ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 593/2020
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Ενάγουσα
-και-
A. DEMETRIOU CONSTRUCTIONS LTD
Εναγόμενη
Ημερομηνία: 03/04/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: Κύριος Δαμιανού Α.
Για Εναγόμενη: κύριος Χριστοφόρου Χ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Συνοπτική παρουσίαση της Απαίτησης της Ενάγουσας
1. Επιχειρώντας μια σύνοψη των όσων διεκδικούνται με την παρούσα Αγωγή, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί τις 05/09/2016 κατήρτισε συμφωνία με την Εναγόμενη για την κατασκευή της οικίας της με το τίμημα να ανέρχεται στις €155.000 πλέον Φ.Π.Α. που θα καταβαλλόταν δια 13 δόσεων και η κατοικία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός 10 μηνών. Το ποσό αργότερα μεταβλήθηκε σε «€156.000 πλέον Φ.Π.Α.». Τόσο προηγουμένως όσο και κατά την διάρκεια ανέγερσης της κατοικίας, η Ενάγουσα ενοικίαζε διαμέρισμα και κατέβαλλε το ποσό των €380 μηνιαίως.
2. Επειδή παρατηρούνταν περί τον Αύγουστο του 2017 διάφορες καθυστερήσεις διόρισε τον κύριο Κοντεάτη, ο οποίος επιθεώρησε τις εργασίες μέχρι τις 29/08/2017. Ο τελευταίος έκανε διάφορες συναντήσεις και επέστησε την προσοχή της Εναγόμενης στις διάφορες κακοτεχνίες και παράνομες αφαιρέσεις που παρουσίαζε η οικοδομή. Ενόψει τούτων η Εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία να αποδεσμευτεί από την Συμφωνία, ωστόσο συνέχισαν να ανεγείρουν την κατοικία αμελώς και ως εκ τούτου δια επιστολής 14/05/2018 η Ενάγουσα τερμάτισε την σχετική Σύμβαση και απαίτησε απομάκρυνση της Εναγόμενης από την κατοικία και ανέλαβε η ίδια η Ενάγουσα κατοχή περί τα μέσα Ιουνίου 2018. Την κατοχή την ανέλαβε υπό διαμαρτυρία. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν εκτέλεσε τις εργασίες με καλό ή/και τεχνικά επιδέξιο τρόπο και με επιμέλεια και δεξιότητα που αρμόζει σε λογικό και συνετό πρόσωπο και παραβίασαν ουσιώδεις πρόνοιες της Συμφωνίας Ανέγερσης. Καταγράφει δε στην παράγραφο 16 σε εκτεταμένο κατάλογο τις «λεπτομέρειες αμέλειας ή/και παράβαση των Νόμιμων Καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων και/ή των Όρων της Συμφωνίας Ανέγερσης Κατοικίας από τους Εναγόμενους και/ή υπηρέτες και/ή υπάλληλοι και/ή εξουσιοδοτημένοι από αυτούς πρόσωπα» και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν.
3. Όσο αφορά τα ποσά, αναφέρει η Ενάγουσα ότι κατά τον τερματισμό της σχετικής Συμφωνίας οι εργασίες που εκτελέστηκαν ανέρχονταν σε ποσό €141.290,00 πλέον Φ.Π.Α. και το κόστος ολοκλήρωσης της κατοικίας στην βάση «των εκδοθέντων Πιστοποιητικών Πληρωμών των Εναγόμενων και/ή της Επιβλέπων Μηχανικού» ανερχόταν στο ποσό των €14.710,00. Ωστόσο στην βάση της Έκθεσης του Πραγματογνώμονα που διόρισε η Ενάγουσα το κόστος ανερχόταν στις €22.658,75 πλέον Φ.Π.Α. ενώ η Ενάγουσα προχωρεί και καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης το είδος εργασίας και το κόστος. Επειδή το εναπομείναν κόστος, αναφέρει η Ενάγουσα ανερχόταν στις €14.710,00 πλέον Φ.Π.Α. στην βάση των πιστοποιητικών πληρωμών, αν αυτό αφαιρεθεί από το ποσό των €22.658,75 πλέον Φ.Π.Α. τότε παραμένει το ποσό που «αντιπροσωπεύει κακοτεχνίες και/ή ελαττώματα που παρουσίαζε η κατοικία και/ή παραλείψεις εκτέλεσης εν όλω ή εν μέρει […]».
4. Διαζευκτικά, η Ενάγουσα αναφέρει ότι πλήρωσε και κατέβαλε προς την Εναγόμενη για εργασίες τις οποίες παρέλειψε να εκτελέσει και/ή αποπερατώσει και/ή δεν εκτέλεσαν επιμελώς και/ή εκτέλεσαν κακότεχνα. Το κόστος αυτό ανέρχεται στο ποσό των €5.682,45 πλέον Φ.Π.Α. και καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης το είδος εργασίας και το κόστος αυτών.
5. Επιπλέον, η Ενάγουσα αναφέρει ότι εξαιτίας της καθυστέρησης παράδοσης της κατοικίας υπέστη ζημιές ύψους €4.180,00 που αντιπροσωπεύει τα ενοίκια που κατέβαλε από τις 10/07/2017 που είναι η ημερομηνία που θα έπρεπε να είναι έτοιμη η επίδικη Κατοικία μέχρι 10/06/2018. Τέλος, η Ενάγουσα ζητεί την έκδοση διατάγματος για την λήψη των «αναγκαίων μέτρων και/ή διαβημάτων για την εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης» και «για εξασφάλιση των απαιτούμενων πιστοποιητικών αδειών ή εγκρίσεων για την διενέργεια χωριστής εγγραφής και/ή τίτλου ιδιοκτησίας της επίδικης Κατοικίας στο όνομα της Ενάγουσας». Ζητεί περαιτέρω επαυξημένες αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές, αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας, τόκο και έξοδα.
Συνοπτική παρουσίαση της θέσης της Εναγόμενης
6. Η Εναγόμενη παραδέχεται την ύπαρξη της Συμφωνίας με την Ενάγουσα και τους όρους που καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης και αναφέρει ότι στον όρο 6 της Συμφωνίας καταγραφόταν ότι δύναται να τροποποιηθούν τα σχέδια και οι όροι, αν αυτό ήταν τεχνικά δυνατό κα το τίμημα της πώλησης θα αυξανόταν ή θα μειωνόταν ανάλογα. Η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε οφειλόταν στην Ενάγουσα. Αποτελεί θέση τους ότι η ημερομηνία έναρξης δεν θα ήταν η υπογραφή της Συμφωνίας, όπως υποστηρίζει η Ενάγουσα, αλλά η όλη Συμφωνία καταρτίστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σε θέση η Ενάγουσα να εξασφαλίσει δανεισμό από την Τράπεζα για την κατοικία και η έναρξη των εργασιών και η μεταβίβαση στο όνομα της θα γινόταν με την έγκριση του δανείου από την Τράπεζα.
7. Η Εναγόμενη αρνείται ότι επέχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων προς την Ενάγουσα για τα ενοίκια που κατέβαλλε. Η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε οφειλόταν στην ίδια την Ενάγουσα, κάτι που κοινοποίησαν προς την ίδια και της ανέφεραν ότι «δεν θέλουν καμία συνεργασία μαζί της». Αφότου διορίστηκε ο κύριος Κοντεάτης οι εργασίες διεκπεραιώνονταν σε συνεννόηση μαζί του, ο οποίος έγκρινε και τα πιστοποιητικά πληρωμής για τις εκτελεσθείσες εργασίες.
8. Παραδέχονται ότι η Ενάγουσα ανέλαβε την κατοχή της Κατοικίας τον Ιούνιο του 2018 και ότι η Κατοικία ήταν ημιτελής και την ανέλαβε χωρίς την συγκατάθεση της επιβλέπουσας του έργου και/ή του Εργολάβου. Επιπλέον, η Εναγόμενη αναφέρει ότι όλες οι εργασίες έγιναν επιμελώς και σύμφωνα με τις στατικές μελέτες και την Πολεοδομική Άδεια ενώ τα υλικά που τοποθετήθηκαν πληρούν όλες τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και είναι υλικά άριστης ποιότητας.
9. Σε σχέση με τα ποσά που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρει ότι τα ποσά αυτά είναι διογκωμένα και δεν συνάδουν με τις τιμές μονάδας της αγοράς και οι όποιες κατ’ ισχυρισμό κακοτεχνίες υπάρχουν προέκυψαν έξι μήνες μετά την παράδοση της κατοικίας και αποτελούν εργασίες που δεν έγιναν από την Εναγόμενη.
10. Υπενθυμίζεται ότι τα πιο πάνω αποτελούν μια συνοπτική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων. Οι λεπτομέρειες των θέσεων εκάστης πλευράς, ως αυτές προωθήθηκαν θα αναδειχθούν αμέσως πιο κάτω και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εκεί και όπου εντοπίζονται αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας και της δικογραφίας θα σημειώνονται στο σχετικό σημείο.
II. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
11. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Από την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ1), ο σύζυγος της Ενάγουσας, κύριος Μάκης Ανδρέου (ΜΕ2), ο κύριος Παναγιώτης Κοντεάτης (ΜΕ3), Πολιτικός Μηχανικός τον οποίο είχε διορίσει η Ενάγουσα για να παρακολουθεί τις εργασίες στην επίδικη Κατοικίας και εκ μέρους της Εναγόμενης η κυρία Έλενα Δημητρίου (ΜΥ), σύζυγος του Διευθυντή της Εναγόμενης και η οποία εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός στην Εναγόμενη και η οποία κατά τον επίδικο χρόνο επέβλεπε την κατασκευή της Κατοικίας.
12. Κατωτέρω θα παρατεθεί κατά τρόπο συνοπτικό η μαρτυρία που προσφέρθηκε κατά την ακρόαση. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραθέσει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή ν’ αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς η μαρτυρία στην πλήρη της έκταση είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
13. Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι λήφθηκε υπόψη όλη η μαρτυρία που προσκομίστηκε στη πλήρη της μορφή.
Η μαρτυρία της ΜΕ1
14. Η ΜΕ1 έκανε αναφορά στο συμβατικό πλαίσιο και στην υπογραφή της Συμφωνίας ανέγερσης της Κατοικίας ημερομηνίας 05/09/2019 καθώς επίσης και στους όρους αυτής. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενοικίαζε κατά την διάρκεια της ανέγερσης σπίτι από τις 10/10/2015 μέχρι 10/10/2017 για το ποσό των €350 (μέχρι 09/02/2016) και στο ποσό των €380 με έναρξη από 10/02/2016. Για το γεγονός αυτό είχε ενημερώσει ήδη την Εναγόμενη και είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την κατοικία που ενοικίαζε αν παραδιδόταν εντός του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος η κατοικία.
15. Κατέβαλε το ποσό των €20.000 πλέον Φ.Π.Α. και η κατοικία θα ανεγειρόταν άσχετα από την έγκριση του Δανείου από το τραπεζικό ίδρυμα προς το οποίο είχε αποταθεί. Μόλις μεταβιβάστηκε στις 10/03/2017 το μερίδιο του οικοπέδου που της αντιστοιχούσε κατέβαλε και το ποσό των €60.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €1.000 πλέον Φ.Π.Α. για χωματουργικά. Τα υπόλοιπα ποσά καταβάλλονταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και κατόπιν έκδοσης πιστοποιητικών πληρωμής.
16. Αναφέρει ότι μεταξύ της πρώτης δόσης (τον Μάρτιο του 2017) και της δεύτερης διαπίστωσε καθυστερήσεις στην εκτέλεση των εργασιών. Κατά την καταβολή της δεύτερης δόσης και ενώ παρέμεναν ήδη 4 μήνες για την συμβατική ολοκλήρωση του έργου, η Κατοικία βρισκόταν στον «σκελετό». Τον Αύγουστο του 2017 η κατοικία δεν είχε ακόμα ανεγερθεί και εκεί ήταν που διαπίστωσε ότι «διάφορες εργασίες εκτελούνταν κακότεχνα αλλά και άλλες δεν εκτελούνταν καθόλου ή και εκτελούνταν διαφορετικά από το τι είχαμε συμφωνήσει». Ενόψει τούτων εξέφρασαν τα παράπονα τους προς την Εναγόμενη και τους εκπροσώπους της.
17. Έλαβαν επιστολή ημερομηνίας 23/07/2017 από την Εναγόμενη όπου τους ανέφεραν ότι ο χρόνος αποπεράτωσης υπολογιζόταν την ημερομηνία που έγινε η «υποθήκη και μεταβίβαση του οικοπέδου και συνεπώς η έγκριση του δανείου στις 10/03/2017». Η Ενάγουσα δεν έκανε αποδεκτό το πιο πάνω και συνεπεία τούτου ενημερώθηκε ότι η Εναγόμενη «ανέστειλε τις εργασίες» από 10/08/2017.
18. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακολούθησε ο διορισμός του κύριου Κοντεάτη Π., Πολιτικού Μηχανικού για να επιθεωρηθεί τις εργασίες «παρέχοντας του όλα τα σχετικά έγγραφα». Περί τον Αύγουστο του 2017 ο κύριος Κοντεάτης επισκέφτηκε την οικοδομή και επιθεώρησε τις εργασίες και εξέτασε τα έγγραφα, πραγματοποίησε συναντήσεις. Διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι «αντί να τοποθετηθούν τέσσερεις ξύλινες κολώνες στήριξης της οροφής στη σοφίτα της Κατοικίας τοποθετήθηκαν δύο. Ακόμα, στα κατασκευαστικά σχέδια της σοφίτας, η επιβλέπων μηχανικός τοποθέτησε δύο μορίνες με διαστάσεις 15Χ15 τις οποίες οι Εναγόμενοι αφαίρεσαν από την κατασκευή, χωρίς να ενημερωθώ. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι δεν κατασκεύασαν την μόνωση που προβλεπόταν στη μελέτη θερμομόνωσης αλλά τοποθέτησαν κατρόχαρτο».
19. Σε συνάντηση που έγινε στις 28/03/2018 ο κύριος Δημητρίου ανέφερε ότι δεν θα ολοκλήρωνε την κατοικία και μέσω επιστολής των Δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 14/05/2018, η τελευταία τερμάτισε την Συμφωνία Ανέγερσης Κατοικίας και η Εναγόμενη παρέλαβε την κατοχή της κατοικίας περί τα μέσα Ιουνίου 2018, την οποία παρέλαβε υπό διαμαρτυρία.
20. Αναφέρει επιπλέον ότι το συνολικό κόστος θα ήταν €156.000 πλέον Φ.Π.Α. και οι εργασίες που έγιναν ανέρχονταν στο ποσό των €141.290,00 πλέον Φ.Π.Α. Το ποσό που παρέμενε για την ολοκλήρωση ανερχόταν στο ποσό των €14.710,00. Τούτα δε παρά το ότι το συνολικό ποσό από τα πιστοποιητικά πληρωμής ανέρχεται στις €157.2000,00 πλέον Φ.Π.Α. το οποίο αποδίδει σε λάθος.
21. Ο κύριος Κοντεάτης ετοίμασε δύο εκθέσεις, ήτοι μια τον Αύγουστο του 2017 και μια τροποποιημένη τον Νοέμβριο του 2019. Στην βάση της Έκθεσης αυτής το κόστος ολοκλήρωσης της Κατοικίας ανερχόταν στις €22.658,75 πλέον Φ.Π.Α. και συνεπώς το ποσό που διεκδικεί ανέρχεται στις €7.948,75 πλέον Φ.Π.Α., κάτι το οποίο αντιπροσωπεύει τις «παραλείψεις των Εναγόμενων κατά την ανέγερση της Κατοικίας μέχρι και την παράδοση κατοχής της.» για τα οποία παραπέμπει στην μαρτυρία του κύριου Κοντέατη.
22. Πέραν των πιο πάνω, αποδίδει στην Εναγόμενη παραλείψεις εκτέλεσης διάφορων εργασιών για τις οποίες πληρώθηκαν. Παραπέμπει στην τροποποιημένη έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του κύριο Κοντεάτη και συγκεκριμένα στα σημεία 1 -5 και 8 υπό τον τίτλο «ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΕΙΣ ΣΟΥΝΙ ΛΕΜΕΣΟΥ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΕ Ο ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ» και τις οποίες απαριθμεί στην μαρτυρία της. Το κόστος των εργασιών αυτών ανερχόταν στο ποσό των €5.682,45 πλέον Φ.Π.Α.
23. Πέραν των πιο πάνω, λόγω των παραλείψεων της Εναγόμενης απώλεσε την χρήση και κατοχή της κατοικίας και συνέχισε να πληρώνει ενοίκιο, το συνολικό ποσό του οποίου ανερχόταν στο ποσό των €4.180,00 από 10/07/2017 μέχρι 10/06/2018.
24. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η ΜΕ1 κατέθεσε συνολικά 12 Τεκμήρια.
25. Επιχειρώντας μια σύνοψη των όσων ανέφερε κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ1 για τις όποιες κακοτεχνίες και παραλείψεις και γενικότερα για τεχνικά ζητήματα, παρέπεμπε στην μαρτυρία που θα έδιδε ο κύριος Κοντεάτης. Ανέφερε ότι πλήρωσε το ποσό των €60.000,00 έξι μήνες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας με την Εναγόμενη. Αποδέχτηκε ότι η Τράπεζα είχε ζητήσει «Συμβόλαιο για το δάνειο» και ότι έδωσε €20.000,00 κατά την υπογραφή της Σύμβασης που υπέγραψε με την Εναγόμενη και όχι προηγουμένως «για να προχωρήσει το δάνειο για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε». Το ποσό αυτό το έδωσε ο πατέρας της αργότερα και ήταν η συνεισφορά της για το δάνειο και αποδέχτηκε ότι «για να εκτελέσει τις εργασίες έπρεπε να υπάρχουν τα λεφτά του Δανείου».
26. Σε σχετική ερώτηση «Εκεί που γράφει για 10 μήνες στην Συμφωνία, παράγραφο 5 το είχατε συμφωνήσει ότι θα λαμβάνατε σε σύντομο χρονικό διάστημα το ποσό του Δανείου για να μπορέσουν να ξεκινήσουν οι εργασίες;» η απάντηση που έδωσε η ΜΕ1 ήταν «όχι δεν το γράψαμε μέσα». Σε σχέση με τον χρόνο ολοκλήρωσης της κατοικίας ανέφερε ότι «κολλήσαμε στο πιο ασήμαντο» και «μπήκαμε 12/08/2018 όταν το τελειώσαμε μόνοι μας». Σε σχέση με τις Εκθέσεις του κύριου Κοντεάτη ανέφερε ότι δεν θυμάται τι γράφουν ή τι σημαίνουν αλλά διάβασε την πρόσφατη Έκθεση, ήτοι αυτήν που ετοιμάστηκε το 2019.
27. Ανέφερε επίσης ότι «έβγαλε μια τρύπα γιατί επήα να βάλω την τηλεόραση και έβγαλε μια τρύπα και έπεφταν. Τώρα αν δεν το βάλαμε δαμέ δεν μπορώ να….εγώ είπα εκείνο που πρόσεξα, εκείνο που είδα. Ότι δεν μπορώ να βάλω τίποτε, να καρφώσω τίποτε πάνω.» Τα προβλήματα αυτά τα είχε εντοπίσει τον Αύγουστο του 2018 όταν είχε κατοικήσει στο σπίτι αλλά δεν τα υπέδειξε στον κύριο Κοντεάτη. Τόσο για το ζήτημα αυτό όσο και τις «υγρασίες» ανέφερε ότι είναι ζητήματα που εντόπισε η ίδια αλλά συνοπτικά η θέση της ήταν ότι αν δεν περιλαμβάνονται στην έκθεση του Εμπειρογνώμονα να «μην ληφθούν υπόψη.». Αντίστοιχα, σε σχέση με τις «αποχετεύσεις» αναφέρει ότι υπήρχαν αλλά σε υπόδειξη ότι ο Εμπειρογνώμονας αναφέρει ότι δεν υπήρχαν, τότε σημαίνει «έχει δίκαιο» ενώ δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο το σπίτι της έχει σήμερα αποχέτευση.
28. Ανέφερε επίσης ότι θυμόταν τον κύριο Κοντεάτη να επισκέφτηκε το σπίτι και το 2019 για να ετοιμάσει την αναθεωρημένη έκθεση και ήταν και η ίδια παρούσα. Ανέφερε επίσης ότι την σκάλα που οδηγεί στην σοφίτα την κατασκεύασε η ίδια γιατί η Εναγόμενη «δεν πρόλαβε» και η σοφίτα περιλαμβάνει ένα δωμάτιο και playroom το οποίο «τελειώσαμε εμείς μετά». Ανέφερε ότι πέραν των σχεδίων που υπογράφηκαν αρχικά, κατατέθηκαν αργότερα και κάποια άλλα. Επιπρόσθετα, αφαίρεσαν τον σουβά από την οροφή περί τον 5ο με 7ο μήνα του 2018 και έφεραν κάποιο ειδικό να τα ολοκληρώσει. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τα ερμάρια στα «δύο δωμάτια» τα οποία επίσης τοποθέτησαν μετά τον «5ο του 2018» και τα είδη υγιεινής που απουσίαζαν και την περίφραξη.
29. Όσο αφορά την κατάσταση της οικίας όταν έλαβε την επιστολή τερματισμού η Εναγόμενη ανέφερε ότι «τοίχο έξω, πάνω (στην σοφίτα) δεν είχε τίποτε, ήταν μόνο τέσσερεις, δύο κολώνες […] είδη υγιεινής πάνω νομίζω, κάτω δεν είμαι σίγουρη, δεν θυμούμαι, νομίζω υπήρχε κάτω, δεν θυμούμαι, έξω κάποια σημεία. […] στο γκαράζ νομίζω; Ένα σημείο από το γκαράζ…. Δεν θυμούμαι. Η σκάλα.». Σε ερώτηση κατά πόσο ανέλαβε κάποιος να τελειώσει ανέφερε «ναι την σκάλα τους τοίχους έξω […] πληρώναμε κάποιους και έρχονταν και κάναμε […] δεν θυμούμαι ονόματα εγώ. […] Εγώ τους πλήρωνα αλλά δεν θυμούμαι τα ονόματα. Κάποιος τους έβρισκε. Δεν ξέρω εγώνι να βρίσκω να τα κάνουν». Σε ερώτηση κατά πόσο πληρώθηκαν για τις εργασίες αυτές ανέφερε «ναι επληρώσαμε τους» και ότι έχει αποδείξεις «σπίτι, να δω τι έχω και να φέρω. Τι έχει να κάνει όμως με το τι πλήρωσα και δεν πλήρωσα; Σημασία έχει που τελείωσε το σπίτι. Μετά τέλειωσα το σπίτι. Εγώ ας πούμε. Κάποιος…έφερα κάποιο και το ολοκλήρωσε. Οι κακοτεχνίες έτσι κι αλλιώς που αναφέρει είναι πριν, όχι μετά. Δηλαδή όσες αναφέρει ο κύριος Κοντεάτης στα χαρτιά του είναι αυτές που έγιναν πριν, όχι μετά. Δηλαδή όσες αναφέρει ο κύριος Κοντεάτης στα χαρτιά του είναι αυτές που έγιναν στο σημείο που τελείωσε. Μετά, δεν ξέρω γιατί συζητούμε το μετά. […]».
30. Σε σχέση με την «σοφίτα» ανέφερε ότι δεν επιδιορθώθηκε ενώ σε σχέση με τις κακοτεχνίες ανέφερε ότι δεν έμπαιναν σωστά υλικά, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα σωστά υλικά ενώ παρέπεμπε διαρκώς στην έκθεση του κύριου Κοντεάτη αναφέροντας ότι «αφού βλέπω κακοτεχνίες […] δεν τις ανέφερα, δεν τις καταγράψαμε. Αν δεν τις βάλουμε….που είναι το πρόβλημα αν δεν τις βάλουμε. Αν θέλετε να τις βάλουμε και εκείνες, την επόμενη φορά να τις βάλουμε.». Συνέχισε αναφέροντας ότι «το σπίτι τραβά υγρασία αφού δεν μπήκαν σωστά οι μονώσεις. Τι άλλο; […]» καταλήγοντας ότι σήμερα είναι «πατσιαρισμένα».
31. Ερωτώμενη σε σχέση με τις εργασίες που δεν έγιναν αναφέρθηκε σε διαρκείς συγκρούσεις με τον Διευθυντή της Εναγόμενης και στην παράλειψη της Εναγόμενης να ανεγείρει τοίχο «ανατολικά και δυτικά» παρά το γεγονός ότι αυτό καταγραφόταν στα σχέδια. Αρνήθηκε ότι έγιναν προφορικές τροποποιήσεις, υπογραμμίζοντας ότι κανονικά η Κατοικία έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί τον Ιούλιο του 2017 αλλά είχε καταβάλει και τα ποσά που καταγράφονταν στο διατακτικό του Φεβρουαρίου του 2018 αναφέροντας σε άλλο σημείο ότι «έπρεπε να τελειώσει το σπίτι». Τούτα δε παρά το ότι είχε διορίσει τον κύριο Κοντεάτη για να προτείνει «διορθωτικές ενέργειες» και παρά το γεγονός ότι κατά την θέση της αυτές οι ενέργειες δεν έγιναν, εντούτοις πλήρωσε το διατακτικό. Σε σχέση με τις εργασίες ανέφερε ότι «μετά που σας βγάλαμε έξω» ότι πήγαινε ο σύζυγος της και «έκανε έξτρα δουλειές μόνος του πάνω στις κολώνες» ο οποίος είναι «γερανοδηγός». Σε άλλο σημείο έγινε η ακόλουθη αναφορά:
«Ε: […] Δώσατε παραπάνω χρόνο;
Α: Τι εννοείτε;
Ε: Μετά την λήξη των 10 μηνών;
Α: Ναι, εδώσαμε χρόνο.
Ε: Τροποποιήσατε την Συμφωνία σας δηλαδή;
Α: Εδώσαμε χρόνο να τελειώσει δεν είπαμε όχι, αλλά έπρεπε να τελειώσει το σπίτι, δεν είχα άλλη επιλογή.»
32. Όσο αφορά τον κύριο Κοντεάτη, ανέφερε ότι αυτός επιθεωρούσε τα διατακτικά πληρωμής πριν πληρώσουν αφότου τον διόρισαν, ωστόσο σε κάποιο σημείο ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ολοκληρώνονταν οι εργασίες που αναφέρονταν στα διατακτικά πληρωμής, αφού έδιδαν υποσχέσεις από την πλευρά της Εναγόμενης ότι θα τα διόρθωναν και ότι η ίδια πλήρωνε για να προχωρήσει η Κατοικία.
33. Αφότου αναγνώρισε και κατατέθηκε το Τεκμήριο 12, το οποίο είναι έγγραφο που έχει τίτλο «Συνάντηση με κον ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εις Σούνι Ζανατζιά για τις κατοικίες κας Νίκης και Παναγιώτας Κυριάκου» καταγράφονται διάφορες «Παρατηρήσεις» και αφορά δύο κατοικίες σύμφωνα με αναφορά της ΜΕ1. Σε σχέση με αυτά που καταγράφονται στο εν λόγω έγγραφο ανέφερε ότι «τα κεραμίδια τοποθετήθηκαν λάθος […] το γλαφόνι δεν τοποθετήθηκε […] χωλέτρες δεν τοποθετήθηκαν […] υδρορροές επίσης […]» παραπέμποντας στην μαρτυρία του κύριου Κοντεάτη. Σε σχέση με την οροφή του χώρου στάθμευσης ανέφερε ότι ήταν ημιτελής αφού έμεινε στον σκελετό.
Η μαρτυρία του ΜΕ2
34. Η μαρτυρία που προσέφερε ο ΜΕ2 κατά την Κυρίως Εξέταση του ήταν σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν που προσέφερε η ΜΕ1 και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί περιγραφή αυτής.
35. Όσο αφορά την αντεξέταση του, ο ΜΕ2 ανέφερε σε σχετικές ερωτήσεις ότι τον Αύγουστο του 2017 η κατοικία ήταν «στα τούβλα […] ο σκελετός ολοκληρώθηκε, τα τούβλα έγιναν, οι σουβάδες έγιναν, εμπήκαν τα κεραμικά κλπ κλπ. […]» οι σουβάδες και το τρίτο χέρι μπήκαν, τα κεραμίδια μπήκαν […] τα μέσα κεραμικά μπήκαν [...] έλειπαν από μέσα είδη υγιεινής, έμεινε ο πελεκάνος […] η εσωτερική σκάλα που ανεβαίνεις στην σοφίτα δεν έγινε […] έξω έμειναν τα τοιχώματα, οι βεράντες, οι διάδρομοι.».
36. Όταν κλήθηκε να προσδιορίσει τις κακοτεχνίες ανέφερε «To γκαράζ δεν έγιναν οι δοκοί δείχνει το στα σχέδια. Ότι τα τοιχώματα δεν έγιναν έξω είπε μας δεν έγιναν τα τοιχώματα θα σας βάλλω. Η σκάλα που είδαμε στα σχέδια έδειχνε τόσο διάμετρο και πριν χύσει την πλάκα ήταν πιο μικρή. Η στέγη στα σχέδια δείχνουν ότι ήταν να μπουν όπως δείχνει στα σχέδια της στέγης δεν έγιναν έτσι. Στα σχέδια δείχνει ότι γύρω που τα σπίτια έγραφε ορισμένη απόσταση έγινε με πιο μικρή απόσταση, δεν βάλλαμε πρόνοια για να βγάλουμε τα νερά της αυλής έξω. Η μόνωση, δεν έγινε, εντάξει αυτά.».
37. Όσο αφορά τις εργασίες που δεν έγιναν ανέφερε «Τα νερά της αυλής πίσω δεν εβάλαμε πρόνοια για να τα βκάλουμε τα νερά έξω, δεν έγινε καθόλου. Τα τοιχώματα δεν έγιναν, ο διάδρομος δεν κατασκευάστηκε ούτε στα 10 πόδια κατασκευάστηκε ο διάδρομος, αυτά.»
38. Σε ερώτηση «Πες μου τώρα τι έχει κατασκευαστεί διαφορετικά από αυτά που περιλαμβάνει το σχέδιο;» απάντησε «η στέγη, ο διάδρομος που δείχνει γύρω από το σπίτι και τούτα τα άλλα δεν τα λέω. […] και το γκαράζ […] ο διάδρομος κατασκευάστηκε με πιο μικρή διάμετρο». Συμφώνησε ότι «κάτι που δεν κατασκευάστηκε δεν είναι κακοτεχνία» αναφέροντας ότι «είπα τα γενικά, δεν τα ξεχώρισα, εγώ τα έβλεπα ως κακοτεχνία.».
39. Σε σχέση με την «σκάλα» ανέφερε ότι την «βλέπω σαν κακοτεχνία […] τον σκελετό τον έκανε ο εργολάβος […] έντυσα την με μάρμαρα. Ανέφερε επίσης ότι τοποθέτησε ο ίδιος το γλαφόνι, τις χωλέτρες και τις υδρορροές μετά που ανέλαβε το σπίτι. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις Εκθέσεις του κύριου Κοντεάτη και στον χρόνο παράδοσης της κατοικίας αλλά και σε κάποιες εργασίες που έκανε ο ίδιος μέσα στο σπίτι παραπέμποντας στις Εκθέσεις του κύριου Κοντεάτη και στην μαρτυρία που θα έδιδε.
40. Αναφέρθηκε επίσης στο ότι αφότου ανέλαβε την κατοικία, δεν «μπήκε κανένας υπεργολάβος» αλλά τα έκανε όλα ο ίδιος με την βοήθεια που έλαβε από γνωστούς χωρίς να υπογράψει συμφωνία με αυτούς. Ανέφερε επίσης ότι έκανε ο ίδιος την περίφραξη και άλλαξε τα είδη υγιεινής.
Η μαρτυρία του ΜΕ3
41. Κατά την Κυρίως Εξέταση του αναγνώρισε ότι τα Τεκμήρια 10 και 11 είναι οι Εκθέσεις που είχε ετοιμάσει ο ίδιος και ότι υιοθετούσε το περιεχόμενο τους. Ανέφερε ότι τα Μέρη στα οποία χωρίζεται είναι το ιστορικό των συναντήσεων, περιλαμβάνει τα έγγραφα που του δόθηκαν και τις κακοτεχνίες και αφαιρέσεις κατασκευών, τις εργασίες που δεν εκτελέστηκαν από τον εργολάβο. Στην συνέχεια την εκτίμηση του σε σχέση με τις κακοτεχνίες και τις εργασίες που δεν εκτελέστηκαν. Τα σχέδια της άδειας οικοδομής, τις προδιαγραφές και έλαβε και φωτογραφίες που επισυνάπτει και του δόθηκαν και δύο σχέδια, κάτοψης ισογείου ορόφου που υπογράφτηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το κοστολόγιο του αφορά το κόστος επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών και το κόστος των εργασιών που δεν εκτελέστηκαν. Εξήγησε ότι από το σημείο 1-8 καταγράφονται κάποιες εργασίες και ο υπολογισμός έγινε αφού επιμέτρησε «από τα Σχέδια τα εμβαδά και έλαβα υπόψη μου τις τιμές που χρέωσε ο εργολάβος και το γεγονός ότι οι τιμές αυξάνονται καθημερινά και για να είμαι δίκαιος πήρα αυτές τις τιμές.». Έκανε επίσης αναφορά στον τρόπο που υπολόγισε έκαστο σημείο και τις διαπιστώσεις του. Η Έκθεση του 2017 δεν δόθηκε για σκοπούς Αγωγής αλλά ήταν οι σημειώσεις του σχετικά με μια συνάντηση στα γραφεία της Εταιρείας για να «δούμε πως θα μπορούσε να προχωρήσει η εργασία η οικοδομή από τον εργολάβο». Ενόψει του ότι απέτυχε εκείνη η συνάντηση, όταν του ζητήθηκε η Έκθεση την τροποποίησε επειδή ο εργολάβος συνέχιζε κάποιες εργασίες και εξέδωσε το διατακτικό με αριθμό 19 το οποίο πληρώθηκε και υποδείκνυε ότι υπήρχε υπόλοιπο για την πληρωμή μέχρι την ολοκλήρωση της κατοικίας.
42. Κατά την αντεξέταση του ο κύριος Κοντεάτης ανέφερε ότι μέχρι την ημέρα που είχε αναλάβει Σύμβουλος είχε πληρωθεί το 75% του Συμβολαίου. Συμφώνησε ότι μετά τον Μάρτιο του 2018 η Εναγόμενη δεν έκανε άλλες εργασίες στην οικοδομή αλλά μετά την έκθεση του Αυγούστου που ετοίμασε ο ίδιος η Εταιρεία προχώρησε και έκανε άλλες εργασίες. Σε ερώτηση γιατί τότε οι δύο εκθέσεις μεταξύ του 2017 και του 2019 είναι πανομοιότυπες ανέφερε ότι «αφού έγιναν και ήταν αποδεκτές.». Ανέφερε ότι από το 2017 μέχρι τον Μάρτιο του 2018 έγιναν οι εργασίες «τοποθέτηση πατούδων σε όλα τα παράθυρα. Τοποθετήθηκαν πατώματα. Κατασκευάστηκε η είσοδος από το πεζοδρόμιο προς την κατοικία με τα κεραμικά. Αλουμίνια. Μπογιατίστηκαν. Οι εργασίες που αναφέρω ότι ήθελαν επιδιόρθωση δεν εκτελέστηκαν.». Σε σχέση με τον χώρο στάθμευσης αναφέρει ότι τον κατασκεύασε ο ιδιοκτήτης «μετά τον Μάιο του 2018». Για να καταλήξει στις τιμές του είχε ως οδηγό «δύο πράγματα, το Συμβόλαιο και τις τιμές αγοράς εκείνη την περίοδο».
43. Η μόνη περίπτωση που ενημερώθηκε για την ύπαρξη διατακτικού, ήταν το τελευταίο. Συνεχώς επισκεπτόταν και είχε συναντήσεις με τον κύριο Δημητρίου και συζητούσαν τις επιδιορθώσεις και επειδή τον αγνοούσε, ζήτησε και είχε συνάντηση με την κυρία Δημητρίου που ήταν η Συνάδελφος του και μελετητής, δίδοντας της γραπτώς κάποιες παρατηρήσεις. Από το 2017 που ετοίμασε την πρώτη του έκθεση μέχρι την ετοιμασία της δεύτερης το 2019 τοποθετήθηκαν πατώματα και τίποτε άλλο, ολοκληρώθηκε η κουζίνα την οποία δεν κατέγραψε αφού έλειπαν ερμάρια. Οι δύο εκθέσεις είναι πανομοιότυπες και τον Νοέμβριο του 2019 δεν επισκέφτηκε την κατοικία. Επισκέφτηκε την κατοικία μέσα στο 2018, 3-4 μήνες πριν από την συνάντηση με την κυρία Δημητρίου, περί τον Μάρτιο του 2018.
44. Από την έκθεση του Αυγούστου του 2017 ανέφερε τις εργασίες που δεν έγιναν «Χώρος στάθμευσης, δεν έγινε τίποτε. Διάδρομος στο γκαράζ, τίποτε. Μόνωση θερμομόνωση, τίποτε. Ξυλουργικά, τίποτε. Στέγη, τίποτε, παρέμενε όπως την είδα στις 29/08. Δεν διορθωθήκαν τα κεραμίδια. Δεν τοποθετηθήκαν λαμαρίνες για υδρορροές, δεν έγινε γλαφώνι και δεν τοποθετήθηκαν οι ξύλινες κολώνες εντός της σοφίτας. Δεν έγινε τίποτε στο διάδρομο γενικά. Υπάρχει στα σχέδια ένας διάδρομος μεταξύ της οικοδομής και του ανθώνα. Δείχνεται στα σχέδια ότι είναι μπετόν και δεν έγινε. Εφόσον δεν έγινε, δεν μπήκε οπλισμός, δεν έγινε αναγκαία επιχωμάτωση, ο ξυλότοιχος. Η πέτρα στην είσοδο είχε μια διαφορά στην τιμή. Η τοιχοποιία στην κουζίνα δεν έγινε γιατί είχαν συμφωνήσει το υπνοδωμάτιο για να μην γίνει [……].»
45. Ανέφερε ότι παρόλα αυτά συμπεριέλαβε την τοιχοποιία στην κουζίνα, παρά το ότι συμφώνησαν με την Ενάγουσα η Εναγόμενη να μην γίνει, επειδή υπήρχε στα Σχέδια. Όσο αφορά τις τιμές που καταγράφει στις εκθέσεις του τις έλαβε «από την εμπειρία μου και τα συμβόλαια που έκανα».
46. Ανέφερε ότι η υφιστάμενη κουζίνα δεν είναι αυτή που εντοπίζεται στα σχέδια αφού οι ιδιοκτήτες ζήτησαν να τροποποιηθεί και να ενσωματωθεί το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα και επιπλέον δύο ερμάρια, τα οποία δεν κατασκεύασαν. Επειδή οι εργασίες αυτές ήταν «έξτρα» αφαίρεσε το κόστος από την έκθεση του, ήτοι το ποσό των 275 Ευρώ. Επιπλέον έκανε αναφορά στο ότι δεν επισκέφτηκε την κατοικία μετά που η Ενάγουσα ανέλαβε την κατοχή της κατοικίας το 2018.
47. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η στέγη και ότι αυτός θα ήταν λόγος για να μην εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Επίσης σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι για να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης θα πρέπει να είχε κατατεθεί «καλυπτική άδεια οικοδομής» λόγω του ύψους της σοφίτας γιατί ήταν πιο χαμηλό από ότι προβλεπόταν στην άδεια οικοδομής. Ακολούθως, αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της επίδικης κατοικίας, με Αιτήτρια την Ενάγουσα. Το εν λόγω Τεκμήριο καταγράφει όπως ανάφερε ότι βεβαιώνει ότι συμπληρώθηκαν οι εργασίες σύμφωνα με την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε με βάση το άρθρο «τάδε, τάδε του Νόμου». Αμφισβήτησε ωστόσο ότι ο ελεγκτής από την αρμόδια αρχή εισήλθε στο σπίτι για να ελέγξει. Κατόπιν υπόδειξης του Τεκμηρίου 12 ανέφερε ότι πράγματι σε αυτό καταγραφόταν ότι χρειάζονταν άδειες, όπως η καλυπτική άδεια, αίτηση για πιστοποιητικό τελικής έγκρισης μερικό και αίτηση για διαχωρισμό των κατοικιών και κατέληξε «τώρα αν έγιναν […] δεν ξέρω […] αφού λέω ότι συζητώντας με τον κύριο Δημητρίου για να τελειώσει αυτή η δουλειά πρέπει να κάνει αυτά και η θέση μου είναι ότι τα έχει κάνει με βάση τις υποδείξεις σας και εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Ας το αποδείξει.».
48. Ανέφερε ότι η τελευταία συνάντηση με τον Διευθυντή της Εναγόμενης πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2018 όπου τους ανέφερε ο Διευθυντής «αναλάβετε εσείς». Στο ενδιάμεσο έγιναν κάποιες εργασίες και ιδιαίτερα από το Τεκμήριο 12 που είναι προσωπικές του σημειώσεις ανέφερε ότι «πρόκειται για σημειώσεις όπως την Έκθεση του 17» και ότι από την συνάντηση που αφορά το Τεκμήριο 12 η Εναγόμενη δεν διόρθωσε τα κεραμίδια, το «γλαφώνι» δεν το διόρθωσε, δεν τοποθέτησε χωλέτρες και υδρορροές. Δεν κατασκεύασε οροφή του χώρου στάθμευσης και ούτε μόνωση της οροφής του σαλονιού. Ανέφερε επίσης ότι ο «πελεκάνος» δεν τοποθέτησε ερμάρια κουζίνας, είδη υγιεινής, μπογιάτισμα, περίφραξη. Όταν του υποδείχτηκε ότι σε προηγούμενη αναφορά του είπε ότι η κουζίνα τοποθετήθηκε και έμειναν δύο ερμάρια τότε ανέφερε ότι «τα ερμάρια έκλεισεν τα, την κουζίνα έβαλε την» αλλά επέμεινε ότι δεν τοποθέτησε είδη υγιεινής.
49. Η τελευταία επίσκεψη του στην κατοικία ήταν τον Μάρτη του 2018 και ότι από τον Αύγουστο του 2017 μέχρι τον Μάρτιο του 2018 «τοποθετήθηκαν κάποιες σωληνώσεις» η αξία των οποίων ήταν 1.700 ευρώ. Ανέφερε ότι δεν έλαβε υπόψη του τα διατακτικά για να ετοιμάσει την έκθεση του. Μετά την «συνάντηση στα γραφεία του κύριου Δημητρίου» δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τις εργασίες που έλαβαν χώρα από τον κύριο Δημητρίου ο οποίος συνέχισε κάποιες εργασίες. Ανέφερε ότι μετά την παραλαβή δεν τον συμβουλεύτηκαν οι πελάτες του. Ανέφερε επίσης σε διάφορα σημεία ότι δεν επισκέφτηκε την κατοικία το 2019 όταν ετοίμασε την δεύτερη έκθεση του και στηρίχτηκε στα όσα του ανέφερε η Ενάγουσα.
Η μαρτυρία της ΜΥ
50. Η ΜΥ, κυρία Ελένη Ιακώβου Δημητρίου είναι η σύζυγος του Διευθυντή της Εναγόμενης και είναι Πολιτικός Μηχανικός και της ανατέθηκε η εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και η εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση 4 κατοικιών. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι υπογράφηκε στην παρουσία της η Σύμβαση με την Ενάγουσα και την Εναγόμενη και κατέβαλε η Ενάγουσα το ποσό των 20.000 Ευρώ και αποτελούσε όρο ότι θα ολοκληρωνόταν εντός 10 μηνών η κατοικία. Στις 12/10/2016 εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής και η Εταιρεία προχώρησε στην έναρξη των χωματουργικών εργασιών και επειδή η Ενάγουσα δεν διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια ζήτησε σε σχετική συνάντηση οι εργασίες να ανασταλούν μέχρι να εξασφαλίσει τα χρήματα. Όταν εξασφάλισε το δάνειο, τον Μάρτιο του 2017 σε σχετική συνάντηση που έγινε στα γραφεία της Εναγόμενης στην παρουσία της κατέβαλε το ποσό των 60.000 Ευρώ και συμφωνήθηκε ότι οι εργασίες θα ξεκινούσαν και θα ολοκληρώνονταν εντός 10 μηνών.
51. Με την πληρωμή του ποσού αυτού, ξεκίνησαν οι εργασίες. Αποτέλεσε θέση της ότι περί τον Αύγουστο του 2017 η Ενάγουσα και ο σύζυγος της άρχισαν να «δημιουργούν προβλήματα» ζητώντας αλλαγές εσωτερικά της κατοικίας για την κατασκευή σοφίτας η οποία ήταν εκτός των αρχιτεκτονικών σχεδίων που εγκρίθηκαν και επίσης ζητούσαν διάφορες αλλαγές εξωτερικά όπως η περίφραξη γίνει ολόκληρη από μπετόν. Ενόψει τούτων αποδέχτηκαν τον διορισμό του κύριου Κοντεάτη με τον οποίο πραγματοποίησαν διάφορες συναντήσεις και ότι τα οποιαδήποτε διατακτικά εκδίδονταν θα τα ενέκρινε ο ίδιος. Μετά από συνάντηση που είχαν στις 11/01/2018 με τον κύριο Κοντεάτη, ο τελευταίος συνέταξε και παρέδωσε μια επιστολή με τις παρατηρήσεις του. Όσο αφορά τις θέσεις του κύριου Κοντεάτη ανέφερε τις θέσεις της:
(i) Σε σχέση με την οροφή ανέφερε ότι τα κεραμίδια τοποθετήθηκαν, το γλαφώνι δεν τοποθετήθηκε λόγω της απαίτησης της Ενάγουσας για τοποθέτηση αλουμίνιου αντί ξύλου, ως οι προδιαγραφές, οι χωλέτρες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα σχέδια και στις προδιαγραφές, οι υδρορροές τοποθετήθηκαν 50 μέτρα πάνω από το μπετόν του θεμελίου κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας δια του πατέρα της.
(ii) Σε σχέση με την οροφή του χώρου στάθμευση ανέφερε ότι δεν κατασκευάστηκε λόγω της διακοπής των εργασιών.
(iii) Σε σχέση με την μόνωση της οροφής του σαλονιού ανέφερε ότι ο σουβάς στον οποίο έκανε αναφορά ο κύριος Κοντεάτης, ήταν η ενδεδειγμένη μέθοδος σύμφωνα και με την μελέτη ενεργειακής απόδοσης.
(iv) Σε σχέση με τα ερμάρια ανέφερε ότι τοποθετήθηκαν όλα πλην ενός και η κουζίνα και ο πάγκος κουζίνας τοποθετήθηκαν.
(v) Σε σχέση με τα είδη υγιεινής ανέφερε ότι δεν τοποθετήθηκαν λόγω διακοπής εργασιών.
(vi) Σε σχέση με τα «μπογιατίσματα» δεν ολοκληρώθηκαν λόγω διακοπής των εργασιών.
(vii) Σε σχέση με την περίφραξη ανέφερε ότι δεν ολοκληρώθηκε καθότι η Ενάγουσα ζητούσαν να γίνει όλη από μπετόν και όταν τους αναφέρθηκε ότι έπρεπε να πληρώσουν την διαφορά αρνήθηκαν.
Αποτέλεσε θέση της ΜΥ ότι αν δεν τερμάτιζαν τις εργασίες τότε θα παραδιδόταν η κατοικία τον Ιούλιο του 2018 όπως και της αδελφής της Ενάγουσας.
52. Κατά την αντεξέταση της έκανε αναφορά στην ανεξαρτησία της παρά το ότι είναι η σύζυγος του Διευθυντή της Εναγόμενης και ότι λάμβανε αμοιβή για το έργο αυτό. Ανέφερε ότι η Σύμβαση με την μορφή που έχει έγινε για να κατατεθεί στην Τράπεζα και να λάβει δανειοδότηση για την κατοικία και ότι ήταν απαίτηση της Ενάγουσας να μην ξεκινήσουν οι εργασίες αν δεν λάβει το δάνειο. Δεν καταγραφόταν αυτό το γεγονός στην Σύμβαση γιατί διαφορετικά δεν θα λάμβανε το δάνειο η Ενάγουσα. Υποστήριξε ότι το διατακτικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 ημερομηνίας 02/06/2017 αποδεικνύει την θέση της αυτή. Ανέφερε ότι η Σύμβαση υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2016 και οι εργασίες ξεκίνησαν έξι μήνες αργότερα, χωρίς να προβάλει την οποιαδήποτε ένσταση η Ενάγουσα. Αυτό ήταν κατά την θέση της απόρροια του ότι ανέμενε να λάβει το δάνειο. Ο λόγος που καταγράφηκε ως χρόνος αποπεράτωσης οι 10 μήνες, ήταν επειδή ο χρόνος που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η κατοικία είναι 10 μήνες. Σύμφωνα με την θέση της οι διαμαρτυρίες της Ενάγουσας ξεκίνησαν όταν διορίστηκε ο κύριος Κοντεάτης, τον Αύγουστο του 2017 και η κατοικία έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός 10 μηνών από την έναρξη των κατασκευαστικών έργων, ήτοι από τον Μάρτη του 2017 με αποτέλεσμα οι εργασίες να έπρεπε να ολοκληρωθούν περί τον Φεβρουάριο του 2018. Ανέφερε επίσης ότι ο κύριος Κοντεάτης σε κανένα σημείο δεν υπέδειξε την οποιαδήποτε κακοτεχνία από τα διατακτικά πληρωμής. Επιβεβαίωσε ότι τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν αφορούσαν την διαμόρφωση της σοφίτας και την κατασκευή της περίφραξης από μπετόν και όχι με συρματόπλεγμα. Τα αρχικά σχέδια προνοούσαν την σοφίτα ως ένα ενιαίο χώρο και κατέληξαν να διαχωριστεί η σοφίτα, να γίνει από ενιαίο σε play room και μετά έγιναν αλλαγές στο ισόγειο και θα γινόταν διαφορετικά η σοφίτα. Ανέφερε ότι με βάση τα σχέδια που επισυνάπτονταν στο Τεκμήριο 1, ήτοι την Σύμβαση θα έπρεπε να παραδοθεί στην Ενάγουσα οικία με τρία υπνοδωμάτια, κάτι το οποίο θα γινόταν αν δεν διέκοπτε την σύμβαση η Ενάγουσα.
III. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
53. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται.
54. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Όπως τίθεται από την νομολογία «υπάρχουν δύο στάδιο πνευματικής διεργασίας». Το πρώτο στάδιο είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας και με στόχο την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Το δεύτερο στάδιο είναι η διαπίστωση κατά πόσο ο Ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (συνδυασμένη ανάγνωση των Pashkovskiy v. Pashkovskayia (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 657, 667, R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd. (1996) 1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084, Wynne v Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014).
55. Η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).
56. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη «φόρμουλα» για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και την εξακρίβωση της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου. Ως εκ τούτου έχουν καθιερωθεί κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί της ζωής, που προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές ή ακόμα και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψής στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους, όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165, Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου (2000) 1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016).
57. Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός προσώπου αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας (βλ. Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
58. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, ECLI:CY:AD:2017:C35).
59. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165).
60. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339)[1].
61. Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα (Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304), ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454).
62. Διευκρινίζεται ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
63. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 αναφέρεται ότι στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (βλ. Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383).
64. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης που έχει καθορίσει η νομολογία των Δικαστηρίων προβαίνω στην πιο κάτω αξιολόγηση, η οποία ακολουθεί τις εξής θεματικές (α) την υπογραφή της Συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και την ενοικίαση άλλης κατοικίας από την Ενάγουσα (β) τον χρόνο έναρξης της Συμφωνίας και τον τερματισμό αυτής και (γ) την ύπαρξη κακοτεχνιών και έργων που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της Κατοικίας και την αξία τους.
65. Σε σχέση με την συνολική εικόνα των μαρτύρων ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία τους προσεγγίζεται με ιδιαίτερη προσοχή καθότι η ΜΕ1 είναι η Ενάγουσα και έχει προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, ο ΜΕ2 είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας και έχει και ο ίδιος προσωπικό συμφέρον, ενώ η ΜΥ παρά το ότι ανέφερε ότι εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός στην Εναγόμενη, εντούτοις είναι η σύζυγος του Διευθυντή της Εναγόμενης, κύριου Δημητρίου και έχει ως εκ τούτου έμμεσο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης.
66. Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι η ΜΕ1 γενικότερα ήταν αναστατωμένη ενώ κατέθετε αλλά δεν έδιδε την εικόνα ενός ατόμου που ήρθε στο Δικαστήριο να μην πει την αλήθεια. Η αναστάτωση της ήταν ιδιαίτερα εμφανής όταν κατέθετε για ζητήματα που άπτονταν των κακοτεχνιών και των εργασιών που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της Κατοικίας. Ωστόσο, παρά το γεγονός αυτό από αντιπαραβολή των θέσεων που προέβαλε σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια και την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων η μαρτυρία της γίνεται εν μέρει αποδεκτή, ως θα καταδειχθεί πιο κάτω. Αντίστοιχα ισχύουν και σε σχέση με τον ΜΕ2.
67. Ιδιαίτερα σε σχέση με την ΜΥ θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως θα καταδειχθεί πιο κάτω, μέρος της μαρτυρίας της κινείτο και εκτός των δικογράφων. Σε αντίθεση με τους ΜΕ1 και ΜΕ2 που η μαρτυρία τους υποστηριζόταν από τεκμήρια και σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, στον οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω, παρουσίαζε σαφήνεια, η μαρτυρία της ΜΥ δεν ήταν τέτοια που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχτεί σε αυτήν για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η ΜΥ απαντούσε με υπεκφυγές, δεν έδιδε σαφείς απαντήσεις και γενικότερα δεν έδιδε την εντύπωση μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τα γεγονότα ως αυτά έλαβαν χώρα αλλά από το σύνολο της μαρτυρίας της και της όλης στάσης της έδιδε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την Εναγόμενη στην οποία είναι Διευθυντής ο σύζυγος της. Κατέβαλε προσπάθεια μέσα από την μαρτυρία της να παρουσιαστεί ως εμπειρογνώμονας και ταυτόχρονα ως μάρτυρας γεγονότων. Ωστόσο, τα όσα ανέφερε ήταν ξεκάθαρα μια προσπάθεια να εξυπηρετήσει τις θέσεις της Εναγόμενης.
Ειδικότερα, το πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ3
68. Αναφορικά με τον ΜΕ3, σημειώνεται ότι κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας ο οποίος διορίστηκε από την Ενάγουσα και ετοίμασε δύο εκθέσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10 και 11. Τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΕ3 δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Ενάγουσας παρά το ότι κατά την αντεξέταση του επιχειρήθηκε να προβληθεί το επιχείρημα ότι δεν ήταν αρμοδιότητα του να κοστολογήσει τα όσα εντόπισε και κατέγραψε στην έκθεση του. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η πραγματογνωμοσύνη σε ένα τομέα μπορεί να προκύψει από ακαδημαϊκή ή εμπειρική παιδεία (Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984).
69. Ο εμπειρογνώμονας πρέπει «να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία» (Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (2013) 1 ΑΑΔ 438). Στην Α.Α.Ι ν. Χρυσοστόμου, Πολιτική Έφεση 298/2014, ημερομηνίας 14/12/2023 καταγράφεται το ακόλουθο:
«Το δικαστήριο, δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί το ίδιο ως πραγματογνώμονας, σε σχέση με θέματα που αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής γνώσης, ώστε να μην εμπίπτουν στη γνώση του κοινού ανθρώπου, (βλ. Μακρίδης ν. Dharaghji κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1013, σελίδα 1021). Όταν δε, για να διαπιστώσει τα γεγονότα υπόθεσης που εκδικάζεται ενώπιον του, πρέπει να βασιστεί στη μαρτυρία πραγματογνώμονα μάρτυρα, την αξιολογεί πρώτα, ως προς την αξιοπιστία της, με βάση τους συνήθεις κανόνες απόδειξης. Ακολούθως την κατανοεί. Αφού βεβαιωθεί και για τούτο, με τη γνώση που θα έχει πλέον αποκτήσει, προβαίνει σε ευρήματα επί των γεγονότων που αφορούν την ιατρική πτυχή της. Όπως, ακριβώς, έχει λεχθεί, ο πραγματογνώμονας παρέχει στο Δικαστήριο την αναγκαία επιστημονική γνώση, ώστε να κατανοήσει, το ίδιο, δεδομένα επιστημονικού περιεχομένου, που έχουν τεθεί ενώπιον του, προκειμένου να καταλήξει στη δική του ανεξάρτητη κρίση σε σχέση με συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης, (βλ. Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Entr. Ltd κ.α. (1997 1 Α.Α.Δ. 184, Κοινοτικό Συμβ. Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298 και Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου κ.α. (2013) 1 Α.Α.Δ. 832)».
70. Η μαρτυρία πραγματογνώμονα δεν είναι δεσμευτική παρά μόνο βοηθητική προς το Δικαστήριο και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται (Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Ευριπίδου και Άλλων (2015) 2 ΑΑΔ 140) ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, εφόσον υφίστανται συνθήκες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και χωρίς βεβαίως να μετατρέπεται το ίδιο το Δικαστήριο σε εμπειρογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί (ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ v. YIANGOS I SOCRATOUS & SONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.149/2015, 3/2/2025) και έστω αν είναι ο μόνος εμπειρογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο (Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1498, και Πελεκάνος Γιαννάκης, ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου και Άλλοι ν. Ανδρέα Πελεκάνου και Άλλου (2010) 1 ΑΑΔ 1746).
Η υπογραφή της Συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και η Ενοικίαση άλλης Κατοικίας από την Ενάγουσα
71. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή της Συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, η ημερομηνία υπογραφής της, η αξία ολοκλήρωσης του συνόλου της Κατοικίας η οποία ανερχόταν στο ποσό των 156.000,00 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α. Ούτε αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η Ενάγουσα ενοικίαζε με τον σύζυγο της άλλη κατοικία μέχρι την ολοκλήρωση της Κατοικίας της και ότι η Εναγόμενη είχε ενημερωθεί για το γεγονός αυτό. Εξάλλου το γεγονός αυτό προκύπτει και από το Τεκμήριο 2, αλλά και από τα όσα αναφέρθηκαν από την ΜΕ1 σύμφωνα με την οποία, συνέχισε να ενοικιάζει την ίδια Κατοικία. Η ενοικίαση της κατοικίας και η καταβολή του ποσού των 350 Ευρώ και αργότερα των 380 Ευρώ προκύπτει και από το Τεκμήριο 3, ήτοι την δέσμη αποδείξεων που εκτείνεται από την 09/10/2015 μέχρι την 10/07/2018. Εξάλλου το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης και ούτε προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία. Αυτό το οποίο αμφισβήτησε δια της αντεξέτασης της η πλευρά της Εναγόμενης ήταν κατά πόσο δικαιούται συμβατικά αποζημιώσεις, κάτι το οποίο θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο σημείο.
72. Ούτε αμφισβητήθηκε η καταβολή της προκαταβολής των 20.000 Ευρώ αλλά και το γεγονός ότι η Ενάγουσα κατέβαλλε όλα τα ποσά που περιλαμβάνονταν στα διατακτικά πληρωμής που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5, όπως άλλωστε προκύπτει και από τις αποδείξεις πληρωμής που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6. Επίσης, αδιαμφισβήτητα παράμεινε και το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν διέθετε όλο το ποσό του δανείου και ότι αυτή θα προέβαινε σε δανεισμό από τραπεζικό ίδρυμα για την αγορά της επίδικης Κατοικίας. Ούτε αμφισβητήθηκε η μεταβίβαση του μεριδίου στο όνομα της Ενάγουσας στις 10/03/2017 με την καταβολή του ποσού των 60.000 Ευρώ αλλά ούτε και ότι η κατοικία δεν είχε ολοκληρωθεί τον Αύγουστο του 2017 όπως ανέφερε η ΜΕ1 και παρέδωσε την κατοχή της κατοικίας περί τα μέσα Ιουνίου του 2018.
Ο χρόνος έναρξης της Συμφωνίας και ο τερματισμός της
73. Η διαφωνία των μερών εντοπίζεται στο ότι από την μια η ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι τα κατασκευαστικά έργα έπρεπε να ξεκινήσουν από την υπογραφή της Συμφωνίας, κάτι το οποίο υποστήριξε και ο ίδιος ο ΜΕ2 ενώ η θέση της Εναγόμενης όπως της τέθηκε κατά την αντεξέταση και προωθήθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης μέσω της ΜΥ ήταν ότι παρά το ότι αυτό καταγραφόταν στην Σύμβαση, εντούτοις η μεταξύ τους συνεννόηση ήταν ότι θα ξεκινούσε η κατασκευή της επίδικης κατοικίας όταν λάμβανε τα χρήματα από τον δανεισμό η Ενάγουσα.
74. Διαφαίνεται μέσα από την μαρτυρία της ME1, ότι εντόπιζε «καθυστερήσεις από την πρώτη δόση» και ότι κατά τον Μάρτιο του 2017 ημερομηνία κατά την οποία κατέβαλε το ποσό των 60.000 Ευρώ και είχε εξασφαλίσει τον δανεισμό από το τραπεζικό ίδρυμα, διαπίστωσε ότι «παρέμεναν 4 μήνες για την παράδοση και αποπεράτωση της Κατοικίας σε εμένα […] αλλά οι Εναγόμενοι σε αυτό το σημείο δεν είχαν ολοκληρώσει ούτε καν το σκελετό της Κατοικίας». Σε διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν για το ζήτημα αυτό απάντησε ότι «όχι, κολλήσαμε στο πιο ασήμαντο. Μου λέει 10 μήνες, περίμενα να τελειώσει σε 10 μήνες ή τουλάχιστον αν δεν ήταν σε 10 μήνες να ήταν ένα χρονικό διάστημα μέσα στα πλαίσια. Τουλάχιστον κάπου κοντά, 12 μήνες.». Από την πλευρά του ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε το γεγονός αυτό και ανέφερε ότι κατά τον Μάρτιο του 2017 η κατάσταση της κατοικίας ήταν στο εξής σημείο «καθάρισαν το οικόπεδο, έκαμαν το πέδιλο και ως εκεί δεν ολοκλήρωσαν τον σκελετό. […] τίποτε άλλο».
75. Εξ’ όσων προκύπτει από την δέσμη Τεκμηρίων 5, η Εναγόμενη εξέδιδε πιστοποιητικά πληρωμής με ημερομηνίες 02/06/2017, 10/07/2017, 03/08/2017, 26/10/2017, 28/11/2017, 13/12/2017, 17/01/2018 και 14/02/2018 και η Ενάγουσα πλήρωνε τα πιστοποιητικά αυτά, σύμφωνα τόσο με την μαρτυρία της ΜΕ1 η οποία κατέθεσε και τις σχετικές αποδείξεις ως Τεκμήριο 6. Μάλιστα, η Ενάγουσα ενώ διαφάνηκε μέσα από την γενικότερη στάση της ότι απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στον χρόνο αποπεράτωσης του έργου, εντούτοις τον Αύγουστο του 2017 όπου η Εναγόμενη ανέστειλε τις εργασίες, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, διόρισε τον κύριο Κοντεάτη, ο οποίος διεξήγαγε διάφορες συναντήσεις και «παρά τις έντονες διαφωνίες από εμένα, τον σύζυγο μου και τον κ. Κοντεάτη, και μετά από αρκετές διαβουλεύσεις οι Εναγόμενοι συνέχισαν (όπως εξάλλου φαίνεται και από τις ημερομηνίες που φέρουν τα πιστοποιητικά πληρωμής) να ανεγείρουν την Κατοικία αμελώς […]». Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2 κατά τον Αύγουστο του 2017 είχε ολοκληρωθεί ο σκελετός, τα τούβλα, οι σουβάδες, τα κεραμικά (μέσα), τα κεραμίδια, αλλά «έμειναν αρκετά πράματα […] είδη υγιεινής, ο πελεκάνος, η σκάλα που ανεβαίνει στην σοφίτα, τα τοιχώματα τα εξωτερικά, οι βεράντες, οι διάδρομοι».
76. Πραγματοποίησαν μάλιστα συνάντηση στις 28/03/2018 με τον Διευθυντή της Εναγόμενης, κύριο Δημητρίου και τον κύριο Κοντεάτη, όπου ο κύριος Δημητρίου τους ανέφερε ότι δεν θα ολοκλήρωνε τις εργασίες λόγω διαφωνιών και τερμάτισαν την Συμφωνία στις 14/05/2018, δηλαδή 10 περίπου μήνες αφότου η επίδικη Κατοικία θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί, ως είναι η θέση της ΜΕ1, και παρέλαβε κατοχή τον Ιούνιο του 2018.
77. Η ΜΕ1 δεν έδωσε καμία εξήγηση για τον λόγο που δεν τερμάτισε την Συμφωνία νωρίτερα παρά το γεγονός ότι η απαίτηση της ήταν να ολοκληρωθεί εντός του χρονικού διαστήματος που προνοούσε η ίδια η Συμφωνία, ενώ όπως ανέφερε ενοικίαζε κατοικία στην οποία διέμενε με τον σύζυγο της και κατέβαλλε ενοίκια. Θα αναμενόταν από την Ενάγουσα, από την στιγμή που επιθυμούσε να ολοκληρωνόταν η Κατοικία εντός του χρονοδιαγράμματος που καταγράφει η Συμφωνία, να απέστελλε νωρίτερα κάποια προειδοποιητική επιστολή ή έστω να προχωρούσε με τον διορισμό του κύριου Κοντεάτη νωρίτερα. Η ΜΕ1 αρνήθηκε μάλιστα σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της ότι έγιναν προφορικές συμφωνίες για τροποποίηση αλλά ανέφερε παράλληλα σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν εντός του 2018 «ναι, αφού το 18 του δώσαμε. Εννοείται έδωσα με το διατακτικό. Μέσω του διατακτικού […] Τι ήταν να κάμουμε; […]». Σε άλλα σημεία της αντεξέτασης της αναφέρει τα εξής σχετικά :
«Ε: Ποια ήταν η Συμφωνία σας με την Εναγόμενη για να πληρώσεις διατακτικό τον 2ο του 2018;
Α: Δεν κάναμε κάποια Συμφωνία. Προχωρήσαμε να τελειώσει το σπίτι, αλλά συνεχίζαμε και δεν τέλειωνε το σπίτι. Έπρεπε να τελειώσει το σπίτι. Αλλά καθυστερήσεις δεν επηαίνναμε, δεν κάναμε. Έπρεπε να τελειώσει το σπίτι. Τζιαμέ που είδαμε ότι το σπίτι τελικά δεν τελειώνει και πάει πάει πάει, φτάσαμε σε τούτο το σημείο.
Ε: Κυρία Μάρτυς, αποδεχτήκατε όμως να συνεχίσουν οι εργασίες, σωστά; Από την Εναγόμενη. Μετά τον Ιούλιο του 17.
Α: Αναγκαστικά.
Ε:Αναγκαστικά;
Α: Ναι.
[…]
Α: Εμείς ελέαμεν του, επληρώναμεν τον, εδώκαμε περιθώριο, δεν συμμορφώθηκε και τερματίσαμε. Εδώκαμε του κάποια περιθώρια αλλά δεν εγινήσκετουν η δουλειά μας. Εγώ δεν έχω κάτι άλλο να πώ.
[…]
Ε: Εδώσατε παραπάνω χρόνο;
Α: Τι εννοείτε;
Ε: Μετά την λήξη των 10 μηνών;
Α: Ναι εδώσαμε χρόνο.
Ε: Τροποποιήσατε την Συμφωνία σας δηλαδή;
Α: Εδώσαμε χρόνο να τελειώσει δεν είπαμε όχι, αλλά έπρεπε να τελειώσει το σπίτι, δεν είχα άλλην επιλογή.
Ε: Είπατε του μέχρι πότε πρέπει να το τελειώσει μετά που εβάλατε τον κύριο Κοντεάτη »
78. Τα πιο πάνω επιβεβαίωσε και ο ΜΕ2 ο οποίος κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι «Γιατί δεν το τερμάτισα; Σταδιακά που δουλεύαμε εκφράζαμε τα παράπονα μας, λέγαμε πέρκι βρούμε συμβιβασμό να τελειώσουμε γιατί ενοικιάζαμε είχαμεν και ένα μωρό και ξέρω εγώ. Εκφράζαμε το ότι καθυστέρησε και κλπ. και αναφέραν μας δεν σας συμφέρει να πάτε Δικαστήριο, θα φάτε πολλά χρόνια, που θα βρείτε λεφτά […] και είπαμε να έρθουμε σε συμβιβασμό πέρκι ολοκληρωθεί το σπίτι, στο τέλος είναι σπίτι μιτσί, δεν είναι μεγάλο το σπίτι μας.».
79. Όσο αφορά τον τερματισμό της Συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, σχετική είναι η επιστολή ημερομηνίας 14/05/2018 που επιδόθηκε στις 23/05/2018. Η επιστολή αυτή σύμφωνα με τα όσα κατατέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν, αποστάλθηκε μετά την πραγματοποίηση συνάντησης ημερομηνίας 28/03/2018 μεταξύ της Ενάγουσας και του κύριου Δημητρίου, Διευθυντή της Εναγόμενης, ο οποίος ανέφερε ότι δεν θα προέβαινε σε ολοκλήρωση των εργασιών της Κατοικίας (βλ. Τεκμήριο 9).
80. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας κρίνεται ότι η Ενάγουσα δεν τερμάτισε την Συμφωνία που είχε με την Εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά δεν μπορεί να προκύψει από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπήρξε νέα Συμφωνία μεταξύ των μερών. Συνάγεται επίσης, ότι η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 14/05/2018 η οποία επιδόθηκε στις 23/05/2018 μετά που ο Διευθυντής της Εναγόμενης δήλωσε ρητά σε συνάντηση ημερομηνίας 28/03/2018 ότι δεν θα προχωρούσε με την ολοκλήρωση της. Αυτά δε όσο αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της Συμφωνίας.
81. Από την άλλη όμως η θέση της ΜΥ εστίασε στο ότι η συνεννόηση που υπήρχε με την Ενάγουσα ήταν ότι θα εξασφάλιζε την δανειοδότηση και η κατασκευή θα ακολουθούσε. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε «αν δείτε πότε εξασφαλίστηκε το δάνειο της κυρίας Κυριάκου, θα δείτε ότι μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, υπήρχαν οι πρώτες εργασίες» και παρέπεμψε στο ενδιάμεσο πιστοποιητικό ημερομηνίας 02/06/2017, Τεκμήριο 5. Κατά την αντεξέταση της η ΜΕ1 σε σχετική ερώτηση για το πότε δόθηκαν οι 20.000 Ευρώ, αν δόθηκαν προηγουμένως ή κατά την υπογραφή της Συμφωνίας, ήτοι η προκαταβολή, ανέφερε ότι «πριν από αυτό για να κλείσουμε την Συμφωνία είχαμε πει να δώσουμε 20.000 χωρίς να δώσουμε. Μας το ζήτησε ο κύριος Ανδρέας για να προχωρήσει το δάνειο για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε. Τις 20.000 τις έδωσε μετά ο πατέρας μου για τις δώσω να ξεκινήσει το δάνειο.» Ερωτήθηκε επίσης η ΜΕ1 κατά πόσο για να ξεκινήσουν οι εργασίες έπρεπε να υπάρχουν τα λεφτά του δανείου και η απάντηση της ήταν «Ναι». Παρά τις αναφορές αυτές δεν δόθηκε καμία εξήγηση από την πλευρά της Εναγόμενης για τις εργασίες που είχαν ήδη διεκπεραιωθεί πριν από την εξασφάλιση του δανεισμού από την Εναγόμενη και σε κάθε περίπτωση η θέση της αυτή είναι θεωρητική αφού η Κατοικία δεν είχε ολοκληρωθεί ούτε 10 μήνες μετά την εξασφάλιση του δανεισμού από την Ενάγουσα, ήτοι στις 10/03/2017. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ΜΥ ότι υφίστατο συνεννόηση με την Ενάγουσα ότι οι εργασίες θα ξεκινούσαν αφού εξασφάλιζε το δάνειο από το τραπεζικό ίδρυμα.
82. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της ΜΥ δεν γίνεται αποδεκτή αναφορικά με τον χρόνο έναρξης της Συμφωνίας σε χρόνο άλλο από αυτό που καθορίζεται ρητά στην ίδια την Συμφωνία και για ένα επιπλέον λόγο, ήτοι πρόκειται για εξωγενή μαρτυρία. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η προσπάθεια αλλοίωσης της Συμφωνίας «σαν να μην υπήρχαν οι λέξεις που καθορίζουν την ιδιότητα της» πρέπει να αποτύχει καθότι παραβιάζεται θεμελιακός κανόνας του δικαίου της απόδειξης που αποκλείει γενικά μαρτυρία η οποία αντιστρατεύεται το γραπτό κείμενο της Συμφωνίας (βλ. ΜΕΛΑΝΗ ΧΡ. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (2001) 1 ΑΑΔ 1721). Εξάλλου, δεν έχει καταδειχθεί να εμπίπτει σε κάποιες από τις νομολογιακά αναγνωρισμένες εξαιρέσεις.
Η ύπαρξη κακοτεχνιών και οι εργασίες που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της Κατοικίας
83. Στην παρούσα ενότητα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία που προσφέρθηκε σε σχέση με τις κακοτεχνίες και τις εργασίες που υπολείπονταν κατά τον τερματισμό της Συμφωνίας που υπέγραψαν μεταξύ τους οι διάδικοι.
84. Αυτό το οποίο πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου είναι ότι στο σημείο αυτό η μαρτυρία της ΜΕ1 και του ΜΕ2 ήταν σε ορισμένα σημεία που θα καταγραφούν πιο κάτω δυσνόητη, αόριστη και δεν παρουσίαζε συνοχή και λογική αλληλουχία. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το ειδώλιο, διαπιστωνόταν ότι τελούσαν σε σύγχυση ως προς τις πτυχές αυτές και ενώ κατέθεταν ήταν αναστατωμένοι κάτι που καθιστούσε δυσνόητη την θέση τους. Όπως όμως σημειώθηκε και έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω την ΜΕ1 και τον ΜΕ2 να καταθέτουν στο Δικαστήριο δεν διαπίστωσα σε κανένα σημείο ότι προσπάθησαν να παρουσιάσουν τα γεγονότα διαφορετικά από ότι ήταν. Αντίθετα, από την συνολική εικόνα τους ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι η όποια αναστάτωση αποδίδεται στο γεγονός ότι πρόκειται για τεχνικής φύσεως ζητήματα αφού στα λοιπά ζητήματα οι απαντήσεις του ήταν ευθείς και δεν αμφισβητούνταν. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο στο σύνολο της, διαπιστώνεται ότι εν μέρει η μαρτυρία τους ταυτίζεται με τα όσα κατέθεσε ο κύριος Κοντεάτης.
85. Κατά την αντεξέταση της όταν κλήθηκε να απαριθμήσει τις «κακοτεχνίες» έκανε αναφορά σε εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στην Έκθεση του κύριου Κοντεάτη. Ωστόσο, τα σημεία εκείνα παρουσίαζαν ασάφεια και αοριστία με τρόπο που να μην είναι κατανοητά. Μετά από επιμονή του Συνηγόρου της Εναγόμενης, έκανε αναφορά σε εργασίες που εντοπίζονται και στην Έκθεση του κύριου Κοντεάτη. Έκανε αναφορά στην μόνωση και στο γεγονός ότι «το σπίτι τραβά υγρασία αφού δεν μπήκαν σωστά οι μονώσεις» «δεν τοποθετήθηκαν κεραμίδια» αλλά «είχαν λάθος», δεν τοποθετήθηκε «γλαφώνι», ούτε χωλέτρες αλλά ούτε και υδρορροές και δεν τοποθετήθηκε στέγη στο χώρο στάθμευσης. Ο ΜΕ2 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι αυτά που δεν έγιναν ήταν το κλείσιμο της οροφής, στην οποία περιλαμβάνονταν το γλαφώνι και τις χωλέτρες που τοποθέτησε ο ίδιος αργότερα, όπως επίσης και την μόνωση.
86. Στην συνέχεια η ΜΕ1 ανέφερε ότι η Κατοικία ολοκληρώθηκε και πλήρωσε τις εργασίες αλλά δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τα ονόματα των προσώπων που ανέλαβαν να ολοκληρώσουν. Είχε μάλιστα και αποδείξεις για τα χρήματα που κατέβαλε αλλά δεν ήταν σε θέση να τα προσκομίσει καθότι ήταν όπως ανέφερε «στο σπίτι». Ο ΜΕ2 που ήταν ο σύζυγος της, επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι ήταν ο ίδιος που ολοκλήρωσε την Κατοικία με την βοήθεια φίλων και γνωστών. Σε σχέση με την σοφίτα όπως ανέφερε δεν έχει διορθωθεί. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε όμως από τον κύριο Κοντεάτη όταν του υποδείχθηκε το Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης, το οποίο αναγνώρισε, ανέφερε ότι «για να εκδοθεί σημαίνει ότι ολοκληρώθηκε η σοφίτα».
87. Ανέφερε επίσης ότι όταν ετοιμάστηκε η δεύτερη έκθεση του κύριου Κοντεάτη το 2019 ήταν ολοκληρωμένη η Κατοικία. Αυτό επιβεβαίωσε και ο ΜΕ2. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση στο Δικαστήριο για τον λόγο που η Ενάγουσα επέλεξε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το κόστος που υπολειπόταν για ολοκλήρωση της Κατοικίας στην βάση της Έκθεσης του κύριου Κοντεάτη και όχι στο κόστος που πράγματι επωμίστηκε για την ολοκλήρωση της προσκομίζοντας και σχετικές αποδείξεις. Ούτε είναι κατανοητό, πως ετοιμάστηκε η έκθεση του κύριου Κοντεάτη, την οποία προσκόμισε χωρίς να παρουσιάζεται πόσα εν τέλει κόστισε η ολοκλήρωση της Κατοικίας. Επιπλέον, οι αναφορές της ΜΕ1 και του ΜΕ2 σε ολοκλήρωση της Κατοικίας δεν καθιστούν ευδιάκριτο αν η ολοκλήρωση αφορούσε μόνο τις εργασίες που αφορούσαν τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης ως κακοτεχνίες ή αν αφορούσαν μόνο τις εργασίες που αφορούσαν τις εργασίες που δεν ολοκληρώθηκαν.
88. Όσο αφορά την μαρτυρία του ΜΕ2, θα πρέπει, πέραν των όσων καταγράφηκαν πιο πάνω, να σημειωθεί ότι οι απαντήσεις του ήταν ευθείς και όσο αφορά τις κακοτεχνίες και τις εργασίες που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της Κατοικίας, παρέπεμπε σχετικά στο Τεκμήριο 11. Επιπλέον, ο ΜΕ2 είχε προσωπική γνώση ως προς την κατασκευή και επισκευή της Κατοικίας, όπως διαφάνηκε αλλά και πάλι δεν παρουσίασε οτιδήποτε που να υποστηρίζει το κόστος της ολοκλήρωσης της αλλά ούτε έκανε οποιαδήποτε αναφορά για τις εργασίες που επιδιορθώθηκαν ή ολοκληρώθηκαν. Το μόνο που συναγόταν από την μαρτυρία του ήταν ότι η Κατοικία ολοκληρώθηκε.
89. Όσο αφορά τον ΜΕ3, αυτό το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί εκ νέου είναι ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα ως εμπειρογνώμονας, παρά τις προσπάθειες του Συνηγόρου της Εναγόμενης να αμφισβητήσει το κατά πόσο διέθετε τα προσόντα για να κάνει υπολογισμούς για το κόστος των κακοτεχνιών. Η προσπάθεια αυτή όμως του Συνηγόρου της Εναγόμενης παρέμεινε μετέωρη καθότι πέραν ορισμένων ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν και στις οποίες δόθηκαν ικανοποιητικές απαντήσεις ως προς το ότι διαθέτει τα προσόντα ο ΜΕ3 να προβεί στους σχετικούς υπολογισμούς, δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου.
90. Ωστόσο αυτό δεν συνεπάγεται ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή άνευ ετέρου αφού οι εμπειρογνώμονες υπόκεινται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης όπως και οι λοιποί μάρτυρες, με επιπρόσθετο της αξιοπιστίας να εξετάζεται η εν γένει εμπειρογνωμοσύνη τους, η τεκμηρίωση και η πειστικότητα των λεγομένων τους αλλά και η σαφήνεια της άποψης τους, τα οποία είναι στοιχεία βαρυσήμαντα. Μόνο έτσι μπορεί το Δικαστήριο στηριζόμενο σε αυτή την μαρτυρία να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα και να διαμορφώσει ιδίαν άποψη, επί του επίμαχου επίδικου θέματος (βλ. Μίκη Γαλανού ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφ. 141/20, 12/11/2024, Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 298 και Novichkova v. Βλάβη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111, Μαρκίδου ν. Παπαμάρκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 228/2018, ημερ. 16/7/2024).
91. Στην απόφαση του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την μαρτυρία προσώπου που καταθέτει κατά την δίκη, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, μπορεί να προσμετρήσει και το γεγονός ότι, η μαρτυρία του, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση του αντιδίκου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο, ή ότι αυτή αντιμετωπίστηκε και από τον αντίδικο (για σκοπούς υποστήριξης της δικής του υπόθεσης) ως μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Καουρής ν Δημητρίου κ. α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 967, Λογγινός ν Λογγινού κ. α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 74).
92. Αναμένεται από τον Πραγματογνώμονα να παρουσιάσει αιτιολογημένα, αντικειμενικά και αμερόληπτα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε να δώσουν την δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει συναφώς την δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης που τελικώς αποδέχεται (βλ. Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1746, Κούκος ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 64, Περικλέους ν Μιχαήλ (2012) 1 Α.Α.Δ. 2420, The Torenia (1983) Lloyd's Rep 210, 232). Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες από 580 έως και 582).
93. Κατά την αξιολόγηση λαμβάνεται υπόψη και η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία αυτός φαίνεται να έχει προσεγγίσει το έργο του (Μιτσιγιώργη κ. α. ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας) (1997) 1 Α.Α.Δ. 1811). Βαρύνουσας σημασίας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνώμονα από το Δικαστήριο, έχει αποφασιστεί ότι συνιστά το γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας είχε προσωπικά την ευκαιρία, εκεί και όπου τούτο είναι πρακτικά εφικτό να εξετάσει ο ίδιος το αντικείμενο ή την κατάσταση σε σχέση με την οποία καλείται να καταθέσει στο Δικαστήριο την γνώμη του. Το πότε χρονικά έλαβε χώρα αυτή η εξέταση από τον πραγματογνώμονα, υπό ποιες συνθήκες και με ποια μέσα, είναι επίσης στοιχείο σχετικό με το υπό συζήτηση θέμα, αναλόγως πάντοτε των επίδικων ζητημάτων. Δηλαδή, ποια είναι η βάση της μαρτυρίας του επί της οποίας στηρίζει την γνώμη του (βλ. Πλοίο "Arabella" v Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου (2005) 1 Α.Α.Δ. 428, Παύλου ν Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2014:A217, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, 26/03/2014).
94. Το σημαντικότερο όμως είναι, η γνώμη του πραγματογνώμονα, που απαραιτήτως πρέπει να ανταποκρίνεται στις εγγενείς ανάγκες της υπόθεσης, έτσι, ώστε, να προσφέρεται προς απόδειξη των στοιχείων εκείνων που δικογραφούνται από τον διάδικο που τον καλεί και είναι επίδικα και προς επίλυση από το Δικαστήριο, να είναι δεόντως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη, επαρκής και πειστική (βλ. Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1746). Πρωταρχικός άλλωστε σκοπός της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, επαναλαμβάνεται, είναι ο εφοδιασμός του Δικαστηρίου με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ή/και ειδική γνώση, ώστε, το ίδιο να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Τελικός κριτής των γεγονότων, υπενθυμίζεται, είναι πάντοτε το Δικαστήριο (βλ. Κούκος ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 64).
95. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στην σελίδα 583:
«Όσο σημαντική και να είναι η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, δεν είναι ορθό, όταν ταυτοχρόνως προσφέρεται μαρτυρία από τον ίδιο τον διάδικο, η δικαστική αξιολόγηση να βασίζεται κατ' ουσία στη μαρτυρία του τελευταίου και μάλιστα κατ' απομόνωσίν, αφού η μαρτυρία του πραγματογνώμονα, από όπου και αν αυτή προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. Η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, εδραιώνει επιστημονικώς τη μία ή άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά τούτο γίνεται συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση της, αναλόγως της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των διαδίκων. Αποτελεί, επομένως, θεμελιώδες λάθος η επίλυση του κορυφαίου ζητήματος της αξιολόγησης της μαρτυρίας των διαδίκων δια της προσφερόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και μόνο ή κατά κύριο λόγο.».
96. Καταρχάς σημειώνεται ότι ουδόλως δεν αμφισβητήθηκε από τον Συνήγορο των Εναγόμενων, η ιδιότητα του κύριου Κοντεάτη ως Πολιτικού Μηχανικού ο οποίος προσλήφθηκε από την Ενάγουσα για να επιβλέπει τις εργασίες. Αντίθετα, αποτέλεσε και θέση της ΜΥ ότι συνεργάστηκε με τον κύριο Κοντεάτη κατά την διάρκεια του διορισμού του ενώ μέσα και από τις ίδιες τις ερωτήσεις που υπέβαλλε ο Συνήγορος της Εναγόμενης προς τον κύριο Κοντεάτη προέκυπτε ότι αναγνώριζε την εμπειρία του στους τομείς για τους οποίους κατέθετε. Μέσα από την μαρτυρία του, ο κύριος Κονετάτης ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματικός για την μεθοδολογία που ακολούθησε για να καταγράψει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση που είχε ετοιμάσει το 2017, η οποία αποτελούσε σημειώσεις που είχε ετοιμάσει όπως ο ίδιος ανέφερε και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 και στην οποία βασίστηκε και η Έκθεση του 2019, ήτοι το Τεκμήριο 11.
97. Αναφορικά με την έκθεση αυτή, ανέφερε ότι δεν ήταν σκοπός να κατατεθεί στο Δικαστήριο αλλά ότι ήταν κάποιες σημειώσεις που είχε ετοιμάσει. Είναι η Έκθεση του 2019 που είχε ετοιμαστεί για σκοπούς προώθησης της παρούσας Αγωγής, η οποία ωστόσο ελάχιστες διαφοροποιήσεις έχει από εκείνη του 2017. Σε σχετικές ερωτήσεις του Συνηγόρου της Εναγόμενης διευκρίνισε ότι παρά το ότι η Έκθεση του 2017 με εκείνη του 2019 ήταν σχεδόν πανομοιότυπη, εντούτοις έγιναν εργασίες στο ενδιάμεσο, αλλά πρόκειται για εργασίες που δεν είχε συμπεριλάβει και υπολογίσει στην αρχική του Έκθεση, όπως για παράδειγμα «την τοποθέτηση πατωμάτων κλπ.» με τις εργασίες από την πλευρά της Εναγόμενης να ολοκληρώνονται τον Μάρτιο του 2018. Όσο αφορά τις παραλείψεις που εντόπισε και κατέγραψε ο ΜΕ3 οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και κατά την αντεξέταση του δεν απέκλινε από τις θέσεις του και ούτε από τα όσα κατέγραφε στην Έκθεση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11. Διαφαινόταν ότι η πρόθεση του ήταν να παρουσιάσει κατά τρόπο αντικειμενικό τα όσα εντόπιζε ότι δεν ήταν σύμφωνα με την Συμφωνία και τα Σχέδια και γενικότερα με την «καλή πρακτική». Μέσα από την Έκθεση του και σε σχέση πάντοτε με τα ευρήματα του και τις διαπιστώσεις του αναφορικά με τις εργασίες που εντόπισε ως κακοτεχνίες και ως εργασίες που υπολείπονταν για να ολοκληρωθεί η Κατοικία παρέχει όλα τα στοιχεία προς το Δικαστήριο για να κατανοήσει την θέση του και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα.
98. Εξάλλου, μέσα από την μαρτυρία της ΜΥ, η οποία, τουλάχιστον εν μέρει, δεν αμφισβήτησε τα ευρήματα του κύριου Κοντεάτη αλλά έδιδε την δική της εξήγηση για τον λόγο που οι εργασίες αυτές δεν έγιναν ή έγιναν με τον τρόπο που έγιναν, επιβεβαιώνεται μέρος των όσων καταγράφονται στην έκθεση του κύριου Κοντεάτη. Συγκεκριμένα, κατά την δική της μαρτυρία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε γίνει το κλείσιμο της οροφής καθότι δεν τοποθετήθηκε το «γλαφώνι», οι χωλέτρες δεν περιλαμβάνονταν στα σχέδια), η οροφή του χώρου στάθμευσης, δεν τοποθετήθηκε ένα ερμάρι, τα είδη υγιεινής, παρέμειναν ανολοκλήρωτα τα «μπογιατίσματα» και η περίφραξη. Η ΜΥ, πέραν της παραδοχής της για τις εργασίες αυτές απέδωσε την μη ολοκλήρωση τους σε υπαιτιότητα της Ενάγουσας και του συζύγου της. Αναφέρει για παράδειγμα η ΜΥ ότι το «γλαφώνι δεν είχε τοποθετηθεί λόγω απαίτησης της Παναγιώτας Κυριάκου και του συζύγου της ότι θα τοποθετούσαν αλουμίνια φλούδα ως γλαφώνι αντί ξύλο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές» ή σε σχέση με τις υδρορροές αναφέρει ότι «έχουν τοποθετηθεί 50 εκατοστά ψηλότερα πάνω από το μπετόν του θεμελίου σύμφωνα με τις οδηγίες της Παναγιώτας Κυριάκου μέσω του πατέρα της […]». Όσο αφορά την περίφραξη αναφέρει ότι «η Παναγιώτα Κυριάκου και ο σύζυγος της όπως ολόκληρη η περίφραξη γινόταν από μπετόν, πλήν όμως όταν τους αναφέρθηκε ότι θα έπρεπε να πληρώσουν την διαφορά αυτοί αρνήθηκαν […].». Σε κάθε περίπτωση όσο αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, η μαρτυρία που προσέφερε ο ΜΕ3 αναφορικά με τον τρόπο που έπρεπε να κατασκευαστεί η περίφραξη κρίνονται αρκούντως ικανοποιητικά. Εξήγησε ότι συγκρίνοντας τα σχέδια αλλά και την κατάσταση του εδάφους, ήτοι τα υψόμετρα, δεν θα μπορούσε να κατασκευαστεί οτιδήποτε άλλο εκτός από περίφραξη με μπετόν.
99. Ωστόσο, παρατηρείται ότι οι πιο πάνω θέσεις της Εναγόμενής δεν προωθούνται μέσω του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, όπου σε σχέση με τα σημεία αυτά περιορίζεται σε γενική άρνηση και προβάλλεται ότι η Εναγόμενη εκτέλεσε επιμελώς τις εργασίες που της καταλογίζει η Ενάγουσα και αναφέρει ότι τα υλικά που τοποθετήθηκαν πληρούν όλες τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές «και είναι υλικά άριστης ποιότητας». Επιπλέον αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι «το κόστος αποκατάστασης είναι υπερβολικά διογκούμενο» και ότι «οι κατ’ ισχυρισμό κακοτεχνίες προέκυψαν έξι μήνες μετά την παράδοση της Κατοικίας και αποτελούν εργασίες που ουδέποτε κατασκευάστηκαν από τους Εναγόμενους και ουδεμία ευθύνη φέρουν για την αποκατάσταση τους». Συνεπώς, η θέση της αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όπως αναφέρεται στην Απόφαση Παναγιώτη Παρλάτα ν Στέλλας Δημητρίου, Πολιτική Έφεση 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014:
«Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου εμφανώς παραγνώρισε τη ρητή παραδοχή που έγινε από την εφεσίβλητη στο δικόγραφο της, η οποία, βεβαίως, όπως είναι σαφώς νομολογημένο καθόριζε την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που ήταν επιτρεπτό να δοθεί. Με την παραδοχή είχε, τρόπον τινά, τοποθετηθεί μια από τις ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής επί της οποίας θα κυλούσε το τραίνο της αντιδικίας των διαδίκων. Η δίκη κατά πάγια νομολογία δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και όχι έξω από αυτήν, (Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180) και Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 7367, ημερ. 14.1.1990). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης, (Παφίτης ν. Κακουρή (1992) 1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1091). Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 θ.11, (δέστε και Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 Α.Α.Δ. 1874), σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών, (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 670).».
100. Όσο αφορά τις υπόλοιπες εργασίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 11 και παρά το γεγονός ότι η ΜΥ δεν κάνει ρητή αναφορά σε αυτές, εντούτοις δεν προκύπτει να τις αμφισβητεί. Με απλά λόγια ενώ κατά την σφοδρή και εκτενέστατη αντεξέταση των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 τέθηκε εν αμφιβόλω η ύπαρξη των κακοτεχνιών και των εργασιών που υπολείπονταν, εντούτοις ουδεμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε η οποία να καταρρίπτει τις θέσεις των λοιπών μαρτύρων.
101. Ενόψει των πιο πάνω και με δεδομένο ότι έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 όσο αφορά το συμβατικό πλαίσιο που διέπει την σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 ως προς τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 11 σε σχέση με τις κακοτεχνίες και τις εργασίες που δεν ολοκλήρωσε η Εναγόμενης είναι αποδεκτή. Περιληπτικά, από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα τόσο μέσα από το Τεκμήριο 11 όσο και από την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 προκύπτει ότι (α) ο εργολάβος δεν κατασκεύασε τον χώρο στάθμευσης σύμφωνα με τα στατικά και αρχιτεκτονικά σχέδια, παραλείποντας την «πλάκα», (β) δεν κατασκεύασε την ράμπα προς τον χώρο στάθμευσης, (γ) δεν κατασκεύασε περίφραξη στην Βόρεια και στην Ανατολική πλευρά της Κατοικίας (δ) δεν κατασκεύασε διάδρομο πλάτους ενός μέτρου αλλά τοποθέτησε μπετόν πλάτους 40 εκατοστών, (ε) δεν κατασκεύασε την μόνωση που προβλεπόταν στην μελέτη θερμομόνωσης αλλά τοποθέτησε κατρόχαρτο (ζ) δεν κατασκεύασε τα ξυλουργικά (βλ. σημείο 6 του Τεκμηρίου 11), (η) εγκατέλειψε την στέγη ημιτελή με τις παραλείψεις που καταγράφονται στο σημείο 7 του Τεκμηρίου 11, (θ) δεν κατασκεύασε διάδρομο πλάτους ενός μέτρου από το Μηχανοστάσιο μέχρι την βεράντα στην πρόσοψη της Κατοικίας (ι) τοποθέτησε διαφορετική πέτρα στην τοιχοποιία από αυτή που έπρεπε (κ) δεν κατασκεύασε την τοιχοποιία μεταξύ των υπνοδωματίων στο ισόγειο της Κατοικίας, (λ) δεν κατασκεύασε τις καγκελλόθυρες (μ) δεν έκανε τις εργασίες για την αποστράγγιση της αυλής στην βόρεια πλευρά της Κατοικίας (ν) δεν τοποθέτησε τον ηλιακό θερμοσίφωνα (ξ) δεν προμηθεύτηκε και δεν τοποθέτησε τα είδη υγιεινής (ο) δεν κατασκευάστηκε το κάγκελο στην σκάλα της σοφίτας, (π) δεν έγινε ο διαχωρισμός της σοφίτας (ρ) δεν ολοκληρώθηκε η μπογιά εσωτερικά και εξωτερικά της Κατοικίας (finish), (σ) δεν ολοκληρώθηκε η ηλεκτρική εγκατάσταση.
Το κόστος των κακοτεχνιών και των παραλείψεων
102. Ωστόσο, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω περιορίζονται στην διαπίστωση των κακοτεχνιών και των εργασιών που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της Κατοικίας. Δεν εντοπίζεται η ίδια σαφήνεια ως προς την μεθοδολογία του ΜΕ3 για τον υπολογισμό του κόστους επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών και των εργασιών ολοκλήρωσης της επίδικης Κατοικίας. Ο ΜΕ3 αναφορικά με την κοστολόγηση επικαλέστηκε την εμπειρία του και τις τιμές του «παζαρκού». Πρόκειται για μια «γυμνή δήλωση» που δεν παρέχει στο Δικαστήριο την δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του ΜΕ3 και ως εκ τούτου η εξαγωγή συμπερασμάτων που στηρίζεται στην γενική και αόριστη επίκληση της εμπειρίας του ΜΕ3 και στις τιμές του «παζαρκού» κρίνεται ως ακροσφαλής (βλ. τα όσα αναφέρονται στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδου κ.α., Ποινική Έφεση 176/2013, ημερομηνίας 06/04/2015). Παρά το γεγονός ότι καταγράφει σε έκαστο σημείο αναλυτικά το κόστος που δυνητικά θα στοίχιζε η αποκατάσταση και ολοκλήρωση της Κατοικίας, εντούτοις το κόστος που καταγράφει είναι ακροσφαλές αφού δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε μετρήσιμο δεδομένο, στο οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να στηριχτεί για να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα και ούτε φαίνεται να λαμβάνει υπόψη το κόστος που πραγματικά στοίχισε η ολοκλήρωση της Κατοικίας.
103. Αντίστοιχα ισχύουν και σε σχέση με το κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών, τα οποία η Ενάγουσα διεκδικεί διαζευκτικά. Σε σχέση με τις κακοτεχνίες που καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσας ο ΜΕ3 κατά ρητή παραδοχή του δεν είχε λάβει υπόψη τα διατακτικά που εξέδιδε η Εναγόμενη και πλήρωνε η Ενάγουσα. Από μια αναδρομή σε όλα τα διατακτικά αλλά και στο τελευταίο διατακτικό ημερομηνίας 14/02/2018 καταγράφονται τα ποσά που πλήρωσε η Ενάγουσα για την εκτέλεση εκάστης εργασίας μέχρι το σημείο εκείνο. Αποτελεί δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι «διαζευκτικά με τις παραγράφους 17-21 πιο πάνω είναι η θέση της ότι η τελευταία πλήρωσε ή/και κατέβαλε και/ή εξόφλησε τους Εναγόμενους για εργασίες τις οποίες οι τελευταίοι συνέπεια της αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων τους και/ή της παράβασης από μέρους τους της Συμφωνίας Ανέγερσης της Κατοικίας, παρέλειψαν να εκτελέσουν και/ή αποπερατώσουν και/ή δεν εκτέλεσαν επιμελώς και/ή εκτέλεσαν κακότεχνα, το κόστος κατασκευής και/ή αποκατάστασης και/ή επιδιόρθωσης αυτών ανέρχεται στο συνολικό ποσό των […] πλέον Φ.Π.Α» Από την δικογραφημένη αυτή θέση καθίσταται αντιληπτό ότι θα έπρεπε ο ΜΕ3 να είχε παρουσιάσει στο Δικαστήριο για εκάστη εργασία το ποσό που κατέβαλε η Ενάγουσα σύμφωνα με τα διατακτικά πληρωμής και το ποσό που διεκδικεί από το ποσό αυτό. Τι ποσό κατέβαλε και ποια εργασία δεν ολοκληρώθηκε; Πόσο είναι το κόστος επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών αυτών και πόσα πλήρωσε η Ενάγουσα για την αποκατάσταση τους; Δεν είναι αυτό που εντοπίζεται στην Έκθεση του ΜΕ3 σε σχέση με το κόστος. Πρόκειται και πάλι για ένα υποθετικό υπολογισμό του κόστους στην βάση της εμπειρίας του ΜΕ3 και στις τιμές του παζαριού. Ούτε φαίνεται να έλαβε υπόψη ο ΜΕ3 κατά πόσο προχώρησε η Ενάγουσα στην ολοκλήρωση των εργασιών αυτών και το κόστος που αυτή επωμίστηκε. Τα σημεία αυτά αφαιρούν το αναγκαίο υπόβαθρο από την όλη εκτίμηση του ΜΕ3 σε σχέση με το κόστος των κακοτεχνιών που καταγράφει αφού και ως προς το σημείο αυτό οι υπολογισμοί του είναι εξίσου μετέωροι σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο πλαίσιο των εργασιών που παρέμεναν για ολοκλήρωση της επίδικης Κατοικίας.
104. Τα όσα καταγράφει σε σχέση με το κόστος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και για ένα επιπλέον λόγο, ήτοι δεν καταγράφουν το πραγματικό κόστος που η Ενάγουσα επωμίστηκε για να ολοκληρώσει την Κατοικία και να αποκαταστήσει τις κακοτεχνίες. Από τις απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ3 διαφάνηκε ότι γνώριζε για το γεγονός ότι η Ενάγουσα προχωρούσε με την ολοκλήρωση της Κατοικίας της και όταν κλήθηκε να ετοιμάσει το Τεκμήριο 11, η Ενάγουσα είχε ήδη ολοκληρώσει την Κατοικία και όπως φαίνεται από την μαρτυρία που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ΜΕ1 και ο ΜΕ2 τις εργασίες αυτές τις ολοκλήρωσαν όχι δια μέσου τρίτων προσώπων αλλά μέσω του ΜΕ2 και «γνωστών και φίλων» και είχαν και αποδείξεις «στο σπίτι». Πως μπορεί το Δικαστήριο να στηριχτεί στα ευρήματα του ΜΕ3 σε σχέση με το κόστος διόρθωσης και ολοκλήρωσης της Κατοικίας με ασφάλεια, όταν η Ενάγουσα έχε ήδη επωμιστεί το κόστος ολοκλήρωσης της Κατοικίας, διαθέτοντας προς τούτο και αποδείξεις και ο ΜΕ3 αναφέρεται σε ένα υποθετικό κόστος διόρθωσης και ολοκλήρωσης της Κατοικίας, που ετοίμασε στην βάση των τιμών του «παζαρκού» και της εμπεριίας του; Εξάλλου, όπως έχει σημειωθεί και πιο πάνω, δεν έχει καταστεί σαφές σε ποιο βαθμό ολοκλήρωσε η Ενάγουσα την Κατοικία και αν σε αυτά περιλαμβάνονται όλες οι εργασίες που καταγράφει στο Τεκμήριο 11 ο ΜΕ3. Όπως καταγράφεται στην Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dawes (Αρ. 1) (2004) 1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 824:
«Η εφεσίβλητη ζήτησε προσφορές για τις διορθωτικές εργασίες και ανέθεσε τελικά το έργο στον πιο χαμηλό προσφοροδότη. Η επιδίκαση αποζημιώσεων με βάση τις τιμές του 1996 ήταν ορθή, αφού σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης East Ham B.C. v. Bernard Sunley [1965] 3 All E.R. 619), ο χρόνος του καθορισμού των ζημιών είναι εκείνος των εργασιών αποκατάστασης και το ορθό μέτρο είναι εκείνο της επανόρθωσης των ζημιών. Αναφορικά με την εισήγηση ότι οι εργασίες που έγιναν ήταν βελτιωτικές και όχι διορθωτικές, σημειώνουμε ότι ο ισχυρισμός αναφέρεται στην πρόσθεση ενός σκαλιού στην εξωτερική σκάλα που κατεδαφίστηκε, στην κατασκευή του ανθώνα σε διαφορετικά επίπεδα για να καταστεί πιο εύκολη η περιποίησή του και στην ελάττωση της κλίσης της ράμπας που οδηγούσε από το γκαράζ στην κύρια είσοδο, αφού η προηγούμενη κλίση ήταν πολύ απότομη. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιώδεις για να δικαιολογήσουν μείωση του ποσού των επιδικασθέντων αποζημιώσεων.
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
105. Αυτό που θα αναμενόταν από τον ΜΕ3, ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ήταν ότι θα επισκεπτόταν την Κατοικία, θα κατέγραφε τις εργασίες που έγιναν προς αποκατάσταση των κακοτεχνιών και προς ολοκλήρωση των εργασιών που υπολείπονταν και θα κατέγραφε το κόστος της Ενάγουσας σε συνάρτηση πάντοτε με τα όσα είχε διαπιστώσει νωρίτερα. Αυτό δε ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2020.
106. Συνεπώς, δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ3 ως προς την κοστολόγηση των εργασιών διόρθωσης και ολοκλήρωσης της Κατοικίας.
107. Όσο αφορά την Μαρτυρία της ΜΥ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω δεν κρίνεται ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου εν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων.
IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
108. Ενόψει των όσων σημειώθηκαν πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η πλευρά της Ενάγουσας έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 ΑΑΔ 665).
109. Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που οι Συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο και εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε αυτές (βλ. Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
110. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω η ύπαρξη του Συμβατικού πλαισίου δεν αμφισβητείται. Όπως δεν αμφισβητείται ούτε ο τερματισμός από την πλευρά της Εναγόμενης. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην βάση των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 στην παράγραφο 5 της Συμφωνίας καταγράφεται ότι «Ο Πωλητής υποχρεούται να αποπερατώσει και να παραδώσει την κατοχή της Κατοικίας στους Αγοραστές εντός Δέκα (10) μηνών από την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίας […]» ενώ στην παράγραφο 11 του Τεκμηρίου 1 αναφέρεται ότι «Όλοι οι όροι της παρούσας Συμφωνίας είναι ουσιώδεις». Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην CYBARCO LTD v. GILLIAN GUEST κ.α. (2010) 1 ΑΑΔ 207:
«Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον ο χρόνος εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των Εφεσιβλήτων δηλαδή της εξόφλησης του τιμήματος αγοράς, αποτελεί ουσιώδη χρόνο για την σύμβαση. Σύμφωνα με το Αρθρο 55 (1) του Κεφ. 149, αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε υποχρέωση να εκπληρώσει συγκεκριμένες ενέργειες εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να συμμορφωθεί, τότε η σύμβαση καθίσταται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του αθώου μέρους, αν πρόθεση των μερών ήταν να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αν τα μέρη δεν είχαν πρόθεση να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη, τότε η σύμβαση, σύμφωνα με το Αρθρο 55 (2), δεν καθίσταται ακυρώσιμη, όμως το αθώο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Κατά πόσο ο χρόνος εκπλήρωσης είναι ουσιώδης ή όχι, εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης, τη φύση της συναλλαγής, την πρόθεση των μερών και γενικά τις συνθήκες που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χρόνος είναι ουσιώδης όταν υπάρχει περί τούτου ρητή πρόνοια στη σύμβαση, ή όταν εξαιτίας των συνθηκών ή της φύσης της συναλλαγής, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως ο χρόνος εκπλήρωσης τηρηθεί επακριβώς (βλ. G. Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 199, 205).
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν υπήρχε σαφής πρόνοια που να καθορίζει το χρόνο ουσιώδη. Δεν συμφωνούμε με αυτή την κατάληξη. Η σύμβαση με τον όρο 4 καθορίζει συγκεκριμένο χρόνο για πληρωμή κάθε δόσης. Ο όρος 27 έστω και τυπικά, αναφέρει ότι όλοι οι όροι είναι ουσιώδεις. Πέραν τούτου οι Εφεσίβλητοι υπέγραψαν δύο συναλλαγματικές, οι οποίες και πάλιν καθόριζαν συγκεκριμένο χρόνο εξόφλησης. Περαιτέρω, ο όρος 18 της σύμβασης προέβλεπε ότι κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο καθίστατο πληρωτέο και οι Εφεσείοντες είχαν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να ακυρώσουν τη σύμβαση πάραυτα. Κατά την κρίση μας, από την συνδυασμένη ανάγνωση των πιο πάνω όρων, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόθεση των μερών ήταν να καταστήσουν ουσιώδη τον χρόνο εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, διαφορετικά δεν θα εδίδετο το δικαίωμα στους Εφεσείοντες να τερματίσουν τη σύμβαση σε περίπτωση μη πληρωμής. Στην υπόθεση Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 867, 877, παρόμοιος όρος θεωρήθηκε ότι καθιστούσε το χρόνο ουσιώδους σημασίας, καθότι η παράλειψη καταβολής δόσεως παρείχε το δικαίωμα στον πωλητή να τερματίσει τη συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένο ότι ο χρόνος εκπλήρωσης ήταν ουσιώδης, οι Εφεσείοντες είχαν, κατά την κρίση μας, το δικαίωμα, δυνάμει του όρου 18, να προβούν σε τερματισμό της σύμβασης. Μόνο σε περίπτωση που ο χρόνος εξόφλησης δεν εθεωρείτο ουσιώδης οι Εφεσείοντες θα είχαν υποχρέωση με την ανάλογη ειδοποίηση να τον καταστήσουν ουσιώδη, ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια να προχωρήσουν σε τερματισμό.
[…]
Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους.
Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts, 12η Έκδοση, Τόμος 1, παρ. 21-017, σκοπός της αποστολής της ειδοποίησης, δεν είναι για να διαφοροποιηθούν οι όροι της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν μπορούν μονομερώς να τους αλλοιώσουν. Η συνέπεια της ειδοποίησης είναι για να τερματίσει την παρεμβολή του δικαίου της επιείκειας στα συμβατικά δικαιώματα των μερών και να προειδοποιήσει τον οφειλέτη ότι στο μέλλον οι σχέσεις των μερών θα διέπονται από τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης και των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, ο οποίος στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του κοινοδικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να δώσουν επαρκή προειδοποίηση ότι τερματίζεται η χαλαρότητα που επέδειξαν μέχρι τότε και ότι οι Εφεσίβλητοι εάν δεν εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τότε θα αναγκαστούν να τερματίσουν, επανερχόμενοι στους όρους της σύμβασης. Οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να αποστείλουν μια τέτοια προειδοποίηση και επομένως ορθά κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι ισχύει η αρχή του δικαίου της επιείκειας για εγκατάλειψη των δικαιωμάτων που είχαν δυνάμει του όρου 18, να τερματίσουν πάραυτα τη σύμβαση. Συναφώς ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ότι ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος και ότι το συμβόλαιο συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ.
Ενόψει των πιο πάνω, είναι φανερό ότι ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί.»
111. Το τι καταδεικνύει η πιο πάνω Απόφαση είναι ότι επί της ουσίας ο χρόνος ολοκλήρωσης της Κατοικίας εντός 10 μηνών από την υπογραφή της Συμφωνίας ήταν ουσιώδης όρος. Ωστόσο, η Ενάγουσα επέλεξε δια του διορισμού του κύριου Κοντεάτη και την συνέχιση των εργασιών από την Εναγόμενη να παραιτηθεί, έστω προσωρινά από το δικαίωμα της να τερματίσει την Συμφωνία, όπως και έπραξε.
112. Όταν πλέον ο Διευθυντής της Ενάγουσας δήλωσε ότι δεν θα ολοκληρώσει την Κατοικία, αποκηρύσσοντας την επί της ουσίας, ήταν που επέλεξε να την τερματίσει και να διεκδικήσει αποζημιώσεις και για τον λόγο αυτό δεν ήταν απαραίτητη η αποστολή ξεχωριστής επιστολής που να τάσσει χρόνο προς αυτόν προτού τερματίσει.[2] Όσο αφορά τις ζημιές που διεκδικεί για τις κακοτεχνίες και τις εργασίες που υπολείπονταν έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει το κόστος αποκατάστασης της Κατοικίας και της ολοκλήρωσης της με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην έχει αποδείξει ως προς αυτή την πτυχή την υπόθεση της. Η Ενάγουσα όφειλε να προσκομίσει αποδείξεις και να τηρήσει τις νομολογιακές αρχές που σχετίζονται με την αυστηρή απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων, τουλάχιστον για όσες εργασίες ολοκληρώθηκαν ήδη. Συγκεκριμένα, οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου (1994) 1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους (1989) 1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου (1992) 1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά (1992) 1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another (1984) 1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd (1948) 64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it».
113. Από την άλλη όσο αφορά τα ενοίκια που διεκδικεί η Ενάγουσα σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Hudson’ s Building and Engineering Contracts, 13η Έκδοση, παρ. 7-034:
«Another possible consequential result of defective work may be that the owner in occupation will be forced to vacate the premises during repairs. In principle the cost of so doing and of any other occasioned thereby wil be recoverable in damages […] and in the case of housing this will include the cost of alternate accommodation, removal and storage of furniture.»
114. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα παραιτήθηκε, έστω προσωρινά του δικαιώματος της να τερματίσει την Συμφωνία δεν αναιρεί την παράβαση του συμβατικού όρου ολοκλήρωσης της Κατοικίας από την Εναγόμενη εντός 10 μηνών, όρος ο οποίος όπως σημειώθηκε χαρακτηρίζεται ως ουσιώδης σύμφωνα με την Συμφωνία που τα ίδια τα Μέρη κατήρτισαν. Μια τέτοια παραίτηση του δικαιώματος της να διεκδικήσει αποζημιώσεις δεν προκύπτει από την μαρτυρία που κατατέθηκε, αφού σε ανύποπτο χρόνο η Ενάγουσα ανέφερε ότι «αναγκάστηκε» να παρατείνει τον χρόνο. Δεν υπήρξε καμία τροποποίηση του χρόνου παράδοσης της Κατοικίας, ήτοι νέα Συμφωνία όπως προκύπτει από την μαρτυρία που κατατέθηκε. Σε κανένα σημείο δεν καθορίστηκε για παράδειγμα το νέο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα ολοκληρωνόταν η Κατοικία, κάτι που επιβεβαιώνει ότι δεν υφίστατο νέα Συμφωνία αλλά απλά προσωρινή παραίτηση από το δικαίωμα τερματισμού. Το μοναδικό που προκύπτει είναι ότι έστω προσωρινά η Ενάγουσα είχε παραιτηθεί του δικαιώματος της να τερματίσει την Συμφωνία και ως εκ τούτου επέλεξε να επιμείνει στην εκπλήρωση των Συμβατικών της όρων.
115. Είναι γνωστή και πάγια η νομολογία σύμφωνα με την οποία «ο σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στο σημείο όπου θα βρισκόταν εάν η Συμφωνία εφαρμοζόταν» (βλ. Aλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά. v. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1Α Α.Α.Δ. 679, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499). Σχετικό είναι και το άρθρο 73 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο αναφέρει ότι «73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.» Σχετική είναι και η παράγραφος 8 του Τεκμηρίου 1 σύμφωνα με το οποίο «επηρεασμός οποιουδήποτε δικαιώματος των Συμβαλλόμενων που διαλαμβάνει το παρών έγγραφο, ο παραβάτης οποιουδήποτε όρου του παρόντος εγγράφου θα υποχρεούται στην πληρωμή νόμιμων αποζημιώσεων». Η ορθή ερμηνεία του εν λόγω όρου παραπέμπει στο ότι η παράβαση της Συμφωνίας δημιουργεί δικαίωμα αποζημίωσης στο αθώο μέρος σύμφωνα με τις αναγνωρισμένες αρχές της νομολογίας.
116. Δεν αμφισβητείται στην επίδικη υπόθεση ότι αν η Κατοικία ολοκληρωνόταν και παραδιδόταν, όπως προνοεί η παράγραφος 5 της σχετικής Συμφωνίας, κατά τον χρόνο που προβλεπόταν στην ίδια την Συμφωνία, ήτοι εντός 10 μηνών από την υπογραφή της Συμφωνίας 05/09/2016, δηλαδή στις 10/07/2017 δεν θα χρειαζόταν η Ενάγουσα να ενοικιάζει την Κατοικία που ενοικίαζε. Υφίσταται με άλλα λόγια η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης της Συμφωνίας, ως προς την καθυστέρηση και της ζημιάς που προέκυψε ήτοι την συνέχιση ενοικίασης της Κατοικίας. Ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις αυτές κρίνω ότι η απαίτηση της Ενάγουσας για την καταβολή των ενοικίων από την ημερομηνία που έπρεπε κανονικά να είναι έτοιμη η Κατοικία μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας, ως και η Έκθεση Απαίτησης της, έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό. Δεν πρόκειται για απομακρυσμένη ζημιά καθότι και στην βάση των πιο πάνω και ήταν υπό τις περιστάσεις προβλέψιμο ότι αν δεν παραδιδόταν η Κατοικία εντός του χρονικού διαστήματος που προδιέγραφε η Συμφωνία η Ενάγουσα θα συνέχιζε να επωμίζεται το κόστος αυτό.
117. Από την μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Κατοικία θα έπρεπε να είχε παραδοθεί στις 10/07/2017 και ότι η Συμφωνία τερματίστηκε στις 23/05/2018 όπου είχε παραδοθεί η σχετική επιστολή στην Εναγόμενη. Από την δέσμη που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 σε συνδυασμό με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας προκύπτει ότι για τους μήνες Ιούλιο του 2017 μέχρι Ιούνιο του 2018 η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 4.180,00 Ευρώ ως ενοίκια (έκαστος μήνας προς 380 Ευρώ).
118. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση Απόφασης προς όφελος της για το ποσό των 4.180,00 Ευρώ.
119. Όσο αφορά την αξίωση για την έκδοση του Διατάγματος που να «διατάσσει τους Εναγόμενους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης» σημειώνεται ότι καθίσταται αλυσιτελές και ακαδημαϊκό το ζήτημα καθότι έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 15 το Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης σε σχέση με την επίδικη κατοικία.
120. Παρατηρείται ότι ενώ στο Δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται τόσο το αστικό αδίκημα της αμέλειας όσο και η παράβαση της Σύμβασης, ωστόσο στις αξιώσεις καταγράφονται ως επί το πλείστο οι αξιώσεις που προκύπτουν από την παράβαση της Συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Τόσο από την μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και από τις γραπτές αγορεύσεις του Συνηγόρου της Ενάγουσας προκύπτει ότι προωθήθηκε εν τέλει η βάση της παράβασης της Σύμβασης. Παρ’ όλα αυτά ο Συνήγορος της Ενάγουσας προωθεί και την αξίωση για την καταβολή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι δυνατότητα επιδίκασης τέτοιων αποζημιώσεων παρέχεται μόνον σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων (Γιαννάκη Ερωτοκρίτου v. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1800 και Χλόη Λάρκου v. Άνθου Κλεάνθους (1999) 1 Α.Α.Δ. 1792). Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 98/2007, ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, v. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΟΣ ΛΟΥΗ ΑΙΜΙΛΙΟΥ, (2009) 1 Α.Α.Δ. 1339, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις. Όμως, όπου οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα**. Η διαφορά μεταξύ των δύο φαίνεται να είναι περισσότερο θεωρητική και όπως επισήμανε ο Λόρδος Devlin στη Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, οι επαυξημένες αποζημιώσεις μπορεί να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, εκτός από κάποιες σπάνιες περιστάσεις που ενδεχομένως να υπάρχουν ιδιάζοντα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της κατ' εξαίρεση χορήγησης της θεραπείας των παραδειγματικών αποζημιώσεων (Βλ. Papakokkinou v. Kanther (1982) 1 Α.Α.Δ.65, στις σελ. 76-78).
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν παρίσταται ανάγκη να ασχοληθούμε περαιτέρω με τη διαφορά μεταξύ των δύο, γιατί οι περιστάσεις είναι τέτοιες που το πρωτόδικο δικαστήριο είχε την ευχέρεια να επιδικάσει παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της απρόκλητης επίθεσης, της πλήρους αδιαφορίας για τα δικαιώματα του Εφεσίβλητου και της ύπαρξης οικονομικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο είχε βέβαια και τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες αποζημιώσεις, λόγω της διαπίστωσης βλάβης στα αισθήματα αξιοπρέπειας του Εφεσίβλητου. Έκρινε όμως ότι το απρόκλητο και η ένταση της επίθεσης για προώθηση οικονομικής φύσης διαφορών, δικαιολογούσαν παραδειγματικές αποζημιώσεις, περισσότερο για αποτροπή του εφεσείοντος. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής στον τρόπο που το δικαστήριο προσέγγισε το θέμα.»
121. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν δικαιούται η Ενάγουσα στην επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.
V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
122. Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των 4.180,00 Ευρώ πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της Αγωγής μέχρι εξόφλησης.
123. Όσο αφορά τα δικηγορικά έξοδα δεν υπάρχει λόγος απόκλισης από τον σχετικό κανόνα και ως εκ τούτου επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα εξόδων που αντιστοιχεί στο επιδικασθέν ποσό.
(Υπ.)…………………………………………..
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. και τα όσα αναφέρει ο (όπως ήταν τότε) Έντιμος Π.Ε.Δ., Α. Δαυίδ στην Αγωγή Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. […] Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676).».
[2] βλ. τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 27-066 του συγγράμματος Chitty on Contracts, 34th edition (2021): "Where there is an anticipatory breach, or the breach of an executory contract, and the innocent party wishes to terminate further performance of the contract, he must, in the language traditionally employed by the courts, "accept the repudiation".332 An act of acceptance of a repudiation requires no particular form.333 It is usually done by communicating the decision to terminate to the party in default,334 although it may be sufficient to lead evidence of an: "Unequivocal overt act which is inconsistent with the subsistence of the contract . without any concurrent manifestation of intent directed to the other party."
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο