ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1093/2016
Μεταξύ:
Minerva Financial Services Public Ltd
Ενάγουσα
και
1. Χρήστου Σαρκά
2. Βασιλικής Γούμενου
Εναγόμενων
-----------------------------
Ημερομηνία: 2.4.2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγουσα: Ο κ. Σ. Σταυρινίδης
Για τον Εναγόμενο 1: Ο κ. Λ. Χατζηπέτρου
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Ενάγουσα, εταιρεία η οποία, μεταξύ άλλων, διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες, αξιώνει από τον Εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητα του εγγυητή, οφειλόμενο υπόλοιπο (ύψους €155.756.10, πλέον τόκους), δυνάμει γραπτής συμφωνίας και/ή δυνάμει δανείου και/ή δυνάμει συναλλαγματικής και/ή δυνάμει γραμματίου.
Μολονότι η Ενάγουσα δικογραφεί διάφορες διαζευκτικές αιτίες αγωγής, εντούτοις αυτή την οποία προώθησε, ως προκύπτει μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, όσο και διαμέσου της τελικής γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της, συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή κατάρτισε γραπτή συμφωνία δανείου με την εταιρεία Sarkas Textiles Limited (στο εξής «η Sarkas»), την οποία εγγυήθηκε προσωπικά ο Εναγόμενος 1.
Σε σχέση με την Εναγόμενη 2, η οποία επίσης ενάγετο υπό την ιδιότητα της εγγυήτριας, η αγωγή εναντίον της αποσύρθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, εξόφθαλμα η παρούσα αγωγή προωθείται εναντίον του Εναγομένου 1, στην βάση της αποδιδόμενης ιδιότητας εγγυητού και με την οποία ζητείται η αποπληρωμή του ως άνω ποσού από τον ίδιο.
Κρίνεται σημαντικό να αναφερθεί από το στάδιο αυτό ότι μολονότι ο Εναγόμενος 1 χαρακτηρίζεται ως εγγυητής στο δικόγραφο της Ενάγουσας, εντούτοις η οποιαδήποτε άλλη αναφορά ως προς τον ποιον εγγυήθηκε και για ποιον λόγο ενάγεται, περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνον στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης, την οποία και παραθέτω αυτούσια:
«5. Κατά η περί την 28/9/1992, οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγγυήθηκε προσωπικώς και αλληλέγγυως τον Εναγόμενο 1 για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και των τόκων και των σύνθετων τόκων μέχρι τελείας εξοφλήσεως συμφώνως προς τους όρους της σύμβασης και/ή δανείου και/ή συναλλαγματικής και/ή γραμματίου.»
Ως εξόφθαλμα δε προκύπτει περαιτέρω από τις παραγράφους 3,4 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης της, η Ενάγουσα θεωρεί δικογραφικώς ότι έχει δανείσει την Sarkas το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό, το οποίο πάντοτε κατά τη θέση της, δεν αποπλήρωσε η τελευταία, κατά παράβαση της πιο πάνω μεταξύ τους γραπτής συμφωνίας.
Ανατρέχοντας όμως στην Έκθεση Απαίτησης που η Ενάγουσα καταχώρησε, πουθενά δεν ανευρίσκεται οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός που να θέλει τον Εναγόμενο 1 να έχει εγγυηθεί την Sarkas. Eπαναλαμβάνω, ότι η μόνη σχετική αναφορά ως προς την ιδιότητα για την οποία ενάγεται ο Εναγόμενος 1 είναι η πιο πάνω παρατεθείσα παράγραφος 5.
Με βάση τις έγγραφες προτάσεις της Ενάγουσας, ως αυτές έχουν, δεν μπορεί να αποδοθεί στον Εναγόμενο 1 η ιδιότητα του εγγυητή της Sarkas, εκδοχή η οποία προωθήθηκε κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, μέσω των λειτουργών της Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2, αντιστοίχως, και στη βάση αυτής αξιώνεται από τον Εναγόμενο 1 το οφειλόμενο ποσό. Ούτε μπορεί να συναχθεί ένα τέτοιο γεγονός, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε προσωπικά την Sarkas, εφόσον η τελευταία δεν είναι καν διάδικος στην παρούσα αγωγή. Δεν βρισκόμαστε ενώπιον της περιπτωσης όπου η Sarkas είναι Εναγόμενη, οπότε η οποιαδήποτε αρίθμηση να μπορεί να θεωρηθεί από το δικαστήριο ως ένα απλό τυπογραφικό λάθος ή βρισκόμαστε ενώπιον της περίπτωσης όπου δεν αναγράφηκε ορθά το όνομα της. Αντίθετα, εν προκειμένω η Ενάγουσα ρητώς καταγράφει στο δικόγραφο της ποιόν εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 1. Και με βάση το δικόγραφο εγγυήθηκε τον εαυτό του. Ούτε μπορεί να λεχθεί, ενόψει των πιο πάνω, ότι κατά τον τρόπο που διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία ήταν ξεκάθαρο σε όλες τις πλευρές ότι ο Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητα του εγγυητή της Sarkas. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 75/2013, 28/3/2019 τονίσθηκε ότι δεν υπάρχουν τεκμαιρόμενοι ισχυρισμοί που συνάγονται από τα δικόγραφα αλλά λαμβάνεται υπόψιν μόνο από το δικαστήριο τα γεγονότα που δικογραφούνται.
To δε Τεκμήριο 2, το οποίο προσκομίσθηκε στο δικαστήριο από την ίδια την Ενάγουσα, το οποίο σύμφωνα με την ίδια αποτελεί την κατ’ ισχυρισμόν γραπτή συμφωνία δανείου, με σκοπό η τελευταία να αποδείξει το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε προσωπικώς την Sarkas, έναντι του κατ’ ισχυρισμόν δανείου που αυτή έλαβε από την Ενάγουσα, δεν έχει εν προκειμένω σημασία για την απόδειξη των γεγονότων που δικογραφούνται. Και τούτο γιατί στο δικόγραφο, η μόνη αναφορά που δικογραφείται ως προς την ιδιότητα του Εναγομένου 1 σε σχέση με την πιο πάνω κατ΄ισχυρισμόν γραπτή συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 2) είναι η πιο πάνω παρατεθείσα παράγραφος 5.
Είναι σταθερή και πάγια η νομολογία για την σημασία που ενέχουν τα δικόγραφα στα πλαίσια της δίκης. Έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Δεν μπορεί να επεκτείνεται στην επίλυση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις (Καθητζιώτης v. Μέλιος & Παφίτης Λτδ (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 252, Εταιρεία Bulk Oil AG v. Α.Η.Κ. κ.α. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1277, Παπαδόπουλος κ.α. v. Cyp-Cana Alarms Ltd (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 704, Βαριάνου v. Βορκά (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1541 και Federal Bank of Libanon (SAL) v. Σιακόλα (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1422).
Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε τον εαυτό του, που είναι το μόνο που δικογραφείται ως λόγος γιατί ο Εναγόμενος 1 ενάγεται. Αντίθετα, αυτό το οποίο προωθήθηκε κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είναι ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε την Sarkas στην κατ’ ισχυρισμόν γραπτή συμφωνία δανείου. Γεγονός το οποίο, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, δεν καλύπτεται από την δικογραφία.
Ως εκ τούτου, ενόψει των πιο πάνω, με δεδομένο ότι δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε την Sarkas, η παρούσα αγωγή υπόκειται σε απόρριψη αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο αυτόν.
Ανεξαρτήτως της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης του δικαστηρίου, και σε περίπτωση που αυτή ήθελε κριθεί λανθασμένη, προχωρώ παρεμφερώς να εξετάσω και την ουσία της παρούσας αγωγής.
Αφού έχω μελετήσει την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία (έγγραφη και προφορική), η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και για όλους τους πιο κάτω επιπρόσθετους λόγους, τους οποίους εξηγώ ευθύς αμέσως.
Είναι η βασική θέση της Ενάγουσας, ως αυτή προωθήθηκε από τον βασικό της μάρτυρα, Μ.Ε.1, μέσω της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1), ότι η Ενάγουσα και η Sarkas είχαν μεταξύ τους επαγγελματική συνεργασία και σχέση. Η Sarkas όφειλε στην Ενάγουσα διάφορα ποσά, δυνάμει δανείων, που η τελευταία της χορήγησε. Στις 28.9.92 έγινε συνάντηση στα γραφεία της Ενάγουσας. Παρών ήταν ο Εναγόμενος 1 και ο αδελφός του. Κατόπιν μεταξύ τους συζητήσεων, κατέληξαν σε συμφωνία όπως όλα τα δάνεια της Sarkas ομαδοποιηθούν σε ένα νέο δάνειο, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των τότε Λ.Κ 91.160. Την ίδια ημέρα υπεγράφη σχετική συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 2) μεταξύ της Ενάγουσας και της Sarkas, την οποία υπέγραψαν τα πιο πάνω μέρη, και για την αποπληρωμή του νέου δανείου ο Εναγόμενος 1, ο αδελφός του καθώς και τρία άλλα πρόσωπα υπέγραψαν ως εγγυητές της. Λόγω του ότι η Sarkas παρέλειψε να πληρώνει προς την Ενάγουσα την εξόφληση του δανείου, ηγέρθη η παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγομένου 1, ο οποίος οφείλει να καταβάλει το πιο πάνω ποσό.
Ο Μ.Ε 2 προέβαλε τη θέση ότι είναι το πρόσωπο που υπέγραψε ως μάρτυρας στην εν λόγω κατ’ ισχυρισμόν συμφωνία δανείου και ήταν παρών κατά την υπογραφή αυτής, όπου ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε ως εγγυτής.
Για σκοπούς της απόδειξης της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατέθεσε και ειδικός δικαστικός γραφολόγος (Μ.Ε.3), ο οποίος, αφού μελέτησε το Τεκμήριο 2 και την φερόμενη υπογραφή του Εναγομένου 1 που αποδίδεται στον ίδιο, κατέληξε στο συμπέρασμα, μέσω της γραφολογικής γνωμάτευσης που ετοίμασε (Τεκμήριο 4), ότι:
«Kατόπιν των ανωτέρω συγκρίσεων και παρατηρήσεων είναι προφανές ότι τα γραφολογικά χαρακτηριστικά της υπό έλεγχο υπογραφής εντάσσονται πλήρως στην υπογραφική συνήθεια του Χρίστου Σαρκά και επομένως μπορούμε να πιθανολογήσουμε βάσιμα ότι η υπογραφή τέθηκε απ’ αυτόν.»,
Από την άλλη, ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.2) προβάλλει τη θέση, μέσω της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 6), ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε πρώτη φορά για την πιο πάνω κατ’ ισχυρισμόν συμφωνία δανείου με την επίδοση της παρούσας αγωγής. Ουδέποτε ο ίδιος είδε προηγουμένως αυτήν, ουδέποτε την υπέγραψε υπό την ιδιότητα του εγγυητή και η φερόμενη υπογραφή που αποδίδεται στον ίδιο αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Προς το σκοπό αυτό υπεβλήθη και σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση του ότι ουδέποτε έλαβε οποιουσδήποτε λογαριασμούς από την Ενάγουσα σε σχέση με τις ισχυριζόμενες οφειλές της αλλά και ουδέποτε οχλήθηκε από αυτήν. Τις ίδιες πανομοιότυπες θέσεις προέβαλε και η σύζυγος του, πρώην Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.1).
Ενόψει των πιο πάνω θέσεων, πυρήνας της όλης εκδοχής της Ενάγουσας, αποτελεί το γεγονός ότι η Ενάγουσα, την 28.9.1992, υπέγραψε γραπτή συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 2) με την Sarkas, την οποία εγγυήθηκε προσωπικά ο Εναγόμενος 1. Το εν λόγω έγγραφο ως τέτοιο το χαρακτήρισαν τόσο ο Μ.Ε 1 όσο και ο Μ.Ε 2.
Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του:
«ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ £ 91.160
1. Οι κάτωθι υπογεραμμένη SARKAS TEXTILES LTD εκ Λ/σου ΟΛΥΜΠΙΟΥ 2Β Λ/σός 362692 (αρ. ταυτότητος ………) οφείλ …………, να πληρώσω ……….. εις διαταγήν της MINERVA FINANCE & INVESTMENTS LTD εκ Λευκωσίας (εν τοις εφεξής καλουμένης ο δανειστής) το άνω ποσόν των Λιρών Κύπρου
ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΜΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ & ΕΚΑΤΟΝ ΕΞΗΝΤΑ ΛΙΡΕΣ
αρ. £91.160.= ποσόν αντιπροσωπεύον δάνειον ληφθέν σήμερον εις μετρητά.
2. Η πληρωμή του άνω ποσού ομού μετά τόκου από σήμερον προς εννέα τοις εκατόν (9%) ετησίως θα γίνη ως ακολούθως:………………………………………………….
…….…………………………………………………..................................................... ………………………………………………………………………………………………
Noείται ότι η MINERVA FINANCE & INVESTMENTS LTD, θα έχει το δικαίωμα καθ’ οιονδήποτε χρόνον να τροποποιή το ανωτέρω καθοριζόμενον επιτόκιον των 9% δι’ αποστολής γραπτής ειδοποιήσεως προς τ…… οφειλ…… εν τη οποία θα καθορίζεται το ύψος του τροποποιημένου επιτοκίου και ή ημερομηνία ενάρξεως τη ισχύος τόυτου.
Και νοείται περαιτέρω ότι το τοιούτον δικαίωμα θα ασκείται υπό της MINERVA FINANCE & INVESTMENTS LTD, μόνον εις ην περίπτωση ήθελεν επέλθη νομοθετική τροποποίησις του εν ισχύι ανωτάτου ορίου επιτοκίου.
Ο τόκος κεφαλαιοποιείται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
3. Καθυστέρησις πληρωμής μιας οιασδήποτε δόσεως πληρωτέας ως ανωτέρω καθιστά ολόκληρον το ποσόν του χρέους τούτου ή οιονδήποτε οφειλόμενον υπόλοιπον αυτού αμέσως απαιτητόν και πληρωτέον και εν περιπτώσει αγωγής οφείλ ….. να πληρώσω …….. τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα.
4. Προς ασφάλειαν του δανειστού μεταβιβάζω ……….. επ’ ονόματι αυτού τα δικαιώματα και ωφελήματα μου ……… επί του συμβολαίου μ……. ζωής του συναφθέντος μετά της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ την ……………………. αρ. συμβολαίου ……………………).
Εν Λεμεσώ τη 28/Sept./1992.
ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
Sarkas Textiles Ltd
EΓΓΥΗΤΗΣ/ΤΕΣ
Εγγυώμαι προσωπικώς και αλληλεγγύως παρά του οφειλέτου
την πληρωμήν του άνω ποσού μετά των τόκων και συνθέτων
τόκων και συνθέτων τόκων (επιτοκίων) μέχρι τελείας εξοφλήσεως
συμφώνως προς τους όρους του παρόντος γραμματίου, δηλώ
δε ότι ο δανειστής δικαιούται να δέχεται πληρωμάς απέναντι του
άνω γραμματίου και να δίδει παρατάσεις εις τον πρωτοφειλέτην
άνευ ειδοποιήσεως τινος προς με θα εξακολουθώ δε να
απευθύνομαι μέχρι τελείας εξοφλήσεως.
1. Υπογραφή ……………………………..
Πλήρες Όνομα Χρίστος Σαρκας Βασιλική Γούμενου
Διεύθυνσις …………………………… ……………………………
2. Υπογραφή Carol Michel
Πλήρες Όνομα Carol Michel Διεύθυνσις …………………………… ……………………………
3.Υπογραφή ……………………………
Πλήρες Όνομα Δημήτρης Σαρκας.
4…………………….
Βασιλική Γούμενου ……………………..
5. Αφροδίτη Λαμπριανού
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
c.l.papathomas»
Τα όσα έχουν καταγραφεί, ανωτέρω, με έντονο χρώμα είναι όσα έχουν αποτυπωθεί στο πιο πάνω έγγραφο ιδιοχείρως. Σημειώνεται, επίσης, ότι στη θέση των Εγγυητών υπάρχει υπογραφή πάνω από το όνομα του Εναγομένου 1, του Δημήτρη Σαρκά και της Βασιλικής Γούμενου (πρώην Εναγόμενης 2), ενώ στα υπόλοιπα ονόματα στη θέση της υπογραφής τοποθετήθηκαν ολογράφως τα ονόματα των εκεί αναφερόμενων προσώπων.
Μελετώντας το περιεχόμενου του πιο πάνω έγγραφου, είμαι της γνώμης ότι αυτό δεν αποτελεί γραπτή συμφωνία δανείου, ως ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.1 και ο Μ.Ε.2, θέση την οποία και δεν αποδέχομαι.
Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts No. 2, 26η έκδοση στη παράγραφο 3574 σελ. 624 δίδεται η εξής έννοια της συμφωνίας δανείου, σε δική μου ελεύθερη μετάφραση:
«Η συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία με βάση την οποία, κάποιος δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει χρηματικό ποσό σε κάποιον τρίτον, με αντάλλαγμα τη ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο».
Επί του πιο πάνω εγγράφου (Τεκμήριο 2), οι μόνες υπογραφές που υπάρχουν είναι αυτές της Sarkas, υπό την ιδιότητα της οφειλέτιδας. Είναι πρόδηλο, ότι απουσιάζει από τη γραπτή συμφωνία δανείου η υπογραφή της Ενάγουσας, της φερομένης δανείστριας, ως του άλλου αντισυμβαλλομένου μέρους στην κατ΄ισχυρισμον γραπτή συμφωνία δανείου, απαραίτητο στοιχείο για την συνομολόγηση μίας γραπτής σύμβασης. Συνεπακόλουθα, πασιφανώς το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί τέτοια γραπτή συμφωνία δανείου.
Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου ότι το έγγραφο (Τεκμήριο 2), δεν αποτελεί γραπτή συμφωνία δανείου, το δικαστήριο είναι υπόχρεο και οφείλει να εξετάσει και τις άλλες εναλλακτικές δικογραφημένες αιτίες αγωγής, έστω και αν η Ενάγουσα στήριξε την όλη της αξίωση χαρακτηρίζοντας το εν λόγω έγγραφο ως γραπτή συμφωνία δανείου (Κυπριανού Αμβρόσιος ν. Ευριδίκης Βασιλείου (2004) 1 ΑΑΔ 1320). Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός εγγράφου και οι νομικές συνέπειες που ενέχει αποτελεί θέμα του Δικαστηρίου και όχι θέμα περιγραφής ή χαρακτηρισμού από τον διάδικο.
Στην πιο πάνω προαναφερόμενη υπόθεση λέχθηκε, επίσης, ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως (Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400).
Η Ενάγουσα, αξιώνει διαζευκτικά από τον Εναγόμενο 1 το πιο πάνω ποσό, δυνάμει συναλλαγματικής και/ή γραμματίου που κατάρτισε με την Sarkas, τα οποία, αντιστοίχως, εγγυήθηκε προσωπικά ο Εναγόμενος 1.
Ο ορισμός ενός εγγράφου ως Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου περιέχεται στο άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:
«Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία τουλάχιστον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.»
Στη υπόθεση Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη (2012) 1Β Α.Α.Δ 1694 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου (1971) 1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish (1971) 1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 733.»
Επί του προκειμένου, στο Τεκμήριο 2 υπάρχει η υπογραφή μόνο ενός μάρτυρα και όχι δύο. Συνεπώς το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί νομικά να χαρακτηριστεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου εφόσον ελλείπει μία τουλάχιστον εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εφαρμοσθούν τα έννομα αποτελέσματα που με αυστηρότητα περιγράφει το άρθρο 80 του Κεφ. 149 (Παπαστράτης ν. Οικονόμου (1970) 1 AAΔ 11, Θεόδουλος Φούλη ν Ανδρέα Μιγαήλ (2005) IB AAA 1144 και Νίκος Λάρκου κ.α. ν Ελένης Παναγή (1996) 1Α A.A.Δ 80).
Ούτε και το Τεκμήριο 2 αποτελεί συναλλαγματική εφόσον από αυτήν απουσιάζει η υπογραφή της Ενάγουσας ως η εκδότης του. Παραπέμπω προς τούτο στην υπόθεση Poly G. Knitwear Ltd ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (Loukos Trading Co. Ltd) και Άλλου (2007) 1 ΑΑΔ 96 όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στο άρθρο 3(1) του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, όπως τροποποιήθηκε, αναγράφεται ότι συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει (δική μας η υπογράμμιση), η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή. Στη δεύτερη παράγραφο του προαναφερόμενου άρθρου 3 αναγράφεται πως έγγραφο που δε πληρεί τους προαναφερόμενους όρους ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική.
Στην υπόθεση Samoa Clothing Industry Ltd v. Ταμείου Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Βιομηχανίας Ειδών Ένδυσης και Υπόδησης Κύπρου (2004) 1 Α.Α.Δ. 2072, το Εφετείο τόνισε ότι η μόνη υπογραφή που απαιτείται σε μια συναλλαγματική είναι αυτή του εντολέα. Εφόσον η συναλλαγματική δεν εξοφληθεί με την παρουσίαση της ο ίδιος ο εντολέας είναι υπεύθυνος για την εξόφληση της ανάλογα με το περιεχόμενο της.
Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές πως ο εκδότης των προαναφερόμενων υποτιθέμενων συναλλαγματικών (τεκμηρίων 1-7), δηλαδή ο εντολέας ήταν η εφεσείουσα εταιρεία. Αποδέκτης ήταν η πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία και εγγυητής ο δεύτερος εφεσίβλητος. Υπάρχουν υπογραφές της πρώτης εφεσίβλητης εταιρείας, ως αποδεκτή και του δεύτερου εφεσίβλητου, ως εγγυητή, όμως σε κανένα μέρος των εγγράφων αυτών δεν υπάρχει, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, υπογραφή των εκδοτών, δηλαδή των εντολέων, δηλαδή της εφεσείουσας. Ως εκ τούτου τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως έγκυρες συναλλαγματικές με την προαναφερόμενη έννοια του Νόμου και κατά συνέπεια και η εγγύηση του δευτέρου εφεσιβλήτου σ' αυτές δεν μπορούσε να είναι έγκυρη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο.»
Για τον ίδιο λόγο το επίδικο έγγραφο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε γραμμάτιο σε διαταγή του εκδότη (υποσχετικό έγγραφο), ενόψει των προνοιών του Άρθρου 83(1) του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, Μέρος IV - Γραμμάτια σε Διαταγή. (Promissory Notes, στο Αγγλικό κείμενο) (Xριστοφορίδης Xριστόφορος ν. Xρυσόστομου Tσίτσιου, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Aντώνη Σάββα Kωνσταντινίδη (2009) 1 ΑΑΔ 1292).
Επομένως και οι πιο πάνω διαζευκτικές αιτίες αγωγής απορρίπτονται.
Παραμένει προς εξέταση πλέον η εναλλακτική αιτία αγωγής, ότι δηλαδή το οφειλόμενο ποσό οφείλεται δυνάμει δανείου που η Ενάγουσα χορήγησε στην Sarkas, την οποία εγγυήθηκε προσωπικά ο Εναγόμενος 1.
Το Τεκμήριο 2 προσομοιάζει και ως τέτοιο νομικά θα το χαρακτήριζα με έγγραφη αναγνώριση χρέους.
Στην υπόθεση Ιγνατίου Νικόλας και Χρήστος ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου τέως από το Αναβαργός και Άλλη ν. Νικόλα Λεμονάρη (2004) 1 ΑΑΔ 1562 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την αναγνώριση χρέους:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε λανθασμένα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε αναγνώριση χρέους εκ μέρους των εφεσειόντων.
Κατ' αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002). Μόνο ονομαστικά αναφέρεται η άλλη αιτία αγωγής αυτή της αναγνώρισης χρέους, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε γεγονότα. Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου στο περίγραμμα του εισηγείται ότι στην Έκθεση Απαίτησης υπήρχε ισχυρισμός για ύπαρξη χρέους που δεν εξοφλήθηκε. Αυτό δεν είναι ορθό. Δεν υπάρχει ισχυρισμός για κανένα γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αιτία της αγωγής ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από τα έγγραφα που αναφέρθηκαν ως ενσωματώνοντα αυτή την απαίτηση με την περιγραφή τους ως γραμμάτια συνήθους τύπου ή χρεωστικά ομόλογα ή έγγραφα αναγνώρισης χρέους.»
Ανατρέχοντας και πάλι στο δικόγραφο της Ενάγουσας, πέραν του γεγονότος ότι δεν δικογραφείται ότι η αξίωση της εδράζεται σε αναγνώριση χρέους (παρά μόνο γίνεται για πρώτη φορά τέτοια ονομαστική αναφορά μόνο στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης), δεν υπάρχουν εκείνα τα επαρκή γεγονότα, τα οποία θα έδιδαν το έρεισμα στο δικαστήριο ούτως ώστε να αποδώσει θεραπεία στην Ενάγουσα με βάση την εναλλακτική αιτία αγωγής, δηλαδή αυτής της χορήγησης δανείου και ότι υπεγράφη οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο τόσο η Sarkas όσο και ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισαν με οποιοδήποτε τρόπο το χρέος τους. Τα όσα εν προκειμένω αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση, τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής και στα υπό κρίση γεγονότα, εφόσον η πιο πάνω εναλλακτική αιτία αγωγής, δηλαδή το δάνειο, στηρίζεται αποκλειστικά στο ίδιο το έγγραφο (Τεκμήριο 2), το οποίο περιγράφεται ως δάνειο και/ή γραπτή συμφωνία και/ή συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο. Δεν υπάρχει κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός περί του ότι καταρτίστηκε προφορική συμφωνία δανείου (ως εμμέσως υποστήριξε ο Μ.Ε 1) και ότι στην συνέχεια υπεγράφη το Τεκμήριο 2 από την Ενάγουσα και την Sarkas, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το αποδεικτικό μέσο ότι η τελευταία παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία, αναγνωρίζοντας το χρέος της. Η εναλλακτική αιτία αγωγής δηλαδή το δάνειο, αφορά και εδράζεται αποκλειστικά στο ίδιο το έγγραφο (Τεκμήριο 2) (βλέπε παράγραφο 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης). Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δικογραφημένο γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αιτία της αγωγής ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από το εν λόγω Τεκμήριο 2 που αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτηση της Ενάγουσας και που περιγράφεται ως δάνειο. Και ασφαλώς δεν είναι δάνειο εφόσον απουσιάζει από αυτό η υπογραφή της Ενάγουσας.
Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (1990) 1 Α.Α.Δ 319 τονίστηκε ότι η διατύπωση και μόνο της θεραπείας δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρει. Ο προσδιορισμός στο κύριο σώμα της απαίτησης των γεγονότων που δικαιολογούν μια ή περισσότερες θεραπείες αποτελεί προϋπόθεση για την εξέτασή τους. Στην δε υπόθεση D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου (ανωτέρω) τονίσθηκε ότι:
« είναι εφικτή η παροχή θεραπείας που δεν εξειδικεύεται στην έκθεση απαίτησης υπό δύο όμως όρους που εδώ δεν πληρούνται, δηλαδή, όπως ήδη εξηγήσαμε: (α) η θεραπεία "στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης"· και (β) τα γεγονότα αυτά αποδεικνύονται μετά στη δίκη.»
Για τους πιο πάνω λόγους και η εναλλακτική αιτία αγωγής αυτής του δανείου δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως εκ τούτου και αυτή απορρίπτεται.
Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η παρούσα αγωγή υπόκειται σε απόρριψη αποτελεί και το γεγονός ότι η μαρτυρία του Μ.Ε 1, ο οποίος ήταν ο ουσιωδέστερος μάρτυρας από μέρους της Ενάγουσας, εφόσον περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη το Τεκμήριο 2 και εξήγησε στο δικαστήριο το περιεχόμενο του ίδιου του εγγράφου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Και τούτο γιατί, πέραν του γεγονότος ότι το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση του ότι η Ενάγουσα κατάρτισε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία δανείου με την Sarkas, ως ο τελευταίος υποστήριξε, επιπρόσθετα η θέση του ότι η Ενάγουσα υπέγραψε το Τεκμήριο 2, ανεξαρτήτως το πως ο ίδιος το χαρακτηρίζει, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον από το εν λόγω έγγραφο απουσιάζει η οποιαδήποτε υπογραφή από μέρους της.
Ούτε και γίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο η θέση του ότι στο εν λόγω έγγραφο, πέραν του Εναγομένου 1 και του αδελφού του που φέρονται υπέγραψαν ως εγγυητές, υπέγραψαν επιπρόσθετα ως εγγυητές της Sarkas και άλλα τρία πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου της πρώην Εναγόμενης 2. Και τούτο γιατί η βασική αυτή του θέση αντικρούστηκε από την ίδια την θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας, εφόσον επεσυνέβη το εξής παράδοξο.
Η πρώην Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.1), όταν ακόμη στο στάδιο αυτό η εναντίον της αγωγή δεν είχε ακόμη αποσυρθεί, κατάθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 5). Σε αυτήν ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε τη γραπτή συμφωνία ως εγγυήτρια και η υπογραφή που αποδίδεται σε αυτήν επί του εν λόγω εγγράφου (Τεκμήριο 2) δεν είναι δική της.
Της υπεβλήθη ακολούθως, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, από τον συνήγορο της Ενάγουσας (βλ. σελ. 2 των πρακτικών ημερ. 24.11.25) ότι:
«Ε. Για να σας βοηθήσω σας λέω και εγώ ότι δεν είναι η υπογραφή σας σε εκείνη τη συμφωνία αλλά την υπόγραψε ένα πρόσωπο που υπέγραψε για όλους και αυτός είναι ο σύζυγος σας που υπέγραψε αυτές τις υπογραφές, τις πλαστογράφησε.
Α. Όχι βέβαια.
Δικαστήριο: Άρα αποδέχεστε ότι η υπογραφή στη θέση της Εναγόμενης 2 δεν είναι δική της;
Κ. Σ. Σταυρινίδης: Kύριε Πρόεδρε, αν προσέξετε οι θέσεις μας δεν είναι εναντίον της κας Σαρκά, κινήθηκε η αγωγή μετά που διαπιστώσαμε όταν είχαμε γραπτή μαρτυρία από εμπειρογνώμονα.»
Η όλη παραδοξότητα όμως δεν τελειώνει εδώ.
Και τούτο γιατί η πιο πάνω εκδοχή του συνηγόρου της Ενάγουσας επαναλήφθηκε και στα πλαίσια αντεξέτασης του Εναγόμενου 1 (Μ.Υ.2), όπου και του αναφέρθηκε ότι:
«Ε. Σας υποβάλλω ότι η υπογραφή που αναφέρεται στο όνομα σας ως και στα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται ότι έχουν υπογράψει το Τεκμήριο 2 είναι το ίδιο πρόσωπο που έβαλε τις υπογραφές. Συμφωνείτε μαζί μου;
A. Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω.
E. Οφείλατε να ξέρετε γιατί είσαστε εσείς κύριε Σαρκά που εβάλατε τις υπογραφές όλων ανεξαιρέτως των προσώπων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2.
A. Το 2016 το είδα πρώτη φορά το Τεκμήριο 2 και ούτε υπογραφές έβαλα ούτε τίποτε.»
Συνεπάγεται από τα πιο πάνω λεχθέντα, ότι η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας και η εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο είναι ότι η Εναγόμενη 2 και ο αδελφός του Εναγομένου 1 ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια, εφόσον η υπογραφή της πλαστογραφήθηκε από τον Εναγόμενο 1. Θέση, η οποία ασφαλώς και συγκρούεται με την βασική θέση του Μ.Ε 1, ότι το Τεκμήριο 2 υπεγράφη και από 3 εγγυητές, συμπεριλαμβανομένης και της Μ.Υ 1, πρώην Εναγόμενης 2, αλλά και του αδελφού του Εναγόμενου 1. Είναι νομολογημένο ότι δήλωση δικηγόρου εκφράζει τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί και ότι η θέση δικηγόρου κατά την αντεξέταση αντιδίκου ταυτίζεται με τη θέση του πελάτη του και δεσμεύει αυτόν (Μιχαηλίδης v. Μαυρόπουλου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1143 και Μιχαήλ κ.α. v. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1049 αντίστοιχα).
Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η μαρτυρία του Μ.Ε 1 δεν γίνεται αποδεκτή αποτελεί και το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η Sarkas παρέλειψε να πληρώσει την εξόφληση του δανείου με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Πως όμως, με ποιο τρόπο αλλά και πότε η Sarkas παρέλειψε να αποπληρώσει το δάνειο ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εφόσον αν ανατρέξει κανείς στο ίδιο το Τεκμήριο 2 ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτό για το πότε και με ποιο τρόπο η Sarkas οφείλει να αποπληρώσει το κατ’ ισχυρισμόν δάνειο.
Η νομική συνέπεια αυτής της παράλειψης, ανεξαρτήτως της αιτίας αγωγής της Ενάγουσας, δημιουργεί σοβαρό ρήγμα στην όλη εκδοχή της Ενάγουσας με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να μην μπορεί να κριθεί υπόλογος για την αποπληρωμή του κατ΄ ισχυρισμόν δανείου της Sarkas, υπό την ιδιότητα του εγγυητή. Το γεγονός αυτό αποτελεί ακόμη ένα επιπρόσθετο λόγο για τον οποίο η παρούσα αγωγή υπόκειται σε απόρριψη.
Και εξηγώ.
Έστω και αν υποθετικά, το δικαστήριο κατέληγε σε τελικό εύρημα ότι το έγγραφο που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 2 αποτελεί είτε γραπτή συμφωνία δανείου είτε γραπτή αναγνώριση χρέους, η οποία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η Sarkas έλαβε δάνειο από την Ενάγουσα, μελέτη του περιεχομένου του καταδεικνύει ότι σε αυτό δεν αναγράφεται πότε και με ποιόν τρόπο το ποσό του δανείου που η Sarkas δανείστηκε από την Ενάγουσα, την οποία εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 1, ήταν καταβλητέο και οφειλόμενο.
Ειδικότερα, ως προκύπτει από τον όρο 2 αυτής, στον οποίο καταγράφηκε ότι το οφειλόμενο ποσό θα αποπληρωθεί με τον κάτωθι τρόπο, ο τρόπος αυτός παρέμεινε κενός και δεν συμπληρώθηκε το ο,τιδήποτε από την ίδια την Ενάγουσα. Στον δε όρο 3 αυτής αναφέρεται επιπρόσθετα ότι καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσης καθιστά ολόκληρο το ποσό απαιτητό, χωρίς να αναφέρεται και να εξειδικεύεται στο εν λόγω έγγραφο πότε και με ποιόν τρόπο οι δόσεις θα καταβάλλονται. Ούτε και στο δικόγραφο της Ενάγουσας περιέχονται τέτοιες λεπτομέρειες εφόσον δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πληρωμής του από τη Sarkas. Ούτε και προωθήθηκε οποιαδήποτε τέτοια θέση από τους Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2, αντιστοίχως.
Στην απόφαση Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α v. ΔΡ. Θρασυβούλου Σπυριδάκη (2012) 1Β Α.Α.Δ 1694 λέχθηκε ότι αξίωση επί συμφωνίας πρέπει να αναφέρει ρητά και τους βασικούς όρους αυτής, το χρόνο και τόπο της σύναψης της συμφωνίας κλπ, όπως προδιαγράφει η Δ.19 θ.θ. 18, 19 και 22 αλλά και τα αναφερόμενα σχετικά στο Annual Practice 1970, σελ. 246-247, παρ. 18/7/8-18/7/9, στα σχόλια του O.18 r.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 161-163. Επίσης θα πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της συμφωνίας στο βαθμό που ενδιαφέρει για σκοπούς της αγωγής (Pleadings Principles and Practice των Jacob and Goldrein, 1990).
Ό, τι δικογραφείται ως όροι της συμφωνίας δανείου (βλέπε παράγραφο 4 αυτής) είναι ότι η Ενάγουσα θα έχει δικαίωμα καθ’ οιονδήποτε τρόπο να τροποποιεί το καθορισμένο επιτόκιο με αποστολή γραπτής ειδοποίησης και ότι ο τόκος κεφαλοποιείται την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Ενόψει των πιο πάνω παρέμεινε άγνωστο στο δικαστήριο ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής του κατ’ ισχυρισμού δανείου που η Sarkas έλαβε. Θα έπρεπε η Ενάγουσα να προσδιορίσει τον χρόνο και τρόπο αποπληρωμής του από την Sarkas αλλά και από τον Εναγόμενο 1, κάτι που ελλείπει τέτοια μαρτυρία στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε και είναι αρκετή η αναφορά του Μ.Ε 1, εντελώς απογυμνωμένη από τον οποιοδήποτε ισχυρισμό, ότι η Sarkas παραβίασε όρο της εν λόγω συμφωνίας. Σημειώνω ότι στο δικόγραφο της Ενάγουσας περιέχονται δικογραφημένοι ισχυρισμοί ότι η Ενάγουσα παρέδιδε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στην Sarkas όπως και στον Εναγόμενο 1, αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που διατηρούσε, και ότι κατά παράβαση των όρων της πιο πάνω γραπτής συμφωνίας δανείου και της συνεχείς οχλήσεις της προς τον Εναγόμενο 1, δεν προχωρούσαν σε πληρωμές έναντι του χρεωστικού υπολοίπου. Γεγονότα που αρνήθηκε με το δικόγραφο του ο Εναγόμενος 1. Ουδεμία τέτοια θετική μαρτυρία προσκομίσθηκε στο δικαστήριο ότι η Sarkas ενημερώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά και ότι παρά την σχετική ενημέρωση της, η Sarkas παραβίασε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Η οποιαδήποτε σχετική αναφορά του Μ.Ε 1, μέσω της γραπτής του δήλωσης, ο οποίος αρκέστηκε απλά να αναφέρει ότι η Sarkas «παρέλειψε να πληρώνει προς την Ενάγουσα για την εξόφληση του δανείου», προϋποθέτει ότι η Sarkas και ο Εναγόμενος 1 με την παράλειψη τους αυτή παραβίασαν όρο της κατ’ ισχυρισμόν συμφωνίας δανείου. Ελλείπει όμως από την Ενάγουσα τέτοια θετική μαρτυρία. Από την στιγμή που η Ενάγουσα προώθησε την θέση ότι η Sarkas και ο Εναγόμενος 1 παραβίασαν την συμφωνία δανείου, όφειλε η Ενάγουσα να αποδείξει ότι η Sarkas και ο Εναγόμενος 1 παραβίασαν τους συγκεκριμένους όρους αυτής. Πρέπει αυτή η παράλειψη, που επικαλείται ο Μ.Ε 1, να ισοδυναμεί με παραβίαση των όρων της συμφωνίας δανείου.
Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ.829 τονίστηκε ότι σε περιπτώσεις που αφορούν τραπεζικά χρέη (είτε αμφισβητείται η απαίτηση είτε δεν αμφισβητείται) θα πρέπει να αποδειχθούν τρία στοιχεία:
«α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της.
β. Η παράβαση όρου της σύμβασης.
γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.»
Τα ίδια κατ’ αναλογία εφαρμόζονται και εν προκειμένω.
Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (1999) 1Β Α.Α.Δ.1466 λέχθηκε ότι η σύμβαση εγγύησης, και υπό αυτή την ιδιότητα ενάγεται ο Εναγόμενος 1, ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει παράβαση από τον πρωτοφειλέτη των δικών του υποχρεώσεων. Η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη (στην προκειμένη η Sarkas) να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος, εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη.
Η σύμβαση εγγύησης είναι αυτόνομη σύμβαση, αλλά είναι και το παρεπόμενο αποτέλεσμα της σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη (άρθρο 86 του Κεφ.149).
Το Τεκμήριο 2 και οι όροι αυτού αφενός δεν προσδιορίζουν πότε και με ποιο τρόπο το οφειλόμενο χρέος θα πρέπει να καταβληθεί, αφετέρου δεν προσδιορίζεται ο τρόπος πληρωμής του. Επομένως στην απουσία οποιασδήποτε θετικής μαρτυρίας για τα πιο πάνω ουσιαστικά στοιχεία, το δικαστήριο δεν μπορεί κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές να καταλήξει σε εύρημα ότι η Sarkas παραβίασε οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας δανείου και κατ’ επέκταση ο Εναγόμενος 1 δεν μπορεί να κριθεί υπόλογος ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Sarkas δεν είναι καν διάδικος στην παρούσα αγωγή, άγνωστο προς το δικαστήριο το γιατί.
Ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας ότι η οφειλή της Sarkas προς την Ενάγουσα έγινε απαιτητή με οποιοδήποτε τρόπο. Ούτε και κατατέθηκαν επιστολές της Ενάγουσας ή οποιαδήποτε όχληση της Ενάγουσας προς την Sarkas για αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού ώστε να είναι υπόλογος ο Εναγόμενος 1 υπό την ιδιότητα του εγγυητή να καταβάλει προς αυτήν το οφειλόμενο ποσό, ως η Ενάγουσα διατείνει δικογραφικά. Συνάγεται από την γραπτή συμφωνία δανείου ότι υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος πληρωμής αλλά ο τρόπος αυτός δεν καθορίζεται. Δεν προσκόμισε σχετική επί τούτου μαρτυρία η Ενάγουσα ποιος και πότε ήταν ο τρόπος πληρωμής του οφειλομένου ποσού ώστε ακολούθως το δικαστήριο να εξετάσει αν η αδράνεια της Sarkas απολήγει σε παραβίαση των όρων της συμφωνίας δανείου. Δεν αποκαλύπτεται αυτός ο τρόπος. Ο Εναγόμενος 1 είναι υπόλογος μόνο επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2. Όφειλε η Ενάγουσα να αποδείξει ότι η Sarkas παραβίασε όρο αυτής της συγκεκριμένης γραπτής συμφωνίας δανείου για να γεννηθεί η ευθύνη του Εναγομένου 1 ως εγγυητή. Επομένως θα απέρριπτα την παρούσα αγωγή και για τον επιπρόσθετο λόγο αυτό. Ούτε και στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 46 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο καθορίζει πότε τερματίζεται μία σύμβαση όταν σε αυτήν δεν καθορίζεται ο χρόνος εκπλήρωσης της, εφόσον ενεργοποίηση του άρθρου αυτού προϋποθέτει ότι η σύμβαση δεν απαιτεί οποιαδήποτε όχληση του ανυπαίτου μέρους προς το υπαίτιο μέρος της παράβασης (Kωνσταντινίδης Σόλων ν. Eταιρεία Level Tachxcavs Ltd (1994) 1 ΑΑΔ 6001994 Α.Α.Δ. 600). Στην προκειμένη περίπτωση για να καταστεί υπόλογος ο Εναγόμενος 1 απαιτείτο ότι το χρέος ήταν απαιτητό από την Sarkas. Προϋποθέτει επομένως όχληση από μέρους της Ενάγουσας για να δικαιούται την αποπληρωμή του.
Πέραν των πιο πάνω θα έκρινα και τη συμφωνία δανείου ως άκυρη λόγω ασάφειας.
Η ασάφεια σε μια σύμβαση, αν δεν μπορεί πλέον να ιχνηλατηθεί συγκροτημένη πρόθεση και να εφαρμοσθεί, μπορεί να οδηγήσει ολόκληρη τη σύμβαση σε ακυρότητα Αν όμως δεν επηρεάζεται το σύνολο της σύμβασης, μπορεί να διαχωρισθεί ο ασαφής όρος, να αγνοηθεί και να εφαρμοσθεί το υπόλοιπο της σύμβασης.
Το θέμα της ασάφειας πραγματεύεται το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, όπου αναφέρεται πως "συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες."
Στην υπόθεση AL ITTIHAD AL WATANI (L'UNION NATIONALE SOCIETE GENERALE), D' ASSURANCE DU PROCHEOPIENT S.A.L. and others v. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (2000) 1 Α.Α.Δ. 1924, 1934 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Αυτό που πηγάζει από τη νομολογία, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των εναγομένων (βλ. μεταξύ άλλων Saab and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Petrou v. Petrou (1978) 1 C.L.R. 257, Alpan Furnishings Limited v. Σάββα Δημάδη (1989) 1 Α.Α.Δ., (Ε) 170 και Ανδρέας Πάρης ν. M/T "MOROIL B" κ.α. (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 274) είναι ότι τα δικαστήρια στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν μια σύμβαση θα πρέπει, εκεί που τούτο είναι δυνατό, να φροντίζουν να διασώζουν αυτή κι' όχι να κηρύττουν αυτή άκυρη, εκτός αν αυτή η κατάληξη είναι αναπόφευκτη ενόψει της αοριστίας και/ή ασάφειας που υπάρχει....»
Στο σύγγραμμα HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, (4η έκδοση) τόμος 9, σελ.422, παρ.672 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα:
"The courts, however, do not expect commercial documents to be drafted with strict precision, the court will look at the document as a whole and it has been said that, in construing an agreement, a court should not hold a provision to be void for uncertainty unless it cannot resolve the ambiguity which it is said to contain."
(Η υπογράμμιση είναι δική μου).
Στην υπόθεση Alpan Furnishings Limited v. Σάββα Δημάδη (ανωτέρω) επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή της εφεσείουσας για ειδική εκτέλεση της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας και αποζημιώσεις για παράβαση συμβάσεως, με την αιτιολογία, ότι η σύμβαση ήταν ατελής, γιατί οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν καθορίσει ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία συμβάσεως ενοικιάσεως, δηλ. την διάρκεια της ενοικιάσεως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση ότι εξυπακούετο ότι η διάρκεια της συμβάσεως υπόκειτο σε τερματισμό κατά την απόλυτη κρίση του κάθε ενός από τους συμβαλλόμενους.
Ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται ο τρόπος και το χρονικό σημείο αποπληρωμής της γραπτής συμφωνίας δανείου ή δανείου, ουσιώδη στοιχεία για την συνομολόγηση τέτοιας συμφωνίας αλλά και για να διαπιστωθεί πότε όφειλε η Sarkas να αποπληρώσει το δάνειο αλλά και πότε αυτό ήταν απαιτητό ώστε να διαπιστωθεί η οποιαδήποτε παράβαση της, αυτή είναι ασαφής με αποτέλεσμα να είναι άκυρη.
Επανερχόμενος στην αξιολόγηση του Μ.Ε 1, ακόμη ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του, αποτελεί και το γεγονός ότι για να αποδείξει την οφειλή της Sarkas προς την Ενάγουσα, κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 κατάσταση λογαριασμού της τελευταίας για το έτος 2002 που διατηρείτο από την πρώτη. Kαι η σχετική μαρτυρία του επί του προκειμένου είναι ανεπαρκής. Και τούτο γιατί μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί εξ ορισμού απόδειξη και των όσων καταχωρήθηκαν σ' αυτή - εκτός και εάν πρόκειται για εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία (A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α, Πολ.Έφεση 11951, ημερ. 27.7.2006 και Ηρακλής Μιχαηλίδης v. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 494). Με άλλα λόγια, οι εκάστοτε καταχωρήσεις στον λογαριασμό, δηλαδή οι κατά καιρούς χρεοπιστώσεις (ανεξαρτήτως είδους) καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να διαφανεί στο τέλος, ότι, η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και όχι παραποιημένη. Εν προκειμένω, η σχετική κατάσταση που η Ενάγουσα προσκόμισε δεν αποτελεί εκκαθαρισμένο λογαριασμό εφόσον η πλευρά του Εναγομένου 1 αρνείται ότι παρέλαβε τέτοια κατάσταση. Η δε Ενάγουσα, από την άλλη, δικογραφεί ότι τον εν λόγω λογαριασμό τον απέστελλε στον Εναγόμενο 1 χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Με ποιο τρόπο και πως αυτός απεστάλη, ο Μ.Ε 1 τήρησε σιγή ιχθύος. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα, με δεδομένο ότι η εν λόγω κατάσταση δεν αφορά εκκαθαρισμένο λογαριασμό θα έπρεπε να αποδείξει πως προέκυψε η εν λόγω οφειλή. Κάθε άλλο παρά έχει γίνει κάτι τέτοιο. Τίποτα και πάλι δεν ανάφερε ο Μ.Ε 1 περί τούτου. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί επιλέχθηκε κατάσταση λογαριασμού του 2002. Θα πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι με βάση αυτή, το οφειλόμενο ποσό ήταν τότε Λ.Κ 100.108,37, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο ποσό σε €171,045.30. Αν υπολογιστεί ότι το ποσό το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή είναι €155,756.10 επί 9% τόκος (τόκος που θα χρεώνετο το εν λόγω ποσό στην βάση του Τεκμηρίου 2) από το 1992 (ημερομηνία υπογραφής του εν λόγω εγγράφου) μέχρι το 2002, σε καμία περίπτωση το γινόμενο αποτέλεσμα της πιο πάνω μαθηματικής πράξης δεν ανιπροσωπεύει το ποσό που αναγράφηκε στην εν λόγω κατάσταση αλλά ποσό πολύ μεγαλύτερο. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον Μ.Ε 1 πως προέκυψε το εν λόγω ποσό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε στο δικαστήριο ενόψει των πιο πάνω δεδομένων.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα ήταν ακροσφαλές για το δικαστήριο να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω της μαρτυρίας του Μ.Ε 1.
Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της Ενάγουσας, δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι η Ενάγουσα κατάρτισε γραπτή συμφωνία δανείου ή δάνειο με την Sarkas, ποια ήταν εν τέλει η οφειλή της, πότε αυτή κατέστη πληρωτέα και απαιτητή αλλά και το ότι παραβίασε όρο της μεταξύ τους συμφωνίας ώστε να μπορεί να κριθεί υπόλογος και ο Εναγόμενος 1 υπό την ιδιότητα του εγγυητή.
Ενόψει των πιο πάνω, καθίσταται αχρείαστη η αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε 2 και Μ.Ε 3. Και τούτο γιατί αποδεχόμενος την θέση τους, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1 έθεσε πράγματι την υπογραφή του ως εγγυητής επί του Τεκμηρίου 2, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν δύναται να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου.
Υπό το φως των πιο πάνω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου 1 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.).....................................
Μ. Χαραλάμπους, Α.E.Δ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο