ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/06/2023
Αριθμός αγωγής: 2929/2016
Μεταξύ:
1. Solution Partners Joint-Stock Company
2. Solution One Joint-Stock Company
Εναγόντων
και
1. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ως παραλήπτη και εκκαθαριστή της περιουσίας
της εταιρείας COMMEXFX LTD
2. Αναστάση Γιαπανή
3. Ματθαίου Ροδινού
4. Σταύρου Χατζηκυριάκου
5. Γιώργου Χατζηπιερή
6. Abdelrahman Khedr Abdelra Elamary
7. EMTEC HOLDINGS LIMITED
8. Finalto Financial Services Limited (πρώην CFH Clearing Ltd)
Εναγόμενων
-------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 3/12/2024
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/2/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενoυς 8 - αιτητές: κ. Μ. Παναγίδης, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Για ενάγοντες 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: κα Μ. Κωνσταντίνου, για Α.Γ. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 13/10/2016. Στις 25/4/2023 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των εναγόμενων 8 (στο εξής «εναγόμενοι»), καθώς και τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης. Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου, στις 26/6/2023. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 10/7/2023 και η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, στις 4/9/2023.
Οι ενάγοντες, στις 6/12/2023 καταχώρησαν μονομερή αίτηση στο πλαίσιο της οποίας, στις 14/12/2023 εξασφάλισαν διάταγμα (στο εξής «επίμαχο διάταγμα») για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατη επίδοση στους εναγόμενους, μεταξύ άλλων, του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης της αγωγής και της αίτησης και του επίμαχου διατάγματος, με δυο μεθόδους επίδοσης που καθορίζει η Σύμβαση για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις του 1965, η οποία κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με το Νόμο 40/82. Με το επίμαχο διάταγμα ορίστηκε προθεσμία 30 ημερών από την επίδοση, για σκοπούς καταχώρησης εμφάνισης.
Οι ενάγοντες επέδωσαν στους εναγόμενους, όλα τα έγγραφα της αγωγής σύμφωνα με το επίμαχο διάταγμα και με τις δυο μεθόδους, στις 28/5/2024, με τη μια μέθοδο και στις 19/9/2024, με την άλλη.
Οι εναγόμενοι, στις 3/12/2024 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν:
«1. Διάταγμα του Δικαστηρίου, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής σε σχέση με τους Αιτητές, επί τω ότι οι Αιτητές, οι οποίοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Αγγλία δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας τους, δηλαδή της Αγγλίας, και δεν έχει αποδειχθεί και/ή δεν έχει τύχει επίκλησης από τους Ενάγοντες η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων.
2. Διάταγμα του Δικαστηρίου, απορρίπτον και διαγράφον το κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης εναντίον των Αιτητών και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, παραμερίζον και/ή ακυρώνον το διάταγμα, ημερ. 14.12.2023, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες για επίδοση των αναφερόμενων στο διάταγμα δικογράφων, αιτήσεων και διαταγμάτων εκτός δικαιοδοσίας και με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοσή τους με τους αναφερόμενους στο ρηθέν διάταγμα τρόπους, επί τω ότι οι Αιτητές, οι οποίοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Αγγλία, δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας τους, δηλαδή της Αγγλίας, και δεν έχει αποδειχθεί και/ή δεν έχει τύχει επίκλησης από τους Ενάγοντες η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων.
3. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα και/ή το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και η αίτηση, ημερ. 06.12.2023, καθώς και το διάταγμα, ημερ. 14.12.2023, που εκδόθηκε συνεπεία της αίτησης, ημερ. 06.12.2023, καθότι οι Ενάγοντες δεν επικαλούνται στη νομική βάση της αίτησης, ημερ. 06.12.2023 τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ούτε τα άρθρα 67 και 126 της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (2019/C 384 I/01) και, ως εκ τούτου, η νομική βάση της αίτησης, ημερ. 06.12.2023 είναι ανεπαρκής και θα πρέπει να οδηγήσει σε παραμερισμό της και σε παραμερισμό του διατάγματος, ημερ. 14.12.2023, που εκδόθηκε, δυνάμει αυτής, χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο θέμα.
4. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά προς τα αιτούμενα διατάγματα (1), (2) και (3) ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου, παραμερίζον και/ή ακυρώνον την υποκατάστατη επίδοση, που διενεργήθηκε, για το λόγο, ότι την 19.09.2024 το κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής είχε εκπνεύσει.
5. ….»
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τής δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Ευαγγελίας Καρτελιά.
Οι ενάγοντες καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση.
«1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση Διατάγματος ακύρωσης και/ή παραμερισμού του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 10/07/2023 και/ή της Έκθεσης Απαίτησης και των λοιπών εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 8/Αιτητές (εν τοις εφεξής καλούμενοι οι «Αιτητές».)
2. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν έχουν καταδείξει καλό λόγο που να αποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Αιτητών.
3. Η Δ.27 Θ.3 εφαρμόζεται όπου η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και όπου το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο.
4. Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για εφαρμογή της Δ.27 Θ.3. Η αγωγή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και δεν είναι ούτε μηδαμινή ούτε ενοχλητική ούτε σκανδαλώδες ούτε επιπόλαιη ούτε ενοχλητική. Η αγωγή δεν στερείται πραγματικού νομικού ή πραγματικού υπόβαθρου.
5. Δεν δικαιολογείται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου επί της Διαταγής 27 Θ.3 οι οποίες εξουσίες πρέπει να ασκούνται με φειδώ και σε ξεκάθαρες περιπτώσεις και ούτε συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος.
6. Το Κυπριακό Δικαστήριο ήτοι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.
7. To Kυπριακό Δικαστήριο είναι το καταλληλότερο και/ή προσφορότερο forum για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής.
8. Το Επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού είναι το κατά τόπον αρμόδιο για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση.
9. Οι Αιτητές δεν υπέδειξαν πιο είναι το καταλληλότερο forum και δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που έχουν ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum και ότι υπάρχει καταλληλότερο forum.
10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή οι κατευθυντήριες γραμμές ως αυτές έχουν ταχθεί στη νομολογία για καταλληλότερο forum και/ή αυτές δεν ισχύουν στην παρούσα περίπτωση και/ή δεν έχει προσκομισθεί η απαραίτητη μαρτυρία σε σχέση με αυτές.
11. Δεν υπάρχει ετοιμότητα ή προθυμία εκ μέρους των Εναγόμενων για εκδίκαση της διαφοράς αλλού αλλά πρόθεση τους είναι να κερδίσουν ένα διαδικαστικό πλεονέκτημα.
12. Οι ενάγοντες κατά την έκδοση του διατάγματος ημερ. 14.12.2023 τήρησαν όλες τις προϋποθέσεις προς έκδοση του, κατέδειξαν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου, καλή βάση αγωγής ή εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και ότι η υπόθεση ήταν κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
13. Το δικαστήριο άσκησε ορθά την διακριτική του ευχέρεια κατά την έκδοση του διατάγματος και η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού αλλά όφειλε να ασκηθεί έφεση.
14. Κατά τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος καθώς και των λοιπών εγγράφων το κλητήριο ένταλμα ήταν εν ισχύ.
15. Η μη συμπερίληψη του Κανονισμού 1215/2012 στην αίτηση δεν είναι θνησιγενής. Ο Κανονισμός δεν καταργεί τις εγχώριες διατάξεις για την δικαιοδοσία. Μόνο όπου υπάρχει σύγκρουση υπερισχύει ο Κανονισμός. Δεν υπάρχει παράβαση στην παρούσα περίπτωση του Κανονισμού και εν πάση περιπτώση ο Κανονισμός εφαρμόζεται εμμέσως δυνάμει του άρθρου 3 του Κεφ. 6.
16. Ο Κανονισμός 1215/2012 δεν εφαρμόζεται σε εξυπακουόμενα εμπιστεύματα που αποτελούν την βάση της αγωγής.
17. Σύμφωνα με τα άρθρα 2, 6,7, 8, 18(1), 21(2), 24, 25 και 76(1) του Κανονισμού 1215/2012 σε περίπτωση που αυτός εφαρμόζεται, η Κύπρος έχει δικαιοδοσία.
18. Τα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των Εναγομένων 8 προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα ως τα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των λοιπών Εναγομένων και υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγίμων δικαιωμάτων ώστε ενδείκνυται να εκδικασθούν σε μία αγωγή.
19. Το άρθρο 3 του Κεφ. 6 παραπέμπει σε ενωσιακό δίκαιο και άρα η αίτηση εξετάσθηκε και σε σχέση με αυτό.
20. Όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία προσδίδουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αμαλίας Ιωνάννου που συνοδεύει την αίτηση.
21. Οι συμφωνίες που προσκομίζονται στην ένσταση δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία λόγω του ότι δεν παρουσιάζονται ολόκληρες και δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί εάν αυτές αφορούν στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
22. Η κατ’ ισχυρισμό ύπαρξη ρήτρας δικαιοδοσίας δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ούτε έχει βαρύτητα στην παρούσα περίπτωση. Τα αγώγιμα δικαιώματα δεν είναι συμβατικά.
23. Επιπλέον οι κατ’ισχυρισμό συμφωνίες που περιέχουν ρήτρες δικαιοδοσίας έγιναν μεταξύ των Εναγομένων 1 και 8 και δεν δεσμεύουν τους Ενάγοντες.
24. Γενικώς ή αίτηση είναι πραγματικώς και νομικώς ανυπόστατη.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τής ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Δανάης Κίμωνος.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης, η οποία, ασφαλώς θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους σ’ αυτή, λόγους ένστασης.
Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι κατά το χρόνο διενέργειας της «ούτω καλούμενης επίδοσης» το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είχε εκπνεύσει. Και τούτο, επειδή - όπως επεξηγείται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους -, εφόσον το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 10/7/2023, όταν διενεργήθηκε η επίδοση, στις 19/9/2024, αυτό δεν ήταν σε ισχύ.
Δε συμφωνώ. Να πω απλώς, ότι στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης την οποία είχαν καταχωρήσει οι ενάγοντες, στις 5/7/2024, στις 11/7/2024 εξασφάλισαν διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος αναφορικά με τους εναγόμενους, για περίοδο 6 μηνών από τις 10/7/2024.
Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, ότι οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία, με εύλογη επιμέλεια, θα μπορούσαν να είναι ή και ήταν σε γνώση τους.
Είναι καλά γνωστό και πάγια νομολογημένο ότι ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση διατάγματος στην απουσία της άλλης πλευράς αποτελεί αναγνωρισμένο λόγο ακύρωσης του διατάγματος και απόρριψης της αίτησης στο πλαίσιο της οποίας αυτό εξασφαλίζεται. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, για λόγους που θα διαφανούν αργότερα, δεν έχει νόημα να ασχοληθώ περαιτέρω με το συγκεκριμένο θέμα.
Ο ένας από τους δυο βασικούς λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων - σύμφωνα πάντοτε με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση - εδράζεται επί των ακόλουθων γεγονότων:
Οι εναγόμενοι έχουν το εγγεγραμμένο γραφείο τους στο Λονδίνο. Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2016, δηλαδή, πριν από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπει η Συμφωνία για την Αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, ήτοι, στις 31/12/2020.
Ως εκ τούτου, τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 1215/2012, ο οποίος δε συμπεριλήφθηκε στη νομική βάση της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος. Συνεπώς, η νομική βάση της αίτησης δεν μπορούσε να στηρίξει τα αιτούμενα διατάγματα και δεν μπορούσε να διαπιστωθεί πώς δικαιολογήθηκε η επιλογή της Κύπρου, ως το κατάλληλο forum με αποτέλεσμα να παραμένει μετέωρο, πού στήριξαν την απόφασή τους οι ενάγοντες και δη, πώς η αίτηση έγινε δεκτή από το Δικαστήριο.
Είναι απαραίτητη η επίκληση και συμπερίληψη του προρρηθέντος Κανονισμού και στη νομική βάση της αίτησης, καθότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν το εγγεγραμμένο γραφείο τους στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορούν να εναχθούν σε άλλο κράτος μέλος, μόνο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού, ο οποίος διέπει τη διεθνή δικαιοδοσία και καθορίζει τις ειδικές περιπτώσεις που δύναται ένας εναγόμενος που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εναχθεί στα Δικαστήρια άλλου κράτους μέλους.
Οι πρόνοιες του προρρηθέντος Κανονισμού υπερισχύουν των διατάξεων του εθνικού δικαίου σχετικά με τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Προσέτι, η μη συμπερίληψη του Κανονισμού στη νομική βάση της αίτησης καθιστά την τελευταία ελλιπή, κάτι που θα πρέπει να οδηγήσει στον παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος, χωρίς το Δικαστήριο να χρειάζεται να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο θέμα.
Οι ενάγοντες επικαλούνται στη νομική βάση της αίτησης το άρθρο 3 του Κεφ. 6, το οποίο, κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης είχε τροποποιηθεί και ρητώς παραπέμπει στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ούτε αυτό να υποστυλώσει την αίτηση.
Σύμφωνα με το Άρθρο 126 της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (2019/C 384 I/01):
«Προβλέπεται μεταβατική περίοδος ή περίοδος υλοποίησης, η ημερομηνία έναρξης της οποίας είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας και η ημερομηνία λήξης της η 31η Δεκεμβρίου 2020.»
Για σκοπούς εξέτασης της θέσης των εναγόμενων ότι η επίδοση των εγγράφων της αγωγής στους ίδιους, σε εφαρμογή της παραπάνω Συμφωνίας, θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1215/2012, αφετηριακή βάση αποτελεί η 26/6/2023 που οι ίδιοι κατέστησαν διάδικοι στην αγωγή και όχι η 13/10/2016 που αποτελεί την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Και στις 26/6/2023, η Συμφωνία [(2019/C 384 I/01), ανωτέρω] σε εφαρμογή του Άρθρου 126 (ανωτέρω επίσης) δεν ίσχυε.
Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και ειδικά από αυτά που αναφέρει η κα Καρτελιά στην παράγραφο 15 σε συνδυασμό και με τη σχετική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων είναι σαφές, ότι ο δεύτερος βασικός λόγος για τον οποίο αυτοί ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εδράζεται στη θέση τους, ότι από τη μαρτυρία που οι ενάγοντες είχαν θέση ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, δεν απέδειξαν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους.
Η παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης τής κας Καρτελιά ακολουθεί αυτούσια:
«Οι Ενάγοντες επικαλούνται και τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όμως, με την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννου, ημερ. 06.12.2023, πιστεύω στη βάση συμβουλών, που έλαβα από τους δικηγόρους της Εταιρείας, ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν, ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για να εκδοθεί το Διάταγμα. Ειδικότερα, η μαρτυρία, που έχει προσφερθεί από τους Ενάγοντες προς υποστήριξη της Αίτησης προέρχεται από δικηγόρο, η γνώση της οποίας αντλείται από την εμπλοκή της στην υπόθεση, από μελέτη του φακέλου της και από πληροφορίες, που της έδωσαν οι ίδιοι οι Ενάγοντες και οι δικηγόροι τους. Η κα Ιωάννου προσφέρει μαρτυρία γνώμης ως προς τη σημασία των γεγονότων, που θα κατατεθούν στη δική από τους Ενάγοντες και, ως εκ τούτου, δεν έχει αποδεικτική αξία.»
Προς υποστήριξη της αίτησης στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί το επίμαχο διάταγμα προέβηκε η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Αμαλία Ιωάννου.
Το σχετικό, με το υπό εξέταση θέμα, μέρος, της εν λόγω ένορκης δήλωσης ακολουθεί αυτούσιο:
«2. Σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι στην παρούσα ένορκη δήλωση, εκτός όπου αναφέρομαι ρητά σε οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφόρησης, έχω προσωπική γνώση αυτών, λόγω της εμπλοκής μου στην υπόθεση και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, καθώς και από πληροφορίες που μου έδωσαν οι ίδιοι οι Αιτητές. Λαμβάνω επίσης πληροφορίες από τους δικηγόρους του Ενάγοντα κ.κ Α.Γ. Παφίτης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε και την δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση, κ. Μαρία Κωνσταντίνου.
8. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και όπως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Αιτητών, οι Ενάγοντες έχουν πολύ καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Εναγομένης 8, αφού σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, η Εναγόμενη 8 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα το Λονδίνο, η οποία δραστηριοποιείτο κατά τον επίδικο χρόνο ως εταιρεία παροχής ρευστότητας (Liquidity Provider) για την Εναγόμενη 1. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 8 δραστηριοποιείτο υπό την ονομασία CFH Clearing Limited και κατά την 2 Φεβρουαρίου 2021 μετονομάστηκε σε Finalto Financial Services Limited. Παράλληλα, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Εναγόμενη 8 ήταν και/ή είναι ρυθμιζόμενη και/ή εξουσιοδοτημένη από την Financial Conduct Authority (FCA) με αριθμό εγγραφής 481853. Επισυνάπτω και σημειώνω ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο από το μητρώο του FCA που αφορά την Εναγόμενη 8, στην οποία φαίνεται ότι είναι αδειοδοτημένη με τον αριθμό 481853.
9. Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 πρόσφερε υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχε άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου («ΕΚΚ») και οι οποίες δεν καλύπτονταν από την άδεια την οποία κατείχε από την ΕΚΚ. Ακολούθως ενημερώθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 μέσω του Εναγόμενου 6 είχε υπογράψει συμφωνία (Liquidity Provider Agreement) με την Εναγόμενη 8 όπου η τελευταία για την παρούσα αγωγή χρόνο ενεργούσε ως παροχέας ρευστότητας για την Εναγόμενη 1. Η συμφωνία πρόβλεπε το άνοιγμα λογαριασμών στους οποίους η Εναγόμενη 1 θα κατέθετε τα ποσά των πελατών της και θα πρόσφερέ την δυνατότητα «συναλλαγών» για ίδιο λογαριασμό» (Dealing on own account) επενδυτικών υπηρεσιών. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη 1 δεν ήταν αδειοδοτημένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου να παρέχει υπηρεσίες για ίδιο λογαριασμό (Dealing on own account) σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας και των εγκυκλίων και οδηγιών της ΕΚΚ. Ως εκ τούτου η Εναγόμενη 1 διατηρούσε λογαριασμούς τύπου «B-Book» με την Εναγόμενη 8. Οι εν λόγω λογαριασμοί λειτουργούσαν και εγγράφηκαν από το 2014. Επιπλέον, η προαναφερόμενη συμφωνία είχε υπογραφεί τότε από τον Εναγόμενο 6, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο που υπογράφηκε η εν λόγω συμφωνία δεν ήταν Διευθυντής της Εναγομένης και/ή εξουσιοδοτημένος να υπογράφει και να δεσμεύσει την Εναγόμενη.
10. Ενόψει των πιο πάνω, αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων 1 και 2 ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη εξ’ υπαρχής αφού ο Εναγόμενος 6 ουδέποτε είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και να δεσμεύσει την Εναγόμενη 1 ως συμβαλλόμενο μέρος σύμβασης, κατά τον ουσιώδη χρόνο όπου υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία. Τοιουτοτρόπως, τα ποσά τα οποία διατηρούσε και διαχειρίζονταν και ελέγχονταν εις πίστη στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 8 για λογαριασμό των πελατών της Εναγόμενης 1 και των Εναγόντων 1 και 2, κρατούνται ως αποτέλεσμα ως απολήγον και/ή εξ επαγωγής καταπίστευμα (RESULTING OR CONSTRUCTIVE TRUST). Η Έκθεσης Απαίτησης βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.
14. Ενόψει των πιο πάνω εξ΄ όσων γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Αιτητών, οι ίδιοι έχουν καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον της Εναγομένης 8. Η παρούσα αίτηση είναι αναγκαία που να δικαιολογείται πλήρως η επίδοση των εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας έτσι ώστε από την μια οι Ενάγοντες να προωθήσουν την υπόθεση τους και από την άλλη να φέρουν σε γνώση της Εναγομένης 8 το περιεχόμενο των εγγράφων.»
Στην πρόσφατη υπόθεση Aerocandia Aviation Services Cy Ltd v. Σπανός, Πολ. Έφ. αρ. Ε210/2021, ημερ. 9/4/2025 αναφέρονται τα εξής:
«Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, μπορούσε να εκδοθεί δυνάμει των παλαιών Θεσμών, μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλασσόταν όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl (1993) 1 Α.Α.Δ 762).
Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση. Το δικαίωμα κατοχυρωνόταν από την Δ.16 θ.9, η οποία είχε ως εξής:
9. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.
Όπως έχει νομολογηθεί, η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσία, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse (1996) 1 Α.Α.Δ. 836).
Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για άδεια επίδοσης στο εξωτερικό, στην Δ.6 θ.1 καθορίζονταν οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρεχόταν η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 θ.4, αναφερόταν ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση, που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα (1993) 1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa (2000) 1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν»
Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται, στην εξέταση του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις.
Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd (2000) 1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων.
Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 θ.1, τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα μετά από αίτηση του εναγομένου, δυνάμει της Δ.16 θ.9, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης.
Καθ’ όλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 995:
«Όπως υποδείχθηκε στην Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co (1965) 1 C.L.R. 58, στη σελ. 67, όπου σημειώθηκε ότι οι αρχές εφαρμογής της πανομοιότυπης Αγγλικής πρόνοιας στην Ο.11 r. 4 ήταν παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση του Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου (βλ. Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελ. 572 κ.ε.), εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Υιοθετήθηκε εκεί το εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks [1904] 90 L.T. 733 στη σελ.735:
"This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction ............... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits.............."
Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another (1963) 2 C.L.R. 266, 268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch" (1987) 1 C.L.R. 297, 300:
"..... the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction".
….
….
Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Sons of Afif Yamout και Άλλοι ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co. (1994) 1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το εξής απόσπασμα από την Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 1030, μια από τις δύο αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε εκεί η Ολομέλεια, εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού (στη σελ. 1033):
"Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης (δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι' αυτό, η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό."»
Παρατηρώ τα εξής:
Τα κατ’ ισχυρισμό της κας Ιωάννου γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της προς υποστήριξη της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, θεωρούμενα και ως αληθή, ουδόλως αποδεικνύουν και στοιχειοθετούν, είτε βάση είτε αιτία αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Πολύ περισσότερο, που τα εν λόγω γεγονότα, όπως αναφέρει η μάρτυρας στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του ισχυρισμού της ότι οι ενάγοντες έχουν πολύ καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εναγόμενων 8, δεν αποτελούν μαρτυρία αναφορικά με αυτά, παρά μόνο - καθ’ ομολογία της - επανάληψη των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων. Το σχετικό μέρος της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσής της, επαναλαμβάνεται αυτούσιο:
«Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και όπως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Αιτητών, οι Ενάγοντες έχουν πολύ καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 8, αφού σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, η Εναγόμενη 8 …».
Τα όσα αναφέρει στη συνέχεια η μάρτυρας, στην ίδια παράγραφο, καθώς και αυτά που αναφέρει στις παραγράφους 9, 10 και 14 (ανωτέρω) έχουν υπόβαθρο την παραπάνω αναφορά της.
Η προσπάθεια των εναγόντων να συμπληρώσουν το σχετικό κενό με τη μαρτυρία τους, η οποία υποστηρίζει την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση παραβλέπει την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (βλ. Amathus Navigation Co. Ltd και A. P. Lanitis Investments Ltd, ανωτέρω).
Η απόδειξη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου αποτελεί δικαιοδοτικό όρο έκδοσης διατάγματος για επίδοση κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Και η μη απόδειξη, λόγο απόρριψης της αίτησης που αποβλέπει στην έκδοση τέτοιου διατάγματος και σε περίπτωση έκδοσής του, βάσιμο και παραδεκτό λόγο ακύρωσής του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εξασφάλισαν το επίμαχο διάταγμα, χωρίς να έχουν αποδείξει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόμενων 8, γεγονός το οποίο, αναπόφευκτα οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση γίνεται αποδεκτή.
Το επίμαχο διάταγμα, ημερομηνίας 14/12/2023, ακυρώνεται. Συνακόλουθα παραμερίζονται τόσο το κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης, καθώς και η επίδοσή τους στους εναγόμενους 8.
Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 8 και σε βάρος των εναγόντων 1 και 2.
(Υπ.) …..……..…………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο