ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Aγωγής: 2627/2018
Μεταξύ:
1. STASENIA INVESTMENTS LIMITED, από τη Λεμεσό
2. ΠΕΤΡ ΖΑΙΤΣΕΒ, από τη Ρωσία νυν κάτοικος Λεμεσού
3. ΑΝΤΩΝΗ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ, από τη Λεμεσό
Εναγόντων
και
1. ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΛΕΜΕΣΟΥ, από τη Λεμεσό
2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ, από τη Λεμεσό
3. ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από τη Λεμεσό
4. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ, από τη Λεμεσό
5. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, από τη Λεμεσό
6. ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΑΡΜΕΥΤΗΣ, από τη Λεμεσό
7. ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, από τη Λεμεσό
8. ΛΕΥΚΙΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, από τη Λεμεσό
Εναγόμενων
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αίτηση για Ασφάλεια Εξόδων ημερομηνίας 15/10/2025 εκ μέρους των Εναγόμενων αρ. 1 - 8 – Αιτητών.
Ημερ.: 29/06/2026.
Εμφανίσεις:
Για τους Εναγόμενους αρ. 1 - 8 – Αιτητές : κ. Στ. Βασιλακκάς για κ.κ. Ε. Φλουρέντζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Ενάγοντες αρ.1 – Καθ’ ων η Αίτηση: κα Λ. Φουττή για κ.κ. A.G. Erotocritou LLC.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Εναγόμενοι αρ. 1 - 8 – Αιτητές, με την παρούσα αίτηση αξιώνουν από το Δικαστήριο τις κάτωθι θεραπείες:
“(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Ενάγουσα 1 (Καθ’ ης η Αίτηση), όπως εντός 30 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος και/ή σε οποιοδήποτε άλλο χρονικό διάστημα ήθελε το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο παράσχει εγγύηση και/ή ασφάλεια για τα έξοδα των Εναγόμενων (Αιτητών στην παρούσα) στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, η οποία να ανέρχεται στο ποσό των €45,754.84 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο ή εύλογο, δια της κατάθεσης του εν λόγω ποσού ως μετρητά στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και/ή δια της παράδοσης τραπεζικής εγγύησης.
(Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή κάθε διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή έως ότου καταβληθεί η εξαιτούμενη ασφάλεια από την Ενάγουσα 1 (Καθ’ ης η Αίτηση), σύμφωνα με την παράγραφο (Α) ανωτέρω.
(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται ότι σε περίπτωση που η πιο πάνω ασφάλεια για τα έξοδα δεν παρασχεθεί εντός της καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση της Ενάγουσας 1 θα θεωρείται απορριφθείσα με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων (Αιτητών στην παρούσα), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα παραμείνει προς εκδίκαση η απαίτηση του Ενάγοντα 3 εναντίον των Εναγόμενων καθώς και η ανταπαίτηση των Εναγόμενων.
[…..]”
Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 382 του περί εταιρειών Νόμου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.15, Θ.3, Δ.39, Δ.48, Θ.1,2,3,9 και 9(t), Δ.59, Δ.60, Θ.1,5 και 6, στη Δ.64, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια, τη γενική και/ή σύμφυτη εξουσία και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Κυριάκου Φυρίλλα, γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 και εξουσιοδοτημένου από όλους τους Εναγόμενους.
Ο εν λόγω ενόρκως δηλών αναφέρει, ότι αρχές Σεπτεμβρίου 2025, διαπίστωσε ότι από το 2018, η Καθ’ ης η Αίτηση, δεν παρουσιάζει καμία οικονομική δραστηριότητα στο χώρο των σκοπευτηρίων και της σκοποβολής που είναι και τα βασικά αντικείμενα της εργασίας της. Περαιτέρω, ρωτώντας και διάφορους σκοπευτές, αθλητές σκοποβολής και παράγοντες σκοποβολής διαπίστωσε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν διεξάγει πλέον οποιεσδήποτε εργασίες ή επαγγελματικές δραστηριότητες και δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία. Ο Ενάγοντας 2 έχει απωλέσει την εργασία του στην Κύπρο καθότι εργαζόταν στη ρωσική τράπεζα RCB, που έκλεισε. Οι μέτοχοι της Καθ’ ης η Αίτηση είναι ο Ενάγοντας 2 και υιός του Ενάγοντα 3 και δεν συνεισφέρουν οικονομικά στην Καθ’ ης η Αίτηση για τακτοποίηση των υποχρεώσεων της προς τον έφορο εταιρειών ή προς το κράτος ή για οποιαδήποτε άλλη οφειλή.
Ενημέρωσε σχετικά τους Αιτητές και η Αιτήτρια 1 του έδωσε εντολή να προβεί σε οικονομική έρευνα της Καθ’ ης η Αίτηση. Από την έρευνα του στο διαδίκτυο, την οποία επικαιροποίησε πριν προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, διαπίστωσε ότι η Καθ’ ης η αίτηση:
- Έλαβε 3μηνη προειδοποίηση για διαγραφή της από το μητρώο του εφόρου εταιρειών στις 19/02/2021 (βλ. τεκμήριο 2).
- Δεν κατέβαλε ως όφειλε το ετήσιο τέλος στον έφορο εταιρειών για τα έτη 2019 μέχρι 2023 (βλ. τεκμήριο 3).
- Από την ημερομηνία εγγραφής της, 07/10/2014, δεν υπέβαλε τις Ετήσιες εκθέσεις ΗΕ32, οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να συνοδεύονται και από τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση (βλ. τεκμήριο 4). Εξ’ όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η παράλειψη της Καθ’ ης η αίτηση είναι ένδειξη ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει συντάξει τις οικονομικές της καταστάσεις για κανένα έτος. Παράλειψη από οντότητα να υποβάλει εμπρόθεσμα την ετήσια έκθεση της υπόκειται σε εφάπαξ χρηματική επιβάρυνση και σε περαιτέρω χρηματική επιβάρυνση για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης και το μέγιστο συνολικό ποσό των €150. Με βάση τα πιο πάνω έχουν τουλάχιστον €800 επιβάρυνση για την Καθ’ ης η Αίτηση για τα έτη 2021 – 2024, η οποία δεν έχει ακόμη καταβληθεί, γεγονός που καταδεικνύει την οικονομική αδυναμία της Καθ’ ης η Αίτηση να καταβάλει ένα σχετικά πολύ μικρό ποσό σε σύγκριση με την απαίτηση της.
Εξ’ όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Αιτητών, το κόστος για τη σύνταξη και επικαιροποίηση των οικονομικών καταστάσεων και εκθέσεων της Καθ’ ης η Αίτηση είναι σημαντικό και μπορεί να ανέλθει σε αρκετές χιλιάδες, αλλά μικρό σε σύγκριση με την απαίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση.
- Για την κινητή περιουσία της Καθ’ ης η Αίτηση, η οποία εγκαταλείφθηκε απροστάτευτη στο χώρο του Διεθνούς Σκοπευτηρίου Λεμεσού, αυτή έγινε αντικείμενο κλοπής και παρά τη σχετική ενημέρωση προς την Καθ’ ης η Αίτηση, κανένα μέτρο δε λήφθηκε και ως εκ τούτου πλέον δεν υπάρχει.
Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι τα έξοδα ύψους €6,800 περίπου για τις δύο Αιτήσεις διαγραφής ημερομηνίας 06/04/2021 καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα 2, χωρίς καμία συνεισφορά από την Ενάγουσα 1, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν έχει τη δυνατότητα καταβολής οποιουδήποτε ποσού.
Υπό το φως των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι καθίσταται εμφανές και αδιαμφισβήτητο ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αντιμετωπίζει απλά μια προσωρινή οικονομική στενότητα ή δυσχέρεια αλλά έχει πλέον καταστεί πλήρως αφερέγγυα και πως η περιουσία της δεν επαρκεί για να αγοράσει υπηρεσίες με σκοπό τη συμμόρφωση της με τις υποχρεώσεις προς τον έφορο εταιρειών. Πιθανόν να υπάρχουν και οφειλές προς στο φόρο εισοδήματος και στο Φ.Π.Α., αφού δεν έχουν συνταχθεί οι οικονομικές καταστάσεις για να εξαχθούν σχετικά συμπεράσματα.
Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, η εκφρασθείσα θέση του ενόρκως δηλούντα, είναι ότι υπάρχει εύλογη ανησυχία ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει και εξοφλήσει τα δικηγορικά έξοδα που θα επιδικαστούν υπέρ των Αιτητών, σε περίπτωση απόρριψης της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής της Καθ’ ης η Αίτηση εναντίον των Αιτητών.
Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλούντας αναφέρεται στο ύψος των υπολογιζόμενων εξόδων και επισυνάπτει προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων.
Όσον αφορά το χρόνο που η παρούσα Αίτηση καταχωρείται, αναφέρεται ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση των Αιτητών αρχές του Σεπτεμβρίου του 2025 και αμέσως προωθήθηκε η παρούσα Αίτηση. Δεν ήταν εύλογο να διαπιστωθεί η οικονομική κατάσταση της Καθ’ ης η Αίτηση σε προγενέστερο χρόνο.
Η πιο πάνω Αίτηση των Αιτητών, συνάντησε την ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε γραπτώς στις 23/03/2026 και με την οποία προβάλλει 10 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ακολούθως:
« 1. Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα των Αιτητών και/ή κατέχουν περιουσία και/ή δεν είναι αφερέγγυοι.
2. Δεν υπάρχει κίνδυνος οι Αιτητές να μην πληρωθούν τα έξοδα τους σε περίπτωση επιτυχίας τους στην Αγωγή και/ή η Αγωγή προωθείται και εναντίον δύο φυσικών ημεδαπών προσώπων τα οποία έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, περιλαμβανομένης ακίνητης ιδιοκτησίας και τα οποία δύνανται να πληρώσουν τυχόν έξοδα επιδικαστούν υπέρ των Αιτητών.
3.Η Αίτηση αποτελεί καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή ανεπίτρεπτη προσπάθεια των Αιτητών να εκμεταλλευτούν τη ζημιά που έχουν οι ίδιοι προκαλέσει στους Καθ’ ων η Αίτηση για να εμποδίσουν τους Καθ’ ων η Αίτηση από του να προωθήσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο και/ή για να εκτροχιάσουν τη διαδικασία.
4.Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα συνιστούσε παραβίαση των δικαιωμάτων των Καθ’ ων η Αίτηση και/ή του δικαιώματος τους για πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
5.Η Αίτηση προωθείται με υπερβολική καθυστέρηση και/ή σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας χωρίς καμία δικαιολογία και/ή χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
6. Η Αγωγή και/ή η απαίτηση των Καθ’ ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών έχει καλές και/ή εύλογες και/ή αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας και ουδεμία διαταγή εξόδων αναμένεται να εκδοθεί σε βάρος των Αιτητών.
7. Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος και/ή δεν έχουν στοιχειοθετήσει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι ανίκανοι και/ή ότι συντρέχουν εύλογες υποψίες μη ικανοποίησης τυχόν διαταγής ως προς τα έξοδα υπέρ των Αιτητών.
8.Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία σε σχέση με την έκδοση διατάγματος καταβολής ασφάλειας εξόδων και/ή δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος.
9.Το ποσό που αιτούνται οι Αιτητές είναι έκδηλα υπερβολικό και/ή διογκωμένο και/ή αστήρικτο και/ή αδικαιολόγητο και δεν συνάδει με τα δικαιώματα που προβλέπονται από τη νομοθεσία και/ή υπολογίζονται από τα Πρωτοκολλητεία και/ή εγκρίνονται από το Δικαστήριο.
10.Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Αντώνη Νικολαϊδη, διευθυντή της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας και Ενάγοντα 3.
H θέση που προβάλλεται είναι ότι δεν υπάρχει καμία ανησυχία μη ανάκτησης των εξόδων των Αιτητών σε περίπτωση επιτυχίας τους στην Αγωγή, αφού η αγωγή εγείρεται εναντίον τριών ημεδαπών προσώπων που κατέχουν περιουσία στην Κύπρο.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται, ότι τόσο ο ενόρκως δηλούντας όσο και ο Ενάγοντας 2 έχουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία αξίας στην Κύπρο, περιλαμβανομένης ακίνητης περιουσίας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των εξόδων των Αιτητών. Απορρίπτεται η θέση ότι ο Ενάγοντας 2 απώλεσε την εργασία του και δεν έχει εισοδήματα. Αυτός έχει εργοδοτηθεί από τρίτο πρόσωπο και λαμβάνει εισόδημα. Κατά συνέπεια, τόσο ο ίδιος όσο και ο Ενάγοντας 2 είναι σε θέση να καταβάλουν τα έξοδα των Αιτητών αν χρειαστεί. Σημειώνεται ότι τα έξοδα των δύο αιτήσεων που επιδικάστηκαν υπέρ των Αιτητών καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα 2, ο οποίος είναι ένας εκ των δύο μετόχων της Ενάγουσας 1, ο οποίος είναι σε θέση να την στηρίξει οικονομικά εάν αυτό καταστεί αναγκαίο.
Όσον αφορά την Ενάγουσα 1, η θέση είναι ότι δεν είναι αφερέγγυα αφού κατέχει περιουσιακά στοιχεία. Ειδικότερα, η Ενάγουσα 1 κατέχει κινητή περιουσία, η αξία της οποίας ξεπερνά το ποσό των €315,000 και προς τούτο επισυνάπτεται κατάσταση αυτής ως τεκμήριο 1, η οποία ετοιμάστηκε και επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα ημερομηνίας 26/11/2018 προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η κινητή περιουσία της Ενάγουσας 1 δήθεν εγκαταλείφθηκε απροστάτευτη στο χώρο του Διεθνούς Σκοπευτηρίου Λεμεσού και κλάπηκε και άρα δεν υπάρχει, αυτός δεν ευσταθεί. Η κινητή περιουσία της Ενάγουσας 1, περιλαμβανομένου του εξοπλισμού σκοπευτηρίου μεγάλης αξίας παρέμεινε μέσα στις εγκαταστάσεις του σκοπευτηρίου, μετά την βίαιη είσοδο σε αυτό από τους Αιτητές. Η περιουσία ουδέποτε εγκαταλείφθηκε και όσες φορές παρουσιάστηκαν στο σκοπευτήριο για να την παραλάβουν, ουδέποτε οι Αιτητές τους την παράδωσαν.
Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί δήθεν κλοπής της περιουσίας της Ενάγουσας 1 από τρίτα πρόσωπα απορρίπτονται. Ο χώρος του σκοπευτηρίου φυλασσόταν αρχικά από τους φρουρούς των Αιτητών και στη συνέχεια από τους ίδιους τους Αιτητές που έλαβαν κατοχή. Ο δε εξοπλισμός είναι εξειδικευμένος και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και ενδεχόμενης παράνομης πώλησης του από τρίτα πρόσωπα. Εάν η κινητή αυτή περιουσία δεν είναι πλέον στις εγκαταστάσεις του σκοπευτηρίου, την ευθύνη έχουν οι Αιτητές οι οποίοι έλαβαν με τη βία την κατοχή των εγκαταστάσεων, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής.
Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας 1 που παρέμειναν μέσα στο Σκοπευτήριο και τα οποία ουδέποτε κατάφεραν να ανακτήσουν είναι και τα λογιστικά αρχεία, βιβλία, αποδείξεις και άλλα έγγραφα που αφορούν την Ενάγουσα 1. Για αυτόν το λόγο, δεν κατέστη δυνατή η ετοιμασία και καταχώρηση οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας από το χρόνο που οι Αιτητές εισέβαλαν με τη βία στις εγκαταστάσεις του Σκοπευτηρίου. Πριν από αυτό το γεγονός οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 ετοιμάζονταν από τον λογιστή. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Ενάγουσα 1 είναι αφερέγγυα επειδή δεν έχει προχωρήσει στην ετοιμασία και καταχώρηση οικονομικών καταστάσεων απορρίπτεται. Για τον ίδιο λόγο απορρίπτεται και ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα 1 είναι αφερέγγυα επειδή δήθεν έχει οφειλές στον έφορο εταιρειών και σε άλλες αρχές.
Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η Αγωγή έχει αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας, διότι είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα ανέλαβε τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου Λεμεσού και ότι η Ενάγουσα έχασε την κατοχή του με τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 2018 και ότι μέσα στο Σκοπευτήριο παρέμεινε κινητή περιουσία των Καθ’ ων η Αίτηση. Το Αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας αφορά τις ζημιές που υπέστη ένεκα της απώλειας κατοχής της διαχείρισης του Σκοπευτηρίου, περιλαμβανομένης της περιουσίας που παρέμεινε μέσα σε αυτό, καθώς και των εξόδων στα προέβη κατά τη διάρκεια της διαχείρισης.
Η παρούσα Αίτηση προωθείται πολύ καθυστερημένα, δηλαδή 7 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής και τα γεγονότα τα οποία οι Αιτητές αναφέρουν χρονολογούνται από την καταχώρηση της Αγωγής και προηγουμένως. Αυτό καταδεικνύει στην ουσία τους καταχρηστικούς σκοπούς της Αίτησης και τη μη γνήσια πρόθεση των Αιτητών και δεν υπάρχει καμία εύλογη ανησυχία από πλευράς των Αιτητών για μη καταβολή ανάκτησης τυχόν διαταγής εξόδων υπέρ τους.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν καταχωρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι προβήκαν και σε διευκρινήσεις προφορικά. Οι εν λόγω αγορεύσεις, γραπτές και προφορικές, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτές. Αναφορά στις θέσεις των διαδίκων θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης αν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Η Διαταγή 60, Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως:
« A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.»
Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω Κανονισμού και συγκεκριμένα από τη λέξη «may» σε αυτό, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Alahmari v. Αlia the Royal Jordanian Airline (1990) 1 Α.Α.Δ. 434, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος ‘may’ (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60, κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury’s Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384 - 385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχήν δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του.»
Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στην Elena Charalambous – Stejaru v. Aρέστη Χαραλάμπους Ιωάννου (2002) 1Β Α.Α.Δ 906 και Hampton Advisory Group S.A. v. 1. Bost Ad κ.α (2011) 1Β Α.Α.Δ. 1416.
Περαιτέρω, στην Julie Bibbs v. 1. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 111/2014, Ημερ. 15/01/2015 έχει αποφασιστεί ότι η Δ.60, Θ.1 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων μόνο εναντίον προσώπων, τα οποία δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Tariq Rashid v. Άλκης Παπορη, (2012) 1 Α.Α.Δ. 2710 λέχθηκε ότι στην περίπτωση που ο εφεσίβλητος - αιτητής αμφισβητεί το τόπο διαμονής του εφεσείοντα, ο ίδιος έχει το βάρος απόδειξης του τόπου διαμονής του εφεσείοντα, εκτός Κύπρου και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς επίσης και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1314 και Λεωνίδα Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Xρ. Ιωάννου & Υιοι (Υποδήματα) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 66/2013, Ημερομηνίας 30/01/2015).
Θα πρέπει να εξετάζεται αρχικά κατά πόσο ο ενάγοντας έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης έτσι ώστε να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων, δυνάμει της Δ.60 και ακολούθως κατά πόσο στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και ιδιαίτερα ακίνητης περιουσίας καθώς επίσης και η ισχύς της υπόθεσης του.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ένα άλλο σημαντικό παράγοντα, που είναι το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγοντας διαμένει στο εξωτερικό ή έστω προσωρινά στο έδαφος της Κύπρου, θα πρέπει να του διασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Και τούτο γίνεται αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική του κατάσταση εν γένει και κατά πόσο έχει τους πόρους και τα μέσα να καταβάλει μια τέτοια ασφάλεια εξόδων (βλ. Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1653).
Το Άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 133 αποτελεί ειδική πρόνοια, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες σε αντιδιαστολή προς τη γενική ρύθμιση περί παροχής ασφάλειας εξόδων δια της Διαταγής 60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Y. LIASIDES DEVELOPERS LTD, ΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΡΟΥΣΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ v. 1. ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 123/2012, Ημερ. 02/06/2017), ECLI:CY:AD:2017:A211.
Το εν λόγω Άρθρο έχει ως ακολούθως:
«382. Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»
Οι πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου εξετάστηκαν στην F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LIMITED v. SIMON GEORGE PENNEY κ.α., (2014) 1Α Α.Α.Δ 39, όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι:
«Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με το οποίο παραχωρείται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ενάγουσα ή εφεσείουσα εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν ή που θα επιδικαστούν να την διατάξει να παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα. Όμως το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση του Άρθρου 382, διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει την αίτηση ακόμη και όταν αποδειχθεί η αδυναμία μιας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου (βλ.σχετικά Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All ER 273, στη σελ. 283, Annual Practice 1958, στη σελ. 395 και Halsbury’ s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 304). Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του.
Στην Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ v. Xρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ. Έφεση 66/13, Ημερ. 30/01/2015 επίσης, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhamptron Goal, Iron & Waggon Co. N. Midland Wagon Co. (1878) 7 Ch.D. 500).»
Βασικό ζητούμενο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, είναι να κριθεί το φερέγγυο ή μη της ενάγουσας εταιρείας και κατά πόσο αυτή θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αγωγής σε περίπτωση που υποχρεωθεί να το πράξει. Έχει νομολογηθεί ότι προς απόδειξη του ζητήματος της αφερεγγυότητας μιας εταιρείας θα πρέπει να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, συνήθως με ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ευλόγως ότι η εταιρεία θα είναι ανίκανη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του επιτυχόντα εναγόμενου. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το Halsbury’s Laws of England, fourth edition, Vol. 37, para. 301, p. 229:
«Ordinarily the application for security must be supported by credible testimony, usually by affidavit, which reasonably shows that the company will be unable to pay the costs of the successful defendant.»
Στην υπό σημείωση 5 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ο τρόπος απόδειξης της αφερεγγυότητας μιας εταιρείας και η μαρτυρία που θα πρέπει να προσάγεται. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Thus the affidavit should exhibit the annual accounts filed by the company or state, if it be the fact, that no accounts or proper annual returns have been filed or that the company has ceased trading or that it has lost its substratum» (βλ. Νational Bank of Wales v. Collins (1894) 38 SolJo 186 και Diamond Steel Manufacturing Co v. Harrisson Bros (1910) 27 RPC 451).
Ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης της ανικανότητας της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα του σε περίπτωση που υποχρεωθεί να το πράξει.
Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Kαθ’ ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία ασχολείτο με τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου Λεμεσού και την πώληση συναφών προϊόντων και/ή εξοπλισμού.
Πέραν των πιο πάνω, με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τους Αιτητές, προκύπτει ότι η Καθ’ ης η αίτηση από το 2018 και μετά δεν παρουσιάζει καμία οικονομική δραστηριότητα στο χώρο των σκοπευτηρίων. Έλαβε τρίμηνη προειδοποίηση για διαγραφή της από το μητρώο του εφόρου εταιρειών στις 19/02/2021. Δεν κατέβαλε ως όφειλε το ετήσιο τέλος στον έφορο εταιρειών για τα έτη 2019 μέχρι 2023. Από την ημερομηνία εγγραφής της, 07/10/2014 δεν υπέβαλε τις Ετήσιες εκθέσεις ΗΕ 32 μαζί με τις οικονομικές της καταστάσεις για κανένα έτος. Τα έξοδα ύψους €6,800 περίπου στις δύο Αιτήσεις διαγραφής ημερ. 06/04/2021 καταβλήθηκαν αποκλειστικά από τον Ενάγοντα 2.
Όλα τα πιο πάνω, δεν προκύπτει να τυγχάνουν αμφισβήτησης από την Καθ’ ης η αίτηση. Ούτε έχουν αντικρουστεί με οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία. Προκύπτει, επίσης, να μην υπάρχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία επ’ ονόματι της Καθ’ ης η αίτηση ή αυτή να κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και τα οποία να καταδεικνύουν την φερεγγυότητα της να καταβάλει τυχόν έξοδα επιδικαστούν εναντίον της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
Περαιτέρω, οι Αιτητές παραπέμπουν στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 3 ημερομηνίας 26/11/2018 η οποία υποστήριζε την Αίτηση της Καθ’ ης η αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στην οποία γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες υφίστανται τεράστιες ζημιές με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση της Καθ’ ης η αίτηση.
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει δοθεί ικανή πειστική μαρτυρία ως προς την αδυναμία της Καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει τα έξοδα.
Η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι αυτή είναι φερέγγυα εδράζεται στο γεγονός ότι κατέχει κινητή περιουσία, η αξία της οποίας ξεπερνά το ποσό των €315,000 (βλ. τεκμήριο 1). Όπως προκύπτει η κινητή αυτή περιουσία, είναι αυτή που κατ’ ισχυρισμό των Εναγόντων παρέμεινε στο σκοπευτήριο, όταν η Καθ’ ης η αίτηση κατ’ ισχυρισμό εκδιώχθηκε από τους Αιτητές και ουδέποτε της την παράδωσαν πίσω. Υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις αναφορικά με την ορθότητα της κατάστασης αυτής, τεκμήριο 1, την αξία της εν λόγω περιουσίας και κατά πόσο αυτή εξακολουθεί να υπάρχει. Η ουσία, όμως, είναι ότι η εν λόγω περιουσία είναι αμφίβολο αν εξακολουθεί να υπάρχει και σε κάθε περίπτωση αυτή δεν είναι στην κατοχή της Καθ’ ης η αίτηση έτσι ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι ενδεχομένως να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των εξόδων. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν ότι κατά την ημερομηνία υποβολής της υπό κρίση αίτησης για ασφάλεια εξόδων, η Καθ’ ης η αίτηση κατέχει την περιουσία αυτή ή περιουσία ικανή ώστε να είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω) ). Σημειώνεται, επίσης, ότι στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση αναφέρθηκε ότι η περιουσία που θα πρέπει να κατέχεται από μια εταιρεία εντός της επικράτειας θα πρέπει να είναι ουσιαστική και μόνιμη. Χαρακτηριστικά λέχθηκαν τα εξής: “Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1884] 28 Ch.D. 232 και In Re Apollinaris Company’ s Trade Marks [1891] 1 Ch. 1).»
Κατά συνέπεια η πιο πάνω ισχυριζόμενη περιουσία και η φύση της, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν βρίσκεται καν στην κατοχή της Καθ’ ης η αίτηση και για την οποία υπάρχει αξίωση στην αγωγή για αποζημιώσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή για να καλύψει τα έξοδα.
Στην βάση των πιο πάνω, καταδεικνύεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση, δεν έχει οικονομική δραστηριότητα από το έτος 2018 και δεν κατέχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία ή οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης για τυχόν κάλυψη των εξόδων των Αιτητών.
Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι ή άλλες περιστάσεις για τους οποίους η Καθ’ ης η αίτηση δεν θα πρέπει να διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Το όλο ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.
Στην παρούσα υπόθεση, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης εύλογης ανησυχίας των Αιτητών για την μη καταβολή των εξόδων τους, καθότι τόσο ο Ενάγοντας 3 όσο και ο Ενάγοντας 2 έχουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, περιλαμβανομένης ακίνητης ιδιοκτησίας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των εξόδων της Αγωγής. Η πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι ξεχωριστή νομική οντότητα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση των άλλων Εναγόντων. Σημειώνει, επίσης, ότι η Αγωγή του Ενάγοντα 2 απορρίφθηκε και παραμένει μόνο διάδικος στα πλαίσια της ανταπαίτησης.
Είναι ορθή η θέση της πλευράς των Αιτητών και θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι μια εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τα μέλη, διευθυντές και μετόχους της. Σε μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, οι μέτοχοι της ευθύνονται για το ποσό και την αξία των μετοχών που κατέχουν και τίποτε περισσότερο. Η εταιρεία αποτελεί ξεχωριστό πρόσωπο με δικές της υποχρεώσεις και δικαιώματα καθώς επίσης με περιουσιακά στοιχεία.
Το γεγονός, επίσης, ότι σε μια αγωγή υπάρχουν συνενάγοντες εντός της επικράτειας που θα μπορούσαν να καταβάλουν τα έξοδα, ως θέμα αρχής, δεν μπορεί να εξανεμίζει τις εύλογες ανησυχίες για μη καταβολή των εξόδων από εταιρεία η οποία είναι αφερέγγυα. Το Δικαστήριο, όμως, σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις πραγματικότητες. Στην DB TECHNOLOGIES BV κ.α. v. ΜILTIADES NEOPHYTOU ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, Πολ. Έφεση Αρ. 7/2023, Ημερ. 18/07/2024 λέχθηκαν, με αναφορά στην Αγγλική απόφαση Slazengers Ltd and others v Seaspeed Ferries International Ltd; The Seaspeed Dora, [1987] 3 All ER 967, τα εξής σχετικά:
“Η κατάληξη του Δικαστηρίου συνοψίζεται στο ότι δεν υφίσταται δεσμευτικός κανόνας ότι ασφάλεια εξόδων δεν διατάσσεται εναντίον αλλοδαπού ενάγοντα, εφόσον υφίσταται ημεδαπός συνενάγοντας. Αντ’ αυτού, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επιτρέπει τη διαταγή ασφάλειας εξόδων εναντίον του αλλοδαπού ενάγοντα, εάν αυτό κρίνεται δίκαιο παρά τη συνύπαρξη ημεδαπών και αλλοδαπών εναγόντων. Όμως, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικότητες της υπόθεσης και αν ο εναγόμενος δεν θα είχε δυσκολία να εξασφαλίσει πληρωμή διαταγής για έξοδα διά του ημεδαπού ενάγοντα, θα ήταν άτοπο να διατάξει τον αλλοδαπό ενάγοντα να δώσει ασφάλεια εξόδων.”
Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2) (2005) 1(B) A.A.Δ. 1446, 1455, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί την εύλογη ανησυχία διαδίκου για τα έξοδα του εναγόμενου, με το δικαίωμα του αντιδίκου του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ 147, η οποία αφορούσε διαταγή για ασφάλεια εξόδων εναντίον εταιρείας.
Όπως αναφέρθηκε στην Χρίστια Μιχαήλ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Igor Myronovich Ieremeiev v. 1. Yudelle Asset Holding Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε94/24, Ημερ. 26/05/2025 «Είναι σαφές από την πιο πάνω νομολογία ότι όπου αποδεικνύεται αδυναμία συμμόρφωσης με διάταγμα ασφάλειας εξόδων, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται, γιατί προέχει το δικαίωμα του ενάγοντα για πρόσβαση στην δικαιοσύνη. Το δικαίωμα αυτό, υπερισχύει της εύλογης ανησυχίας του εναγόμενου, για εξασφάλιση των εξόδων του από αλλοδαπό ενάγοντα ή αφερέγγυα εταιρεία.
Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται ιδιαιτέρως, σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η οικονομική αδυναμία του ενάγοντα, οφείλεται σύμφωνα με τον ίδιο, σε παράνομες πράξεις των εναγόμενων. Έχει λεχθεί ότι η αποστέρηση της περιουσίας του ενάγοντα από κατ’ ισχυρισμό παράνομες πράξεις του εναγόμενου δεν μπορεί να δίδει έρεισμα στον αδικοπραγήσαντα να επικαλείται την αφερεγγυότητα του ενάγοντα, την οποία ο ίδιος παρανόμως προκάλεσε. Σχετική είναι η υπόθεση Christoforou ν. Asprofta (1988) 1 CLR 246, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας και στην οποία λέχθηκαν τα εξής στις σελ. 251-253:
« It is however, well settled that security will not be ordered where the insolvency of the appellant arises from what he alleges to be the wrongful act of the respondent. … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … .
The Lord justice Baggallay has expressed what appears to me to be the true view of Rourke v. White Moss Colliery Company. Suppose the plaintiff in that case had been right on the point of Law, his insolvency would have arisen from the wrongful act costs on the ground of an insolvency which (if the plaintiff right) the defendant had wrongly caused, might have been a denial of justice”.»
Στην πιο πάνω απόφαση γίνεται παραπομπή σε Αγγλική νομολογία και συγκεκριμένα στην Sir Lindsay Parkinson (1973) 2 All E.R. 273 στην οποία αναφέρονται οι αρχές που εφαρμόζονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις ασφάλειας εξόδων. Αναφορά, επίσης, γίνεται στην (1995) 3 All ER 534 όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καθηκόντως δεν θα επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί η ασφάλεια εξόδων, ως μέσο καταπίεσης ενός αφερέγγυου ενάγοντα, ακυρώνοντας μια γνήσια αξίωση του, ιδίως όταν υποστηρίζεται ότι η αφερεγγυότητα του, οφείλεται σε πράξεις του εναγόμενου που συνιστούν και την βάση της αξίωσης του.
Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση, κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη, έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια.
Στην παρούσα περίπτωση, Ενάγοντες είναι η Καθ’ ης η αίτηση και ο Ενάγοντας 3. Η αγωγή του Ενάγοντα 2 απορρίφθηκε και αυτός εξακολουθεί να είναι διάδικος στα πλαίσια της ανταπαίτησης. Η Καθ’ ης η Αίτηση ασχολείτο με τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου Λεμεσού και/ή την πώληση και/ή προμήθεια εξοπλισμού που αφορά το άθλημα της σκοποβολής. Ο Ενάγοντας 3 είναι ο διευθυντής της Καθ’ ης η Αίτηση και ο Ενάγοντας 2 ένας εκ των μετόχων της.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 10/03/2015 υπόγραψαν συμφωνία διαχείρισης του σκοπευτηρίου Λεμεσού, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1, για περίοδο 10 ετών. Την συμφωνία αυτή την υπέγραψε ο Ενάγοντας 2 και κατέβαλε από προσωπικό του λογαριασμό το ποσό των €135,000, το οποίο αντιστοιχούσε στα ενοίκια για την διαχείριση του Σκοπευτηρίου από τους Ενάγοντες 1 και 2 μέχρι τον Μάρτιο του 2025. Η Καθ’ ης η αίτηση, επίσης, προέβηκε σε όλες τις επιδιορθώσεις του Σκοπευτηρίου που αναφέρονταν στη συμφωνία και κατάβαλε σημαντικά ποσά για εξοπλισμό. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι 2 – 8 από το 2018 άρχισαν να δημιουργούν προβλήματα εντός της Εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα να εκλεγεί νέο Διοικητικό Συμβούλιο.
Στις 22/11/2018 οι Εναγόμενοι 2 – 8 εισήλθαν δια της βίας στο Σκοπευτήριο, άλλαξαν τις κλειδαριές σε όλες τις πόρτες και άρχισαν την καταγραφή των αντικειμένων που βρίσκονταν εντός του σκοπευτηρίου. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες των Εναγόμενων 2 – 8 συνιστούν κλοπή, παράνομη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία, υπεξαίρεση, παραβίαση συμφωνίας διαχείρισης, απειλή, απάτη και δόλο.
Έχουν παραληφθεί από το σκοπευτήριο διάφορα αντικείμενα και περιουσία της Καθ’ ης η Αίτηση καθώς από τα γραφεία όλοι οι λογαριασμοί ηλεκτρισμού, νερού, ασφάλειες, άδειες και τεκμήρια αναφορικά με τις πληρωμές.
Ένεκα των πιο πάνω πράξεων των Εναγόμενων, οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέστησαν τεράστιες ζημιές και απώλεσαν εισοδήματα και κέρδη. Αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων, ο μεν Ενάγοντας 2 το ποσό των €87,750.00 ως απώλεια χρηματικού ποσού από πληρωμένα ενοίκια διαχείρισης μέχρι τον Μάρτιο του 2025, η δε Καθ’ ης η αίτηση το ποσό των €84,500.00 ως αποζημιώσεις για απώλεια κερδών και/ή εισοδήματος από τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου, το ποσό των €331,605.00 ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας, αποκατάσταση, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και το ποσό των €150,000 για παράβαση σύμβασης. Όλοι οι Ενάγοντες, επίσης, αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνέπεια παράνομης επέμβασης και/ή παράνομης κατάληψης και/ή παράνομης κατακράτησης της κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται στο Σκοπευτήριο Λεμεσού και γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για ζημιά, ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη την οποία οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 έχουν υποστεί και υπόκεινται συνεπεία της συστηματικής παρενόχλησης και/ή της συμπεριφοράς και/ή πράξεων από τους Εναγόμενους 2 – 8.
Οι Εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι προσπαθούν να παρουσιάσουν δόλια ανυπόστατους ισχυρισμούς με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη από προσυμφωνία διαχείρισης του Σκοπευτηρίου Λεμεσού, η οποία υπογράφτηκε στις 10/03/2015 δίκην μνημονίου συναντίληψης ως συμφωνία η οποία βρίσκεται σε ισχύ και/ή ως παράγουσα έννομα αποτελέσματα. Παρουσιάζουν τη δική τους εκδοχή και αρνούνται ότι έλαβαν με τη βία την κατοχή του Σκοπευτηρίου. Επίσης, επικαλούνται προφορική συμφωνία την οποία οι Ενάγοντες παραβίασαν και ανταπαιτούν διάφορα ποσά και αποζημιώσεις.
Δεν είναι επί του παρόντος να γίνει λεπτομερής αναφορά στις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Εκείνο το οποίο παρατηρείται, όμως, είναι ότι η δύναμη της υπόθεσης της κάθε πλευράς παραμένει ουδέτερο στοιχείο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Είναι ζήτημα μαρτυρίας η οποία απαιτεί αξιολόγηση και κατά συνέπεια δεν μπορεί να προβλεφθεί η δύναμη της υπόθεσης της κάθε πλευράς. Δεν είναι επιθυμητό στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο να προβαίνει σε συμπεράσματα για τη δύναμη της υπόθεσης κάθε πλευράς εκτός μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις, που δεν είναι η περίπτωση (βλ. Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd (1987) 1 All E.R. 1074). Κατά συνέπεια, το ζήτημα της ύπαρξης καλής υπόθεσης ή υπεράσπισης δεν μπορεί να προβλεφθεί και ο παράγοντας αυτός παραμένει ουδέτερος για σκοπούς της παρούσας αίτησης και δεν μπορεί να υπέχει ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της.
Πέραν τούτου, με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/12/2022, η αγωγή του Ενάγοντα 2 εναντίον της Εναγόμενης 1 παραμερίστηκε και/ή διαγράφηκε καθότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Απαίτησης, τα δικαιώματα της ισχυριζόμενης συμφωνίας την οποία υπέγραψε με την Εναγόμενη 1, τα εκχώρησε στην Καθ’ ης η αίτηση.
Όπως προκύπτει, όμως, από τα δικόγραφα και ειδικότερα από την Έκθεση Απαίτησης και αφού συνυπολόγισα και τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική ή ανυπόστατη. Προκύπτει να καταχωρείται καλή τη πίστη. Το κατά πόσο θα πετύχει ή όχι δεν είναι του παρόντος.
Πέραν των πιο πάνω, παρατηρώ ότι το πλέγμα γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αγωγή είναι το ίδιο, τόσο για την Καθ’ ης η αίτηση όσο και για τον Ενάγοντα 3. Ο Ενάγοντας 2, ήταν μέχρι την ημερομηνία διαγραφής της αγωγής του, δηλαδή μέχρι το τέλος του 2022 και αρχές του 2023 διάδικος στην απαίτηση ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στο 2018. Επίσης, η θέση ότι αμφότεροι οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι φερέγγυοι και κατέχουν κινητή και ακίνητη περιουσία δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από τους Αιτητές. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, πέραν από την λεκτική διατύπωση περί δέσμευσης του Ενάγοντα 2 για την καταβολή των εξόδων, εμπράκτως τούτο έχει αποδειχθεί αφού κατέβαλε τα έξοδα των Αιτητών στις δύο αναφερόμενες ενδιάμεσες διαδικασίες. Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, επίσης, τα έξοδα που θα επιδικαστούν, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι κοινά για όλους τους Ενάγοντες και δεν διαφαίνεται αυτά να επιδικαστούν κατ’ αναλογία ή ξεχωριστά. Κατά συνέπεια και δεδομένης της φερεγγυότητας των υπόλοιπων Εναγόντων ή έστω του Ενάγοντα 3, αυτά θα μπορούν να εισπραχθούν από τους Αιτητές.
Ανεξάρτητα των πιο πάνω, η παρούσα αγωγή αφορά και τη διάπραξη αστικών αδικημάτων, πέραν από την παράβαση σύμβασης. Η Καθ’ ης η Αίτηση ασχολείτο με τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου Λεμεσού και με την πώληση εξοπλισμού Σκοπευτηρίου. Η θέση είναι ότι εκδιώχθηκε από το Σκοπευτήριο με τη βία και όλα τα σχετικά έγγραφα που απαιτούνταν για την ετοιμασία των οικονομικών της λογαριασμών παρέμειναν στα γραφεία του Σκοπευτηρίου εξ ου και δεν ετοιμάστηκαν οι λογαριασμοί. Προκύπτει, επίσης, με την παρούσα αγωγή να αξιώνει αποζημιώσεις για απώλεια κερδών και κινητής περιουσίας της, η οποία αποτελούσε μέρος της κύριας της ασχολίας και η οποία της αποστερήθηκε από τους Αιτητές αφού εισήλθαν στο Σκοπευτήριο και την έθεσαν υπό την φύλαξη και κατοχή τους και είναι άγνωστο μέχρι σήμερα κατά αυτή υφίσταται.
Στην βάση των πιο πάνω ιδιαίτερων περιστάσεων και έχοντας υπόψη μου τη σχετική νομολογία στην οποία παρέπεμψα ανωτέρω και εξετάζοντας την πραγματική διάσταση των γεγονότων, δεν θα πρέπει η διακριτική μου ευχέρεια να ασκηθεί υπέρ της Αίτησης. Κατά πρώτο, δεν διαπιστώνεται εύλογη ανησυχία ότι οι Αιτητές δεν θα πληρωθούν τυχόν έξοδα επιδικαστούν υπέρ τους. Υπάρχουν συνενάγοντες ή φυσικά πρόσωπα στην παρούσα αγωγή, με οικονομική ευχέρεια και τα έξοδα θα μπορούν να εισπραχθούν. Κατά δεύτερο, τυχόν διαταγή για ασφάλεια εξόδων θα έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ’ ης η αίτηση σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αγωγή αφορά αστικά αδικήματα τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση, με αποτέλεσμα να απωλέσει τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου με βίαιο τρόπο και τον εξοπλισμό της. Έκδοση διαταγής για ασφάλεια εξόδων θα έχει ως αποτέλεσμα να της στερηθεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και να αξιώσει τις θεραπείες που ισχυρίζεται ότι δικαιούται.
Σε όλα τα πιο πάνω, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και ο χρόνος που η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 382 του Κεφ. 133, δεν καθορίζεται το χρονικό διάστημα το οποίο μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται. Στην LYDNEY AND WIGPOOL IRON ORE COMPANY v. BIRD (1883) Ch. D. Vol. XXIII, 358 αποφασίστηκε ότι μια τέτοια αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας με παραπομπή στους Θεσμούς του Δικαστηρίου εκείνου. Το όλο ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Διαταγή 60, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι μια τέτοια αίτηση δύναται να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης λαμβάνεται, όμως, υπόψη σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες σχετικούς όπως η έλλειψη υπεράσπισης ή εκεί που ο εναγόμενος ενεργεί καταχρηστικά και κακόπιστα (βλ. Sir Lindsay Parkinson & Co Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All ER 273).
Στην παρούσα περίπτωση, η Αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Δεν παραγνωρίζω τους ισχυρισμούς ότι τον Σεπτέμβριο του 2025 περιήλθε στην αντίληψη των Αιτητών ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα και δεν έχει υποβάλει οικονομικές καταστάσεις. Παρόλα αυτά, τα γεγονότα αυτά, αν οι Αιτητές είχαν εύλογες ανησυχίες για την φερεγγυότητα της Καθ’ ης η Αίτηση και για την αδυναμία να πληρωθούν τα έξοδα τους, θα μπορούσαν να διερευνηθούν ενωρίτερα και να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες πληροφορίες. Οι ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την Αίτηση για να καταδειχθεί η αδυναμία καταβολής εξόδων από την Καθ’ ης η αίτηση αφορά γεγονότα που ήταν υπαρκτά πολύ πιο πριν και ειδικότερα από το 2018.
Δεν θα πρέπει, επίσης, να παραγνωρίζεται ότι τα έξοδα προγενέστερων διαδικασιών καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα 2 και ουδέποτε οι Αιτητές είχαν εκφράσει ανησυχία για την καταβολή των εξόδων τους ή κινήθηκαν για να εξασφαλίσουν τα έξοδα τους σε προγενέστερο στάδιο.
Η παρούσα υπόθεση είναι του 2018 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε το 2025, δηλαδή 7 χρόνια μετά με ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία ήταν υπαρκτά πολύ πιο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
Πέραν, λοιπόν, των όσων προηγουμένως έχω αναφέρει και σε συνδυασμό με αυτά, η Αίτηση δεν θα μπορούσε να εγκριθεί λόγω και του καθυστερημένου στην υποβολή της.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας 1 – Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 – 8 – Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος.
(Υπ.)………………………………
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Civil/Other Actions/Interim
Αναφορά: Ασφάλεια εξόδων
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο