ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 983/20
Μεταξύ:
KM FIRST CLASS HOMES LTD
Ενάγουσα
και
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Εναγόμενος
-------------------
Ημερομηνία: 25.06.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγουσα: κ. Σ. Νεοκλέους για PHC Tsangarides LLC
Για Εναγόμενο: κ. Α. Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
AΠΟΦΑΣΗ
1. Με την παρούσα αγωγή, σύμφωνα με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμά ημερ. 04.06.20, η Ενάγουσα αξιώνει €42.750, ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία ενός γραμματίου συνήθους και/ή κοινού τύπου και/ή γραμματίου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή διαφορετικά ονομαζόμενου εγγράφου ημερ. 31.10.19 (εφ’εξής «το αξιούμενο ποσό») πλέον τόκο προς 4% ετησίως επί του προαναφερόμενου ποσού από 08.04.2020 μέχρι πλήρους εξόφλησης.
Δικόγραφα
2. Στην Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό αντιπροσωπεύει την αξία ενός γραμμάτιου ημερ. 31.10.19 συνήθους και/ή κοινού τύπου και/ή γραμματίου και/ή εγγραφής αναγνώρισης χρέους και/ή ομόλογο οφειλής χρέους και/ή διαφορετικά ονομαζόμενο έγγραφο, το οποίο έκδωσε, αποδέχτηκε, υπέγραψε και παρέδωσε ο Εναγόμενος προς την Ενάγουσα για το ποσό των €42.750, πλέον τόκους προς 4% ετησίως μέχρι πλήρους εξόφλησης έναντι καλού και νόμιμού ανταλλάγματος πληρωτέο σε διαταγή της Ενάγουσας μέχρι την 31.03.20. Αναφορά γίνεται στον ρητό και ουσιώδη όρο του γραμμάτιου ημερ. 31.10.19.
3. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος δεν έχει μέχρι σήμερα προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή, αποτυγχάνοντας, βάσει των όρων του επίδικου γραμματίου, να εξοφλήσει το ποσό των €42.750 μέχρι τις 31.03.20, με περίοδο χάριτος επτά (7) ημερών. Ως εκ τούτο, το γραμμάτιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και το οφειλόμενο ποσό άμεσο απαιτητό και πληρωτέο. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το αξιούμενο ποσό, πλέον τόκους προς 4% ετησίως, αλλά ο Εναγόμενος παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε μέχρι σήμερα να προβεί στην εξόφληση του.
4. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται ότι στις 31.10.19 υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους και/ή κοινού τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή έγγραφη αναγνώριση χρέους και/ή ομόλογο οφειλής χρέους και/ή οποιοδήποτε έγγραφο, ισχυριζόμενος ότι, όποτε το ζητούσε η Ενάγουσα και/ή ο «Κ.Μ.» και/ή η «Μ.Θ» και/ή οποιοσδήποτε συνεργάτης της Ενάγουσας, υπέγραφε έγγραφα τα οποία δεν μελετούσε πλήρως λόγω των σχέσεων εμπιστοσύνης. Ειδικότερα, παραδέχεται ότι υπέγραψε γραμμάτια και/ή δάνεια, ώστε το κέρδος της Ενάγουσας να μεταφέρεται από τη μια λογιστική χρονιά στην επόμενη, τα οποία ήταν εικονικά και/ή χωρίς αληθή αιτιολογία και/ή χωρίς νομική ισχύ και/ή υπογράφονταν για λογιστικούς και/ή φορολογικούς σκοπούς, ενώ τα χρήματα που αναφέρονται σε αυτά πιστώνονταν στα αρχεία και/ή βιβλία της Ενάγουσας και ουδέποτε υπήρξε πραγματική οφειλή του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος επιπλέον επικαλείται ότι σε περίπτωση απόδειξης υπογραφής του κατ’ισχυρισμόν γραμματίου, εκ μέρους του, τότε αυτό δεν τέθηκε την 31.10.19 στη Λεμεσό ενώπιον 2 μαρτύρων ενώ η υπογραφή του τέθηκε υπό καθεστώς πλαστογραφίας και/ή πλάνης και/ή απάτης και/ή δόλου, χωρίς να του εξηγηθεί η φύση του εγγράφου και/ή νομικές συνέπειες αυτού, ενώ η υπογραφή του τέθηκε για άλλος λόγους.
5. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε πληρωμή σχετικά με το επίδικο γραμμάτιο, καθώς αυτό ουδέποτε αποτέλεσε πραγματική οφειλή και ο ίδιος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα δυνάμει αυτού. Ο Εναγόμενος δηλώνει ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι εικονικό και/ή χωρίς αληθή αιτιολογία και/ή χωρίς νομική ισχύ και συντάχθηκε για λογιστικούς και/ή φορολογικούς σκοπούς ενώ τα χρήματα που αναφέρονται σ’αυτό πιστώθηκαν στα αρχεία και/ή βιβλία της Ενάγουσας και ουδέποτε αποτέλεσαν πραγματική οφειλή του Εναγόμενου, του οποίου οι οφειλές προς την Ενάγουσα είναι πλήρως τακτοποιημένες.
6. Ακολούθως, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Ενάγουσας και ασκούσε, είτε μόνος είτε από κοινού με τον «Κ.Μ.», ουσιαστικό έλεγχο επί της Ενάγουσας, της διοίκησής της και των δικαιωμάτων ψήφου αυτής, ως πραγματικός ιδιοκτήτης ποσοστού του μετοχικού της κεφαλαίου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος και/ή ο «Κ.Μ.» λάμβαναν μερίσματα και/ή κέρδη για τις μετοχές που κατείχαν ως τελικοί ιδιοκτήτες μετοχών, καθώς και οποιαδήποτε άλλα χρήματα και/ή κέρδη πληρωτέα σε αυτούς σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές, ενώ εδικαιούντο και/ή ελάμβαναν κέρδη και/ή ποσοστό επί των εσόδων και/ή των κερδών της Ενάγουσας για κτηματολογικές και/ή άλλες συναφείς υπηρεσίες που αυτή πρόσφερε. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ορισμένες πληρωμές από την Ενάγουσα προς τον ίδιο και/ή τον «Κ.Μ.» εμφανίζονταν με διαφορετική αιτιολογία από την πραγματική, κατόπιν συμβουλών λογιστών, ελεγκτών ή άλλων συμβούλων της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι ζήτησε ή έλαβε δάνειο από την Ενάγουσα, ότι συμφώνησε οποιουσδήποτε όρους δανείου ή γραμματίου ή ότι η Ενάγουσα εκταμίευσε προς αυτόν το ποσό των €42.750. Επιπρόσθετα, προβάλλει ότι η κατ’ισχυρισμό καταβολή του αξιούμενου ποσού στον Εναγόμενο ήταν παράνομη, εκτός των σκοπών της Ενάγουσας εταιρείας, δεν δόθηκε με τη συναίνεση του και/ή δόθηκε όταν τελούσε υπό πλάνη ενώ τα μέρη δεν είχαν την αναγκαία δικαιοπρακτική βούληση. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι η κατ’ισχυρισμό καταβολή του αξιούμενου ποσού ήταν παράνομη και/ή άκυρη, ενώ η κατ’ισχυρισμό υπογραφή του επί του κατ’ισχυρισμό γραμματίου έγινε με σκοπό την απόσπαση περιουσίας από τον Εναγόμενο.
7. Ο Εναγόμενος επιπλέον ισχυρίζεται ότι, περί τον Φεβρουάριο του 2020, ο «Κ.Μ.» και τρίτα πρόσωπα, συνωμοτώντας μεταξύ τους, τερμάτισαν μονομερώς την πρόσβασή του στα υποστατικά και/ή ηλεκτρονικά συστήματα και/ή στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Ενάγουσας, γεγονός που τον εξανάγκασε σε παραίτηση, στην καταχώριση της αγωγής υπ’αρ. 1491/2020 του Ε.Δ. Λεμεσού και ο ίδιος να υποστεί οικονομική ζημιά.
8. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020 και/ή μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του στην Ενάγουσα, παρά τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί σε συνάντηση του με τον «Κ.Μ.» αναφορικά με την αποχώρησή του και τη διευθέτηση των οικονομικών και μετοχικών του δικαιωμάτων, ο «Κ.Μ.» παρέλειψε να ενεργήσει αναλόγως. Ακολούθως, παρά τις οχλήσεις του Εναγόμενου προς τον «Κ.Μ», για υλοποίηση των συμφωνηθέντων, ο «Κ.Μ.» του ανέφερε ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης καμιάς μετοχής της Ενάγουσας ή οποιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας και όχι μόνο δεν είχε να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό αλλά όφειλε χρήματα. Επιπλέον, αναφορά γίνεται στη μεταγενέστερη αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών, στο πλαίσιο της οποίας αμφισβητήθηκε η ιδιότητά του Εναγόμενου ως μετόχος και η θέση που ισχυριζόταν ότι κατείχε στην Ενάγουσα, προβλήθηκαν αξιώσεις εναντίον του και του ζητήθηκε να παύσει να συνδέει τις πράξεις και συναλλαγές του με την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, αξιώνει την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής με έξοδα εις βάρους της Ενάγουσας.
9. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της, ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο προς όφελος της Ενάγουσας στις 31.10.19 στην παρουσία δύο (2) μαρτύρων και ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις δυνάμει του επίδικου γραμματίου. Επιπλέον, αναφορά γίνεται στο ότι ο Εναγόμενος καταχρηστικά προβάλλει ψεύτικους και/ή κατασκευασμένους ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
10. Η Ενάγουσα επίσης ισχυρίζεται ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι καθ’όλα νόμιμο και/ή έγκυρο και/ή εκτελεστό αφού καταρτίστηκε με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι και ο Εναγόμενος το υπέγραψε στην παρουσία δύο (2) μαρτύρων ενώ απορρίπτει τη θέση του Εναγόμενου ότι είναι εικονικό και/ή κατασκευασμένο και/ή ότι έγινε για φορολογικούς σκοπούς. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η επίδικη αγωγή αφορά την οφειλή του Εναγόμενου που έχει προκύψει ενόψει της αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή της παραβίασης και/ή της μη τήρησης των όρων του επίδικου γραμματίου, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να οφείλει το αξιούμενο ποσό.
Η ακροαματική διαδικασία
11. Κατά την ακροαματική διαδικασία, προς απόδειξη της αγωγής της Ενάγουσας, κατέθεσε ο «Κ.Μ.» (ΜΕ.1), η «Μ.S» (ΜΕ.2) και η «Μ.Θ. (ΜΕ.3) ενώ για τον Εναγόμενο κατάθεσε ο ίδιος.
12. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους, καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK"BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική Έφεση Αρ. 117/2018, ημερ. 16.03.2022).
13. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι ο Εναγόμενος δεν προώθησε τους ισχυρισμούς του ότι η υπογραφή του επί του κατ’ισχυρισμό γραμματίου τέθηκε υπό καθεστώς πλαστογραφίας και/ή πλάνης και/ή απάτης και/ή δόλου, χωρίς να του εξηγηθεί η φύση του εγγράφου και/ή νομικές συνέπειες αυτού, χωρίς τη συναίνεση του καθώς και χωρίς δικαιοπρακτική βούληση. Περαιτέρω, δεν προώθησε τους ισχυρισμούς του ότι, περί τον Φεβρουάριο του 2020, ο ΜΕ.1 και τρίτα πρόσωπα, συνωμοτώντας μεταξύ τους, τερμάτισαν μονομερώς την πρόσβασή του στα υποστατικά, ηλεκτρονικά συστήματα και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Ενάγουσας, γεγονός που, κατ’ισχυρισμόν, τον εξανάγκασε σε παραίτηση, στην καταχώριση της αγωγής υπ’αρ. 1491/2020 του Ε.Δ. Λεμεσού και στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς σε αυτόν. Περαιτέρω, δεν προώθησε τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τη συμφωνία που, κατ’ ισχυρισμόν, είχε επιτευχθεί με τον ΜΕ.1 για τη διευθέτηση των οικονομικών και μετοχικών του δικαιωμάτων μετά την αποχώρησή του από την Ενάγουσα. Ένεκα της αρχής ότι ισχυρισμοί που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθέντες, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγόμενου δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο (βλ. σχετικά Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/19, ημερ. 28.05.2020). Πρόσθετα τα όσα αποτελούν αντικείμενο της αγωγής υπ’αρ. 1491/2020 δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της υπό κρίση αγωγής.
Η Μαρτυρία
Σύνοψη μαρτυρίας της Ενάγουσας
14. Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά.
15. Ο ΜΕ.1, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α), όπου αναφέρει ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της Ενάγουσας και έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι στις 31.10.19, ο Εναγόμενος έκδωσε, αποδέχτηκε και παράδωσε προς όφελος της Ενάγουσας γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €42.750 (εφ’εξής «το επίδικο «γραμμάτιο»») πλέον τόκους προς 4% ετησίως μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος πληρωτέο σε διαταγή της Ενάγουσας μέχρι την 31.03.20, με περίοδο χάριτος επτά (7) ημερών. Ακολούθως, προέβη σε αναφορά στον ρητό και ουσιώδη όρο του επίδικου «γραμματίου» αναφορικά με τη πληρωμή τόκου προς 4% ετησίως, επί του ποσού των €42.750, υπολογιζόμενου επί του εκάστοτε υπόλοιπου σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρος αυτής για περισσότερο από επτά (7) ημέρες από την λήξη του γραμματίου μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω, θέση του είναι ότι το επίδικο «γραμμάτιο» υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο στην παρουσία δύο (2) μαρτύρων, ενήλικων και ικανών προς το συμβάλλεσθαι, με αποτέλεσμα το επίδικο «γραμμάτιο» να θεωρείται καθ’όλα νόμιμο και εκτελεστό. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το επίδικο «γραμμάτιο» δεν είναι εικονικό αλλά είναι καθ’όλα νόμιμο και έγκυρο, καταρτίστηκε με την ελεύθερη συναίνεση των μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι και ο ίδιος ο Εναγόμενος με τη θέληση του υπέγραψε αυτό στην παρουσία δυο μαρτύρων, αδιαμαρτύρητα και χωρίς πίεση. Αντίγραφο του επίδικου «γραμματίου» κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.
16. Σύμφωνα με τον ΜΕ.1, ο Εναγόμενος αρνήθηκε και αμέλησε να αποπληρώσει το ποσό των €42.750, βάσει των όρων του επίδικου «γραμματίου» μέχρι τις 31.03.20, με επτά (7) μέρες χάριτος, με αποτέλεσμα το επίδικο «γραμμάτιο» να καταστεί ληξιπρόθεσμο και το οφειλόμενο ποσό αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Ως εκ τούτου, ο ίδιος και η Ενάγουσα επανειλημμένα κάλεσαν τον Εναγόμενο να συμμορφωθεί και να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Εντούτοις, μέχρι σήμερα, ο Εναγόμενος παραλείπει. Προς τούτο, αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 14.05.20 προς τον Εναγόμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2.
17. Τέλος, ο ΜΕ.1 ανέφερε ότι ο Ενάγοντας δεν προέβη σε οποιαδήποτε πληρωμή και ως εκ τούτου αξιώνει απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου.
18. Κατά την αντεξέταση, προέβη σε αναφορά ότι στις 31.10.19 ήταν μέτοχος και διευθυντής της Ενάγουσας χωρίς να θυμάται τους άλλους διευθυντές της Ενάγουσας. Αναφορικά με το επίδικο «γραμμάτιο», ανέφερε ότι ο Εναγόμενος προσήλθε στο γραφείο προκειμένου να λάβει χρηματικό ποσό από την Ενάγουσα για την κάλυψη υποχρεώσεων του, η παραχώρηση του οποίου συμφωνήθηκε υπό την προϋπόθεση υπογραφής γραμματίου. Ως εκ τούτου, ο ΜΕ.1, ως διευθυντής της Ενάγουσας, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να εκδώσουν το επίδικο «γραμμάτιο», το οποίο υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο στην παρουσία δύο μαρτύρων και ακολούθως το σχετικό ποσό καταβλήθηκε σε αυτόν. Εντούτοις, μετά τη λήξη του επίδικου «γραμματίου» και την αποστολή σχετικής επιστολής, ο Εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε πληρωμή.
19. Ο ΜΕ.1 ανέφερε ότι δεν θυμάται αν ήταν παρών στις 31.10.19, ότι οι δύο μάρτυρες υπογραφής ήταν οι ΜΕ.2 και ΜΕ.3, ενώ δεν γνώριζε αν οι μάρτυρες υπογραφής υπέγραψαν το επίδικο «γραμμάτιο» ταυτόχρονα, εάν οι ΜΕ.2 και ΜΕ.3 ήταν παρούσες κατά τον χρόνο που ο Εναγόμενος υπέγραφε το επίδικο «γραμμάτιο» και ποτέ τοποθετήθηκαν τα χαρτόσημα επί του επίδικου γραμματίου. Αργότερα, βεβαίως ανέφερε ότι το επίδικο «γραμμάτιο» υπογράφηκε στην παρουσία των μαρτύρων υπογραφής. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι αναγράφονταν σε σχέση με τον τόκο, πλην όμως η σχετική πρόνοια περιλήφθηκε βάσει του νόμου. Ο ΜΕ.1 ανέφερε επιπλέον ότι πέραν της επιστολής ημερ. 14.05.20 (βλ. Τεκμήριο 2) ενόχλησαν και προφορικά τον Εναγόμενο, ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε.
20. Ακολούθως, ο ΜΕ.1 συμφώνησε ότι η Ενάγουσα είναι κτηματομεσιτική εταιρεία αλλά ότι στο καταστατικό της δεν αναφέρεται ότι δεν μπορεί να προβαίνει σε δάνειο. Προς τούτο αντίγραφο του Ιδρυτικού Εγγράφου και Καταστατικού της Ενάγουσας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 δεν θυμόταν πως ο Εναγόμενος έλαβε τα χρήματα αλλά ανέφερε ότι ο Εναγόμενος έλαβε το αξιούμενο ποσό ενώ διαφώνησε ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε αξιωματική θέση για υπογραφή διευθυντικών εγγράφων και θέση «Γενικού Διευθυντή» («General Manager»). Σε υποβολές ότι το επίδικο «γραμμάτιο» συντάχθηκε με σκοπό τη φορολογική εξυπηρέτηση της Ενάγουσας και ότι ο ΜΕ.1 και ο Εναγόμενος ήταν το κατ’ουσία διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας, ο ΜΕ.1 διαφώνησε. Ακολούθως, ανέφερε ότι η ΜΕ.3 είναι λογίστρια της Ενάγουσας και ότι δεν διατηρεί αρχείο για τα έσοδα και έξοδα της Ενάγουσας, το οποίο διατηρεί ο εξωτερικός λογιστής της Ενάγουσας. Ο ΜΕ.1 διαφώνησέ ότι ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν αφανής μέτοχος κατά 50% καθώς και ότι λόγω της ιδιότητας του αυτής εισέπραττε χρήματα. Βεβαίως, διευκρίνισε, ότι για συγκεκριμένο διάστημα δόθηκε συγκεκριμένο ποσοστό μετοχών στον Εναγόμενο, οι οποίες λήφθηκαν πίσω.
21. Ο ΜΕ.1 διευκρίνισε ότι η γνώση του σχετικά με την υπογραφή του επίδικου «γραμματίου» από τον Εναγόμενο προέρχεται από τρίτα πρόσωπα. Τέλος, διαφώνησε σε υποβολές ότι ο Εναγόμενος δεν ζήτησε και δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε χρηματική διευκόλυνση από την Ενάγουσα, ότι η Ενάγουσα δεν εκταμίευσε το ποσό των €42.750, ότι ο Εναγόμενος ποτέ δεν έλαβε τέτοιο ποσό, ότι η κατ’ισχυρισμό καταβολή του προαναφερόμενου ποσού είναι πέραν των σκοπών της Ενάγουσας, ότι το επίδικο «γραμμάτιο» παρουσιάζεται με σκοπό την απόσπαση περιουσίας από τον Εναγόμενο και ότι για το επίδικο «γραμμάτιο» δεν δόθηκε η συναίνεση του Εναγόμενου, είτε ως μέτοχος είτε αξιωματούχος είτε ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
22. Επόμενη μάρτυρας ήταν η ΜΕ.2, η οποία εργάζεται στις πωλήσεις της Ενάγουσας από το 2018. Η ΜΕ.2 αναγνώρισε το επίδικο «γραμμάτιο» (βλ. Τεκμήριο 1) και την υπογραφή της επί αυτού. Αναφορικά με τον Εναγόμενο ανέφερε ότι τον γνωρίζει, καθώς εργάζονταν αμφότεροι στην Ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένης της 31.10.19. Σε σχέση με τη υπογραφή του επίδικου «γραμματίου», ανέφερε ότι βρισκόταν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχε κληθεί, μαζί με τον Εναγόμενο, τον οποίο είδε να υπογράφει το επίδικο «γραμμάτιο». Ακολούθως, ανέφερε ότι το κλίμα στην αίθουσα συνεδριάσεων ήταν «εντάξει» και ότι υπέγραψαν «ως μάρτυρες και αυτό ήταν» στις 31.10.19.
23. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ.2 ανέφερε ότι στις 31.10.19, ενώ βρισκόταν στην υποδοχή μαζί με την ΜΕ.3, κλήθηκαν τηλεφωνικώς από τον ΜΕ.1 να μεταβούν «πάνω» στην αίθουσα συνεδριάσεων. Εκεί βρήκαν τον Εναγόμενο, υπέγραψαν ως μάρτυρες και ακολούθως αποχώρησαν. Προς τούτο, η ΜΕ.2 διευκρίνισε ότι αποτελούσε συνήθης πρακτική, αν και όχι περισσότερες από δέκα περιπτώσεις, να υπογράφουν ως μάρτυρες σε διάφορα έγγραφα, αφού είχαν πολλές συμφωνίες. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι κατά την είσοδο της στην αίθουσα συνεδριάσεων δεν βρισκόταν ο ΜΕ.1 αλλά μόνο ο Εναγόμενος. Η ΜΕ.2 επιπλέον αναφέρθηκε στη σειρά με την οποία τέθηκαν οι υπογραφές επί του επίδικου «γραμματίου», πλην όμως δεν θυμόταν ποιος τοποθέτησε τα χαρτόσημα ούτε γνώριζε ποιος προέβη στη χειρόγραφη αναγραφή της ημερομηνίας επί αυτού ενώ δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εάν είχε δει τις εν λόγω προσθήκες να γίνονται. Τέλος, η ΜΕ.2 διαφώνησε με την υποβολή ότι η υπογραφή της δεν τέθηκε στις 31.10.19 και ότι έχει οικονομικό όφελος από το επίδικο «γραμμάτιο», υπό τη μορφή διαγραφής χρέους της προς την Ενάγουσα.
24. Η Μ.Ε.3, κατά την κυρίως εξέτασή της, ανέφερε ότι εργάζεται στην Ενάγουσα από τον Οκτώβριο του 2017, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των κτηματομεσιτικών υπηρεσιών καθώς και ότι κατέχει τη θέση βοηθού λογιστηρίου. Ακολούθως, αναγνώρισε το επίδικο «γραμμάτιο» (βλ. Τεκμήριο 1) και την υπογραφή της επί αυτού, επιβεβαιώνοντας ότι το υπέγραψε στις 31.10.19. Αναφορικά με την υπογραφή του επίδικου «γραμματίου», η ΜΕ.3 ανέφερε ότι καθόταν στην υποδοχή όταν κλήθηκαν, από τον ΜΕ.1, να υπογράψουν ως μάρτυρες. Η ΜΕ.3 επιβεβαίωσε ότι είδε τον Εναγόμενο να υπογράφει το επίδικο «γραμμάτιο», παρουσία και της ΜΕ.2. Τέλος, ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπικό όφελος από την υπογραφή του επίδικου «γραμματίου».
25. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ.3 επανέλαβε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε σχετικά με την υπογραφή του επίδικου «γραμματίου» από τον Εναγόμενο και τις ΜΕ.2 και ΜΕ.3, ως μάρτυρες υπογραφής. Η ΜΕ.3 δεν θυμόταν αν ήταν παρών ο ΜΕ.1 και ποιος τοποθέτησε τα χαρτόσημα επί του επίδικου «γραμματίου». Ούτε γνώριζε ποιος προέβη στην χειρόγραφη αναγραφή της ημερομηνίας και των δυο γραμμών επί αυτού. Περαιτέρω, η ΜΕ.3 επιβεβαίωσε ότι η ίδια και η ΜΕ.2 υπέγραψαν ως μάρτυρες υπογραφής σε αρκετές περιπτώσεις, περισσότερες από δέκα. Ερωτηθείσα αν γνωρίζει τον λόγο έκδοσης και υπογραφής του επίδικου «γραμματίου», η ΜΕ.3 ανέφερε ότι ο ΜΕ.1 δάνεισε χρήματα στον Εναγόμενο και ότι επιθυμούσε να έχει κάτι χειρόγραφο που να επιβεβαιώνει ότι τα χρήματα θα του επιστρέφονταν σε κάποια φάση, χωρίς ωστόσο να θυμάται αν είχε καταχωρήσει το εν λόγω ποσό στο πρόγραμμα που διατηρούσε.
26. Η ΜΕ.3 επιβεβαίωσε ότι διατηρούσε αρχείο με κατάσταση λογαριασμού, όπου καταγράφονταν τα έσοδα και έξοδα της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου των συνεισφορών, εξόδων και προμήθειων του Εναγόμενου. Ακολούθως, η ΜΕ.3 ανέφερε ότι ο εργοδότης της ήταν ο ΜΕ.1, ο οποίος είναι ο ξάδελφος της, χωρίς να γνωρίζει την εργασιακή σχέση του ΜΕ.1 με τον Εναγόμενο, τις μεταξύ τους συμφωνίες και ποιοι ήταν μέτοχοι της Ενάγουσας. Η ΜΕ.3 αρνήθηκε ότι στο αρχείο της Ενάγουσας καταχωρούσε πληρωμές για τα μερίσματα του Εναγόμενου και εξήγησε τι ακριβώς καταχωρούσε στο σχετικό πρόγραμμα, χωρίς να θυμάται αν σ’αυτό καταγράφτηκε και το επίδικο «γραμμάτιο». Η ΜΕ.3 ανέφερε τη θέση της ως προς το πότε ο Εναγόμενος αποχώρησε από την Ενάγουσα και ότι Διευθυντής («Director») της Ενάγουσας ήταν ο ΜΕ.1 όχι ο Εναγόμενος, χωρίς να γνωρίζει αν o Εναγόμενος ήταν «Γενικός Διευθυντής» («General Manager») της Ενάγουσας. Τέλος, η ΜΕ.3 διαφώνησε σε υποβολή ότι δεν υπέγραψε το επίδικο «γραμμάτιο» στις 31.10.19 στην παρουσία του Εναγόμενου και της ΜΕ.2.
Σύνοψη μαρτυρίας του Εναγόμενου
27. Ο Εναγόμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β), όπου ανέφερε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή και το όνομα του επί του επίδικου «γραμματίου» (βλ. Τεκμήριο 1). Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι υπέγραφε συχνά έγγραφα, όπως γραμμάτια και δάνεια, ώστε το κέρδος της Ενάγουσας να μεταφέρεται από τη μια λογιστική χρονιά στην επόμενη, όταν του το ζητούσαν ο Μ.Ε.1, η Μ.Ε.3 ή άλλοι συνεργάτες της Ενάγουσας, όπως οι ελεγκτές της. Θέση του είναι ότι τα εν λόγω γραμμάτια και δάνεια ήταν εικονικά, χωρίς αληθή αιτιολογία και στην αντίληψη όλων των εμπλεκομένων χωρίς νομική ισχύ.
28. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του επί του επίδικου «γραμματίου» δεν τέθηκε στις 31.10.19 στη Λεμεσό και παρουσία δύο (2) μαρτύρων, αλλά ότι το υπέγραψε τον Φεβρουάριο του 2020, παρουσία μόνο του ιδίου και της ΜΕ.3, στη μικρή αίθουσα συνεδριάσεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το επίδικο «γραμμάτιο» του δόθηκε δακτυλογραφημένο και δεν έφερε υπογραφές, χαρτόσημα ή οτιδήποτε άλλο. Πρόβαλε επίσης τη θέση ότι οι σχέσεις του με τον ΜΕ.1 είχαν τότε ψυχρανθεί και ότι, στο πλαίσιο της διευθέτησης των οικονομικών μεταξύ τους στην Ενάγουσα, ο ΜΕ.1 πίεζε να υπογράψει, μεταξύ άλλων, το «συγκεκριμένο γραμμάτιο», πρακτική η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, αποτελούσε συνήθη πρακτική για φορολογικούς σκοπούς. Προς τούτο, διευκρίνισε ότι η υπογραφή του επί του επίδικου «γραμματίου» τέθηκε προκειμένου να μεταφέρεται το κέρδος της Ενάγουσας από τη μια λογιστική χρονιά στην επόμενη και ότι ο ίδιος, ο ΜΕ.1 και η ΜΕ.3 ουδέποτε θεωρήσαν ότι αυτό ήταν έγκυρο και εκτελεστό. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δεν του καταβλήθηκε οποιαδήποτε πληρωμή σε σχέση με επίδικο «γραμμάτιο» και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα αναφορικά με αυτό. Ακολούθως αναφέρθηκε στις περιστάσεις υπό τις οποίες έθεσε την υπογραφή του και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ζήτησε και έλαβε δάνειο από την Ενάγουσα, καθώς κάτι τέτοιο απαγορευόταν από τους σκοπούς αυτής. Επιπλέον, ανέφερε ότι ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα οποιουσδήποτε όρους δανείου ή γραμματίου και ότι ουδέποτε υπέγραφε το επίδικο γραμμάτιο με σκοπό να λάβει ή να δικαιολογήσει δάνειο από την Ενάγουσα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δεν εκταμίευσε προς όφελος του το ποσό των €42.750 και ότι η κατ’ισχυρισμό καταβολή του προαναφερόμενου ποσού στον Εναγόμενο είναι παράνομη.
29. Σε υποβολή, κατά την αντεξέταση του, ότι υπέγραψε το επίδικο «γραμμάτιο» στις 31.10.19, ο Εναγόμενος διαφώνησε. Επανέλαβε τη θέση του ότι η υπογραφή του τέθηκε, όπως και άλλες φορές σε παρόμοια έγγραφα, κατόπιν συμβουλών από τον δικηγόρο και ελεγκτή τους, προκειμένου να μεταφέρονται τα κέρδη από τη μια χρονιά στην επόμενη για να αποφεύγουν φορολογίες. Προς τούτο διευκρίνισε ότι, όταν υπήρχαν αυξημένα κέρδη, μερικές φορές χρησιμοποιούσαν γραμμάτια για να μεταφέρουν κέρδη από τη μια χρονιά στην άλλη και ότι, όταν η επόμενη χρονιά πήγαινε καλά, τα παρουσίαζαν ως «cash flow» της επόμενης χρονιάς. Σε ερώτηση κατά πόσο προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία αναφορικά με το επίδικο «γραμμάτιο» ο Εναγόμενος ανέφερε ότι προέβη σε καταγγελίες σε διάφορα μέρη, πλην όμως μέχρι τότε η Αστυνομία δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ενώ δεν γνώριζε πως δεν επρόκειτο να κινηθεί οποιασδήποτε ποινική διαδικασία. Περαιτέρω, σε ερώτηση κατά πόσο έχει στην κατοχή του άλλα γραμμάτια που υπέγραφε για τον σκοπό που ανέφερε, ο Εναγόμενος ανάφερε ότι τα διατηρούσε στο γραφείο του, αλλά μετά τη βίαια έξοδο του από το γραφείο δεν τα έχει πλέον στην κατοχή του. Ακολούθως, σε ερώτηση κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι το επίδικο «γραμμάτιο» υπογράφτηκε για το σκοπό που ανέφερε, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι δεν υφίστατο τέτοιο έγγραφο.
30. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το επίδικο «γραμμάτιο» δεν είναι πλαστογραφημένο και ότι, όταν το υπέγραψε, ήταν 40 ετών, δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε νοητικό πρόβλημα, ενήργησε με τη δική του θέληση και αφού προηγουμένως το διάβασε και αντιλήφθηκε ότι περιείχε συγκεκριμένους όρους. Προς τούτο δήλωσε ότι ήταν ο πρώτος που υπέγραψε το επίδικο «γραμμάτιο», ότι το περιεχόμενου του δεν αλλοιώθηκε και ότι, κατά τον χρόνο που το υπέγραψε, υπήρχαν τα δακτυλογραφημένα. Περαιτέρω, τόνισε ότι ουδέποτε έλαβε τα χρήματα που αφορούν το επίδικο «γραμμάτιο» και ότι, ως εκ τούτου, είναι παράνομη η αξίωση του εν λόγω ποσού από την Ενάγουσα. Προς τούτο συμφώνησε ότι δεν πλήρωσε κανένα ποσό που κατ’ισχυρισμό έλαβε με βάση το επίδικο «γραμμάτιο».
31. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, το 2019 ήταν μέτοχος της Ενάγουσας, όπως και ο ΜΕ.1, ενώ διαφώνησε σε υποβολή ότι δεν είχε καμία σχέση στη μετοχική σύνθεση της Ενάγουσας το 2019. Ειδικότερα, ανάφερε ότι ήταν «αφανής μέτοχος» της Ενάγουσας, προσδιόρισε τη χρονική περίοδο κατά την οποία διατηρούσε την εν λόγω ιδιότητα καθώς και τα τρία πρόσωπα που κατείχαν τις μετοχές του στην Ενάγουσα δυνάμει σχετικής συμφωνίας μαζί του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οποιοδήποτε έγγραφο μπορούσε να εξασφαλίσει προς απόδειξη της προαναφερθείσας θέσης του παραδόθηκε στην Αστυνομία και στον δικηγόρο του, ενώ τα λοιπά έγγραφα χάθηκαν κατά τη μεταφορά του εκτός των γραφείων της Ενάγουσας. Επιπλέον, ανάφερε ότι λάμβαναν μερίσματα από την Ενάγουσα, τα οποία φαίνονται στους λογαριασμούς στους οποίους έγιναν οι μεταφορές, ότι υπήρξε και εγγεγραμμένος μέτοχος της Ενάγουσας από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Νοέμβριο του 2016, καθώς και ότι ήταν εγγεγραμμένος ως βοηθός κτηματομεσίτης από το 2010. Ο Εναγόμενος διαφώνησε με τις υποβολές ότι η μόνη σχέση του με την Ενάγουσα ήταν η εργοδότηση του περί το 2014, ότι ουδέποτε κατείχε θέση αξιωματούχου στην Ενάγουσα και ότι το 2016 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο μετοχικό ή διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας. Τέλος, διαφώνησε σε υποβολές ότι έλαβε τα συγκεκριμένα χρήματα που αναφέρονται στο επίδικο «γραμμάτιο», ότι αυτό είναι καθ’όλα νόμιμο, νομότυπο και το υπέγραψε στην παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων και ότι ουδέποτε υπήρξε «αφανής» μέτοχος της Ενάγουσας.
32. Κατά την επεναξέταση, ο Εναγόμενος διευκρίνισε ότι προέβη σε καταγγελίες στο «Οικονομικό Έγκλημα» και στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση επ’αυτών.
33. Τέλος, κατατέθηκε, από κοινού και ως Τεκμήριο 4, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από εκτύπωση έρευνας ημερ. 12.01.26 από τον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την Ενάγουσα. Κατά την προσκόμιση της δηλώθηκε ότι τα μέρη παραδέχονται μόνο το γεγονός ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτή είναι καταχωρημένα στον Έφορο Εταιρειών και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους.
Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα
34. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των μερών, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:
(1) Η Ενάγουσα είναι κτηματομεσιτική εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 3) δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών από της 30.11.2011 με Η.Ε [ ] (βλ. Τεκμήριο 4)
(2) Ο ME.1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτο ένας εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας ενώ εγγεγραμμένος μέτοχος της Ενάγουσας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο κ. «Ι.Α» (βλ. Τεκμήριο 4). Σήμερα, ο ΜΕ.1 είναι ο μονός Διευθυντής και εγγεγραμμένος μέτοχος της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 4).
(3) Ο Εναγόμενος ήταν εγγεγραμμένος μέτοχος της Ενάγουσας για την περίοδο από Σεπτέμβριο του 2016 έως Νοέμβριο του 2016 (βλ. Τεκμήριο 4).
(4) Ο Εναγόμενος υπέγραψε πρώτος το έγγραφο που καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 1 (εφ’εξής το «επίδικο έγγραφο»), με δική του θέληση αφού προηγουμένως το διάβασε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του. Το επίδικο έγγραφο δεν είναι πλαστογραφημένο και φέρει το όνομα του Εναγόμενου.
(5) Ο Εναγόμενος, μέχρι και σήμερα, δεν κατέβαλε το ποσό που αναγράφεται στο επίδικο έγγραφο.
(6) Οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν προς τον Εναγόμενο την επιστολή ημερ. 14.05.20 (βλ. Τεκμήριο 2), με την οποία ζητούσαν την καταβολή του ποσού που αναγράφεται στο επίδικο έγγραφο.
(7) Το επίδικο έγγραφο[1] είναι δεόντως χαρτοσημασμένο.
Αξιολόγηση της μαρτυρίας & Ευρήματα Δικαστηρίου
35. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι η υπογραφή του επίδικου εγγράφου έγινε τον «Φεβρουάριο του 2020», δεν θα ληφθεί υπόψη καθώς τέτοιος ισχυρισμός, περί του χρόνου υπογραφής του επίδικου εγγράφου, δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων για να τοποθετηθούν (βλ. σχετικά Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν. Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου (2010) 1 Α.Α.Δ. 138 και Μ & TH PETROY & SONS DEVELOPERS LTD ν. ΚΟΥΚΚΟΥΛΗ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2663) και επί του επίδικου εγγράφου δεν παρατηρείται η αναγραφή ημερομηνίας «Φεβρουάριο του 2020».
36. Παρομοίως, η θέση που προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση του Εναγόμενου ότι το επίδικο έγγραφο αποτελεί προϊόν περιστάσεων που ανάγονται σε απάτη δεν δύναται να εξεταστεί με τον τρόπο που προβάλλεται, καθότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος, κατά τη μαρτυρία του, δεν ισχυρίστηκε ότι εξαπατήθηκε ή παραπλανήθηκε προκειμένου να υπογράψει το επίδικο έγγραφο, αλλά περιορίστηκε στη θέση ότι αυτό ήτο εικονικό και υπογράφηκε για φορολογικούς σκοπούς.
37. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2012, 19.04.18), ECLI:CY:AD:2018:A179. Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/11, ημερ. 31.5.17, ECLI:CY:AD:2017:A202). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, ημερ. 26.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A403).
38. Στη βάση των πιο πάνω αρχών, ως αναφέρω ανωτέρω, τυχόν μαρτυρία που προσκομίστηκε και δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ήτοι που εκφεύγει εξ ολοκλήρου των δικογραφημένων θέσεων των μερών ή επί θεμάτων που περιορίστηκαν από τους συνηγόρους, καθηκόντως θα αγνοηθεί και δεν θα τύχει περαιτέρω σχολιασμού. Ειδικότερα, αυτό που πραγματικά αποτελεί επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο το επίδικο έγγραφο όντως αποτελεί «γραμμάτιο συνήθους τύπου» με βάση το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) ή «γραμμάτιο εις διαταγή» ως διαλαμβάνει το άρθρο 83 του περί Συναλλαγματικών Νόμου (Κεφ. 262), ζήτημα επί του οποίου εκφράστηκε κρίση στην ενδιάμεση απόφαση του αδελφού Δικαστή ημερ. 07.12.21 επί της αίτησης ημερ. 03.09.20 για έκδοση συνοπτικής απόφασης.[2]
39. O ΜΕ.1, κατά την κατάθεση της μαρτυρίας του, δεν έκανε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση. Αντιθέτως είτε δεν θυμόταν τα γεγονότα προκειμένου να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, είτε απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις, επικαλούμενος ότι ήταν άσχετα με τα επίδικα θέματα, είτε παρείχε γενικές απαντήσεις. Επίσης δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ΜΕ.1, ως μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Ενάγουσας, έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας διαδικασίας, γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του.
40. Η μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου είναι περιορισμένης αποδεικτικής αξίας, εφόσον, ως ο ίδιος ανέφερε, η γνώση του προέρχεται από τρίτους. Ούτε ο ίδιος θυμόταν αν ήταν παρών κατά την υπογραφή του επίδικου εγγράφου ούτε επιβεβαίωσε τη μαρτυρία των ΜΕ.2 και ΜΕ.3 ότι τους κάλεσε τηλεφωνικώς να παρευρεθούν στην πάνω αίθουσα συνεδριάσεων για να υπογράψουν ως μάρτυρες υπογραφής του επίδικου εγγράφου. Ως εκ τούτου, τα όσα ανέφερε σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου δεν δύνανται να στηρίξουν ασφαλή ευρήματα εκ μέρους του Δικαστηρίου. Παρομοίως, η μαρτυρία του αναφορικά με τη χαρτοσήμανση του επίδικου εγγράφου δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική, καθότι δεν γνώριζε πότε ακριβώς τοποθετήθηκαν τα χαρτόσημα. Περαιτέρω, οι αναφορές του σε προφορικές οχλήσεις προς τον Εναγόμενο για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού που αφορά το επίδικο έγγραφο παρέμειναν γενικές και αόριστες.
41. Εξίσου αρνητική εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο το γεγονός, ότι ενώ αμφισβητήθηκε η καταβολή του ποσού των €42.750 στον Εναγόμενο, ο ΜΕ.1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον τρόπο με τον οποίο το προαναφερόμενο ποσό καταβλήθηκε στον Εναγόμενο. Ούτε προσκόμισε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο, όπως αρχείο εσόδων και εξόδων της Ενάγουσας, προς υποστήριξη της θέσης του ότι το εν λόγω ποσό όντως καταβλήθηκε στον Εναγόμενο. Παρομοίως, ούτε η ΜΕ.3, η οποία όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της εργάζεται ως βοηθός λογιστηρίου της Ενάγουσας, παρουσίασε σχετικό αρχείο εσόδων και εξόδων της Ενάγουσας ή άλλο λογιστικό έγγραφο προς τεκμηρίωση της εν λόγω θέσης. Η μη προσκόμιση αποδεικτικού εγγράφου, αναφορικά με την κατ’ισχυρισμό καταβολή του ποσού των €42.750 στον Εναγόμενο, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε ασφαλές εύρημα επί τούτου έχοντας υπόψη μόνο την προφορική μαρτυρία των ΜΕ.1 και ΜΕ.3.
42. Αναφορικά με τον λόγο έκδοσης του επίδικου εγγράφου, ο ΜΕ.1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος προσήλθε στο γραφείο για να λάβει χρήματα από την Ενάγουσα για κάλυψη υποχρεώσεων του, η παραχώρηση των οποίων συμφωνήθηκε υπό την προϋπόθεση υπογραφής γραμματίου. Η μαρτυρία του αυτή παρέμεινε γενική, δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε τεκμήριο ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου και ως εκ τούτου δεν παρέχει ασφαλή βάση για σχετικό εύρημα. Περαιτέρω, η ΜΕ.3 ανέφερε γενικά και αόριστα ότι τα χρήματα παραχωρήθηκαν από τον ίδιο τον ΜΕ.1 και γι’αυτό επιθυμούσε την έκδοση του επίδικου εγγράφου. Υπό τις περιστάσεις, η μαρτυρία των ΜΕ.1 και ΜΕ.3 αναφορικά με τον λόγο έκδοσης του επίδικου εγγράφου, δεν παρέχει στο Δικαστήριο επαρκή τεκμηρίωση προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τούτο. Εξίσου γενική ήταν η θέση του Εναγόμενου, ο οποίος απλώς αρνήθηκε ότι ζήτησε και έλαβε δάνειο από την Ενάγουσα καθώς κάτι τέτοιο απαγορευόταν από τους σκοπούς της. Η πιο πάνω μαρτυρία του Εναγόμενου κρίνεται ατεκμηρίωτη. Ειδικότερα, από εξέταση του Ιδρυτικού Εγγράφου και Καταστατικού της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 3), συμπεριλαμβανομένης της πρόνοιας που αφορά τον αποκλειστικό σκοπό της Ενάγουσας,[3] δεν προκύπτει οποιαδήποτε πρόνοια που να απαγορεύει ή να περιορίζει την παραχώρηση δανείων εκ μέρους της Ενάγουσας. Ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης μαρτυρίας, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Ενάγουσας δεν την απαγορεύει από την παραχώρηση δανείων.
43. Αναφορικά με το κατά πόσο το επίδικο έγγραφο αποτελεί γραμμάτιο, ως η θέση που πρόβαλε ο ΜΕ.1, παρατηρώ ότι επί του επίδικου εγγράφου αναγράφεται ο τίτλος «ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ» και υπότιτλος «Καλό για €42.750=». Περαιτέρω, από το ίδιο το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου προκύπτει ότι σε αυτό αναγράφεται το εξής απόσπασμα, το οποίο παραθέτω αυτούσιο:
«Εγώ, ο [Κ.Κ.], από την Λεμεσό με Α.Δ.Τ. [ ] με το παρόν δηλώνω ότι χρωστώ να πληρώσω σε διαταγή της εταιρείας KM FIRST CLASS HOMES LTD με αριθμό εγγραφής [ ] το πιο πάνω ποσό των €42.750 η αξία του οποίου προέρχεται από δάνειο σε μετρητά.
Το πιο πάνω ποσό αναλαμβάνω να το εξοφλήσω μέχρι την 31/03/2020.
Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής από μέρους μου, οποιασδήποτε δόσης ή μέρος αυτής περισσότερο από 7 μέρες από την λήξη της, το γραμμάτιο αυτό καθίσταται ληξιπρόθεσμο, και κάθε οφειλόμενο ποσό του αμέσως απαιτητό και πληρωτέο, πλέον τόκους προς 4% το χρόνο και σε περίπτωση αγωγής θα υποχρεούμαι να καταβάλω όλα τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα πλέον τόκους.»
44. Εντούτοις, ο προσδιορισμός του επίδικου εγγράφου, με βάση τη νομοθεσία, καθώς και η ερμηνεία των όρων αυτού αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και θα εξεταστεί στο πλαίσιο των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, ως θα αναφερθώ πιο κάτω. Παρομοίως, οι θέσεις του ΜΕ.1 ότι το επίδικο έγγραφο δεν είναι εικονικό και ότι είναι καθ’όλα νόμιμο, έγκυρο και εκτελεστό δεν συνιστούν μαρτυρία επί των πραγματικών γεγονότων αλλά ζητήματα που ανάγονται στην κρίση του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΕ.1 ότι το επίδικο έγγραφο παραδόθηκε προς όφελος της Ενάγουσας, καθότι η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου.
45. Αποδέχομαι επιπλέον τη μαρτυρία του ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της Ενάγουσας να ετοιμάσουν το επίδικο έγγραφο. Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ούτε προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία. Μάλιστα ο Εναγόμενος, στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι του παρουσιάστηκε το επίδικο έγγραφο δακτυλογραφημένο γεγονός που εξυπακούει ότι δεν το ετοίμασε ο ίδιος. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο έγγραφο ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας.
46. Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΕ.1 αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα λειτουργούσε με «αφανείς» μετόχους, τη θέση που διατηρούσε ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα και κατά πόσο το επίδικο έγγραφο υπογράφτηκε για φορολογικούς σκοπούς, θα αναφερθώ πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Παρομοίως, η θέση του ΜΕ.1 ότι η ΜΕ.3 δεν διατηρούσε αρχείο για τα έσοδα και έξοδα της Ενάγουσας θα εξεταστεί στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ.3.
47. Η ΜΕ.2 έκανε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, ως η μαρτυρία της, η μάρτυρας εργάζεται στις πωλήσεις της Ενάγουσας από το 2018, θεωρώ ότι ως μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει την αλήθεια και περιόρισε τη μαρτυρία της στα όσα πραγματικά γνώριζε. Ούτε θεωρώ ότι η μαρτυρία της κλονίστηκε επειδή η ΜΕ.3 πρόβαλε διαφορετική θέση ως προς συχνότητα με την οποία υπέγραφαν, ως μάρτυρες υπογραφής, διάφορα έγγραφα καθότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά τα επίδικα γεγονότα. Η μαρτυρία της αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της ΜΕ.3, την οποία επίσης αποδέχομαι ως αξιόπιστη ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου. Περαιτέρω, αμφότερες αναγνώρισαν τις υπογραφές τους επί του επίδικου εγγράφου, ενώ επί του ιδίου εγγράφου αναγράφεται δακτυλογραφημένα «Λεμεσός την 31/10/2019». Ειδικότερα, αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΕ.2 και ΜΕ.3 ότι στις 31.10.2019, ενώ βρίσκονταν στην υποδοχή, κλήθηκαν τηλεφωνικώς από τον ΜΕ.1 να μεταβούν στην πάνω αίθουσα συνεδριάσεων, όπου βρήκαν μόνο τον Εναγόμενο. Επίσης αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΕ.2 και ΜΕ.3 ότι ακολούθως ο Εναγόμενος υπέγραψε πρώτος το επίδικο έγγραφο, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε η υπογραφή της ΜΕ.3 ως πρώτη μάρτυρας υπογραφής και στη συνέχεια η υπογραφή της ΜΕ.2 ως δεύτερη μάρτυρας υπογραφής, οι οποίες ακολούθως αποχώρησαν από την αίθουσα συνεδριάσεων. Συνεπώς γίνονται τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, άγνωστο παραμένει στο Δικαστήριο ποιος τοποθέτησε τα χαρτόσημα επί του επίδικου εγγράφου και προέβη στην χειρόγραφη αναγραφή της ημερομηνίας «31/10/19» και των δύο γραμμών επί του επίδικου εγγράφου καθώς ουδείς μάρτυρας που κατέθεσε διαφώτισε το Δικαστήριο επί τούτου.
48. Επίσης αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ.2 ότι ο ΜΕ.1 δεν ήταν παρών στην αίθουσα συνεδριάσεων κατά την πιο πάνω υπογραφή του επίδικου εγγράφου. Η μαρτυρία της αυτή όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και παρουσιάστηκε αντίθετη μαρτυρία από οποιονδήποτε μάρτυρα. Ως εκ τούτου, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την πιο πάνω υπογραφή του επίδικου εγγράφου από τον Εναγόμενο και τους ΜΕ.2 και ΜΕ.3 στις 31.10.19 στην πάνω αίθουσα συνεδριάσεων, ο ΜΕ.1 δεν ήταν παρών.
49. Όσον αφορά την υποβολή που τέθηκε προς την μάρτυρα ότι είχε οικονομικό όφελος από την υπογραφή του επίδικου εγγράφου αναφέρω ότι μέσω μιας υποβολής προς ένα μάρτυρα, τίθεται απλά μια θέση ή ένας ισχυρισμός προς τον μάρτυρα, ο οποίος μπορεί είτε να τον αποδεχτεί, οπότε τότε καθίσταται μαρτυρία προερχόμενη από τον ίδιο τον μάρτυρα, είτε να τον απορρίψει, οπότε αυτός παραμένει ένας απλός ισχυρισμός, ο οποίος αν δεν τεκμηριωθεί αργότερα με άλλη μαρτυρία, ασφαλώς και θα παραμείνει μετέωρος (βλ. Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640). Στην προκειμένη, η ΜΕ.2 διαφώνησε στην πιο πάνω υποβολή που της τέθηκε και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι είχε οικονομικό όφελός από την υπογραφή του επίδικου εγγράφου, καθώς θα διαγραφόταν χρέος της προς την Ενάγουσα, ο οποίος ισχυρισμός παρέμεινε ατεκμηρίωτος.
50. Αναφορικά με την ΜΕ.3, η μαρτυρία της σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου, κρίθηκε αξιόπιστη για λόγους ως ανέφερα πιο πάνω. Πέραν τούτου, η μαρτυρία της δεν υπήρξε ιδιαίτερα βοηθητική ως προς τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα, καθότι παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό γενική, ατεκμηρίωτη και περιορισμένη. Περαιτέρω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία της, πέραν της εργοδότησης της στην Ενάγουσα είναι και ξαδέλφη του ΜΕ.1.
51. Για την μαρτυρία της αναφορικά με τους λόγους έκδοσης του επίδικου εγγράφου έχω ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ.1. Η μαρτυρία της αναφορικά με κατ’ισχυρισμό διατήρηση αρχείου για τα έσοδα και έξοδα της Ενάγουσας και κατά πόσο καταχωρήθηκε το ποσό, που αφορούσε το επίδικο έγγραφο, στο πρόγραμμα που κατ’ισχυρισμό διατηρούσε δεν τεκμηριώθηκε με την προσκόμιση τέτοιου αρχείου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε ασφαλές εύρημα ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω αρχείου και ειδικότερα κατά πόσο σε αυτό καταχωρήθηκε το ποσό που αφορά το επίδικο έγγραφο.
52. Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 επί τούτου ανέφερε ότι η ΜΕ.3 δεν διατηρούσε τέτοιο αρχείο με τα έσοδα και τα έξοδα της Ενάγουσας αλλά αυτό διατηρούνταν από τους εξωτερικούς λογιστές της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του αυτή δεν συνάδει με τη μαρτυρία της ΜΕ.3 και επίσης παρέμεινε ατεκμηρίωτη εφόσον δεν παρουσιάστηκε το σχετικό αρχείο των εξωτερικών λογιστών της Ενάγουσας.
53. Η μαρτυρία της ΜΕ.3 αναφορικά με το ποιοι ήταν μέτοχοι της Ενάγουσας, την εργασιακή σχέση του ΜΕ.1 και του Εναγόμενου, καθώς και για τις μεταξύ τους συμφωνίες, δεν ήταν καθόλου διαφωτιστική. Επιπλέον διαφάνηκε στο Δικαστήριο ότι η ίδια δεν γνώριζε πότε ο Εναγόμενος αποχώρησε από την Ενάγουσα προβάλλοντας διαφορετικές ημερομηνίες. Επί τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου, ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αποχώρησε τον Μάρτιο του 2020. Η μαρτυρία του αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αξιόπιστη αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος αποχώρησε από την Ενάγουσα τον Μάρτιο του 2020.
54. O Εναγόμενος δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επί ουσιωδών ζητημάτων παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό γενική και αόριστη, ενώ σε αρκετά σημεία δεν υποστηρίχθηκε από ανεξάρτητη μαρτυρία ή τεκμήρια, ως θα αναφερθώ πιο κάτω. Ειδικότερα, η θέση του Εναγομένου ότι ο ίδιος και ο ΜΕ.1 ήταν «αφανείς» μέτοχοι της Ενάγουσας κατά ποσοστό 50% έκαστος, ότι οι μετοχές του κατέχονταν από τρίτα πρόσωπα ως καταπιστευματοδόχοι και ότι λάμβανε μερίσματα και άλλα ωφελήματα υπό την ιδιότητα αυτή, δεν τεκμηριώθηκε με οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία ή τεκμήρια. Παρά τη μαρτυρία του ότι υπήρχαν σχετικά έγγραφα, ουδέν τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ούτε κλήθηκε οποιοδήποτε από τα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κατείχαν τις μετοχές του ως καταπιστευματοδόχοι, ούτε παρουσιάστηκε το κατ’ισχυρισμό αρχείο και η κατάσταση λογαριασμού που, σύμφωνα με τη θέση του, τηρούσε η ΜΕ.3 και όπου καταγράφονταν τα ποσά που του πληρωνόταν για τις κατ’ισχυρισμό μετοχές του. Ο ΜΕ.1 επί τούτου απλώς διαφώνησε ότι ο Εναγόμενος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, «αφανής» μέτοχος κατά ποσοστό 50%. Υπό τις περιστάσεις, η πιο πάνω ατεκμηρίωτη θέση του Εναγόμενου δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων επί του ισχυρισμού του αυτού.
55. Περαιτέρω, η θέση του Εναγόμενου ότι κατά το 2019 ήταν εγγεγραμμένος μέτοχος της Ενάγουσας απορρίπτεται καθότι δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Αντιθέτως, από την εκτύπωση έρευνας ημερ. 12.01.26 (βλ. Τεκμήριο 4) δεν προκύπτει ότι κατά την προαναφερθείσα περίοδο ήταν εγγεγραμμένος μέτοχος ή αξιωματούχος της Ενάγουσας. Επί τούτου, ο ΜΕ.1 διαφώνησε ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε αξιωματική θέση στην Ενάγουσα. Αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ.1 ότι ο Εναγόμενος δεν διατηρούσε αξιωματική θέση στην Ενάγουσα ως αξιόπιστη καθώς συνάδει με το περιεχόμενο της εκτύπωσης έρευνας ημερ. 12.01.26 (βλ. Τεκμήριο 4), από την οποία δεν προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος ήταν εγγεγραμμένος ως διευθυντής ή γραμματέας της Ενάγουσας. Συνεπώς γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν διατηρούσε αξιωματική θέση στην Ενάγουσα.
56. Σχετικά με την μαρτυρία του Εναγόμενου σε σχέση με την υπογραφή του επί του επίδικου εγγράφου, αποδέχομαι τη θέση του ότι το επίδικο έγγραφο του δόθηκε για υπογραφή δακτυλογραφημένο και χωρίς υπογραφές και χαρτόσημα. Η πιο πάνω θέση συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο είναι δακτυλογραφημένο, με την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ.2 και ΜΕ.3, οι οποίες υπέγραψαν το επίδικο έγγραφο μετά τον Εναγόμενο, ενώ η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του όμως ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφτηκε στην παρουσία μόνο του ιδίου και της ΜΕ.3 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η πιο πάνω εκδοχή όχι μόνο δεν συνάδει με την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ.2 και ΜΕ.3 επί τούτου, αλλά ούτε υποβλήθηκε στις εν λόγω μάρτυρες, κατά την αντεξέταση τους, προκειμένου να τοποθετηθούν.
57. Η μαρτυρία του Εναγομένου ότι το επίδικο έγγραφο είναι εικονικό και υπογράφηκε για φορολογικούς σκοπούς, προκειμένου να μεταφέρεται το κέρδος της Ενάγουσας από τη μία λογιστική χρήση στην επόμενη, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ατεκμηρίωτη. Παρομοίως, δεν τεκμηριώθηκε η θέση του Εναγόμενου ότι αποτελούσε συνήθη πρακτική να υπογράφει έγγραφα, όπως γραμμάτια ή δάνεια, για τον πιο πάνω σκοπό. Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε παρόμοιο έγγραφο το οποίο να είχε υπογραφεί από τον ίδιο στο πλαίσιο αυτής της κατ’ισχυρισμό πρακτικής, ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία από τον δικηγόρο ή τον ελεγκτή τους ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που, σύμφωνα με τη θέση του, τον συμβούλευσε να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες. Ούτε παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο προς επιβεβαίωση της θέσης του ότι είχε καταγγείλει το επίδικο έγγραφο στην Αστυνομία. Περαιτέρω, η θέση αναφορικά με την κατ’ισχυρισμό πρακτική υπογραφής εικονικών εγγράφων για φορολογικούς σκοπούς δεν υποβλήθηκε στη ΜΕ.3, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου, τηρούσε σχετικό αρχείο για τα έσοδα και έξοδα της Ενάγουσας και του ζητούσε να υπογράφει συχνά τέτοια έγγραφα. Υπό τις περιστάσεις, η πιο πάνω εκδοχή του Εναγομένου παρέμεινε απλός ισχυρισμός χωρίς την αναγκαία τεκμηρίωση και δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σημειώνεται επίσης ότι ο ΜΕ.1, στη μαρτυρία του, διαφώνησε με τη θέση ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφηκε για φορολογικούς σκοπούς. Παρομοίως, η θέση του Εναγόμενου ότι ο ΜΕ.1, στο πλαίσιο διευθέτησης των μεταξύ τους οικονομικών σχέσεων στην Ενάγουσα, τον πίεσε να υπογράψει το επίδικο έγγραφο απορρίπτεται ως γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός καθώς ο Εναγόμενος δεν εξήγησε ποια ήταν τα μεταξύ τους οικονομικά ζητήματα που έχρηζαν διευθέτησης, ενώ ούτε τέτοια θέση υποβλήθηκε στον ΜΕ.1 για να τοποθετηθεί επί αυτής.
58. Τέλος, σχετικά με την καταβολή του ποσού που αφορά το επίδικο έγγραφο, ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι του καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με το επίδικο έγγραφο. Ωστόσο, η θέση αυτή επίσης δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία ή τεκμήριο. Υπό τις περιστάσεις και η μαρτυρία του Εναγόμενου επί του ζητήματος αυτού δεν παρέχει στο Δικαστήριο ασφαλή βάση για την εξαγωγή ευρήματος ως προς το κατά πόσο του καταβλήθηκε το ποσό που αναφέρεται στο επίδικο έγγραφο.
Βάρος Απόδειξης
59. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295). Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων Η. Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (βλ. Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858).
60. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.
Νομική Πτυχή
61. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας η αξίωση της στηρίζεται σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, αξιώνει το ποσό των €42.750, δυνάμει γραμματίου συνήθους και/η κοινού τύπου και/ή γραμματίου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή διαφορετικά ονομαζόμενου εγγράφου. Σημειώνω ότι τόσο στην μαρτυρία του ΜΕ.1 όσο και στην αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας προωθείται η θέση ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου ενώ ο κ. Νεοκλέους ανέφερε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει ότι είναι γραμμάτιο ή συμφωνία αναγνώρισης οφειλής. Βεβαίως, ως ανέφερα, ο χαρακτηρισμός ενός εγγράφου και οι νομικές συνέπειες που ενέχει αποτελεί θέμα του Δικαστηρίου και όχι θέμα περιγραφής ή χαρακτηρισμού από τον διάδικο. Περαιτέρω σύμφωνα με την νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με τον χαρακτηρισμό που του αποδίδεται (βλ. Χρυσάνθου Ζήνωνας v. Χρυσούλλας Παγκρατίου (1998) 1 Α.Α.Δ 675, Αμβρόσιος Κυπριανού ν. Ευρυδίκης Βασιλείου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1320 και Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2012, ημερ. 21.12.18).
62. To άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) (εφ’εξής «ο Νόμος»), διαλαμβάνει τα εξής ως προς το τί είναι το «γραμμάτιο συνήθους τύπου»:
«78. “Γραμμάτιο συνήθους τύπου” είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ’ έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ’ αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.
Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται “οφειλέτης χρέους” ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται “πιστωτής”.»
63. Σε περιπτώσεις όπου ένα έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 78 του Νόμου τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Νόμου[4] που προνοούν ότι το περιεχόμενο του γραμματίου συνήθους τύπου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και επιτρέπονται μόνο συγκεκριμένες υπερασπίσεις.
64. Στην απόφαση Φούλη ν. Μιχαήλ (2005) 1 Α.Α.Δ. 1144, συνοψίσθηκαν οι σχετικές αρχές και λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το γραμμάτιο συνήθους τύπου έχει πολλά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενό του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό. Ακόμα, από τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ. 15, παρεχόταν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος για σκοπούς αγωγής πάνω σ' αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια. Αυτά τα πλεονεκτήματα έφεραν την ανάγκη όπως οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απόλυτα (Papastratis v. Economou (1970) 1 C.L.R. 11, Παύλου κ.ά. ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 483. Βλέπε ακόμα άρθρα 79 και 80 του Κεφ. 149)».
65. Περαιτέρω, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις γραμματίων συνήθους τύπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη, στο γραμμάτιο, αντιπαροχή.[5] Σχετική είναι η απόφαση Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη (2012) 1 Α.Α.Δ. 1694, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου (1971) 1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 733.»
66. Οι πιο πάνω αρχές επανεπιβεβαιώθηκαν στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε (βλ. Δημητρίου (ανωτέρω), Κυριάκου ν. Αναστασίου (2013) 1 Α.Α.Δ. 148 και Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου (2016) 1 A.A.Δ. 664) αλλά και πρόσφατα από το Εφετείο (βλ. Ανδρέα Αντωνίου κ.ά. ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 154/18, ημερ. 20.03.24 και Στέλιος Στυλιανού ν. Σπύρου Αριστείδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/19, ημερ. 10.09.25).
67. Αναφορικά με το ζήτημα ότι σε γραμμάτιο συνήθους τύπου πρέπει να ορίζονται πλέον τόκοι κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ’ έτος, παρατηρώ ότι δεν προσδιορίζεται ρητά από τον νομοθέτη κατά πόσο ο τόκος αυτός πρέπει να τρέχει από την ημερομηνία υπογραφής του γραμματίου ή κατά πόσο δύναται να είναι πληρωτέος μόνο σε περίπτωση μη εξόφλησής του. Από έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτουν διιστάμενες πρωτόδικες προσεγγίσεις επί του ζητήματος αυτού. Ειδικά από τη μια σχολή αδελφοί Δικαστές θεωρούν ότι αν στο έγγραφο προκύπτει ότι ο τόκος θα είναι πληρωτέος μόνο σε περίπτωση μη εξόφλησης του γραμματίου τότε αυτό δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου καθώς στο άρθρο 78 του Νόμου γίνεται αναφορά σε τόκο από την ημέρα της υπογραφής του γραμματίου και όχι από οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο αφού προνοείται «πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο ... ποσού χρημάτων, πλέον τόκο ...» και δεν εναπόκειται στον πιστωτή να αναφέρει ότι η πρόνοια για τόκο αφορά σε δικό του ευεργέτημα το οποίο μπορεί να αποποιηθεί (βλ. Karagiorgis TechnoPro Ltd κ.α v. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 3803/12 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 07.01.16,[6] Μίμης Γ. Ιωακειμ Λτδ ν. Πανίκος Χρίστου Παναγιώτου, Αγωγή Αρ. 162/16 Ε.Δ Λάρνακας, ημερ. 28.02.18 και Χριστάκη Πατούνα ν. Ηλιάνα Αριστείδου, Αγωγή Αρ. 5721/10 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 28.07.17). Στην πιο πάνω σχολή σκέψης αναφορικά με το ζήτημα του τόκου προκύπτει ότι οδηγήθηκε και ο αδελφός Δικαστής στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 07.12.21 στα πλαίσια αίτησης ημερ. 03.09.20 για έκδοση συνοπτικής απόφασης στην υπό κρίση αγωγή. Από την αντίθετη σχολή, αδελφοί Δικαστές θεωρούν ότι η διατύπωση του άρθρου 78 δεν εξυπακούει ότι ο τόκος που προνοείται θα πρέπει να υπολογίζεται από την ημερομηνία υπογραφής του εγγράφου και δεν αποκλείεται ο καθορισμός μηδενικού επιτοκίου (βλ. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED v. KΑΡΤΑΜΠΗΣ, Αγωγή Αρ. 2652/19 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 03.02.21 και F.V. v. Ι.Κ., Αγωγή Αρ. 1631/15 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 30.12.22). Στην υπόθεση F.V (ανωτέρω) μάλιστα έγινε αναφορά στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω) όπου ο εφεσίβλητος υπέγραψε δύο γραμμάτια για το συνολικό ποσό των ΛΚ53,800, τα οποία ήταν πληρωτέα διά δόσεων και όπου στα δύο έγγραφα καθορίζεται τόκος 8% ετησίως σε περίπτωση καθυστέρησης οιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής. Βεβαίως, στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω) αν και δεν παρατίθεται το ακριβώς λεκτικό του εγγράφου και δεν εξετάστηκε ειδικά το ζήτημα αυτό σε σχέση με τον τόκο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω έγγραφα είχαν όλα τα χαρακτηριστικά γραμματίου συνήθους τύπου και εξέδωσε απόφαση υπέρ του Εφεσείοντα. Επί του εγειρόμενου ζητήματος, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εντοπίστηκε από το ίδιο οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου η οποία να ενασχολείται ρητά με το συγκεκριμένο ζήτημα.
68. Σε σχέση με το «γραμμάτιο εις διαταγήν» («promissory note»), το άρθρο 83 (1) του περί Συναλλαγματικών Νόμου (Κεφ. 262) (εφ’εξής «το Κεφ. 262») προνοεί ότι:
«83.-(1) Γραμμάτιο σε διαταγή είναι η χωρίς όρους γραπτή υπόσχεση που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο υπογεγραμμένη από τον εκδότη ο οποίος υπόσχεται να πληρώσει, εν όψει ή σε ορισμένο ή προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο, ορισμένο ποσό χρημάτων σε ορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή ορισμένου προσώπου ή στον κομιστή».
69. Περαιτέρω, το άρθρο 89 (1) του Κεφ. 262 προνοεί ότι τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους του Κεφ. 262 αναφορικά με γραμμάτια σε διαταγή και εκτός όπως προνοείται από το άρθρο αυτό, οι διατάξεις του Κεφ. 262 που αφορούν συναλλαγματικές εφαρμόζονται, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις, σε γραμμάτια σε διαταγή. Προς τούτο και σύμφωνα με τη νομολογία απαραίτητη προϋπόθεση εγκυρότητας της συναλλαγματικής είναι η υπογραφή του εκδότη αυτής (βλ. D & G Products Ltd v. Πάμπου άλλως Χαραλάμπου Αναστασίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 1400 και Χριστόφορος Χριστοφορίδης ν. Χρυσόστομου Τσίτσιου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Σάββα Κωνσταντινίδη (2009) 1 Α.Α.Δ. 1292).
Συμπεράσματα Δικαστηρίου
70. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση του εναντίον του Εναγόμενου.
71. Το πρώτο κρίσιμο ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το επίδικο έγγραφο αποτελεί «γραμμάτιο συνήθους τύπου» κατά την έννοια του άρθρου 78 του Νόμου. Εξετάζοντας το Τεκμήριο 1, διαπιστώνω ότι στην όψη του περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία που απαιτούνται από το εν λόγω άρθρο. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος, ο οποίος το υπέγραψε, δήλωσε ότι χρωστά να πλήρωσει εις διαταγή της Ενάγουσας το ποσό των €42.750, το οποίο προέρχεται από δάνειο σε μετρητά και ανέλαβε να το εξοφλήσει μέχρι την 31.03.2020. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής το οφειλόμενο ποσό καθίσταται άμεσα απαιτητό και πληρωτέο πλέον τόκους προς 4% ετησίως και δικηγορικών και δικαστικών εξόδων σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Παρατηρώ ότι, παρότι στο επίδικο έγγραφο γίνεται αναφορά σε καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, δεν προβλέπεται αλλού αποπληρωμή του ποσού διά δόσεων. Η αναφορά αυτή δεν επηρεάζει την κατάληξη του Δικαστηρίου, εφόσον το ποσό της οφειλής και ο χρόνος εξόφλησής της προσδιορίζονται με σαφήνεια στο ίδιο το έγγραφο.
72. Αναφορικά με το ζήτημα ότι ο συμφωνημένος τόκος καθίσταται πληρωτέος μόνο σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής και όχι από την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 1, υιοθετώ την προσέγγιση της δεύτερης σχολής των πρωτόδικων αποφάσεων, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Από την διατύπωση του άρθρου 78 του Νόμου δεν διαφαίνεται να απαιτεί ρητά όπως ο τόκος υπολογίζεται από την ημερομηνία έκδοσης του γραμματίου, ούτε αποκλείει τη συμφωνία τόκου καταβλητέου σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. Περαιτέρω, δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε δεσμευτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου η οποία να καταλήγει ρητά στο αντίθετο συμπέρασμα. Αντιθέτως, στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω), παρότι δεν εξετάστηκε ειδικά το ζήτημα αυτό, κρίθηκε ότι έγγραφα τα οποία προνοούσαν τόκο σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής έφεραν τα χαρακτηριστικά γραμματίου συνήθους τύπου.
73. Υπό το φως των πιο πάνω, καθώς και των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφηκε από τον Εναγόμενο στην παρουσία δύο μαρτύρων, ήτοι των ΜΕ.2 και ΜΕ.3, για τις οποίες δεν αμφισβητήθηκε ούτε προέκυψε οποιοδήποτε ζήτημα ως προς την ικανότητά τους προς το συμβάλλεσθαι[7], ότι καθορίζεται συγκεκριμένο ποσό χρημάτων, συγκεκριμένος χρόνος εξόφλησης, η αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση, καθώς και τόκος εντός του ανώτατου ορίου που προβλέπει το άρθρο 78 του Νόμου, κρίνω ότι το Τεκμήριο 1 πληροί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Νόμου και συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου.
74. Επί τούτου, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 07.12.21 στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 03.09.2020 για έκδοση συνοπτικής απόφασης στην υπό κρίση αγωγή, όπου ο αδελφός Δικαστής έκρινε ότι το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ωστόσο, η εν λόγω κρίση διατυπώθηκε στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι κατά την τελική εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Το παρόν Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος έχοντας ενώπιόν του πλέον το σύνολο της μαρτυρίας, των τεκμηρίων και των νομικών επιχειρημάτων των διαδίκων και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 αναφέρθηκε ότι: «[…]Δεδικασμένο μπορεί να προκύψει μόνο από δεσμευτική απόφαση του Δικαστηρίου, καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς, όπως προσδιορίζεται από τη δικογραφία (βλ., μεταξύ άλλων, Theori and Another v. Djoni and Another (1984) 1 C.L.R. 296, και Nicolaides v. Yerolemi (1984) 1 C.L.R. 742)». Υπό τις περιστάσεις, η πιο πάνω ενδιάμεση κρίση φρονώ ότι δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο.
75. Με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου κατά τη έννοια του άρθρου 78 του Νόμου, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Νόμου. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτό και το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον Εναγόμενο να αποδείξει τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 80 του Νόμου (βλ. Λοΐζος Λοϊζίδης ν. Ανδρέα Τσιακλή κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1418). Ειδικότερα, ο Εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.
76. Στην υπό κρίση αγωγή, ο Εναγόμενος ούτε προέβαλε ούτε απέδειξε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω υπερασπίσεις. Αντιθέτως, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 1 με δική του θέληση, αφού προηγουμένως το διάβασε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του, γεγονός που αποκλείει οποιοδήποτε ζήτημα εξαναγκασμού ή απάτης κατά την έκδοση του. Περαιτέρω, ο ίδιος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η έκδοση του Τεκμηρίου 1 επιτεύχθηκε συνεπεία απάτης ή εξαναγκασμού ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη ή εξαναγκασμό. Αντιθέτως, η θέση του περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι το επίδικο έγγραφο ήταν εικονικό και υπογράφηκε για φορολογικούς σκοπούς, ισχυρισμός ο οποίος, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος και ατεκμηρίωτος. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις του άρθρου 80 του Νόμου.
77. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η αξίωση της Ενάγουσας, ως εδράζεται στο Τεκμήριο 1, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς, δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €42.750, το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει ανεξόφλητο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 1, η Ενάγουσα δικαιούται τόκο προς 4% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 08.04.20, ήτοι μετά την παρέλευση επτά ημερών από τη λήξη του γραμματίου στις 31.03.20. Ο Εναγόμενος, επιπλέον, σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 1, υποχρεούται να καταβάλει τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα που προέκυψαν συνεπεία της λήψης δικαστικών μέτρων για την είσπραξη του πιο πάνω ποσού.
Κατάληξη
78. Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €42.750 πλέον τόκο προς 4% ετησίως από 08.04.2020 μέχρι εξοφλήσεως.
79. Επιπλέον, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Actions /Final
(Αναφορά: Πολιτική – γραμμάτιο).
[1] Πρωτότυπο του οποίου βρίσκεται εντός του δικαστικού φακέλου ως Τεκμήριο 1 στην Σ.Ε.Δ. ημερ. 04.06.21, στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 03.09.20 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου.
[2] Βλ. σχετικά σελίδες 20 – 21 της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 07.12.21.
[3] Βλ. σχετικά Άρθρο 3 του Ιδρυτικού Εγγράφου της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 3).
[4]«80. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.»
[5] Προς τούτο μαρτυρία η οποία έχει ως στόχο να αντικρούσει την αλήθεια του περιεχομένου γραμματίου συνήθους τύπου δεν είναι αποδεκτή (βλ. Keziban Raif v. Enver Dervish (1971) 1 CLR 158).
[6] Το έγγραφο του όποιου στην εκεί πρωτόδικη απόφαση έχει παρόμοιο λεκτικό με το επίδικο έγγραφο όσο αφορά τον τόκο όπου προνοεί ότι: «Σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής οιασδήποτε των προαναφερομένων δόσεων ή/και μέρος αυτής για διάστημα πέραν των επτά (7) ημερών από την ημερομηνία που αυτή καταστεί πληρωτέα, και/ή εις περίπτωση που οποιοδήποτε από τις πιο πάνω επιταγές δεν τιμηθεί, το παρόν γραμμάτιο καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και παν οφειλόμενο ποσό του θα είναι πληρωτέο με τόκο προς 7%ν από την ημέρα καθυστερήσεως και σε περίπτωση αγωγής, υποχρεούμαστε να καταβάλουμε όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα».
[7] Βλ. επίσης σελ. 9 Γραπτής Αγόρευσης του Εναγόμενου όπου είναι παραδεκτό το γεγονός ότι οι ΜΕ.2 και ΜΕ.3 είναι ενήλικες με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο