί στο Δικαστήριο για το σκοπό αυτό, οφείλει να διεξάγει εύλογη έρευνα, δηλαδή, να καταβάλει λογικές προσπάθειες αποκάλυψης των εγγράφων που συνθέτουν το αίτημα ειδικής αποκάλυψης, απευθυνόμενος για το σκοπό αυτό, είτε στον αντίδικό του είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ήθελε θεωρηθεί ότι οφείλει λογικά να αποκαλύψει τα συγκεκριμένα έγγραφα, δυνάμει οποιουδήποτε κανονισμού του Μέρους 31 των ΚΠΔ και μόνο σε περίπτωση που αυτές οι προσπάθειές του αποτύχουν, για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο, αλλά το πρόσωπο στο οποίο είχε απευθυνθεί, μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο με αίτημα ειδικής αποκάλυψης.
Θεωρώ πως, όχι τυχαία θα πρέπει να ακολουθηθεί αυτή η πορεία, προτού ένας διάδικος αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτημα ειδικής αποκάλυψης. Σε εφαρμογή και του πρωταρχικού σκοπού, γενικά οι διάδικοι, θα πρέπει να καταφεύγουν στο Δικαστήριο και να επικαλούνται τη συνδρομή του για έννομη προστασία των δικαιωμάτων τους, μόνο εκεί όπου και όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο. Ο συντάκτης της συγκεκριμένης πρόνοιας, με αυτή, κατά τη γνώμη μου ήθελε να διασφαλίσει τη λελογισμένη χρήση του συγκεκριμένου δικονομικού μέσου και την αποτροπή κατάχρησής του.
Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός, ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα, ουδεμία αναφορά υπάρχει συναφώς με αυτή την πτυχή του αιτήματος.
Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει «τυχόν βήματα» για «εύλογη έρευνα» για εντοπισμό των αιτούμενων εγγράφων, για τον απλούστατο και προφανή λόγο ότι αυτά ήταν και είναι στον απόλυτο έλεγχο και κατοχή των εναγόμενων και συγκεκριμένα, στο δικηγορικό γραφείο που διατηρούν, γι’ αυτό, μόνο με διάρρηξη των γραφείων τους θα ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη, με κάθε σεβασμό, δεν αποτελεί απάντηση μα ούτε και συμπληρώνει το σχετικό κενό. Εκτός του ότι αυτά που αναφέρει ο ίδιος, θα’ πρεπε να τα είχε δηλώσει ενόρκως ο ενάγοντας, η ουσία έγκειται στο γεγονός, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι ενάγοντες προτού καταχωρήσουν το υπό εξέταση αίτημα, είχαν αποταθεί είτε στους εναγόμενους είτε οπουδήποτε αλλού, με αίτημα την αποκάλυψη των εγγράφων που συνθέτουν το υπό εξέταση αίτημα και ότι αυτοί αρνήθηκαν να το ικανοποιήσουν, για να έχει νόημα, ακόμη και το ακραίο σενάριο που υποβάλλει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων. Συγκεκριμένα, ότι μόνο με διάρρηξη των γραφείων των εναγόμενων θα ήταν δυνατόν να ληφθούν τα έγγραφα.
Βάσει του Κανονισμού 5.(5)(α) του Μέρους 31 των ΚΠΔ, η ικανοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης είναι επιτακτική και δικαιοδοτικής φύσεως, προκειμένου το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος ειδικής αποκάλυψης, να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αποδοχής του αιτήματος. Εξ αντιδιαστολής, η μη ικανοποίησή της, μοιραία οδηγεί άνευ άλλου στη μη αποδοχή του αιτήματος. Και στην προκειμένη περίπτωση, ισχύει το δεύτερο.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, το αίτημα απορρίπτεται.
Επειδή το αίτημα είναι καινοφανές θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα - την οποία εκδίδω - είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της.
(Υπ.) ...…………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο