THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Μ. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 600/2024, 21/4/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Μ. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 600/2024, 21/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 600/2024 (IJ)

Μεταξύ:

                        THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

Ενάγουσας,

ν.

 

1.    Μ. Μ.

2.    Κ. Μ.

3.    Κ. Μ.

Εναγόμενων.

 

Αίτηση για διαφοροποίηση προθεσμίας για καταχώρηση ειδοποίησης έφεσης ημερομηνίας 8/10/2025

 

Ημερομηνία21 Απριλίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3/Αιτητές: ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ & ΤΙΜΟΘΕΟΥ Δ.Ε.Π.Ε..

Για την Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση: κα Α. Σιαμαήλα για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε..

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.   H Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Καθ’ης η Αίτηση»), στα πλαίσια της αίτησης ημερ.14/11/2024  που καταχώρησε για έκδοση συνοπτικής απόφασης για το σύνολο της απαίτησης της εναντίον των Εναγόμενων 1,2 και 3/Αιτητών (στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως οι «Αιτητές»). Στις 22/9/2025, μετά την εκδίκαση της προαναφερόμενης Αίτησης, εξασφάλισε εναντίον τους απόφαση, όμως για μέρος της της απαίτησης της και, ειδικότερα, το σκέλος που αφορούσε την ανάκτηση κατοχής ακινήτου ιδιοκτησίας της (στο εξής η «Ενδιάμεση Απόφαση»).

 

2.   Με την υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται η προθεσμία καταχώρισης έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης.

 

II.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

3.   Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 (στο εξής οι «Κ.Π.Δ.») και ειδικότερα στο Μέρος 3 καν.1(2)(α), Μέρος 41 καν.2 και 6 και στο Άρθρο 30(2) του Συντάγματος. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγορικού υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους (στο εξής η «ΕΔ-ΤΤ»).

 

4.   Συνοπτικά, στην ΕΔ-ΤΤ αναφέρονται οι λόγοι που δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα η ειδοποίηση έφεσης από την πλευρά των Εναγόμενων. Ειδικότερα, η ομνύουσα αναφέρει ότι, ενώ η έφεση είχε ετοιμαστεί εγκαίρως, η δικηγόρος που εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους και η οποία χειριζόταν το i-justice, απουσίαζε από το γραφείο λόγω ασθένειας στις 2 και 3 Οκτωβρίου, ενώ η 1η Οκτωβρίου ήταν δημόσια αργία και δεν κατέστη δυνατή η διαδικασία λήψης πιστού αντιγράφου της απόφασης, απαραίτητου για την καταχώρηση της, ώστε να ολοκληρωθεί και καταχωρηθεί η έφεση εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Μετά την επιστροφή της προαναφερόμενης δικηγόρου στο γραφείο, έγινε προσπάθεια καταχώρησης της έφεσης στις 6 Οκτωβρίου 2025, δηλαδη την τελευταία μέρα της προθεσμίας αλλά μετά τις 13:01 και κατά συνέπεια αυτή απορρίφθηκε.

 

5.   Περαιτέρω, σύμφωνα με την ομνύουσα, οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να ασκήσουν έφεση εναντίον της απόφασης, καθ’ότι πιστεύουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση και η ενδεχόμενη έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας.

ΕΝΣΤΑΣΗ

6.   Η Ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, η οποία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Κ.Π.Δ. Μέρος 1 καν.1-5, Μέρος 3 καν.1 και 1(2)(α), Μέρος 41 καν.1-5 και 6(1)(2), και επί του Άρθρου 30(2) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

7.   Μέσω της ειδοποίησης ένστασης της η Ενάγουσα προωθεί 11 λόγους για την απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: α) η αίτηση και ΕΔ-ΤΤ είναι παράτυπες και αντικανονικές, β) Δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε τεκμήριο στην ΕΔ-ΤΤ προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών των Εναγόμενων, γ) Δεν περιέχονται αυτούσιοι οι λόγοι έφεσης κατά της απόφασης στην αίτηση ή την ΕΔ-ΤΤ, δ) η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ζημιά στην Ενάγουσα αφού αποστερούνται της κατοχής της ιδιοκτησίας τους εδώ και 2 χρόνια και παραβιάζεται το συνταγματικό τους δικαίωμα για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός εύλογου χρόνου, ε) Η αίτηση δεν συνοδεύεται από προσχέδιο διατάγματος ως επιτάσσουν οι Κ.Π.Δ. και στ) Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη.

 

8.   Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση λειτουργού διαχείρισης ακινήτων στο Τμήμα Διαχείρισης ακινήτων της Ενάγουσας (στο εξής η «ΕΔ-ΝT»), στην οποία ο ομνύοντας ουσιαστικά αναπαραγάγει τους λόγους ένστασης σε εκτενέστερο βαθμό.

 

III. ΑΚΡΟΑΣΗ

 

9.   Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους.  Καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων ή την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

10.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με προσοχή, αλλά και γενικότερα το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. 

 

IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

11.          Σύμφωνα με το Μέρος 41, Κανονισμός 2(1) και (2) των Κ.Π.Δ., Ειδοποίηση Εφεσείοντα καταχωρείται εντός 14 ημερών από την έκδοση της απόφασης προκειμένου για ενδιάμεση απόφαση επί οποιουδήποτε θέματος το οποίο δεν κρίνει τελικά την απαίτηση.

 

12.          Σε ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση προθεσμίας για καταχώριση ειδοποίησης έφεσης, σχετικό είναι το Μέρος 41, Κανονισμός 6 των Κ.Π.Δ. αναφέρει σχετικά τα εξής:

 

«41.6. Διαφοροποίηση προθεσμίας

 

(1) Αίτηση για διαφοροποίηση προθεσμίας για καταχώριση ειδοποίησης έφεσης, υποβάλλεται στο κατώτερο δικαστήριο ή στο Εφετείο. Η αίτηση υποβάλλεται πρώτα στο κατώτερο δικαστήριο και σε περίπτωση απόρριψης, στο Εφετείο.

(2) Οι διάδικοι δεν δύνανται να συμφωνήσουν να παρατείνουν οποιαδήποτε ημερομηνία ή χρόνο ο οποίος ορίζεται από:

(α) τους παρόντες κανονισμούς ή

(β) διάταγμα του Εφετείου ή του κατώτερου δικαστηρίου.»

 

13.          Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιοδήποτε κανονισμό, εντοπίζεται στο Μέρος 3, Κανονισμό 1(2)(α), όπου αναφέρονται τα εξής:

 

«3.1. Οι γενικές εξουσίες του δικαστηρίου

 

(1) Ο κατάλογος εξουσιών στον παρόντα κανονισμό είναι πρόσθετος οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται στο δικαστήριο από οποιονδήποτε άλλο κανονισμό ή οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία ή οποιεσδήποτε εξουσίες δυνατόν αυτό να διαθέτει διαφορετικά.

 

(2) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται:

(α) να παρατείνει ή σμικρύνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμη και αν αίτηση για παράταση υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης)»

 

14.          Η δυνατότητα παράτασης του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης με βάση το Μέρος 41 των Κ.Π.Δ. έτυχε πρόσφατα εξέτασης στην απόφαση MOQAMAL SULTAN LEBANESE RESTAURANT LTD v. HERMES AIRPORTS LTD, Πολιτική Αίτηση Αρ.: 08/2025, ημερ.4/2/2026, όπου, με αναφορά στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΝΤΟΥΝΑΣ v. ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2024, 18/10/2024 λέχθηκε ότι αφετηρία για την εξέταση αιτήσεων της συγκεκριμένης φύσης, αποτελεί ο «πρωταρχικός σκοπός»[1] των Κ.Π.Δ.. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

«Με την εφαρμογή των νέων περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεσπόζουσα θέση αποτελεί ο «πρωταρχικός σκοπός» ως αυτός προνοείται στο Μέρος 1.2 και η εφαρμογή του από το Δικαστήριο Μέρος 1.3.

 

Στην υπόθεση Καντούνας v. Ηλιάδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 52/2024, ημερομηνίας 18.10.2024, υποδείχθηκε ότι:

 

«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν  κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.»

 

15.          Στην MOQAMAL SULTAN LEBANESE RESTAURANT LTD (πιο πάνω), επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας και αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά, βάσει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και ότι καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών.[2] Στην απόφαση του τo Εφετείο παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην Αγγλική υπόθεση Sayers vClarke Walker (a firm) (2002) 3 All E.R. 490, όπου το Δικαστήριο χωρίς να παρεκκλίνει από τις αρχές της αυστηρής συμμόρφωσης με τις δικονομικές προθεσμίες, και αφού ζύγισε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και την ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της έφεσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της παράτασης θα αποτελούσε δυσανάλογη μεταχείριση για τον ενάγοντα την στιγμή που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μη συμμόρφωση δεν ήταν εκ προθέσεως αλλά σχετιζόταν με σφάλμα του δικηγόρου του σε σχέση με τις προθεσμίες. Συνάγεται παράλληλα από την απόφαση MOQAMAL, ότι οι αρχές που διαμορφώθηκαν από τη νομολογία σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για παράταση προθεσμιών υπό τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μπορούν να τύχουν εφαρμογής ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα του πρωταρχικού σκοπού.

 

16.          Οι αρχές που εφάρμοζαν επί της παροχής παράτασης χρόνου καταχώρησης έφεσης, στην βάση των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επεξηγήθηκαν με σαφήνεια, μεταξύ άλλων, και στην απόφαση στην υπόθεση Χόππης ν. Παναγή (1993) 1 ΑΑΔ 140, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

«Η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτημα αυτής της φύσης (παράταση χρόνου) είναι πρωτογενής· επομένως συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έγινε εκτενής αναφορά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ' αυτό τον τομέα δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι και σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. [Βλ. The Turkish Co Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lutfi Kiamil & Another(1973) 1 C.L.R. 1Erini Costa HadjiMichael v. Maria Karamichael and two Others (1967) 1 C.L.R. 61, Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ. v. Χ"Νικόλα (1990) 1 Α.Α.Δ. 470, Σολιάτης & Συνεργάται  v. Α. Χριστοδουλίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1162 και Πεύκιος Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας(Προσφ. Αρ. 547/90, ημερ. 30/4/92].

 

Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35 Θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος

 

17.          Όσο αφορά παραλείψεις δικηγόρων στο ίδιο πλαίσιο, στην ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ κ.α. ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. Ε76/2013, 21/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:A51, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Συνάγεται μέσα από τη νομολογία, ότι η παράλειψη δικηγόρου ή του ίδιου του διαδίκου να λάβει τα δέοντα μέτρα για την καταχώρηση έφεσης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του. Η επικρατούσα αντιμετώπιση είναι ότι το λάθος ή η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά από μόνη της λόγο παραχώρησης παράτασης καταχώρησης της έφεσης. Προσθέτουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς παροχή παράτασης χρόνου είναι απεριόριστη και η άσκησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εναπόκειται δε στον αιτητή να προβάλει τα αναγκαία στοιχεία προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.»

 

18.          Στην ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (ανωτέρω) επιπλέον τονίστηκε ότι οι προθεσμίες που τάσσονται από τους Θεσμούς θα πρέπει να τηρούνται καθότι από τη συμμόρφωση με τα χρονοδιαγράμματα εξαρτάται και η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και ότι υπό το εν λόγω πρίσμα, παράταση των προθεσμιών συνιστά εξαιρετικό διαδικαστικό μέτρο το οποίο και θα πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις.

 

19.          Επιπρόσθετα, στην απόφαση Sayers (πιο πάνω) το Αγγλικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η αίτηση για αναδρομική παράταση προθεσμίας καταχώρησης έφεσης αντιμετωπίζεται σαν αίτηση με σκοπό την απαλλαγή από κυρώσεις.[3] Όπου διάδικος υποβάλλει αίτηση για παράταση της προθεσμίας, μετά τη λήξη της τελευταίας, και δεν προνοείται ρητή κύρωση στους Κ.Π.Δ. για τη μη συμμόρφωση με τη σχετική προθεσμία, αφετηρία για σκοπούς εξέτασης της αποτελεί μεν ο πρωταρχικός σκοπός, αλλά, σε δεύτερο στάδιο, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τις αρχές που τέθηκαν στην  Denton v TH White Ltd (2014) EWCA Civ 906 ως προς τυχόν έκδοση διατάγματος απαλλαγής από κυρώσεις με βάση το Μέρος 3 καν.6 (αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός rule 3.9).[4] Οι συγκεκριμένες αρχές, ως ταξινομήθηκαν στην Denton, έχουν ως εξής: Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται εάν η παράβαση είναι σοβαρή ή σημαντική. Το δεύτερο στάδιο είναι εάν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για την παράβαση. Το τρίτο στάδιο απαιτεί την εξέταση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης προκειμένου το Δικαστήριο να χειριστεί με δίκαιο τρόπο την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης για την διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος.

 

V.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

20.          Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω τεθείσες νομικές αρχές και ερχόμενη στην προκειμένη περίπτωση, αδιαμφισβήτητα, οι Αιτητές δεν επέδειξαν καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, εφόσον αυτή καταχωρήθηκε δύο μόλις λίγες μέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας για την από πλευράς τους καταχώρηση έφεσης.

 

21.          Έχει επίσης προβληθεί από πλευράς των Εναγόμενων δικαιολογία για την μη έγκαιρη καταχώρηση της ειδοποίησης εφεσείοντα. Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι, παρά το γεγονός ότι η έφεση είχε ετοιμαστεί εγκαίρως και εκκρεμούσε μόνο η ενέργεια για λήψη πιστού αντιγράφου της απόφασης, το οποίο ήταν απαραίτητο για την καταχώρηση της, μεσολάβησε η απουσία της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση και το i-justice, για λόγους υγείας και δεν κατέστη δυνατόν να εξασφαλιστεί το πιστό αντίγραφο. Παρά την επιστροφή της στο γραφείο την τελευταία μέρα της προθεσμίας έφεσης, η καταχώρηση έγινε μετά τις 13:01[5] με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί.

 

22.          Είμαι όμως της άποψης ότι τα στοιχεία που έθεσαν οι Αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου για να δικαιολογήσουν το αίτημα τους, υπό τις περιστάσεις, δεν αρκούν για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους αντιστοιχούσε. Επαναλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με την Νομολογία ότι η παράταση προθεσμιών, ως το αντικείμενο της παρούσας αιτησης, συνιστά εξαιρετικό διαδικαστικό μέτρο το οποίο και θα πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις. Το βάρος τεκμηρίωσης των λόγων της καθυστέρησης φέρει ο αιτητής ο οποίος οφείλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία στοιχεία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

23.          Αρχικά, με βάση το σχετικό έντυπο των Κ.Π.Δ. (Βλ. Έντυπο αρ.ΕΕ63), στο οποίο παραπέμεπει το Μέρος 41 καν.2(4) ως προς τα έγγραφα που πρέπει να υποστηρίζουν την ειδοποίηση εφεσείοντα, ενώ αναφέρεται ότι πρέπει να καταχωρείται μαζί με την ειδοποίηση ένα αντίγραφο της σφραγισμένης (με τη σφραγίδα του Δικαστηρίου) απόφασης που αποτελεί αντικείμενο της έφεσης, προσφέρεται παράλληλα η επιλογή, εάν δεν βρίσκεται στην κατοχή του εφεσείοντα το εν λόγω έγγραφο, να συμπληρώσει τον αντίστοιχο πίνακα στο έντυπο ως προς τον λόγω μη καταχώρισης του εν λόγω εγγράφου και την ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται να παρασχεθεί. Συνεπώς, η εμπρόθεσμη καταχώρηση της ειδοποίησης έφεσης, με βάση τα όσα οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν, πρακτικά ήτο δυνατή από πλευράς τους, ακόμη και στην απουσία πιστού αντιγράφου της απόφασης.

 

24.          Περαιτέρω, η εκδοχή των Αιτητών περιέχει ασάφειες και κενά, τα οποία το Δικαστήριο δεν δύναται να συμπληρώσει αλλά ούτε και να προβεί σε εικασίες επί των σχετικών γεγονότων. Στην ΕΔ-ΤΤ καμία αναφορά γίνεται στο πότε συγκεκριμένα τελικά ζητήθηκε το πιστό αντίγραφο της απόφασης, που σύμφωνα με τους ίδιους τους Αιτητές αποτελούσε το μόνο εμπόδιο στην καταχώρηση της ειδοποίησης εφεσείοντα, αλλά ούτε πότε εν τέλει αυτό εξασφαλίστηκε. Δεν καθίσταται παράλληλα δυνατόν να αντιληφθεί το Δικαστήριο γιατί, εφόσον η δικηγόρος επέστρεψε από την άδεια ασθενείας της πριν την λήξη της προθεσμίας έφεσης, γιατί δεν ήταν δυνατή η καταχώρηση της σχετικής ειδοποίησης πριν τις 13:01, έστω και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας αλλά ούτε και κατά πόσο η εκπρόθεσμη καταχώρηση σχετίζετο με την εξασφάλιση πιστού αντιγράφου της απόφασης ή όχι.

 

25.          Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές δεν παρουσίασαν κανένα έγγραφο προς τεκμηρίωση των θέσεων τους, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της ειδοποίησης έφεσης ή της απόπειρας καταχώρησης της (εφόσον καθίσταται αυτό πλέον δυνατόν μέσω του I-Justice), και δεν προβλήθηκε οιαδήποτε δικαιολογία από πλευράς τους για την παράλειψη τους αυτή. Η πλευρά της Καθ’ης η Αίτηση, έχει επικαλεστεί το εν λόγω ζήτημα, μέσω της ένστασης της. Οι Αιτητές, με βάση το χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της αίτησης το οποίο καθορίστηκε εκ συμφώνου, είχαν την ευκαιρία να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση παραθέτοντας τα υπό κρίση δεδομένα ή, έστω, τους λόγους που δεν ήταν αυτά διαθέσιμα, αλλά επέλεξαν να μην το πράξουν. Θεωρώ ότι δεν παρέχονται από τους Αιτητές τα απαραίτητα στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αξιολογήσει τα περιστατικά που περιέβαλλαν τις συγκεκριμένες θέσεις τους και να καταλήξει στο κατά πόσο συνέτρεχαν όντως αντικειμενικές δυσκολίες ή όχι στην εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσης και τα οποία θα δικαιολογούσαν την παρέκκλιση από την εφαρμογή του αυστηρού κανόνα τήρησης των προθεσμιών που τίθενται από τους Κανονισμούς.

 

26.          Όσο αφορά την ουσία της επιδιωκόμενης από πλευράς των Εναγόμενων έφεσης, το μόνο που αναφέρεται στην ΕΔ-ΤΤ είναι ότι οι Εναγόμενοι πιστεύουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση και η ενδεχόμενη έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Ενώ η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν αποτελεί παράγοντα καθοριστικής σημασίας για την έγκριση του αιτήματος, το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα οφείλει να εξετάσει όλους τους σχετικούς παράγοντες.[6] Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν προκύπτει από τα όσα έχουν προσαχθεί από πλευράς των Εναγόμενων ότι προτίθενται να προσβάλουν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου που περιέχονται στην απόφαση ημερ.22/9/2025 και ούτε επισυνάπτεται αντίγραφο της προτειθέμενης ειδοποίσης εφεσείοντα, παρά το γεγονός ότι έγινε ήδη, σύμφωνα με τους Αιτητές, απόπειρα καταχώρησης της. Δεν δύναται να γίνει αντιληπτό από πλευράς του Δικαστηρίου κατά πόσο η απόρριψη της Αίτησης θα θέσει τους Αιτητές, ή όχι, σε δυσανάλογη μεταχείριση αφού δεν διαφαίνεται ακριβώς, πέραν μιας γενικής αναφοράς, τι επιδιώκεται από πλευράς τους μέσω της προτιθέμενης έφεσης.

 

27.          Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω δεδομένα, με το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον μου και κατ’ εφαρμογή των νομικών αρχών που έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους βάρυνε και δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν αρκετοί λόγοι για να ασκήσει τη διακριτική μας εξουσία υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, στην έκταση που να δικαιολογείται η ανάγκη για παράκαμψη της, στο μεταξύ, λόγω εκπνοής του χρόνου καταχώρησης της έφεσης, δημιουργηθείσας τελεσιδικίας. Ως αποτέλεσμα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η αιτούμενη παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου, η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

28.          Παρά την πιο πάνω κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται με βάση το Μέρος 3 καν.6 των Κ.Π.Δ. να εκδόσει διάταγμα απαλλαγής από κυρώσεις. Εν προκειμένω εξετάζοντας τις σχετικές προϋποθέσεις στην βάση της απόφασης Denton (πιο πάνω) κρίνω ότι η παράλειψη να καταχωρηθεί εμπρόθεσμα η έφεση, ως προκύπτει από τη Νομολογία που έθεσα ανωτέρω, αποτελεί σοβαρή παραβίαση. Προχωρώντας στο δεύτερο στάδιο κρίνω ότι δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς και στον βαθμό που αναμένετο ο λόγος για την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταχώρησης της έφεσης για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Τέλος όσο αφορά την εξέταση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, με γνώμονα πάντα τον πρωταρχικό σκοπό, λαμβάνω υπόψη ότι όσα έχουν κριθεί και αναφερθεί ήδη πιο πάνω και ειδικότερα ότι, με βάση τα όσα προσάχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούσαν παρέκκλιση από την αυστηρή εφαρμογή των προθεσμιών όπου εκπνοή αυτών οδηγεί σε τελεσιδικία. Ως αποτέλεσμα κρίνω ότι δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση έκδοση διατάγματος απαλλαγής από τις κυρώσεις με βάση το Μέρος 3 καν.6 και ότι δεν αποτελεί η παρούσα κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου ευχέρεια προς άρση της από πλευρά των Αιτητών κύρωσης, μέσω της έγκρισης της αίτησης τους.

 

VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

29.          Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται.

 

30.          Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι η Ενάγουσα, όπως και στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης ημερ.14/11/2024 που οδήγησε στην έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων καταχωρώντας κατάλογο εξόδων ως προνοεί το Μέρος 39 καν.9(1). Για τον ίδιο λόγο κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όσο αφορά τον συνοπτικό υπολογισμό από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου.

 

31.          Συνεπακόλουθα, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1,2 και 3/Αιτητών, μειωμένα κατά 15%, ως υπολογιστούν από πλευράς του Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιδικάζεται ένα σετ εξόδων.

 

 

                                                                                                            (Υπ.)............................

                                                                                                           Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής 

                                   

 



[1] Μέρος 1, Κανονισμός 2 των Κ.Π.Δ..

[2] Βλ. Α/φοι Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χατζηνικόλα (1990) 1 Α.Α.Δ. 470 και Σολιάτης και Συνεργάται v. Χριστοδουλίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1162.

[3] Βλ. επίσης R (on the application of Hysaj) v Secretary of State for the Home Department; Fathollahipour v Aliabadienisi; May v Robinson [2014] EWCA Civ 1633.

[4] Βλ. Altomart Ltd v Salford Estates (No.2) Ltd [2014] EWCA Civ 1408.

[5] Βλ. Καν. 16, περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024, σε σχέση με ημερομηνία καταχώρησης στο σύστημα I-JUSTICE.

[6] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ κ.α. ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. Ε76/2013, 21/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:A51.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο