ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 777/2019, 25/2/2026
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 777/2019, 25/2/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 777/2019

ΜΕΤΑΞΥ:

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, εκ Λεμεσού

Ενάγοντα / Καθ΄ου η Αίτηση

και

1.   ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, εκ Πάφου Α.Δ.Τ. [ ]

2.   ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ Πάφου Α.Δ.Τ. [ ]

3.   ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, εκ Πάφου Α.Δ.Τ. [ ]

4.   ΕΛΕΝΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, εκ Πάφου, Α.Δ.Τ. [ ]

 

Εναγομένων / Αιτητών

Ημερομηνία: 25/2/2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντα / Καθ’ ου η Αίτηση: κα. Στέφανη Νικολάου

Για Εναγόμενους / Αιτητές: κα. Ειρήνη Σωκράτους για κ.κ. Παναγιώτης Κλεοβούλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτηση ημερ. 23/10/2025  για εκδίκαση προδικαστικού σημείου)

Α. Εισαγωγή

1.     Με την παρούσα αίτηση επιζητείται απόφαση επί προδικαστικής ένστασης, ως προς το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπον αρμόδιο  για να εκδικάσει την αγωγή. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, εγκαταλείφθηκε το αιτητικό που αφορά την προδικαστική εξέταση της εκπρόθεσμης καταχώρισης της αγωγής.

2.     Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 3 («Ε/Δ Α.3.»). Η νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το Άρθρο 2 και τα εδάφια 1(α),(β) και 4 του Άρθρου 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960), ως έχει τροποποιηθεί («Ν.14/1960»), καθώς και τη Διαταγή 27 («Δ.27») των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

3.     Η αίτηση προσέκρουσε στην ειδοποίηση ένστασης ημερ. 26/11/2025. Δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης. Επί της ουσίας, ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι: η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι κατά τόπο αρμόδιο για να επιληφθεί της αγωγής, το περιεχόμενο της Ε/Δ Α.3. είναι αμφισβητούμενο, ενώ η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής. Η ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας. Γ. Παπαχριστοφόρου, δικηγόρου και συνεργάτιδας της συνηγόρου που εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η Αίτηση («Ε/Δ ΓΠ»).

4.     Κρίνεται απαραίτητο όπως καταγραφούν περιληπτικά οι δικογραφημένες θέσεις των μερών. Ακολούθως, το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις και στη συνέχεια, οι προϋποθέσεις που προκύπτουν από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και την περιβάλλουσα νομολογία για  έγκριση της παρούσας αίτησης. Έπειτα, θα εξεταστούν τα εγειρόμενα ζητήματα με τη σειρά που το Δικαστήριο κρίνει ορθή για τις ανάγκες αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης.

Β. Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων

Η δικογραφία του Ενάγοντα / Καθ’ ου η Αίτηση

5.     Με το ειδικώς οπισθογραφημένο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 29/5/2020, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι είναι μόνιμος κάτοικος Λεμεσού, ενώ οι Αιτητές είναι Κύπριοι πολίτες. Περί το 2009 δάνεισε στον Αιτητή 1 ποσό ύψους €41.000. O Αιτητής 1 εξέδωσε προς όφελος του Καθ΄ ου η Αίτηση επιταγές, οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες. Ως αποτέλεσμα, καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή 1.

6.     Στις 5/12/2012 υπογράφηκε από τον Αιτητή 1 γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή συμφωνία δανείου για το συνολικό ποσό των €45.000, το οποίο αντιστοιχούσε στο ήδη οφειλόμενο χρέος και τους συσσωρευμένους τόκους. Οι Αιτητές 2, 3, και 4 εγγυήθηκαν την εν λόγω συναλλαγή. Ο Αιτητής 1 αποπλήρωσε μόνο το ποσό των €5.000, με αποτέλεσμα ο Καθ’ ου η Αίτηση να αξιώνει με την παρούσα αγωγή το υπολειπόμενο ποσό των €40.000.

Η δικογραφία των Εναγομένων / Αιτητών

7.     Με την τροποποιημένη Υπεράσπιση ημερ. 9/3/2020, οι Αιτητές παραδέχονται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Λεμεσού και ότι οι ίδιοι είναι Κύπριοι πολίτες. Ισχυρίζονται ότι το 2009 ο Αιτητής 3 έλαβε δάνειο με τοκογλυφικούς όρους από τον Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος στη συνέχεια χρησιμοποίησε βία και απειλές για να εισπράξει ποσό πέραν των €40.000. Ο Αιτητής 1, πατέρας του Αιτητή 3, αναγκάστηκε να εκδώσει ακάλυπτες επιταγές προς όφελος του Καθ’ ου η Αίτηση, ώστε να διασώσει τον Αιτητή 3, με αποτέλεσμα να καταχωριστεί ποινική υπόθεση.

8.     Υπό το φόβο επιβολής ποινής φυλάκισης, ο Αιτητής 1 αναγκάστηκε να καταβάλει στον Καθ’ ου η Αίτηση το ποσό των €8.000, ώστε να αποσυρθεί η ποινική υπόθεση. Παράλληλα, οι Αιτητές εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία, χωρίς όμως να γνωρίζουν το περιεχόμενο και τον τύπο του εγγράφου που υπέγραψαν. Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία είναι ανίσχυρη, καθότι αποτελεί προϊόν απειλών και εξαναγκασμού.

Γ. Πραγματικό υπόβαθρο

9.     Με την Ε/Δ Α.3. ο ομνύων αναφέρει ότι οι Αιτητές είναι κάτοικοι συγκεκριμένου χωριού της επαρχίας Πάφου. Περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των Αιτητών και αναφέρει, επί της ουσίας, το πιο πάνω ιστορικό που δικογραφείται με την αγωγή. Σημειώνει ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε στις 5/12/2012 στην Πάφο, όπου και προέκυψε η βάση της αγωγής. Καταλήγει ότι ο τόπος κατοικίας των Αιτητών και της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο Καθ’ ου η Αίτηση επέλεξε να καταχωρίσει την αγωγή στο Δικαστήριο της επαρχίας της δικής του διαμονής.

10.  Στην αντίπερα όχθη, με την Ε/Δ ΓΠ η ενόρκως δηλούσα τονίζει ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα, αρνείται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση χρησιμοποίησε απειλές ή βία. Αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν δάνεισε χρήματα στον Αιτητή 3 αλλά στον Αιτητή 1, ο οποίος ενεργούσε σε κάθε ουσιώδη χρόνο με ελεύθερη βούληση.

11.  Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπον αρμόδιο, εφόσον ο Καθ’ ου η Αίτηση διαμένει στη Λεμεσό και οι Αιτητές είχαν καθήκον να αναζητήσουν τον πιστωτή τους. Επίσης, αναφέρει πως οι Αιτητές δεν ζήτησαν έγκαιρα προκαταρκτική εκδίκαση της ένστασης τους όταν καταχώρισαν το παράρτημα τύπου 25 στην κλήση για οδηγίες. Απεναντίας, καταχώρισαν την αίτηση με υπέρμετρη καθυστέρηση τριών ετών μετά την καταχώριση του παραρτήματος και αφότου η αγωγή ορίστηκε πέντε φορές για ακρόαση. Συνεπώς, η παρούσα αίτηση εκτροχιάζει την υπόθεση από τη φυσιολογική της πορεία.

Δ. Τα κριτήρια της νομολογίας

12.  Οι ευπαίδευτες συνήγοροι παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις και παρέθεσαν νομολογία που άπτεται της ερμηνείας των Θεσμών 1 και 2 της Δ.27.[1] Πιο κάτω παραθέτω τις κύριες αυθεντίες που θεωρώ ότι παρέχουν τα απαραίτητα νομολογιακά κριτήρια που καλείται να εφαρμόσει το Δικαστήριο.

13.  Στην Χ"Οικονόμου v Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (1992) 1 ΑΑΔ 949 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι  βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα προκαταρτικής εκδίκασης δικογραφημένων νομικών σημείων:

(i)     Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται.

(ii)    Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα. Κανονικά, η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions).

(iii)   Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο, αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής.

(iv)   Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση.

(v)    Η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.

14.  Στην υπόθεση Λανίτη v Γ.Ε. (1991) 1 Α.Α.Δ.229 αναφέρθηκε ότι η επίκληση των θ.1 και 2 της Δ.27 αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, εφόσον η δίκη είναι «το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών». Συνεπώς, η επίκληση των πιο πάνω δικονομικών προνοιών προσφέρεται όταν, βάσει παραδεκτών ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων προκύπτει καθαρά νομικό θέμα, το οποίο δύναται να επιλυθεί ευχερώς σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

15.  Στη μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου v Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και χορηγημάτων σε υπαλλήλους της αρχής ηλεκτρισμού Κύπρου και εξαρτώμενούς τους (2016) 1 Α.Α.Δ. 600  επισημάνθηκε από την πλειοψηφία ότι το έγκαιρο της υποβολής του αιτήματος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, καθότι δικονομικός σκοπός αποτελεί η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων και όχι η ανατροπή της κανονικής πορείας της δίκης.[2] Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ως προς τον ενδεδειγμένο χρόνο καταχώρισης της αίτησης ότι «ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες».

16.  Πιο πρόσφατα, στην Νεοφύτου v Malak κ.α. Π.Ε. 118/2012 ημερ. 21/6/2018 αναφέρθηκε ότι η Δ.27 Θ.1 επιτρέπει στο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη δικογραφία, να εγείρει αυτεπάγγελτα ζήτημα που μπορεί να οδηγήσει την αγωγή εκ προοιμίου σε απόρριψη όταν δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Αυτό οδηγεί σε εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος διαφανεί ότι βάσιμα εγέρθηκε η συγκεκριμένη υπεράσπιση. Ένα καθοριστικό ζήτημα πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα, προφανώς διότι δεν θα χρειαστεί να αναλωθεί χρόνος για να εξεταστούν μάρτυρες επί όλων των επίδικων θεμάτων.

Ε. Εφαρμογή των αρχών στην υπό κρίση αίτηση

Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης

17.  Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, θεωρώ ότι το ζήτημα της ανακύπτουσας καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης πρέπει να εξεταστεί πρώτο, εφόσον εάν γίνει αποδεκτός ο σχετικός λόγος ένστασης η αίτηση θα οδηγηθεί σε απόρριψη, χωρίς να εξεταστεί η προδικαστική ένσταση.

18.  Εύστοχα η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση εντόπισε ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να ζητήσουν την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος δικαιοδοσίας, όταν καταχώρισαν το Παράρτημα Τύπου 25 εντός του 2022. Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές καταδεικνύουν ότι η κλήση για οδηγίες ήταν το ενδεδειγμένο χρονικό σημείο για να εγερθεί το ζήτημα. Ως εκ τούτου, θεωρώ δεδομένο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Επίσης, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση αρκετές φορές, χωρίς οι Αιτητές να προωθήσουν το ζήτημα, κάτι το οποίο δίνει αυξημένη βαρύτητα στην καθυστέρηση από πλευράς τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αιτητές απέτυχαν να ενεργήσουν με αμεσότητα.

19.  Εντούτοις, το ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας θα μπορούσε να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.[3] Εφόσον προκύπτει αμφιβολία ως προς το κατά πόσον το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης, αυτό το ζήτημα πρέπει να επιλυθεί κατά προτεραιότητα. Σε αντίθετη περίπτωση, ελλοχεύει ο κίνδυνος να παραχωρηθεί δικαστικός χρόνος για να ακροαστεί αγωγή εφ’ όλης της ύλης, με ότι αυτό συνεπάγεται, απλώς και μόνο για να εκδοθεί απορριπτική απόφαση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, χωρίς όμως να καθοριστούν τα ουσιαστικά δικαιώματα στα οποία θα επικεντρωθεί η διαδικασία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προκαλούσε μόνο επιπρόσθετη επιβάρυνση στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμα των Δικαστηρίων, ενώ θα κατασπαταλούσε τους πόρους των διαδίκων.

20.  Συνεπώς, ακόμα και εάν μια αγωγή ορίστηκε στο παρελθόν για ακρόαση, δεν θεωρώ ορθό να οδηγηθεί σε πλήρη ακροαματική διαδικασία, χωρίς πρώτα να επιλυθεί το ζήτημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας, τουλάχιστον όταν αυτό εκ πρώτης όψεως προκαλεί προβληματισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η καθυστέρηση που επέδειξαν οι Αιτητές στην προώθηση του αιτήματος υποβαθμίζεται. Ακόμα και εάν η παρούσα αίτηση επιτύχει, το Δικαστήριο δύναται, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, να εκδώσει την κατάλληλη διαταγή εξόδων στην παρούσα αίτηση, ώστε να αποθαρρύνει την καθυστερημένη προώθηση ζητημάτων καταλυτικής σημασίας.

21.  Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε κατόπιν άδειας που παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), δυνάμει των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022, ως έχουν τροποποιηθεί. Σκοπός των κανονισμών είναι η αποφυγή πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης σε ήδη καθυστερημένες διαδικασίες. Ειδικότερα, οι κανονισμοί στοχεύουν στην «αποτροπή καταχώρισης ενδιάμεσων αιτήσεων κατά την κρίση των διαδίκων, επιλεκτικά και ανεξέλεγκτα».[4] Για να παραχωρηθεί η άδεια για καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, προφανώς ήδη αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο η αναπόφευκτη καθυστέρηση που θα προκληθεί για την ακρόαση του προδικαστικού ζητήματος. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι θα ήταν παράδοξο να απορριφθεί η παρούσα αίτηση λόγω καθυστέρησης στην προώθησή της, όταν έχει ήδη παραχωρηθεί άδεια βάσει των ρηθέντων κανονισμών.

22.  Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω στο ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Ωστόσο, το ζήτημα δικαιοδοσίας που εγείρεται είναι συζητήσιμο. Εάν βάσιμα διαπιστωθεί έλλειψη δικαιοδοσίας, ακόμα και σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, το Δικαστήριο θα περισώσει τον περαιτέρω χρόνο και τους πόρους που αναμένεται να αναλώσει για την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Έχοντας υπόψη ότι η καθυστέρηση που επιδεικνύουν οι διάδικοι είναι ζήτημα που μπορεί να τύχει διαχείρισης με συνακόλουθες και κατάλληλες διαταγές εξόδων, δεν θεωρώ χρήσιμο να απορριφθεί η παρούσα αίτηση στη βάση της αργοπορίας, χωρίς να εξεταστεί η ουσία του προδικαστικού ζητήματος.

Κατά τόπον αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου

23.  Σύμφωνα με τα εδάφια 1(α) και (β) του Άρθρου 21 του Ν.14/1960, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για να επιληφθεί αγωγής, εφόσον η βάση αγωγής έχει προκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε μερικώς εντός των ορίων της επαρχίας όπου το Δικαστήριο καθιδρύθηκε. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποκτά δικαιοδοσία και στην περίπτωση όπου τουλάχιστον ένας Εναγόμενος διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας του Δικαστηρίου.

24.  Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που παρέχονται στο Άρθρο 2 του Ν.14/1960,[5] η βάση αγωγής αποτελείται από όλα τα γεγονότα στα οποία εδράζεται. Όμως, δεν αποτελεί προϋπόθεση ανάληψης δικαιοδοσίας η σωρευτική τέλεση όλων των συστατικών στοιχείων του αγώγιμου δικαιώματος εντός της επαρχίας όπου εδρεύει το Δικαστήριο. Όσο αφορά την περίπτωση παράβασης σύμβασης, το Δικαστήριο αποκτά κατά τόπον δικαιοδοσία, εφόσον η σύμβαση είτε καταρτίστηκε είτε διαρρήχθηκε εντός της επαρχίας του Δικαστηρίου.

25.  Από τον Θ.1 της Δ.24 προκύπτει ότι παραδεκτά γεγονότα μπορούν να προκύψουν από τη δικογραφία. Εν προκειμένω, από τα δικόγραφα προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Λεμεσού. Ο δικογραφημένος αυτός ισχυρισμός εμπεριέχεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης και γίνεται παραδεκτός με την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αντίστοιχη αναφορά υπάρχει και στην Ε/Δ ΓΠ.

26.  Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ότι η βάση αγωγής στηρίζεται σε ισχυρισμούς περί παράβασης συμφωνίας, ανεξαρτήτως εάν αυτή εν τέλει κριθεί ότι αποτελεί δάνειο ή γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ειδικότερα, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται με την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η συμφωνία αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη. Συναφώς, το αξιούμενο χρέος προκύπτει από κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων αποπληρωμής.

27.  Θεωρώ ιδιαίτερα διαφωτιστικό για την παρούσα αίτηση το πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστοφόρου v Paneuropean Insurance Co Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 1644:

«Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καθορισθεί ο τόπος πληρωμής της οφειλής στο επίδικο γραμμάτιο.  Σε τέτοια περίπτωση ο οφειλέτης υπέχει υποχρέωση ν' αναζητήσει τον πιστωτή για να τον πληρώσει στον τόπο της εργασίας του ή της διαμονής του.  Αυτός ο κανόνας έχει διατυπωθεί αρχικά στην Theofanous v. Georghiou (1969) 1 C.L.R. 203, 205, 206* και υιοθετηθεί στην Stefanidou v. Pirgoti (1975) 1 C.L.R. 100, 102.  Έχει, επίσης, υιοθετηθεί στην C & K Kyriakou και Α/φοί Λτδ ν. Ιωάννου (1990) 1 Α.Α.Δ. 479, 481, 482 στην οποία λέχθηκαν και τα εξής: «Ο τόπος στον οποίο εκδηλώθηκε (η διάρρηξη), η Λευκωσία, προσδιορίζει και το δικαστήριο που είναι τοπικά αρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς βάσει του άρθρου 21(1) του Ν 14/60. Στον όρο 'βάσις της αγωγής', όπως ερμηνεύεται στο εισαγωγικό μέρος του Ν. 14/60 - άρθρο 2 - μνημονεύεται ότι όταν η διάρρηξη συμφωνίας αποτελεί τη βάση της αγωγής, αρμοδιότητα για την επίλυση της διαφοράς έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο της περιοχής όπου η διάρρηξη εκδηλώθηκε.» Στην παρούσα υπόθεση αποτελούσε κοινό έδαφος ότι ο τόπος εργασίας των εφεσιβλήτων ήταν η Λευκωσία· και εφόσον δεν είχε καθορισθεί τόπος πληρωμής στην επίδικη συμφωνία οι εφεσείοντες υπέχουν υποχρέωση να αναζητήσουν τους πιστωτές τους - τους εφεσίβλητους - στον τόπο εργασίας τους στη Λευκωσία για να τους πληρώσουν.  Ακολουθεί πως εν όψει της μη πληρωμής η διάρρηξη της σύμβασης έχει λάβει χώραν στη Λευκωσία.  Κατά συνέπεια, η εισήγηση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν ευσταθεί.  Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται.»

28.  Περαιτέρω, στην Κάλλικας v Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 ΑΑΔ 1238 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά κατά την άποψή  μας ο ευπαίδευτος Πρόεδρος θεώρησε ότι ανεξάρτητα από τον τόπο που ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του επί της αιτήσεως, αυτή εγκρίθηκε στη Λευκωσία και ως εκ τούτου ορθά κρίθηκε ότι εκεί συνομολογήθηκε. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία. Συντρέχουσα δικαιοδοσία φαίνεται να είχε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, λόγω της κατοικίας του Εφεσείοντος. Όμως υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, όλες οι πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών γίνονταν στη Λευκωσία, όπου έγινε και η παράβαση. Πέραν τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και πάλιν θα είχε κατά τόπο αρμοδιότητα, αν ληφθεί υπόψη η υποχρέωση του Εφεσείοντος, ως χρεώστη, να αναζητήσει για εξόφληση τον πιστωτή του στην έδρα του, που ήταν η Λευκωσία.»

29.  Παραπομπή στις Paneuropean Insurance (ανωτέρω) και Κάλλικας (ανωτέρω) έγινε και στην Ασφαλιστικό γραφείο προστασία Λτδ v Laiki Insurance Agencies Ltd Π.Ε.147/2011 ημερ. 26/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A372.

30.  Από τα πιο πάνω αποσπάσματα προκύπτει ότι, όπου η βάση αγωγής βασίζεται σε παράβαση σύμβασης, χωρίς η σύμβαση να καθορίζει τόπο αποπληρωμής, ο χρεώστης οφείλει να αναζητήσει τον πιστωτή στην έδρα του τελευταίου. Συνεπώς, παράλειψη πληρωμής οδηγεί σε διάρρηξη της σύμβασης στην επαρχία όπου βρίσκεται ο πιστωτής.

31.  Οι Αιτητές εισηγούνται μέσω της γραπτής τους αγόρευσης πως η επίδικη συμφωνία δεν περιλαμβάνει όρο που να δημιουργεί μια τέτοια υποχρέωση στον χρεώστη. Όμως, η απουσία συμβατικού όρου που να καθορίζει τον τόπο αποπληρωμής αποτελεί παράγοντα που ενισχύει τη θέση του Καθ’ ου η Αίτηση και όχι των Αιτητών. Ως αναφέρεται πιο πάνω, είναι ακριβώς η απουσία συμβατικής ρύθμισης του τρόπου και τόπου αποπληρωμής που ενεργοποιεί τη νομολογιακή υποχρέωση του χρεώστη να αναζητήσει τον πιστωτή του.

32.  Συνακόλουθα, το παραδεκτό γεγονός, ως προκύπτει από τη δικογραφία, πως ο Καθ’ ου η Αίτηση αποτελεί μόνιμο κάτοικο επαρχίας Λεμεσού, αποτελεί ένδειξη ότι η διάρρηξη της επίδικης συμφωνίας έλαβε χώρα εκεί. Αυτό, δυνάμει του εδαφίου 1(α) του Άρθρου 21 του Ν.14/1960, είναι αρκετό για να προσδώσει κατά τόπον αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Το ότι οι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι Πάφου, σε συνάρτηση με το ότι η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε επίσης στην Πάφο, δεν αποτελεί στοιχείο που προσδίδει αποκλειστική, αλλά παράλληλη δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου.  Επομένως, δεν προκύπτει ξεκάθαρα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπον αρμοδιότητας.

33.  Εν όψει της ανωτέρω κατάληξης, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των λοιπών λόγων ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

34.  Η αγωγή ορίζεται για προγραμματισμό της ακρόασης στις 30/3/2026, ώρα 9.15 π.μ., με τη φυσική παρουσία των συνηγόρων που θα χειριστούν την ακροαματική διαδικασία.  

 

Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] «1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.»

 

[2] «Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλ. Annual Practice 1958, ανωτέρω και Russian Commercial and Industrial Bank, ανωτέρω) προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών.»

[3] Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες v Χριστοφόρου Π.Ε. 37/2021 ημερ. 22/6/2021: «Το θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου τίθεται μια υπόθεση προς εκδίκαση, είναι πρωταρχικής σημασίας.  Η ύπαρξή της αποτελεί προϋπόθεση, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της υπόθεσης.  Η απουσία δικαιοδοσίας επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.  ΄Έχει, συνεπώς, χαρακτηριστεί θέμα δημοσίας τάξεως.  Μπορεί δε να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πρωτόδικα και κατ' έφεση, καθώς και από το ίδιο το δικαστήριο»

[4] Fintailor Investments Limited  v Promsvyazbank PJSC  Αρ. Αγωγής: 200/2018 ημ. 01/12/2025

[5] «βάσις της αγωγής" περιλαμβάvει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψει εvτός της δικαιoδoσίας εάv η σύμβασις συvήφθη εvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξις δυvατόv vα επήλθεv αλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξις επήλθεv εvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασις δυvατόv vα συvήφθη αλλαχoύ»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο