Κάτω των € 3,000
Κλίμακα Εξόδων: € 500 – € 2,000
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1994/2023
(i-Justice)
Μεταξύ:-
Tetiana Shynkliarska
Ενάγουσας
και
Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ
Εναγομένων
Ημερομηνία: 30/04/2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κ. Σταύρος Σταύρου για Σταύρου Σωφρονίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Εναγόμενους: κ. Αντώνης Παπαλοΐζου για Κρίτων Α. Παπαλοΐζου & Σία Δ.Ε.ΠΕ.
Απόφαση
Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης την έκδοση απόφασης για το ποσό των € 1,786.76[1], ως ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος.
Όπως προκύπτει από το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και την Απάντηση, η αγωγή της Ενάγουσας βασίζεται σε αμέλεια, καθώς και σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της αρνείται ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος ήταν αμελής ή ότι παραβίασε οποιαδήποτε θέσμια καθήκοντα τα οποία είχε προς όφελος της Ενάγουσας.
Καθ’ ότι το ποσό που ζητείται με την αγωγή είναι κάτω των € 3,000, η υπόθεση ταξινομήθηκε με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως ταχείας εκδίκασης. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι, ως προνοείται στη Δ.30, θθ. 5 – 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης δεν προσκομίζεται κατ’ αρχήν προφορική μαρτυρία, αλλά οι μάρτυρες καταθέτουν εγγράφως τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Επιτρέπεται, ωστόσο, η κατ’ εξαίρεσην προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας καθώς και η αντεξέταση μαρτύρων επί του περιεχομένου της έγγραφης τους μαρτυρίας. Αναφορά στη σημασία των εν λόγω προνοιών θα γίνει στη συνέχεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν παρουσιάστηκε προφορική μαρτυρία, ούτε αντεξετάστηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες. Από την πλευρά της Ενάγουσας καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση της ιδίας και του Δρ. Ανδρέα Λοΐζου, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας στα τροχαία ατυχήματα. Από την πλευρά της Εναγομένης καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του κ. Ττόμη Σιόκκου, οδηγού του άλλου οχήματος και του κ. Σάββα Σάββα, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας στα τροχαία ατυχήματα.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως θα επεξηγήσω και πιο κάτω, το μόνο που αμφισβητείται, το οποίο βεβαίως είναι καίριας σημασίας είναι ο τρόπος με τον οποίο επισυνέβη το ατύχημα.
Σημειώνω κατ’ αρχάς ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης και συνιστούν ευρήματά μου τα εξής γεγονότα:
1. Η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια οχήματος μάρκας Mazda με αρ. εγγραφής XXX XXX («Όχημα Mazda»).
2. Η Εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ασφαλισμένο το όχημα μάρκας Toyota με αρ. εγγραφής XXX XXX («Όχημα Toyota»), σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000.
3. Στις 23/07/2022 το Όχημα Mazda και το Όχημα Toyota συγκρούστηκαν.
4. Το ατύχημα επισυνέβη στη συμβολή των οδών Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και Κωστάκη Παντελίδη στη Λεμεσό.
5. Κατά τη στιγμή του ατυχήματος, το Όχημα Mazda οδηγείτο από την Ενάγουσα και το Όχημα Toyota οδηγείτο από τον κ. Ττόμη Σιόκκο.
6. Από το ατύχημα προκλήθηκαν υλικές ζημιές στα δύο οχήματα. Από τη σύγκρουση, στο Όχημα Mazda προκλήθηκαν ζημιές στο μπροστά πλάγιο δεξιό μέρος και στο Όχημα Toyota στον πίσω προφυλακτήρα.
7. Σε σχέση με το ποσό των αποζημιώσεων που ζητούνται, σημειώνω ότι η Εναγόμενη στην παρ. 10 της Υπεράσπισής της αρνείται τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών που αξιώνει η Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι αυτές είναι «υπερβολικές και/ή εξογκωμένες» καθώς και ότι η Ενάγουσα «κωλύεται από του να τις αξιώνει καθότι δεν εξειδικεύονται». Σημειώνω ωστόσο ότι η εν λόγω θέση δεν προωθήθηκε στη μαρτυρία τη Εναγομένης, αλλά ούτε και στις αγορεύσεις της και επομένως, θεωρώ ότι το ποσό των ειδικών ζημιών, οι οποίες υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίσθηκε, εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν περαιτέρω είναι παραδεκτές από την Εναγόμενη.
8. Σε περίπτωση που διαφανεί ότι το ατύχημα προκλήθηκε ένεκα της αμέλειας και/ή της παράβασης των θέσμιων καθηκόντων του κ. Σιόκκου, η Εναγόμενη υπέχει θεσμικής ευθύνης για την κάλυψη και αποζημίωση της Ενάγουσας δυνάμει των προνοιών του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000.
9. Λίγη ώρα μετά το ατύχημα και όπως αναφέρεται στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας, λειτουργός της οδικής βοήθειας της εταιρείας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το Όχημα Mazda, ήτοι της Ιντεραμέρικαν Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών Μονοπρόσωπη Α.Ε. («Ιντεραμέρικαν»), κατέφτασε στη σκηνή του ατυχήματος και ετοίμασε Υπεύθυνη Δήλωση για το ατύχημα, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Ο εν λόγω λειτουργός τράβηξε περαιτέρω φωτογραφίες από τη σκηνή του ατυχήματος, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας.
Δεν αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την Εναγόμενη η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος και το περιεχόμενό της. Αντιθέτως, η Εναγόμενη βασίζεται στο περιεχόμενο της εν λόγω υπεύθυνης δήλωσης στην επιχειρηματολογία της. Ούτε οι φωτογραφίες αμφισβητούνται, με δεδομένο ότι στις ίδιες φωτογραφίες βασίζονται όλοι οι μάρτυρες στη μαρτυρία τους, συμπεριλαμβανομένων και των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών. Σημειώνω ότι μερικές από τις εν λόγω φωτογραφίες επισυνάπτονται και ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Σιόκκου.
Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα
Προχωρώ στο κομμάτι στο οποίο υπάρχει έντονη διαφωνία.
Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε, από την πρώτη στιγμή προβλήθηκαν εκ διαμέτρου διαφορετικές εκδοχές από τους δύο οδηγούς σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη η οδική σύγκρουση.
Θα αναφερθώ στις εκδοχές των μαρτύρων ξεχωριστά, ξεκινώντας από τους οδηγούς και προχωρώντας στους εμπειρογνώμονες:
Α. Εκδοχές οδηγών οχημάτων:
i. Εκδοχή Ενάγουσας:
Η εκδοχή της Ενάγουσας για τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το ατύχημα παρατίθεται στην παρ. 2 της ένορκης της δήλωσης, όπου αναφέρονται τα εξής:
«Κατά την 23/07/2022 οδηγούσα το όχημα μου με αριθμούς εγγραφής XXX XXX στην οδό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και επιχείρησα στροφή δεξιά προς την οδό Κωστάκη Παντελίδη στην Λεμεσό. Όταν πήρα τη στροφή, είδα μπροστά μου το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXX XXX να είναι σταθμευμένο στην μέση του δρόμου με αποτέλεσμα να σταματήσω αμέσως. Ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXX XXX επ' ονόματι Ττόμης Σιόκκος, επιχείρησε ξαφνικά όπισθεν και εγώ άρχισα να κορνάρω αλλά ο οδηγός του εν λόγω οχήματος δεν σταμάτησε με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο αυτοκίνητο μου κατά παράβαση των καθηκόντων ασφαλούς οδήγησης και να προκαλέσει ατύχημα από το οποίο το μηχανοκίνητο όχημα μου υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες.» (υπογράμμιση δική μου)
Επομένως, η θέση της Ενάγουσας είναι ότι τη στιγμή του ατυχήματος το όχημα της ήταν σταματημένο και ο κ. Σιόκκος, ενώ ήταν προηγουμένως σταθμευμένος, ξεκίνησε να κινείται προς τα πίσω και συνέχισε την πορεία του προς τα πίσω μέχρις ότου το όχημα που οδηγούσε συγκρούστηκε με το δικό της.
Η πιο πάνω θέση συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, καθώς και με τα όσα κατέγραψε η ίδια στην Υπεύθυνη Δήλωση ατυχήματος, Τεκμήριο 3 στην ένορκη της δήλωση. Όπως αναφέρεται:
«MY CAR WAS MOVING ON THE STREET AND MAKIG [sic] A TURN WITH SWITCH ON TURN LIGHT TO THE KOSTAKI PANDELINI [sic] STREET. RIGHT ON THE TURN, I SAW A CAR XXX XXX THAT STOPPED IN THE MIDDLE ON THE ROAD. I STOPPED MY CAR DRIVER STARTED MOVING BACK, I PUSH ON MY SIGNAL, BUT ANY REACTION FROM THE DRIVER AND HE CRASHED MY CAR. AS YOU CAN SEE FROM PICTURES, THE HIT WAS ON MY BACK SIDE.»
Δεν παραγνωρίζω την υπόδειξη της Εναγομένης ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των όσων κατέγραψε ο λειτουργός της Ιντεραμέρικαν στην Υπεύθυνη Δήλωση ατυχήματος και της δήλωσης της ίδιας της Ενάγουσας που συμπεριλήφθηκε στο ίδιο έγγραφο. Όπως αναφέρει ο λειτουργός:
«Η ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΗ ΟΔΗΓΟΣ ΕΓΡΑΨΕ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΑΝΕΦΕΡΕ ΠΩΣ ΕΝΩ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗ [sic] ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ ΝΑ ΕΙΣΕΛΘΕΙ ΔΕΞΙΑ ΣΤΗ ΟΔΟ ΚΩΣΤΑΚΗ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ, ΤΟ ΠΡΟΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΧΗΜΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ, ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΟΠΙΣΘΕΝ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΚΤΥΠΗΣΕ.»
Η Εναγόμενη εισηγείται στη γραπτή της αγόρευση και συγκεκριμένα στη σελ. 16 ότι η Εναγόμενη δεν παρέμεινε σταθερή στις απόψεις της αφού «ενώ αρχικά στο λειτουργό της οδικής βοήθειας που κατέγραψε το ατύχημα δήλωσε ότι το προπορευόμενο της όχημα σταμάτησε την ώρα που επιχειρούσε στροφή στα δεξιά, στην ένορκη μαρτυρία της δήλωσε ότι όταν επιχείρησε να εισέλθει στην πάροδο είδε μπροστά της σταματημένο το όχημα XXX XXX [Όχημα Toyota].»
Ωστόσο, κρίνω το γεγονός αυτό επουσιώδες για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η Ενάγουσα είχε γράψει ίδια τη δήλωσή της για το πώς επισυνέβη το ατύχημα. Τα όσα κατέγραψε η ίδια αποτυπώνουν σαφώς με πιο πολλή ακρίβεια τη θέση της για τον τρόπο που έγινε το ατύχημα, αντί των όσων κατέγραψε ο λειτουργός σε μια προσπάθειά του να αποτυπώσει τη θέση της Ενάγουσας.
Σημειώνω περαιτέρω ότι η Ενάγουσα δεν φαίνεται να γνωρίζει, τουλάχιστον καλά, την ελληνική γλώσσα. Η Ενάγουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία στα ελληνικά. Ετοίμασε τη μαρτυρία της στην αγγλική γλώσσα, την όπως αναφέρει γνωρίζει πολύ καλά. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, κατάγεται από την Ουκρανία και μιλά και γράφει στα ουκρανικά. Θεωρώ, επομένως, ότι τα όσα κατέγραψε η ίδια στην Υπεύθυνη Δήλωση ατυχήματος στην αγγλική γλώσσα αντικατοπτρίζουν με πιο πολλή ακρίβεια τη θέση της ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα, η οποία θεωρώ ότι παρέμεινε σταθερή.
ii. Εκδοχή κ. Ττόμη Σιόκκου:
Ο κ. Σιόκκος προβάλλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για το πώς επισυνέβη το ατύχημα. Όπως αναφέρει, ο μάρτυρας έστριψε στην οδό Κωστάκη Παντελίδη με πρόθεση να διασχίσει την αντίθετη λωρίδα και να σταθμεύσει έξω από το κατάστημα Yamaha.
Όπως αναφέρει στις παραγράφους 6 – 7 της ένορκης του δήλωσης σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το ατύχημα:
«Αφού εισήλθα νόμιμα και κανονικά στην εν λόγω οδό και καθότι πρόθεσης μου ήταν να κινηθώ δεξιά για να σταθμεύσω μπροστά από το κατάστημα Yamaha, που βρισκόταν στα δεξιά ως η κατεύθυνση μου και επί της γωνίας της εν λόγω συμβολής των δύο οδών, σταμάτησα και άναψα μάλιστα τα τέσσερα φώτα πορείας του οχήματος μου. Έλεγξα μάλιστα αν έρχονταν αυτοκίνητα από την αντίθετη λωρίδα την οποία θα έπρεπε να διασχίσω για να σταθμεύσω μπροστά από το εν λόγω κατάστημα όπου υπήρχε και ράμπα επί του πεζοδρομίου.
Αφού ο δρόμος ήταν ελεύθερος εισήλθα μερικώς στην αντίθετη λωρίδα και τότε ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος μου και συνειδητοποίησα ότι η οδηγός του οχήματος XXX XXX είχε παραλείψει να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει το όχημα της με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο πίσω μέρος του οχήματος μου και να προκαλέσει σε αυτό μικρή ζημιά στον προφυλακτήρα.»
Επομένως, η θέση του είναι η εξής: όντας στην οδό Κωστάκη Παντελίδη και όταν εισήλθε μερικώς στην αντίθετη λωρίδα, προσπαθώντας να τη διασχίσει, τότε ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός του από το Όχημα Mazda.
Η θέση του κ. Σιόκκου είναι επίσης σταθερή και συνάδει με τα όσα είχαν αναφερθεί στο λειτουργό της Ιντεραμέρικαν. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας:
«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΊ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ. Ο ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΜΟΥ ΑΝΕΦΕΡΕ ΠΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ ΝΑ ΣΤΑΘΜΕΥΣΕΙ ΣΤΗ ΔΕΞΙΑ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΜΕ ΜΠΡΟΣ. ΑΝΑΨΕ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΑΘΜΕΎΣΕΙ ΟΤΑΝ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΗΣ ΟΔΗΓΟΥ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΚΟΚΟΥΘΟΥΣΕ [sic] ΤΟΝ ΚΤΥΠΗΣΕ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΔΕΞΙΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΜΠΡΟΣΤΙΝΟ ΔΕΞΙΟ ΜΕΡΟΣ.»
Ο κ. Σιόκκος δεν θεωρεί ότι ο ίδιος ήταν αμελής ή ότι παραβίασε οποιοδήποτε θέσμιο καθήκον προς όφελος της Ενάγουσας. Αντιθέτως, ο κ. Σιόκκος ισχυρίζεται ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αμέλειας και παράβασης θέσμιων καθηκόντων της Ενάγουσας και προσκομίζει σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη των λεπτομερειών αμέλειας και παράβασης θέσμιων καθηκόντων, τις οποίες παραθέτει στην παρ. 9 της Υπεράσπισής του. Όπως αναφέρει, η Ενάγουσα:
i. «… είχε παραλείψει να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει το όχημα της με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο πίσω μέρος του οχήματός μου και να προκαλέσει σε αυτό μικρή ζημιά στον προφυλακτήρα» (παρ. 7 ένορκης δήλωσης κ. Σιόκκου)
ii. «…δεν εισήλθε με κανονική και ορθή κλίση εντός της παρόδου, αλλά με μικρότερη κλίση μπροστά και εντός της αντίθετης λωρίδας, «κόβοντας» δρόμο ουσιαστικά, γεγονός το οποίο όχι μόνο επιβεβαιώνει ότι ενήργησε παράνομα, αλλά προφανώς βιάστηκε να εισέλθει και δεν είχε αντιληφθεί ότι εγώ σταμάτησα.» (παρ. 10 ένορκης δήλωσης κ. Σιόκκου)
iii. «… όφειλε να αναμένει να ελευθερωθεί ο δρόμος πριν επιχειρήσει να εισέλθει στην πάροδο ή έστω να εισέλθει με μεγαλύτερη κλίση και εντός της αριστερής πορείας ως η κατεύθυνσης της.» (παρ. 10 ένορκης δήλωσης κ. Σιόκκου)
Β. Εκδοχές Εμπειρογνωμόνων:
i. Δρ. Ανδρέας Λοΐζου:
Ο μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας για την πλευρά της Ενάγουσας. Στην ένορκη του δήλωση επεσύναψε έκθεση την οποία ετοίμασε ο ίδιος.
Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι δεν αμφισβητούνται τα προσόντα του, ωστόσο, η Εναγόμενη αμφισβητεί την ανεξαρτησία του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι από την αναφορά του μάρτυρα ότι είναι υπάλληλος στην εταιρεία που ενεργεί ως εξωτερικός διαχειριστής απαιτήσεων της Ιντεραμέρικαν προκύπτει ότι στην ουσία δεν πρόκειται για ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Δεν συμφωνώ. Το γεγονός ότι η εταιρεία στην οποία εργάζεται ο μάρτυρας είναι εξωτερικός διαχειριστής απαιτήσεων της Ιντεραμέρικαν δεν σημαίνει ότι υπάρχει και οικονομική εξάρτηση ή συμφέρον της εν λόγω εταιρείας από την Ιντεραμέρικαν. Χωρίς περαιτέρω μαρτυρία από πλευράς της Εναγομένης που να καταδεικνύει κάποια ουσιαστική διασύνδεση μεταξύ του μάρτυρα ή της εταιρείας στην οποία εργάζεται με την Ιντεραμέρικαν, κρίνω ότι η ανεξαρτησία του μάρτυρα αποδείχθηκε και δεν όφειλε η Ενάγουσα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της Εναγομένης.
Εν πάση περιπτώσει όμως, ακόμη και να προέκυπτε από τη μαρτυρία της Εναγομένης κάποια οικονομική εξάρτηση του εξωτερικού διαχειριστή απαιτήσεων από την Ιντεραμέρικαν ή γενικότερα κάποιο συμφέρον, και πάλιν, ο λόγος αυτός δεν θα ήταν επαρκής για να κριθεί δίχως άλλο από το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τον μάρτυρα ενόρκως, δεν συνιστά προϊόν της ανεξάρτητης του κρίσης. Σε αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την απόφαση Αρ. Αγωγής: 7462/02, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 17/12/2012, όπου απασχόλησε το Δικαστήριο παρόμοιο ζήτημα:
«Ένας εμπειρογνώμονας θα πρέπει να προσφέρει στο Δικαστήριο ανεξάρτητη βοήθεια, υπό τη μορφή αντικειμενικής και χωρίς προκατάληψη γνώμης, σχετικά με τα θέματα τα οποία καλύπτει η εμπειρογνωμοσύνη του. Εισηγήθηκε η πλευρά των εναγομένων ότι ο ΜΕ14 δεν είναι ανεξάρτητος μάρτυρας και, προεκτείνοντας, έθεσε ότι η μαρτυρία του θα πρέπει εκ προοιμίου να αποκλειστεί. Η προσέγγιση αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Καθότι η οποιαδήποτε τυχόν σύνδεση του εν λόγω μάρτυρα με δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την πλευρά των εναγόντων, δεν μπορεί να οδηγήσει, από μόνη της, σε εύρημα ακαταλληλότητας και/ή μεροληπτικής κρίσης του, τέτοιας που να επιτρέπει τον αποκλεισμό του. Ό,τι έχει σημασία είναι η κατάδειξη της απαραίτητης γνώσης και εμπειρίας ούτως ώστε ο μάρτυρας να καθίσταται ειδικός επί του θέματος και η αντίληψη εκ μέρους του, του καθήκοντος που τον βαραίνει να προσφέρει ανεξάρτητη και αντικειμενική μαρτυρία σε σχέση με τα ζητήματα που καλύπτει η εμπειρογνωμοσύνη του. Το κυρίαρχο εν τέλει στοιχείο δεν είναι η πιθανή σύνδεσή του με τους παράγοντες της δίκης και το τυχόν συμφέρον που μπορεί να έχει από την έκβασή της, αλλά το κατά πόσο η ίδια η μαρτυρία του είναι ανεξάρτητη.» (υπογράμμιση δική μου)
Από μελέτη της ένορκης δήλωσης του Δρ. Λοΐζου και της έκθεσής του δεν έχω πεισθεί ότι η έκθεσή του δεν ήταν προϊόν της ανεξάρτητης του κρίσης.
Με αυτά ως δεδομένα, προχωρώ να παραθέσω τις θέσεις του μάρτυρα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα.
Χρησιμοποιώντας εξειδικευμένο λογισμικό, ο μάρτυρας προέβηκε σε ανάλυση των ζημιών των δύο οχημάτων, η οποία συνίσταται σε δύο μέρη:
i. Το πρώτο μέρος συνίσταται στην υψομετρική ταυτοποίηση των ζημιών των οχημάτων∙ και
ii. το δεύτερο μέρος συνίσταται στην ανάλυση της κίνησης των οχημάτων κατά τη σύγκρουση. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας, το δεύτερο μέρος ήταν για να διαπιστωθεί κατά πόσον με βάση τις ζημιές στα δύο οχήματα το Όχημα Mazda ήταν ακινητοποιημένο ή εν κινήσει, αφού η θέση της Ενάγουσας ήταν ότι το όχημά της ήταν ακινητοποιημένο κατά τη σύγκρουση, ενώ θέση της Εναγομένης ήταν ότι το όχημα της Ενάγουσας ήταν εν κινήσει κατά τη σύγκρουση.
Υψομετρική ταυτοποίηση ζημιών
Με βάση την υψομετρική ταυτοποίηση, «το σημείο στο πίσω μέρος του Οχήματος Toyota το οποίο ήρθαν σε επαφή με το Όχημα Mazda βρίσκεται στο ύψος του προφυλακτήρα του Οχήματος Toyota, μεταξύ των 0.53m και 0.80m».
Η κατάληξη του μάρτυρα σε σχέση με την υψομετρική ταυτοποίηση δεν αμφισβητήθηκε.
Ανάλυση της κίνησης
Κατά την ανάλυση της κίνησης των οχημάτων, ο μάρτυρας διαπιστώνει ότι «σε κανένα από τα δύο οχήματα δεν εντοπίζεται ζημιά από επαφή τριβής», γεγονός το οποίο αποδεικνύει, ως αναφέρει, ότι το Όχημα Mazda δεν ήταν εν κινήσει κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Όπως αναφέρει στη συνέχεια:
«Στην περίπτωση που το Όχημα Mazda θα ήταν εν κινήσει, το πρώτο σημείο στο οποίο τα δυο οχήματα θα είχαν αρχικά επαφή είναι όπως παρουσιάζεται στην Εικόνα 22. Βάσει αυτού τα προαναφερόμενα ίχνη τριβής πάνω στο Όχημα Toyota θα έπρεπε να ξεκινούν από το συγκεκριμένο σημείο που βρίσκεται δεξιότερα από το σημείο που βρίσκεται πραγματικά η ζημιά του όπως παρουσιάζεται στην Ενότητα 3.2. Επιπρόσθετα, το Όχημα Mazda θα είχε ίχνη τριβής, όμως όπως παρουσιάζεται στην Ενότητα 3.1. Κανένα από τα δύο οχήματα δεν έχει ίχνος τριβής.» (υπογράμμιση δική μου)
Με άλλα λόγια, ο μάρτυρας εισηγείται ότι εάν το Όχημα Mazda ήταν εν κινήσει:
1. θα έπρεπε να υπάρχουν ίχνη τριβής στο Όχημα Toyota , τα οποία να ξεκινούν από το συγκεκριμένο σημείο το οποίο υποδεικνύεται στις εικόνες και βρίσκεται δεξιότερα από το σημείο που βρίσκεται πραγματικά η ζημιά του∙ και
2. σε περίπτωση που και τα δύο οχήματα ήταν εν κινήσει, οι ζημιές θα ήταν ακόμη πιο έντονες.
Ο μάρτυρας προχώρησε και σε παράθεση διαφόρων δοκιμών σύγκρουσης, και πάλι μέσω εξειδικευμένου λογισμικού, ούτως ώστε να προβεί σε αντιστοιχία της ζημιάς των δύο οχημάτων. Αναλύθηκαν τρεις περιπτώσεις σύγκρουσης: η πρώτη είναι με το Όχημα Mazda ακινητοποιημένο και δεχόμενο σύγκρουση από το Όχημα Toyota· η δεύτερη, με το Όχημα Toyota ακινητοποιημένο και δεχόμενο σύγκρουση από το Όχημα Mazda· και η τρίτη περίπτωση, με αμφότερα τα οχήματα να ήταν εν κινήσει.
Ως καταλήγει ο μάρτυρας στην έκθεσή του, αλλά και στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης, την οποία παραθέτω αυτολεξεί:
«Από τις ζημίες των 2 οχημάτων, είναι εμφανές ότι το όχημα της Ενάγουσας ήταν ακινητοποιημένο κατά την σύγκρουση. Ειδικότερα:
i. Οι ζημίες των 2 οχημάτων συνάδουν με την κατεύθυνση της δύναμης κρούσης στα 2 οχήματα η οποία είναι σχεδόν κάθετη. Το όχημα της Ενάγουσας ήταν ακινητοποιημένο.
ii. Κανένα από τα 2 οχήματα δεν έφερε ζημίες από επαφή τριβής, οι οποίες θα δημιουργούνταν μόνο εάν το όχημα της Ενάγουσας ήταν εν κινήσει. Οι ζημίες τριβής θα ήταν παράλληλες με την πορεία του οχήματος της Ενάγουσας.
iii. Εάν και τα 2 οχήματα ήταν εν κινήσει θα υπήρχαν επίσης ζημίες από επαφή τριβής παράλληλες με την πορεία των οχημάτων, οι οποίες θα ήταν ακόμη πιο έντονες.» (υπογράμμιση δική μου)
ii. Κύριος Σάββας Σάββα
Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας εκ μέρους της Εναγομένης, εισηγείται ότι το Όχημα Mazda ήταν εν κινήσει τη στιγμή της σύγκρουσης, ουσιαστικά αμφισβητώντας την εκδοχή της Ενάγουσας.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ένορκη δήλωση, στην οποία επεσύναψε έκθεση την οποία ετοίμασε ο ίδιος. Δεν αμφισβητούνται τα προσόντα του και δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην δεχτώ τη μαρτυρία του ως εμπειρογνώμονα.
Η διαφωνία του κ. Σάββα με τον Δρ. Λοΐζου έγκειται, ουσιαστικά, σε μόνο ένα αλλά πολύ σημαντικό σημείο. Ως αναφέρει στην παρ. 5 της ένορκης του δήλωσης, διαφωνεί με την κατάληξη του Δρ. Λοΐζου, για το λόγο ότι:
«… ως εκτενώς αναφέρω και στην έκθεση μου με παραπομπή σε φωτογραφίες, υπήρχαν σημεία τριβής στα εν λόγω οχήματα.» (υπογράμμιση δική μου)
Ο μάρτυρας σημείωσε με τόξα πάνω στις φωτογραφίες ίχνη τριβής στο Όχημα Toyota. Όπως εξηγεί ο μάρτυρας:
«Στις φωτογραφίες 1 και 2, σημείωσα τη ζημιά στον πίσω προφυλακτήρα του διπλοκάμπινου, η οποία είναι εμφανής. Η ζημιά ξεκινά από τη δεξιά άκρη του προφυλακτήρα με ένα βαθούλωμα και εκτείνεται προς τα αριστερά, με σημάδια τριβής στο πλαστικό κάλυμμα του προφυλακτήρα.
Αυτό υποδηλώνει ότι η ζημιά προκλήθηκε από δεξιά προς αριστερά και τα σημάδια τριβής στο πλαστικό κάλυμμα δείχνουν κίνηση από την πλευρά του αυτοκινήτου XXX XXX [Mazda]». (υπογράμμιση δική μου)
Στη συνέχεια, ο μάρτυρας σημείωσε με τόξα με τόξα πάνω στις φωτογραφίες ίχνη τριβής στο Όχημα Mazda και αναφέρει τα εξής σχετικά:
«Η κίνηση του αυτοκινήτου XXX XXX [Mazda] φαίνεται και στη φωτογραφία 3, όπου σημείωσα τα ίχνη τριβής που προκλήθηκαν στο μεταλλικό φτερό μπροστά δεξιά και το μαύρισμα στον προφυλακτήρα κάτω από το φανάρι. Αυτό υποδηλώνει ότι το αυτοκίνητο XXX XXX [Mazda] βρισκόταν σε κίνηση κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και δεν ήταν σταματημένο.» (υπογράμμιση δική μου)
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κ. Σάββα αμφισβητεί τη θέση του Δρ. Λοΐζου ότι δεν υπάρχουν ίχνη τριβής στα δύο οχήματα, καταλήγοντας επομένως ότι το Όχημα Mazda ήταν εν κινήσει κατά τη σύγκρουση, αμφισβητώντας δηλαδή την εκδοχή της Ενάγουσας.
Γ. Κατάληξη σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το ατύχημα
Με βάση τη νομολογία, σε υποθέσεις ατυχημάτων, η μαρτυρία των προσώπων που έχουν πρωτογενή γνώση των γεγονότων είναι η πιο σημαντική για σκοπούς διατύπωσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων έχει τη χρησιμότητά της, ούτως ώστε να αξιολογηθούν και να ελεγχθούν οι διάφορες εκδοχές που προβάλλονται. Δεν θα πρέπει βεβαίως οι ενέργειες του εναγομένου αξιολογούνται με μαθηματική ακρίβεια. Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Stewart v Glaze [2009] EWHC 704 (QB):
«[It] is the primary factual evidence which is of the greatest importance in a case of this kind. The expert evidence comprises a useful way in which that factual evidence, and the inferences to be drawn from it, can be tested. It is, however, very important to ensure that the expert evidence is not elevated into a fixed framework or formula, against which the defendant’s actions are then taken to be rigidly judged with a mathematical precision.»
Με τις πιο πάνω αρχές υπόψη μου, θα προχωρήσω να αξιολογήσω, στο βαθμό που κατά τη γνώμη μου είναι δυνατό τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε.
Στην παρούσα υπόθεση, οι μάρτυρες οι οποίοι έχουν πρωτογενή γνώση των γεγονότων είναι οι οδηγοί των δύο οχημάτων, οι οποίοι είχαν από την ίδια κιόλας ημέρα της σύγκρουσης, προβάλει διιστάμενες εκδοχές ως προς τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων θα ήταν πολύ χρήσιμη εάν ήταν δυνατό μέσω αυτής να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν το ατύχημα. Με δεδομένο όμως ότι προβάλλονται διιστάμενες εκδοχές και από τους ιδίους τους εμπειρογνώμονες, όπως θα επεξηγήσω και στη συνέχεια, είναι αδύνατο να καταλήξω στο πώς επισυνέβη το ατύχημα.
Όλοι οι μάρτυρες παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους και οι εκδοχές τους συνάδουν πλήρως με τα δικόγραφα της πλευράς εκ μέρους της οποίας κατέθεσαν. Αμφότερες οι θέσεις των δύο πλευρών συνάδουν με τη λογική και δεν έχω λόγο να δεχτώ τη μαρτυρία κάποιων εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν και να αποκλείσω τη μαρτυρία άλλων.
Περαιτέρω, δεν υπάρχει έγγραφη μαρτυρία στην οποία να μπορώ να βασιστώ, ώστε να προβώ σε οποιαδήποτε ευρήματα επί των γεγονότων που περιβάλλουν τη σύγκρουση. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι στην παρούσα υπόθεση, κατατέθηκαν ως τεκμήριο φωτογραφίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται και στις οποίες βασίστηκαν και οι δύο πλευρές στη μαρτυρία τους. Με βάση τη νομολογία, σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων οι φωτογραφίες, πολλές φορές, μπορούν να φανούν πολύ βοηθητικές για να καταδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο έγινε το ατύχημα (Φιντανάκης ν Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 695). Ωστόσο, όπως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.
Εάν, παραδείγματος χάριν, ήταν υπό αμφισβήτηση η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία βρίσκονταν τα οχήματα τη στιγμή της σύγκρουσης, τότε το Δικαστήριο, μελετώντας τις φωτογραφίες θα μπορούσε να προβεί σε σχετικό εύρημα. Ωστόσο, οι φωτογραφίες κατά την άποψή μου δεν βοηθούν στην παρούσα υπόθεση.
Η θέση των οχημάτων, ως φαίνεται στις φωτογραφίες, συνάδει με τις θέσεις και των δύο οδηγών. Δεν είναι δυνατό, ως εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας, μόνο από την κλίση των τροχών του Οχήματος Toyota στις φωτογραφίες να καταλήξω σε εύρημα ότι η κλίση των τροχών κατά τη στιγμή του ατυχήματος ήταν η ίδια όπως στις φωτογραφίες. Εν πάση περιπτώσει, ούτε από την κλίση των τροχών μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι το Όχημα Toyota κινείτο προς τα πίσω κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Σημειώνω περαιτέρω ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία εμπειρογνώμονα προς υποστήριξη αυτής της θέσης.
Όσον αφορά τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, αυτό που ουσιαστικά είναι υπό αμφισβήτηση είναι το κατά πόσο με βάση τις φωτογραφίες υπήρχαν ίχνη τριβής στα οχήματα μετά το ατύχημα. Εν προκειμένω, σημειώνω κατ’ αρχάς ότι η ποιότητα των φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετά καλή, ούτως ώστε να μπορώ να ξεχωρίσω οποιαδήποτε σημάδια στα δύο οχήματα.
Εν πάση περιπτώσει όμως, το κατά πόσον υπάρχουν ίχνη τριβής στα οχήματα δεν είναι γεγονός το οποίο δύναται να αποφασίσει το Δικαστήριο χωρίς την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας εμπειρογνώμονα.
Με βάση τη νομολογία, είναι θεμιτό οι δικαστές να εκφράζουν συλλογισμούς υπό το φως της κοινής λογικής για το πώς επισυνέβη μια οδική σύγκρουση (Shakolas v. Agathangelou and Another (1983) 1 C.L.R. 1007). Ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο κίνδυνος μετατροπής ενός δικαστή σε εμπειρογνώμονα, εκφράζοντας άποψη επί των γεγονότων για τα οποία χρειάζεται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει, όπως διαφαίνεται και από τη νομολογία, σε μεγάλο βαθμό στις υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων, όπου είναι εύκολο για έναν δικαστή να εκφράσει άποψη σε σχέση με τεχνικά ζητήματα, βασιζόμενος στη δική του εμπειρία, χωρίς να διαθέτει ωστόσο τις απαραίτητες εξειδικευμένες γνώσεις. Όπως αναφέρθηκε σχετικά την απόφαση Siakos v Nicolaou (1980) 1 C.L.R. 333:
«Before concluding our judgment, we think it is necessary to point out in the present case, that trial Judges when dealing with the real evidence and particularly with a sketch should bear in mind not to turn themselves into experts merely on the result of their comparisons, without hearing evidence coming from an expert. This is what has happened in this case when the learned trial Judge turned himself into an expert in trying to explain how the accident occurred and whether it was due to speeding on the part of the appellant by looking to the brake marks left by the car of the appellant, without first hearing expert evidence.» (υπογράμμιση δική μου)
(βλ. περαιτέρω Τάκης Ηλιάδης & Νικόλας Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β’ Έκδοση, σελ. 608 – 609)
Στην υπόθεση Eliasides v The Police (1978) 2 C.L.R. 114 προβλήθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα αίτια του ατυχήματος. Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τη ζημιά που είχε προκληθεί στον προφυλακτήρα του άλλου οχήματος, έκρινε τον Εφεσείοντα ένοχο αμελούς οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη για αμελή οδήγηση, καθότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία εμπειρογνώμονα ως προς τη σημασία της ζημιάς στον προφυλακτήρα και επειδή η ζημιά που προκλήθηκε συνήδε με τις εκδοχές και των δύο οδηγών.
Στην προκειμένη περίπτωση, για να μπορούσα να καταλήξω σε ευρήματα για το πώς επισυνέβη το ατύχημα, θα έπρεπε να είχα την ευκαιρία να αποφανθώ περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο εάν προσκομιζόταν προφορική μαρτυρία ή μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων. Ωστόσο, δεν ζητήθηκε από τους διαδίκους και κυρίως από την Ενάγουσα, η οποία φέρει το βάρος απόδειξης, όπως προσκομισθεί προφορική μαρτυρία, ή να λάβει χώρα αντεξέταση μαρτύρων, ως θα δύνατο με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Απολύτως σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Πολιτική Έφεση 104/2019, Συμβούλιο Αποχευτεύσεων Λάρνακας ν. Α.Σ. Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, ημερ. 19/7/2024:
«Ο συνοπτικός τρόπος εκδίκασης, ήτοι δια της προσαγωγής ενόρκων δηλώσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δεδηλωμένης δικογραφημένης αντίθεσης, θα πρέπει να θέτει σε εγρήγορση τον ενάγοντα κατά τη διεργασία απόδειξης της υπόθεσης του. Θα πρέπει να προσκομίσει ένορκες δηλώσεις από τα αρμόδια πρόσωπα με συνημμένα όλα τα σχετικά τεκμήρια, και αναλόγως αμφισβήτησης, να είναι έτοιμος να ζητήσει την κατ' εξαίρεση ενεργοποίηση του μηχανισμού αντεξέτασης ή ακόμα και προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Διαταγής 30, Θεσμός 7.
Δεν νοείτο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι εφεσείοντες, αρκούμενοι σε μια λακωνική και άκρως ελλειμματική ένορκη δήλωση της γραμματέως του Συμβουλίου, μαρτυρώντας συλλήβδην επί παντός επιστητού, μπροστά στο εύρος αμφισβήτησης που υπήρξε από πλευράς εφεσίβλητης, να ανέμεναν από το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα πως απέσεισαν το βάρος απόδειξης που επωμίζονταν. Αναμφίβολα δεν το απέσεισαν.» (υπογράμμιση δική μου)
Δεν παραγνωρίζω ότι η Δ.30, Θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αυτεπαγγέλτως την αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα, χωρίς βεβαίως κάτι τέτοιο να είναι απαραίτητο εφόσον η έκδοση τέτοιου διατάγματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και περαιτέρω, με δεδομένο ότι κάτι τέτοιο δεν ηγέρθη στο στάδιο των αγορεύσεων (Ρουσουνίδης v. Παναγή Ρουσουνίδου, Έφεση Αρ. 25/2019, ημερ. 15/12/2021) .
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ως προνοείται στον εν λόγω θεσμό, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Ωστόσο, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το κατά πόσο στο αντιπαραθετικό μας νομικό σύστημα θα μπορούσε το Δικαστήριο να διατάξει αντεξέταση μαρτύρων σε τέτοιο εύρος, ως θα απαιτείτο στην παρούσα υπόθεση. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε, κατά την άποψή μου, παρέμβαση του Δικαστηρίου στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να παρουσιάσει κάθε διάδικος την υπόθεσή του. Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου σε πολιτικές υποθέσεις. Κατ’ αναλογία, σημειώνω ότι σε προφορικές ακροάσεις το δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων από το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και να περιορίζεται σε ζητήματα που χρήζουν διευκρίνισης (Τάκης Ηλιάδης & Νικόλας Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β’ Έκδοση, σελ. 727 – 733).
Στην παρούσα περίπτωση, η αντεξέταση δεν θα αποσκοπούσε απλώς στη διευκρίνιση ορισμένων ζητημάτων, αλλά στην εξακρίβωση των ισχυρισμών που προβάλλονται από τις δύο πλευρές ως προς τα βασικότερα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις, δεν ενδείκνυται το Δικαστήριο να διατάξει την υποβολή μαρτύρων σε αντεξέταση.
Όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, η παράλειψη της Ενάγουσας, εν προκειμένω, να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία ή να αντεξετάσει τους μάρτυρες της Εναγομένης και συνεπακόλουθα, η αδυναμία του Δικαστηρίου να καταλήξει σε ευρήματα περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και κατ’ επέκταση περί των συνθηκών διάπραξης του ατυχήματος έχει καταλυτικό ρόλο για την έκβαση της υπόθεσης της Ενάγουσας.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ
Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να επαναλάβω ότι στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, όπως η παρούσα, το βάρος και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτά που ισχύουν σε όλες τις αστικές υποθέσεις. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην Πολιτική Έφεση 104/2019, Συμβούλιο Αποχευτεύσεων Λάρνακας ν. Α.Σ. Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, ημερ. 19/7/2024:
«Δυο λόγια πρώτα για το βάρος απόδειξης. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not). Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακολούθα:
«Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1858‑
«το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδειχτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). »
Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής 30. Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση. Συνεπώς, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα, οι ενάγοντες/εφεσείοντες όφειλαν να προσκομίσουν αξιόπιστη, σαφή, πειστική, αλλά και την καλύτερη, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία που να αποδείκνυε (α) ότι είχαν τη διά Νόμου εξουσία επιβολής αποχετευτικών τελών και επιβαρύνσεων στην επίδικη περιοχή, (β) ότι η εναγόμενη/εφεσίβλητη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόσωπο (νομικό επί του προκειμένου) υποκείμενο στην επιβολή τέτοιων τελών - αυτό προϋπόθετε την απόδειξη κυριότητας και/ή κατοχής του ακινήτου και (γ) ότι πράγματι επιβλήθηκαν τα τέλη και επιβαρύνσεις για την αυτή περίοδο στο ύψος που διεκδικούντο - αυτό προϋπόθετε την απόδειξη της δημοσίευσης ή της κοινοποίησης της αρχικής επιβολής των τελών/επιβαρύνσεων προς το υποκείμενο πρόσωπο και/ή τουλάχιστον της επαναβεβαίωσης της επιβολής και της προειδοποίησης ότι υπήρξε καθυστέρηση πληρωμής και (δ) ότι το επιβαλλόμενο ποσό παραμένει απλήρωτο.» (υπογράμμιση δική μου)
Με αυτό ως δεδομένο προχωρώ να εξετάσω τις βάσεις αγωγής που προβάλλονται.
1. Αμέλεια οδηγού
Τα συστατικά στοιχεία και οι αρχές που διέπουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας συνοψίσθηκαν στην απόφαση Ξενοφώντος Κύπρος ν. KN Zoo Bar Restaurant Ltd και Άλλων (2016) 1 ΑΑΔ 2786, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου v. Χατζηκυριάκου (1993) 1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά v. Πουλλίτα (2006) 1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας.»
i. Ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας
Όπως είναι νομολογημένο, όλοι ο οδηγοί οι οποίοι χρησιμοποιούν το δρόμο έχουν καθήκον επιμέλειας και συνεπώς, θα πρέπει να επιδεικνύουν εύλογη επιμέλεια ούτως ώστε να αποφεύγουν την πρόκληση ζημιάς σε πρόσωπα ή οχήματα τα οποία είναι στο δρόμο ή πλησίον αυτού (Charlesworth & Percy on Negligence, 16η έκδοση, Κεφ. 11-202).
Θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ξεκάθαρα η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας του κ. Σιόκκου έναντι της Ενάγουσας. Ο κ. Σιόκκος, δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση, χρησιμοποιούσε τον ίδιο δρόμο με την Ενάγουσα και βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την ίδια.
ii. Παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας
Το επίπεδο της επιμέλειας που θα πρέπει να επιδεικνύουν οι οδηγοί είναι αυτό του μέσου, ικανού, λογικού και συνετού οδηγού (Άριστος Αριστείδου ν Χριστόφορου Πολυδώρου (2016) 1 Α.Α.Δ. 37).
Ούτως ώστε να επιτύχει η Ενάγουσα στην αγωγή της έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι ο κ. Σιόκκος παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε προς την Ενάγουσα. Με άλλα λόγια, ότι είναι πιο πιθανό παρά όχι ο κ. Σιόκκος να ήταν αμελής. Για άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, τονίζω ότι ότι αυτό που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο δεν είναι το κατά πόσον η εκδοχή της Ενάγουσας είναι περισσότερο πιθανή παρά η αντίθετη, αλλά το κατά πόσον η εκδοχή της Ενάγουσας είναι πιο πιθανή παρά όχι.
Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο κ. Σιόκκος παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε προς όφελός της, αφού η Ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται, ήταν σταματημένη στη λωρίδα της όταν το Όχημα Toyota επιχείρησε όπισθεν και χτύπησε το όχημά της, το οποίο ήταν σταματημένο στο δρόμο και παρά το ότι κόρναρε. Αυτές οι ενέργειες ουσιαστικά υποστηρίζουν ορισμένες από τις λεπτομέρειες αμέλειας που προβλήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης, ήτοι ότι ο κ. Σιόκκος:
i. οδηγούσε το όχημά του χωρίς τη δέουσα προσοχή,
ii. δεν έλεγξε ή ούτε έλαβε υπόψη του την τροχαία κίνηση,
iii. δεν εντόπισε, τουλάχιστον εγκαίρως, το Όχημα Mazda,
iv. δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα προς αποφυγή του ατυχήματος,
v. οδηγούσε χωρίς να έχει την προσοχή του στο δρόμο.
Ο κ. Σιόκκος ωστόσο προβάλλει μια διαφορετική ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε ήταν αμελής, αλλά αντιθέτως, ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια της Ενάγουσας.
Όπως έχω αναφέρει δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία ούτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Αυτό, θεωρώ είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην υπόθεση της Ενάγουσας για τους εξής λόγους: Η Ενάγουσα φέρει το νομικό βάρος απόδειξης των όσων επικαλείται. Το νομικό βάρος απόδειξης δεν μετατίθεται σε κανένα στάδιο της υπόθεσης.
Ωστόσο, στο Κυπριακό δίκαιο υπάρχει διάκριση μεταξύ του νομικού ή γενικού βάρους απόδειξης (legal burden of proof) και του αποδεικτικού ή ειδικού βάρους απόδειξης (evidential burden of proof). Το αποδεικτικό βάρος απόδειξης, εν αντιθέσει με το γενικό βάρος απόδειξης, μετατίθεται από τη μία πλευρά στην άλλη, αναλόγως της μαρτυρίας που προσκομίζεται. Απολύτως σχετική είναι η απόφαση Θεοδόσης Ιορδάνου ν. Δήμου Ζήνωνος (1998) 1 Α.Α.Δ. 652, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση.
Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.
Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, όπου στις σελ. 766 ο Λόρδος Δικαστής Pearson, ανέφερε τα ακόλουθα:
“LORD PEARSON: My Lords, in my opinion, the decision in this appeal turns on what is sometimes called “the evidential burden of proof” which is to be distinguished from the formal (or legal or technical) burden of proof. Passages which bear on this distinction will be found in Esso Petroleum Co. Ltd. v. Southport Corpn., per Devlin, J. and per Lord Radckuffe and in Barkway v. South Wales Transport Co. Ltd per Lord Ported and per Lord Normand. For the purposes of the present case the distinction can be simply stated in this way. In an action for negligence the plaintiff must allege and has the burden of proving, that the accident was caused by negligence on the part of the defendants. That is the issue throughout the trial, and in giving judgment at the end of the trial the judge has to decide whether he is satisfied on a balance of probabilities that the accident was caused by negligence on the part of the defendants, and if he is not so satisfied the plaintiffs action fails. The formal burden of proof does not shift. But if in the course of the trial there is proved a set of fact which raises a prima facie inference that the accident was caused by negligence on the part of the defendants, the issue will be decided in the plaintiffs favour unless the defendants by their evidence provide some answer which is adequate to displace the prima facie inference In this situation there is said to be an evidential burden of proof resting on the defendants. I have some doubts whether it is strictly correct to use the expression “burden of proof” with this meaning, as there is a risk of it being confused with the formal burden of proof, but it is a familiar and convenient usage.”» (υπογράμμιση δική μου)
Ενδιαφέρουσα ανάλυση για το πώς μετατίθεται το αποδεικτικό βάρος απόδειξης από τη μία πλευρά στην άλλη κατά την ακροαματική διαδικασία γίνεται στο σύγγραμμα Cross & Tapper on Evidence, 9η έκδοση, σελ. 109 – 115.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την παράθεση της μαρτυρίας της, η Ενάγουσα παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία με βάση την οποία δημιουργήθηκε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι ο κ. Σιόκκος ήταν αμελής. Επομένως, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατέθηκε στην Εναγόμενη, η οποία έπρεπε να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε ότι ο κ. Σιόκκος ήταν αμελής.
Θεωρώ ότι με την προσκόμιση της μαρτυρίας της Εναγομένης, και συγκεκριμένα:
i. με την προβολή της θέσης του κ. Σιόκκου ότι ο ίδιος δεν ήταν αμελής, καθ’ ότι τη στιγμή του ατυχήματος δεν κινείτο προς τα πίσω, ως είναι η θέση της Ενάγουσας, αλλά προσπαθούσε απλώς να διασχίσει την αντίθετη λωρίδα για να σταθμεύσει το όχημά του, καθώς και
ii. με τη θέση του κ. Σάββα ότι το Όχημα Mazda ήταν εν κινήσει τη στιγμή του ατυχήματος,
η υπόθεση της Ενάγουσας καταρρίφθηκε, και το ειδικό βάρος απόδειξης μετατέθηκε από την πλευρά της Εναγομένης και πάλι πίσω στην Ενάγουσα. Επομένως, η Ενάγουσα έπρεπε να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για να καταρρίψει το συμπέρασμα που δημιουργήθηκε ότι τα γεγονότα δεν είναι όπως τα ανέφερε η Ενάγουσα και επομένως, ότι ο κ. Σιόκκος δεν ήταν αμελής.
Αυτό θα μπορούσε να γίνει, όπως ανέφερα και πιο πάνω, είτε μέσω της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας από πλευράς της Ενάγουσας, είτε μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της Εναγομένης. Αντιθέτως, η Ενάγουσα ουδέν έπραξε.
Στη βάση των πιο πάνω, η Ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που έφερε και κατ’ επέκταση απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της για αμέλεια εναντίον της Εναγομένης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σε αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την απόφαση Bamber v Hartman Pacific Pty Ltd [2018] NSWCA 248, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά στην παρ. 90:
«A trial judge is not bound always to make a finding one way or the other. Rather, in appropriate cases the judge can, and should, decide on the basis that the party bearing the burden of proof has failed to discharge it… The trier of fact in a civil case is not required to make, and commits no error in refraining from making, positive findings as to how an accident occurred. The task of the primary judge was to determine whether, on the balance of probabilities, the accident occurred in the manner alleged…» (υπογράμμιση δική μου)
2. Παράβαση θέσμιων καθηκόντων οδηγού
Η Ενάγουσα επικαλείται περαιτέρω στην έκθεση απαίτησής της παράβαση θέσμιου καθήκοντος του κ. Σιόκκου. Ωστόσο, δεν εξειδικεύει οποιαδήποτε συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, η οποία κατ’ ισχυρισμόν παραβιάστηκε. Περαιτέρω, στις τελικές της αγορεύσεις, αναφέρεται μόνο στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Επομένως, θεωρώ ότι κατ’ ουσία δεν προωθήθηκε η εν λόγω βάση αγωγής.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………………………….
Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Όπως περιορίστηκε από την Ενάγουσα κατά το στάδιο των αγορεύσεων (σελ. 2, παρ. 5 της αγόρευσης των δικηγόρων της Ενάγουσας), ενώ με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, η Ενάγουσα αξίωνε το ποσό των € 1,834.77.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο