AHMAD M. DABABOU ν. Credit Libanais SAL κ.α., Αριθμός αγωγής: 5204/2014, 16/2/2026
print
Τίτλος:
AHMAD M. DABABOU ν. Credit Libanais SAL κ.α., Αριθμός αγωγής: 5204/2014, 16/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

                                                                 Αριθμός αγωγής: 5204/2014

 

Μεταξύ:

 

                                        AHMAD M. DABABOU

Ενάγοντα  

    και

 

                                                 1.  Credit Libanais SAL

                                                 2.  MetaQuotes Software Ltd   

                                                 3.  MetaQuotes Software Corp 

                                                 4.  MetaQuotes Ltd  

                                                 5.  Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ

Εναγόμενων

                                                                                                                                                 

-------------------

 

Αίτηση, ημερομηνίας 24/6/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/2/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενoυς 2 και 3 - αιτητές: κ. Μ. Γιωρκάτζη, για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για ενάγοντα - καθ’ ου η αίτηση: εμφανίζεται προσωπικά.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης είναι μακρύ και ιδιαίτερα βαρύ. Συντίθεται από πολυάριθμες ενδιάμεσες διαδικασίες και από σημαντικό αριθμό ενδιάμεσων αποφάσεων και εφετειακών αποφάσεων σε σχέση με μερικές από τις εν λόγω αποφάσεις. Ειδικότερα:

 

Η αγωγή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/12/2014. Στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης την οποία είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας, την ίδια μέρα, το Δικαστήριο, την επομένη, 9/12/2014 εξέδωσε διάταγμα φίμωσης (gagging order). Κατά τα λοιπά διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης και μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο, στις 29/7/2016 εξέδωσε αριθμό διαταγμάτων αποκάλυψης και επικουρικού χαρακτήρα διατάγματος (στο εξής «επίμαχο διάταγμα») ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ηλεκτρονικών υπολογιστών, κοινής αποδοχής, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή και υλοποίηση της αποκάλυψης.

 

Η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε από τους εναγόμενους 2 και 3 και η έφεση απορρίφθηκε στις 14/11/2018.

 

Οι τελευταίοι, στις 10/1/2020 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση και/ή παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος εναντίον τους, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα «στο βαθμό που αφορά τον διορισμό εμπειρογνώμονα και την διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από αυτόν και των παρεπόμενων θεμάτων, ως προνοείται από τις παραγράφους Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι και Λ αυτού.»

 

Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - με τη σχετική ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 8/12/2020 εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Ο ενάγοντας καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία με την έκδοση της σχετικής απόφασης, ημερομηνίας 15/2/2022 έγινε αποδεκτή. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η επανεκδίκαση της αίτησης από άλλο Δικαστή. Όπως και έγινε. Το Δικαστήριο, με την ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας, 7/10/2022 απέρριψε την αίτηση, και αυτή τη φορά, ήταν η σειρά των εναγόμενων 2 και 3 να εφεσιβάλουν την εν λόγω απόφαση, η οποία ωστόσο, με την έκδοση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, ημερομηνίας 13/11/2024 - με την οποία απορρίφθηκε η έφεση -, επικυρώθηκε.

 

Στο πλαίσιο αίτησης την οποία είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας, στις 26/2/2024, μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο, με την έκδοση της σχετικής ενδιάμεσης απόφασής του, ημερομηνίας 11/9/2024 διέταξε την τροποποίηση του επίμαχου διατάγματος με το διορισμό δυο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων ηλεκτρονικών υπολογιστών (αντί ενός που προέβλεπε το επίμαχο διάταγμα). Οι πρώτοι περιλαμβάνονταν στο σχετικό κατάλογο που είχε προτείνει ο ενάγοντας και ο δεύτερος, στον αντίστοιχο κατάλογο που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι 2 και 3. Ο διορισμός των εμπειρογνωμόνων συνοδευόταν από οδηγίες του Δικαστηρίου προς αυτούς - οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στο διάταγμα - να ενεργήσουν από κοινού για τη συμμόρφωση και/ή την υλοποίηση της αποκάλυψης.

 

Στις 7/11/2024, οι διορισμένοι εμπειρογνώμονες που είχε προτείνει ο ενάγοντας καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν διευκρινήσεις και/ή οδηγίες από το Δικαστήριο και προς τους δυο εμπειρογνώμονες, για σκοπούς ερμηνείας και εκτέλεσης των προνοιών του επίμαχου διατάγματος, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί στις 11/9/2024.

 

Το Δικαστήριο - πάντοτε με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - εξέδωσε τη σχετική ενδιάμεσή απόφασή του, στις 18/12/2024. Με αυτή προέβη σε κάποιες διευκρινήσεις ως προς το εύρος της έρευνας των δυο εμπειρογνωμόνων και παράτεινε το χρόνο εκτέλεσης των ενεργειών τους, για περίοδο 90 ημερών από τις 15/1/2025, περιλαμβανομένης και της τελευταίας ημερομηνίας.

 

Οι εναγόμενοι 2 και 3, στις 24/6/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το επίμαχο διάταγμα (ημερομηνίας 29/7/2016), το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής «εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 - Αιτητών, ως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, στο βαθμό που αφορά την διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από τους εμπειρογνώμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών που διορίστηκαν από το Δικαστήριο.»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3, Παναγιώτης Γιωρκάτζης.

 

Ο ενάγοντας δεν καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στις 3/7/2025 που η αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, οι δικηγόροι του ζήτησαν χρόνο για το σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο, συναινούσης και της δικηγόρου των εναγόμενων όρισε την αίτηση για οδηγίες, στις 25/8/2025, με οδηγίες για καταχώρηση τυχόν ένστασης μέχρι τότε. Κάτι που δεν έγινε, καθώς η αίτηση, στις 25/8/2025 ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες, στις 4/9/2025, με οδηγίες και πάλι για καταχώρηση τυχόν ένστασης μέχρι τότε, αλλά και με την υπόδειξη στον ενάγοντα - σε διαφορετική περίπτωση - να είναι σε θέση να τοποθετηθεί μέσω των δικηγόρων του και ως προς την έκβαση της αγωγής. Στις 4/9/2025 έγινε ακριβώς ό,τι και στις 25/8/2025. Η αίτηση ορίστηκε ξανά για οδηγίες, στις 17/9/2025 και ο χρόνος καταχώρησης ένστασης παρατάθηκε για τελευταία φορά μέχρι και τις 16/9/2025, ενώ, για την περίπτωση που δε θα καταχωρείτο ένσταση, ο ενάγοντας κλήθηκε και πάλι να τοποθετηθεί για την περαιτέρω προώθηση ή όχι της αγωγής.

 

Στις 17/9/2025 που η αίτηση είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον μου ορίστηκε για ακρόαση, στις 10/10/2025, με οδηγίες για καταχώρηση τυχόν ένστασης, το αργότερο, στις 30/9/2025. Κάτι που και πάλι δεν έγινε, καθώς στις 10/10/2025 ζητήθηκε και δόθηκε άδεια στους δικηγόρους του ενάγοντα να αποσυρθούν. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ενάγοντας ζήτησε αναβολή για να διορίσει νέο δικηγόρο. Παρά την ένσταση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων, ενέκρινα το αίτημα και όρισα την αίτηση εκ νέου για ακρόαση, στις 2/12/2025, με οδηγίες για καταχώρηση τυχόν ένστασης, εντός 30 ημερών.

 

Στις 2/12/2025, ο ενάγοντας παρουσιάστηκε προσωπικά στο Δικαστήριο, χωρίς και πάλι να καταχωρήσει ένσταση. Το αίτημά του για αναβολή δεν έγινε δεκτό και κατά την ακρόαση της αίτησης, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων παρουσίασε γραπτή αγόρευση, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος τοποθετήθηκε προφορικά.

 

Οι λόγοι για τους οποίους οι ενάγοντες 2 και 3 ζητούν, ουσιαστικά, για δεύτερη φορά την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος στο βαθμό και την έκταση που αυτό τους αφορά, περικλείονται συνοπτικά στις παραγράφους 61 μέχρι 71 της ένορκης δήλωσης του κ. Γιωρκάτζη, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι εν λόγω παράγραφοι ακολουθούν αυτούσιες:

 

«Αίτημα και λόγοι παραμερισμού διατάγματος

 

61.  Η ουσία του πράγματος είναι ότι για ακόμα μια φορά, και παρά το ότι οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που τα μέρη βρίσκονταν πολύ κοντά στην διεξαγωγή και ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής έρευνας, ο Ενάγοντες συμπεριφέρθηκε με τρόπο που εμπόδισε την εφαρμογή και εκτέλεση του Διατάγματος.

62.  Ο Ενάγοντας γνώριζε από τις 11/9/2024 (ημερομηνία έκδοσης απόφασης διορισμού δύο εμπειρογνωμόνων) ότι θα έπρεπε να καταβάλει την αμοιβή και των δύο εμπειρογνωμόνων, και επιπλέον από τις 4/11/2024 είχε συμφωνήσει  το ύψος και τον τρόπο καταβολής της αμοιβής του ΤΗ, το μεγαλύτερο μέρος της οποία ήταν πληρωτέο πριν καν το ταξίδι το ΤΗ στην Κύπρο..

63.  Ο Ενάγοντας δεν προέβη στην πληρωμή του ΤΗ, παρά το ότι υπόσχετο  συνεχώς ότι θα το πράξει. 

64.  Ο ΤΗ ταξίδεψε στην Κύπρο χωρίς να λάβει την αμοιβή του ενώ πλήρωσε ο ίδιος τα αεροπορικά του εισιτήρια, διαμονή και άλλα έξοδα.

65.  Τα τελευταία 7 χρόνια ο Ενάγοντας παραπονιόταν όταν δήθεν ο λόγος που δεν εκτελέστηκε το Διάταγμα ήταν επειδή δεν κατέστη δυνατός ο διορισμός εμπειρογνώμονα. Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημ. 11/9/2024 επίλυσε  το εν λόγω θέμα και διόρισε το ίδιο εμπειρογνώμονες ενώ με απόφαση του 18/12/2024 καθόρισε το εύρος της έρευνας τους.

66.  Μετά και την τελευταία απόφαση του Δικαστηρίου, ο χρόνος για εκτέλεση του Διατάγματος παρατάθηκε για (ακόμα) 90 ημέρες  από τις 15/1/2025. Ο χρόνος εκτέλεσης έληξε στις 14/4/2025. Ο Ενάγοντας δεν εκμεταλλεύτηκε τον άπλετο χρόνο που του δόθηκε από το Δικαστήριο και δεν προέβηκε στην πληρωμή του ΤΗ, η οποία εκκρεμεί  μέχρι και σήμερα.

67.  Ως είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω, το μόνο που είχε απομείνει να κάνει ο Ενάγοντας για να ολοκληρωθεί η έρευνα, που ως μέχρι πρότεινος ο ίδιος διατείνετο ήταν υψίστης σημασίας για αυτόν,  ήταν να καταβάλει στους εμπειρογνώμονες το ποσό της αμοιβής τους. Ο ίδιος επέλεξε να πληρώσει μόνο τον ένα εκ των δύο εμπειρογνωμόνων, και συγκεκριμένα τον εμπειρογνώμονα ο οποίος διορίστηκε από τον κατάλογο του Ενάγοντα, και να κοροϊδεύει τον άλλο εμπειρογνώμονα.

68.  Κατά παράβαση των προνοιών του Διατάγματος και καταχραζόμενος την επιείκεια που επέδειξαν διαχρονικά τα Δικαστήρια, ο Ενάγοντας δεν προέβηκε για ακόμα μια φορά στα δέοντα και η έρευνα σύμφωνα με το Διάταγμα δεν ολοκληρώθηκε. Δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία ότι μοναδικός υπαίτιος για την μη ολοκλήρωση της έρευνας είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας.

69.  Πλέον έχουν εξαντληθεί όλα τα λογικά περιθώρια για εκτέλεση το Διατάγματος, και η μόνη δίκαιη εξέλιξη είναι να παραμεριστεί το Διάταγμα στο βαθμό που αφορά την διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από τους εμπειρογνώμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών.

70.  Η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα συνιστά καταφρόνηση τόσο προς το Διάταγμα, τη δικαστική διαδικασία, τους εμπειρογνώμονες που διορίστηκαν από το Δικαστήριο αλλά και όλους τους εμπλεκόμενους.

71.  Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Εναγόμενοι- Αιτητές αιτούνται ως η Αίτηση με έξοδα υπέρ των Αιτητών»

 

Στην υπόθεση Metaquotes Software Ltd κ.α. v. Ahmad M Dababou, Πολιτική Έφεση αρ. Ε183/2022, ημερομηνίας 13/11/2024 με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγόμενων 2 και 3 κατά της ενδιάμεσης απόφασης, ημερομηνίας 7/10/2022, με την οποία είχε απορριφθεί - μετά από επανεκδίκαση - η πρώτη αίτησής τους, ημερομηνίας 10/1/2020 με την οποία ζητούσαν και πάλι την έκδοση του ίδιου διατάγματος που ζητούν και με την υπό κρίση αίτηση, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής:

«Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τις νομικές αρχές, στην βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για ακύρωση ή τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος που έχει προηγουμένως εκδώσει.

Το Άρθρο 32 Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προνοεί τα εξής:

(1) Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριο, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν).

(2) Οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω (1), δύναται να εκδοθεί υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριο θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακύρωση ή τροποποίηση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.

Προκύπτει ότι δικαιοδοτικό πλαίσιο της παρούσας, είναι το Άρθρο 32.2  που παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία καθ' οιονδήποτε χρόνο να ακυρώσει ή τροποποιήσει προσωρινό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε προηγουμένως δυνάμει του Άρθρου 32.1, με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη «εύλογης αιτίας». Η ακύρωση ή τροποποίηση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Άρθρο 32.2 σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμα δηλαδή και μετά που το διάταγμα θα καταστεί απόλυτο (βλ. μεταξύ άλλων IKOS CIF LTD (2015) 1 Α.Α.Δ 421).

Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση ή ακόμα και για ακύρωση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. vFrantisek Stepanek κ.α. (ανωτέρω) 1403 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

«Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.»

Προκύπτει επίσης από το Άρθρο 32.2 ότι το βάρος απόδειξης της εύλογης αιτίας για ακύρωση ή τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, είναι πάντοτε στους ώμους του διαδίκου που αιτείται την ακύρωση ή τροποποίηση.

Στο Άρθρο 32.2 δεν υπάρχει ερμηνεία της φράσης «εύλογη αιτία». Στην υπόθεση Avila (ανωτέρω) λέχθηκε ότι εύλογη αιτία μπορεί να τεκμηριωθεί,  στις περιπτώσεις όπου καταδεικνύεται διαφοροποίηση των περιστάσεων που να δικαιολογούν την ακύρωση ή τροποποίηση του διατάγματος. Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι η εύλογη αιτία, πρέπει να σχετίζεται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος ή δεν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Άρθρο 32.2 δεν επιτρέπει την επανεξέταση των κριτήριων έκδοσης του παρεμπίπτοντος διατάγματος, εκτός αν καταδειχθεί τέτοια αλλαγή των περιστατικών της υπόθεσης που να ανατρέπει ολόκληρη την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση του. Τα νέα γεγονότα θα πρέπει να προκύπτουν μετά την έκδοση διατάγματος και να τείνουν να διαφοροποιήσουν το πραγματικό βάθρο, στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση έκδοσης του. Τότε μόνον μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι προϋποθέσεις για αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Διαφορετικά, δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να αναθεωρήσει δική του απόφαση για έκδοση προσωρινού διατάγματος.

Στο σύγγραμμα Διατάγματα - Injunctions, των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 175, περιέχεται το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα ως προς το πότε δικαιολογείται η τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος:

«Ο αποτυχών διάδικος έχει επίσης δικαίωμα να αιτηθεί όπως διαφοροποιηθεί το διάταγμα ή οι όροι του, ιδιαίτερα αν υπήρξε αλλαγή των περιστάσεων από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα ή προέκυψαν νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν σε γνώση του και τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς τη διατήρηση της ισχύος του διατάγματος.»

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι η αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 32.2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για επανεξέταση, ανατροπή και αναθεώρηση εκδοθέντος διατάγματος, στη βάση των περιστατικών και γεγονότων που υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσης του. Συνεπώς θα πρέπει να τονιστεί ότι η εξουσία ακύρωσης παρεμπίπτοντος διατάγματος, ενδείκνυται σε περιορισμένες περιπτώσεις και μόνον εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη αιτία, με την έννοια ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης έχουν διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό μετά την έκδοση του διατάγματος ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση του.

Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν επιζητείται η πλήρης ακύρωση του αρχικού διατάγματος αλλά μόνο η τροποποίηση του, το αίτημα πρέπει να δικαιολογείται μεν στην βάση της απόδειξης εύλογης αιτίας, αλλά ταυτόχρονα να μην καταστρατηγείται ο λόγος έκδοσης του αρχικού διατάγματος. Είναι σαφές ότι με την έκδοση του αρχικού διατάγματος, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι καταδεικνύεται η αναγκαιότητα για παρεμπίπτουσα θεραπεία, δυνάμει του Άρθρου 32.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα πρέπει το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης δυνάμει του Άρθρου 32.2, να συγκρούεται με τους βασικούς σκοπούς του αρχικού διατάγματος.

Σχετική είναι και η απόφαση BP Holding Ltd κ.α v. Κιταλίδη κ.α (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αίτηση τροποποίησε προσωρινό διάταγμα παγοποίησης, επιτρέποντας την αποδέσμευση σημαντικών ποσών για εξόφληση οικονομικής υποχρέωσης, χρηματοδότηση άμεσων αναγκών, κάλυψη δικηγορικών εξόδων, καθώς και για έξοδα διαβίωσης του αιτητή και της οικογένειας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, επέτρεψε μόνο την αποδέσμευση του ποσού που αφορούσε την κάλυψη των δικηγορικών εξόδων. Θεωρήθηκε συναφώς, ότι τα υπόλοιπα χρήματα αποτελούσαν αντικείμενο της αγωγής και κατά συνέπεια δεν επιτρεπόταν η απόσυρση οποιουδήποτε ποσού μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, θα καταστρατηγείτο ο σκοπός έκδοσης του προσωρινού διατάγματος που ήταν η παγοποίηση των ποσών αυτών, μέχρι να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, ποιος είναι ο δικαιούχος τους.

Ως προς την τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος, καθοδήγηση επί του θέματος αντλείται και από την αγγλική νομολογία. Στην υπόθεση Compagnie Noga DImportation et D'exportation SA vAustralian and New Zealand Banking Group [2006] EWHC 602 (Comm), η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά Κυπριακών πρωτόδικων αποφάσεων, καθορίστηκαν οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όταν καλείται να εξετάσει αίτημα τροποποίησης ενδιάμεσου διατάγματος. Το κύριο στοιχείο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, είναι το κατά πόσον εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης από την τροποποίηση. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά:

 «The essential test is whether it is in the interests of justice to make the variation sought»»

Το απόσπασμα που ακολουθεί από την ίδια απόφαση, όπως θα διαφανεί σε λίγο είναι καθοριστικό για την έκβαση της υπό κρίση αίτησης:

«Ο εφεσίβλητος ισχυρίστηκε περαιτέρω στην αγόρευση του ότι δεν θα μπορούσε να ακυρωθεί το αρχικό διάταγμα, λόγω του ότι όπως αυτό εκδόθηκε στις 29.7.2016 δεν υφίσταται πλέον, αφού έχει τροποποιηθεί και προβλέπει ήδη το διορισμό δύο εμπειρογνωμόνων αντί ενός. Έχουμε σοβαρές αμφιβολίες αν  η αμφισβήτηση του αρχικού διατάγματος θα μπορούσε να προχωρήσει μετά την πιο πάνω ριζική τροποποίηση του. Χωρίς όμως να υπεισέλθουμε στην ουσία του πιο πάνω ισχυρισμού, κρίνουμε ότι το αίτημα για ακύρωση του μέρους του διατάγματος για διορισμό εμπειρογνώμονα, δεν θα μπορούσε να πετύχει για ακόμα ένα πιο σημαντικό λόγο. Προκύπτει ότι οι εφεσείουσες δεν επιζητούν την ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος αποκάλυψης στο σύνολο του. Αυτό που επιδιώκεται είναι η τροποποίηση του διατάγματος με την ακύρωση μόνο του μέρους που αφορά τον διορισμό εμπειρογνώμονα. Είναι σαφές όμως ότι το μέρος του διατάγματος για διορισμό εμπειρογνώμονα, είναι υποστηρικτικό του κυρίως διατάγματος αποκάλυψης και εκδόθηκε προκειμένου να βοηθήσει στην υλοποίηση της αποκάλυψης. Η αναγκαιότητα για τον διορισμό εμπειρογνώμονα προς υποστήριξη του κυρίως διατάγματος αποκάλυψης, επιβεβαιώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του ημ. 14.11.2018 στην πολιτική Έφεση Ε324/16, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση για οριστικοποίηση των διαταγμάτων (βλ. Metaquotes Software Ltd κ.α. ν. Dababou, ανωτέρω).

Ενόψει των πιο πάνω, θεωρούμε ότι τυχόν τροποποίηση του αρχικού παρεμπίπτοντος διατάγματος με την ακύρωση του μέρους του που αφορά τον διορισμό εμπειρογνώμονα ως υποστηρικτικό συστατικό της αποκάλυψης, δεν μπορεί παρά να συγκρούεται με τους βασικούς σκοπούς του αρχικού διατάγματος για αποκάλυψη των πληροφοριών που ο εφεσίβλητος επιδιώκει (βλ. BP Holding Ltd κ.α v. Κιταλίδη κ.α (ανωτέρω). Ως αποτέλεσμα, και με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκε διαφοροποίηση των συνθηκών και κατάχρηση διαδικασίας από τον εφεσίβλητο, κρίνουμε ότι δεν θα εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση του αιτήματος των εφεσειουσών για τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, με την ακύρωση του μέρους που αφορά τον διορισμό εμπειρογνώμονα (βλ. Compagnie Noga D' Importation et D'exportation SA v. Australian and New Zealand Banking Group ανωτέρω).»

 

Η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει ακριβώς, για το σημαντικό - όπως διαβαθμίζεται από το Εφετείο - λόγο, για τον οποίο είχε απορριφθεί και η έφεση.

 

Έχοντας υπόψη ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται απλώς η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός του επίμαχου διατάγματος στο βαθμό που αυτό αφορά τη διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από τους δυο εμπειρογνώμονες που είχαν διοριστεί από το Δικαστήριο και όχι η ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος αποκάλυψης, στο σύνολό του, είναι φανερό, ότι εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ακυρωθεί το επίμαχο διάταγμα, στην έκταση που αφορά το αίτημα των εναγόμενων 2 και 3, ταυτόχρονα καταστρατηγείται ο λόγος έκδοσης του αρχικού διατάγματος. Και τούτο, επειδή το μέρος του διατάγματος για διορισμό των δυο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, είναι υποστηρικτικό του κυρίως διατάγματος αποκάλυψης και το πρώτο, εκδόθηκε, προκειμένου να βοηθήσει στην υλοποίηση του δεύτερου.

 

Και η αναγκαιότητα για το διορισμό εμπειρογνωμόνων προς υποστήριξη του κυρίως διατάγματος αποκάλυψης, όπως επισημαίνεται στην ίδια εφετειακή απόφαση επιβεβαιώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του, ημ. 14/11/2018 στην Πολιτική Έφεση Ε324/16, ημερομηνίας 14/11/2018 (βλ. Metaquotes Software Ltd κ.α. ν. Dababou) με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση για οριστικοποίηση των διαταγμάτων.

 

Και κάτι ακόμη. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από τους δυο εναγόμενους προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης προκύπτει ότι, η μη εκτέλεση του επίμαχου διατάγματος, στην έκταση που οι εναγόμενοι ζητούν την ακύρωσή του - όπως αυτό διαμορφώθηκε με την έκδοση του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, στις 11/9/2024) οφείλεται στο γεγονός, ότι ο ενάγοντας, ενώ κατέβαλε την αμοιβή των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που είχε διορίσει το Δικαστήριο από το σχετικό κατάλογο που είχε προτείνει ο ίδιος, δεν έκανε το ίδιο και για την αμοιβή του εμπειρογνώμονα που είχε διορίσει το Δικαστήριο από τον αντίστοιχο κατάλογο που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι.

 

Ωστόσο, αυτή η παράλειψή του αποτελεί μάλλον απότοκο της πραγματικής αδυναμίας του να ανταποκριθεί στην επί του προκειμένου υποχρέωσή του, παρά σε πρόθεσή του, όπως αναφέρει ο κ. Γιωρκάτζης στην παράγραφο 68 της ένορκης δήλωσής του (ανωτέρω) να καταχραστεί την επιείκεια που επέδειξαν διαχρονικά τα Δικαστήρια.

 

Το γεγονός ότι ενώ κατέβαλε την αμοιβή των εμπειρογνωμόνων που είχε προτείνει ο ίδιος δεν έκανε το ίδιο και για την αμοιβή του εμπειρογνώμονα που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι, δε θεωρώ ότι στοιχειοθετεί τη θέση των τελευταίων ότι η όλη συμπεριφορά του «συνιστά καταφρόνηση τόσο προς το Διάταγμα, τη δικαστική διαδικασία, τους εμπειρογνώμονες που διορίστηκαν από το Δικαστήριο αλλά και όλους τους εμπλεκόμενους.» όπως αναφέρει και πάλι ο κ. Γιωρκάτζης στην παράγραφο 70 της ένορκης δήλωσής του.

 

Ό,τι έχει σημασία, δεν είναι από ποιον είχαν προταθεί οι εμπειρογνώμονες, αλλά, ότι διορίστηκαν από το Δικαστήριο και μάλιστα, ως ανεξάρτητοι, καθώς και ο σκοπός για τον οποίο διορίστηκαν, που ήταν - και εξακολουθεί να είναι - να βοηθήσουν στην υλοποίηση του διατάγματος αποκάλυψης. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το διάταγμα αποκάλυψης αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ενάγοντα, καθώς αυτός είναι που το είχε ζητήσει και εξασφάλισε την έκδοσή του σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι για να εφαρμοστεί αυτό, προαπαιτείται  η εφαρμογή του επικουρικού του διατάγματος και για το σκοπό αυτό απαιτείται συνεργασία και συνέργεια μεταξύ των δυο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ομολογώ αδυνατώ να αντιληφθώ σε τι θα εξυπηρετούσε τον ενάγοντα, η επί σκοπού, όπως ουσιαστικά του αποδίδεται από τους εναγόμενους, παράλειψή του να καταβάλει την αμοιβή και του εμπειρογνώμονα που εκείνοι είχαν προτείνει.

 

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, όπως και το Εφετείο (πιο πάνω) κρίνω ότι δε θα εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση του αιτήματος των εναγόμενων για ακύρωση του μέρους του επίμαχου διατάγματος που αφορά τη διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από τους εμπειρογνώμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών, που είχαν διοριστεί από το Δικαστήριο.

 

Η αίτηση απορρίπτεται.

 

Και, με δεδομένο ότι μολονότι καταχωρήθηκε δια κλήσεως, εντούτοις εξετάστηκε σαν μονομερής, καθώς ο ενάγοντας, δεν είχε καταχωρήσει σ’ αυτή ένσταση, αναφορικά με τα έξοδα, θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή - την οποία εκδίδω -  είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

 

 

                                                                  (Υπ.) …..……..…………………

                                                                                 Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο