ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1083/2023 I-Justice
Μεταξύ:
IGOR BEREZIN αρ. διαβατηρίου Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
Ενάγουσας
και
1. AVESTRA GROUP HOLDING LTD αρ. εγγραφής Η.Ε. xxx
2. DMITRY IVANOV αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
3. ROMAN SPIRIDONOV αρ. διαβ. Ελληνικής Δημοκρατίας A.T. xxx
4. RURIC AB (PUBL) αρ. εγγραφής xxx
5. VADIM GURINOV αρ. διαβ. Κυπριακής Δημοκρατίας xxx
6. DENIS PANOVITSIN αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
7. VLADIMIR BELKOVSKIY αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
8. ILIA RYKOV αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
9. ILYA ZAYMENTSEV
10. ADAM POPOV αρ. διαβατηρίου Φινλανδίας xxx
11. DMITRY EGOROV αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
12. ANASTASIYA HOROBETS αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
13. IRINA ZAVARINA αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
14. KPM CONSULTING LIMITED αρ. εγγραφής Η.Ε. xxx
15. ΧΡΥΣΩ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΝΑΓΗ αρ. ταυτότητας xxx
16. AVESTRA CHEMICAL DMCC αρ. εγγραφής xxx
17. AVESTRA CHEMICAL (SUISSE) AG αρ. εγγραφής xxx
18. SOOO CHEMTECHENGINEERING ("СООО Химтехинжиниринг")
αρ. εγγραφής xxx
19. ILYA BELYAEV αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
20. MECTRA CHEMICAL DMCC αρ. εγγραφής xxx
21. SONOR CHEMICAL DMCC αρ. εγγραφής xxx
22. ANDREY ROMANOV αρ. διαβ. Ρωσικής Ομοσπονδίας xxx
23. CHEMTECHTRANSIT LLC (ООО «ХимТехТранзит»)
αρ. εγγραφής xxx
Εναγομένων
Αίτηση ημερομηνίας 16.06.23 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων
Ημερομηνία: 01.07.26
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Μ. Καραπατέα για Δ. Χατζηνέστορος & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους/Καθ’ ων η αίτηση 1, 12, 14, 15, 16 & 18: κος Αλ. Τσιρίδης μαζί με
κα Μ. Κίτσιου και κα Ι. Προδρόμου για
Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους/Καθ’ ων η αίτηση 2, 3, 5, 6, 7 & 11: κος Η. Κυριακίδης μαζί με
κα Ν. Θεοδώρου και κ. Θ. Πιερίδη για
Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Δικονομικό Ιστορικό Αγωγής και Αίτησης ημερ. 16.06.23:
Στις 12.06.23 ο Ενάγοντας καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον:
(α) της Εναγομένης 1 ειδικές αποζημιώσεις ύψους $(USD)1.351.636 λόγω κατ’ ισχυρισμό παράβασης σύμβασης και/ή εύλογης αμοιβής,
(β) των Εναγομένων 2-12 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους CHF153.267,67 και $(USD)9.449.615,95 ως ζημιές και έξοδα που επωμίστηκε λόγω επικαλούμενης απάτης και/ή συνομωσίας για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) και/ή συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με νόμιμα μέσα (lawful means conspiracy) και/ή δόλια υποβοήθηση για πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract),
(γ) των Εναγομένων 1-5 & 11-23 δηλωτικές αποφάσεις, διάφορα διατάγματα απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως και διατάγματα αποκάλυψης στοιχείων τύπου Norwich Pharmacal, τα οποία περιγράφονται στις σελίδες 4-15 του κλητηρίου εντάλματος.
Έκθεση απαίτησης δεν έχει καταχωριστεί μέχρι σήμερα.
Η υπό κρίση Αίτηση:
Στις 16.06.23 ο Ενάγοντας (Αιτητής) προώθησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση στην οποίαν ζήτησε και στις 27.06.23 πέτυχε την έκδοση μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου:
(α) Ενδιάμεσου Διατάγματος το οποίο απαγορεύει σε έκαστο εκ των Εναγομένων 2, 3, 5, 11, 12, είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε από τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου ενεργούν, να μεταβιβάζουν, πωλούν, επιβαρύνουν, εκχωρούν, δανείζουν ή διαθέτουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, το οποίο ανήκει σε αυτούς ή το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα τους ή το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή στην κατοχή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου εκ μέρους τους, είτε εν όλω είτε εν μέρει μαζί με τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των οποιωνδήποτε απαιτήσεων ή εισπρακτέων δυνάμει εμπορικών συμφωνιών, συμφωνιών δανείου ή συμφωνιών εκχώρησης, κεφαλαίων και τραπεζικών καταθέσεων, μετοχών, ομολόγων, δικαιωμάτων, τίτλων και χρηματοπιστωτικό μέσο, μέχρι του ποσού των $2.000.000 δολαρίων Αμερικής έκαστος ή του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ (σημείο ‘Γ’ της υπό κρίση αίτησης),
(β) Ενδιάμεσου Διατάγματος το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη 4, είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε από τους μετόχους της και/ή οποιουδήποτε από τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους τελικούς δικαιούχους της και/ή του υπαλλήλους της και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου ενεργεί, να μεταβιβάζει, πωλεί, επιβαρύνει, εκχωρεί, δανείζει ή διαθέτει με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, το οποίο ανήκει στην Εναγόμενη 4 ή το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 4 ή το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή στην κατοχή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου εκ μέρους της Εναγόμενης 4 ή ως διαχειριστής της Εναγόμενης 4 ή με άλλο τρόπο εκ μέρους της Εναγόμενης 4, είτε εν όλο είτε εν μέρει μαζί με τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των οποιωνδήποτε απαιτήσεων ή εισπρακτέων δυνάμει εμπορικών συμφωνιών, συμφωνιών δανείου ή συμφωνιών εκχώρησης, κεφαλαίων και τραπεζικών καταθέσεων, μετοχών, ομολόγων, δικαιωμάτων, τίτλων και χρηματοπιστωτικών μέσων, μέχρι του ποσού των $2.000.000 δολαρίων Αμερικής ή του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ (σημείο ‘Δ’ της υπό κρίση αίτησης)
.
Από τα πιο πάνω διατάγματα εξαιρούνται οι μετοχές τις οποίες κατέχουν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 στην Εναγόμενη 1.
(γ) Ενδιάμεσου Διατάγματος το οποίο απαγορεύει σε έκαστο εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε από τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου ενεργούν, να μεταβιβάζουν, πωλούν, επιβαρύνουν, εκχωρούν, δανείζουν ή διαθέτουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, το οποίο είναι εγγεγραμμένο εις το όνομα τους ή άλλως πως ανήκει σε αυτούς είτε άμεσα είτε έμμεσα, δυνάμει ή ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε αποξένωσης χρηματικών ποσών υπό μορφή δανείων ή άλλως πως, ή ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε μεταβίβασης ή εκχώρησης επιχειρηματικών συμφερόντων ή συμβατικών δικαιωμάτων ή εισπρακτέων της Εναγόμενης 1 ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της, η οποία διενεργήθηκε προς ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, από 01.01.22 και εντεύθεν, ή ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πληρωμής ή άλλως πως αποξένωσης χρηματικών ποσών ή άλλης περιουσίας από την Εναγόμενη 1 ή από οποιανδήποτε εκ των θυγατρικών της, εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή έναντι του τιμήματος πώλησης ή άλλως πως του κόστους απόκτησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23 ή σε σχέση με την αγορά ή άλλως πως απόκτηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, περιλαμβανομένου περιουσιακού στοιχείου το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή στην κατοχή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου εκ μέρους τους, είτε εν όλο είτε εν μέρει μαζί με τρίτους (σημείο ‘Θ’ της υπό κρίση αίτησης).
Οι Εναγόμενες εταιρείες 4, 20, 21 και 23 έχουν το δικαίωμα σε περίπτωση μη ύπαρξης άλλης περιουσίας να εξαιρούν από τα πιο πάνω διατάγματα το μηνιαίο ποσό των $10.000 δολαρίων Αμερικής ή του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ για την κάλυψη διοικητικών και ή λειτουργικών εξόδων αυτών.
(δ) Ενδιάμεσου Διατάγματος που διατάζει τους Εναγόμενους 2, 3, 4, 5, 11, 12, 20, 21, 23 και τον καθέναν από αυτούς, όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση, καταχωρήσουν στο Δικαστήριο με κοινοποίηση πιστού αντιγράφου στους δικηγόρους του Ενάγοντα, να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση με την οποία αποκαλύπτουν τα πλήρη στοιχεία αναφορικά με οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, το οποίο ανήκει σε αυτούς ή το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα τους ή το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή στην κατοχή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου εκ μέρους τους, είτε εν όλω είτε εν μέρει μαζί με τρίτους, η αξία του οποίου υπερβαίνει τα USD 10.000 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των οποιωνδήποτε απαιτήσεων ή εισπρακτέων δυνάμει εμπορικών συμφωνιών, συμφωνιών δανείου ή συμφωνιών εκχώρησης, κεφαλαίων και τραπεζικών καταθέσεων, μετοχών, ομολόγων, δικαιωμάτων, τίτλων και χρηματοπιστωτικών μέσων, την ημερομηνία και τρόπο απόκτησης, το είδος, την τοποθεσία και την αξία έκαστου περιουσιακού στοιχείου και στην οποία ένορκη δήλωση να επισυνάπτονται ως τεκμήρια όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία (σημείο ‘Ι1’ της αίτησης).
Τα πιο πάνω ενδιάμεσα διατάγματα τροποποιήθηκαν και/ή διορθώθηκαν στις 27.06.23.
Για το υπόλοιπο μέρος της αίτησης, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες να επιδοθεί στους Εναγομένους που τους αφορά.
Στην πορεία η υπό κρίση αίτηση αποσύρθηκε αναφορικά με τους Εναγομένους 4, 10 και 17 (πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 24.02.26). Το δε προσωρινό διάταγμα που είχε μονομερώς εκδοθεί εναντίον της Εναγομένης 4 υπό το σημείο ‘Α’ (σημείο ‘Δ’ της υπό κρίση αίτησης) ακυρώθηκε.
Παράλληλα με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30.09.25 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της, απέρριψε την αγωγή και κάθε εκκρεμούσα αίτηση που αφορούσε τους Εναγομένους 19, 20, 21, 22 & 23. Εδώ βέβαια μας ενδιαφέρουν οι Εναγόμενοι 20, 21 & 23. Από το λεκτικό της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα προσωρινά διατάγματα που είχαν μονομερώς εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων 20, 21 & 23 υπό τα σημεία ‘Γ’ και ‘Δ’ (στο βαθμό και στην έκταση που τους αφορά) [σημεία ‘Θ’ & ‘Ι1’ της υπό κρίση αίτησης) ακυρώθηκαν.
Επίσης με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30.09.25 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της, απέρριψε την αγωγή εναντίον της Εναγομένης 13.
Επιπλέον με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30.09.25 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της, εξέδωσε διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος ημερ. 30.06.25 καθώς και του διατάγματος επιδόσεων των εγγράφων στους Εναγομένους 10 & 17.
Ένεκα των πιο πάνω εξελίξεων, οι αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες για τις οποίες δόθηκαν οδηγίες να επιδοθούν, έχουν αναπόφευκτα μειωθεί.
Προκειμένου να αποδοθεί το ακριβές νόημα του μέρους της αίτησης που από την αρχή κατέστη δια κλήσεως (δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί) και για να γίνει κατανοητό το εύρος, ο βαθμός και η έκταση των εναπομεινάντων αιτουμένων ενδιάμεσων θεραπειών, καταγράφω αυτούσια το σχετικό περιεχόμενο τους για το οποίο δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί, πάντοτε σε σχέση με τους Εναγομένους που παρέμειναν να τους αφορούν:
«A.1. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγόμενη 1 όπως εντός προθεσμίας που θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, καταχωρήσει στο Δικαστήριο, με κοινοποίηση πιστού αντιγράφου στους δικηγόρους του Ενάγοντα, αναφορικά με τα ημερολογιακά έτη 2020 και 2021, την κατάσταση κερδοζημιών (profit and loss statement), τους ελεγμένους λογαριασμούς, τους εσωτερικούς λογιστικούς λογαριασμούς (internal accounts) και τους λογαριασμούς διαχείρισης (management accounts) της Εναγόμενης 1 και τα εκ του νόμου τηρούμενα λογιστικά βιβλία και/ή λογιστικά μητρώα της Εναγόμενης 1, και όλα τα έγγραφα λογιστικών συναλλαγών περιλαμβανομένων τιμολογίων, αποδείξεων είσπραξης, αποδείξεων πληρωμής και όλα τα έγγραφα βάσει των οποίων συντάχθηκαν όλοι οι προαναφερθέντες λογαριασμοί, συνοδευόμενα από ένορκη δήλωση επαλήθευσης τους και επιπρόσθετα ή διαζευκτικά, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγόμενη 1 όπως παραχωρήσει πλήρη πρόσβαση σε όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα και πληροφορίες και/ή όπως επιτρέψει την επιθεώρηση τους και/ή την λήψη αντιγράφων τους από τον Ενάγοντα και/ή τους δικηγόρους του και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του Ενάγοντα και/ή τους λογιστές και/ή τους ελεγκτές του Ενάγοντα.
A.2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον Ενάγοντα και/ή στους νομικούς του συμβούλους στην Κύπρο και στο εξωτερικό, να κατέχουν, να χρησιμοποιούν και να παρουσιάζουν ενώπιον Δικαστηρίου ή αρμόδιων αρχών ως μαρτυρία και/ή ως τεκμήρια τα στοιχεία και/ή τα έγγραφα που καλύπτονται από τις πρόνοιες του Διατάγματος της υποπαραγράφου Α.1., σε Δικαστικές διαδικασίες και/ή νομικές διαδικασίες στην Κύπρο ή στο εξωτερικό.
Β.1. Διάταγμα αποκάλυψης τύπου “Norwich Pharmacal”, που να διατάζει την Εναγόμενη 1 όπως εντός προθεσμίας που θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, καταχωρήσει στο Δικαστήριο, με κοινοποίηση πιστού αντιγράφου στους δικηγόρους του Ενάγοντα, ένορκη δήλωση η οποία να περιέχει:
(i) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν την συνομολόγηση και εκτέλεση της συμφωνίας υπ’ αρ. 024-221003223, των παραρτημάτων αυτής, των τροποποιητικών συμφωνιών αυτής και των συμπληρωματικών συμφωνιών αυτής, μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Gazprom Neftekhim Salavat εγγεγραμμένης στην Ρωσική Ομοσπονδία.
(ii) Τις χρεώσεις, εισπράξεις πληρωμές, έξοδα και κέρδη της Εναγόμενης 1 τα οποία αφορούν την συμφωνία υπ’ αρ. 024-221003223, των παραρτημάτων αυτής, των τροποποιητικών συμφωνιών αυτής και των συμπληρωματικών συμφωνιών αυτής, μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Gazprom Neftekhim Salavat εγγεγραμμένης στην Ρωσική Ομοσπονδία.
(iii) Συνημμένα ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα τα οποία τεκμηριώνουν πλήρως τα στοιχεία των υποπαραγράφων Β.1.(i)(ii) και τα οποία έγγραφα είναι εις γνώση και/ή εις την διάθεση και/ή εις την κατοχή της Εναγόμενης 1 και/ή των υπαλλήλων της και/ή των αξιωματούχων της και/ή των μετόχων της και/ή των τελικών δικαιούχων της (ultimate beneficial owners) και ή των αντιπροσώπων της και/ή οποιουδήποτε συνδεδεμένου προσώπου ή οντότητας, περιλαμβανομένων των ακόλουθων εγγράφων: συμφωνία υπ’ αρ. 024-221003223 μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Gazprom Neftekhim Salavat, τα παραρτήματα αυτής, οι τροποποιητικές συμφωνίες αυτής και οι συμπληρωματικές συμφωνίες αυτής, όλη η σχετική αλληλογραφία και/ή άλλου είδους επικοινωνία και όλα τα σχετικά τιμολόγια, αποδείξεις εισπράξεων και/ή πληρωμών και λογιστικά έγγραφα.
(iv) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν μετοχές της Εναγόμενης 1 σε οποιαδήποτε εταιρεία σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία (περιλαμβανομένων μετοχών σε οποιαδήποτε εκ των εταιρειών – Εναγομένων 16, 17, 18, 20, 21, 23) για την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, ανεξαρτήτως εάν τέτοιες μετοχές κατέχονται από την Εναγόμενη 1 άμεσα ή έμμεσα, περιλαμβανομένων των στοιχείων τέτοιας εταιρείας (ήτοι εγγεγραμμένο όνομα, δικαιοδοσία, αρ. εγγραφής, αξιωματούχοι, μέτοχοι, τελικοί δικαιούχοι - ultimate beneficial owners, εγγεγραμμένη διεύθυνση, στοιχεία επικοινωνίας), αριθμός μετοχών που κατέχονται από την Εναγόμενη 1 σε τέτοια εταιρεία, την ημερομηνία και τον τρόπο αγοράς ή άλλως πως απόκτησης των μετοχών από την Εναγόμενη 1 και τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε τυχόν πώληση ή άλλως πως αποξένωση ή επιβάρυνση μετοχών της Εναγόμενης 1 σε τέτοια εταιρεία, για την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων αγοράς, απόκτησης, πώλησης, αποξένωσης ή επιβάρυνσης μετοχών της Εναγόμενης 1 σε τέτοια εταιρεία και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(v) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλως πως αποξένωση χρηματικών ποσών υπό μορφή δανείου ή άλλως πως, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή εκχώρηση επιχειρηματικών συμφερόντων ή συμβατικών δικαιωμάτων ή εισπρακτέων της Εναγόμενης 1 ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της, η οποία διενεργήθηκε προς ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων πληρωμής, αποξένωσης, μεταβίβασης, ή εκχώρησης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(vi) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλως πως αποξένωση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, η οποία διενεργήθηκε από την Εναγόμενη 1 ή από οποιαδήποτε εκ των θυγατρικών της, εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, ή έναντι του τιμήματος αγοράς ή άλλως πως απόκτησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, ή σε σχέση με οποιαδήποτε αγορά ή άλλως πως απόκτηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των στοιχείων και των γεγονότων αναφορικά με την αγορά ή άλλως πως απόκτηση του πλοίου με την ονομασία MT Sild (προηγουμένως με την ονομασία ΜT Frances Wonsild), με αρ. ταυτοποίησης πλοίου IMO 9013660 και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου επ’ ονόματι του οποίου είναι εγγεγραμμένο το εν λόγω πλοίο την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, ή σε σχέση με οποιανδήποτε επένδυση από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, περιλαμβανομένων των στοιχείων και των γεγονότων αναφορικά με την επένδυση σε υλικοτεχνικές υποδομές (logistical infrastructure) στο λιμάνι Temryuk στην Ρωσική Ομοσπονδία, και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(vii) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν την πρακτική της Εναγόμενης 1 να διατηρεί δύο διαφορετικές δέσμες λογιστικών βιβλίων και λογιστικών μητρώων για τα έτη 2021 και εντεύθεν και τους λόγους για αυτή την πρακτική και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(viii) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια έλαβε χώραν την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, για μείωση της αξίας των μετοχών ή των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της, είτε άμεσα είτε έμμεσα, περιλαμβανομένης μέσω μεταβίβασης, απόκτησης, εκχώρησης, δανείου ή άλλως πως αποξένωσης, περιουσιακών στοιχείων, συμφερόντων, συμφωνιών και εισπρακτέων.
(ix) όλα τα έγγραφα αναφορικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους Β.1.(iv)(v)(vi)(vii)(viii) ανωτέρω.
Β.2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον Ενάγοντα και/ή στους νομικούς του συμβούλους στην Κύπρο και στο εξωτερικό, να κατέχουν, να χρησιμοποιούν και να παρουσιάζουν ενώπιον Δικαστηρίου ή αρμόδιων αρχών ως μαρτυρία και/ή ως τεκμήρια τα στοιχεία και/ή τα έγγραφα που καλύπτονται από τις πρόνοιες των Διαταγμάτων της υποπαραγράφου Β.1., σε Δικαστικές διαδικασίες και/ή νομικές διαδικασίες στην Κύπρο ή στο εξωτερικό.
Ε.1. Διάταγμα αποκάλυψης τύπου “Norwich Pharmacal”, που να διατάζει έκαστο εκ των Εναγομένων 14, 15 όπως εντός προθεσμίας που θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, έκαστος καταχωρήσει στο Δικαστήριο, με κοινοποίηση πιστού αντιγράφου στους δικηγόρους του Ενάγοντα, ένορκη δήλωση η οποία να περιέχει:
(i) Τον τρόπο με τον οποίο έλαβαν οδηγίες για σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021 και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου από το οποίο έλαβαν τέτοιες οδηγίες.
(ii) Τον τρόπο με τον οποίο αποφασίστηκε και/ή καθορίστηκε η ημερομηνία διεξαγωγής, η ημερήσια διάταξη και τα προτεινόμενα ψηφίσματα της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021 και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο αποφάσισε και/ή καθόρισε αυτά.
(iii) Τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο ετοίμασε το κείμενο της πρόσκλησης στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021.
(iv) Τον τρόπο με τον οποίο έλαβαν οδηγίες για υπογραφή και αποστολή της πρόσκλησης στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021 και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου από το οποίο έλαβαν τέτοιες οδηγίες.
(v) Τους λόγους και/ή τις περιστάσεις και/ή τις οδηγίες βάσει των οποίων οι Εναγόμενοι 14 και 15 ήταν απόντες και/ή δεν παρουσιάστηκαν στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021.
(vi) Τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο ετοίμασε το κείμενο του Ειδικού Ψηφίσματος της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021.
(vii) Τον τρόπο με τον οποίο έλαβαν οδηγίες για υπογραφή του Ειδικού Ψηφίσματος της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2021 και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου από το οποίο έλαβαν τέτοιες οδηγίες.
(viii) Συνημμένα ως τεκμήρια όλη την σχετική αλληλογραφία και/ή άλλου είδους επικοινωνία και όλα τα έγγραφα τα οποία να τεκμηριώνουν πλήρως τα στοιχεία των υποπαραγράφων Ε.1.(i)(ii)(iii)(iv)(v)(vi)(vii) ανωτέρω, περιλαμβανομένων των στοιχείων και εγγράφων που είναι εις γνώση και/ή εις την διάθεση και/ή εις την κατοχή τoυς και/ή των υπαλλήλων τους και/ή των αξιωματούχων τους και/ή των μετόχων τους και/ή των τελικών δικαιούχων τους (ultimate beneficial owners) και ή των αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε συνδεδεμένου προσώπου ή οντότητας.
(ix) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν την συνομολόγηση και εκτέλεση της συμφωνίας υπ’ αρ. 024-221003223, των παραρτημάτων αυτής, των τροποποιητικών συμφωνιών αυτής και των συμπληρωματικών συμφωνιών αυτής, μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Gazprom Neftekhim Salavat εγγεγραμμένης στην Ρωσική Ομοσπονδία.
(x) Τις χρεώσεις, εισπράξεις πληρωμές, έξοδα και κέρδη της Εναγόμενης 1 τα οποία αφορούν την υπ’ αρ. 024-221003223, των παραρτημάτων αυτής, των τροποποιητικών συμφωνιών αυτής και των συμπληρωματικών συμφωνιών αυτής, μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Gazprom Neftekhim Salavat εγγεγραμμένης στην Ρωσική Ομοσπονδία.
(xi) Συνημμένα ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα τα οποία τεκμηριώνουν πλήρως τα στοιχεία των υποπαραγράφων Ε.1.(ix)(x) ανωτέρω και τα οποία έγγραφα είναι εις γνώση και/ή εις την διάθεση και/ή εις την κατοχή των Εναγομένων 1, 14, 15 και/ή των υπαλλήλων τους και/ή των αξιωματούχων τους και/ή των μετόχων τους και/ή των τελικών δικαιούχων τους (ultimate beneficial owners) και ή των αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε συνδεδεμένου προσώπου ή οντότητας, περιλαμβανομένων των ακόλουθων εγγράφων: συμφωνία υπ’ αρ. 024-221003223 μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Gazprom Neftekhim Salavat, τα παραρτήματα αυτής, οι τροποποιητικές συμφωνίες αυτής και οι συμπληρωματικές συμφωνίες αυτής, όλη η σχετική αλληλογραφία και/ή άλλου είδους επικοινωνία και όλα τα σχετικά τιμολόγια, αποδείξεις εισπράξεων και/ή πληρωμών και λογιστικά έγγραφα.
(xii) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν μετοχές της Εναγόμενης 1 σε οποιαδήποτε εταιρεία σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία (περιλαμβανομένων μετοχών σε οποιαδήποτε εκ των εταιρειών – Εναγομένων 16, 17, 18, 20, 21, 23) για την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, ανεξαρτήτως εάν τέτοιες μετοχές κατέχονται από την Εναγόμενη 1 άμεσα ή έμμεσα, περιλαμβανομένων των στοιχείων τέτοιας εταιρείας (ήτοι εγγεγραμμένο όνομα, δικαιοδοσία, αρ. εγγραφής, αξιωματούχοι, μέτοχοι, τελικοί δικαιούχοι - ultimate beneficial owners, εγγεγραμμένη διεύθυνση, στοιχεία επικοινωνίας), αριθμός μετοχών που κατέχονται από την Εναγόμενη 1 σε τέτοια εταιρεία, την ημερομηνία και τον τρόπο αγοράς ή άλλως πως απόκτησης των μετοχών από την Εναγόμενη 1 και τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε τυχόν πώληση ή άλλως πως αποξένωση ή επιβάρυνση μετοχών της Εναγόμενης 1 σε τέτοια εταιρεία, για την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων αγοράς, απόκτησης, πώλησης, αποξένωσης ή επιβάρυνσης μετοχών της Εναγόμενης 1 σε τέτοια εταιρεία και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(xiii) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλως πως αποξένωση χρηματικών ποσών υπό μορφή δανείου ή άλλως πως, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή εκχώρηση επιχειρηματικών συμφερόντων ή συμβατικών δικαιωμάτων ή εισπρακτέων της Εναγόμενης 1 ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της, η οποία διενεργήθηκε προς ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων πληρωμής, αποξένωσης, μεταβίβασης, ή εκχώρησης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(xiv) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλως πως αποξένωση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, η οποία διενεργήθηκε από την Εναγόμενη 1 ή από οποιαδήποτε εκ των θυγατρικών της, εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, ή έναντι του τιμήματος αγοράς ή άλλως πως απόκτησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, ή σε σχέση με οποιαδήποτε αγορά ή άλλως πως απόκτηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των στοιχείων και των γεγονότων αναφορικά με την αγορά ή άλλως πως απόκτηση του πλοίου με την ονομασία MT Sild (προηγουμένως με την ονομασία ΜT Frances Wonsild), με αρ. ταυτοποίησης πλοίου IMO 9013660 και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου επ’ ονόματι του οποίου είναι εγγεγραμμένο το εν λόγω πλοίο την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, ή σε σχέση με οποιανδήποτε επένδυση από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, περιλαμβανομένων των στοιχείων και των γεγονότων αναφορικά με την επένδυση σε υλικοτεχνικές υποδομές (logistical infrastructure) στο λιμάνι Temryuk στην Ρωσική Ομοσπονδία, και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(xv) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν την πρακτική της Εναγόμενης 1 να διατηρεί δύο διαφορετικές δέσμες λογιστικών βιβλίων και λογιστικών μητρώων για έτη 2021 και εντεύθεν και τους λόγους για αυτή την πρακτική και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(xvi) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια έλαβε χώραν την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, για μείωση της αξίας των μετοχών ή των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της, είτε άμεσα είτε έμμεσα, περιλαμβανομένης μέσω μεταβίβασης, απόκτησης, εκχώρησης, δανείου ή άλλως πως αποξένωσης, περιουσιακών στοιχείων, συμφερόντων, συμφωνιών και εισπρακτέων.
(xvii) όλα τα έγγραφα αναφορικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους Ε.1.(xii)(xiii)(xiv)(xv)(xvi) ανωτέρω.
Ε.2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον Ενάγοντα και/ή στους νομικούς του συμβούλους στην Κύπρο και στο εξωτερικό, να κατέχουν, να χρησιμοποιούν και να παρουσιάζουν ενώπιον Δικαστηρίου ή αρμόδιων αρχών ως μαρτυρία και/ή ως τεκμήρια τα στοιχεία και/ή τα έγγραφα που καλύπτονται από τις πρόνοιες του Διατάγματος της υποπαραγράφου Ε.1. ανωτέρω, σε Δικαστικές διαδικασίες και/ή νομικές διαδικασίες στην Κύπρο ή στο εξωτερικό.
Ζ.1. Διάταγμα αποκάλυψης τύπου “Norwich Pharmacal”, που να διατάζει έκαστο εκ των Εναγομένων 16 & 18 όπως εντός προθεσμίας που θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, έκαστος καταχωρήσει στο Δικαστήριο, με κοινοποίηση πιστού αντιγράφου στους δικηγόρους του Ενάγοντα, ένορκη δήλωση η οποία να περιέχει:
(i) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια έλαβε χώραν την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, για μείωση της αξίας των μετοχών ή των περιουσιακών στοιχείων έκαστου εκ των Εναγομένων 16, 17, 18, είτε άμεσα είτε έμμεσα, περιλαμβανομένης μέσω μεταβίβασης, απόκτησης, εκχώρησης, δανείου ή άλλως πως αποξένωσης, περιουσιακών στοιχείων, συμφερόντων, συμφωνιών και εισπρακτέων.
(ii) τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου το οποίο έλαβε τέτοιες αποφάσεις και/ή ενέργειες.
(iii) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε αγορά ή άλλως πως απόκτηση περιουσίας από την Εναγόμενη 1, περιλαμβανομένης ακίνητης περιουσίας, υποδομών (infrastructure) και πλοίων, η οποία περιουσία είναι εγγεγραμμένη επ’ ονόματι οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 16, 17, 18 ή επ’ ονόματι οποιασδήποτε άλλης θυγατρικής της Εναγόμενης 1 ή επ’ ονόματι οποιουδήποτε άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, το οποίο είναι διευθυντής, γραμματέας, αξιωματούχος, υπάλληλος, αντιπρόσωπος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 16, 17, 18 ή οποιασδήποτε άλλης θυγατρικής της Εναγόμενης 1, ή επ’ ονόματι οποιουδήποτε άλλου νομικού προσώπου το οποίο είτε άμεσα είτε έμμεσα ανήκει ή ελέγχεται από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 16, 17, 18 ή από οποιανδήποτε άλλη θυγατρική της Εναγόμενης 1 ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό προσώπου, το οποίο είναι διευθυντής, γραμματέας, αξιωματούχος, υπάλληλος, αντιπρόσωπος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 16, 17, 18 ή οποιασδήποτε άλλης θυγατρικής της Εναγόμενης 1 την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης.
(iv) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλως πως αποξένωση χρηματικών ποσών υπό μορφή δανείου ή άλλως πως, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή εκχώρηση επιχειρηματικών συμφερόντων ή συμβατικών δικαιωμάτων ή εισπρακτέων των Εναγομένων 16, 17, 18 η οποία διενεργήθηκε προς ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων πληρωμής, αποξένωσης, μεταβίβασης, ή εκχώρησης και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(v) Τα πλήρη στοιχεία και γεγονότα τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλως πως αποξένωση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, η οποία διενεργήθηκε από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 16, 17, 18 εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή εκ μέρους ή για όφελος οποιουδήποτε άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, ή έναντι του τιμήματος αγοράς ή άλλως πως απόκτησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, ή σε σχέση με οποιαδήποτε αγορά ή άλλως πως απόκτηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των στοιχείων και των γεγονότων αναφορικά με την αγορά ή άλλως πως απόκτηση του πλοίου με την ονομασία MT Sild (προηγουμένως με την ονομασία ΜT Frances Wonsild), με αρ. ταυτοποίησης πλοίου IMO 9013660 και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου επ’ ονόματι του οποίου είναι εγγεγραμμένο το εν λόγω πλοίο την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, ή σε σχέση με οποιανδήποτε επένδυση από οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων 20, 21, 23, ή από οποιονδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο την περίοδο από 1/1/2022 μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, περιλαμβανομένων των στοιχείων και των γεγονότων αναφορικά με την επένδυση σε υλικοτεχνικές υποδομές (logistical infrastructure) στο λιμάνι Temryuk στην Ρωσική Ομοσπονδία, και τα πλήρη στοιχεία του νομικού ή φυσικού προσώπου το οποίο έδωσε οδηγίες για την διενέργεια των προαναφερθέντων πράξεων και τα πλήρη στοιχεία του προσώπου το οποίο συνέταξε και υπέγραψε τα έγγραφα που σχετίζονται με την διενέργεια των εν λόγω πράξεων.
(vi) όλα τα έγγραφα αναφορικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Ζ.1. ανωτέρω.
Ζ.2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον Ενάγοντα και/ή στους νομικούς του συμβούλους στην Κύπρο και στο εξωτερικό, να κατέχουν, να χρησιμοποιούν και να παρουσιάζουν ενώπιον Δικαστηρίου ή αρμόδιων αρχών ως μαρτυρία και/ή ως τεκμήρια τα στοιχεία και/ή τα έγγραφα που καλύπτονται από τις πρόνοιες του Διατάγματος της υποπαραγράφου Ζ.1. ανωτέρω, σε Δικαστικές διαδικασίες και/ή νομικές διαδικασίες στην Κύπρο ή στο εξωτερικό.
I.1. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 2, 3, 5, 11 & 12 και τον καθέναν από αυτούς, όπως εντός προθεσμίας που θα καθορισθεί από το δικαστήριο, καταχωρήσουν στο δικαστήριο με κοινοποίηση πιστού αντιγράφου στους δικηγόρους του Ενάγοντα, ένορκη δήλωση με την οποία αποκαλύπτουν τα πλήρη στοιχεία αναφορικά με οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, το οποίο ανήκει σε αυτούς ή το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα τους ή το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή στην κατοχή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου εκ μέρους τους, είτε εν όλω είτε εν μέρει μαζί με τρίτους, η αξία του οποίου υπερβαίνει τα USD 10.000 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των οποιωνδήποτε απαιτήσεων ή εισπρακτέων δυνάμει εμπορικών συμφωνιών, συμφωνιών δανείου ή συμφωνιών εκχώρησης, κεφαλαίων και τραπεζικών καταθέσεων, μετοχών, ομολόγων, δικαιωμάτων, τίτλων και χρηματοπιστωτικών μέσων, την ημερομηνία και τρόπο απόκτησης, το είδος, την τοποθεσία και την αξία έκαστου περιουσιακού στοιχείου και στην οποία ένορκη δήλωση να επισυνάπτονται ως τεκμήρια όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.
Κ. Διάταγμα φίμωσης (gagging order) που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει έκαστο εκ των Εναγομένων [εννοείται αυτών που απέμειναν], συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων του και/ή των αξιωματούχων του και/ή των μετόχων του και/ή των τελικών δικαιούχων του (ultimate beneficial owners) και ή των αντιπροσώπων του και/ή οποιουδήποτε συνδεδεμένου προσώπου ή οντότητας ανά περίπτωση, από του να πληροφορήσει είτε άμεσα είτε έμμεσα καθ’ οιονδήποτε τρόπο, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποτελεί έτερο Εναγόμενο στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων του και/ή των αξιωματούχων του και/ή των μετόχων του και/ή των τελικών δικαιούχων του (ultimate beneficial owners) και ή των αντιπροσώπων του και/ή οποιουδήποτε συνδεδεμένου προσώπου ή οντότητας συνδεδεμένου με έτερο Εναγόμενο, σχετικά με την ύπαρξη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, της παρούσας Αίτησης, των Διαταγμάτων εκδοθέντων βάσει της παρούσας Αίτησης και σχετικά με το περιεχόμενο των εγγράφων, δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή ευρισκόμενων εις τον φάκελο αυτής.»
Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1, Θ.2 & Θ.9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, οι αρχές του κοινοδικαίου, το δίκαιο της επιείκειας, οι νομολογιακές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου «Norwich Pharmacal», οι εγγενείς εξουσίες, η διακριτική εξουσία και η πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Ενάγοντα δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του μονομερώς εκδομένου προσωρινού διατάγματος και συνάμα ικανοποιούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ιδίου. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.
Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που σύμφωνα με την Ενάγουσα έχουν συμβεί και αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες Εναγόμενοι κατ’ ισχυρισμό ενεργούσαν και λάμβαναν αποφάσεις και γενικότερα υπό ποια ιδιότητα/θέση και πως έκαστος Εναγόμενος εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή. Ακόμη παρουσιάζονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που κατά τον ομνύοντα πληρούν τις προϋποθέσεις για την επιτυχία της παρούσας αίτησης. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων και αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή του Ενάγοντα.
Η Ένσταση ημερ. 17.11.25:
Οι Εναγόμενοι 1, 12, 14, 15, 16 & 18 (για σκοπούς ευκολίας οι «Καθ’ ου η αίτηση 1-6») αντέδρασαν στις 17.11.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 25 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος αλλά και υπέρ της έγκρισης των υπολοίπων αιτουμένων θεραπειών.
Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι η ένσταση δεν υποβάλλεται από τον Εναγόμενο 9. Αν κάποιος ανατρέξει στο σώμα της θα το διαπιστώσει με ευκολία. Μάλιστα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σημειώνεται ρητά ότι η υπό κρίση αίτηση δεν αφορά τον Εναγόμενο 9. Συνεπώς η τοποθέτηση του συνηγόρου των Εναγομένων κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης ότι εμφανίζεται και για τον Εναγόμενο 9 καθώς επίσης η εκ των υστέρων συμπληρωματική σημείωση στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι εμφανίζεται και για τον Εναγόμενο 9, ουδεμία σημασία έχει και γι’ αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη.
Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 ουσιαστικά είναι παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.
Η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κυρίας Στέλλας Στυλιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η αίτηση 1-6 πλέον την Εναγόμενη 9 στην παρούσα υπόθεση.
Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης με ακύρωση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων και συνάμα μη έκδοσης των άλλων αιτουμένων θεραπειών. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση 1-6 έχουν διαδραματιστεί και παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης τους, στη βάση των οποίων θεωρούν ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους τους. Τα επικαλούμενα γεγονότα και αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 στην παρούσα υπόθεση.
Στην πορεία και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που αφορούσε διευκρίνιση επί συγκεκριμένης αναφοράς στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ’ ω η αίτηση 1-7.
Η Ένσταση ημερ. 19.11.25:
Αντίδραση υπήρξε και από τους Εναγομένους 2, 3, 5-7 & 11 (για σκοπούς ευκολίας οι «Καθ’ ων η αίτηση 7-12»), η οποία εκδηλώθηκε με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης στις 19.11.25 επί 13 λόγων. Κάποιοι σχετίζονται μεταξύ τους ενώ άλλοι αλληλοκαλύπτονται. Κοινή συνισταμένη είναι ότι δεν ικανοποιούνται οι απαιτούμενες παράμετροι για την επιτυχία της υπό κρίση αίτησης υπό την έννοια τόσο της συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων που έχουν μονομερώς εκδοθεί όσο και την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων που εξετάζονται δια κλήσεως.
Η νομική βάση της ένστασης των εν λόγω Εναγομένων βασικά προσομοιάζει μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149) και στον περί Εταιρειών Νόμο.
Η ένσταση συνοδεύεται από επίσης πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κυρίας Ειρήνης Προκοπίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την νομική εκπροσώπηση των Καθ’ ων η αίτηση 7-12 στην παρούσα υπόθεση. Μέσα από το περιεχόμενο της γίνεται επίκληση γεγονότων όπως τα αντιλαμβάνονται οι συγκεκριμένοι Καθ’ ων η αίτηση και προβάλλονται αναφορές και επιχειρήματα υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης, τους οποίους αναλύουν και επεξηγούν. Οι εν λόγω θέσεις συγκροτούν την εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση 7-12.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ενστάσεων. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.
Ακρόαση Αίτησης:
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους όλοι οι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Προτού ασχοληθώ με τους λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω ζήτημα κατάχρησης που όλοι οι Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν τόσο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν όσο και μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους.
Αντικείμενο εκδίκασης:
Υπό το φως των πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία είναι:
(1) κατά πόσο ή όχι τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 27.06.23 εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 5, 11 & 12 υπό τα σημεία ‘Α (σημείο ‘Γ’ της υπό κρίση αίτησης) και ‘Δ’ του διατάγματος (σημείο ‘Ι1 της υπό κρίση αίτησης) θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και
(2) εάν δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων υπό τα σημεία (Α1), (Α2), (Β1), (Β2), (Ε1), (Ε2), (ΣΤ1), (ΣΤ2), (ΣΤ3), (Ζ1), (Ζ2), (Η1), (Η2), (Ι2) και (Κ) της υπό κρίση αίτησης, στο βαθμό και στην έκταση που αφορά τους εναπομείναντες Εναγομένους, για τα οποία το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση τους.
Προκαταρκτικό Ζήτημα:
Παρατυπία Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση:
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 εγείρει ζήτημα παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τους εν λόγω Καθ’ ων η αίτηση, η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης που υποστηρίζει αλλά και του κλητηρίου εντάλματος, δυνάμει του οποίου έχει προωθηθεί. Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 ότι πρόκειται για ουσιώδη παρατυπία, η οποία αναπόφευκτα οδηγεί σε απόρριψη την υπό κρίση αίτηση, χωρίς οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή. Προς υποστήριξη της θέσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των συγκεκριμένων Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία.
Το θέμα αυτό αναδεικνύεται για πρώτη φορά στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση αφού δεν περιλαμβάνεται ως αυτοτελής λόγος στο σώμα της ένστασης. Παρά την παρουσίαση του θέματος αυτού κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, ο Ενάγοντας, μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου του, δεν υπέβαλε ένσταση στην εξέταση του εν λόγω ζητήματος, ούτε παραπονέθηκε που έχει τεθεί το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε σχολιασμό σε ότι αφορά τον χρόνο και τον τρόπο που αυτό τέθηκε.
Εν πάση περιπτώσει, το συγκεκριμένο ζήτημα είναι αμιγώς νομικό χωρίς να εδράζεται σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Το πραγματικό υπόβαθρο του εν λόγω θέματος διαπιστώνεται εύκολα από απλή ανάγνωση συγκεκριμένων ημερομηνιών επί των οποίων έχουν καταχωριστεί ηλεκτρονικά τα εμπλεκόμενα δικαστικά έγγραφα. Πέραν αυτού είναι ένα θέμα που η εξέταση του ενδέχεται να καθορίσει την κατάληξη της υπό κρίση αίτησης. Δηλαδή είναι ζήτημα που από μόνο του είναι καθοριστικό για την πορεία της επίδικης αίτησης. Είναι ένα ζήτημα που ευθέως αφορά την ίδια την ύπαρξη της ένορκη δήλωσης που τη συνοδεύει. Ο Ενάγοντας δεν ενίσταται στην εξέταση του θέματος και το επέδειξε έμπρακτα με την απουσία οποιουδήποτε παραπόνου ή διαμαρτυρίας από μέρους του και γενικά με τη μη ενασχόληση του με το ζήτημα.
Επομένως, ένεκα και της σημασίας που αυτόνομα έχει, θα εξετάσω το ζήτημα αυτό προκαταρκτικά και κατά προτεραιότητα των λόγων ένστασης. Είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση που οι θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 επιτύχουν, αυτό θα συμπαρασύρει σε αποτυχία την υπό κρίση αίτηση στην ολότητα της.
Ανατρέχοντας στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 12.06.23. Ακολούθως στις 16.06.23 προωθήθηκε μονομερώς η υπό κρίση αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερ. 07.06.23. Συνεπώς η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση φέρει ημερομηνία προγενέστερη τόσο της αίτησης που συνοδεύει όσο και του κλητηρίου εντάλματος. Να σημειωθεί ότι παρόλο που ο Ενάγοντας ορκίστηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 07.06.23, η επίμαχη ένορκη δήλωση αναρτήθηκε ηλεκτρονικά στις 16.06.23 μαζί με την υπό κρίση αίτηση που συνοδεύει και καταχωρίστηκε εκείνη την ημέρα.
Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε τον Ιούνιο 2023, διέπεται δικονομικά από το παλαιό καθεστώς θεσμών πολιτικής δικονομίας που ίσχυε μέχρι τις 31.08.23. Ειδικότερα το κεφάλαιο της ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη Δ.39 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το συγκεκριμένο ζήτημα καλύπτεται από τον Κ.3 της πιο πάνω Διαταγής. Πριν από την τροποποίηση του, ο Κ.3 προνοούσε τα εξής:
«Every affidavit shall be intituled in the cause or matter in which it is sworn; …»
Το νομικό σύγγραμμα ‘Halsbury’s Laws of England’, 4η έκδοση, τόμος 24, §1059 επεξηγεί τον πιο πάνω δικονομικό κανονισμό αποτυπώνοντας ως νομική αρχή τα εξής:
«The affidavit should not, as a rule, be sworn until after the issue of the writ (Francome v. Francome (1865) 11 Jur NS 123; Bowen v. Bowen (1873) 7 IR Eq 251), but in exceptional cases the court may grant an interim order even though the affidavit was sworn before the issue of the writ. In such cases the court now requires the affidavit to be resworn and filed and the plaintiff is required to give an undertaking to have this done (Green v Prior [1886] W.N. 50)»
Ίδια νομική προσέγγιση υπάρχει στο Annual Practice (1958), τόμος 1. Ειδικότερα στη σελ. 922 σημειώνονται τα εξής:
«Where affidavit in support of application for an injunction was sworn two days before the issue of the writ, an order was made on plaintiff’s undertaking to have affidavit re-sworn and filed (Green v Prior [1886] W.N. 50). This practice is usually followed in Ch. D., the undertaking being embodied in the order (note of a case of Davey v. Davey (March 30, 1899), Lavie Reg., lib. Fo. 82).»
Υπάρχει και κυπριακή νομολογία που υποστηρίζει το πιο πάνω σκεπτικό.
Στην Stavros Hotels Apartments Ltd και Άλλοι (Aρ.2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 836 αποφασίστηκε ότι η υπογραφή ένορκης δήλωσης που υποστήριζε αίτηση γα έκδοση προσωρινού διατάγματος, η οποία είχε υπογραφεί περισσότερο από ένα μήνα πριν από την καταχώριση της αγωγής, ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ακόμη υποδείχτηκε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μία τέτοια ένορκη δήλωση εφόσον αναληφθεί υποχρέωση για επανόρκιση με ανάληψη υποχρέωσης και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης.
Στην Βαβέλ Μπουτίκ Λίμιτεδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 947 αποφασίστηκε ότι υπάρχει δυνατότητα το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του μαρτυρία που περιέχεται σε ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει μονομερή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και είχε γίνει πριν από την καταχώρηση της αγωγής, εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι παρόλο ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος έγινε πριν από την καταχώρηση της αγωγής, εντούτοις ακολούθησε νέα ένορκη δήλωση με την οποίαν ο ενόρκως δηλών είχε υιοθετήσει και επαναλάβει το περιεχόμενο της αρχικής που ήταν η επίμαχη.
Περαιτέρω στην Nicolaou Bros Tourist Enterprises (1999) 1 Α.Α.Δ. 201 εξηγείται νομικά για ποιο λόγο το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα σε τέτοια περίπτωση. Επί του σημείου αυτού στην υπόθεση εκείνη λέχθηκαν τα εξής:
«Λόγω της υπογραφής της ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση της αγωγής κατά τον χρόνο της έκδοσης του επίδικου προσωρινού διατάγματος η ένορκη δήλωση δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Ακολουθεί πως το επίδικο διάταγμα είχε εκδοθεί στην απουσία του απαραίτητου πραγματικού βάθρου. Η υιοθέτηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης κατά την διαδικασία οριστικοποίησης του διατάγματος ισοδυναμεί με την εξέταση του ζητήματος της εγκυρότητας του διατάγματος με βάση γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικοποίησης του διατάγματος, ενώ τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αυτό συνιστά σφάλμα (βλ. Demstar Ltd, πιο πάνω).
Στη παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής της νέας Δ.64, αλλά θέμα εξέτασης της εγκυρότητας διατάγματος με βάση γεγονότα που - εσφαλμένα - προσκομίστηκαν κατά τη διαδικασία οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Το επίδικο διάταγμα ακυρώνεται και γι' αυτό το λόγο (υπέρβαση δικαιοδοσίας λόγω νομικού σφάλματος).»
Σε ευθυγράμμιση με τα πιο πάνω, στην S.A. Constantinou Ltd κ.α. v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd (2009) 1 Α.Α.Δ. 754 αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι:
«Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης.»
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, κατά κανόνα, ένορκη δήλωση που υπογράφεται και προηγείται χρονικά της καταχώρησης αγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείας επειδή το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Ωστόσο σε εξαιρετικές περιστάσεις υπάρχει δυνατότητα το Δικαστήριο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα παρά το ότι ο όρκος δόθηκε πριν από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, εφόσον όμως το Δικαστήριο απαιτήσει ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης.
Στην πορεία η Δ.39 Κ.3 τροποποιήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022 που τέθηκε σε ισχύ από τις 24.03.22. Με βάση την εν λόγω τροποποίηση:
«Κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με αναφορά στην αιτία ή στο ζήτημα που αυτή αφορά, ανεξαρτήτως του χρόνου όρκισης …»
[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Η τροποποίηση του πιο πάνω Κανονισμού εισήχθηκε έτσι ώστε ο χρόνος όρκισης μίας ένορκης δήλωσης να μην συνιστά εμπόδιο στο να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο της ως πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου να εδράζεται η εξέταση μιας ενδιάμεσης αίτησης που συνοδεύει. Συνεπώς με την τροποποίηση αυτή δεν αποτελεί πλέον κώλυμα μία ένορκη δήλωση στην οποίαν η όρκιση έγινε προγενέστερα της καταχώρησης είτε της ενδιάμεσης αίτησης που συνοδεύει είτε ακόμη και του κλητηρίου εντάλματος. Σε όσες λοιπόν περιπτώσεις εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 24.03.22 και μέχρι τις 31.08.23, η όρκιση ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεση αίτηση δύναται βασικά να γίνει οποτεδήποτε, χωρίς πλέον να επηρεάζεται από το πότε η αίτηση που συνοδεύει ή το κλητήριο ένταλμα στα πλαίσια του οποίου η αίτηση υπεβλήθηκε, έχει καταχωριστεί.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι ενώ το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αυτής καταχωρίστηκε στις 13.06.23 και η μονομερής υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκε στις 16.06.23, η όρκιση της ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα/Αιτητή έγινε στις 07.06.23, δηλαδή προγενέστερα τόσο της ενδιάμεσης αίτησης αλλά και του κλητηρίου εντάλματος. Το χρονικό σημείο που διέπει τις πιο πάνω ενέργειες καθιστά αντιληπτό ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται από την προαναφερόμενη τροποποίηση. Ένεκα της προαναφερόμενης τροποποίησης, το χρονικό σημείο της όρκισης του Ενάγοντα ουδεμία σημασία έχει, αφού παρά την προγενέστερη όρκιση της η επίμαχη ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στην υπόθεση στις 16.06.23, δηλαδή την ίδια ημέρα που υπεβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση που συνοδεύει. Εφόσον ισχύει η πιο πάνω τροποποίηση, δεν απαιτείται πλέον ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης.
Έπεται ότι η θέση αυτή των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 πέφτει στο κενό από αυτή την οπτική γωνία και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Νομική Πτυχή - Εξέταση της αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:
Κατάχρηση παρούσας διαδικασίας:
Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, το στοιχείο της κατάχρησης προκύπτει από την προώθηση της παρούσας διαδικασίας παράλληλα με την ήδη καταχωρισθείσα αίτηση εκκαθάρισης για την οποίαν, στο στάδιο που η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκε, εκκρεμούσε η έκδοση δικαστικής απόφασης, σ’ αμφότερες τις οποίες διαδικασίες εξασφαλίστηκε μονομερώς διάταγμα παγοποίησης της περιουσίας της Εναγομένης 1 επί των ίδιων γεγονότων. Οι Καθ’ ων η αίτηση 1-6 εγείρουν ζήτημα κατάχρησης ως ξεχωριστό λόγο ένστασης (5ος λόγος ένστασης), το οποίον και αναπτύσσουν νομικά στις §34-§46 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους. Ομοίως οι Καθ’ ων η αίτηση 7-12 εγείρουν το ίδιο ζήτημα ως μέρος του 7ου λόγου ένστασης, το οποίον και αναλύουν νομικά στη βάση των ίδιων περίπου επιχειρημάτων σε διάφορα σημεία της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους (ενδεικτικά αναφέρω τις §13-§15 στις σελίδες 9-10).
Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που έχουν αναπτυχθεί. Έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών (Παπόρη v. Maskinfabriken “SIO” A/S (1996) 1B Α.Α.Δ. 1037, Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All ER 727). Τα πιο πάνω αποτυπώνονται με ευρύτερη διατύπωση στην Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με αίτηση τον Τζεννάρο Περέλλα για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι’ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»
Το ζήτημα της κατάχρησης εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529). Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές. Ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η συνύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους για την έκδοση του ιδίου σκοπού, που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είχαν επιδιωχτεί σε μια διαδικασία, συνιστά μορφή κατάχρησης της διαδικασίας (Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512).
Περαιτέρω στην Αίτηση της Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911 αποφασίστηκε ότι:
«(α) Σε περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη του ίδιου σκοπού με
διαφορετικά ένδικα μέσα, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τόσο το μέτρο της απόρριψης όσο και εκείνο της αναστολής.
(β) Χωρίς να υπάρχει άκαμπτος κανόνας, εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται, αλλά εκεί που καλύπτει ζητήματα που δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης.»
Στην προκειμένη περίπτωση έγινε μνεία σε δύο διαδικασίες που κατά το χρόνο που αναφέρθηκαν, δηλαδή μέσα τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο ενστάσεις ημερ. 17.11.25 και 19.11.25 αντίστοιχα, συνυπήρχαν. Πρόκειται για την αίτηση εκκαθάρισης αρ. 462/22 στο Ε.Δ. Λεμεσού από τον εδώ Ενάγοντα εναντίον της εδώ Εναγομένης 1 και των εδώ Εναγομένων 2-4, καθώς επίσης την παρούσα απαίτηση. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη διαδικασία λήφθηκε ενδιάμεσο δικονομικό διάβημα. Όπως λέχθηκε από τους εδώ Καθ’ ων η αίτηση και δεν αμφισβητήθηκε από τον εδώ Ενάγοντα, στην αίτηση εκκαθάρισης εξασφαλίστηκε ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 21.11.22 παγοποιητικής φύσεως παγκόσμιας εμβέλειας που απαγόρευαν την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Στην παρούσα υπόθεση εξασφαλίστηκε ενδιάμεσο διάταγμα ημερ.16.06.23 με αναφορά για έμμεση απαγόρευση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 μέσω των Εναγομένων 20, 21 & 23. Κατά το χρόνο εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης στην παρούσα υπόθεση, εκκρεμούσε η απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση εκκαθάρισης (Αίτηση της Beogradska D.D. (πιο πάνω)).
Η αίτηση εκκαθάρισης και η παρούσα αίτηση απαίτησης είναι όχι απλά δύο ξεχωριστά ένδικα μέσα αλλά δύο διαφορετικά είδη ένδικου μέσου. Η πρώτη είναι εταιρική αίτηση ενώ η δεύτερη είναι αγωγή. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες δικονομικά είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Το αντικείμενο εκδίκασης στη μία σε καμία περίπτωση ομοιάζει από αυτό της άλλης. Ο σκοπός που προωθούνται και οι θεραπείες που επιδιώκονται δεν είναι καθόλου τα ίδια στην μία περίπτωση με την άλλη. Δεν θα μπορούσαν όλα να ενσωματωθούν σε μία ενιαία διαδικασία. Το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα ιδίας φύσεως είναι άνευ σημασίας για το ζήτημα της κατάχρησης. Ομοίως το ότι πρόκειται για ίδια γεγονότα. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος έγινε στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας. Η προώθηση ενδιάμεσης διαδικασίας στις δύο περιπτώσεις έγινε για ξεχωριστό λόγο και για διαφορετικό σκοπό. Με την έκδοση δικαστικής απόφασης στην αίτηση εκκαθάρισης το προσωρινό διάταγμα παύει αμέσως να ισχύει. Όταν συμβεί αυτό δεν εξυπηρετείται και ούτε καλύπτεται ο σκοπός για τον οποίον εγέρθηκε η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία και επιδιώχτηκαν οι αιτούμενες θεραπείες. Παραμένει προς εξέταση η ανάγκη για την οποίαν προωθήθηκε η ενδιάμεση διαδικασία στην παρούσα απαίτηση, στην οποίαν τελούν τα υπό κρίση εκδομένα διατάγματα και οι αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες που ήταν από την αρχή δια κλήσεως.
Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, προβάλλεται η θέση ότι το γεγονός ότι δεν καταχωρίστηκε μέχρι σήμερα έκθεση απαίτησης δείχνει ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά από τον Ενάγοντα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που ξενίζει ότι απουσιάζει το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης 3 χρόνια μετά την καταχώριση του Εντύπου Απαίτησης, εντούτοις αυτό δεν συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης και ούτε δικαιολογεί εκ προοιμίου απόρριψη της χωρίς να εξεταστεί.
Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι η παρούσα διαδικασία καλύπτεται από το πνεύμα της νομικής αρχής στην υπόθεση Αίτηση της Beogradska D.D. (πιο πάνω), η οποία παρούσα διαδικασία πραγματεύεται ζητήματα που δεν καλύπτονται από την προγενέστερη διαδικασία στην αίτηση εκκαθάρισης, ο σκοπός της αναστολής της παρούσας διαδικασίας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην αίτηση εκκαθάρισης δεν θα έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία και ούτε θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό με γνώμονα ότι η προγενέστερη διαδικασία στην αίτηση εκκαθάρισης έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί και απλά αναμένεται η έκδοση δικαστικής απόφασης, αν δεν έχει ήδη εκδοθεί μέχρι σήμερα. Αρκεί κάποιος να αναγνώσει το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας υπόθεσης για να αντιληφθεί τον μεγάλο αριθμό διαδίκων και των πολυάριθμων θεραπειών διαφορετικού είδους και τύπου που ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον κάθε ενός από αυτούς.
Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, ο ισχυρισμός περί κατάχρησης της παρούσας δικαστικής διαδικασίας για τους λόγους που έχουν προβληθεί στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
Η παράμετρος του «Κατεπείγοντος»:
Μέσα από τις ενστάσεις οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν έχουν παρουσιάσει στοιχεία που να ικανοποιούν το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ώστε να δικαιολογείται μονομερής έκδοση των διαταγμάτων υπό τα σημεία (Γ), (Δ), (Θ) και (Ι1). Πρόκειται για τον 8ο λόγο ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 και τον 4ο λόγο ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 7-12. Ο Ενάγοντας διαφωνεί με τη θέση αυτή των Καθ’ ων η αίτηση.
Μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης αποτελεί το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό πλαίσιο που παρέχει εξουσία για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων πάσης φύσεως. Το δε άρθρο 9 του Κεφ.6 συνιστά το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την μονομερή έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Οι πρόνοιες του άρθρου 9, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, έχουν ως εξής:
«9.—(1) Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί µε αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.»
Οι πιο πάνω διατάξεις καθιστούν σαφές ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» αποτελούν δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Μόνο εφόσον δικαιολογούνται αυτά, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι τα επίμαχα ενδιάμεσα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς στις 16.06.23 και έτυχαν τροποποίησης και/ή διόρθωσης στις 27.06.23. Εκείνο που ελέγχεται στο στάδιο αυτό είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς τους μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως στη βάση ιδιαίτερων περιστάσεων.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος».
Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το στοιχείο «κατεπείγοντος» όσο και το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό «απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» εγείρονται ως ξεχωριστοί λόγοι με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται χωρίς ενδοιασμό το σκεπτικό στην υπόθεση Κούππα (πιο πάνω).
Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη.
Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 208/2025 ημερ. 16.09.25, όπου με δεικτικό τρόπο υπενθύμισε ότι η μονομερής έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αποτελεί την άκρως ιδιάζουσα εξαίρεση και όχι τον κανόνα (Αμβροσιάδου v. Coward (2013) 1(Α) Α.Α.Δ 78) με αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την In re Zhigachov κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 1318:
«. . . Η διαδικασία της έκδοσης του είναι άλλο πράγμα. Τα ως άνω λεχθέντα αφορούν μόνο το δεύτερο και επιδιώκουν να τονίσουν τη θεμελιακή υποχρέωση του δικαστηρίου να ενεργεί σε συμφωνία με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ως προς την ακρόαση και των δύο πλευρών. Τούτο εξάλλου το καθιστά και πιο πληροφορημένο ως προς το αν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος.»
Ίδια προσέγγιση με το πιο πάνω σκεπτικό υπήρξε και στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 230/2025 ημερ. 26.09.25.
Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους (2010) 1Α Α.Α.Δ. 234).
Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ’ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9(1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως:
«Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.
Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του – (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 – 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD – (Αίτηση Αρ. 143/96 – 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6.»
Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών.
Σχετική ακόμη με το θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου v Olympic Insurance Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016 ημερ. 12.10.23.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι δεν υπάρχει άμεσος ή έμμεσος κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 καθώς επίσης δεν υπάρχει αναγκαιότητα έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την απαίτηση του Ενάγοντα επειδή, όπως προβάλλεται, υπάρχει σε ισχύ ενδιάμεσο διάταγμα παγοποίησης ημερ. 21.11.22 όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 και επειδή στις 09.07.24 έχει διοριστεί ενδιάμεσος παραλήπτης που έχει τον έλεγχο των μετοχών της Εναγομένης 1 και των θυγατρικών εταιρειών της.
Με κάθε σεβασμό στους Καθ’ ων η αίτηση, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τα πιο πάνω διατάγματα εκδόθηκαν για τους σκοπούς και μόνο της αίτησης εκκαθάρισης αρ. 462/2022 στο Ε.Δ. Λεμεσού. Συνεπώς παραμένουν σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης εκείνης και όχι μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Όπως ήδη λέχθηκε, η ακρόαση της αίτησης εκκαθάρισης έχει ολοκληρωθεί και αναμένεται σύντομα η έκδοση της δικαστικής απόφασης, αν δεν έχει ήδη εκδοθεί. Οπότε η κάλυψη που οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται σίγουρα δεν θα μπορεί να ισχύσει μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τα πιο πάνω, στη βάση της εξήγησης που έχει δοθεί προηγουμένως, το ζήτημα του «κατεπείγοντος» τυγχάνει επανεξέτασης εφόσον εγείρεται ως αυτοτελώς λόγος ένστασης από τους Καθ’ ων η αίτηση. Επομένως παραμένει η υποχρέωση του Ενάγοντα να καταδείξει μέσα από την ένορκη δήλωση του ότι ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος σε ότι αφορά τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς. Δυστυχώς η δομή της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα είναι τέτοια που δεν βοηθά στον εύκολο εντοπισμό των γεγονότων εκείνων που επικαλείται ότι δικαιολογείται το «κατεπείγον». Η ένορκη δήλωση απλά επικαλείται σωρεία γεγονότων με χρονολογική σειρά προς υποστήριξη όχι μόνο του «κατεπείγοντος» αλλά όλων θεραπειών που ζητούνται εναντίον έκαστου Καθ’ ου η αίτηση, χωρίς να υπάρχει ξεχωριστή ενότητα που να επικεντρώνεται στη καταγραφή συγκεκριμένων τέτοιων στοιχείων. Ούτε η γραπτή νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα συνοψίζει γεγονότα που κατ’ επίκληση τους καταδεικνύουν την ύπαρξη του «κατεπείγοντος».
Εξ’ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό μέσα από την προσεκτική μελέτη τόσο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα όσο και τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, ο Ενάγοντας εκτιμά ότι το «κατεπείγον» παρουσιάζεται μέσα από την ακόλουθη κατάσταση γεγονότων που επικαλείται:
· Όταν ξαφνικά τον Οκτώβριο 2021 ο Ενάγοντας υποχρεώθηκε να απομακρυνθεί από τη διοίκηση της Εναγομένης 1, ως de facto διευθυντής της που ήταν μέχρι τότε.
· Όταν περί τα τέλη του έτους 2022 ο Ενάγοντας ενημερώθηκε από συγκεκριμένο άτομο που κατονομάζει και εξηγεί τη σχέση του με την Εναγόμενη 1ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας έχουν εκπονήσει ένα σχέδιο για την υλοποίηση απειλών τους εναντίον του ιδίου.
· Πραγματοποίηση συνέλευσης μετόχων στις 15.10.21, χωρίς την παρουσία εκπροσώπων του Ενάγοντα παρόλο ότι μετέβησαν στο χώρο για τον σκοπό αυτό. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι εκδοχές των διαδίκων διίστανται στο συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο δεν είναι της παρούσας να αποφασιστεί το θέμα αυτό αλλά θα κριθεί μέσα από αξιολόγηση μαρτυρίας που θα προσκομιστεί στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248).
· Ο διορισμός δύο νέων διευθυντικών στελεχών κατά τη συνέλευση των μετόχων που λάμβαναν οδηγίες από τους μετόχους πλειοψηφίας.
· Η αναφορά του Ενάγοντα ότι του ασκήθηκε πίεση από τον Εναγόμενο 3 μέσα από τη μεταξύ τους συνάντηση ημερ. 25.10.21 προκειμένου να υπογράψει συμφωνία, όπως λέει, εντός 5 λεπτών σε διαφορετική περίπτωση θα είχε οικονομικές και επιχειρηματικές επιπτώσεις.
· Η προσκόμιση εγγράφου ημερ. 31.10.21 περί ύπαρξης δύο λογαριασμών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1, ήτοι «εσωτερικούς λογαριασμούς» και «λογαριασμούς για τους ελεγκτές, τις φορολογικές αρχές και τον Ενάγοντα» που παρουσιάζουν διάσταση μεταξύ τους, προκειμένου ο Ενάγοντας να υποδείξει διοχέτευση κερδών έξω από την επιχείρηση της Εναγομένης 1 από τους μετόχους πλειοψηφίας και/ή εκπροσώπων τους.
· Περιγραφή ενεργειών που έγιναν περί τον Μάρτιο 2022 εις βάρος των συμφερόντων της Εναγομένης 1 με αντίκτυπο στα συμφέροντα του Ενάγοντα.
· Περί τον Σεπτέμβριο 2022 δημιουργήθηκε συγκεκριμένο σχέδιο υφαρπαγής περιουσιακών στοιχείων Εναγομένης 1 με σκοπό την απόκτηση προσωπικού οφέλους από τους μετόχους πλειοψηφίας εις βάρος των συμφερόντων του Ενάγοντα χρησιμοποιώντας παράνομα μέσα.
· Παρουσίαση εσωτερικής αλληλογραφίας της Εναγομένης 1 που αφορά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2022 μέχρι Δεκέμβριο 2022 σε σχέση με ενέργειες και συμπεριφορά που αποδίδεται στους Καθ’ ων η αίτηση.
· Παρουσίαση αλληλογραφίας μέσω της κοινωνικής πλατφόρμας WhatsApp μεταξύ του Εναγομένου 8 και εκπροσώπου της Εναγομένης 4 που αφορά την περίοδο Οκτωβρίου 2022.
· Περί τα έτη 2021-2022 οι μέτοχοι πλειοψηφίας σε συνεννόηση και/ή συνεργασία με τους υπόλοιπους Καθ’ ων η αίτηση ίδρυσαν νέες εταιρείες μέσω των οποίων διεξάγουν τις δραστηριότητες της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα οι εν λόγω εταιρείες να αποκομίζουν κέρδη εις βάρος της Εναγομένης 1 και του Ενάγοντα. Αποκορύφωμα ήταν η παρουσίαση δύο εγγράφων που φαίνεται να εξασφαλίστηκαν περί τα μέσα Μαΐου 2023 προκειμένου να υποστηριχτεί η θέση ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας έχουν ιδρύσει δύο εταιρείες στο Ντουμπάι (Mectra Chemical DMCC, Sonor Chemical DMCC) ώστε να διεξάγουν επιχειρηματικές δραστηριότητες της Εναγομένης 1 μέσω αυτών των οντοτήτων (Τεκμήρια 42 & 43 ΕΔ Ενάγοντα).
Τα πιο πάνω ωστόσο επικαλούμενα στοιχεία ήταν γνωστά στον Ενάγοντα πολύ πριν τις 16.06.23 που υπεβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση ή έστω πολύ πριν τις 07.06.23 που ο Ενάγοντας ορκίστηκε και υπέγραψε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αυτή. Αν κάποιος προσέξει τη χρονική αλληλουχία των πιο πάνω επικαλούμενων γεγονότων θα κατανοήσει ότι ο Ενάγοντας άρχισε να αντιλαμβάνεται την κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμη συμπεριφορά των μετόχων πλειοψηφίας και το βαθμό και την έκταση ανάμιξης των Καθ’ ων η αίτηση στην υπόθεση αυτή σχεδόν δύο χρόνια πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ο ίδιος περιγράφει κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμες ενέργειες που σύμφωνα με τον ίδιο διαδραματίστηκαν την περίοδο Οκτωβρίου 2021 – τέλη Δεκεμβρίου 2022. Τα Τεκμήρια 42 & 43 δεν προσθέτουν οτιδήποτε καινούργιο στο ήδη διαμορφωμένο από πριν σκηνικό. Είναι απλά μία άλλη πράξη στην αλυσίδα ενεργειών για το ίδιο ζήτημα. Η ίδρυση εταιρειών για τον ίδιο σκοπό που ο Ενάγοντας επικαλείται ξεκίνησε από τα προηγούμενα έτη (περί τα έτη 2021-2022).
Η παράθεση των πιο πάνω αναφορών του Ενάγοντα σε συνάρτηση με το μεγάλο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να εκδηλώσει αντίδραση ο Ενάγοντας με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταρρίψει κάθε επιχείρημα περί ύπαρξης στοιχείου «κατεπείγοντος». Ποιο είναι το «επείγον» που ο Ενάγοντας επικαλείται ότι συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου επιδίωκε με τη μονομερή έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μέσω της υπό κρίση αίτησης, όταν ισχυρίζεται παράνομη πραγματοποίηση συνέλευσης των μετόχων τον Οκτώβριο 2021 και οργανωμένο σχέδιο υφαρπαγής περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 και ο ίδιος προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης τον Ιούνιο 2023.
Μπροστά σ’ αυτό το χρονικό κενό, ουδεμία εξήγηση δίδεται από τον Ενάγοντα μέσα από την ένορκη δήλωση του κανένας σχολιασμός γίνεται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου του, παρόλο ότι η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 το έθεσε ευθέως μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση §48-§51 ΕΔ Στυλιανού) και μέσα από νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου τους (§96 & §97). Επομένως η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 έχει δίκαιο να παραπονιέται για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν ικανοποιείτο το στοιχείο του «κατεπείγοντος» για να δικαιολογείτο η μονομερή έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων υπό τα σημεία (Γ), (Δ), (Θ) και (Ι1). Έπεται ότι ο 8ος λόγος ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 και ο 4ος λόγος ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 7-12 επιτυγχάνουν.
Καθυστέρηση – Ολιγωρία στην προώθηση της παρούσας αίτησης:
Οι Καθ’ ων η αίτηση επίσης ισχυρίζονται ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης (9ος λόγος ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 και 6ος λόγος ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 7-12). Καταθέτουν το σκεπτικό μέσα από τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων τους (§51 ΕΔ Στυλιανού & §94 ΕΔ Προκοπίου). Ο Ενάγοντας απορρίπτει την κοινή θέση των Καθ’ ων η αίτηση και προς αντίκρουσης της παραθέτει τα δικά του επιχειρήματα στην §100 της ΕΔ Ενάγοντα σε συνδυασμό με τις §86-92 αυτής, στις οποίες και παραπέμπει §100 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Ενάγοντα).
Είναι γεγονός ότι όταν κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτησης, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788. Η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά (xxx xxx Rostovtsev v. xxx xxx Shcukin, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε415/2016 ημερ. 05.07.19), ECLI:CY:AD:2019:A282.
Έχω αναγνώσει με προσοχή το περιεχόμενο των παραγράφων στις οποίες αναφέρθηκε η πλευρά του Ενάγοντα. Με κάθε σεβασμό, δεν βοηθά την εκδοχή του Ενάγοντα στο εν λόγω ζήτημα. Οι υποψίες του Ενάγοντα για τους μετόχους πλειοψηφίας και γενικότερα για τους Καθ’ ων η αίτηση σε ότι αφορά τη στάση και συμπεριφορά τους απέναντι στην Εναγόμενη 1 χρονολογείται από τον Οκτώβριο 2021. Στην πορεία ο ίδιος αισθανόταν ότι οι υποψίες του επιβεβαιώνονταν. Παραμένει ως γεγονός ότι ο Ενάγοντας συγκέντρωνε κατά διαστήματα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που επικαλείται την περίοδο Οκτωβρίου 2021 – Μαΐου 2023. Όλη αυτή την περίοδο ο Ενάγοντας τα είχε στην κατοχή του χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα. Ο Ενάγοντας μπορούσε και είχε την ευκαιρία να αξιολογεί κάθε στοιχείο και πληροφορία που ερχόταν στην κατοχή του κάθε φορά. Επομένως η θέση του ότι ανάλωσε χρόνο για να μελετήσει τα στοιχεία και τις πληροφορίες αυτές είναι κατανοητή, πλην όμως δεν δικαιολογεί το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση 1-6 δικαίως αναφέρουν ότι ο Ενάγοντας αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν κατά τα έτη 2020-2022. Προς υποστήριξη της θέσης τους αναφέρονται στην απαίτηση του Ενάγοντα για το bonus για τα έτη 2020 και 2021, η συνέλευση των μετόχων που διεξήχθη το 2021 και την ανταλλαγή αλληλογραφίας ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε χώρα περί τα τέλη του 2022. Όπως υποστηρίζουν, ορθά θεωρώ, όλα αυτές οι πληροφορίες ήταν γνωστές στον Ενάγοντα όταν καταχωρούσε την αίτηση εκκαθάρισης και παράλληλα την ενδιάμεση αίτηση στην οποίαν εξασφάλισε προσωρινά διατάγματα. Ομοίως, ορθά εκτιμώ, οι Καθ’ ων η αίτηση 7-12 επισημαίνουν ότι ο Ενάγοντας αναφέρεται σε πληροφόρηση περί σχεδίου περί τον Οκτώβριο 2022, πράγμα που τον οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης, πλην όμως προώθησε την παρούσα αίτηση τον Ιούνιο 2023.
Προς επίρρωση του πιο πάνω σκεπτικού παραπέμπω στο κομμάτι της ΕΔ Ενάγοντα που σχολιάζει θέσεις των Εναγομένων 1-4 που έχουν αναφερθεί στις ένορκες δηλώσεις τους που συνοδεύουν ενστάσεις σε σχέση με προγενέστερες αιτήσεις, ανάμεσα στις οποίες και στην αίτηση εκκαθάρισης (§83-§85 ΕΔ Ενάγοντα). Αν κάποιος τα αναγνώσει θα αντιληφθεί ότι διαδραματίστηκαν το έτος 2021. Εξ’ ου η αίτηση εκκαθάρισης καταχωρίστηκε το έτος 2022. Το ότι ο Ενάγοντας αισθάνθηκε την ανάγκη να σχολιάσει παλαιότερες θέσεις των Εναγομένων 1-4 καταδεικνύει ότι και η υπό κρίση αίτηση εδράζεται σε παλαιά γεγονότα της περιόδου εκείνης. Η δε ανάγκη του Ενάγοντα να προσθέσει γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο δεν συμπεριλήφθηκαν στις ένορκες δηλώσεις αυτών των προγενέστερων αιτήσεων (§86-§89.6 ΕΔ Ενάγοντα) επίσης καταδεικνύει ότι και η υπό κρίση αίτηση εδράζεται σε παλαιά γεγονότα αφού χρονικά παραπέμπουν περί τα τέλη του έτους 2022.
Στη βάση των προαναφερομένων δεν θα έλεγα ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές όπου δικαιολογείται το χρονικό διάστημα που διέρρευσε να μην ληφθεί υπόψη. Συμφωνώντας με τις τοποθετήσεις των Καθ’ ων η αίτηση στο θέμα αυτό, σημειώνω ότι οι υποψίες που ο Ενάγοντας είχε από την αρχή, το γεγονός ότι τα στοιχεία και οι πληροφορίες περιέρχονταν εις γνώση του κατά διαστήματα, το μεγάλο χρονικό διάστημα που αυτά παρέμειναν στην κατοχή του Ενάγοντα, ο αρκετός χρόνος που είχε στη διάθεση του να αξιολογεί κάθε φορά που κάποιο στοιχείο ή κάποια πληροφορία ερχόταν στην κατοχή του σε συνδυασμό με την προσωρινή κάλυψη που είχε με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στην αίτηση εκκαθάρισης, είναι παράμετροι που υποστηρίζουν το σκεπτικό του Δικαστηρίου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης είναι μεγάλος. Για το χρονικό διάστημα αυτό ο Ενάγοντας δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Δεδομένου του πιο πάνω σχολιασμού, ο Ενάγοντας σαφώς μπορούσε να είχε καταχωρήσει την αίτηση αυτή πολύ ενωρίτερα. Δεν το έπραξε όμως.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, διαπιστώνω ότι η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση επιτυγχάνουν.
Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων – Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε
με «καθαρά χέρια»
Ανεξάρτητα από την κατάληξη που είχαν τα ζητήματα του «κατεπείγοντος» και της «καθυστέρησης», θα ασχοληθώ με τη «μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων» που και το ότι ο Ενάγοντας δεν προσέρχεται με «καθαρά χέρια» στο Δικαστήριο, θέματα που εγείρονται από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Ειδικότερα οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας δεν προσέρχεται με «καθαρά χέρια» στο Δικαστήριο να αξιώσει τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες επειδή παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδεις γεγονότα. Σε ότι αφορά τους Καθ’ ων η αίτηση 1-6, το ζήτημα αυτό εγείρεται με τον 6ο & 7ο λόγο ένστασης τους ενώ σχετικά με τους Καθ’ ων η αίτηση 7-12 εγείρεται με τον 3ο λόγο ένστασης τους.
Υπενθυμίζω ότι μέρος της αίτησης μετατράπηκε σε δια κλήσεως όταν δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα στους Καθ’ ων η αίτηση. Προφανώς το ζήτημα που οι Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν απευθύνεται στο κομμάτι της αίτησης όπου εκδόθηκαν μονομερώς ενδιάμεσα διατάγματα (σημεία (Γ), (Δ), (Θ) και (Ι1)).
Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγόντων) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (πιο πάνω), Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση (εδώ οι Καθ’ ων η αίτηση 1-12) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή (εδώ ο Ενάγοντας) πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Για να έχουν σημασία τέτοια γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με:
(α) το βάσιμο του δικαιώματος του αιτητή όπως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και
(β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και
(γ) την πιθανότητα επιτυχίας.
Επί του πιο πάνω σημείου παραπέμπω στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791). Με λίγα λόγια, ο αιτητής αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα του και προσδιορίζουν τα στοιχεία τα οποία καθιστούν το αίτημα του επείγον (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179).
Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, δηλαδή που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.
Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Τα ουσιώδες γεγονότα δεν πρέπει να είναι αμφισβητούμενα ή αντικείμενο διαφορετικών εκδοχών των διαδίκων αλλά κοινά αποδεκτά γεγονότα ή γεγονότα με αντικειμενικό έρεισμα. Σχετική είναι η υπόθεση Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Lrd κ.α., Πολιική Έφεση Αρ. Ε64/2015 ημερ. 20.07.21, ECLI:CY:AD:2021:A342 στην οποίαν και παραπέμπω.
Οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν διάφορες περιπτώσεις που κατά τη γνώμη τους η Ενάγουσα προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο είτε μη αποκαλύπτοντας όλα τα ουσιώδη γεγονότα στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση υπό τη μορφή της ελλιπούς και περιορισμένης πληροφόρησης συνεπεία ανεπαρκούς έρευνας είτε αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα υπό τη μορφή της εν γνώσει τους μη αναφοράς σ’ αυτά. Οι Καθ’ ων η αίτηση θεωρούν ότι ο Ενάγοντας παραβίασε την υποχρέωση του να αποκαλύψει ουσιώδεις γεγονότα που προσμέτρησαν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Εξ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό, οι περιπτώσεις που οι Καθ’ ων η αίτηση 1-6 επικαλούνται μαζί με την εκδοχή τους καταγράφονται στις §41-§47 της ΕΔ Στυλιανού, ενώ οι περιπτώσεις των Καθ’ ων η αίτηση 7-12 σημειώνονται σε διάφορα σημεία της ΕΔ Προκοπίου. Παράλληλα σχολιάζονται στις §105-§118 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 και στις σελίδες 57-61 υπό τις §140-§146 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση 7-12.
Αντίθετη είναι η θέση του Ενάγοντα, ο οποίος αρνείται ότι έχει παραβιάσει το καθήκον της καλής πίστης. Η νομική προσέγγιση του περιέχεται σε διάφορα σημεία της γραπτής νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του.
Θα αναφερθώ σε τέτοιες περιπτώσεις αμέσως στη συνέχεια.
Ένα σημείο που οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση τους είναι ότι ο Ενάγοντας δεν αποκάλυψε πως οι μέτοχοι πλειοψηφίας άρχισαν να ασχολούνται με την Εναγόμενη 1 όταν εντόπισαν σημάδια κακοδιαχείρισης και επιλήψιμης/ύποπτης διοίκησης της Εναγομένης 1 από τον Ενάγοντα, ο οποίος μέχρι τότε ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ασκούσε διοικητικά καθήκοντα στην εν λόγω εταιρεία. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, η κακοδιαχείριση του Ενάγοντα οδήγησε στην πρόκληση ζημιών στην Εναγόμενη 1 το έτος 2019, οπότε οι μέτοχοι πλειοψηφίας αποφάσισαν να εμπλακούν περισσότερο για να διερευνήσουν την πηγή αυτών των κατ’ ισχυρισμό ζημιών και να ξεκινήσουν έρευνες προς το πρόσωπο του Ενάγοντα. Εξ’ ου ο διορισμός δύο επιπλέον διευθυντών στη διοικητική δομή της Εναγομένης 1 με απόφαση που λήφθηκε στην επίμαχη συνέλευση των μετόχων.
Σε σχέση με την πιο πάνω μαρτυρία απλά υπήρξε γενική και αόριστη άρνηση κατ’ επίκληση θέσεων των Εναγομένων 1-4 που είχαν σημειωθεί μέσα από ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν ενστάσεις προγενέστερων αιτήσεων, ανάμεσα στις οποίες και στην αίτηση εκκαθάρισης. Δηλαδή υπήρξε άρνηση σε ανύπαρκτες, μέχρι τότε, αναφορές των Καθ’ ων η αίτηση (με γνώμονα ότι οι ενστάσεις των Καθ’ ων η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκαν μεταγενέστερα). Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση παρουσίασε μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό. Ωστόσο δεν υπήρξε προσκόμιση σαφούς και συγκεκριμένης μαρτυρίας από τον Ενάγοντα που να αντικρούει τις πιο πάνω αναφορές των Καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Αν γινόταν αυτό ή έστω σχολιασμός των αναφορών των Καθ’ ων η αίτηση που έγιναν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις στην υπό κρίση αίτηση με το δέοντα δικονομικό διάβημα τότε θα υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχει. Αντίθετα θα έλεγα ότι από την ανάγνωση της §84.10 της ΕΔ Ενάγοντα που προβαίνει στην πιο πάνω αναφορά, ο Ενάγοντας αναγνωρίζει την ύπαρξη οικονομικών προβλημάτων και την πρόκληση ζημιών στην Εναγόμενη 1 την περίοδο που ο Ενάγοντας ήταν ο μόνος που είχε τον έλεγχο και την ευθύνη της διοίκησης και διαχείρισης της Εναγομένης 1. Η ύπαρξη οικονομικών προβλημάτων και ζημιών δεν αναφέρεται ευθέως στην ΕΔ Ενάγοντα αλλά δια της πλαγίας οδού με σχολιασμό αναφορών που είχαν συμπεριληφθεί σε παλαιότερες ενστάσεις και προφανώς θα υπήρχαν ήδη στο πλαίσιο των προγενέστερων αιτήσεων με τις οποίες σχετίζονται και απλά ενσωματώθηκαν στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα.
Με αυτά τα δεδομένα, παρατηρώ ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ουδεμία αναφορά υπάρχει στο γεγονός αυτό. Πρόκειται για γεγονός που θεωρείται ουσιώδες επειδή ακριβώς σχετίζεται άμεσα με τη επιλήψιμη συμπεριφορά που αποδίδεται στους Καθ’ ων η αίτηση, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο των βάσεων απαίτησης του Ενάγοντα περί απάτης και/ή συνομωσίας για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) και/ή συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με νόμιμα μέσα (lawful means conspiracy) και/ή δόλια υποβοήθηση για πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract), για τις οποίες αξιώνει θεραπείες εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Σαφώς πρόκειται για ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος που αν αποκαλυπτόταν θα λαμβανόταν υπόψη και θα επενεργούσε στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά την λήψη της απόφασης του.
Ένα άλλο σημείο που οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις τους είναι ότι ο Ενάγοντας παρέλειψε να αποκαλύψει πως διεξήχθηκαν διαπραγματεύσεις για την εξαγορά των μετοχών της Εναγομένης 1 με τους μετόχους πλειοψηφίας. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν επειδή ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να καταδείξει στους συνομιλητές του ότι διέθετε αρκετά κεφάλαια για να αγοράσει ο ίδιος τις μετοχές των μετόχων πλειοψηφίας (δηλαδή το 75% των μετοχών της Εναγομένης 1) και επίσης επειδή την ίδια στιγμή ούτε ο ίδιος ήταν διατεθειμένος να πωλήσει τις δικές του μετοχές στους μετόχους πλειοψηφίας (δηλαδή το 25% των μετοχών της Εναγομένης 1). Με βάση πάντοτε τις αναφορές τους, εφόσον δεν εξασφαλίστηκε κεφάλαιο μέσα από τις διαπραγματεύσεις, τότε προωθήθηκε το σενάριο εξασφάλισης χρηματοδότησης των θυγατρικών εταιρειών της Εναγομένης 1 δια τραπεζικών δανείων.
Ο Ενάγοντας διαφωνεί λέγοντας πως έχει αποκαλύψει τα πιο πάνω γεγονότα. Προς υποστήριξη της θέσης του παραπέμπει στην §84.9 της ένορκης δήλωσης του. Παραθέτω αυτούσια το τι ακριβώς αναφέρει σχετικά με το εν λόγω ζήτημα:
«Εν πάση περιπτώσει, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είτε για την πώληση είτε για την αγορά των μετοχών, ουδέποτε είχα αρνηθεί να λάβω υπόψη οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις μου έναντι της Avestra.»
Η πιο πάνω γενική και αόριστη αναφορά περί διαπραγμάτευσης για τις μετοχές σαφώς δεν ισοδυναμεί με αποκάλυψη των λεπτομερειών που οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται, ως είναι η θέση του Ενάγοντα. Μάλιστα αν κάποιος ανατρέξει στην §43 της ΕΔ Ενάγοντα, η οποία σημειώνει:
«Ο κ. Spiridonov [Εναγόμενος 3] είπε ότι, αν αρνιόμουν να υπογράψω, θα μου αποστερούσε τις μετοχές μου στην Avestra. Περαιτέρω, θα προέβαινε σε διακανονισμούς ώστε να μην μπορέσω ποτέ ξανά να σκήσω οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στη Ρωσία. Θεώρησα ότι αυτό ήταν μια παράνομη και καταπιεστική απειλή εκ μέρους του κ. Spiridonov.»,
δίδεται ακριβώς αντίθετη εντύπωση.
Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρξε προσκόμιση σαφούς και συγκεκριμένης μαρτυρίας από τον Ενάγοντα που να αντικρούει το περιεχόμενο των γεγονότων που οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται για το θέμα αυτό στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Αν γινόταν αυτό με το δέοντα δικονομικό διάβημα τότε θα υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχει. Αντίθετα θα έλεγα ότι από την ανάγνωση της §84.9 της ΕΔ Ενάγοντα προκύπτει ότι ο Ενάγοντας αναγνωρίζει τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων για τις μετοχές και δίδεται η σαφής εντύπωση ότι δεν υπήρχε επιθυμία να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και στους λόγους που έχουν αποτύχει.
Με αυτά τα δεδομένα, παρατηρώ ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πράγματι δεν υπάρχει αποκάλυψη του γεγονότος αυτού στην πλήρη του έκταση. Πρόκειται για γεγονός που θεωρείται ουσιώδες επειδή ακριβώς σχετίζεται με το κατ’ ισχυρισμό σχέδιο συνομωσίας για οικονομική αφαίμαξη των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1, ο οποίος συνιστά ουσιαστική θέση του Ενάγοντα. Η θέση αυτή συνδέεται άμεσα με τη επιλήψιμη συμπεριφορά που αποδίδεται στους Καθ’ ων η αίτηση, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο των βάσεων απαίτησης του Ενάγοντα περί απάτης και/ή συνομωσίας για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) και/ή συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με νόμιμα μέσα (lawful means conspiracy) και/ή δόλια υποβοήθηση για πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract), για τις οποίες αξιώνει θεραπείες εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Ενόψει των δύο πιο πάνω σημείων δεν χρειάζεται να εξεταστούν οι υπόλοιπες περιπτώσεις που οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται.
Στη βάση προαναφερομένων, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει παραβιάσει το καθήκον αποκάλυψης γεγονότων που σχετίζεται με το πλαίσιο των επικαλούμενων αγώγιμων δικαιωμάτων τους και με το στοιχείο του κατεπείγοντος. Έπεται ότι ο 6ος λόγος ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 και ο 3ος λόγος ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση 7-12 κρίνονται βάσιμοι.
Εξετάζω ευθύς τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση 1-6 ‘ότι ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» για να αξιώσει τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες επειδή παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδεις γεγονότα (7ος λόγος ένστασης).
Η συμπεριφορά του Ενάγοντα, ως Αιτητή που είναι εδώ, λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέταση της παρούσας αίτησης εφόσον αυτή αφορά το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και σχετίζεται άμεσα με τις αιτούμενες θεραπείες και έχει επηρεάσει αρνητικά τους Καθ’ ων η αίτηση ή τους έχει προκαλέσει αδικία. Βασικά αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctions’ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 60-62).
Η πιο πάνω θέση των Καθ’ ων η αίτηση 1-7 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναφορά τους περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον Ενάγοντα. Η εν λόγω θέση των Καθ’ ων η αίτηση ουσιαστικά καλύπτει όλα όσα έχουν προηγουμένως αυτοί αναφέρει στο κεφάλαιο περί παραβίασης του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους του Ενάγοντα. Δεν περιέχει οτιδήποτε επιπρόσθετο ή εξειδικευμένο. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τον σχολιασμό που έχει ήδη γίνει, παραπέμπω στο σκεπτικό του Δικαστηρίου που αποτυπώνεται μέσα από αυτόν.
Η διαπίστωση παραβίασης του καθήκοντος αποκάλυψης γεγονότων από τον Ενάγοντα, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, καθιστά αυτόματα επιτυχή τον συγκεκριμένο ισχυρισμό των Καθ’ ων η αίτηση 1-6. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Έπεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος.
Κριτήρια και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων:
Προχωρώ με την εξέταση των λόγων ένστασης, οι οποίοι πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθώς επίσης να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217).
Είναι βασικά η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα ο Ενάγοντας θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται.
Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.
Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.
Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (Eurocypria Airlines Ltd v. Δημοκρατίας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1783). Το εν λόγω κριτήριο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 145/11 ημερ. 13.06.13) Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Επομένως σχετίζεται με τη νομική πτυχή των δικαιωμάτων των διαδίκων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (πιο πάνω)).
Ο Αιτητής (εδώ Ενάγοντας) δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο ερευνά το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή (εδώ Ενάγοντας) και βεβαιώνεται ότι δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων των Καθ’ ων η αίτηση (εδώ Εναγομένους). Δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής εκτός και αν εμπίπτουν στην κατηγορία διαταγμάτων τύπου Quia Timet (United States Trust Company of New York v. Tsavliris Salvage (International) Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 1014).
Στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Παρόλο ότι έχουν παρέλθει τρία χρόνια από την καταχώρηση του, εντούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει προωθηθεί έκθεση απαίτησης. Αν κάποιος αναγνώσει το κλητήριο ένταλμα θα αντιληφθεί ότι ο Ενάγοντας στρέφεται εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση προβάλλοντας ως βάσεις απαίτησης παράβαση σύμβασης, απάτη, συνομωσία για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud), συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy), συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με νόμιμα μέσα (lawful means conspiracy) και δόλια υποβοήθηση για πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract).
Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας αποδίδει επιλήψιμη και/ή παράνομη συμπεριφορά στους Καθ’ ων η αίτηση, τους οποίους θεωρεί ότι δόλια συνωμότησαν και/ή συνεργάστηκαν μεταξύ τους εις βάρος των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 και ενάντια των συμφερόντων και δικαιωμάτων του που απορρέουν από την επαγγελματική σχέση του με την εν λόγω Εναγόμενη αλλά και γενικότερα. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση με τις πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις τους και γενικά με τη στάση και συμπεριφορά που εκδήλωσαν προκάλεσαν ζημιά στον ίδιο. Ως αποτέλεσμα της ζημιάς που υπέστη και για την οποίαν θεωρεί υπαίτιους τους Καθ’ ων η αίτηση, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, εναλλακτικά εύλογη αμοιβή, καθώς επίσης την έκδοση σωρεία διαταγμάτων και δηλωτικών αποφάσεων.
Θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω γεγονότα που συνιστούν κοινό έδαφος των διαδίκων ή εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν σημεία αμφισβήτησης ανάμεσα τους. Τα αναφέρω πιο κάτω:
· Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στην Κύπρο.
· Ο Ενάγοντας είναι 25% μέτοχος της Εναγομένης 1.
· Ο Εναγόμενος 2 είναι 25% μέτοχος της Εναγομένης 1.
· Ο Εναγόμενος 3 είναι 25% μέτοχος της Εναγομένης 1.
· Η Εναγόμενη 4, της οποίας τελικός δικαιούχος είναι ο Εναγόμενος 5, είναι 25% μέτοχος της Εναγομένης 1.
· Η Εναγόμενη 16 είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 1 που εδρεύει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
· Η Εναγόμενη 18 είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 1 που εδρεύει στη Λευκορωσία.
· Οι Εναγόμενοι 8, 10 & 12 ουδέποτε ήταν αξιωματούχοι της Εναγομένης 1.
· Οι Εναγόμενοι 14 & 15 είναι αξιωματούχοι της Εναγομένης 1.
· Μέχρι τον Οκτώβριο 2021 ο Ενάγοντας ενεργούσε ως de facto διευθυντής της Εναγομένης 1 έχοντας την πλήρη ευθύνη για τη διεκπεραίωση των καθημερινών λειτουργιών της, τις επιχειρησιακές δραστηριότητες της και την επιχειρηματικής ανάπτυξη της, χωρίς όμως να είναι εγγεγραμμένος ως διευθυντής της στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, οπότε και έπαυσε να έχει αυτή την ιδιότητα.
· Η επίμαχη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων είχε σκοπό τον διορισμό δύο επιπλέον διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 1.
· Η επίμαχη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί για τις 15.10.21 και σχετική ειδοποίηση αποστάληκε σε όλους τους μετόχους, συμπεριλαμβανομένου του Ενάγοντα.
· Στον καθορισμένο τόπο και χρόνο της επίμαχης έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων βρίσκονταν μόνο οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι των μετόχων πλειοψηφίας.
· Ο Εναγόμενος 5 έχει ήδη καταθέσει ποσό ύψους $2.000.000 (δολάρια Η.Π.Α.) στο Εμπορικό Δικαστήριο στην Αγγλία για την εξασφάλιση του Ενάγοντα.
· Ο Εναγόμενος 6, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν υπάλληλος θυγατρικών εταιρειών της Εναγομένης 4.
· Ο Εναγόμενος 17 ενεργούσε ως supervisor θυγατρικής της Εναγομένης 1 στην Κίνα.
· Ο Εναγόμενος 11 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 4.
Όπως ήδη λέχθηκε, μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 υπήρχε επαγγελματική σχέση ένεκα του επαγγελματικού ρόλου που είχε ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη 1. Παράλληλα ο Ενάγοντας είχε επαγγελματική σχέση και με τους Εναγομένους 2-5 λόγω της μετοχικής ιδιότητας τους στην Εναγόμενη 1. Με τους υπόλοιπους Εναγομένους ο Ενάγοντας βρισκόταν στον ίδιο επαγγελματικό χώρο αφού κοινή τους σύνδεση ήταν η Εναγόμενη 1.
Μία από τις βάσεις αγωγής που προβάλλεται είναι η παράβαση σύμβασης εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης 1. Η συνομολόγηση σύμβασης με νόμιμη αντιπαροχή με σκοπό το αμοιβαίο οικονομικό όφελος, ως είναι η προκειμένη περίπτωση, εμπίπτει στο Δίκαιο Συμβάσεων (άρθρο 10 Κεφ.149). Οι συμβατικές υποχρεώσεις πρέπει να εκπληρώνονται από τα συμβαλλόμενα μέρη εκτός αν έχουν απαλλαχθεί ή εξαιρεθεί από την εκτέλεση τους (άρθρο 37 Κεφ.149). Σε περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί και/ή παραλείψει να εκπληρώσει κάποια από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, τότε το μέρος που δεν ευθύνεται δύναται να τερματίσει τη σύμβαση εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης. Σχετικό είναι το άρθρο 39 του Κεφ.149, στις πρόνοιες του οποίου παραπέμπω. Το άρθρο 73(1) του Κεφ.149 παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1) (2004) 1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης (1998) 1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 ΑΑΔ 679).
Εξ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό, το στοιχείο που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι ενδέχεται να συνδέεται με την κατ’ ισχυρισμό παράβαση σύμβασης είναι η θέση του Ενάγοντα για μη καταβολή στον ίδιο μπόνους που σύμφωνα με τον ίδιο δικαιούται για κάθε σύμβαση που η Εναγόμενη 1 συνάπτει με τρίτα μέρη για τα έτη 2020 και 2021.
Θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία αναφορά γίνεται εάν το ζήτημα πληρωμής μπόνους στον Ενάγοντα καλύπτεται από σύμβαση ή από άλλη κατάσταση. Ουδεμία ένδειξη για ύπαρξη σύμβασης εντοπίζεται, ουδεμία σύμβαση έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που έστω να τείνει να υποδείξει ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1, καμία δήλωση εάν το θέμα αυτό συμφωνήθηκε προφορικά και ουδεμία αναφορά έχει γίνει μέσα από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα για το πλαίσιο τυχόν ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων που τη διέπει. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι δικαιούται σε πληρωμή μπόνους αλλά δεν αναφέρει κατά πόσο το δικαίωμα του αυτό είναι συμβατικό ή άλλως πως. Στη βάση αυτών των κενών που έχουν εντοπιστεί, δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχουν οι ενδείξεις εκείνες που θα καθιστούσαν τη βάση αγωγής περί παράβαση σύμβασης υπαρκτή και συνεπώς η εν λόγω θέση του Ενάγοντα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται νομικά.
Μία άλλη βάση αγωγής που ο Ενάγοντας προβάλλει είναι αυτό της απάτης εις βάρος της από τους υπόλοιπους Εναγομένους. Πρόκειται για αστικό αδίκημα που στην Κύπρο διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148).
Όπως σημειώνεται στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου:
«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:
Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:
Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.»
Οι υπόλοιπες βάσεις αγωγής που προβάλλονται είναι αστικά αδικήματα που εντάσσονται κάτω από την ομπρέλα της «συνομωσίας». Στην Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24 υποδείχτηκε ότι η «συνομωσία» συνιστά ξεχωριστή βάση αγωγής για δόλο και η διάπραξη της αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με συστατικά στοιχεία. Μνημονεύοντας την Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009)1(A) A.Α.Δ.25 στην πιο πάνω υπόθεση ειπώθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα πιο κάτω:
«εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos v. Kontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:
"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."
Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, γίνεται επίσης παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts αναφορικά με τη συνωμοσία. Στην 24η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, του 2023 παρατίθεται ανάλυση της εξέλιξης του κοινοδικαίου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων που περιγράφονται ως «economic torts».
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, ανωτέρω, η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed v. Veitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).»
Ο Ενάγοντας παραπέμπει σε σωρεία αλληλογραφία επικαλούμενος ότι το περιεχόμενο της παρέχει λεπτομέρειες συνεννόησης και συνεργασίας των Εναγομένων για οργάνωση, προώθηση και εφαρμογή παράνομου σχεδίου από μέρους τους. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος υπέστη ζημιές μέσα από τις επικαλούμενες αδικοπραξίες, για τη διάπραξη των οποίων επιρρίπτει ευθύνες σε όλους τους Εναγομένους πλην της Εναγομένης 1. Προς ανάκτηση των επικαλούμενων ζημιών, τις οποίες προσδιορίζει αναλυτικά μέσα από το κλητήριο ένταλμα, αξιώνει χρηματικές αποζημιώσεις που αναφέρει αναλυτικά.
Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι ζημιές που ο Ενάγοντας επικαλείται ότι υπέστηκε πηγάζουν από τη μείωση της αξίας μετοχών που ανήκουν στην Εναγόμενη 1. Αναφερόμενοι στην αρχή της αντανακλαστικής ζημιάς και παραθέτοντας αγγλική και κυπριακή νομολογία που σχολιάζουν και αναλύουν νομικά μέσα από τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων τους, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους αλλά, αν κάποιος έχει, αυτός είναι η Εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά εσφαλμένο ένδικο μέσο, το οποίο δεν επιτρέπει νομικά στον Ενάγοντα να προωθεί την παρούσα αγωγή. Από την άλλη, ο Ενάγοντας διαφωνεί και προβάλλει τη δική του εκδοχή στο εν λόγω θέμα.
Με κάθε σεβασμό στους Καθ’ ων η αίτηση, το ζήτημα που εγείρουν δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω)). Το συγκεκριμένο ζήτημα είναι νομικής φύσεως που χρήζει νομικής έρευνας. Οι αντίθετες νομικές θέσεις των διαδίκων θα πρέπει να ακουστούν μέσα από νομική επιχειρηματολογία που θα αναπτύξουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (πιο πάνω), δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ’ αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να ασχολείται με την εξέταση δύσκολων νομικών σημείων τα οποία χρειάζονται έρευνα, εξέταση λεπτομερούς νομικής επιχειρηματολογία και άσκηση κρίσης μέσα από σχολιασμό και αξιολόγηση εκ διαμέτρου αντίθετων νομικών θέσεων. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη.
Για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι αρκετό ότι με τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω αναφερθεί σ’ αυτά προηγουμένως.
Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται αναφορικά με τις βάσεις αγωγής που αφορούν την επικαλούμενη διάπραξη αστικών αδικημάτων. Εξαίρεση αποτελεί η αναφορά σε παράβαση σύμβασης, η οποία, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί μαρτυρικό υλικό και ούτε καταλήγει σε πραγματικά ευρήματα αλλά ούτε και εξαγάγει νομικά συμπεράσματα. Αυτό γίνεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής Είναι αρκετό για τον Αιτητή (Ενάγοντα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)), είναι ότι ο Αιτητής έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας αναφέρει με ποιο τρόπο, κατά την κρίση του, έκαστος Εναγόμενος εμπλέκεται στην υπόθεση. Προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού παραθέτει αλληλογραφία, τη οποίαν επιχειρεί να ερμηνεύσει και να εξηγήσει το νόημα της. Με κάθε σεβασμό η απόδοση του νοήματος στο περιεχόμενο της αλληλογραφίας που ο Ενάγοντας επικαλείται, αν και είναι υποκειμενική, δεν θα πρέπει να γίνεται αποσπασματικά αλλά υπό το φως των συνθηκών που περιβάλλουν την υπόθεση και αφού ληφθούν υπόψη όλες οι εξελίξεις που έχουν συμβεί στην υπόθεση. Ο Ενάγοντας μέσα από τη δική του ερμηνεία καταλήγει σε δικά του συμπεράσματα, τα οποία κατ’ ανάγκη δεν σημαίνει ότι επιβεβαιώνονται αφού συνεκτιμηθούν οι συνθήκες και οι εξελίξεις της που περιβάλλουν τα γεγονότα της υπόθεσης.
Στη βάση των πιο πάνω, τα επιχειρήματα που προβάλλει ο Ενάγοντας δεν τείνουν να καλύψουν τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της απάτης καθώς επίσης των αστικών αδικημάτων που συγκροτούν την ομάδα της συνομωσίας. Και εξηγώ.
Ο Ενάγοντας παραπέμπει σε προσπάθεια υλοποίησης «παράνομου σχεδίου συνομωσίας» από τους Εναγομένους μέσα από μια σειρά ενεργειών στις οποίες σκόπευαν να προβούν, τα οποία στο στάδιο που υπεβλήθηκε η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν είχαν υλοποιηθεί ώστε να μπορεί να λεχθεί, έστω για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι εξαπάτησαν τον Ενάγοντα.
Επίσης ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Ενάγοντα είναι ότι στα πλαίσια εφαρμογής του «παράνομου σχεδίου συνομωσίας» οι μέτοχοι πλειοψηφίας (Εναγόμενοι 2-4), σε συνεργασία και κατόπιν συνεννόησης με τους υπόλοιπους Εναγομένους, θα προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες που ο ίδιος θεωρεί ότι θα ήταν εις βάρος των συμφερόντων της Εναγομένης 1 αλλά και του ιδίου. Με γνώμονα ότι ο Ενάγοντας αναγνώρισε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση, φαντάζει πιθανότερη εκδοχή αυτή των Εναγομένων, ότι δηλαδή οι μέτοχοι πλειοψηφίας θα προέβηκαν και θα προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες που θεωρούσαν ότι με τη λήψη τους θα επερχόταν οργανωτική αναδιάρθρωση της Εναγομένης 1 και συνάμα βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης 1, η οποία δημιουργήθηκε, κατά παραδοχή του Ενάγοντα, την περίοδο που η Εναγόμενη 1 τελούσε υπό τη διαχείριση του ιδίου. Σ’ αυτό μπορεί να συνδεθούν ως γεγονότα η προσπάθεια οικονομικής διάσωσης της Εναγομένης 1 χωρίς να επιτραπεί στον Ενάγοντα να έχει άμεση εμπλοκή στη διοίκηση της Εναγομένης 1. Εξ’ ου κάποιος μπορεί να θεωρήσει ως φυσικό επακόλουθο αυτών των προσπαθειών τη ψήφιση για διορισμό δύο νέων διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 1 κατά την επίμαχη συνέλευση των μετόχων.
Ακόμη ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας έχουν ιδρύσει νέες εταιρείες, οι οποίες συνομολόγησαν συμφωνίες με την Εναγόμενη 1 για να διεξάγουν δραστηριότητες να μοιράζονται τα κέρδη, πράγμα που θεωρεί ότι θα είναι εις βάρος των συμφερόντων της Εναγομένης 1. Πως μπορεί όμως το επιχείρημα αυτό, το οποίο εντάσσεται στην επιλήψιμη συμπεριφορά που καταλογίζεται στους Εναγομένους, να θεωρείται πειστικό και ως αληθοφανές να έχει προοπτική επιτυχίας όταν ο Ενάγοντας, όπως ο ίδιος παραδέχεται, έχει και αυτός ιδρύσει εταιρείες που διεξάγουν επιχειρηματικές δραστηριότητες και εξ’ ορισμού κρίνονται ανταγωνιστικής φύσεως των επαγγελματικών εργασιών της Εναγομένης 1.
Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα προαναφερόμενα είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή του Ενάγοντα με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή της εκδοχής των Εναγομένων. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.
Παρά την μη ικανοποίηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, προχωρώ να εξετάσω αν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση και τούτο σε περίπτωση που η παρούσα απόφαση ήθελε κριθεί σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο.
Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ ο Αιτητής) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.
Η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων συνδέεται άμεσα με τον κίνδυνο να μην αποζημιωθεί επαρκώς ο ενάγοντας σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή του, οπότε ενδεχόμενη δικαστική απόφαση που εκδοθεί προς όφελος του δυνατό να παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν χρειάζεται να καταδειχτεί πρόθεση αποξένωσης περιουσίας με σαφή μαρτυρία. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785).
Ο Ενάγοντας θα πρέπει επίσης να προσφέρει μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων, με σκοπό να δείξει ότι αν δεν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα προκειμένου να παρεμποδιστεί η αποξένωση της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων, είναι πιθανό ο Ενάγοντας να μην καταφέρει να εκτελέσει επιτυχώς απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ του (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ.2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)). Η φερεγγυότητα των Εναγομένων θα κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται το κριτήριο αυτό εφόσον το ζήτημα άπτεται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης.
Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) (1983) 1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση βασική αξιούμενη τελική θεραπεία είναι η επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων εναντίον των Εναγομένων. Εξ’ ου και η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος παγοποιητικής φύσεως.
Εκείνο όμως που αβίαστα παρατηρώ είναι ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα μέσα από την ένορκη δήλωση του για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι γενικός και αόριστος. Παραπέμπω στην §103 της ΕΔ Ενάγοντα:
«Με βάση τις νομικές συμβουλές των δικηγόρων μου, υπό αυτές τις συνθήκες πιστεύω ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα της παρούσας αίτησης, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο μα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.»
Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων είναι τέτοια που θα στερήσει τον Ενάγοντα καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του. Αν ακόμη λεχθεί, παρά το ότι ο Ενάγοντας έχει παραβιάσει το καθήκον για αποκάλυψη τν ουσιωδών γεγονότων και ότι δεν δικαιολογείτο το στοιχείο του επείγοντος, πως υπάρχουν αναφορές για την Εναγόμενη 1 ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας ένεκα της αποξένωσης και/ή επικείμενης αποξένωσης και/ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων της, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τους υπόλοιπους Εναγομένους εναντίον των οποίων εκδόθηκαν μονομερώς τα διατάγματα απαγορευτικής φύσεως. Κανένα στοιχείο και ουδεμία πληροφορία τέθηκε ενώπιον μου που να δημιουργεί την εντύπωση ότι βρίσκονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας.
Συνεπώς κρίνω ότι δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση.
Έπεται ότι οι σχετικοί λόγοι ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση επιτυγχάνουν.
Ισοζύγιο της ευχέρειας:
Ενόψει της μη ικανοποίησης της δεύτερης και τρίτης προϋπόθεσης, παρέλκει η εξέταση του κριτηρίου αυτού.
Διατάγματα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων:
Η προδιαγραφόμενη ακύρωση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς αναπόφευκτα καταδικάζει σε απόρριψη τα εν λόγω διατάγματα.
Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και διατάγματα φίμωσης (Gagging Order):
Ομοίως καταδικασμένα σε αποτυχία είναι και τα συγκεκριμένα διατάγματα. Εφόσον ο σκοπός της έκδοσης τους είναι επικουρικός του διατάγματος παγοποίησης και αυτό μοιραία δεν οδεύει προς αυτήν την κατεύθυνση, η εξέταση τους είναι αχρείαστη.
Πέραν και ανεξαρτήτως αυτού θα έλεγα ότι, εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις, δεν συντρέχουν ούτε οι ειδικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Συγκεκριμένα δεν διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση τέτοιου διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος αφού η αγωγή εγέρθηκε εναντίον όλων των προσώπων που κατ’ ισχυρισμό εμπλέκονται στις επικαλούμενες αδικοπραξίες (Avila Management Services Ltd κ.α. v. Stepanek κ.α. (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1403, Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625). Ουδεμία αναφορά ότι ζητούνται τα εν λόγω διατάγματα για τον σκοπό αυτό εντοπίζεται μέσα από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Οπότε δεν θα δικαιολογείτο η έκδοση τους.
Επίσης, πέραν και ανεξαρτήτως ότι παρέλκει η εξέταση τους, κατ’ ανάλογο τρόπο όπως και τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, εφόσον δεν ικανοποιούνται οι αρχές και τα κριτήρια έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων, δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος φίμωσης.
Κατάληξη:
Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης.
Παράλληλα οι ενστάσεις επιτυγχάνει στο βαθμό και στην έκταση που έχουν εξεταστεί. Ενόψει της κατάληξης της υπό κρίση αίτησης, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης σ’ αμφότερες ενστάσεις.
Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Παράλληλα τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς ακυρώνονται αμέσως.
Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2, 3, 5, 6, 7, 11, 12, 14, 15, 16 & 18/Καθ’ ων η αίτηση 1-12 και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.
(Υπ.) .................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Αctions/Interim Order
(Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος/
Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, Mareva, Gagging Order/Άρθρο 32 του Ν.14-60/
Απάτη, Συνομωσία, Παράβαση Σύμβασης/Ενδιάμεση Απόφαση)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο