CRYSTAL SYSTEM GROUP LTD κ.α. ν. UNIFORMIS CONSULTING S.R.L. κ.α., Aρ. Αγωγής: 832/2023, 26/2/2026
print
Τίτλος:
CRYSTAL SYSTEM GROUP LTD κ.α. ν. UNIFORMIS CONSULTING S.R.L. κ.α., Aρ. Αγωγής: 832/2023, 26/2/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

Aρ. Αγωγής: 832/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

                                  1.  CRYSTAL SYSTEM GROUP LTD

                                  2.  DOVIGO Canzio Maria Giuseppe

                                                                                                              Εναγόντων

                                                 - και

 

                        1. UNIFORMIS CONSULTING S.R.L.

                        2. Avram Constantin Daniel

                        3. Ειρήνης Θεοχάρους

Εναγόμενων

                                                               

------------------

 

Αίτηση, ημερομηνίας 29/5/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/2/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγοντες 1 και 2 - αιτητές: MΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.  

Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 10/5/2023. Με αυτή αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τα ακόλουθα:

 

«(Α)   Εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ανερχόμενες σε €1.000.000, για παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων δυνάμει της συμφωνίας με τίτλο Service Provision Agreement CSG.UNIF.06.2018 ημερ. 21/12/2018 και/ή των οφειλόμενων προς τους Ενάγοντες 1 και/ή 2 καθηκόντων επιμέλειας και/ή πίστης και/ή εμπιστοσύνης και/ή για παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή για μη εκπλήρωση των υποσχέσεων τους και/ή άλλως πως.

(Β)     Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τόσο ο τερματισμός της συμφωνίας με τίτλο Service Provision Agreement CSG.UNIF.06.2018 ημερ. 21/12/2018 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 1 όσο και ο τερματισμός της συμφωνίας με τίτλο Call Option Agreement ημερ. 2/1/2019 μεταξύ του Ενάγοντα 2 και του Εναγόμενου 2, είναι νόμιμοι και/ή έγκυροι και/ή δικαιολογημένοι υπό τις περιστάσεις.

(Γ)     Εναντίον της Εναγόμενης 3, διάταγμα του Δικαστηρίου που να της απαγορεύει να εκτελέσει και/ή να ενεργήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο και/ή να πράξει οτιδήποτε που να έχει ως αποτέλεσμα την μεταβίβαση του δέκα τοις εκατό (10%) του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας 1 προς όφελος του Εναγόμενου 2, μέχρι την εκδίκαση και πλήρη ολοκλήρωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.

(Δ)     Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

(Ε)     Τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2.

(Στ)   Νόμιμο Τόκο.

(Ζ)     Έξοδα αγωγής πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.»

 

Οι ενάγοντες, στις 29/5/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν:

 

«(Α)     Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η προσθήκη, ως Ενάγουσα 3 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, του ακόλουθου νομικού προσώπου:

 

(α)       CRYSTAL SYSTEM SRL (Reg. No. J40/3049/2001) εκ Ρουμανίας

 

(Β)       Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται το κλητήριο ένταλμα δια της προσθήκης ως Ενάγουσα 3, του νομικού προσώπου CRYSTAL SYSTEM SRL (Reg. No. J40/3049/2001) εκ Ρουμανίας

 

(Γ)       Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η προσθήκη ως Εναγόμενων 4 έως και 17 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή των ακόλουθων νομικών και/ή φυσικών προσώπων:

 

                     I.        Catalin Mihai Zainescu εκ Ρουμανίας

                    II.        ELITECH CONSULTING SRL (Reg. No Reg. No J21/369/2016) εκ Ρουμανίας

                  III.        Alina Michaela Zainescu εκ Ρουμανίας

                  IV.        Alexandru Aldescu εκ Ρουμανίας

                   V.        SC AxisMundi Consulting SRL (Reg. J40/16262/2016)

                  VI.        ADAMO TECHNOLOGY SRL (Registration No. J40/5835/2020

                VII.        Bureciu Maria εκ Ρουμανίας

               VIII.        Gheran Constantin Alin εκ Ρουμανίας

                  IX.        GANNETT LABS SRL (Reg. No. J40/22158/2021) εκ Ρουμανίας

                   X.        Marin Ion εκ Ρουμανίας

                  XI.        WISDADTA CONSULTING SRL (Reg. No. J29/1612/2020) εκ Ρουμανίας

                XII.        Antonie Cristina

               XIII.        Seceleanu Marius-Iustinian

              XIV.        Ungureanu Răzvan-Gheorghe εκ Ρουμανίας

 

(Δ)       Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται το κλητήριο ένταλμα δια της προσθήκης ως Εναγόμενων 4 έως 17 αντίστοιχα, των ακόλουθων νομικών και/ή φυσικών προσώπων:

 

            4. Catalin Mihai Zainescu εκ Ρουμανίας

5. ELITECH CONSULTING SRL (Reg. No J21/369/2016) εκ Ρουμανίας

6. Alina Michaela Zainescu εκ Ρουμανίας

7. Alexandru Aldescu εκ Ρουμανίας

            8. SC AxisMundi Consulting SRL (Reg. J40/16262/2016)

            9. ADAMO TECHNOLOGY SRL (Registration No. J40/5835/2020

            10. Bureciu Maria, εκ Ρουμανίας

            11. Gheran Constantin Alin εκ Ρουμανίας

            12. GANNETT LABS SRL (Reg. No. J40/22158/2021) εκ Ρουμανίας

            13. Marin Ion εκ Ρουμανίας

            14. WISDADTA CONSULTING SRL (Reg. No. J29/1612/2020) εκ Ρουμανίας

            15. Antonie Cristina, εκ Ρουμανίας

16. Seceleanu Marius-Iustinian, εκ Ρουμανίας

            17. Ungureanu Răzvan-Gheorghe εκ Ρουμανίας

 

(Ε)       Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η τροποποίηση της Οπισθογράφησης Απαιτήσεως, δια της προσθήκης της Ενάγουσας 3 και των Εναγόμενων 4 – 17, της πρότασης «Οι Ενάγοντες αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ζητούν εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 2 και/η 3, αλληλέγγεα και/ή κεχωρισμένα ως ακολούθως» ως εξής:

 

«Οι Ενάγοντες αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ζητούν εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 2 και/η 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 και/ή 8 και/ή 9 και/ή 10 και/ή 11 και/ή 12 και/ή 13 και/ή 14 και/ή 15 και/ή 16 και/ή 17, αλληλλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως ακολούθως»

 

(ΣΤ)    Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η προσθήκη νέων αιτούμενων θεραπειών υπό στοιχεία Η, Θ, και Ι στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος ως ακολούθως:

 

«Η. Εναντίον των Εναγόμενων 4 και/ή 5, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων δυνάμει των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών ημερομηνίας κατά ή περί από  01/07/2020 και/ή των οφειλόμενων προς τους Ενάγοντες 1 και/ή 3 καθηκόντων επιμέλειας και/ή πιστής και/ή εμπιστοσύνση και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή για μη εκπλήρωση των υποσχέσεων του και/ή άλλως πως»

«Θ. Εναντίον των Εναγόμενων 7 και/ή 8, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων δυνάμει των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών ημερομηνίας κατά ή περί από  09/12/2019 και/ή των οφειλόμενων προς τους Ενάγοντες 1 και/ή 3 καθηκόντων επιμέλειας και/ή πιστής και/ή εμπιστοσύνη και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή για μη εκπλήρωση των υποσχέσεων του και/ή άλλως πως»

«Ι. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω Εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 και/ή 8 και/ή 9 και/ή 10/ και/ή 11 και/ή 12 και /ή 13 και/ή 14 και/ή 15 και/ή 16 και/ή 17,  γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω δόλου ή / και απάτης ή / και ψευδών παραστάσεων ή / και άδικου πλουτισμού.

 

(Ζ)       Οιανδήποτε διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.

 

(Η)       Τα έξοδα της παρούσας Αιτήσεως.»

           

Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.2, 4, 5, 6, 7, 10 και 11, Δ.25 Θ.Θ.1, 2, 3, 4 και 5, Δ. 48 Θ.Θ.1, 2, 3 και 9 και Δ.64 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση τού δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Ανδρέα Χατζηκώστα.

 

Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση:

 

«1. Η Αίτηση ημερ. 29/05/2025 καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα με τρόπο ώστε να είναι παράτυπη και/ή ανυπόστατη και/ή δεν πληροί τις νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.

 

2.  Οι Αιτούμενες προσθήκες τόσο της προτεινόμενης Ενάγουσας 3 όσο και των προτεινόμενων Εναγόμενων 4-17 και/ή των  Αιτητικών Η, Θ και Ι  αλλάζουν κατ’ ουσίαν την βάση της Αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή εισαγάγουν νέα βάση Αγωγής κατά παράβαση των νομοθετικών και/ή νομολογιακές επιταγές.

 

3. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται (2) δυο χρόνια μετά από την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή δεν προωθείται καλόπιστα και/ή θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα τόσο των προτεινόμενων Εναγόμενων όσο και των υφιστάμενων Εναγόμενων, καθώς θα επιφέρει ζημία, υπέρμετρη καθυστέρηση και επιπλέον άσκοπα έξοδα στην διαδικασία.

 

4. Η καταχώριση και προώθησε την παρούσας Αίτησης εκτρέπει και επηρεάζει την κανονική πορεία της διαδικασίας και/ή εκτρέπει την διαδικασία από την φυσιολογική της πορεία, προκαλώντας κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και/ή άσκοπα έξοδα, και/ή αλλοίωση και/ή αντικανονική εκτροπή και/ή μεταβολή της βάσης της Αγωγής, εισαγάγει νέα επίδικα θέματα, περιπλέκοντας την κανονική εκδίκαση των επίδικων θεμάτων και την ορθή απονομής της δικαιοσύνης.

 

5.  Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Αιτητές υποστηριζόμενη δια της Ένορκης Δήλωσης του Ανδρέα Χατζηκώστα ημερ. 29/05/2025 προκειμένου για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι εντελώς αδικαιολόγητοι και/ή ανεπαρκείς και/ή αστήρικτοι και/ή χωρίς κανένα νομικό έρεισμα και/ή πραγματικό έρεισμα και σε καμία περίπτωση δεν δύνανται να δικαιολογούν την ανάγκη εξασφάλισης των αιτούμενων τροποποιήσεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Σεβαστό Δικαστήριο και ως τέτοιοι δέον απορριφθούν.

 

6.  Η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή εκδικητικά και συνιστά πρόδηλη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of process).

 

7.  Τυχόν έκδοση των αιτούμενων δια της Αίτησης ημερ. Διαταγμάτων θα αντίκειται προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης καθώς οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε κανένα εκ των ζητούμενων διαταγμάτων και συνακόλουθα η Αίτηση δέον απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητών.»

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση τού δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Λούκα Μάριου Κωστακόπουλου.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, η οποία ασφαλώς θα εξεταστεί υπό το φως και των προβαλλόμενων σ’ αυτήν, λόγων ένστασης και λαμβάνοντας υπόψη την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των συνηγόρων, καθώς και διάφορα στοιχεία που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης.

 

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η προτεινόμενοι, ως ενάγοντες 3 και οι προτεινόμενοι, ως εναγόμενοι 4 μέχρι 17 είναι ή όχι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή.

 

Συναφώς με αυτό το αίτημα των εναγόντων, δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι η Δ.9 Θ.10 η οποία περιλαμβάνεται και στη νομική της βάση.  Προνοεί ότι:

 

«No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.»

 

Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Limited και Άλλοι ν. Aγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Eταιρείας Γενικών Aσφαλίσεων (1997) 1 Α.Α.Δ. 772 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688).

 

Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου:

 

….

 

….

 

Σε ελληνική μετάφραση:

 

"Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία."»

 

Καθόλα σχετικά είναι και τ’ ακόλουθα από την υπόθεση Korkut ν. Απόστολου Γεωργίου διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου ( Αρ. 1) (2007) 1 Α.Α.Δ. 1213:

 

«Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.

Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (ΒλAmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328).  Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772).»

Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Αγρότου Αντωνάκη Βασιλική και Άλλη ν. Ιωάννας Αντωνάκη Αγρότου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1325 σύμφωνα με την οποία:

 

«Αν έχουν συνενωθεί ή όχι στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906, Χατζηδαυΐδ v. Χατζηδαυΐδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1176, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστόπουλου (1994) 1 Α.Α.Δ. 479, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 579, Τιτσινίδης v. Ρεσιατ (1993) 1 Α.Α.Δ. 429, Οδυσσέως v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1372). Στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772 επανατονίστηκε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες τροποποιήσεις ως προς τους διαδίκους, ώστε να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Η δε επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Οδυσσέως (ανωτέρω) και Supreme Court Practice, 1982, σ. 210).»

 

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, θα δοθεί με υπόβαθρο το περιεχόμενο της οπισθογράφησης απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος της αγωγής των εναγόντων καθώς και τη μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η οποία, βέβαια - μαρτυρία - θα ιδωθεί σε συνάρτηση και με τη μαρτυρία των εναγόμενων. Μολονότι δε μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με την Αγρότου (ανωτέρω) «Αν έχουν συνενωθεί ή όχι στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις», εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, η εκατέρωθεν μαρτυρία έχει την αξία της και λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση του θέματος, καθώς το μόνο δικόγραφο που υπάρχει μέχρι στιγμής είναι η οπισθογράφηση απαίτησης. Χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό, ότι κατά την εξέταση της αίτησης σε σχέση με οποιαδήποτε πτυχή της, επιτρέπεται αξιολόγηση της μαρτυρίας και η εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Αυτό είναι κάτι που θα απασχολήσει το Δικαστήριο της ουσίας της αγωγής.

 

Η οπισθογράφηση απαίτησης εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και από το περιεχόμενό της προκύπτουν τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και/ή 2, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό του €1.000.000, για παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, δυνάμει της συμφωνίας με τίτλο Service Provision Agreement CSG. UNIF.06.2018, ημερομηνίας 21/12/2018 και/ή των οφειλόμενων προς τους ενάγοντες 1 και/ή 2, καθηκόντων επιμέλειας και/ή πίστης και/ή εμπιστοσύνης και/ή για παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή για μη εκπλήρωση των υποσχέσεών τους και/ή άλλως.

 

Ζητούν ακόμη, δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός, τόσο της παραπάνω συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων 1 και των εναγόμενων 1 όσο και της συμφωνίας με τίτλο Call Option Agreement, ημερομηνίας 2/1/2019 μεταξύ του ενάγοντα 2 και του εναγόμενου 2 είναι νόμιμος και/ή έγκυρος και/ή δικαιολογημένος υπό τις περιστάσεις.

 

Τέλος, εναντίον της εναγόμενης 3 ζητούν διάταγμα που να της απαγορεύει να εκτελέσει και/ή ενεργήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο και/ή να πράξει οτιδήποτε που να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση του 10% του μετοχικού κεφαλαίου των εναγόντων 1 προς όφελος του εναγόμενου 2 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:

 

Οι ενάγοντες 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Διευθυντής και μοναδικός μέτοχός τους είναι ο ενάγοντας 2.

 

Η αγωγή καταχωρήθηκε το Μάιο του 2023 και αφορούσε - μεταξύ άλλων -, παράβαση της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών των εναγόμενων 1 και 2 προς τους ενάγοντες 1, ημερομηνίας 21/12/2018 (στο εξής «Service Provision Agreement») και τη συμφωνία «Call Option Agreement», ημερομηνίας 02/01/2019. Οι δυο αυτές συμφωνίες ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες. Σε σχέση με το Service Provision Agreement, ο ενάγοντας 2 περί τα μέσα του 2022 διαπίστωσε ότι η παροχή υπηρεσιών από τους εναγόμενους 1 και 2 δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως γενικός διευθυντής των εναγόντων 1 και των θυγατρικών εταιρειών τους. Ως αποτέλεσμα της μη ανταπόκρισης των δυο εναγόμενων, ο ενάγοντας 2 με τη βοήθεια της Danila Zanzi η οποία ενεργούσε ως ελέγκτρια λειτουργικότητας (Operations Controller) εντόπισε σωρεία από παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων των δυο εναγόμενων, εξ ου και το γεγονός ότι οι ενάγοντες 1 και 2, στις 5/5/2023 απέστειλαν στους εναγόμενους 1 και 2, επιστολή τερματισμού των παραπάνω συμφωνιών.

 

Μετά την έναρξη της αγωγής, οι ενάγοντες προσπάθησαν να ερευνήσουν τις ενδεχόμενες ζημιές που προέκυψαν συνεπεία της συμπεριφοράς και των ενεργειών των δυο εναγόμενων, κάτι το οποίο συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

 

Από τη μέχρι τώρα έρευνά τους προέκυψε ότι μεγάλο μέρος των ζημιών και της απώλειας κέρδους είχε άμεσο αντίκτυπο στην εταιρεία CRYSTAL SYSTEM SRL εκ Ρουμανίας (στο εξής θα αναφέρονται ως «προτεινόμενοι ενάγοντες 3» και κατ’ επέκταση, στους ενάγοντες 1.

 

Κατά τη μελέτη της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους των εναγόντων 1 και 2 - οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, στις 9/4/2025 -, διαπιστώθηκε ότι για να μπορεί να αποζημιωθεί η πλευρά των εναγόντων, είναι αναγκαία η προσθήκη στη διαδικασία των προτεινόμενων εναγόντων 3. Για το σκοπό αυτό επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, σχετική συγκατάθεσή τους για συμμετοχή τους στην αγωγή.

 

Περαιτέρω, στα πλαίσια της ίδια έρευνας, αλλά και από έρευνα η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη προέκυψε σαφής εικόνα σχέσεων συμφέροντος, υπέρμετρων εμπορικών ωφελημάτων και πιθανής παράκαμψης των εσωτερικών διαδικασιών προμηθειών των εναγόντων 1, μεταξύ των εταιρειών Adamo Technology SRL, Gannett Labs SRL και Wisdata Consulting SRL (πρόκειται για τους προτεινόμενους εναγόμενους 9, 12 και 14) με στελέχη και διαχειριστές των προτεινόμενων εναγόντων και της μητρικής εταιρείας, ήτοι, των εναγόντων 1.

 

Η διαπίστωση ότι πρόσωπα σε θέσεις κλειδιά στη διοικητική ιεραρχία των εναγόντων 1 και των θυγατρικών εταιρειών τους, όπως ο εναγόμενος 2, μέσω των εναγόμενων 1, αλλά και ο Catalin Mihai Zainescu (πρόκειται για τον προτεινόμενο εναγόμενο 4), ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα «Client manager» μέσω της εταιρείας ELITECH CONSULTING SRL (πρόκειται για τους προτεινόμενους εναγόμενους 5), ο Alexandru Aldescu (πρόκειται για τον προτεινόμενο εναγόμενο 7), ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα «Delivery Manager» των εναγόντων 1 και των θυγατρικών τους, αρχικά ως υπάλληλος και στην συνέχεια μέσω της εταιρείας του SC AxisMundi Consulting SRL (πρόκειται για τους προτεινόμενους εναγόμενους 8), είχαν άμεση ή έμμεση σχέση ιδιοκτησίας ή συγγένειας ή φιλίας, με τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν και εκπροσωπούσαν κατά καιρούς τις τρεις προαναφερθείσες εταιρείες, ήτοι, τους προτεινόμενους εναγόμενους 9, 12 και 14 ενισχύει τη σοβαρότητα της ανάγκης για αποσαφήνιση των επιχειρηματικών δεσμών. Αυτές οι σχέσεις ενδέχεται να συνιστούν σύγκρουση συμφερόντων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να επιφέρει νομικές, οικονομικές και ηθικές συνέπειες και ζημιές στους ενάγοντες.

 

Επιπλέον, οι υπηρεσίες που παρείχαν οι εν λόγω εταιρείες προς τους ενάγοντες 1 και τις θυγατρικές τους εταιρείες αφορούσαν υπηρεσίες πληροφορικής (IT) (ανάπτυξη λογισμικού, DevOps, Data Engineering κ.τ.λ), τις οποίες οι ενάγοντες 1 μπορούσαν να παρέχουν με προσωπικό που μπορούσαν να εργοδοτήσουν άμεσα ή σε άμεση συνεργασία με ελεύθερους επαγγελματίες, γεγονός που δημιούργησε επιπλέον κόστος γι’ αυτούς, λόγω της μεσολάβησης τρίτων. Από τα τιμολόγια και τις συμφωνίες (Statement of Work) προκύπτει ότι οι τρεις προαναφερθείσες εταιρείες (προτεινόμενοι εναγόμενοι 9, 12 και 14) χρέωναν σημαντικά υψηλότερες τιμές σε σχέση με το κόστος που θα είχε για τους ενάγοντες η άμεση πρόσληψη εργοδοτουμένων ή ελεύθερων επαγγελματιών, με το κόστος των υπηρεσιών σε κάποιες περιπτώσεις να μην ανταποκρίνεται στις δυνατότητες και την εμπειρία των εργοδοτουμένων ή των ελεύθερων επαγγελματιών που εκτελούσαν τις υπηρεσίες γι’ αυτές. 

 

Συνεπεία των χειρισμών των πιο πάνω προσώπων που κατείχαν θέσεις κλειδιά στους ενάγοντες 1, είχε ως αποτέλεσμα οι προτεινόμενοι ενάγοντες 3 και γενικότερα οι ενάγοντες, να τιμολογούν τους τελικούς πελάτες με χαμηλότερο κέρδος. Οι πιο πάνω ενέργειες μετακυλούσαν ουσιαστικά μεγάλο μέρος του κέρδους της παροχής υπηρεσιών στους προτεινόμενους εναγόμενους 9, 12 και 14 αντί στους ενάγοντες.

 

Περαιτέρω, οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 9, 12 και 14 λάμβαναν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεών τους από τους ενάγοντες 1 και τους προτεινόμενους ενάγοντες 3, γεγονός που ενισχύει την ύπαρξη σύγκρουσης συμφέροντος και ενδεχόμενης απάτης.

 

Από τα πιο πάνω πιστεύει πως καθίσταται φανερή η αναγκαιότητα προσθήκης των προτεινόμενων εναγόντων 3, ένεκα του ότι σε διαφορετική περίπτωση, αυτοί αλλά και η μητρική τους εταιρεία, ήτοι οι ενάγοντες 1, θα αποστερηθούν του δικαιώματος να διεκδικήσουν μέσω της αγωγής αποζημιώσεις για ζημιά που έχουν υποστεί. Περαιτέρω, από τα πιο πάνω πιστεύει ότι καθίσταται φανερή και η αναγκαιότητα προσθήκης των προτεινόμενων εναγόμενων, όλων των μερών που εμπλέκονται στη δημιουργία της ζημιάς, η οποία ενδεχομένως να προκύπτει δόλια, για να μπορέσει το σεβαστό Δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά έχουν ήδη εγερθεί και να προβεί κατ’ ακολουθία στην έκδοση των αιτούμενων αξιώσεων των εναγόντων.

 

Περαιτέρω, η συμπερίληψη των ανωτέρω φυσικών και νομικών προσώπων στη διαδικασία κρίνεται απολύτως αναγκαία προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, καθώς η υπόθεση αφορά τη σχέση της κυπριακής μητρικής εταιρείας με τις θυγατρικές της στη Ρουμανία και τις ενδεχόμενες ζημίες που προκλήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων με διττούς ρόλους, προεξάρχοντος του εναγόμενου 2. Η πλήρης αποσαφήνιση αυτών των δεσμών και οικονομικών αλληλεπιδράσεων εντός ενός και μόνο νομικού πλαισίου κρίνεται ουσιώδης, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών ή ασύμβατων αποφάσεων από διαφορετικά Δικαστήρια σε διαφορετικές χώρες, που θα αφορούν το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα. Η ενιαία αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων και προσώπων από την ίδια διαδικασία θα εξασφαλίσει συνοχή, αποφυγή καταχρηστικών ερμηνειών, διιστάμενων αποφάσεων, συγκρουόμενων ευρημάτων, θα θωρακίσει τη νομική ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων, ως προτάσσει το Ευρωπαϊκός κανονισμός 1215/2012.

 

Η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα, οι δε τρεις εναγόμενοι δε θα υποστούν καμιά βλάβη ή ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

Πιστεύει πως οι εναγόμενοι σε συνεργασία με τους προτεινόμενους εναγόμενους,  ενήργησαν δόλια κατά τρόπο που συντείναν στη δημιουργία ζημιάς και απώλειας κερδών στους ενάγοντες, επωφελούμενοι από την παροχή υπηρεσιών στους ενάγοντες 1 και τις θυγατρικές τους εταιρείες από τις εταιρείας - προτεινόμενους εναγόμενους 9, 12 και 14, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι συνδέονται με τους υπόλοιπους εναγόμενους, για τους οποίους ζητείται άδεια προσθήκης τους στην διαδικασία.

 

Τόσο η προτεινόμενοι ενάγοντες όσο και τα νομικά και φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στα αιτητικά της αίτησης, είναι αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, για τους λόγους που εξέθεσε, ανωτέρω.

 

Η απάντησή μου στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι μονοσήμαντη, υπό την εξής έννοια: ενώ θεωρώ αναγκαίους διαδίκους στην αγωγή τούς προτεινόμενους ενάγοντες 3 και τους προτεινόμενους εναγόμενους 4, 5, 7, 8, 9, 12 και 14 δεν ισχύει το ίδιο και για τους προτεινόμενους εναγόμενους 6, 10, 11, 13, 15, 16 και 17.

 

Σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων - που σε κάποιο βαθμό συμπίπτει με την αντίστοιχη εκδοχή των εναγόμενων -, η εμπλοκή στην υπόθεση, όσων από τους προτεινόμενους, νέους διαδίκους, τους οποίους θεωρώ αναγκαίους, αλλά και η σχέση τους με τους υφιστάμενους διαδίκους, είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να λεχθεί γι’ αυτούς ότι έχουν άμεσο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης.

 

Από τη στιγμή που σε περίπτωση που η αγωγή ήθελε πετύχει, είναι σαφές, ότι θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα καθώς και τα οικονομικά συμφέροντά τους, η προσθήκη τους, ως διαδίκων στην αγωγή, είναι από κάθε άποψη, θεμιτή, δικαιολογημένη και απολύτως αναγκαία. Για τους προτεινόμενους ενάγοντες 3, στην κατάληξή μου αυτή προβαίνω, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι παρέσχαν και τη διαλαμβανόμενη στη Δ.9 Θ.10, γραπτή συγκατάθεσή τους, για προσθήκη τους, ως εναγόντων στην αγωγή.

 

Αντίθετα, ουδείς λόγος έχει καταδειχθεί που να καθιστά αναγκαίους διαδίκους στην αγωγή και να δικαιολογεί την προσθήκη σ’ αυτή, των προτεινόμενων εναγόμενων 6, 10, 11, 13, 15, 16. Μολονότι επιδιώκεται η προσθήκη και αυτών, ως εναγόμενων στην αγωγή, εντούτοις, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να τους εμπλέκει ή συνδέει με οποιοδήποτε επίδικο θέμα της υπόθεσης και με οποιαδήποτε από τις υφιστάμενες αξιώσεις των εναγόντων, περιλαμβανομένων και αυτών που ζητούν να προσθέσουν με την υπό κρίση αίτηση, είτε ακόμη και με οποιοδήποτε από τους υφιστάμενους διαδίκους. Να πως απλώς, ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ουδεμία ονομαστική αναφορά γίνεται σ’ αυτούς. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του κ. Χατζηκώστα - στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσής του - ότι τόσο η CRYSTAL SRL (δηλαδή οι προτεινόμενοι ενάγοντες 3) όσο και τα νομικά και φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στα αιτητικά της αίτησης είναι αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, προφανώς δεν αρκεί για να θεωρηθούν ως τέτοιοι και οι υπό αναφορά προτεινόμενοι εναγόμενοι. Υπό αυτές τις συνθήκες, για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Korkut (ανωτέρω), τυχόν προσθήκη τους, ως διαδίκων, θα παραβίαζε το γενικό κανόνα ότι κανένας άλλος εκτός από τους διαδίκους δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία.

 

Στο βαθμό που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της οπισθογράφησης απαίτησης, δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα, ο Θ.1.(2). Προνοεί τ’ ακόλουθα:

 

«(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:

 

….»

 

Ακριβώς σ’ αυτό το στάδιο βρίσκεται ακόμη η υπόθεση. Δηλαδή, της καταχώρησης και επίδοσης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και μάλιστα, όχι μόνο η διαλαμβανόμενη στη Διαταγή 30, κλήση για οδηγίες δεν έχει εκδοθεί ακόμη από τους ενάγοντες, αλλά, ούτε καν έκθεση απαίτησης έχουν καταχωρήσει. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι στο βαθμό που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της οπισθογράφησης απαίτησης, η αίτηση αχρείαστα έχει καταχωρηθεί.

 

Μετά την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος - με την προσθήκη σ’ αυτό των νέων διαδίκων -, οι ενάγοντες, θα μπορούσαν να τροποποιήσουν και την οπισθογράφηση απαίτησης και να περιλάβουν σ’ αυτή, όλα όσα ζητούν να περιλάβουν με την υπό κρίση αίτηση, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Με τις αναγκαίες, βέβαια, αναπροσαρμογές, δεδομένου ότι η αίτησή τους για προσθήκη διαδίκων, σε σχέση με αριθμό προτεινόμενων εναγόμενων, δεν έγινε δεκτή.  

 

Όμως και να μην ίσχυαν τα παραπάνω, δε θεωρώ βάσιμο οποιοδήποτε λόγο ένστασης στην αίτηση, ο οποίος αφορά στο αίτημα τροποποίησης της οπισθογράφησης απαιτήσεως, περιλαμβανομένων και των νέων αξιώσεων των εναγόντων.

 

Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν απλώς διεύρυνση της υφιστάμενης βάσης αγωγής των εναγόντων, ενώ η θέση των εναγόμενων ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή εκδικητικά και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας είναι έωλη. Για οτιδήποτε υποβάλλεται με την ένστασή τους και ειδικά για το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε δυο χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, παραπέμπω απλώς στη σχετική νομολογία που ακολουθεί.

 

Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας,  Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν  δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.

 

Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια  τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. 

 

Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων (1993) 1 ΑΑΔ 726  αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, 

 

«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»

 

Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά. (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 817 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί:

 

«Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ. 25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2].

 

Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»

 

Καθ’ όλα σχετικά είναι και τ’ ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη (2011) 1(Β) Α.Α.Δ.825:    

 

«Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.  Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»     

 

Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά (2014) 1 Α.Α.Δ. 663 σύμφωνα με την οποία:    

 

«Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.  Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης.  Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση

 

Βλ. και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. ΣΙΑΚΟΛΑΣ, Πολ. Έφ. Αρ. E4/2017, ημερ. 11/10/2018.

   

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεών και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που αναφέρεται πιο πάνω γίνεται αποδεκτή.

 

Εκδίδεται διάταγμα, ως ακολούθως:

 

Α. Ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της αίτησης.

 

Β. Ως οι παράγραφοι (Γ) και (Δ) της αίτησης. Νοείται ότι τα διατάγματα καλύπτουν μόνο τους προτεινόμενους εναγόμενους 4, 5, 7, 8, 9, 12 και 14, οι οποίοι προστίθενται ως εναγόμενοι, 4 μέχρι 10, αντίστοιχα.

 

Γ. Ως οι παράγραφοι (Ε) και (ΣΤ) της αίτησης, με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές αναφορικά με την αρίθμηση των εναγόμενων.

 

Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί.

 

Αναφορικά με τα έξοδα δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Και, με δεδομένο ότι η αίτηση έχει επιτύχει στο καταφανώς μεγαλύτερο της μέρος, τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2.

 

 

 

                                                                         (Υπ.) ….….………………………

                                                                                   Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο