Χαράλαμπος Παχίπης κ.α. ν. BH Emblem Investments Ltd, Αρ. Απαίτησης: 1424/2025, 27/5/2026
print
Τίτλος:
Χαράλαμπος Παχίπης κ.α. ν. BH Emblem Investments Ltd, Αρ. Απαίτησης: 1424/2025, 27/5/2026

Κλίμακα Εξόδων: € 50,000 – € 100,000

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 1424/2025

(i-Justice)

Μεταξύ:-

1.    Χαράλαμπος Παχίπης

2.    Γιαννούλα Βασιλειάδου Παχίπη

Ενάγοντες

και

BH Emblem Investments Ltd

Εναγομένων

Αίτηση ημερ. 20/04/2026 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

Ημερομηνία: 27/05/2026

Εμφανίσεις:

Για την Εναγόμενη/ Αιτήτρια: κος Ανδρέας Δαμιανού με κο Λούκα Κωστακόπουλο

Για τους Ενάγοντες/ Καθ’ ων η Αίτηση: κα Χριστίνα Λουγκρίδου για Chrysses Demetriades & Co LLC

 

Ενδιάμεση Απόφαση

Στις 20/04/2026, η Εναγόμενη καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιώνει αριθμό ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον των Εναγόντων («η Αίτηση»). Συγκεκριμένα, ζητείται η έκδοση των πιο κάτω τεσσάρων διαταγμάτων:

1.    Ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στους Ενάγοντες «από του να πωλήσουν και/ή δωρίσουν και/ή ενοικιάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή εκχωρήσουν και/ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή άλλως πως», το διαμέρισμα αριθμός 300, στον 3ο όροφο («το Διαμέρισμα») στην πολυκατοικία με την ονομασία «EMBLEM SIGNATURE» («η Πολυκατοικία»), η οποία ευρίσκεται εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/17263, Τεμάχιο 2359, Τμήμα 0, Φ./Σχ. 54/43, ενορία Αγίου Αθανασίου, Λεμεσός («το Ακίνητο»), μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

2.    Ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στους Ενάγοντες «από του να επεμβαίνουν και/ή να εισέρχονται και/ή να χρησιμοποιούν» το Διαμέρισμα, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

3.    Ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στους Ενάγοντες από του «να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας και/ή του έργου «EMBLEM SIGNATURE» και/ή από το να αλλάζουν τις κλειδαριές των εισόδων και/ή εξόδων του έργου και/ή της πολυκατοικίας και/ή από το να εγκαθιστούν και/ή λειτουργούν οποιοδήποτε σύστημα συναγερμού και/ή κάμερες και/ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, κοινόχρηστους χώρους του έργου και/ή της πολυκατοικίας», μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

4.    Ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος «διά του οποίου να διατάσσονται οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι αυτών και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό τους, να εκκενώσουν και/ή παραδώσουν πλήρη και/ή ελευθέρα κατοχή» του Διαμερίσματος στην Εναγόμενη, εντός 5 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και/ή εντός άλλου εύλογου χρόνου όπως ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, «μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης» της παρούσας Απαίτησης και/ή «μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου».

Τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για επίδοσή τους στους Ενάγοντες.

Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Γιάννας Μπελίντας Αποστόλου ημερ. 20/02/2026, η οποία είναι η μοναδική διευθύντρια και μέτοχος της Εναγομένης («ΕΔ Αποστόλου 3»). Η Εναγόμενη βασίζεται περαιτέρω για σκοπούς της Αίτησης και στις ένορκες δηλώσεις που καταχώρισε προς υποστήριξη της ένστασής της στην αίτηση των Εναγόντων ημερ. 17/12/2025 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, ημερ. 20/02/2026 («ΕΔ Αποστόλου 1») και 24/03/2026 («ΕΔ Αποστόλου 2») αντίστοιχα.

Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση ημερ. 06/05/2026 στην Αίτηση, η οποία περιέχει 11 λόγους ένστασης και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 («ΕΔ Παχίπη 4»).

Στις 11/05/2026, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Γιάννας Μπελίντας Αποστόλου («ΕΔ Αποστόλου 4») και στις 14/05/2026, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 («ΕΔ Παχίπη 5»).

 

Α.   Γεγονότα

 I.     Η Απαίτηση

Η Απαίτηση των Εναγόντων αφορά, μεταξύ άλλων, τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για την κατ’ ισχυρισμόν καθυστέρηση της Εναγομένης στην ολοκλήρωση του Διαμερίσματος. Αξιώνεται περαιτέρω ειδική εκτέλεση της σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, μέσω της έκδοσης διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η ολοκλήρωση της κατασκευής του Διαμερίσματος εντός 15 ημερών από την επίδοσή του και διάταγμα παράδοσης του Διαμερίσματος στους Ενάγοντες. Πιο συγκεκριμένα, τα βασικά γεγονότα της διαφοράς είναι τα εξής:

1.  Οι Ενάγοντες μέχρι και τις 19/07/2019 ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου. Η Εναγόμενη είναι κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τον τομέα ανάπτυξης και πώλησης ακινήτων.

2.  Στις 19/07/2019, υπογράφτηκε συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης («η Συμφωνία»). Με τη Συμφωνία, η Εναγόμενη, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση όπως, με δικά της έξοδα, ανεγείρει την Πολυκατοικία εντός του Ακινήτου, μέσα σε 18 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας οικοδομής.

3.  Οι Ενάγοντες θα μεταβίβαζαν σταδιακά την κυριότητα του Ακινήτου στην Εναγόμενη. Το συνολικό ποσοστό του Ακινήτου το οποίο εν τέλει θα μεταβιβαζόταν στην Εναγόμενη θα ανέρχετο σε 80%, ενώ το υπόλοιπο 20% θα συνέχιζε να ανήκει στους Ενάγοντες, οι οποίοι, θα ελάμβαναν το Διαμέρισμα.

4.  Η θέση των Εναγόντων, η οποία τυγχάνει σθεναρής άρνησης από την Εναγόμενη είναι ότι εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας της Εναγομένης, η κατασκευή του Διαμερίσματος έχει καθυστερήσει να ολοκληρωθεί και η Εναγόμενη θα πρέπει να τους αποζημιώσει για τη ζημιά που υπέστησαν ένεκα της καθυστέρησης και να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

 

II.     Η Ανταπαίτηση

Η Ανταπαίτηση της Εναγομένης είναι χρηματικής φύσεως και αφορά την αξίωση διαφόρων ποσών τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της Εναγομένης, της οφείλουν οι Ενάγοντες. Ενδεικτικά, περιλαμβάνονται ποσά που αφορούν έξοδα τα οποία επωμίστηκε η Εναγόμενη για την εξόφληση δημοτικών, κοινοτικών και άλλων φορολογιών, καθώς επίσης και έξοδα κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, το ήμισυ της αξίας της χαρτοσήμανσης της Συμφωνίας, ποσό ύψους € 5,000 για κάθε μήνα κατά τον οποίο οι Ενάγοντες καθυστερούσαν να μεταβιβάσουν ποσοστό του μεριδίου του Ακινήτου στην Εναγόμενη βάσει της Συμφωνίας, ποσά για επιπρόσθετες εργασίες που διενεργήθηκαν στο Διαμέρισμα, Φ.Π.Α. και άλλα συναφή έξοδα.

Οι Ενάγοντες αρνούνται ότι οφείλουν οποιαδήποτε ποσά στην Εναγόμενη στη βάση της Ανταπαίτησης.

 

III.     Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Αίτηση

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που συνοδεύει την Αίτηση, τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Αίτηση διαφέρουν άρδην από τα γεγονότα που θεμελιώνουν στην Ανταπαίτηση. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι η ΕΔ Αποστόλου 3 κατ’ ουσία χωρίζεται σε τρία μέρη∙ το πρώτο μέρος περιλαμβάνει μαρτυρία σχετική με την Υπεράσπιση και κατ’ επέκταση την ένσταση της Εναγομένης στην αίτηση ημερ. 17/12/2025, το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει μαρτυρία σχετική με την Ανταπαίτηση και το τρίτο μέρος περιλαμβάνει μαρτυρία σχετική με την Αίτηση.

Τα σχετικά με την Αίτηση γεγονότα αρχίζουν από την παρ. 53 της ΕΔ Αποστόλου 3 και εντεύθεν, ήτοι από το Μέρος Ζ΄, όπου αναφέρεται ότι:

«Προτού εισέλθω στην ουσία των γεγονότων επί των οποίων βασίζονται οι θεραπείες που επιζητούνται δυνάμει της μονομερούς αίτησης που συνοδεύει την παρούσα ένορκη δήλωση, θεωρώ φρόνιμο αλλά και χρήσιμο να θέσω ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου τα κάτωθι δεδομένα…».

Είναι η θέση της Εναγομένης ότι:

1.    Σε συμμόρφωση με τον όρο 3 της Συμφωνίας, οι Ενάγοντες είχαν παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου στην Εναγόμενη για σκοπούς εκτέλεσης των εργασιών για ανέγερση της Πολυκατοικίας.

2.    Έκτοτε, η Εναγόμενη είχε κατοχή του Ακινήτου και κατ’ επέκταση του Διαμερίσματος.

3.    Το Διαμέρισμα ουδέποτε έτυχε τελικής επιθεώρησης για σκοπούς παράδοσής του στους Ενάγοντες.

4.    Επί του Ακινήτου εκκρεμούν προς εκπλήρωση κάποιες εργασίες, ωστόσο κάποια από τα διαμερίσματα παραδόθηκαν στους αγοραστές, χωρίς όμως να έχουν κατοικηθεί μέχρι σήμερα.

5.    Προς το παρόν, ευθύνη για τη διαχείριση και ασφάλεια της πολυκατοικίας, καθώς και ευθύνη για τα κοινόχρηστα έχει η Εναγόμενη.

Είναι η θέση της Εναγομένης ότι το Διαμέρισμα μέχρι πρόσφατα τελούσε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο και κατοχή της Εναγομένης. Ωστόσο, όπως αναφέρεται, τα δεδομένα άλλαξαν πρόσφατα.

Συγκεκριμένα, στις 09/04/2026, γύρω στις 12:40 μ.μ., ο Ενάγοντας 1 φέρεται να εισήλθε παράνομα στην πολυκατοικία και έσπασε, αφαίρεσε και αντικατέστησε την κλειδαριά της καγκελόπορτας εισόδου του κτιρίου, καθώς και την κλειδαριά της κύριας εισόδου. Ακολούθως, παραβίασε την κλειδαριά του Διαμερίσματος και ανέλαβε την κατοχή αυτού. Ο Ενάγοντας 1 ξεκίνησε, περαιτέρω, να μεταφέρει διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμό εντός του Διαμερίσματος.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται, ακολούθησε προσπάθεια εκ μέρους του Ενάγοντα 1 να επέμβει στο σύστημα συναγερμού που είχε εγκαταστήσει η Εναγόμενη, ενώ φαίνεται ότι επιχειρήθηκε και η εγκατάσταση άλλων καμερών. Περαιτέρω, ως αναφέρεται, επισκέφθηκε το Διαμέρισμα μεσίτρια, προφανώς με σκοπό την επίδειξή του σε τρίτους προς εξεύρεση ενοικιαστή ή αγοραστή.

Η Εναγόμενη αναφέρει ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού, ως αναφέρει στην παρ. 82(β) της ΕΔ Αποστόλου 3:

«… ενώ από τη μια οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιώνουν στα πλαίσια της παρούσας απαίτησης διατάγματα ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας Αντιπαροχής και παράδοσης κατοχής του Διαμερίσματος, εντούτοις ο Καθ’ ου η Αίτηση επέλεξε να λάβει τον νόμο στα χέρια του, να υποκαταστήσει το δικαστήριο και να ενεργήσει παράνομα και αντισυμβατικά.»

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην παρ. 91 της ΕΔ Αποστόλου 3, από τη μία οι Ενάγοντες «ζητούν διατάγματα παράδοσης του διαμερίσματος και από την άλλη την παίρνουν μόνοι τους, κάτι το οποίο υποδεικνύει κακή πίστη και κατάχρηση διαδικασίας, τείνει δε να καταστήσει τη διαδικασία άνευ αντικειμένου».

Οι Ενάγοντες, μέσω της ΕΔ Παχίπη 4 απορρίπτουν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί «διάρρηξης» και «παράνομης επέμβασης» και υποστηρίζουν ότι:

1.    Κατέχουν το 20% του Ακινήτου, επομένως η είσοδός τους συνιστούσε άσκηση των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων.

2.    Η είσοδος στο κτίριο έγινε ειρηνικά με τη βοήθεια κλειδαρά και χωρίς να προκληθεί καμία ζημιά στα συστήματα ασφαλείας.

3.    Η αλλαγή των κλειδαριών από τον ίδιο έγινε με διαφάνεια και ενημέρωσε σχετικά τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες του κτηρίου.

4.    Η μεσίτρια η οποία επισκέφθηκε την Πολυκατοικία μαζί με τον Ενάγοντα 1 είναι εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας του 1ου ορόφου και ο σκοπός της συνάντησης ήταν η παράδοση των κλειδιών του κτηρίου μετά την αλλαγή και την επιθεώρηση τυχόν κακοτεχνιών και ατελειών στα δύο διαμερίσματα.

Κατά την ακρόαση της Αίτησης, δηλώθηκε από κοινού ότι μεταγενέστερα της καταχώρισης της Αίτησης, το Διαμέρισμα τέθηκε προς ενοικίαση από τους Ενάγοντες.

 

Β.   Νομικές αρχές και η εφαρμογή τους στα γεγονότα

 i.       Προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων

Ούτως ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960 («άρθρο 32»). Με βάση το άρθρο 32 και τη νομολογία, ο αιτητής σε αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων θα πρέπει να καταδείξει:

  1. την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
  2. την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή,
  3. ότι, αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, και
  4. ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων.

Σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην αυθεντία επί του θέματος, Odysseos v Pieris Estates and others (1982) 1 CLR 557. Όπως λέχθηκε, ούτως ώστε να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση, χρειάζεται απλώς συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφωνdisclosure of an arguable case on the strength of the pleadings»). Η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα the evidential strength of the case of the plaintiff»). Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης, πέραν της αναγκαίας αξιολόγησης για τον περιορισμένο σκοπό του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 και στη νομολογία (Κωνσταντίνου Λόρδος κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23/3/2017), ECLI:CY:AD:2017:A102.

Καθ’ ότι η αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση είναι η Εναγόμενη, το σχετικό δικόγραφο με βάση το οποίο θα πρέπει να εξεταστούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις είναι σαφώς η Ανταπαίτηση, αφού τα προσωρινά διατάγματα δεν θα πρέπει να εξασφαλίζονται ως αυτοσκοπός (Ζhigachov Igor κ.ά. (Αρ. 1) (2013) 1 ΑΑΔ 133 και FBME Card Services Ltd (Αρ. 1) (2014) 1 ΑΑΔ 586).

Ωστόσο, το πρόβλημα που ανακύπτει στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η Ανταπαίτηση που έχει καταχωριστεί δεν είναι σχετική με τα γεγονότα στην Αίτηση.

 

ii.      Δυνατότητα καταχώρισης ενδιάμεσης αίτησης χωρίς να υπάρχει σχετική απαίτηση

Η θέση των συνηγόρων της Εναγομένης είναι ότι για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων δεν ήταν αναγκαία η καταχώριση σχετικής ανταπαίτησης. Προς τούτο με παρέπεμψαν στην απόφαση Ζhigachov (ανωτέρω).

Όπως θα επεξηγήσω στη συνέχεια, η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως προκύπτει από την απόφαση Ζhigachov (ανωτέρω), δεν υπάρχει δυνατότητα ο εναγόμενος να καταχωρίσει αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία χωρίς να έχει καταχωρίσει ή να προτίθεται να καταχωρίσει σχετική ανταπαίτηση.

Εναγόμενος δύναται, κατά κανόνα, να αποταθεί στο Δικαστήριο για απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας μετά την καταχώριση σχετικής ανταπαίτησης.

Η νομολογία αναγνωρίζει μια εξαίρεση στον κανόνα, η οποία αφορά τις περιπτώσεις όπου η ενδιάμεση θεραπεία που αξιώνεται πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Στις εν λόγω περιπτώσεις, είναι δυνατή η καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης πριν από την καταχώριση ανταπαίτησης.

Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι ο εναγόμενος ο οποίος εξαιτείται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να αναλάβει υποχρέωση να καταχωρίσει και σχετική ανταπαίτηση (Marcus Publishing plc. v. Hutton-Wild Communications Ltd [1990] R.P.C. 576, CA).

Σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατή η έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ ενδιάμεσου διατάγματος χωρίς να έχει καταχωριστεί ή να υπάρχει πρόθεση καταχώρισης σχετικής ανταπαίτησης. Όπως λέχθηκε σχετικά στην απόφαση Ζhigachov (ανωτέρω):

«Όµως, είναι θεµελιωµένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόµενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται µε το αγώγιµο δικαίωµα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff’s cause of action), τότε ο εναγόµενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεµπίπτον διάταγµα, µέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεµπίπτον διάταγµα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) ……………………………………………………...

…………………………………………………………………………………………………..

Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής.

Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα.  Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320).»

Στην Collison v Warren [1901] 1 Ch. 812, η οποία αναφέρεται στη Ζhigachov (ανωτέρω), σελ. 139, ο ενάγoντας ήταν ιδιοκτήτης ξενοδοχείου. Ο εναγόμενος είχε διοριστεί διαχειριστής/ παραλήπτης (trustee) προς όφελος των πιστωτών του ενάγοντα μέσω της σύναψης σχετικής συμφωνίας (deed of arrangement). Βάσει της εν λόγω συμφωνίας, ο εναγόμενος θα είχε το δικαίωμα να συνεχίσει τη λειτουργία του ξενοδοχείου και ο ενάγοντας θα παρέμενε ως υπεύθυνος στο ξενοδοχείο (manager) λαμβάνοντας μισθό, έχοντας επίσης δικαίωμα να διαμένει στο ξενοδοχείο όσο θα διαρκούσε η εργοδότησή του.

Αργότερα, ο εναγόμενος απέλυσε τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ξενοδοχείο και καταχώρισε αγωγή αξιώνοντας δήλωση του Δικαστηρίου ότι με βάση τη συμφωνία δικαιούται να συνεχίσει να εργάζεται και να διαμένει στο ξενοδοχείο. Ο εναγόμενος, πριν καταχωρίσει ανταπαίτηση, καταχώρισε αίτηση για προσωρινό διάταγμα ώστε να απαγορευτεί στον ενάγοντα να παρεμβαίνει στη διαχείριση και κατοχή του ξενοδοχείου και να υποχρεωθεί ουσιαστικά να αποχωρήσει από το κτήριο.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εναγόμενος μπορούσε να ζητήσει προσωρινό διάταγμα πριν την καταχώριση της ανταπαίτησης, καθ’ ότι αμφότερες οι πλευρές διεκδικούσαν δικαιώματα που βασίζονταν στο ίδιο  επίδικο ζήτημα: το κατά πόσον ο ενάγοντας είχε δικαίωμα να συνεχίσει να κατέχει τη θέση του ως υπεύθυνος και να διαμένει στο ξενοδοχείο.

Τα δεδομένα στην παρούσα περίπτωση είναι εντελώς διαφορετικά. Συγκεκριμένα:

1.  Δεν υπάρχει σχετική Ανταπαίτηση ούτε υπάρχει πρόθεση να καταχωριστεί τέτοια. Η Εναγόμενη δεν ανέλαβε  υποχρέωση για καταχώριση τροποποιημένης Ανταπαίτησης, ούτε εξέφρασε οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους της για καταχώριση αίτησης για τροποποίηση της Ανταπαίτησης (σε περίπτωση που βεβαίως, υπό τις περιστάσεις κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό με βάση τους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία). Όπως ανέφερα πιο πάνω, η Εναγόμενη είχε ήδη καταχωρίσει την Ανταπαίτησή της κατά την ημερομηνία καταχώρισης της ενδιάμεσης Αίτησης, η οποία είναι άσχετη με τα γεγονότα της Αίτησης.

Η σχετική νομολογία επί του θέματος, την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω, είναι ξεκάθαρη: Ενδιάμεσα διατάγματα δεν θα πρέπει να εξασφαλίζονται ως αυτοσκοπός. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητείται θα πρέπει να είναι επικουρική σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια απαίτησης. Επομένως, δεν είναι υπό τις περιστάσεις επιτρεπτή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφ’ ης στιγμής δεν υπάρχει, αλλά ούτε θα υπάρξει ουσιαστική αξίωση.

2.  Η Αίτηση δεν πηγάζει από την Απαίτηση ούτε συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Οι λόγοι είναι κατά την άποψή μου προφανείς:

Στην Αγωγή δεν αμφισβητείται και επομένως δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα ποιο πρόσωπο είναι ο νόμιμος κάτοχος του Διαμερίσματος. Τουναντίον, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το Διαμέρισμα, το οποίο ανέλαβε να κατασκευάσει η Εναγόμενη, είναι ιδιοκτησία των Εναγόντων. Ουδέποτε προέκυψε οποιαδήποτε διαφωνία για την κατοχή του Διαμερίσματος μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης. Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα της ιδιοκτησίας/ κατοχής δεν είναι επίδικο στην Απαίτηση, η παρούσα Αίτηση ουδόλως πηγάζει από την Απαίτηση, ούτε συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων.

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω τα εξής: Το γεγονός ότι ζητούνται θεραπείες για (1) για ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών και (2) παράδοση του Διαμερίσματος δεν σημαίνει ότι αμφισβητείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο ποιο πρόσωπο είναι ο νόμιμος κάτοχος του Διαμερίσματος, και εξηγώ: Η παράδοση που ζητείται με την Απαίτηση δεν έχει την έννοια της εξασφάλισης κατοχής του Διαμερίσματος από τους Ενάγοντες, αλλά την συμμόρφωση της Εναγομένης με τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Δηλαδή, την ολοκλήρωση της κατασκευής του Διαμερίσματος και την ενεργοποίηση της διαδικασίας παράδοσης με βάση τον όρο 8 της Συμφωνίας. Είναι σε συνάρτηση με αυτές τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης που ζητείται η παράδοση του Διαμερίσματος. Το γεγονός αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την Έκθεση Απαίτησης, όπου ουδόλως οι Ενάγοντες επικαλούνται παράνομη και/ή αντισυμβατική κατοχή του Διαμερίσματος από την Εναγόμενη. Με άλλα λόγια, δεν ζητείται η παράδοση του Διαμερίσματος στη βάση του ότι η Εναγόμενη κατέχει το Διαμέρισμα αντισυμβατικά και/ή ως παράνομος επεμβασίας.

Οι Ενάγοντες δεν πήραν το Νόμο στα χέρια τους και δεν συγκλίνω με την εν λόγω θέση της Εναγομένης. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση που η Εναγόμενη ήταν ενοικιαστής του Διαμερίσματος και κατά τους Ενάγοντες η ίδια ή οι αντιπρόσωποί της κατέστησαν παράνομοι επεμβασίες και εκκρεμούσης της εκδίκασης αγωγής για έξωση της Εναγομένης, οι Ενάγοντες ανέλαβαν κατοχή του Διαμερίσματος (βλ. σχετικά Thanos Hotels Limited και Άλλοι ν. Γεώργιου Ιωακείμ (2004) 1 ΑΑΔ 1167). Στην παρούσα περίπτωση, το αντικείμενο της Απαίτησης είναι διαφορετικό, αφού αφορά την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών.

Περαιτέρω, δεν συμφωνώ με το επιχείρημα ότι μέσω των ενεργειών τους οι Ενάγοντες εξασφάλισαν τις αιτούμενες τελικές θεραπείες. Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν στις πιο πάνω ενέργειες δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι οι εν λόγω τελικές θεραπείες δεν θα μπορούν να αποδοθούν από το Δικαστήριο, αφού το αντικείμενό τους, όπως προανέφερα, δεν είναι η εξασφάλιση κατοχής του Διαμερίσματος, αλλά η ολοκλήρωση των εργασιών. Σαφώς, το κατά πόσον παραμένει δυνατή η απόδοση των τελικών θεραπειών δεν αποτελεί ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο τελεσίδικα στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης.

Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι σε περίπτωση που λόγω των πρόσφατων ενεργειών των Εναγόντων δεν θα μπορούν να αποδοθούν οι εν λόγω τελικές θεραπείες από το Δικαστήριο και οι αξιώσεις για ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας καταστούν, ως αναφέρει η Εναγόμενη, άνευ αντικειμένου, αυτό κατ’ ουσία θα σημαίνει ότι οι Ενάγοντες, μέσω των ενεργειών τους, δεν θα επιμείνουν σε ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας και επομένως, ότι παραιτήθηκαν από τις εν λόγω αξιώσεις.

Σε κάθε περίπτωση, δεν νοείται διάδικος να αξιώνει θεραπεία προς υποστήριξη της υπόθεσης του άλλου. Με άλλα λόγια, δεν νοείται η Εναγόμενη να επιδιώκει να διασφαλιστεί ότι η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης, η οποία ζητείται από την άλλη πλευρά, θα είναι διαθέσιμη κατά την εκδίκαση της Απαίτησης.

Περαιτέρω, για τους λόγους που προανέφερα, δεν συγκλίνω με το επιχείρημα που προβάλλεται ότι η Εναγόμενη θα επηρεαστεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε περίπτωση που η θεραπεία για ειδική εκτέλεση δεν θα μπορεί να αποδοθεί στο μέλλον.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της αρνείται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας και επομένως, δεν επιθυμεί να αποδοθεί η εν λόγω θεραπεία.

Περαιτέρω, στην ακρόαση της Αίτησης προβλήθηκε η θέση ότι σε περίπτωση που η θεραπεία για ειδική εκτέλεση καταστεί άνευ αντικειμένου, η Εναγόμενη θα αποστερηθεί της δυνατότητας, σε περίπτωση που διαταχθεί η ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας από το Δικαστήριο να επιβληθεί ταυτοχρόνως και σχετικός όρος και/ή όροι για εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων, ως έγινε στην υπόθεση Κυριάκος Σάββα Σπύρου ν Aristo Developers Ltd (2004) 1 ΑΑΔ 1159. Όμως, η επιβολή ορών από το Δικαστήριο δεν συνιστά δικαίωμα της Εναγομένης, αλλά τρόπος διασφάλισης ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην Εναγόμενη. Δηλαδή, θα διασφαλιστεί ότι σε περίπτωση που κατά την ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας υπάρχουν ταυτοχρόνως προς εκπλήρωση υποχρεώσεις των Εναγόντων προς την Εναγόμενη, αυτές θα εκπληρωθούν.

Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που οι σχέσεις των δύο πλευρών διέπονται από συμφωνία, ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού της Εναγομένης υφίσταται μόνο σε περίπτωση που οι ενέργειες των Εναγόντων έλαβαν χώρα κατά παράβαση της σύμβασης. Αυτό βεβαίως είναι άλλο θέμα, το οποίο δεν θα πρέπει να με απασχολήσει στα πλαίσια της εξέτασης της πιο πάνω προϋπόθεσης. Τυχόν ανεξάρτητες παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων προς την Εναγόμενη θα πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο άλλης, ξεχωριστής απαίτησης, αφού ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα Απαίτηση.

Εν πάση περιπτώσει, εκφράζω επιφυλάξεις για το κατά πόσο με τη θέσπιση των νέων Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, συνεχίζει να ισχύει η πιο πάνω νομολογία, ότι δηλαδή είναι δυνατή η καταχώριση ενδιάμεσης αίτησης πριν από την καταχώριση ανταπαίτησης, όταν η ενδιάμεση θεραπεία που αξιώνεται πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα.

Το Μέρος 25 των νέων Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα το Μέρος 25.2 θέτει πλέον συγκεκριμένες προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος πριν από την καταχώριση απαίτησης, ήτοι μόνο αν «το θέμα είναι επείγον» ή «υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Το Μέρος 25.2 ως είναι διατυπωμένο δεν φαίνεται να περιορίζεται στην έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος από τον ενάγοντα. Σημειώνω ότι το CPR 25.2 των Αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο είναι παρόμοιο με το Μέρος 25.2, εφαρμόζεται και σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος από τον εναγόμενο (βλ. σχετικά Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice, 5η έκδοση, παρ. 10.214 και White Book 2026, Vol. 1, παρ. 25.2.5).

Επομένως, με βάση τα δεδομένα της παρούσας Αίτησης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρος 25.2 ούτως ώστε να δικαιούται η Εναγόμενη στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

Στη βάση των πιο πάνω λόγων, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

Εν πάση περιπτώσει όμως, θα προχωρήσω να εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της νομολογίας.

   iii.        Πρώτη προϋπόθεση άρθρου 32

Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, η μαρτυρία που προσκομίζεται στην ΕΔ Αποστόλου 3 σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα με την Αίτηση ουδόλως σχετίζεται με τα γεγονότα, αλλά ούτε και με τις βάσεις αγωγής που επικαλείται η Εναγόμενη στην Ανταπαίτηση. Τα γεγονότα που αφορούν την Αίτηση έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της Ανταπαίτησης, ήτοι μεταγενέστερα της 31/03/2026 και είναι παντελώς άσχετα με την Ανταπαίτηση.

Η πιο πάνω διαπίστωση, είναι καταλυτικής σημασίας για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32.

Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, σημειώνω τα εξής: Η βασική θέση  της Εναγομένης, μέσω της ΕΔ Αποστόλου 3, είναι ότι οι Ενάγοντες επεμβαίνουν παράνομα στο Διαμέρισμα και στους κοινόχρηστους χώρους. Εντούτοις, στην Ανταπαίτηση ουδεμία αναφορά γίνεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αλλά ούτε και σε παράβαση από τους Ενάγοντες οποιουδήποτε συμβατικού όρου με βάση τον οποίο η Εναγόμενη δύναται να αποκλείσει τους Ενάγοντες από το Διαμέρισμα και τους κοινόχρηστους χώρους.

Τα διατάγματα που ζητούνται με την Αίτηση, στο βαθμό που θα μπορούσε να λεχθεί ότι αφορούν παράβαση ορών της Συμφωνίας – με δεδομένο ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στην ΕΔ Αποστόλου 3 σε παράβαση οποιωνδήποτε ορών της Συμφωνίας στα σχετικά με τα αιτούμενα διατάγματα γεγονότα, αφού, ενδεικτικά, σημειώνω ότι γίνεται αναφορά σε μη «ενεργοποίηση» και όχι παράβαση του όρου 8 της Συμφωνίας[1] – σχετίζονται με συμβατικούς όρους που δεν αναφέρονται καν στην Ανταπαίτηση.

Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω, με βάση τη νομολογία, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 κρίνεται με βάση τις αιτίες αγωγής που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι με βάση την ένορκη δήλωση. Απολύτως σχετική με τα δεδομένα της παρούσας αίτησης είναι η απόφαση A.L.E. (Laona) Developers Ltd v Λεωνίδας Κίμωνος κ.ά., Αγωγή Αρ. 267/2015, ημερ. 25/11/2016. Σε εκείνη την υπόθεση, η Ενάγουσα, ενώ στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επικαλείτο δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις, στήριξε την αίτησή της για ενδιάμεσα διατάγματα σε παράβαση σύμβασης. Στο κλητήριο ένταλμα, ωστόσο, δεν γινόταν επίκληση παράβασης σύμβασης. Όπως αποφασίστηκε:

«Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων και η έκδοση διαταγμάτων ακύρωσης της εγγραφής του κτήματος στο όνομα του εναγόμενου 3 και της επανεγγραφής του στο όνομα της ενάγουσας ζητείται για συγκεκριμένους λόγους, που διαφέρουν κατά πολύ από την πιο πάνω εισήγηση. Συγκεκριμένα ζητείται η ακύρωση της εγγραφής στο όνομα του εναγόμενου 3 και η επανεγγραφή του κτήματος στο όνομα της ενάγουσας, γιατί η πώληση του είναι άκυρη και/ή αποτελεί προϊόν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων, και/ή έγινε εν αγνοία και/ή χωρίς την συναίνεση και/ή έγκριση της ενάγουσας και/ή έγινε χωρίς νόμιμη αντιπροσώπευση της ενάγουσας.

Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, περί ύπαρξης συμφωνίας με τον εναγόμενο 3 για την πώληση του επίδικου ακινήτου για το ποσό των €500.000 και ο ισχυρισμός για παράβαση της συμφωνίας αυτής, δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στηρίζουν την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 3 συνεπώς η πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α v. Joseph P. Lasala κ.α (2007) 1 ΑΑΔ 162, στην οποία κάνουν αναφορά και οι συνήγοροι του εναγόμενου 3 στην γραπτή τους αγόρευση (σελ. 22), ως προς την σημασία της έκθεσης απαίτησης και της ένορκης δήλωση στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων λέχθηκαν τα ακόλουθα:

“Σε σχέση με τη βάση αγωγής των εφεσιβλήτων κρίνουμε πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η βάση της αγωγής των εφεσιβλήτων αποκαλυπτόταν στο κλητήριο ένταλμα. Είναι με βάση το κλητήριο ένταλμα που το δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα καταγράφεται η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα του ενάγοντα.”.

(η υπογράμμιση είναι του δικαστηρίου)

Η ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας δεν έχει σχέση με τα αγώγιμα δικαιώματα όπως φαίνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η πιο πάνω αναφορά του συνηγόρου της ενάγουσας ότι δηλαδή με την δεύτερη αίτηση, την υπό κρίση αίτηση, για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, η ενάγουσα περιορίζει την αξίωση της στην παράβαση σύμβασης και όχι τον δόλο και στις παράνομες τακτικές των εναγομένων, και τούτο γιατί οι νυν δικηγόροι της ενάγουσας φρονούν ότι η κατάδειξη των προϋποθέσεων για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος είναι ευκολότερη και ευχερέστερη στην παράβαση συμβάσεως και όχι στον δόλο και στις παράνομες τακτικές των εναγομένων, κρίνω ότι είναι ατυχής, επαναλαμβάνοντας τα πιο πάω από την υπόθεση Seamark, ότι δηλαδή δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα του ενάγοντα(υπογράμμιση δική μου)

Στην παρούσα υπόθεση, η Ανταπαίτηση καθορίζει με σαφήνεια τα σχετικά επίδικα ζητήματα, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τις βάσεις αγωγής που επικαλείται η Εναγόμενη στην Αίτηση. Επομένως, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.

   iv.        Δεύτερη προϋπόθεση άρθρου 32

Τα όσα προανέφερα ισχύουν και για τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Στην παρούσα περίπτωση, η μαρτυρία επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των αιτούμενων διαταγμάτων με την Αίτηση, σαφώς δεν θεμελιώνει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην Ανταπαίτηση, για το λόγο ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων είναι άσχετη με τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Ανταπαίτηση. Θεωρώ λανθασμένη την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία που παρατίθεται στην ΕΔ Αποστόλου 3 για τα όσα προβάλλονται στην Ανταπαίτηση, αφού το εν λόγω μέρος της ΕΔ Αποστόλου 3 είναι παντελώς άσχετο με τα επίδικα ζητήματα στην Αίτηση. Τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει με τη λογική.

Επομένως, δεν υφίσταται με βάση τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε για σκοπούς της Αίτησης ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Εναγομένης στην Ανταπαίτηση.

Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι ούτε από την σχετική με την Αίτηση μαρτυρία καταδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας των σχετικών βάσεων αγωγής.

Το ζήτημα που με απασχόλησε από την πρώτη στιγμή και θα το εξετάσω εκτενώς πιο κάτω είναι ότι η Εναγόμενη επιδιώκει, μέσω της Αίτησης, να λάβει κατοχή ενός Διαμερίσματος του οποίου δεν είναι ο ιδιοκτήτης, αλλά ο εργολάβος και μάλιστα να αποκλείσει τους Ενάγοντες, δηλαδή τους ιδιοκτήτες, από του να εισέρχονται σε αυτό, καθώς και στους κοινόχρηστους χώρους της Πολυκατοικίας, αλλά και να τους απαγορεύσει από του να εκμεταλλευτούν το διαμέρισμά τους.

Από τη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου προκύπτουν τα εξής: Η Εναγόμενη ανέλαβε κατοχή του Ακινήτου για να κατασκευάσει την Πολυκατοικία και κατ’ επέκταση το Διαμέρισμα, το οποίο ανήκει στους Ενάγοντες. Ουδέποτε κατέστη ωστόσο ο νόμιμος κάτοχος του Διαμερίσματος, υπό την έννοια που εισηγείται στην Αίτηση.

Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι ουδόλως προκύπτει ότι με την επέμβαση των Εναγόντων στους κοινόχρηστους χώρους και στο Διαμέρισμα, οι Ενάγοντες έχουν παραβιάσει οποιαδήποτε συμβατική τους υποχρέωση προς την Εναγόμενη. Επομένως, ούτε στη βάση των γεγονότων που θεμελιώνουν την Αίτηση υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας τυχόν απαίτησης της Εναγομένης για παράβαση των εν λόγω συμβατικών ορών. Συγκεκριμένα:

1.    Η κα Αποστόλου αναφέρεται στην παρ. 93 της ένορκης της δήλωσης σε μη ενεργοποίηση του όρου 8 της Συμφωνίας, ο οποίος προνοεί για τη διαδικασία παράδοσης του Διαμερίσματος στους Ενάγοντες. Η μη ενεργοποίηση του εν λόγω όρου δεν συνιστά και παράβαση του εν λόγω όρου, αφού η Εναγόμενη δεν επικαλείται παράβαση οποιασδήποτε σχετικής υποχρέωσης των Εναγόντων με βάση τη Συμφωνία.

2.    Ούτε και ο ισχυρισμός της κας Αποστόλου στην παρ. 82(δ) της ένορκης της δήλωσης ότι «…αποτελούσε εξυπακουομένο όρο ότι ενόψει της μη συμμόρφωσης των Καθ’ ων η Αίτηση με τους συμβατικούς όρους της Συμφωνίας Αντιπαροχής αλλά και της ύπαρξης οφειλών των Καθ’ ων η Αίτηση, ως έχουν αναλυθεί, η ρήτρα για παράδοση του Διαμερίσματος δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί μέχρις ότου υπάρξει συμμόρφωση.» Ο εν λόγω όρος, ακόμη και να υφίσταται, θα σήμαινε απλώς ότι η Εναγόμενη δεν ήταν υποχρεωμένη με βάση τη Συμφωνία να παραδώσει το Διαμέρισμα στους Ενάγοντες. Όχι όμως ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση προς όφελος της Εναγομένης.

3.    Περαιτέρω, η Εναγόμενη επικαλείται τον όρο 3 της Συμφωνίας για να ισχυριστεί ότι έχει αποκλειστική κατοχή του Ακινήτου. Όπως αναφέρεται στον εν λόγω όρο, οι Ενάγοντες «…παραδίδουν την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας.» Όπως αναφέρεται στην παρ. 53(α) της ΕΔ Αποστόλου 3, οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τον εν λόγω όρο και παρέδωσαν στην Εναγόμενη ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Εναγόμενη κατέστη έκτοτε αποκλειστικός κάτοχος του Ακινήτου και ότι δύναται να αποκλείσει τους Ενάγοντες, οι οποίοι είναι εκ των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του Ακινήτου από τους κοινόχρηστους χώρους της Πολυκατοικίας, καθώς και από το Διαμέρισμά τους.

Ούτε υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας τυχόν απαίτησης της Εναγομένης εναντίον των Εναγόντων για παράνομη επέμβαση. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι Ενάγοντες είναι, μαζί με άλλα πρόσωπα, συνιδιοκτήτες των κοινόχρηστων χώρων, αλλά και ιδιοκτήτες του Διαμερίσματος. Επομένως, δεν συνιστούν επεμβασίες για σκοπούς του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και η Εναγόμενη δεν δύναται να αποκλείσει τους Ενάγοντες, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι και νόμιμοι ιδιοκτήτες, από την ακίνητη περιουσία τους (Delaney v T. P. Smith Ltd [1946] K.B. 393).

    v.        Τρίτη προϋπόθεση άρθρου 32

Περαιτέρω, ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 πληρούται. Ο λόγος είναι κατά την άποψή μου προφανής: Δεν υπάρχει πιθανότητα να μην μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε  περίπτωση που δεν εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα, για τον απλό λόγο ότι οι ενδιάμεσες θεραπείες που ζητούνται είναι παντελώς άσχετες με τις τελικές θεραπείες που ζητούνται στην Ανταπαίτηση. Επομένως, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ουδόλως θα επηρεαστεί η δυνατότητα εκτέλεσης τυχόν απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον των Εναγόντων στην Ανταπαίτηση. Απολύτως σχετική είναι η απόφαση Preford Ltd ν Bomar Navigation Co Ltd (1994) 1 ΑΑΔ 277, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

«Η τύχη της αίτησης προκαθορίζεται από το γεγονός ότι η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι δυνατό να συσχετισθεί προς τις ανάγκες της υπόθεσης όπως αυτές διαγράφονται από τις ίδιες τις τελικές θεραπείες που επιζητούν οι ενάγοντες.  Και με την υπόθεση ότι θα φανεί στο τέλος ότι πράγματι οι εναγόμενοι άδικα ή παράνομα ή αντισυμβατικά κατακρατούν τα φορτία, σε καμιά περίπτωση δεν θα εκδοθεί τελικό διάταγμα με περιεχόμενο όπως αυτό που επιδιώκεται τώρα, γιατί δεν αξιώνεται κάτι τέτοιο.  Αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.  14/60) στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι εκτός αν εκδοθεί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

Δεν μπορώ να δω με ποιό τρόπο είναι δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εγκριθεί η αίτηση.  Ούτε η παροχή των θεραπειών που ζητούν οι ενάγοντες ούτε η εκτέλεση της όποιας απόφασης η οποία ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ τους θα επηρεαστούν ανάλογα με το αν θα εκδοθεί ή όχι το διάταγμα που ζητούν τώρα.»

Εν πάση περιπτώσει, ουδόλως προκύπτει από τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη ότι η ζημιά που θα πάθει ένεκα των ενεργειών των Εναγόντων δεν είναι αποτιμητή εις χρήμα. Η θέση της Εναγομένης είναι ότι υπάρχει πιθανότητα να παραβιάσει συμβατικές της υποχρεώσεις προς τρίτα πρόσωπα και ότι οι ενέργειες των Εναγόντων προκαλούν οικονομική απώλεια προς την Εναγόμενη. Η θεραπεία για παράβαση σύμβασης είναι κατ’ αρχήν οι αποζημιώσεις (Μέρος VIII του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 και Chitty on Contracts 36η έκδοση, παρ. 30-001). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά από την Εναγόμενη ότι η ζημιά που πιθανό να προκληθεί δεν θα είναι χρηματική.

Είναι νομολογημένο ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συναρτάται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπου οι αποζημιώσεις συνιστούν επαρκή θεραπεία, δεν εκδίδεται κατ’ αρχήν ενδιάμεσο διάταγμα. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, Διατάγματα, σελ. 132:

«Η συγκεκριμένη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται περισσότερο με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων……………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………..

Δηλαδή, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την καταχώρηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη.»

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες είναι αφερέγγυοι (Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (2009) 1Β ΑΑΔ 1040). Τουναντίον, κατά την ακρόαση της Αίτησης, δηλώθηκε από κοινού ότι οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες ακόμη δύο διαμερισμάτων, στην πολυκατοικία «EMBLEM HAVEN».

   vi.        Ισοζύγιο της ευχέρειας

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρω και το εξής πολύ σημαντικό: Δεν είναι αντιληπτό πώς με τα αιτούμενα διατάγματα θα διατηρηθεί το status quo, με δεδομένο ότι εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι Ενάγοντες θα αποκλειστούν από τους κοινόχρηστους χώρους της Πολυκατοικίας, αλλά και από το ίδιο το Διαμέρισμά τους. Μάλιστα, με την Αίτηση, ζητείται, μεταξύ άλλων, να τους απαγορευτεί να πωλήσουν και/ή να ενοικιάσουν το Διαμέρισμά τους.

Όπως θα επεξηγήσω στη συνέχεια, κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να επιτραπεί και η παρούσα πρόκειται για περίπτωση όπου το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Διαμερίσματος και των κοινόχρηστων χώρων της Πολυκατοικίας δεν αποτελούν το αντικείμενο αμφισβήτησης, είτε στην Απαίτηση είτε στην Ανταπαίτηση. Με άλλα λόγια, η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ιδιοκτησιακού δικαιώματος των Εναγόντων επί του Διαμερίσματος, καθώς και επί των κοινόχρηστων χώρων, ούτε και ισχυρίζεται η ίδια ότι έχει ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του Διαμερίσματος.

Υπό τις περιστάσεις, τα ενδιάμεσα διατάγματα όχι μόνο δεν θα διατηρήσουν το status quo, αλλά αντιθέτως, θα το αντιστρέψουν, αφού θα αποστερήσουν τους Ενάγοντες από το Διαμέρισμά τους και την είσοδό τους στους κοινόχρηστους χώρους της Πολυκατοικίας, αλλά και από του να εκμεταλλευτούν το Διαμέρισμά τους. Αδιαμφισβήτητα, η ζημιά που θα προκληθεί στους Ενάγοντες θα είναι μεγάλη.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης.

 

 

(Υπ.) ………………………….

Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Ο όρος 8 της Συμφωνίας προνοεί ότι: «Η κατοχή και η παράδοση του διαμερίσματος προς τους «Β’ Συμβαλλόμενους» [Ενάγοντες] θα γίνει εντός (10) δέκα ημερών από την γραπτή ειδοποίηση που θα σταλεί από την «Α’ Συμβαλλόμενη» [Εναγόμενη] προς αυτούς.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο