ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 3148/18
Μεταξύ:
ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΓΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Ενάγουσα
και
ESSAM SAAD
Εναγόμενος
--------------------
Αίτηση ημερ. 01.12.2025 για παραμερισμό αποφάσεων
Ημερομηνία: 04.05.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση: κ. Κ. Δημητριάδης για Κ. Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Λ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Στην παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα, με Έκθεση Απαίτησης της ημερ. 12.04.2023, αξιώνει ποσό ύψους €15.302.83, αναφορικά με υπηρεσίες που προσφερθήκαν στον Εναγόμενο κατά τα έτη 2014 μέχρι 2016 και/ή ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης δικηγορικής αμοιβής και/ή ως αμοιβή σύμφωνα με τις αρχές του quantum meruit και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού.[1]
Ιστορικό της παρούσας αγωγής
2. Για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης κρίνεται σκόπιμο όπως παραθέσω ιστορικό της παρούσας αγωγής, ως προκύπτει από το δικαστικό φάκελο.
3. Μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 12.04.23, ακολούθησε η καταχώριση, εκ μέρους της Ενάγουσας, αίτησης ημερ. 24.05.23 για απόφαση εναντίον του Εναγόμενου λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης (εφ’εξής «η αίτηση ημερ. 24.05.23»). Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε αίτηση ημερ. 04.10.23, εκ μέρους του Εναγόμενου, με την οποία αξιώνετο περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας και παράταση του χρόνου καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου (εφ’εξής «η αίτηση ημερ. 04.10.23»).
4. Ακολούθως, ενώπιον άλλου Δικαστού, αμφότερες οι αιτήσεις ορίζονταν για Οδηγίες, προκειμένου η πλευρά της Ενάγουσας να καταχωρίσει ένσταση στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 04.10.23. Στις 22.05.24, εφόσον καταχωρήθηκε ένσταση στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 04.10.23, η αίτηση ημερ. 04.10.23, στην παρουσία αμφότερων συνηγόρων, ορίστηκε για Ακρόαση στις 30.09.24 ενώ η αίτηση ημερ. 24.05.23 ορίστηκε για Οδηγίες την ίδια ημερομηνία. Στις 30.09.24, δεν υπήρχε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγόμενου και συνεπώς η αίτηση ημερ. 04.10.23 απορρίφθηκε ενώ η αίτηση ημερ. 24.05.23 ορίστηκε για Απόδειξη στις 07.11.24, εκτός αν η πλευρά του Εναγόμενου καταχωρούσε Έκθεση Υπεράσπισης δύο (2) εργάσιμες μέρες πριν. Στις 07.11.24 ουδείς συνήγορος εμφανίστηκε και η αίτηση ημερ. 24.05.23 ορίστηκε στις 18.12.24 για Απόδειξη εκτός εάν καταχωρείτο Έκθεση Υπεράσπισης, εκ μέρους του Εναγόμενου, πέντε (5) εργάσιμες μέρες προηγουμένως. Ακολούθως, στις 18.12.24, εμφανίστηκε συνήγορος για την Ενάγουσα και το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την αίτηση ημερ. 24.05.23 για Απόδειξη στις 15.01.25 εκτός εάν η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου καταχωρείτο πέντε (5) μέρες προηγουμένως. Επιπλέον το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως ενημερώσει τον συνήγορο του Εναγόμενου για τα πιο πάνω. Προς τούτο, σχετική σημείωση ημερ. 20.12.24 τηλεφωνικής ενημέρωσης του Πρωτοκολλητείου προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου εντοπίζεται εντός του δικαστικού φακέλου.
5. Στις 15.01.25 ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους του Εναγόμενου και εντός του φακέλου καταχωρήθηκε, εκ μέρους της Ενάγουσας, ένορκη δήλωση απόδειξης της υπό κρίση αγωγής. Εντούτοις, ενόψει διευκρινήσεων του Δικαστηρίου αναφορικά με την αγωγή της Ενάγουσας, η αίτηση ημερ. 24.05.23 ορίστηκε για Περαιτέρω Απόδειξη στις 21.01.25. Ακολούθησε, καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης ημερ. 21.01.25 ενώ στις 21.01.25 η αίτηση ημερ. 24.05.23 ορίστηκε για Περαιτέρω Απόδειξη στις 22.01.25.[2] Στις 22.01.25 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το πιο πάνω αξιούμενο ποσό των €15.302.83 πλέον τόκους (εφ’εξής «η απόφαση ημερ. 22.01.25»).
6. Ακολούθως, στις 23.10.25 καταχωρήθηκε, εκ μέρους της Ενάγουσας, μονομερής αίτηση για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως (writ of attachment) εις χείρας τρίτου (εφ’εξής «η αίτηση ημερ. 23.10.25») όπου στις 04.11.25 δοθήκαν οδηγίες για επίδοση της και η αίτηση ημερ. 23.10.25 προς τούτο ορίστηκε στις 18.11.25. Στις 18.11.25 εκδόθηκε ένταλμα κατασχέσεως (writ of attachment) εις χείρας τρίτου και διάταγμα με το οποίο η «ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD» (εφ’εξής «η Τράπεζα») διατάσσετο να καταβάλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό έχει στην φύλαξη και/ή κατοχή της ως πιστωτής και/ή που οφείλει στον Εναγόμενο και/ή που διατηρεί σε τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου προς μερική ή πλήρη εξόφληση της απόφασης ημερ. 22.01.25 (εφ’εξης «η απόφαση ημερ. 18.11.25»).
7. Η πλευρά του Εναγομένου, στο μεταξύ, καταχώρισε αίτηση ημερ. 14.11.25 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.01.25 (εφ’εξής «η αίτηση ημερ. 14.11.25»), η οποία ορίστηκε επίσης στις 18.11.25 και προς τούτο το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση αυτής στις 26.01.26. Ακολούθησε, η καταχώριση εκ μέρους του Εναγόμενου, της αίτησης ημερ. 01.12.25 για παραμερισμό των αποφάσεων ημερ. 22.01.25 και 18.11.25 (εφ’εξής «η επίδικη αιτηση»), η οποία ορίστηκε στις 07.01.26 και προς τούτο δόθηκαν οδηγίες για ορισμό της επίδικης αίτησης επίσης στις 26.01.26, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η αίτηση ημερ. 14.11.25. Στις 26.01.26, η αίτηση ημερ. 14.11.25 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και παρέμεινε προς εκδίκαση η επίδικη αίτηση.
Η επίδικη αίτηση
8. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26 Θ.14, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
9. Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 01.12.25 του Εναγόμενου (εφ’εξης «η Ε/Δ Εναγόμενου»), όπου αναφέρει ότι, χωρίς να του έχουν δοθεί λεπτομέρειες των απαιτήσεων που ζήτησε με αίτηση του, εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 22.01.25 στην απουσία του χωρίς να ειδοποιηθεί νομίμως και ενώ βρισκόταν υπό θεραπεία για την ασθένεια του καρκίνου στις Η.Π.Α. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 22.01.25 χρειάστηκε να συνεχίσει θεραπείες μεταβαίνοντας στις Η.Π.Α. για περίπου 14 μήνες όπου τον περισσότερο χρόνο ήταν περιορισμένος στο νοσοκομείο.
10. Αναφορικά με την ενημέρωση του Πρωτοκολλητείου για τη δικάσιμο στις 15.01.25, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα δεν ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ο συνήγορος του για την πιο πάνω ορισθείσα ημερομηνία και παρόλο που υπάρχει σημείωση του Πρωτοκολλητείου ότι τηλεφώνησαν στο τηλέφωνο του γραφείου του συνηγόρου του, σε γραμματέα την οποία δεν κατονομάζουν, ουδέν τηλεφώνημα έγινε στο συνήγορο του και ούτε απεστάλη οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση και γι’αυτό δεν εμφανίστηκε ο συνήγορος του όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για Απόδειξη. Επίσης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν δόθηκε ειδοποίηση στον συνήγορο του για τις δικασίμους 15.01.25, 21.01.25 και 22.1.25 και ότι ο συνήγορος του δεν είχε τη δυνατότητα να καταχωρίσει, εκ μέρους του, Έκθεση Υπεράσπιση καθώς δεν είχε επικοινωνία μαζί του λόγω της προαναφερθείσας απουσίας του στο εξωτερικό.
11. Περαιτέρω, αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση της αίτησης ημερ. 23.10.25 χωρίς να του έχει επιδοθεί και να ειδοποιηθεί ο ίδιος ή ο δικηγόρος του και να εκδοθεί συνεπακόλουθα η απόφαση ημερ. 18.11.25. Ως αποτέλεσμα, κατασχέθηκαν όλα τα χρήματα του στην Τράπεζα.
12. Ως εκ τούτου αξιώνει την ακύρωση των αποφάσεων ημερ. 22.01.25 και 18.11.25, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, καθώς δεν ειδοποιήθηκε ο δικηγόρος του ή ο ίδιος προηγουμένως με οποιονδήποτε τρόπο και ενόσω βρισκόταν σε θεραπεία για σοβαρό καρκίνο. Προς τούτο προβάλλει τη θέση ότι είναι δίκαιο να ακυρωθούν οι προαναφερθείσες αποφάσεις που ελήφθησαν στην απουσία του δολίως και χωρίς να έχει ποτέ ειδοποιηθεί νομικά ο ίδιος ή αντιπρόσωπος του. Ισχυρίζεται επίσης ότι, κατόπιν νομικής συμβουλής, έχει υπεράσπιση στην υπό κρίση αγωγή και στην απόφαση ημερ. 18.11.25 καθώς και ότι οι απουσίες του οφείλετο στη θεραπεία του, λόγω της προαναφερθείσας αρρώστιας του, όπου για μήνες ήταν σε κώμα στις Η.Π.Α.
Ένσταση Καθ’ης η Αίτηση
13. Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση ημερ. 11.03.26 (εφ’εξής «η ένσταση της Καθ’ης η Αίτηση»), η οποία υποστηρίζεται από έντεκα (11) λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) η επίδικη αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν είναι έγκυρη, εφόσον ο Εναγόμενος δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και/ή η ένορκη δήλωση δεν συνοδεύεται από σχετική μετάφραση (λόγος ένστασης (i)), (2) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση περιέχει ψευδείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που είναι άσχετοι με την παρούσα διαδικασία (λόγος ένστασης (ii)), (3) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραμερισμού της απόφασης λόγω του ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται υπέρμετρα καθυστερημένα και καμιά σοβαρή ή επαρκής αιτιολόγηση της καθυστέρησης και/ή μη εμφάνισης δίδεται από τον Εναγόμενο (λόγοι ένστασης (iii) και (vi)), (4) ο Εναγόμενος και/ή ο δικηγόρος του επέδειξαν αδιαφορία και γενικά η διαγωγή και συμπεριφορά τους είναι τέτοια που συνιστά περιφρόνηση στη δικαστική διαδικασία και πλήττει το συμφέρον της δικαιοσύνης (λόγος ένστασης (iv)), (5) δεν υπάρχει κανένας λόγος και/ή σοβαρός και εύλογος λόγος που ο Εναγόμενος και/ή ο δικηγόρος του δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο (λόγοι ένστασης (v) και (viii)), (6) ο Εναγόμενος επικαλείται γενικά και αόριστα ότι έχει καλή υπεράσπιση χωρίς καμιά αναφορά προς υποστήριξη της θέσης του ενώ ουδεμία υπεράσπιση έχει αφού το ποσό της απόφασης αφορά οφειλόμενα δικηγορικά έξοδα (λόγος ένστασης (vii)), (7) η επίδικη αίτηση προωθείται καταχρηστικά και δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα (λόγοι ένστασης (ix) και (x)) και (8) το αιτούμενο διάταγμα όπως η Τράπεζα μην καταβάλει ποσό έναντι του εξ’αποφάσεως χρέους είναι άνευ αντικειμένου καθώς η απόφαση ημερ. 18.11.25 έχει ήδη εκτελεστεί (λόγος ένστασης (xi)).
14. H νομική βάση της ένστασης της Καθ’ης η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.1 και Θ.2, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14 και Θ.15 και Δ.48. Θ. 1-4, 7 και 8, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.
15. Η ένσταση της Καθ’ης η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του «Α.Γ» ημερ. 11.03.26 (εφ’εξής «η Ε/Δ Α.Γ.»), ο οποίος είναι ο μόνος διευθυντής της Ενάγουσας και δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα επίδικα γεγονότα λόγω της ιδιότητας του. Αναφορά γίνεται από τον ομνύοντα ότι τα διατάγματα που αφορούν την απόφαση ημερ. 18.11.25 έχουν ήδη εκτελεστεί και το εξ’αποφάσεως χρέος έχει ήδη καταβληθεί.
16. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία αφού η Ε/Δ Εναγόμενου που τη συνοδεύει είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα, την οποία ο Εναγόμενος δεν μιλά και δεν αντιλαμβάνεται ενώ ο ίδιος είναι Σύριος και η γλώσσα που ομιλεί και αντιλαμβάνεται είναι η αραβική, χωρίς να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση μετάφρασης. Προς τεκμηρίωση της πιο πάνω θέσης, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος καταχώρισε εναντίον του προσωπικά άλλη αγωγή και κατά την ακρόαση της ο Εναγόμενος έδωσε μαρτυρία με τη βοήθεια μεταφραστή. Προς τούτου, αντίγραφο της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1329/17 του Ε.Δ. Λεμεσού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Ως εκ τούτου, η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
17. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι η Ε/Δ Εναγόμενου περιέχει ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι αντιβαίνουν στο περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Θέση του είναι ότι ο Εναγόμενος, στα πλαίσια της όλης καταχρηστικής του συμπεριφοράς, επιχειρεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα επικαλούμενος ασθένεια, η οποία δεν του επέτρεψε να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι ακόμα και στην περίπτωση που πράγματι αναγκάστηκε να βρίσκεται εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα τούτο δεν επηρεάζει το γεγονός ότι ο δικηγόρος, τον οποίο είχε διορίσει να τον εκπροσωπεί, δεν εμφανίστηκε επανειλημμένα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα την έκδοσης της απόφασης ημερ. 22.01.25. Περαιτέρω, ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος σχετικά με την ασθένεια του συγκρούονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ 14.11.25 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.01.25 και την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 24.11.25 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της προαναφερθείσας αγωγής 1329/17, όπου ο ίδιος παραδέχεται ότι τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2024 βρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προς τούτο αντίγραφα των πιο πάνω αιτήσεων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2.
18. Ακολούθως, ο ομνύοντας προβαίνει σε παράθεση του ιστορικού της παρούσας υπόθεσης προς υποστήριξη της θέση του ότι η στάση του Εναγόμενου και των αντιπροσώπων του προς τη δικαστική διαδικασία ήταν περιφρονητικά αφού παρά του ότι δόθηκε πολύς χρόνος και ευκαιρίες, αυτοί δεν ανταποκριθήκαν. Συνεπώς, θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου προβάλλονται προς δικαιολόγηση των αδικαιολόγητων, είναι ψευδείς, αντιφατικοί και γενικά ασύμβατοι με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Περαιτέρω, o ομνύοντας ισχυρίζεται ότι στη Ε/Δ Εναγόμενου δεν συμπεριλαμβάνεται δικαιολογία γιατί ο συνήγορος του, ο οποίος γνώριζε για τη διαδικασία, δεν καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης και ούτε εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου.
19. Στην Ε/Δ Α.Γ., ο ομνύοντας αναφέρει επιπλέον ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να καταδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση παρά μόνο προβάλλεται γενικά και αόριστα ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση, χωρίς τέτοιος ισχυρισμός να συγκεκριμενοποιείται με οποιαδήποτε στοιχεία ή τεκμήρια. Συνεπώς, θέση του είναι ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραμερισμού της απόφασης ημερ. 22.01.25. Εν πάση περιπτώσει, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι ένα χρόνο από την έκδοση της απόφασης ημερ. 22.01.25. Ενόψει των πιο πάνω, ζητά την απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδα υπέρ της Καθ’ης η Αίτηση.
Γραπτές Αγορεύσεις των μερών
20. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη σχετική Νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ης η Αίτηση το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρει. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω.
Νομική Πτυχή
21. Σύμφωνα με τη Δ.26 Θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηρίζεται η επίδικη αίτηση: «Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.» Ως εκ τούτου, με τις πρόνοιες της Δ.26 θ.14 παρέχεται στο Δικαστήριο ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης (by default) είτε δυνάμει της εν λόγω Διαταγής, που αφορά την παράλειψη καταχώρισης δικογράφου, είτε οποιασδήποτε άλλης Διαταγής των Θεσμών.
22. Στην υπόθεση Evagorou v. Christodoulou (1982) 1 C.L.R. 771, σχετικά με την εφαρμογή της Δ.26 θ.14, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Ord.26, r.14, expressly provides that any judgment by default whether given under Ord.26 or under any other order of the Civil Procedure Rules may be set aside. Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground. So, in virtue of the plain provisions of this rule the order for the dismissal of the action by default could be set aside on appropriate terms».
23. Στην υπόθεση Φυλαχτού ν. Μιχαήλ (1982) 1 C.L.R. 204, αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά:
«Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)
Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση».
24. Η ανάγκη προς εξισορρόπηση, αφενός, του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και αφετέρου της αρχής για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων επιβεβαιώθηκε και στην Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 2118.
25. Οι αρχές, αναφορικά με το ζήτημα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam (1937) 2 All E.R. 646 και υιοθετήθηκαν από τα κυπριακά Δικαστήρια. Ειδικότερα, ο Αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και αφετέρου να δοθεί επαρκής δικαιολογία για τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία (βλ. Φυλαχτού (ανωτέρω), Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) (1993) 1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 28, Μilouka Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941 και Λευκίδου ν. Κανναουρίδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 528).
26. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 1596, με αναφορά στη νομολογία, συνοψισθήκαν επιπλέον οι αρχές που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας ερήμην του Εναγόμενου, δηλαδή ότι: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, (β) προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης και (γ) όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.
27. Προς τούτο, πρωταρχικής σημασίας για να πετύχει ο Αιτητής τον παραμερισμό απόφασης αποτελεί κατά πόσο έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του Αιτητή είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, η παράλειψη του Εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, δυνατόν να αποτελέσουν λόγο απόρριψης του αιτήματος του (βλ. Φυλακτού (ανωτέρω), Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company (1961) 1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd (ανωτέρω), Milouca (ανωτέρω) και Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου (1994) 1 Α.Α.Δ. 736).
28. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι: «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του» (βλ. σχετικά Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364). Μάλιστα, στην υπόθεση Mine (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση.
29. Συνεπώς, αίτηση παραμερισμού απόφασης μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Siberia Air v. Πούλλικα (2005) 1 Α.Α.Δ. 893, Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α (2003) 1 Α.Α.Δ. 1887 και Milouca Motor Τrading Ltd v. Κούρτη (ανωτέρω)).
30. Όσον αφορά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 793, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων […] Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ’ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών».
31. Eπιπρόσθετα, στην Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin (2004) 1 Α.Α.Δ. 1774, τονίστηκε ότι:
«Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εξέτασε τα στοιχεία υπεράσπισης που είχε ενώπιόν του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης ορθά διαπίστωσε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση».
32. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (2012) 1 A.A.Δ. 647).
33. Περαιτέρω, το ζήτημα παρουσίασης συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης έχει πρόσφατα απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λοΐζου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε419/16 ημερ. 27.2.2024, όπου συνοψίστηκαν εκ νέου οι γενικές αρχές που εφαρμόζονται σχετικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης:
«Κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία, ότι σε αιτήσεις του είδους, το Δικαστήριο, κατά την ενασχόληση του με τον παράγοντα της παρουσίασης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, δεν επιτρέπεται να προβεί σε αξιολόγηση και κατάληξη σε συγκεκριμένα και τελικά συμπεράσματα επί των ισχυρισμών και θέσεων που προβάλλονται ως υπεράσπιση. Πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία, (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα, είναι καλά εδραιωμένο πως η αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση ή παρουσίαση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και γεγονότων, τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και τεκμηρίωσης, κατά τρόπο που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω. Το περιορισμένο αυτό βάρος, βρίσκεται της ώμους των Αιτητών. (Τεγγεράκης v. Δήμου Λευκωσίας (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 289). Της περιπτώσεις που η προβαλλόμενη υπεράσπιση εξ αντικειμένου δεν έχει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, ελλείποντας έτσι η όποια θεμελίωση της, αναπόδραστα η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη (Πατούρης ν. Hellenic Bank (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2118)».
34. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης δύναται να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης όπως ένορκες δηλώσεις και έγγραφα που καταχωρήθηκαν προς απόδειξη της αγωγής (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2) (1999) 1 Α.Α.Δ. 1938).
35. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία, οπου αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης ως παράτυπης δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση «ex debito justitiae» (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή (2001) 3 Α.Α.Δ 1060, Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου (1997) 1 Α.Α.Δ. 247, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ (2003) 1 Α.Α.Δ. 1044, Τσεσμελογλου ν. Σοφοκλέους (2013) 1 Α.Δ.Δ. 64 Global Education Counselling Ltd v. Ameer Khan, Πολιτική Έφεση Αρ. 199/2011, ημερ. 23.10.2013, Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/11, ημερ. 03.02.2017 και Bank de Binary Limited v. Philip Lalor, Πολιτική Έφεση Αρ. E41/18 ημερ. 31.10.2023).
Η επίδικη αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου
36. Προτού εξετασθεί η επίδικη αίτηση, επί της ουσίας της, κρίνεται σκόπιμο όπως πρώτα εξετασθεί ο λόγος ένστασης ότι αυτή στερείται πραγματικού υπόβαθρου, καθότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν είναι έγκυρη, εφόσον ο Εναγόμενος δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα.
37. H Δ.48 θ.8 και θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ποιες αιτήσεις δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται αίτηση που στηρίζεται στην Δ.26 θ.14, γεγονός που υποδηλώνει ότι αίτηση για παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.26 θ.14 θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Αναφορικά με το ζήτημα ενόρκων δηλώσεων σχετική είναι η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
38. Στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SAAB ABBAS NAZAR (2003) 1 Α.Α.Δ. 772, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ης η Αίτηση, μνεία γίνεται ότι η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Πιο κάτω παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, αν και ο ενόρκως δηλών είναι Πακιστανός ο οποίος, όπως αντιλαμβάνομαι, μιλά μόνο τη διάλεκτο Urdu. Κάτω από την βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του, έχει προστεθεί η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση:
«Tο περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti».
Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314).»
39. Στην Saab (ανωτέρω) μάλιστα εξηγείται γιατί δεν είναι ανεκτή όπως ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, καθώς σε περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, αυτός μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Παρομοίως, αναφέρθηκε ότι αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του. Το γεγονός ότι ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώθηκε και στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, όπου αναφέρθηκε ότι ενορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
40. Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι ο «Α.Γ» δεν αντεξετάστηκε[3] αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ότι ο Εναγόμενος είναι Σύριος, ομιλεί την αραβική γλώσσα και δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στη γραπτή του αγόρευση ουσιαστικά αποδέχεται ότι ο Εναγόμενος δεν ομιλεί ελληνικά. Ειδικότερα, στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση αποτελεί μετάφραση στα ελληνικά οδηγιών που έδωσε ο Εναγόμενος στα αγγλικά, ότι αυτή του αναγνώσθηκε εκ νέου στα αγγλικά και ότι συμφώνησε με το περιεχόμενο της. Τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι η Ε/Δ Εναγόμενου συντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα, την οποία ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν κατανοεί. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, η Ε/Δ Εναγόμενου δεν συνιστά μαρτυρία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε ένορκη δήλωση μεταφραστή ούτε αποδείχθηκε συμμόρφωση με τη διαδικασία που περιγράφεται στην Saab (ανωτέρω).
41. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η επίδικη αίτηση δεν συνοδεύεται από έγκυρη ένορκη δήλωση, στερείται πραγματικού και αποδεικτικού υποβάθρου. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος.
Νομική βάση της επίδικης αίτησης
42. Περαιτέρω, το Δικαστήριο προβληματίστηκε κατά πόσο η Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 18.11.25, που αφορά διατάγματα αναφορικά με την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 22.01.25.
43. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να αναφέρει τη φύση του αιτήματος και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή τον συγκεκριμένο θεσμό στον οποίο στηρίζεται. Η χρήση της λέξης «shall» στο αντίστοιχο Αγγλικό κείμενο αναμφίβολα καταδεικνύει ότι πρόκειται για επιτακτική πρόνοια η οποία επιβάλλει υποχρέωση και όχι δικαίωμα επιλογής συμμόρφωσης με αυτή (βλ. σχετικά Φαλέκκος v. Χριστοφίδη (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2534).
44. Η Δ.48 θ.1 απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, όπου υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Kouppas and another v. Vassiliades (1981) 1 J.S.C. 120 και η αρχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις «ο καθορισμός του νομικού υπόβαθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 366 όπου με αναφορά στη νέα Δ.64, ως τροποποιήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995, επίσης αναφέρθηκε ότι οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Προς τούτο έθεσε τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία. Ωστόσο, ως λέχθηκε στη Wunderlich (ανωτέρω), η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία θεραπείας παρατυπιών από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς και όχι εξουσία θεραπείας θεμελιωδών παραλείψεων
45. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνω ότι η απόφαση ημερ. 18.11.25 αφορά μέτρα εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 22.01.25 και δεν συνιστά απόφαση εκδοθείσα λόγω παράλειψης (by default) κατά την έννοια της Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως εκ τούτου, η Δ.26 θ.14, επί της οποίας στηρίζεται η επίδικη αίτηση δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 18.11.25. Ούτε η επίδικη αίτηση στηρίζεται στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς θεραπεία τέτοιας παρατυπίας. Εξάλλου δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα προς διόρθωση τέτοιας παρατυπίας.
Εξέταση της επίδικης αίτησης
46. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία αρκεί αφ’εαυτής για την απόρριψη της επίδικης αίτησης, κρίνεται σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας, να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται ο παραμερισμός των αποφάσεων ημερ. 22.01.25 και 18.11.25.
Παραμερισμός απόφασης ημερ. 22.01.25
47. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής περιορίζεται να αναφέρει γενικά ότι έχει υπεράσπιση στην υπό κρίση αγωγή και έναντι της απόφασης ημερ. 18.11.25. Η αναφορά αυτή είναι αόριστη και δεν αποκαλύπτει, κατά την κρίση μου, συζητήσιμη υπεράσπιση, με βάση τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος δεν προσδιορίζει ποια είναι η προβαλλόμενη υπεράσπιση του, ούτε προσκομίζει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία ή γεγονότα, τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και τεκμηρίωσης της υπεράσπισης του, προκειμένου να δύναται το Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους του Εναγόμενου.
48. Περαιτέρω, ουδεμία εξήγηση προβάλλεται αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης σε συνάρτηση με το χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης ημερ. 22.01.25. Ειδικότερα, ενώ ο Εναγόμενος εκπροσωπείτο από συνήγορο, ουδεμία δικαιολογία αναφέρθηκε γιατί ο συνήγορος του δεν εμφανίστηκε στις 15.01.25 όταν η αίτηση ημερ. 24.05.23 ορίστηκε αρχικώς για Απόδειξη ενώ αυτός ενημερώθηκε από το Πρωτοκολλητείο για την πιο πάνω ημερομηνία. Ο ισχυρισμός, ως προβάλλεται στην Ε/Δ Εναγόμενου, ότι ο συνήγορος του δεν ενημερώθηκε από το Πρωτοκολλητείο για τον ορισμό της υπόθεσης στις 15.01.25 αντιβαίνει το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, ως διαπίστωσε η αδελφή Δικαστής και αναγράφει στα πρακτικά ημερ. 15.01.25. Επί τούτου σημειώνω ότι στην υπόθεση Μορφίτης v. Δήμου Λεμεσού (2002) 2 Α.Α.Δ. 375, τονίστηκε ότι τα πρακτικά του Δικαστηρίου παρέχουν τη μόνη αυθεντική εικόνα δικαστικής διαδικασίας και σ'αυτά εφαρμόζεται το τεκμήριο της κανονικότητας. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός του Εναγόμενου απορρίπτεται.
49. Εν πάση περιπτώσει, στις 22.05.24 ενώ εμφανίστηκε συνήγορος για τον Εναγόμενο και στις 30.09.24 οριστήκαν τόσο η αίτηση ημερ. 04.10.23 για Ακρόαση όσο και αίτηση ημερ. 24.05.23 για Οδηγίες, ουδείς εμφανίστηκε για τον Εναγόμενο στις 30.09.24 προς προώθηση της αίτησης ημερ. 04.10.23. Έκτοτε μάλιστα δεν εξηγήθηκε γιατί ο συνήγορος του Εναγόμενου, μέχρι τον Νοέμβριο του 2025 που καταχωρήθηκε η αίτηση ημερ. 14.11.25 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.01.25, ολιγώρησε να ενδιαφερθεί για την πορεία της παρούσας αγωγής και της αίτησης ημερ. 04.10.23.
50. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η απόφαση ημερ. 22.01.25 εκδόθηκε χωρίς να ειδοποιηθεί νομίμως και ενώ βρισκόταν στις Η.Π.Α. ένεκα θεραπειών του για ασθένεια του καρκίνου, θεραπείες οι οποίες συνεχίστηκαν για 14 περίπου μήνες μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 22.01.25, αυτός απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτος. Ειδικότερα, δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό αναφορικά με το πότε ο Εναγόμενος βρισκόταν στις Η.Π.Α. για την πιο πάνω ιατρική του θεραπεία προς επιβεβαίωση των όσων αναφέρει για σκοπούς δικαιολόγησης της καθυστέρησης υποβολής της επίδικης αίτησης αλλά και της παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης εκ μέρους του. Εν πάση περιπτώσει και πιο σημαντικό ο Εναγόμενος εκπροσωπείτο από συνήγορο, ο οποίος ενώ ενημερώθηκε δεόντως για τη διαδικασία παρέλειψε να εμφανιστεί γι’αυτόν, ως αναφέρω ανωτέρω. Συνεπώς, ουδεμία δικαιολογία δίδεται για την καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης.
51. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου και υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, συνηγορούν επιπρόσθετα υπέρ της απόρριψης της επίδικης αίτησης όσο αφορά τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.01.25.
Παραμερισμός απόφασης ημερ. 18.11.25
52. Όσον αφορά την απόφαση ημερ. 18.11.25, από εξέταση του δικαστικού φακέλου δεν εντοπίζεται επίδοση της αίτησης ημερ. 23.10.25 στον Εναγόμενο. Εντούτοις, στο δικαστικό φάκελο εντοπίζεται ηλεκτρονικό μήνυμα του συνηγόρου του Εναγόμενου ημερ. 14.11.25, όπου αναφέρει ότι ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι στις 18.11.25 εκκρεμεί η αίτηση ημερ. 23.10.25 και ζητούσε όπως οριστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία ή ώρα προκειμένου να εμφανιστεί. Ακολούθως, στις 18.11.25, διαφαίνεται ότι έγιναν δύο πρακτικά, ήτοι ένα πρακτικό για την αίτηση ημερ. 23.10.25, όπου καταγράφηκε εμφάνιση εκ μέρους της Ενάγουσας και εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 18.11.25 και δεύτερο πρακτικό για την αίτηση ημερ. 14.11.25, όπου καταγράφτηκε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγόμενου και δοθήκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης ημερ. 14.11.25. Δεν καταγράφεται στα πρακτικά η ώρα καθώς και οποιαδήποτε αναφορά, εκ μέρους του συνηγόρου του Εναγόμενου, αναφορικά με την πορεία της αίτησης ημερ. 23.10.25, παρά το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 14.11.25.
53. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. 1. Κρίνου Ζ. Μαρκίδη κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1218, εξετάστηκε κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τον παραμερισμό τελεσίδικων αποφάσεων με τις οποίες δόθηκε άδεια εκτέλεσης αποφάσεων και να κρίνει, ως Εφετείο, την προηγούμενη απόφαση του ομοβάθμιου του Δικαστηρίου. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα:
«Δεν θα εξετάσουμε το ζήτημα της εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.48 (8) (4), να παραμερίσει προηγούμενες αποφάσεις του δικαστηρίου που είχαν εκδοθεί μονομερώς δυνάμει της Δ.40 θ.8. Θα εκλάβουμε ως δεδομένο ότι τέτοια εξουσία υπήρχε. Το σημαντικό όμως ερώτημα που τίθεται με την παρούσα έφεση είναι το κατά πόσον το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ή λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.48 (8) (4). Παρατηρούμε συναφώς τα εξής:
(α) Παρόλο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε ότι είναι πράγματι απαράδεκτο να ενεργήσει ως Εφετείο σε απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου και παρόλο που είπε ότι εκείνο που θα εξέταζε ήταν μόνο το κατά πόσον υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό των διαταγμάτων εκτέλεσης, βάσει της Δ.48 (8) (4), εντούτοις εκείνο που, στην πραγματικότητα, έκαμε ήταν το να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως είχαν δοθεί τα διατάγματα εκτέλεσης. Αυτό είναι εμφανές από το ότι εξέτασε εάν καλά ή κακά δόθηκε το προηγούμενο διάταγμα εκτέλεσης, μονομερώς. Κατά το πρωτόδικο δικαστήριο οι τότε αιτητές (εφεσείοντες) θα έπρεπε να είχαν ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι ήταν πρακτικώς αδύνατο να εντοπίσουν τους εναγόμενους για σκοπούς επίδοσης. Αυτή η θέση δεν μας φαίνεται ορθή δεδομένου ότι, σύμφωνα με την Δ.48 (8) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αίτηση, σύμφωνα με τη Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για άδεια πραγματοποίησης εκτέλεσης μετά την πάροδο 6 ετών από την απόφαση ή το διάταγμα, μπορεί να γίνει μονομερώς […]
Εκτός από το ζήτημα της μη επίδοσης των αιτήσεων για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 6 ετών, που το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε, λανθασμένα, ότι ήταν παρατυπία του ομοβάθμιου του δικαστηρίου (να μη διατάξει επίδοση), το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε, κατά την κρίση μας, και θεωρώντας ότι οι τότε αιτητές (εφεσείοντες) θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί σε «ειδικές περιστάσεις» οι οποίες τους έδιναν δικαίωμα εκτέλεσης, μετά την παρέλευση 6 ετών. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί η Δ.40 θ.8 στην οποίαν αναγράφεται απλά ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση. Μας φαίνεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε, ως Εφετείο, την προηγούμενη απόφαση του ομοβάθμιου του δικαστηρίου και μάλιστα έθεσε και δυσανάλογα ψηλά κριτήρια που δεν δικαιολογούνταν.»
54. Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν στην Κρίνου (ανωτέρω) και εφαρμόζοντας τα κατ’αναλογία στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι δεν δύναται να ενεργήσω ως Εφετείο κρίνοντας την ορθότητα της απόφασης ημερ. 18.11.25 της αδελφής Δικαστή, που είναι ομοβάθμιο Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε, υπό τις περιστάσεις, με έλεγχο της ορθότητας της απόφασης ομοβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατάληξη
55. Για λόγους ως προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται.
Έξοδα
56. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή/Εναγόμενου και προς όφελος της Καθ’ης η Αίτηση/Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Actions /Interim
(Αναφορά: Πολιτική – παραμερισμός απόφασης).
[1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή εκκίνησε με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ.31.12.18 όπου αξιώνετo αρχικώς το ποσό των €4.968 για τις πιο πάνω προσφερθείσες υπηρεσίες της Ενάγουσας στον Εναγόμενο και ακολούθως έγινε αύξηση κλίμακας και καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας.
[2] Σημειώνεται ότι στις δικασίμους ημερ. 21.01.25 και 22.01.25 ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους του Εναγόμενου.
[3] Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis (1986) 1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Nικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1057), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο