Halimeda International Ltd ν. Μaple Ridge Limited, Αρ. Aπαίτησης: 2/2025, 12/6/2026
print
Τίτλος:
Halimeda International Ltd ν. Μaple Ridge Limited, Αρ. Aπαίτησης: 2/2025, 12/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Aπαίτησης: 2/2025

(i-justice)

ΣΕ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΜΕΤΑΞΥ:

   Halimeda International Ltd                                                                                              Eναγόντων

και

 

        Μaple Ridge Limited                                                                                                       Eναγόμενων

ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

ΜΕΤΑΞΥ:                 

    Halimeda International Ltd

                                                                                                                    Εναγόντων

και

 

   Μaple Ridge Limited

       Εναγόμενων

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Ημερ.: 12/06/2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τους Ενάγοντες: κ. Στ. Παύλου με κα. Κ. Φιλιππίδου  για κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Λύτρας για κ.κ. Michael Kyprianou & Co LLC.

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Eνάγοντες αξιώνουν, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Διαιτητική Απαίτηση, «Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση της Τελικής Μερικής Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 02.11.2024 («Partial Final Award») που εκδόθηκε υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης – Καθ’ ης η Αίτηση, ως αυτή τροποποιήθηκε με το Μνημόνιο ημερομηνίας 03/12/2024 που αποτελεί μέρος της Τελικής Μερικής Διαιτητικής Απόφασης («Memorandum Forming Part of Partial Award Dated 2 November 2024») στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας με αριθμό 204884 που διεξάχθηκε μεταξύ Ενάγουσας – Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση στο Διαιτητικό Δικαστήριο LCIA (London Court of International Arbitration).»

 

H Aπαίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου Ν.101/1987.

 

Η Απαίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα Άρθρα 2, 3, 7, 16, 18, 19, 20, 31, 33, 34, 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν. 101/1987), στα Άρθρα 1 - 6 του περί  Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121(Ι)/2000) και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί και συγκεκριμένα στα Μέρη 1, 2, 3, 8, 32, 39, 44 και 47.

 

Η Απαίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση (αρ.1) του κ. Ματθαίου Ζακχαίου, ημερομηνίας 26/02/2025, ο οποίος είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί, στην παρούσα Απαίτηση, τους Ενάγοντες. Το ίδιο πιο πάνω πρόσωπο, καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση (αρ.2) ημερομηνίας 13/06/2025.

 

Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στις 05/05/2025, προβάλλοντας 5 λόγους ένστασης, ως ακολούθως:

 

1.    «Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Απαίτησης και/ή οι προϋποθέσεις παροχής της αξιούμενης θεραπείας για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Τελικής Μερικής Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 2/11/2024 ως αυτή τροποποιήθηκε με το Μνημόνιο ημερομηνίας 3/12/2024 («η Διαιτητική Απόφαση»), που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας με αρ. 204884 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) («η Διαιτησία»).

 

2.    Η Απαίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή στερείται νομικού υποβάθρου και/ή η νομική βάση της Απαίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. Συγκεκριμένα:

 

(α)       Η Απαίτηση θα έπρεπε να εδράζεται και/ή να είχε υποβληθεί δυνάμει της Σύμβασης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της 10ης Ιουνίου 1958 («η Σύμβαση της Νέας Υόρκης») και του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και  Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου του 1979 (Νόμος 84/1979).

 

(β)       Η Διαιτητική Απόφαση δεν δύναται να τύχει αναγνώρισης και εκτέλεσης και/ή η Αίτηση δεν δύναται να εξεταστεί παρά μόνο δυνάμει και/ή συμφώνως των προνοιών της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του Νόμου 84/1979.  Οι πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Νόμος 101/1987) δεν επαρκούν από μόνες τους για έγκριση της Απαίτησης και/ή για την έκδοση διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης.

 

(γ)        Ούτε η Σύμβαση της Νέας Υόρκης ούτε ο Νόμος 84/1979 περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Απαίτησης.

 

(δ)        Η προϋπόθεση της αμοιβαιότητας, η οποία τίθεται από το Κυπριακό δίκαιο και/ή από τον περί  Αποφάσεων Αλλοδαπών  Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Σύμβασης) Νόμο του 2000 (Νόμος 121(Ι)2000) και/ή τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και το Νόμο 84/1979 ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ελλείπει από τη νομική βάση της Απαίτησης.

 

3.    Δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που προνοεί το άρθρο IV(2) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και/ή του Νόμου 84/1979. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μετάφραση στα ελληνικά των εγγράφων που προνοούνται στο άρθρο IV(1)(α) και (β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και/ή του Νόμου 84/1979, ήτοι της Διαιτητικής Απόφασης και της συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς στη Διαιτησία.

 

4.    Η Απαίτηση δέον όπως απορριφθεί δυνάμει του άρθρου V(1)(β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και/ή του Νόμου 84/1979 και/ή δυνάμει του άρθρου 36(1)(α)(ΙΙ) του Νόμου 101/1987, καθότι η Εναγόμενη δεν είχε τη δυνατότητα και/ή εμποδίστηκε και/ή στερήθηκε την ευκαιρία να παρουσιάσει και/ή αναπτύξει δεόντως και/ή πλήρως την υπόθεση της στη Διαιτησία.

 

5.    Η Απαίτηση δέον όπως απορριφθεί δυνάμει του άρθρου V(2)(β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και/ή του Νόμου 84/1979 και/ή δυνάμει του άρθρου 36(1)(β)(ΙΙ) του Νόμου 101/1987, καθότι τυχόν αναγνώριση ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν είχε τη δυνατότητα και/ή εμποδίστηκε και/ή στερήθηκε την ευκαιρία να παρουσιάσει και/ή αναπτύξει δεόντως και/ή πλήρως την υπόθεση της στη Διαιτησία, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος της Εναγόμενης σε δίκαιη δίκη το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της ισότητας των όπλων και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.»

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση (αρ.1) της κας Μικαελένας Κόκκινου ημερομηνίας 05/05/2025, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία η οποία εκπροσωπεί τους Εναγόμενους στην παρούσα διαδικασία. Το ίδιο πρόσωπο καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση (αρ.2) στις 07/07/2025.

 

Όπως προκύπτει από την μαρτυρία που παρουσίασαν οι Ενάγοντες, τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι Εναγόμενοι αποτελούν εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Αντικείμενο της Διαιτητικής Διαδικασίας ήταν η οφειλή των Εναγόμενων προς τους Ενάγοντες στην βάση συγκεκριμένων συμφωνιών δανείου (τεκμήρια 8 – 11) και στις οποίες περιλαμβάνεται και η σχετική συμφωνία για υποβολή διαφορών σε διαιτησία.

Η Διαιτητική Διαδικασία, διεξάχθηκε μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων και της εταιρείας Far East Capital Limited S.A. . Όπως αναφέρεται, η εν λόγω εταιρεία προστέθηκε ως ονομαστική εναγόμενη (nominal defendant) στη Διαιτητική Διαδικασία, επειδή οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν τη δυνατότητα εκχώρησης των δανείων από την Far East Capital στους Ενάγοντες. Ωστόσο με προηγούμενη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 06/02/2023, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Διαιτητική Διαδικασίας (η οποία απόφαση επισυνάπτεται στη Διαιτητική Απόφαση), το Διαιτητικό Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι οι Ενάγοντες ήταν οι εκδοχείς (assignee) των εν λόγω δανείων και είχαν το δικαίωμα να προωθήσουν τη Διαιτητική Διαδικασία κατά των Εναγόμενων. Ως εκ τούτου, δεν προωθήθηκαν αξιώσεις εναντίον της Far East Capital στη Διαιτητική Διαδικασία και οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν με την παρούσα διαδικασία την αναγνώριση της Διαιτητικής Απόφασης κατά της εν λόγω εταιρείας.

 

Μετά την απόρριψη της πιο πάνω υπερασπιστικής γραμμής και άλλων υπερασπιστικών γραμμών των Εναγόμενων, με την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/02/2023, είχε παραμείνει μόνο προς επίλυση η υπεράσπιση που είχαν προβάλει οι Εναγόμενοι για κατάχρηση διαδικασίας και συνομωσία, η οποία με βάσει τα γεγονότα θα μπορούσε να ισοδυναμεί με συμψηφισμό με τις απαιτήσεις σε σχέση με τα δάνεια. Ακολούθως, οι Εναγόμενοι απέσυραν και τις εν λόγω υπερασπίσεις και συνεπώς δεν παρέμεινε άλλη υπερασπιστική γραμμή για να εξεταστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Επιπλέον, και τα δύο μέρη συμφώνησαν ότι η Διαιτητική Απόφαση θα έπρεπε να καθορίζει το ποσό της οφειλής των Εναγόμενων υπό τις συμφωνίες δανείου και να παραμείνει μόνο το θέμα των εξόδων της διαδικασίας για να αποφασιστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο μεταγενέστερα με νέα συμπληρωματική διαιτητική απόφαση. Μέσω της Διαιτητικής Απόφασης αποφασίστηκε η οφειλή των Εναγόμενων προς τους Εναγόμενους καθώς και οι τόκοι.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση του κ. Ζακχαίου ως τεκμήριο 3 πιστοποιημένο/κυρωμένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 02/11/2024, στα Αγγλικά καθώς επίσης πιστοποιημένο/κυρωμένο αντίγραφο του Μνημονίου ημερομηνίας 03/12/2024, το οποίο αφορά τη διόρθωση τυπογραφικών λαθών στην Απόφαση. 

 

Οι Εναγόμενοι με την μαρτυρία τους, προβάλλουν τη θέση ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης καθότι ήταν άδικη η διαδικαστική διαδικασία που έλαβε χώρα στο διαιτητικό Δικαστήριο. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γνωμάτευση του δικηγόρου κ. Gareth James Keillor, συνεταίρου στην δικηγορική εταιρεία Seldore, οι οποίοι εκπροσώπησαν την Εναγόμενη στην διαιτησία, στην οποία γίνεται αναφορά και παραπέμπουν σε αυτήν για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι εγείρεται ζήτημα δημόσιας τάξης και παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.

 

Η διαιτητική διαδικασία δεν αφορούσε απλώς μια απλή απαίτηση για χρέος. Η υποκείμενη διαφορά σχετιζόταν με μια συνωμοσία στην οποία ενεπλάκη η Ενάγουσα και άλλα εχθρικά μέρη, με σκοπό την αποστέρηση του ελέγχου διαφόρων περιουσιακών στοιχείων από τον τελικό δικαιούχο της Εναγόμενης, Ziyavudin Magomedov (« κ. Magomedov»), όπως λεπτομερώς εξηγείται στην γνωμάτευση.

 

Όσον αφορά την διαδικασία στη διαιτησία, προβάλλεται η θέση ότι κατόπιν εκτεταμένης διαδικασίας προσκόμισης εγγράφων στη Διαιτησία, η οποία περιλάμβανε και διαδικασία προσκόμισης εγγράφων από τρίτους, η Εναγόμενη παρεμποδίστηκε σε κάθε προσπάθεια της να εξασφαλίσει έγγραφα που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στη συνωμοσία και στις ενέργειες της Ενάγουσας αναφορικά με τη συνωμοσία αυτή. Μετά την αποτυχία της διαδικασίας προσκόμισης εγγράφων από τρίτους, δεν έγινε δεκτή η θέση της Εναγόμενης ως προς το τί αυτή θεωρούσε ως τη μόνη λογική πορεία, δηλαδή την αναβολή της διαιτητικής διαδικασίας εν αναμονή της αποκάλυψης εγγράφων στο πλαίσιο των Διαδικασιών UMC (UMC Proceedings), παραπέμποντας στην γνωμάτευση η οποία τα επεξηγεί.

 

Η Εναγόμενη αποτελεί μέρος μιας εταιρικής δομής (του “SGS Investment Branch”) που ανήκει και ελέγχεται εξ ολοκλήρου από τον κ. Magomedov και της οποίας το κύριο περιουσιακό στοιχείο είναι μετοχές στη FESCO. H FESCO είναι ένα περιουσιακό στοιχείο υψηλής οικονομικής αξίας και στρατηγικής σημασίας και είναι επίσης η μητρική εταιρεία της Ενάγουσας. Η Far East είναι, επίσης, θυγατρική της FESCO.

 

Η θέση της Εναγόμενης είναι ότι ο Όμιλος FESCO υπήρξε και συνεχίζει να είναι αντικείμενο μιας εταιρικής «επίθεσης» (corporate raid), η οποία έχει υλοποιηθεί στο πλαίσιο μιας συνωμοσίας με παράνομα μέσα, με τελικό σκοπό την αποστέρηση από το SGS Investment Branch (και κατ’ επέκταση από τον κ. Magomedov) της συμμετοχής του στον Όμιλο FESCO. Κάποιες από τις επιχειρήσεις του κ. Magomedov στη Ρωσία έχουν μεταβιβαστεί στην ιδιοκτησία και/ή στον έλεγχο διαφόρων ρωσικών κρατικών εταιρειών και οργανισμών, ενώ ο ίδιος ο κ. Magomedov συνελήφθη και κρατείται στη φυλακή από το Μάρτιο του 2018.

 

Η Διαιτησία ξεκίνησε από την Ενάγουσα στις 16/09/2020, υποτίθεται με σκοπό την είσπραξη ενός ανεξόφλητου χρέους απορρέοντος από δύο δάνεια της Εναγόμενης. Η θέση της Εναγόμενης, είναι ότι η Ενάγουσα ξεκίνησε τη Διαιτησία στο πλαίσιο και προς υλοποίηση της συνωμοσίας και ως εκ τούτου, για ένα αθέμιτο και ανάρμοστο σκοπό, γεγονός που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Παρότι τα δάνεια της Εναγόμενης δεν αμφισβητούνται, εντούτοις υπήρχαν άλλες διαθέσιμες επιλογές για τη FESCO και την Ενάγουσα (όπως το «Project Moonlight») που θα καθιστούσαν αχρείαστη την ανάγκη της Ενάγουσας για προσφυγή σε αυτή τη διαιτησία και αυτή ήταν μέρος της συνωμοσίας. Οι υπόλοιπες ενέργειες που φέρεται να προέβη η Ενάγουσα, στα πλαίσια της ισχυριζόμενης συνωμοσίας, ήταν οι Διαδικασίες Sian και τα Κυπριακά Απαγορευτικά Διατάγματα, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 37 – 45 της γνωμάτευσης.

 

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στην Διαιτησία η Ενάγουσα προσκόμισε ανεπαρκή έγγραφα και υπονόμευσε τον ισχυρισμό της Εναγόμενης περί της ύπαρξης συνωμοσίας. Ως εκ τούτου στις 13/06/2024 υποβλήθηκε αίτηση για αναβολή της προγραμματισμένης τελικής ακροαματικής διαδικασίας και για προσκόμιση περαιτέρω εγγράφων από τη Ενάγουσα, καθότι η συνέχιση της διαδικασίας επί της ουσίας, ως είχε προγραμματιστεί θα ήταν άδικη εν όψει έλλειψης σημαντικών εγγράφων.

 

Το προφανές συμπέρασμα από την έλλειψη εγγράφων είναι ότι είτε η Ενάγουσα ενέργησε συγκεκαλυμμένα ώστε να αποφύγει την προσκόμιση επιβαρυντικών για εκείνη εγγράφων, είτε, τουλάχιστον, ενεργούσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αποκλειστικά κατ’ εντολή τρίτων (καθιστώντας έτσι πιθανό να μην είχε η ίδια έγγραφα).

 

Το Δικαστήριο διέταξε την Ενάγουσα να προσκομίσει ένα κατάλογο προνομιούχων εγγράφων σε σχέση με διάφορα σημαντικά αιτήματα για έγγραφα που υπέβαλε η Ενάγουσα αναφορικά με τη συνωμοσία. Ωστόσο, όλα σχεδόν τα 30 έγγραφα που προσκόμισε χρονολογούνται μεταγενέστερα από τα γεγονότα τα οποία, κατά την Εναγόμενη, καταδεικνύουν τη συμμετοχή της Ενάγουσας στη συνωμοσία. Η δε μητρική εταιρεία της Ενάγουσας, FESCO δεν προσκόμισε έγγραφα στη συγκεκριμένη διαιτησία και δεν κατέστη εφικτό για να το πράξει.

 

Ενόψει της απουσίας οποιασδήποτε ουσιαστικής προσκόμισης εγγράφων από τη Ενάγουσα, ήταν κρίσιμης σημασίας η απόκτηση εγγράφων από τρίτα πρόσωπα που συμμετείχαν στη συνωμοσία. Το Διαιτητικό Δικαστήριο ενέκρινε τη διαδικασία προσκόμισης εγγράφων από τρίτους και η Εναγόμενη προέβη σε εκτεταμένα βήματα για να εξασφαλίσει τέτοια έγγραφα, τα οποία δεν απέδωσαν οποιοδήποτε έγγραφο.

 

Η θέση της Εναγόμενης είναι ότι ήταν εύλογο να αναμένεται ενεργός συνεργασία από τη FESCO, όσον αφορά την προσκόμιση εγγράφων. Παρά το γεγονός ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο διέταξε ειδική διαδικασία προσκόμισης εγγράφων από τη FESCO στο πλαίσιο της Διαιτησίας, η διαδικασία αυτή εντέλει εφαρμόστηκε μόνο για ένα περιορισμένο κοινό αίτημα προς τη FESCO, λόγω έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να εγκρίνει οποιοδήποτε μονομερές αίτημα προς τη FESCO, περιλαμβανομένων των αιτημάτων της Εναγόμενης για έγγραφα από τη FESCO που σχετίζονται με τον κεντρικό ρόλο της (όπως ισχυρίζεται η Εναγόμενη) στη συνωμοσία. Η Εναγόμενη, επίσης, δεν κατάφερε να λάβει οποιαδήποτε έγγραφα από την Far East, στην οποία επετράπη από το Διαιτητικό Δικαστήριο απλώς να αγνοήσει τα αιτήματα προσκόμισης εγγράφων της Εναγόμενης, παρά το γεγονός ότι η ίδια η Far East ήταν διάδικος στη Διαιτησία.

 

Τα διαδικαστικά ζητήματα και η αδικία που αντιμετώπισε η Εναγόμενη στην προσπάθεια της να αποκτήσει σχετικό αποδεικτικό υλικό στο πλαίσιο της Διαιτησίας αναλύονται στην Ενότητα D της Γνωμάτευσης Seladore και για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτήν, η σαφής θέση της Εναγόμενης είναι ότι εμποδίστηκε σε κάθε προσπάθεια να εξασφαλίσει έγγραφα που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στη συνωμοσία και στα υποκείμενα πραγματικά περιστατικά, περιλαμβανομένων και εγγράφων από τη μητρική εταιρεία της Ενάγουσας, FESCO (καθώς και από εταιρείες του ομίλου εταιρειών). Με αυτόν τον τρόπο, η Ενάγουσα και η FESCO εξασφάλισαν τις ιδανικές συνθήκες για να αποκρύψουν από το Διαιτητικό Δικαστήριο οποιαδήποτε συνωμοσία.

 

Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει πλήρως και δεόντως τη θέση της περί τα πράγματα, δεδομένης της σχεδόν απόλυτης αδυναμίας να εξασφαλίσει έγκαιρα έγγραφα σχετικά με θεμελιώδες πτυχές της υπόθεσης της. Πλην, όμως λαμβάνοντας υπόψη τη πιθανότητα (κατά το χρόνο υποβολής της Αίτησης Αναβολής) να έρθει στο φως πρόσθετο μαρτυρικό υλικό στο πλαίσιο των Διαδικασιών UMC που θα καταδείκνυαν την ύπαρξη συνωμοσίας και τη συμμετοχή της Ενάγουσας σε αυτή, η Εναγόμενη είχε την ελπίδα ότι η ικανότητα της να παρουσιάσει τη θέση της επί των γεγονότων κατά την ακρόαση επί της ουσίας της Διαιτησίας ήταν πιθανό να μεταβληθεί εν ευθέτω χρόνω. Ως εκ τούτου, μέσω της Αίτησης Αναβολής, ζήτησε την αναβολή της τελικής ακρόασης επί της ουσίας μέχρις ότου ολοκληρωνόταν η αποκάλυψη εγγράφων στις Διαδικασίες UMC.

 

Το Διαιτητικό Δικαστήριο, ωστόσο απέρριψε την Αίτηση Αναβολής για τους λόγους που παρατίθεται στην Ενότητα D της γνωμάτευσης (απόρριψη η οποία, σύμφωνα με την Εναγόμενη, προκάλεσε αδικία στην ίδια). Η Εναγόμενη δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποσύρει την ένσταση συνωμοσίας στο πλαίσιο της Διαιτησίας και δεν προέβαλε αντίρρηση ως προς την έκδοση απόφασης εις βάρος της, δεδομένης της αδυναμίας της να αποδείξει την υπόθεση της ελλείψει σχετικού αποδεικτικού υλικού.

 

Γίνεται, επίσης, αναφορά στις διαδικασίες UMC, οι οποίες άρχισαν ενώπιον του Αγγλικού High Court από δέκα ενάγοντες που ανήκουν στο SGS Investment BranchEνάγοντες UMC») περιλαμβανομένων του κ. Magomedov και της Εναγόμενης, και αφορούν δύο συνωμοσίες με παράνομα μέσα, όπως προβάλλονται από τους Ενάγοντες UMC, μία εκ των οποίων αναφέρεται στις Διαδικασίες UMC ως η «Συνωμοσία FESCO», η οποία στην ουσία ταυτίζεται με τη συνωμοσία που παρουσίασε η Εναγόμενη στο πλαίσιο της Διαιτησίας προς υποστήριξη της υπεράσπισης της. Εννέα από τους δέκα Ενάγοντες UMC εγείρουν αξίωση σε σχέση με τη Συνωμοσία FESCO.

 

Στις 17/02/2025, ο Δικαστής Bright απέρριψε τις αγωγές κατά των Πρώτου έως Εβδόμου Εναγόμενων UMC (τα μέρη ΤPG , τα οποία δεν αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία) και έκανε δεκτές τις ενστάσεις έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του Αγγλικού High Court από όλους τους λοιπούς Εναγόμενους UMC.

 

Ωστόσο το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συντρέχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί συμμετοχής της Ενάγουσας στη συνωμοσία επισημαίνοντας σημαντικές διαφορές σχετικά με τα περιστατικά που έχρηζαν δικαστικής επίλυσης.

 

Πέραν των πιο πάνω, γίνεται αναφορά σε νομικά ζητήματα και ότι η Απαίτηση δεν δύναται να εγκριθεί καθότι στη νομική της βάση δεν περιλαμβάνεται η Σύμβαση της Νέας Υόρκης και ο κυρωτικός Νόμος 84/1979. Οι διατάξεις του Νόμου 101/1987 δεν μπορούν αυτοτελώς να θεμελιώσουν τη νομική βάση για την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης.

 

Περαιτέρω, υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του Άρθρου IV(2) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του Νόμου 84/1979 και συγκεκριμένα ότι δεν επισυνάπτονται επίσημες πιστοποιημένες μεταφράσεις της διαιτητικής απόφασης καθώς και της συμφωνίας για επίλυση της διαφοράς μέσω διαιτησίας, στην επίσημη γλώσσα του κράτους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση, δηλαδή στην ελληνική.

 

Στην παρούσα περίπτωση, επίσης, η Απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στη βάση του Άρθρου V(1)(b) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του Νόμου 84/1979 καθώς και του Άρθρου 36(1)(α)(ii) του Νόμου 101/1987. Δηλαδή, η Εναγόμενη δεν είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεση της στη διαιτησία. Συγκεκριμένα, η απόρριψη της Αίτησης Αναβολής ουσιαστικά στέρησε από την Εναγόμενη τη δυνατότητα να παρουσιάσει πλήρως και δεόντως στη Διαιτησία την υπόθεση της για συνωμοσία εις βάρος της και να υπερασπιστεί τον εαυτό της αποτελεσματικά. Εάν η Αίτηση Αναβολής είχε εγκριθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο, η Εναγόμενη θα είχε τη δυνατότητα να συλλέξει τα αναγκαία και σχετικά αποδεικτικά στοιχεία από τις Διαδικασίες UMC και να τα παρουσιάσει στη Διαιτησία προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της περί συνωμοσίας εναντίον της Ενάγουσας.

 

Για τον λόγο αυτό, η απόρριψη της Αίτησης Αναβολής εξανάγκασε την Εναγόμενη να αποσύρει την υπεράσπιση περί συνωμοσίας και ουσιαστικά να παραμείνει χωρίς καμία ουσιαστική υπεράσπιση στη Διαιτησία. Υπό το πρίσμα αυτό, η Εναγόμενη υπέστη άδικη μεταχείριση από το Διαιτητικό Δικαστήριο, καθώς ουσιαστικά εμποδίστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

 

Η απόρριψη της Αίτησης Αναβολής από το Δικαστήριο και η αποστέρηση από την Εναγόμενη της δυνατότητας να παρουσιάσει την υπόθεση της και να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό της στη Διαιτησία συνιστούν παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων, καθώς και των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Αυτές οι αρχές συνιστούν θεμελιώδη δικαιώματα κάθε προσώπου, τα οποία εγγυάται το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ως εκ τούτου, αυτές οι αρχές είναι εγγενείς στην Κυπριακή και Ευρωπαϊκή Έννομη τάξη και η παραβίαση τους αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης. Συνεπώς, η Απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για αυτό το λόγο, σύμφωνα με το Άρθρο V(2)(b) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του Νόμου 84/1979 καθώς και το Άρθρο 36(1)(β)(ii) του Νόμου 101/1987.

 

Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ζακχαίου, εκ μέρους της Ενάγουσας, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της ένστασης στην ολότητα τους και ισχυρίζεται ότι η προσπάθεια της Εναγόμενης είναι αποπροσανατολίσει από τα πραγματικά επίδικα θέματα. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης δεν εμπίπτουν σε καμία από τις νομικά προβλεπόμενες εξαιρέσεις και είναι εντελώς άσχετοι με την παρούσα διαδικασία.

 

Περαιτέρω, εάν υπήρχε οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με τη Διαιτητική Διαδικασία ή το κύρος της Διαιτητικής Απόφασης, αυτή θα έπρεπε να είχε προβληθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων της Αγγλίας, όπου και διεξήχθη η Διαιτητική Διαδικασία, και όχι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο καλείται αποκλειστικά να εγγράψει και να επιτρέψει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης και όχι να την επανεξετάσει επί της ουσίας της. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, επισυνάπτει τη 2η Νομική Γνωμάτευση Shantanu, με αντικείμενο το υφιστάμενο δίκαιο της Αγγλίας και την προβλεπόμενη διαδικασία για την προσβολή διεθνούς διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στο Λονδίνο, σύμφωνα με τον Αγγλικό Νόμο περί Διαιτησίας του 1996 (Arbitration Act 1996). H Eναγόμενη δεν το έπραξε και ως εκ τούτου η Διαιτητική Απόφαση είναι πλέον τελεσίδικη και δεσμευτική.

 

Επιπρόσθετα, ακόμη και η Εναγόμενη να είχε καταχωρίσει έφεση για σοβαρή παρατυπία, αυτή θα απορριπτόταν εφόσον μπορούσε να αποδειχθεί ότι το αποτέλεσμα της Διαιτησίας δεν θα διέφερε, ακόμη και χωρίς την κατ’ ισχυρισμό παρατυπία. Η απόρριψη, στις 03/06/2025, της αίτησης της Εναγόμενης ενώπιον του Εφετείου για άδεια να ασκήσει έφεση κατά της απόρριψης της υπόθεσης UMC, επιβεβαιώνει ότι το αποτέλεσμα της Διαιτησίας δεν θα ήταν διαφορετικό. Και τούτο, διότι ακόμη και το αίτημα αναβολής να γινόταν αποδεχτό, η Εναγόμενη δεν θα είχε κατορθώσει, ούτε και τότε, να εξασφαλίσει τα έγγραφα που υποστήριζε ότι ήταν απαραίτητα για την επιτυχία της στη Διαιτησία.

Πέραν των πιο πάνω, απορρίπτεται η θέση ότι η Διαιτητική Απόφαση αντιβαίνει της δημόσιας τάξης της Κύπρου. Η υπεράσπιση αυτή προβάλλεται κατά τρόπο αυθαίρετο και καταχρηστικό και οι λόγοι που αναφέρονται άπτονται της ουσίας της διαιτητικής απόφασης. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να αμφισβητείται η ουσία ή το κύρος της Διαιτητικής Απόφασης ή του τρόπου με τον οποίο το Διαιτητικό Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια.

 

Όλα σχεδόν τα οποία προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία έχουν ήδη αποφασιστεί και δεόντως τεκμηριωθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο, στο βαθμό που αυτά είχαν εγερθεί στο πλαίσιο της Διαιτητικής Διαδικασίας. Όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που είχε υποβάλει η Εναγόμενη, το Διαιτητικό Δικαστήριο εξήγησε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής που είχε υποβληθεί από την Εναγόμενη σε πολυσέλιδη απόφαση του ημερομηνίας 15/07/2024, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 4 της Τελικής Διαιτητικής Απόφασης. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο ΜΖ-2 η εν λόγω απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου («Procedural Ruling») ημερομηνίας 15/07/2024.

 

Όπως προκύπτει από τις αναφορές του Δικαστηρίου στην παράγραφο 4 της Τελικής Απόφασης, έκρινε ότι «το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι θα προέκυπτε οποιαδήποτε αδικία εις βάρος της Εναγόμενης ή ότι θα υφίστατο οποιαδήποτε ουσιώδης βλάβη από τη διατήρηση της ημερομηνίας διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας». Επίσης, μετά την προαναφερόμενη απόφαση, η Εναγόμενη επιβεβαίωσε επίσημα, μέσω σχετικής επικοινωνίας προς το Διαιτητικό Δικαστήριο και με κοινοποίηση προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, ότι αποσύρει την υπεράσπιση της αναφορικά με τη συνωμοσία στη διαιτησία και ότι δεν προτίθεται να εναντιωθεί στην έκδοση απόφασης εναντίον της για το κύριο οφειλόμενο ποσό πλέον τόκων, καθώς και για τα εύλογα έξοδα της Ενάγουσας.

 

Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ή αρμοδιότητα είτε να επανεξετάσει είτε να ανατρέψει, άμεσα ή έμμεσα την κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί τέτοιων ζητημάτων.

Όσον αφορά τα νομικά ζητήματα τα οποία εγείρονται με την ένσταση, αυτά απορρίπτονται. Ισχυρίζεται, ο ενόρκως δηλών, ότι ορθά η Απαίτηση στηρίζεται στο Νόμο 101/1987, όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποφάσεων που έχουν διενεργηθεί και εκδοθεί εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν απαιτείται η σωρευτική επίκληση της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ή του Κυρωτικού Νόμο 84/1979. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιημένων μεταφράσεων στην ελληνική γλώσσα.

 

Επίσης, δεν αποδεικνύεται ουσιώδης παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης (natural justice) για να μπορεί να έχει εφαρμογή το Άρθρο 36(1)(α)(ii) του Νόμου 101/1987. Εκείνο το οποίο αποδεικνύεται είναι απλώς διαφωνία με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Τούτο δεν υποδηλώνει στέρηση του δικαιώματος υπεράσπισης.

 

Με την απαντητική ένορκη δήλωση της κας Μικαελένας Κόκκινου, ισχυρίζεται ότι η προσβολή διαιτητικής απόφασης βάσει του Άρθρου 68 του Αγγλικού Arbitration Act 1996, δεν αποτελεί προϋπόθεση σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο και διαδικασίες για να μπορεί η Εναγόμενη να ενστεί στην εκτέλεση εκείνης της διαιτητικής απόφασης, είτε στην Αγγλία είτε αλλού.

 

Ανεξάρτητα από τέτοια προσβολή της Διαιτητικής Απόφασης ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, το Κυπριακό Δικαστήριο έχει την εξουσία δυνάμει του Άρθρου V(2)(β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης να εξετάσει κατά πόσο η εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο θα παραβίαζε την Κυπριακή δημόσια τάξη στη βάση της παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της Εναγόμενης σε δίκαιη δίκη που προστατεύεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

 

Ακόμη και να ήταν αναγκαία η προσβολή της Διαιτητικής Απόφασης του Αγγλικό Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 68, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εγκρίνει την Απαίτηση αλλά να αναστείλει τη διαδικασία ούτως ώστε η Εναγόμενη να υποβάλει αίτηση στο Αγγλικό High Court για παράταση του χρόνου καταχώρησης σχετικής αίτησης για να προσβάλει τη Διαιτητική Απόφαση.

 

Όσον αφορά τις διαδικασίες UMC, οι Ενάγοντες εκεί (συμπεριλαμβανομένων και της Εναγόμενης στην παρούσα) είναι στη διαδικασία ετοιμασίας αίτησης βάσει του Κανονισμού 52.30 των Αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για επανάνοιγμα της αίτησης τους στο πλαίσιο των Διαδικασιών UMC για άδεια καταχώρησης έφεσης. Επομένως, εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα για την Εναγόμενη να εξασφαλίσει από τις Διαδικασίες UMC τα έγγραφα που θα της επέτρεπαν να παρουσιάσει τα γεγονότα και την υπεράσπιση της στη Διαιτησία πλήρως και δεόντως. Το Αγγλικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αξίωση για συνωμοσία εναντίον της Ενάγουσας αλλά αποφάσισε ότι η εν λόγω αξίωση θα πρέπει να προωθηθεί στην Κύπρο. Τα ευρήματα αυτά του Αγγλικού Δικαστηρίου είναι σημαντικά για την παρούσα Απαίτηση υπό την έννοια ότι σε σχέση με τη συμμετοχή της Ενάγουσας στη συνωμοσία εναντίον της Εναγόμενης οδηγούν στο συμπέρασμα πως τα σχετικά έγγραφα θα μπορούσαν πιθανώς να εξασφαλιστούν στα πλαίσια διαδικασιών στην παρούσα δικαιοδοσία. Σε τέτοια περίπτωση, η Εναγόμενη θα ήταν σε θέση να παρουσιάσει πλήρως και δεόντως την υπεράσπιση της στη Διαιτησία και έτσι το αποτέλεσμα στη Διαιτησία μπορεί να ήταν διαφορετικό.

 

Πέραν των πιο πάνω, επαναλαμβάνονται οι θέσεις της Εναγόμενης ότι η Διαιτητική Απόφαση είναι το αποτέλεσμα μιας άδικης δίκης εναντίον της και μιας διαδικασίας στην οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα της έχουν παραβιαστεί. Κατά συνέπεια, η εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο θα παραβίαζε την Κυπριακή δημόσια τάξη.

 

Απορρίπτεται η θέση, επίσης, ότι ο Νόμος 101/1987 εφαρμόζεται από μόνος του. Κάτι τέτοιο θα αγνοούσε τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και τους λόγους για τους οποίους η Δημοκρατία θέσπισε το Νόμο 84/1979, ήτοι για να εξουσιοδοτήσει την αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων στη βάση της αμοιβαιότητας.     

 

Η ακρόαση της παρούσας Απαίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν στον ηλεκτρονικό φάκελο. Επίσης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων είχαν την ευκαιρία να συμπληρώσουν τις αγορεύσεις τους προφορικά. Οι, εμπεριστατωμένες, αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ λεπτομερώς στα επιχειρήματα εκάστης πλευράς στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, κατωτέρω, θα αναφερθώ στην εν λόγω επιχειρηματολογία των συνηγόρων, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ:

 

Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στην παρούσα Απαίτηση είναι η νομοθετική βάση επί της οποίας αυτή θα πρέπει να εξεταστεί. H Eνάγουσα βασίζει την Απαίτηση της επί της Νόμου 101/1987 και στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων της, υποστηρίζει ότι είναι αυτό το νομοθέτημα που θα πρέπει να εφαρμοστεί, καθότι με βάση το UNCITRAL και στον σχετικό Οδηγό για την εφαρμογή του, είναι ευνοϊκότερο από την Σύμβαση της Νέας Υόρκης και σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή όταν υπάρχει ευνοϊκότερη εθνική νομοθεσία, αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται. Μάλιστα προχωρούν και υποστηρίζουν ότι δεν είναι ορθό η Απαίτηση τους να βασίζεται, τόσο στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών όσο και στο Νόμο 101/1987.

 

Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά της Εναγόμενης, υποστηρίζει ότι ο Νόμος 101/87 δεν μπορεί να αποτελεί την νομική βάση της Απαίτησης και ότι η Απαίτηση θα έπρεπε να στηρίζεται στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και τον Κυρωτικό Νόμο 84/79, ο οποίος υπερτερεί οποιασδήποτε εθνικής νομοθεσίας, δυνάμει του Άρθρου 169 του Συντάγματος.

 

Θα προχωρήσω να σκιαγραφήσω τις σχετικές πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης του 1958 (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79) καθώς και αυτές του Περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου, Ν. 101/1987.

 

Με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου ΙΙΙ της Σύμβασης, καθιερώνεται η υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοείται πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα δικαστή (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D., (1995) 1 Α.Α.Δ. 737, Ημερ. 28/07/1995).

 

Το πιο πάνω Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, διαλαμβάνει τα εξής:

 

Each Contracting State shall recognize arbitral awards as binding and enforce them in accordance with the rules of procedure of the territory where the award is relied upon, under the conditions laid down in the following articles. There shall not be imposed substantially more onerous conditions or higher fees or charges on the recognition or enforcement of arbitral awards to which this Convention applies than are imposed on the recognition or enforcement of domestic arbitral awards.”

 

Η Σύμβαση εφαρμόζεται σε αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες αφορούν εμπορικές διαφορές ή άλλα συναφή ζητήματα (βλ. Άρθρο Ι της Σύμβασης).

 

Το Άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τί απαιτείται για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων του είδους ως ανωτέρω, και έχει ως εξής:

 

“1. To obtain the recognition and enforcement mentioned in the preceding article, the party applying for recognition and enforcement shall, at the time of the application, supply:

 

(a) The duly authenticated original award or a duly certified copy thereof;

 

(b) The original agreement referred to in article II or a duly certified copy thereof.

 

2. If the said award or agreement is not made in an official language of the country in which the award is relied upon, the party applying for recognition and enforcement of the award shall produce a translation of these documents into such language. The translation shall be certified by an official or sworn translator or by a diplomatic or consular agent.

 

To Άρθρο ΙΙ της Σύμβασης αναφέρεται στη γραπτή συμφωνία των μερών για παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία.

 

Οι λόγοι άρνησης της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων είναι περιορισμένοι και καταγράφονται στο Άρθρο V της Σύμβασης.

 

O τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται η Σύμβαση εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω) ως ακολούθως:

 

«Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» (βλ. επίσης UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIUS HOLDINGS, Πολ. Έφεση Αρ. 49/2016, Ημερ. 13/11/2024).

 

Παρόμοιες πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων επί εμπορικών ζητημάτων και συναφών θεμάτων αναφέρονται και στα άρθρα 35 και 36 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/87), του οποίου η εφαρμογή, όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω), περιορίζεται αποκλειστικά επί των διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποτελεί αυτοτελή νομοθετική ρύθμιση που καθιστά τη διεθνή εμπορική διαιτησία μια αυτόνομη διαδικασία.

 

Το Άρθρο 35 του Ν.101/87, το οποίο είναι παρόμοιο με το Άρθρο IV της Σύμβασης, έχει ως εξής:

 

“(1) Η διαιτητική απόφαση, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική. Το Δικαστήριο, µετά από γραπτή αίτηση οποιουδήποτε των µερών, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος ή του επόμενου άρθρου.

 

(2) Το μέρος το οποίο επικαλείται τη διαιτητική απόφαση ή αιτείται την εκτέλεσή της, καταθέτει στο Δικαστήριο δεόντως θεωρηµένο πρωτότυπο ή κυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης:

 

Νοείται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η πιο πάνω αναφερόμενη διαιτητική απόφαση δεν είναι διατυπωμένη σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει από το εν λόγω μέρος την προσκόμιση μετάφρασής της σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας.»

 

Επίσης, το Άρθρο 36 του Ν.101/87 είναι παρόμοιο με το Άρθρο V της Σύμβασης, όσον αφορά τους λόγους άρνησης αναγνώριση και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης.

 

Ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος 121(Ι)/2000 ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση αναγνώρισης και εγγραφής. Στην UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIUS HOLDINGS (ανωτέρω), λέχθηκε ότι το ουσιαστικό δίκαιο περιλαμβάνεται στη Σύμβαση και ο Νόμος 121(Ι)/2000, ο οποίος αποτελεί νομοθέτημα έπεται της ιεραρχίας της πιο πάνω Σύμβασης. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο και ότι εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία, με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής (βλ. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης v. Καραμπάκη (2007) 1 Α.Α.Δ. 503).

Στην Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANK “BANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Έφεση Αρ. 71/2016, Ημερ. 16/03/2016, η οποία αφορούσε Αίτηση για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης που εξεδόθη στα πλαίσια Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας που διεξήχθη στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αποφασίστηκε ότι οι Νόμοι που τύγχαναν εφαρμογής ήταν ο Ν.84/79 και ο Ν.101/87 και μόνο για συγκεκριμένα διαδικαστικά θέματα, ο Ν.121(Ι)/2000. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο Ν.84/79 προνοεί ρητά ότι τα μόνα έγγραφα τα οποία ο αιτητής πρέπει να καταχωρίσει, είναι η Διαιτητική Απόφαση, η Συμφωνία για Παραπομπή της Διαφοράς σε Διαιτησία και επικυρωμένες μεταφράσεις αυτών. Ο δε Ν.101/87 προνοεί ακόμα λιγότερα απαραίτητα έγγραφα για την εγγραφή, εφόσον δεν επιβάλλει την προσκόμιση μεταφράσεων των προαναφερόμενων εγγράφων με την καταχώριση της αίτησης για εγγραφή (Άρθρο 35(2) του Ν.101/87).

 

Θα πρέπει να αναφερθεί, επίσης, ότι με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και το Μέρος 44, έχει ρυθμιστεί και δικονομικά ο τρόπος έναρξης της διαδικασίας αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων και τέτοιου είδους αιτήσεις υπέχουν τη θέση απαίτησης, σύμφωνα με τη διαδικασία του Μέρους 8.

 

Όπως έχει νομολογηθεί, επίσης, ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα Άρθρο IV και V της Σύμβασης, είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω), «Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του Άρθρο V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψη μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση.»

Το έργο του Δικαστηρίου, λοιπόν, κατά την εξέταση Απαίτησης για εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης, σύμφωνα με τους Νόμους 84/79 και 101/87 είναι περιορισμένο και οι λόγοι απόρριψης της αιτούμενης εγγραφής προσδιορίζονται σαφώς από το Άρθρο V του Ν.84/79 και το Άρθρο 36 του Ν.101/87 (βλ. Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANK “BANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) (ανωτέρω). Το Δικαστήριο δεν δύναται να επανεξετάσει την ουσία της διαφοράς, ειδικά όταν ο Καθ’ ου η αίτηση είχε την ευκαιρία να το πράξει στη Διαιτησία και δεν το έπραξε (βλ. Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 987 και Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd (2010) 1(A) A.A.Δ. 452).

 

Το ζητούμενο στην παρούσα, όμως, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει τις πρόνοιες της Σύμβασης ή τις πρόνοιες του Νόμου 101/1987. Όπως προκύπτει από διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις αλλά και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τέτοιου είδους Αιτήσεις στηρίζονταν σε αμφότερα τα νομοθετήματα, δηλαδή τόσο στη Σύμβαση και στον κυρωτικό Νόμο 84/1979 όσο και στο Νόμο 101/87. Ως εκ τούτου, δεν έχει διευκρινιστεί κατά ποσό ο Νόμος 101/87 θα μπορούσε, σε εκείνες τις περιπτώσεις, να εφαρμοστεί, ανεξάρτητα από τη Σύμβαση και το Νόμο 84/79.

 

Επί της ουσίας και σε ότι αφορά την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων, προκύπτει ο Νόμος 84/79 να απαιτεί μεταφράσεις σε σχέση με τις διαιτητικές αποφάσεις και τις συμφωνίες που περιέχουν τη ρήτρα διαιτησίας, στην γλώσσα του Κράτους στο οποίο επιχειρείται η αναγνώριση και εκτέλεση τους ενώ στο Νόμο 101/87, επαφίεται στη κρίση του Δικαστηρίου να απαιτήσει τέτοιου είδους μεταφράσεις.

 

Στην παρούσα, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, δεν έχουν προσκομιστεί τέτοιου είδους μεταφράσεις και κατά συνέπεια, καθίσταται αναγκαίο να κριθεί κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί ο Νόμος 101/87, οι πρόνοιες του οποίου για το ζήτημα αυτό δεν είναι επιτακτικές σε αντίθεση με αυτές της Σύμβασης και του Νόμου 84/79. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αναφορικά με το ποιο νομοθέτημα εφαρμόζεται στην παρούσα καθίσταται ουσιαστικό για την κρίση της παρούσας Απαίτησης και όχι μόνο ζήτημα ελλιπούς νομικής βάσης. Δηλαδή, ότι απλώς και μόνο δεν αναφέρεται στη νομική βάση η Σύμβαση και ο Κυρωτικός Νόμος 84/79.

 

Παρεμβάλω στο σημείο αυτό για να αναφέρω ότι η Εναγόμενη επιχειρηματολογεί στο  ότι ελλείπει από τη Νομική Βάση ο Νόμος 84/79 ενώ από την αντίπερα όχθη, η Ενάγουσα, πέραν της θέσης της ότι η Απαίτηση της δεν βασίζεται σε εκείνο το Νόμο αλλά μόνο στο Νόμο 101/1987, ισχυρίζεται ότι το Έντυπο 92 το οποίο προνοείται στο Μέρος 44, δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση. Δηλαδή, δεν επιβάλλει υποχρέωση αναφοράς της νομικής βάσης σε διαιτητικές Απαιτήσεις.

 

Το Μέρος 44.3(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προνοεί ότι η διαιτητική απαίτηση ξεκινά με την καταχώρηση εντύπου διαιτητικής απαίτησης σύμφωνα με τη διαδικασία του Μέρους 8. Το Μέρος 44.3(3) προνοεί ότι το έντυπο διαιτητικής απαίτησης πρέπει να είναι ουσιαστικά κατά τον τύπο ο οποίος παρατίθεται στο Έντυπο αρ. 92. Το Μέρος 44.4 αναφέρεται στο Έντυπο διαιτητικής απαίτησης και τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει. Ειδικότερα το Μέρος 44.4(δ) αναφέρει ότι το Έντυπο διαιτητικής απαίτησης «καθορίζει το άρθρο στους Περί Διαιτησίας Νόμους (ή άλλη νομοθεσία) δυνάμει του οποίου εγείρεται η απαίτηση».

 

Το Μέρος 44.4, λοιπόν, καθορίζει το περιεχόμενο του εντύπου 92, το οποίο, όπως προκύπτει, από την Ενότητα ΙΙ του Μέρους 44, είναι αυτό το οποίο εφαρμόζεται και θα πρέπει να χρησιμοποιείται και σε Αιτήσεις για την αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Το Μέρος 44.11(1) αναφέρει ότι «Αιτήσεις για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης υποβάλλονται χρησιμοποιώντας το έντυπο διαιτητικής απαίτησης Έντυπο 92. Κατά συνέπεια σε τέτοιου είδους Αιτήσεις ή Απαιτήσεις, θα πρέπει να αναφέρεται η νομική βάση επί της οποίας στηρίζονται.

 

Το Μέρος 44.11(4) προχωρεί και αναφέρει ότι τέτοιου είδους Αιτήσεις ή Απαιτήσεις θα πρέπει να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας, επίσης, καθορίζεται. Ειδικότερα, αναφέρονται τα εξής σχετικά:

 

«(4) Η αίτηση για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία:

(α) επισυνάπτονται ως τεκμήρια:

(i) [……}

(ii) όταν η αίτηση υποβάλλεται, δυνάμει του άρθρου 35(1) του Νόμου του 1987, τα έγγραφα τα οποία απαιτείται όπως προσκομιστούν από το άρθρο 35(2) του Νόμου αυτού· ή

(iii) όταν η αίτηση υποβάλλεται, δυνάμει του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμου του 1979, τα έγγραφα τα οποία απαιτείται όπως προσκομιστούν από το άρθρο IV του Πίνακα του Νόμου αυτού·»

 

Στην βάση των πιο πάνω δικονομικών προνοιών, προκύπτει ότι Αιτήσεις ή Απαιτήσεις για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, θα πρέπει να υποβάλλονται με έντυπο 92, το οποίο, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να περιλαμβάνει το άρθρο του Νόμου δυνάμει του οποίου εγείρονται, να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση και ανάλογα με τη νομική βάση, δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν στηρίζεται στο Νόμο 84/79, να επισυνάπτονται τα έγγραφα που απαιτούνται από το άρθρο IV ή αν στηρίζεται στο Νόμο 101/85 τα έγγραφα που απαιτούνται από το άρθρο 35(2) του Νόμου.

 

Οι πιο πάνω πρόνοιες είναι δικονομικές και ουδόλως καθορίζουν το ουσιαστικό δίκαιο το οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται. Δηλαδή, κατά πόσο εφαρμόζεται ο Νόμος 84/79 ή ο Νόμος 101/87. Το πεδίο εφαρμογής εκάστου Νόμου θα πρέπει να ανευρεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πρόνοιες του.

 

Επανερχόμενος λοιπόν, στο κύριο ερώτημα στην παρούσα Απαίτηση και εφόσον αυτή στηρίζεται στο Νόμο 101/87, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο αυτή η νομοθεσία καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση.

 

Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2(2) του Νόμου 101/87:

 

« «Διεθνής» είναι η διαιτησία:

(α) [….]

(β) αν ένας από τους ακόλουθους τόπους ευρίσκεται εκτός του κράτους, στο οποίο τα μέρη της συμφωνίας έχουν την έδρα των εργασιών τους:

(ι) ο τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας, εφόσο αυτός ορίστηκε μέσα στη συμφωνία περί διαιτησίας, ή κατά τους όρους της συμφωνίας περί διαιτησίας·»

 

Στην παρούσα περίπτωση, Ενάγουσα και Εναγόμενη αποτελούν εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία και κατ’ επέκταση ο τόπος της συνήθους διαμονής τους είναι στην Κύπρο. Δεν προκύπτει να υπάρχει άλλη έδρα των εργασιών τους. Κατά συνέπεια και εφόσον ο τόπος της διαιτησίας ορίστηκε μέσα στη συμφωνία των διαδίκων και διεξάχθηκε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, προκύπτει η διαιτησία να είναι Διεθνής.

 

Προκύπτει, επίσης, η διαιτησία να αφορούσε οφειλή δυνάμει συμφωνιών δανείου και κατά συνέπεια να είναι «Eμπορική» συμφώνως της έννοιας που αποδίδεται στο άρθρο 2(4) του Νόμου 101/87.

 

Άλλωστε τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα, δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης.

 

Το Άρθρο 3 του Νόμου 101/87 καθορίζει την έκταση εφαρμογής του και έχει ως ακολούθως:

 

«(1) Υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διµερούς ή πολυµερούς διακρατικής συµφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δηµοκρατία, ο παρών Νόµος τυγχάνει εφαρµογής αποκλειστικά επί διεθνών εµπορικών διαιτησιών.

 

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Νόµου, µε τη εξαίρεση των άρθρων 8, 9, 35 και 36, τυγχάνουν εφαρµογής αποκλειστικά επί περιπτώσεων που η διεθνής εµπορική διαιτησία διενεργείται στην Κυπριακή Δηµοκρατία.

 

(3) Οι διατάξεις του παρόντος Νόµου κατ’ ουδένα τρόπο επηρεάζουν άλλους νόµους που τυχόν ορίζουν ορισµένες διαφορές ως µη δεκτικές διαιτησίας ή τον περί Διαιτησίας Νόµον, που εξακολουθεί να ισχύει προκειµένου περί της διαιτησίας διαφορών που δεν εµπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Νόµου.»

 

Οι πιο πάνω πρόνοιες, ξεκάθαρα καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής του Νόμου 101/87. Το Άρθρο 3(1) καθορίζει ότι ο Νόµος τυγχάνει εφαρµογής αποκλειστικά επί διεθνών εµπορικών διαιτησιών, υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διµερούς ή πολυµερούς διακρατικής συµφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δηµοκρατία. Είναι ξεκάθαρο, δηλαδή, ότι η αποκλειστική ισχύς του Νόμου, γίνεται υπό την πιο πάνω επιφύλαξη.

 

Το Άρθρο 3(2), επίσης, αναφέρεται στην διεθνή διαιτησία που διεξάγεται στην Κύπρο και ότι αποκλειστική εφαρμογή για αυτήν θα έχει ο Νόμος 101/87. Εξαιρούνται τα άρθρα 8, 9, 35 και 36. Τα άρθρα 35 και 36 είναι αυτά που αναφέρονται και αφορούν στην αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.

 

Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η εφαρμογή του Νόμου 101/87 περιορίζεται αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποτελεί αυτοτελή νομοθετική ρύθμιση που καθιστά τη διεθνή εμπορική διαιτησία μια αυτόνομη διαδικασία.

 

Το ερμηνευτικό Άρθρο 2(9) του Νόμου, επίσης, αναφέρει ότι «Για σκοπούς εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος Νόµου και µε σκοπό την επίτευξη και προαγωγή της τήρησης σύγχρονων και οµοιόµορφων κανόνων σε πνεύµα καλής πίστης, λαµβάνεται υπόψη ως ερµηνευτικό εργαλείο, όπου αυτό είναι δυνατό, το “Πρότυπο UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration”, καθώς και το σχετικό επεξηγηµατικό σηµείωµα το οποίο υιοθετήθηκε από την Επιτροπή των Ηνωµένων Εθνών για το Διεθνές Εµπορικό Δίκαιο.»

 

Ανάγνωση των Άρθρων του Νόμου, εκτός εκείνων που εξαιρούνται, ως ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Νόμος 101/87 προνοεί για την διεθνή διαιτησία που διενεργείται στην Κύπρο. Ο Νόμος 101/87 αποτελεί την υιοθέτηση του Πρότυπου Νόμου του UNCITRAL (Model Law) από την Κύπρο. Ρυθμίζει ολόκληρο το διαδικαστικό πλαίσιο μιας διεθνούς εμπορικής διαιτησίας που έχει ως τόπο διεξαγωγής της την Κύπρου. Το Μέρος ΙΙ, αναφέρεται στη Συμφωνία Περί Διαιτησίας, το Μέρος ΙΙΙ για τη Σύνθεση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το Μέρος ΙV για την Δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το Μέρος IV(A) για την λήψη Προσωρινής Προστασίας, το Μέρος V για τη Διεξαγωγή της Διαιτητικής Διαδικασίας, το Μέρος VI για την Έκδοση Διαιτητικής Απόφασης και τον Τερματισμό της Διαιτητικής Διαδικασίας και το Μέρος VII για την Προσφυγή κατά της Διαιτητικής Απόφασης.

 

Κατά συνέπεια, ο Νόμος, κατά το πλείστο, ρυθμίζει τη διεθνή εμπορική διαιτησία που διεξάγεται στην Κύπρο και την καθιστά μια αυτοτελή διαδικασία, στο “Πρότυπο UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration”, καθώς και το σχετικό επεξηγηματικό σηµείωµα το οποίο υιοθετήθηκε από την Επιτροπή των Ηνωµένων Εθνών για το Διεθνές Εµπορικό Δίκαιο». Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας εκ μέρους και για λογαριασμό της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG, Πολ. Έφεση Αρ. 10071, Ημερομηνίας 28/04/1999, ο Νόμος 101/87 αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα.

 

Στην τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, εξετάστηκε αίτηση για ακύρωση διεθνούς διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στην Κύπρο, κατά της Δημοκρατίας της Κένυας για ισχυριζόμενη εσφαλμένη διεξαγωγή διαδικασίας, προσβολής δημοσίας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκκρεμοδικίας (lis alibi pendens). Προκύπτει από εκείνη την απόφαση ότι εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του Νόμου 101/87. Το ίδιο και στην ARVI & CO, UABARVIirk o v. HIP AZOTARA DOO, Πολ. Έφεση Αρ. 66/2018, Ημερ. 28/09/2023, όπου αφορούσε αίτηση για ακύρωση της απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου (ICC), που όπως προκύπτει διεξάχθηκε στην Κύπρο, βασιζόμενη στο Άρθρο 34 του Νόμου 101/87

 

Πέραν των πιο πάνω, ο Νόμος προνοεί και για την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη (βλ. Άρθρο 35). Όντως το εν λόγω Άρθρο παρέχει ευνοϊκότερες πρόνοιες από το Άρθρο ΙV του Κυρωτικού Νόμου 84/79, αφού δεν απαιτεί επιτακτικά την προσκόμιση μεταφράσεων. Τούτο, συνάδει και με το πνεύμα της Σύμβασης και του UNCITRAL που προνοεί ότι η εθνική νομοθεσία μπορεί να προνοεί ευνοϊκότερες πρόνοιες για την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων αλλά και με την όλη φιλοσοφία ότι θα πρέπει να διευκολύνεται η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων. Όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANKBANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) (ανωτέρω) ο Νόμος 101/87 προνοεί λιγότερα απαραίτητα έγγραφα για την εγγραφή από τον Νόμο 84/79, αφού δεν επιβάλλει την προσκόμιση μεταφράσεων της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.

 

Παρόλα αυτά, στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση δεν αποφασίστηκε κατά πόσο η Αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, μπορούσε να εξεταστεί στη βάση του Νόμου 101/87 και μόνο χωρίς να ληφθεί υπόψη ο Νόμος 84/79. Απλώς αναφέρθηκε ότι η ορθή νομική βάση ήταν και οι δύο πιο πάνω Νόμοι, εξετάζοντας φυσικά το ερώτημα κατά πόσο είχε εφαρμογή ο Νόμος 172/86. Θα πρέπει, όμως, να αναφερθεί ότι, όπως προκύπτει από εκείνη την απόφαση, είχαν επισυναφθεί και επίσημες και πιστοποιημένες μεταφράσεις των απαιτούμενων εγγράφων, όπως προβλέπεται από το Μέρος ΙV της Σύμβασης.

 

Στην Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ) v. ENVITEC Ανώνυμη Εταιρεία Τεχνικών και Περιβαλλοντικών Έργων, με διακριτική τίτλο ENVITEC Α.Ε., Πολ. Έφεση Αρ. 100/2020, Ημερομηνίας 15/06/2022, η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση διεθνούς αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ΙCC) στηρίχθηκε αποκλειστικά στο Νόμο 84/79.

 

Παραπέμπω, επίσης, στην απόφαση του Εφετείου στην 1. Marbale Universal Corp κ.α. v 1. Αlexey Nikolayevich Ananiev κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 32/2024, Ημερ. 08/01/2025. Σε εκείνη την υπόθεση εξετάστηκε έφεση των εφεσειόντων κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία απορρίφθηκε η γενική αίτηση τους με αίτημα την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο, τριών διαιτητικών αποφάσεων του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου που εκδόθηκαν εναντίον των εφεσιβλήτων 1 – 2. Η αίτηση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα διότι δεν επισυνάφθηκαν σε αυτή πιστοποιημένα αντίγραφα των συμφωνιών παραπομπής σε διαιτησία. Αναφορικά με το νομικό καθεστώς με το οποίο έπρεπε να εξεταστεί η γενική αίτηση, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Όπως προαναφέρθηκε, η αναγνώριση και εκτέλεση των υπό κρίση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, επιδιώχθηκε κυρίως με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79). Η αίτηση στηρίζεται επίσης στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) αλλά και στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, (Ν.121 (Ι)/2000).

 

Όμως εφαρμογή στην παρούσα έχει ο Νόμος 84/79 οι πρόνοιες του οποίου ως κυρωτικού Διεθνούς Σύμβασης Νόμου, έχουν σύμφωνα με το Άρθρο 169 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού Νόμου (βλ. Malachtou v. Armefti (1987) 1 C.L.R. 207). Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, στον ίδιο τον Νόμο 101/87 καθορίζεται στο Άρθρο 3.1 ότι αυτός τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία». Επομένως, ο ίδιος ο Νόμος 101/87 δίνει προτεραιότητα στην ισχύ και εφαρμογή της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 84/79

 

Παρά τις πιο πάνω αναφορές, όμως, στην ανωτέρω απόφαση, δεν αποφασίστηκε ξεκάθαρα το ζήτημα που εδώ απασχολεί. Κατά πόσο δηλαδή, ο Νόμος 101/87 μπορεί να εφαρμοστεί από μόνος του χωρίς την επίκληση της Σύμβασης. Οι ανωτέρω αναφορές λέχθηκαν με σκοπό να καθοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο ενόψει ότι η εκεί αίτηση στηριζόταν και στα δύο νομοθετήματα και κυρίως στο Νόμο 84/79. Και δεδομένης της επίκλησης της Σύμβασης, η οποία υπερισχύει οποιουδήποτε εγχώριου Νόμου, προκρίθηκε εκείνη ως η ορθή νομική βάση. Ο ίδιος ο Νόμος, επίσης, με την επιφύλαξη στο Άρθρο 3(1), δίνει προτεραιότητα στη Σύμβαση.

Παρόλα αυτά, η επιφύλαξη στην οποία αναφέρεται το Άρθρο 3.1 του Νόμου θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της Σύμβασης και το Πρότυπο UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration, το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 101/87.

 

Το Άρθρο VII(1) της Σύμβασης έχει ως εξής:

 

«1. The provisions of the present Convention shall not affect the validity of multilateral or bilateral agreements concerning the recognition and enforcement of arbitral awards entered into by the Contracting States nor deprive any interested party of any right he may have to avail himself of an arbitral award in the manner and to the extent allowed by the law or the treaties of the country here such award is sought to be relied upon.»

 

Mε βάση το πιο πάνω Άρθρο της Σύμβασης, προκύπτει η ίδια η Σύμβαση να μην απαγορεύει την χρήση οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς Σύμβασης ή εθνικής νομοθεσίας από πρόσωπο το οποίο επιδιώκει να επωφεληθεί από μια διαιτητική απόφαση. Το πιο πάνω Άρθρο περιλαμβάνει τον κανόνα του «ευνοϊκότερου δικαιώματος».  Τούτο, περιλαμβάνει και την όλη φιλοσοφία της Σύμβασης, που είναι η ευκολότερη αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, το οποίο επικαλούνται και οι συνήγοροι της Ενάγουσας, του UNCITRAL Secretariat Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards (New York, 1958), σελ. 2:

 

5. The conditions for recognition and enforcement in the Convention establish a ‘ceiling’, or maximum level of control, which Contracting States may exert over arbitral awards and arbitration agreements. On the other hand, Contracting States are free to apply more liberal rules than those set forth in the Convention. The Convention’s aim is not to limit the pre-existing freedom of the Contracting States to treat foreign arbitral awards or arbitration agreements as favourably as they please, but rather to facilitate their recognition and enforcement to the greatest extent possible.

 

6.The New York Convention’s pro – enforcement policy is enshrined at article VII(1), which is considered to be one of its cornerstones. Known as the “more favourable-right” provision, article VII(1) provides that, in addition to the Convention, a party seeking recognition and enforcement shall not be deprived of the right to rely on a more favourable domestic law or treaty. In accordance with article VII(1), a Contracting State will not be in breach of the Convention by enforcing arbitral awards and arbitration agreements pursuant to more liberal regimes than the Convention itself. The New York Convention therefore exists as a safeguard which guarantees a minimum standard of liberalism in its Contracting States, but which does not needed to be applied. Today, in some of the most pro-arbitration jurisdictions, the number of cases referring to Convention is scare precisely because the ordinary rules governing the recognition and enforcement of awards are more liberal and, in accordance with article VII(1), routinely applied without any need to refer to the Convention.”

 

Παραπέμπω, επίσης, στις σελ. 239 – 308 του πιο πάνω αναφερόμενου Οδηγού για μια πιο λεπτομερή ανάλυση και στο κάτωθι χαρακτηριστικό απόσπασμα από στη σελ. 290:

 

“5. …..Thus, article VII (1) ensures that whenever the New York Convention proves to be less favourable than the provisions of another treaty or law of the country where recognition or enforcement is sought by a party seeking “to avail himself of an arbitral award”, the more favourable rules shall prevail over the rules of the New York Convention.”

 

Κατά συνέπεια, μπορεί ο Νόμος 101/87 να δίνει προτεραιότητα στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης ή καλύτερα η αποκλειστική ισχύς του να γίνεται υπό την επιφύλαξη της Σύμβασης, αλλά η ίδια η Σύμβαση δεν απαγορεύει την εφαρμογή του Νόμου 101/87, αρκεί οι πρόνοιες του να είναι ευνοϊκότερες από αυτές της Σύμβασης. Στην ουσία, η πρόνοια του Άρθρου 3(1) του Νόμου 101/1987 αναγνωρίζει την αυξημένη ισχύ της Σύμβασης έναντι ημεδαπών Νόμων αλλά δεν μπορεί να λεχθεί ότι καθιστά επιτακτική και την εφαρμογή μιας τέτοιας Σύμβασης. Η Σύμβαση υπερισχύει στην περίπτωση που οι πρόνοιες της εθνικής νομοθεσίας συγκρούονται με αυτήν, και απαιτούν πέραν από αυτά που απαιτεί η Σύμβαση. Στην σελ. 298 του πιο πάνω Οδηγού αναφέρεται ότι:

 

18. While the provisions of the New York Convention rarely compete with other international instruments concerning recognition and enforcement, where courts have been faced with such conflicts, they have typically resolved them under the more-favourable-right provision under article VII (1).

 

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Νόμος 101/87, όσο αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση των διεθνών αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων προνοεί λιγότερα έγγραφα για να ικανοποιηθούν οι τυπικές προϋποθέσεις και θα πρέπει να εφαρμοστεί ως «ευνοϊκότερος» δυνάμει των προνοιών του Άρθρου VII(2) της Σύμβασης.

 

Οι πρόνοιες του Άρθρου 36, οι οποίες περιλαμβάνουν τους λόγους άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας διεθνής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης είναι πανομοιότυποι με αυτούς που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση και εξ ου η νομολογία μέχρι σήμερα εφάρμοζε αμφότερα τα νομοθετήματα, για σκοπούς ομοιομορφίας. Παρόλα αυτά, οι πρόνοιες του Άρθρου 35 είναι ευνοϊκότερες σε σχέση με αυτές της Σύμβασης και του Άρθρου IV, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Δεν προκύπτει να είχε τεθεί ζήτημα μέχρι σήμερα με τις μεταφράσεις της διαιτητικής απόφασης και των συμφωνιών που περιέχουν την ρήτρα διαιτησίας και στην ουσία να κριθεί κατά πόσο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν αποκλειστικά οι πρόνοιες του Άρθρου 35 του Νόμου 101/87. Στην Palladium Holdings Limited Liability Company v. Phoenix Pharmacy Limited, Πρωτογενής Αίτηση Αρ. 64/2018, Ημερ. 21/12/2018, η κα Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ακολούθησε αποκλειστικά τις πρόνοιες του Άρθρου 35 του Νόμου 101/87, χωρίς, όμως, οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση, αν και σε εκείνη την υπόθεση είχαν παρουσιαστεί και μεταφράσεις.  

 

Αποτελεί κρίση μου ότι ο Νόμος 101/87 είναι ο ουσιαστικός και διαδικαστικός Νόμος της διεθνής διαιτησίας στην Κύπρο, στην βάση των πιο πάνω αναφερόμενων Προτύπων, ενώ ο Νόμος 84/79 είναι ο Κυρωτικός Νόμος εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων, νοουμένου ότι η χώρα προέλευσης της διαιτητικής απόφασης είναι μέρος της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Πέραν τούτου, ο Νόμος 101/87, περιλαμβάνει πρόνοιες για την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνής αλλοδαπής απόφασης, ανεξάρτητα από την χώρα στην οποία εκδόθηκε καθώς και τους λόγους άρνησης μιας τέτοιας αναγνώρισης και εκτέλεσης (βλ. Άρθρα 35 και 36). Ο Νόμο 101/87 αποτελεί πιστή αντιγραφή του Πρότυπου UNCITRAL και με βάση το Άρθρο 2(9) του Νόμου, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου και με σκοπό την επίτευξη και προαγωγή της τήρησης σύγχρονων και ομοιόμορφων κανόνων σε πνεύμα καλής πίστης λαμβάνεται υπόψη ως ερμηνευτικό εργαλείο, όπου αυτό είναι δυνατό, το Πρότυπο UNCITRAL και το σχετικό επεξηγηματικό σημείωμα. Επίσης, η επιφύλαξη του Άρθρου 3(1), η οποία παραπέμπει σε διμερή ή πολυμερή Σύμβαση, δεν μπορεί να έχει την έννοια αποκλεισμού της εφαρμογής του Νόμου 101/87, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου VII(1) της ίδιας της Σύμβασης, το σκοπό και τη φιλοσοφία της και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, τα οποία περιλαμβάνονται στον οδηγό του UNCITRAL.

 

Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης ότι έπρεπε η Απαίτηση να βασίζεται και στη Σύμβαση, καθότι είναι αυτή που περιέχει την αρχή της αμοιβαιότητας, παρατηρώ ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Κατά πρώτον, στην παρούσα περίπτωση, η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στην Αγγλία, που έτσι και αλλιώς είναι μέρος της Σύμβασης. Κατά δεύτερο, ο Νόμος 101/87 δεν περιέχει την επιφύλαξη της αμοιβαιότητας, την οποία η Κύπρος έθεσε κατά την κύρωση της Σύμβασης. Το Άρθρο 35(1) του Νόμου 101/87 ορίζει ρητά ότι η διεθνής αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη. Περαιτέρω, αποτελεί «ευνοϊκότερο καθεστώς» που η ίδια η Σύμβαση προκρίνει.

 

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Ενάγουσα μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες του Νόμου 101/87 και να αξιώσει την αναγνώριση και εκτέλεση της διεθνής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης την οποία έχει εξασφαλίσει, οι οποίες περιέχουν ευνοϊκότερες πρόνοιες. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ και θα εξετάσω την παρούσα Απαίτηση, έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του Νόμου 101/87.

 

Ακόμη, όμως, και να θεωρηθεί ότι θα έπρεπε στη νομική βάση να αναφερόταν και η Σύμβαση και ο Κυρωτικός Νόμος, κάτι που δεν γίνεται στην παρούσα, το όλο ζήτημα, εν όψει την πιο πάνω κατάληξης μου καθίσταται τυπικό, και δεν θα ήμουν διατεθειμένος να ακυρώσω το όλο διάβημα για το λόγο αυτό. Η Απαίτηση περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου βασίζεται και μπορεί στη βάση αυτού να εξεταστεί (βλ. κατ’ αναλογία τα όσα αποφασίστηκαν στην Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Μuskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 2015).

 

Έχω αναφερθεί ανωτέρω στο Άρθρο 35 του Νόμου 101/87 και στις τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται. Στην παρούσα, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση (αρ.1) του κ. Ζακχαίου πιστοποιημένο / κυρωμένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 02/11/2024, ως τεκμήριο 3 καθώς και το Μνημόνιο ημερομηνίας 03/12/2024, ως τεκμήριο 7. Τα τεκμήρια 3 και 7, αποτελούν αντίγραφα, τα οποία είναι πιστοποιημένα ως πιστά αντίγραφα της πρωτότυπης Διαιτητικής Απόφασης και του Μνημονίου, από την υπογραφή της Γραμματέως του LCIΑ και φέρουν την πρωτότυπη σφραγίδα του LCIA ως «certified true copy of original», σύμφωνα με τον Κανονισμό 26.7 των Κανονισμών Διεξαγωγής Διαδικασίας LCIA του 2014 (βλ. τεκμήριο 4). Πέραν των πιο πάνω, πιστοποιών υπάλληλος στην Αγγλία και Ουαλία, πιστοποίησε επιπρόσθετα την αυθεντικότητα της υπογραφής της Γραμματέως του LCIΑ (βλ. επίσης τεκμήρια 5 και 6). Εξηγείται, περαιτέρω, στην μαρτυρία και στη γνωμάτευση ότι η Διαιτητική Απόφαση, είναι τελική, δεσμευτική και εκτελεστή.

 

Η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση και το Μνημόνιο, είναι στην Αγγλική, γλώσσα πλήρως κατανοητή στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια, δεν κρίνω απαραίτητο να προσκομιστούν μεταφράσεις αυτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 35 του Νόμου 101/87.

 

Το Άρθρο 35 του Νόμου 101/87, δεν απαιτεί την παρουσίαση οποιουδήποτε άλλου εγγράφου από πλευράς Ενάγουσας. Παλαιότερα απαιτείτο και η προσκόμιση των συμφωνιών που περιλάμβαναν την ρήτρα διαιτησίας αλλά με τον τροποποιητικό Νόμο 11(1)/2024, η πρόνοια αυτή απαλείφθηκε. Σε κάθε περίπτωση, έχουν παρουσιαστεί στην παρούσα πιστοποιημένα αντίγραφα των συμφωνιών που περιέχουν την ρήτρα διαιτησίας (βλ. τεκμήρια 8 – 11).

 

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος (βλ. επίσης Βristol Business Corporation v. Besuno Limited (2011) 1 A.A.Δ. 934).

Εν όψει των πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά της Εναγόμενης για να αποδείξει ότι ικανοποιείται ένας από τους λόγους που προνοείται στο Νόμο για να αρνηθεί το Δικαστήριο να αναγνωρίσει και εκτελέσει τις Διαιτητικές Αποφάσεις.

 

Όπως προκύπτει από τους λόγους ένστασης, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι της στερήθηκε η δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεση της και να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαιτησία και ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση προσκρούει στη δημόσια τάξη της Κύπρου.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Νόμου 101/87:

 

«36. Η αίτηση για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, απορρίπτεται μόνο εφόσο συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους:

 

(α) κατ’ αίτηση του μέρους κατά του οποίου επιζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση  της διαιτητικής απόφασης, αν αποδείξει ότι:

 

(i)            […]

(ii)           δεν του εγνωστοποιήθη, έγκαιρα και κανονικά, το γεγονός του ορισμού διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ’ οποιοδήποτε άλλο τρόπο εστερήθη της ευκαιρίας προς εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσης του·

(iii)          […]

(iv)          […]

(v)           […]

(β) αν το Δικαστήριο εύρει ότι:

(i) […]

(ii) η αναγνώριση ή η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας.»

 

Oι πιο πάνω λόγοι που επιτρέπουν στο Δικαστήριο, αν αποδειχθούν, να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης είναι πανομοιότυποι με αυτούς που περιλαμβάνονται στα Άρθρα V(1)(b) και V(2)(b) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Αποτελούν αντιγραφή του UNCITRAL Model Law του 1985, το οποίο η Κύπρος υιοθέτησε.

 

Η όλη επιχειρηματολογία της Εναγόμενης για την κατ’ ισχυρισμό αποστέρηση του δικαιώματος της να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαιτησία, περιστρέφεται γύρω από την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου να μην εγκρίνει το αίτημα της για αναβολή με σκοπό να γίνουν προσπάθειες για να καταστεί εφικτή η παρουσίαση περαιτέρω εγγράφων στη Διαιτησία, τα οποία θα υποστήριζαν την υπεράσπιση της. Η θέση της αυτή είναι συνυφασμένη και συνδεμένη και με τον έτερο λόγο ένστασης που επικαλείται και ο οποίος αφορά το ζήτημα της δημόσιας τάξης. Αμφότεροι οι εν λόγω λόγοι ένστασης, αν και είναι ανεξάρτητοι, όταν εγείρεται ζήτημα διαδικαστικής παρατυπίας, πολλές φορές αλληλοκαλύπτονται. Στο International Arbitration Handbook, Chapter 9 Enforcement of and Challenges to International and Domestic Arbitration Awards, Public Policy, para. [9.29] αναφέρονται τα εξής:

 

“Public Policy has two dimensions: procedural and substantive. Even though some procedural irregularities constitute autonomous grounds for refusal of recognition and enforcement of foreign arbitral awards under article V(1) of the New York Convention, procedural public policy accounts for the majority of cases where recognition or enforcement was denied under article V(2)(b).

 

Procedural public policy includes near-universal values or principles such as the right to be heard or due process, the sanction of fraud or corruption in the arbitral process, res judicata, and the independence and impartiality of arbitrators. Substantive public policy appears, in contrast, to be less prone to universal or transcendental” values or rules, other than the prohibition on giving effect to ‘illegal’ contracts.”

 

Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, οι λόγοι ένστασης που μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια τέτοιου είδους διαδικασίας είναι περιορισμένοι και καταγράφονται εξαντλητικά στο Άρθρο 36 του Νόμου.

 

O όρος «δημόσια τάξη» έχει ερμηνευθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας εκ μέρους και για λογαριασμό της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG, Πολ. Έφεση Αρ. 10071, Ημερομηνίας 28/04/1999, «ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη».

 

Παραπέμπω στην απόφαση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ) v. ENVITEC Ανώνυμη Εταιρεία Τεχνικών και Περιβαλλοντικών Έργων, με διακριτικό τίτλο ENVITEC Α.Ε., Πολ. Έφεση Αρ. 100/2020, Ημερομηνίας 15/06/2022, στην οποία έγινε παραπομπή στο κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την Betamax Ltd v. State Trading Cor (Mauritious) [2021] UKPC 14 αναφορικά με το έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης:

 

«the question for the court [….] is whether, on the findings on law and fact made in the award, there is any conflict between the award and public policy.»

 

Και συνεχίζοντας:

 

«Μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, εφόσον παρουσιαστεί μαρτυρία για παρανομία η οποία δεν ήταν διαθέσιμη ή εύλογα εφικτή κατά το χρόνο της διαιτησίας (fresh evidence) και εφόσον τέτοια μαρτυρία θα μπορούσε να έχει σημαντική επίδραση στην έκβαση της υπόθεσης, μπορεί να επιτραπεί επανάνοιγμα της υπόθεσης για να εξεταστεί τέτοια μαρτυρία.»

 

Η διαιτητική διαδικασία δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο, αλλά αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες. Όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANKBANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) (ανωτέρω), «Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η επίκληση της δημόσιας τάξης μπορεί να γίνει μόνο σε εξαιρετικές αλλά και ξεκάθαρες υποθέσεις. (Βλ. Fender v. Mildmay [1937] 3 All E.R. 402 όπου αναφέρθηκε “The doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable…..”)».

 

Το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος της δημόσιας τάξης, δεν πρέπει να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω) ).

 

Με τον ίδιο αυστηρό τρόπο πρέπει να εφαρμόζεται και ο λόγος άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 36(α)(ii) του Νόμου. Το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνει, πέραν της ανάγκης για δέουσα γνωστοποίηση της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό να παρασχεθεί η ευκαιρία στο διάδικο μέρος να παραστεί και να αναπτύξει την υπεράσπιση του και το δικαίωμα του να παρουσιάσει την υπόθεση του. Δηλαδή, περιλαμβάνει και διαδικαστικές παραβιάσεις που είχαν ως αποτέλεσμα το διάδικο μέρος, που το επικαλείται, να στερηθεί της ευκαιρίας του να παρουσιάσει την υπόθεση του. Κατά την εξέταση τέτοιου επιχειρήματος, η προσοχή στρέφεται στα πραγματικά γεγονότα και στην συμπεριφορά των διαδίκων, κάτι το οποίο οδηγεί σε περιορισμένη εφαρμογή του Άρθρου V(1)(b) (βλ. International Arbitration Handbook (2025), Αrticle V(1)(b), para. 4 – 6).

 

Στο UNCITRAL Secretariat Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards (New York, 1958) (2016), p. 156 αναφέρεται ότι το πιο πάνω Άρθρο θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και περιορισμένα και ότι πολλές φορές διασυνδέεται με το λόγο άρνησης της δημόσιας πολιτικής. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, στη σελ. 156, παράγραφοι 6 και 7:

 

“6. Courts are usually not formalistic in their approach to article V (1)(b), but focus on the actual facts and conduct of the parties, which leads to a restrictive application of article V (1)(b).

 

7. Article V (1)(b) has some interaction and overlap with article V (2)(b), the latter of which provides that a court may refuse to recognize or enforce an award if the award “would be contrary to the public policy of that country.” In many respects, due process is closely connected to public policy. It is therefore not unusual for parties to raise both provisions in their attempt to resist enforcement of an award. However, courts may not sua sponte raise possible breaches of article V (1)(b) whereas they may do so with respect to public policy under article V (2)(b).”

 

Όπως, περαιτέρω, προκύπτει από τον πιο πάνω Οδηγό, σελ. 163 – 170, για να τεκμηριωθεί ο πιο πάνω λόγος άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, θα πρέπει να καταδειχθεί σοβαρή παρατυπία στη διαιτητική διαδικασία, η οποία να είναι «ανήκουστη» ή να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις (παραγράφους 33 και 34).

 

Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αναγνωρίζεται ευρεία διακριτική ευχέρεια του Διαιτητικού Δικαστηρίου να καθορίζει και να ελέγχει τις διαδικασίες του (βλ. παράγραφο 37). Στην δε παράγραφο 38 αναφέρονται και τα εξής: 38. Courts allow arbitral tribunals significant discretion to establish procedural rules and control their implementation. For instance, a German court found no breach of due process when an arbitral tribunal refused applications to submit evidence.” Και πιο κάτω στην παράγραφο 39 “……The United States District Court for the Northern District of California held that discovery was not guaranteed in arbitration and that its absence does not interfere with the ability of a party to present its case. The United States Court of Appeals for the Fifth Circuit also upheld the recognition and enforcement of an award where an arbitral tribunal refused additional discovery because the parties already had sufficient opportunity to present their cases.” Παραθέτω και τα όσα αναφέρονται κατωτέρω, στην παράγραφο 41: “Arbitral tribunals can exercise their discretion to determine what is necessary for a party to present its case and most courts have demonstrated that they give tribunals great leeway in so doing. For example, the Paris Court of Appeal decided to uphold the order recognizing and enforcing an award when the complaining party alleged that it had not received documents used by an expert because neither the tribunal nor the opposing party had relied on those documents. Similarly, the Supreme Court of Austria rejected an alleged breach of due process, when a party claimed that the tribunal failed to investigate facts and refused certain evidence, because the party was still able to present its case.”

 

Eπιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι πολλές φόρες η διαδικαστική παρατυπία θα πρέπει να συνδέεται και με το αποτέλεσμα. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 49 του πιο πάνω Οδηγού It is not uncommon for courts to require parties opposing enforcement under article V (1)(b) to prove not only a breach of due process, but also that the outcome of the case would have been different had the alleged breach not occurred.”

 

Έχω διεξέλθει όλη της επιχειρηματολογίας της Εναγόμενης αλλά και της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει με σκοπό να αποδείξει ότι οι εν λόγω λόγοι ένστασης ευσταθούν και το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης. Με όλο το σεβασμό, όμως, κρίνω ότι τούτοι δεν ευσταθούν, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω.

 

Κατ’ αρχάς η πλευρά της Ενάγουσας στην αγόρευση της εγείρει ζήτημα μη λήψης υπόψη των επισυναπτόμενων στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την ένσταση, γνωματεύσεων των δικηγόρων της Εναγόμενης που χειρίστηκαν στην υπόθεση τους στην Διαιτητική Διαδικασία. Ισχυρίζονται ότι δεν έχει εξασφαλίσει άδεια από το Δικαστήριο για να τις παρουσιάσουν σύμφωνα με το Μέρος 34 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ότι αυτές δεν μπορούν να αποτελούν το αποτέλεσμα ενός αντικειμενικού εμπειρογνώμονα. Κρίνω ότι δεν συντρέχει λόγος να ασχοληθώ περαιτέρω με το ζήτημα, καθότι οι συνήγοροι της Εναγόμενης διευκρινίζουν στην αγόρευση τους, ότι οι εν λόγω «γνωματεύσεις» δεν αποτελούν μαρτυρία εμπειρογνώμονα Αγγλικού δικαίου αλλά ουσιαστικά αναφέρονται στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Όσον αφορά το τελευταίο, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στις ένορκες δηλώσεις της κα Κόκκινου που υποστηρίζουν την ένσταση και η οποία αναφέρεται τα γεγονότα από τις πληροφορίες που έλαβε από τους Άγγλους δικηγόρους και επισυνάπτει τις εν λόγω «γνωματεύσεις» στις οποίες φαίνονται τα γεγονότα. Πάντοτε, φυσικά, στο βαθμό που αυτά είναι σχετικά με την εξέταση της παρούσας Απαίτησης. 

 

Πέραν τούτου και επί της ουσίας, είναι κοινό έδαφος ότι η Διαιτητική Διαδικασία γνωστοποιήθηκε δεόντως στην Εναγόμενη και η τελευταία έλαβε μέρος σε αυτήν, εκπροσωπούμενη από δικηγόρους. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα στέρηση της ευκαιρίας της Εναγόμενης προς εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσης. Άλλωστε τούτο προκύπτει και από την ίδια την μαρτυρία της και τις σχετικές αναφορές των δικηγόρων που την εκπροσώπησαν στην Διαιτητική Διαδικασία.

 

Η Εναγόμενη, επιχειρεί να επιρρώσει και να υποστηρίξει την ένσταση της, βασιζόμενη και στη δημόσια τάξη με την έννοια ότι στερήθηκε της ευκαιρίας να παρουσιάσει την υπόθεσης της κάτι το οποίο προσκρούει στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Η θέση της αυτή εδράζεται στην ουσία στην απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου να απορρίψει το αίτημα της για αναβολή της προγραμματισμένης ημερομηνίας της ακρόασης με σκοπό να δυνηθεί η Εναγόμενη να εξασφαλίσει έγγραφα, που θα υποστήριζαν την υπεράσπιση της για κατάχρηση της διαδικασίας και συνωμοσίας, από τις διαδικασίες UMC. Εν ολίγοις η Εναγόμενη, επικαλείται τη λανθασμένη ενδιάμεση απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου στην αίτηση της για αναβολή η οποία είχε το ως άνω ισχυριζόμενο αποτέλεσμα.

 

Κατά πρώτο, θα πρέπει υπομνηστεί ο εποπτικός ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και το ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να αποφασίσει εκ νέου επί της ουσίας της διαφορά. Κατά δεύτερο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο λόγος ένστασης που αφορά τη στέρηση του δικαιώματος να παρουσιάσει την υπόθεση του ένας διάδικος και της δημόσιας τάξης θα πρέπει να εφαρμόζονται σε εξαιρετικές και ξεκάθαρες περιπτώσεις.

 

Περίληψη των αρχών της Αγγλικής νομολογίας που εφαρμόζονται, για να αρνηθεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης για λόγους δημόσιας τάξης, παρατίθενται στο σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins, The Conflict of Laws, 15th edition, para 16-50, ως εξής:

 

English law recognises an important public policy in the enforcement of arbitral awards, and the courts will only refuse to do so under Rule 69(2) in a clear case. A controversial question, which has been the subject of several recent decisions, is the extent to which it may be contrary to English public policy to enforce a foreign award rendered in the basis of an underlying contract the enforcement of which (as distinct from enforcement of the arbitral award) might be contrary to English public policy. The following principles can be derived from the authorities. First, it is legitimate for the court, in considering whether a foreign arbitral award should not be enforced on the ground of public policy, to take account of the underlying contract on which the award is based. Second, if that contract is in itself contrary to public policy (e.g. the classic case of a contract to share the proceeds of crime) the award may be refused enforcement on the ground of public policy. Third, it is important to distinguish between domestic public policy in English law; and considerations of international public policy applied by the English courts so as to disapply foreign law or refuse an arbitral award, as the case may be. Thus the mere fact that English law would have arrived at a different result does not of itself justify the application of English public policy. Fourth, the mere fact that the performance of the contract may be illegal in the place of performance, without more, will not render an award on the basis of such a contract unenforceable in England, where the contract is legal by its applicable law and by lex arbitri. Fifth, if it is apparent on the face of award that the contract was made with intention of violating the law of a foreign friendly State, then the enforcement of an award rendered on the basis of such contract may be contrary to public policy. Sixth, the court has to perform a balancing exercise between the finality that should prima facie exist particularly for those that agree to have their disputes arbitrated, against the policy of ensuring that the enforcement power of the English court is not abused; the nature of, and strength of the case for, the illegality, and the extent to which it can be seen that the asserted illegality was addressed by the arbitral tribunal are factors in the balancing exercise between the competing public policies of finality and illegality.  

 

Οι περιπτώσεις, συνήθως, που αφορούν σοβαρή διαδικαστική παρατυπία είναι αυτές κατά τις οποίες ο διάδικος στερείται της δυνατότητας του να ακουστεί και να παρουσιάσει την υπόθεση του. Στην Minmetals Germany v Ferco Steel, [1999] 1 Αll ER (Comm) 315 αναφέρθηκαν τα εξής από τον Colman J:

 ‘In my judgment, the inability to present a case to arbitrators within s 103(2)(c) contemplates at least that the enforcee has been prevented from presenting his case by matters outside his control. This will normally cover the case where the procedure adopted has been operated in a manner contrary to the rules of natural justice. Where, however, the enforcee has, due to matters within his control, not provided himself with the means of taking advantage of an opportunity given to him to present his case, he does not in my judgment bring himself within that exception to enforcement under the convention. In the present case that is what has happened.’

Η Αγγλική νομολογία, καταδεικνύει, επίσης, την αυστηρή προσέγγιση της στο τρόπο που εφαρμόζεται ο λόγος άρνησης που αφορά τη δημόσια πολιτική, κάτι το οποίο όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, υιοθέτησε και η δική μας νομολογία. Περαιτέρω, προκύπτει να λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσο το ζήτημα της δημόσιας πολιτικής εγέρθηκε ή θα μπορούσε να εγερθεί ενώ του Διαιτητικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου στη χώρα που διεξάχθηκε η Διαιτησία (βλ. Westacre Ιnvestments Inc v Jugoimport-SPDR Holding [1998] 4 Αll ΕR 570, [1998] 3 WLR 770).

 

Στην Minmetals Germany v Ferco Steel (ανωτέρω) λέχθηκε ότι όταν εξετάζεται ζήτημα παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή σοβαρής διαδικαστικής παρατυπίας λαμβάνονται υπόψη, η φύση της διαδικαστικής αδικίας, κατά πόσο το πρόσωπο το οποίο εναντιώνεται στην εκτέλεση έχει αποταθεί στο Δικαστήριο της έδρας της διαιτησίας, κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμη θεραπεία σε εκείνη τη δικαιοδοσία, κατά πόσο τα Δικαστήρια εκείνης της δικαιοδοσίας έχουν τελειωτικά αποφασίσει το παράπονο προς όφελος της διατήρησης της διαιτητικής απόφασης και αν το πρόσωπο που αντιτίθεται στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης έχει αποτύχει να ασκήσει το δικαίωμα ελέγχου της διαιτητικής απόφασης στη χώρα έκδοσης της, για ποιο λόγο και κατά πόσο η μη άσκηση του είναι αδικαιολόγητη.  (βλ. επίσης Adams v Cape [1990] Ch 433).

 

Παραθέτω το κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση:

 

“Ιn summary, therefore, in a case where an enforcee alleges that the New York Convention award should not be enforced on the grounds that such enforcement would lead to substantial injustice and therefore be contrary to English public policy the following must normally be included amongst the relevant considerations: (i) the nature of the procedural injustice; (ii) whether the enforcee has invoked the supervisory jurisdiction of the seat of the arbitration; (iii) whether a remedy was available under that jurisdiction; (iv) whether the courts of that jurisdiction have conclusively determined the enforcee’s complaint in favour of upholding the award; and (v) if the enforcee has failed to invoke that remedial jurisdiction, for what reason, and in particular whether he was acting unreasonable in failing to do so.” 

 

Το επιχείρημα της Εναγόμενης, στην παρούσα απαίτηση, είναι ότι της στερήθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της και ότι αυτό προσκρούει στη δημόσια τάξη της Κύπρου. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι αν δεν της στερείτο το δικαίωμα να παρουσιάσει την υπόθεση της, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό.

 

Έχω διεξέλθει της Διαιτητικής Απόφασης, και εκείνο το οποίο προκύπτει, πάντοτε στα πλαίσια του εποπτικού ρόλου του Δικαστηρίου, είναι ότι η Εναγόμενη εμφανίστηκε δεόντως στη διαδικασία και υπερασπίστηκε την υπόθεση της μέσω δικηγόρων. Το Διαιτητικό Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 06/02/2023, απόρριψε τη θέση της για την αμφισβήτηση της εκχώρησης των δανείων και παρέμειναν οι υπόλοιπες υπερασπίσεις που είχε εγείρει, περί κατάχρησης και συνωμοσίας. Το Διαιτητικό Δικαστήριο ενέκρινε αιτήματα της για αποκάλυψη εγγράφων και της έδωσε την ευκαιρία να τα εξασφαλίσει. Ακολούθως και σε σχέση με την Αίτηση της για αναβολή με σκοπό να δυνηθεί να παρουσιάσει περαιτέρω έγγραφα, το Διαιτητικό Δικαστήριο, εξέδωσε πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, εξηγώντας τους λόγους απόρριψης του.

 

Η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/07/2024 (βλ. τεκμήρια ΜΖ-2 της ένορκης δήλωσης (αρ.2) του κ. Ζακχαίου), στην οποία γίνεται παραπομπή στην Μερική Τελική Απόφαση, είναι αποκαλυπτική του σκεπτικού του αλλά και της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε, αλλά και αυτής που προηγήθηκε. Στην εν λόγω απόφαση το Διαιτητικό Δικαστήριο στις παραγράφους 24 και 25, ανάφερε:

 

“24. In these circumstances, we are not persuaded that there is any unfairness to MR or that there is any real prejudice to it in maintaining the hearing date. The uncertain prospect that documentation might become available to it in the High Court Proceedings at an indefinite point of time in the future when MR has failed in its efforts to obtain such documentation in the past, having specifically been given the time to do so, does not justify disturbing a hearing fixed over 1 ¼ years in advance, following significant delay and previous adjournments which would result in this arbitration lasting longer than 4 – 4 ¼ years which it currently seems likely to take. 

25. Ιt would not be right to subjugate this arbitration, the agreed means of resolving disputes between the parties, to High Court Proceedings between other entities, particularly when there is no certainty that those proceedings will proceed to trial or that documents will ever disclosed in it which would advance the case being made against Halimeda. That is, in reality, what MR is seeking, although it has not been prepared to say so expressly. We decline to grant the adjournment.”

 

Η όλη ουσία του επιχειρήματος, κατά την κρίση μου, είναι η διαφωνία με την πιο πάνω απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και η προσπάθεια επαναφοράς ζητημάτων, τα οποία, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, εγκαταλείφθηκαν ή δεν προωθήθηκαν περαιτέρω. Ανεξάρτητα τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έδωσε κάθε δυνατή ευκαιρία στην Εναγόμενη για να παρουσιάσει την υπόθεση της και η απόφαση του για απόρριψη του αιτήματος αναβολής ήταν πλήρως αιτιολογημένη και εντός των αρμοδιοτήτων και εξουσιών των διαιτητών. Δεν προκύπτει κατάφορη παραβίαση του δικαιώματος της Εναγόμενης να παρουσιάσει την υπόθεση της και ούτε της στερήθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να υπεισέλθει στην ουσία της ενδιάμεσης απόφασης και να την διαφοροποιήσει, διότι ενδεχομένως, ένα άλλο Δικαστήριο να αποφάσιζε διαφορετικά.

 

Το Διαιτητικό Δικαστήριο, όπως αποκαλύπτεται από την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του, αποτελούμενη από 16 σελίδες, ενέργησε εντός της διακριτικής του ευχέρειας και με βάση τους Κανονισμούς του. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης του “9. This arbitration has been subjected to significant delay already, with adjournment of previous scheduled hearings and there is no doubt that, if an adjournment of the hearing fixed for October – November 2024 were granted, the finalisation of the arbitration would be delayed by a minimum of two years and perhaps a good deal more than that. The adjournment sought is for an indefinite time with the suggestion of a CMC later this year for further directions. That alone would mean that the arbitration itself would have taken some six years, which would sit uneasily with section 1 of the Arbitration Act and the general duty of the Tribunal as set out in section 33. (υπογράμμιση δική μου).

 

Το Διαιτητικό Δικαστήριο στάθμισε κάθε σχετικό παράγοντα στην απόφαση του και όπως προκύπτει από την διαδικασία που προηγήθηκε, έδωσε κάθε ευκαιρία στην πλευρά της Εναγόμενης για να παρουσιάσει την υπόθεση της.

 

Το δικαίωμα ακρόασης και παρουσίασης της υπόθεσης ενός διαδίκου κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος μας. Το Δικαστήριο, όμως, έχει και καθήκον για την διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων των διαδίκων εντός ευλόγου χρόνου. Αιτήματα αναβολής, σύμφωνα με τη νομολογία μας, επαφίονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αποφασίζονται με γνώμονα το συμφέρον και την απονομή της δικαιοσύνης ταχέως και την γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων από την μια και από την άλλη θα πρέπει να σταθμίζονται τα δικαιώματα των διαδίκων καθώς και τυχόν δυσμένεια σε οποιοδήποτε διάδικο (βλ. Fatsita v. Fatsita (1988) 1 C.L.R. 210, Τσουλόφτας v. Μιχαήλ (Αρ.2) (1992) 1 Α.Α.Δ. 228 και Γεώργιος Χατζηκυριάκου v. Φρίξου Κουλέρμου (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 699). Το Διαιτητικό Δικαστήριο, στην παρούσα, ενεργώντας στα πλαίσια των δικών του Κανονισμών και της διακριτικής του ευχέρειας, απέρριψε την Αίτηση αναβολής της Εναγόμενης, με μια πλήρως αιτιολογήμενη απόφαση. Στην ουσία, η Εναγόμενη ζητούσε αναβολή των καθορισμένων ημερομηνιών ακρόασης, μέχρις ότου δυνηθεί να εξασφαλίσει έγγραφα μέσω των διαδικασιών UMC, με άγνωστο χρονικό διάστημα και άγνωστο αποτέλεσμα. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην ευκαιρία που είχε δοθεί στην Εναγόμενη να παρουσιάσει έγγραφα, καθώς και στο γεγονός ότι έπρεπε να διεκπεραιώσει την ενώπιον του διαδικασία με βάση τη συμφωνία των μερών.

 

Η απόρριψη, λοιπόν, της Αίτησης αναβολής δεν ήταν αναιτιολόγητη, παράλογη ή «ανήκουστη» πορεία την οποία ακολούθησε το Διαιτητικό Δικαστήριο. Αντιθέτως, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια πλήρως αιτιολογημένα. Η Εναγόμενη, είχε κάθε ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της και να λάβει η ίδια τα αναγκαία μέτρα που απαιτούνταν για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη μαρτυρία και έγγραφα που χρειαζόταν για να παρουσιάσει την υπόθεση της (βλ. παράγραφο 19 της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 15/07/2024).

 

Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν διαπιστώνεται ή δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη στερήθηκε το δικαίωμα της να παρουσιάσει την υπόθεση της ή ότι ένεκα τούτου η Μερική Διαιτητική Απόφαση αντίκεται στη δημόσια πολιτική της Κύπρου.

 

Πέραν τούτου, δεν έχει καταδειχθεί ότι ακόμη και να εγκρινόταν το αίτημα της, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι διαδικασίες UMC ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου έχουν απορριφθεί και κατά συνέπεια, δεν θα είχαν εξασφαλιστεί τα έγγραφα τα οποία επιζητούσε με σκοπό να παρουσιαστούν στη Διαιτησία.  

 

Επιπρόσθετα, καθίστατο σημαντικό να αναφερθεί ότι μετά την απόρριψη της αίτησης για αναβολή, η Εναγόμενη απέσυρε τις υπερασπίσεις της για κατάχρηση και συνωμοσία και δήλωσε ότι παραμένει μόνο για απόφαση το ύψος της οφειλής και των εξόδων, κάτι το οποίο έγινε. Δεν παραγνωρίζω ότι τούτο, σύμφωνα με τη θέση της, έγινε διότι δεν θα είχε οποιαδήποτε μαρτυρία για να υποστηρίξει την υπεράσπιση της, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Δεν φαίνεται όμως, να επεφύλαξε τα οποιαδήποτε δικαιώματα της και περαιτέρω, είναι κοινό έδαφος ότι η Εναγόμενη, δεν προσέβαλε την Διαιτητική απόφαση, κατά τις πρόνοιες του Αγγλικού Δικαίου (s. 68 του Αrbitration Act 1996) και ούτε προσπάθησε να ανατρέψει δικαστικώς την Μερική Απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

 

Δεν παραγνωρίζω τη θέση των συνηγόρων της Εναγόμενης ότι δεν απαιτείτο κάτι τέτοιο για να μπορεί να προβάλει τα όσα προβάλει στην παρούσα, καθότι οι λόγοι αυτοί είναι ανεξάρτητοι και περιλαμβάνονται στο Νόμο. Παρόλο που υπάρχουν αντίθετες ερμηνείες για το ζήτημα αυτό, προκύπτει η Αγγλική νομολογία να απαιτεί κάτι τέτοιο ή τουλάχιστον να λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση των λόγων αυτών στο στάδιο αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Eπίσης, προκύπτει και από τον πιο πάνω αναφερόμενο Οδηγό, ότι κάποιες δικαιοδοσίες αναγνωρίζουν, σε περιορισμένες περιπτώσεις, την αποποίηση του δικαιώματος του διαδίκου να επικαλεστεί διαδικαστικές παρατυπίες (βλ. παραγράφους 51 – 54, σελ. 169-170).

 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν έχουν τεκμηριωθεί οι λόγοι άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της Μερικής Διαιτητικής Απόφασης.

 

H Eναγόμενη, όπως προκύπτει, καταχώρησε αίτηση για άδεια καταχώρισης έφεσης στο πλαίσιο της διαδικασίας UMC, η οποία, όμως, απορρίφθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο στις 03/06/2025. Ισχυρίζεται ότι είναι στη διαδικασία να λάβει άλλα μέτρα για το ζήτημα αυτό. Επιχειρηματολογεί, επίσης, ότι θα πρέπει τουλάχιστον να ανασταλεί η παρούσα διαδικασία μέχρι να ξεκαθαρίσει το πιο πάνω ζήτημα ή να ανασταλεί για να της δοθεί χρόνος για να καταχωρήσει αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης για προσβολή της Διαιτητικής απόφασης. Με όλο το σεβασμό, τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνουν αποδεχτά, δεν εμπίπτουν στους λόγους άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης και δεν είναι επαρκή για να δοθεί η αιτούμενη αναστολή.

 

Κατ’ αρχάς, τα διαβήματα τα οποία εξετάζονται αφορούν της δικαστική διαδικασία UMC και δεν αποτελεί εκκρεμότητα που σχετίζεται με την Διαιτητική Απόφαση. Είναι κοινό έδαφος ότι η Διαιτητική Απόφαση είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. Άλλωστε δεν εγείρεται και οποιοσδήποτε σχετικός λόγος για την άρνηση της αναγνώρισης και εκτέλεσης της. Πέραν τούτου, το ζήτημα της αναμονής της έκβασης του αποτελέσματος των διαδικασιών UMC, έχει κριθεί και αποφασιστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατά συνέπεια, τούτο δεν μπορεί να αποτελεί κώλυμα για την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, η οποία επαναλαμβάνω είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. Ούτε το γεγονός ότι υπάρχει δικαίωμα να ζητηθεί άδεια για να παραταθεί ο χρόνος προσβολής της Mερικής Διαιτητικής Απόφασης στα Αγγλικά Δικαστήρια, παρέχει υπόβαθρο άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της υπό κρίση Διαιτητικής Απόφασης. Προκύπτει ότι συνειδητά μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί μια τέτοια αίτηση και ούτε ακόμα έχει ληφθεί κάποιο διάβημα προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο χρόνος που τάσσει ο Νόμος να το πράξει έχει παρέλθει προ πολλού.     

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ουδείς εκ των λόγω ένστασης ευσταθεί και η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό της Απαίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης. Τα έξοδα έχουν συμφωνηθεί από τους διαδίκους και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €12,000 πλέον Φ.Π.Α.

 

 

   (Υπ.)…………………………………..

                                                                                                    Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής       

 

 

 

 

 

Civil/Other Actions/Final

Αναφορά: Εγγραφή Αλλοδαπής Απόφασης - Διαιτησία

 

                       


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο