JSC EUROCHEM MCC κ.α. ν. DEARBORN ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1752/2021, 23/4/2026
print
Τίτλος:
JSC EUROCHEM MCC κ.α. ν. DEARBORN ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1752/2021, 23/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

Αρ. Αγωγής: 1752/2021

Μεταξύ:

1.         JSC EUROCHEM MCC, εκ Ρωσίας

2.         EUROCHEM TRADING GMBH, εξ Ελβετίας

                                                                                                                         Εναγουσών

                                                και

1.         DEARBORN ENTERPRISES LIMITED, χχχ, Λεμεσός, Κύπρος

2.         VALERY ROGALSKIY, εκ Ρωσίας

                                                                                                Εναγομένων

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 08.11.24 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης

 

 

Ημερομηνία: 23.04.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες 1 & 2-Αιτητές 1 & 2: κος Σ. Πίττας μαζί με κα Ι. Λάμπρου

                                                              για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη 1-Καθ’ ης η αίτηση: κος Χ. Χαραλαμπίδης

                                                              για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. 

 

                                                  ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 27.10.21 οι Ενάγουσες 1 & 2 (στο εξής οι «Ενάγουσες») καταχώρησαν αγωγή με την οποίαν αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 την έκδοση απόφασης για την πληρωμή συγκεκριμένων ποσών που σύμφωνα με τις ίδιες τους οφείλουν δυνάμει απόφασης δικαστηρίου στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (στο εξής «ΒΠΝ»).

 

Εναντίον της Εναγομένης 2 εκδόθηκε ερήμην της απόφαση στις 19.12.22 λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, κατόπιν σχετικής αίτησης ημερ. 24.11.22.

 

Συνεπώς παρέμεινε να εκκρεμεί το μέρος της υπόθεσης που αφορά την Εναγόμενη 1. Με βάση την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα 1 τους οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των $861,048.64 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού ύψους $474,833.81, ήτοι συνολικό ποσό $1,335,882.45 (δολάρια Η.Π.Α) που τους επιδικάστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ. 

 

Στις 08.11.24 οι Ενάγουσες («Αιτητές») υπέβαλαν την παρούσα δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1 ως η εναντίον της απαίτηση, δηλαδή ως το πιο πάνω ποσό που επιδικάστηκε με την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ πλέον νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα.

 

Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.18 Θ.1-Θ.9, στη Δ.39 και στη Δ.48 Θ.1-Θ.4, Θ.7-9, Θ.11 & Θ.12 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στις αρχές του κοινοδικαίου, στις αρχές επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τις Ενάγουσες ικανοποιούν την έγκριση της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου χχχ Podkholzin, Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή και Προϊσταμένου του Νομικού Τμήματος της Ενάγουσας 1 εταιρείας. Προς υποστήριξη της αίτησης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Η ένορκη δήλωση αναφέρεται σε γεγονότα που σύμφωνα με τις Ενάγουσες δικαιολογούν την επιτυχία της παρούσας αίτησης. Το σύνολο των αναφορών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγουσών.

 

Η Εναγόμενη 1 (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 17.02.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 22 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν ικανοποιούνται νομικές αρχές και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως είναι το αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης.

 

Η νομική βάση της ένστασης είναι πανομοιότυπη μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπρόσθετη αναφορά στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6 & 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας χχχ Αντωνίου, η οποία είναι δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα 1 στην υπόθεση αυτή.

 

Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Οι προβαλλόμενες αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης 1 στην υπόθεση αυτή.

 

Ακολούθως στις 12.03.25 η πλευρά των Εναγουσών καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτή τη φορά ομνύουσα ήταν η κυρία χχχ Παύλου, δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τις Ενάγουσες στην παρούσα διαδικασία.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και συμπληρωματικά σε προφορικές διευκρινιστικές αναφορές.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με ερμηνεία προνοιών θεσμών πολιτικής δικονομίας, με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα αλλά και μέσα από επικαλούμενα γεγονότα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Το πραγματικό και δικονομικό υπόβαθρο που σχετίζεται με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί πεδίο αμφισβήτησης. Το καταγράφω πιο κάτω αφού πρώτα έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης για σκοπούς παρουσίασης του με ακρίβεια (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146):

·                Το έτος 2014 η Ενάγουσα 1 καταχώρησε εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εναγομένης 2 την αγωγή αρ. 3129/2014 στο Ε.Δ. Λευκωσίας.

·                Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκαν μονομερώς διάφορα ενδιάμεσα διατάγματα, ένα εκ των οποίων ήταν αποκάλυψης στοιχείων τύπου Norwich Pharmacal από τους εκεί εναγομένους, ένας εκ των οποίων ήταν η Εναγόμενη 2.

·                Πριν από την εκδίκαση της αίτησης και μετά που τα εν λόγω διατάγματα ήταν πλέον επιστρεπτέα, ήτοι στις 03.06.14, η Ενάγουσα 1 δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης θα επέστρεφε τα έγγραφα που είχε παραλάβει δυνάμει του διατάγματος, θα κατέστρεφε όλα τα αντίγραφα τους και ότι δεν θα χρησιμοποιούσε το περιεχόμενο των αποκαλυφθέντων εγγράφων σε οποιαδήποτε διαδικασία ή δικαιοδοσία.

·                Μέσω σχετικής ένορκης δήλωσης δόθηκαν στην Ενάγουσα 1 τα ζητούμενα έγγραφα και οι πληροφορίες που αφορούσαν το εν λόγω ενδιάμεσο διάταγμα με αποτέλεσμα να υπάρξει συμμόρφωση με το εν λόγω δικαστικό διάταγμα. 

·                Η αίτηση τελικά απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώθηκε.

·                Η ουσία της πιο πάνω αγωγής δεν έχει εκδικαστεί.

·                Το έτος 2015 οι Ενάγουσες καταχώρησαν την αγωγή αρ. 5996/2015 στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον, ανάμεσα σ’ άλλους, των Εναγομένων 1 & 2.

·                Στα πλαίσια της πιο πάνω δεύτερης αγωγής, κατόπιν αίτησης, εκδόθηκε μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα αποκάλυψης στοιχείων τύπου Norwich Pharmacal και συγκεκριμένα τραπεζικών πληροφοριών που αφορούσαν λογαριασμούς της Εναγομένης 2 στην Τράπεζα Κύπρου.

·                Μέσω σχετικής ένορκης δήλωσης η Τράπεζα Κύπρου αποκάλυψε τα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες συμμορφούμενη με το δικαστικό διάταγμα.

·                Μετά από εκδίκαση της και αφού το εν λόγω διάταγμα είχε καταστεί επιστρεπτέο, η αίτηση τελικά απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώθηκε.

·                Η ουσία της πιο πάνω αγωγής δεν έχει εκδικαστεί.

·                Στις 07.08.15 οι Ενάγουσες καταχώρησαν αγωγή εναντίον, μεταξύ άλλων, των Εναγομένων 1 & 2 στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ.

·                Με σχετική αίτησης τους οι Εναγόμενες 1 & 2 αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία και την καταλληλότητα/αρμοδιότητα των Δικαστηρίων στις ΒΠΝ να εκδικάσουν την υπόθεση (forum conveniens) ζητώντας παραμερισμό της επίδοσης των εγγράφων και αναστολή της αγωγής.

·                Η πιο πάνω αίτηση τελικά απορρίφθηκε στις 07.12.16 και κρίθηκε ότι το Δικαστήριο στις ΒΠΝ είχε δικαιοδοσία και ήταν το κατάλληλο/αρμόδιο forum να εκδικάσει την αγωγή που τέθηκε ενώπιον του.

·                Την 01.02.17 η έκθεση απαίτησης τροποποιήθηκε.

·                Στις 15.01.21 επανατροποποιημένη έκθεση απαίτησης επιδόθηκε στο δικηγόρο της Εναγομένης 1.

·                Η νομιμότητα και εγκυρότητα επίδοσης της επανατροποποιημένης έκθεσης απαίτησης δεν έχουν αμφισβητηθεί από μέρους της Εναγομένης 1.

·                Η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης.

·                Κατόπιν αίτησης των Εναγουσών που μαζί με συνοδευτικά και υποστηρικτικά έγγραφα επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ στις 08.06.21 εξέδωσε συνοπτική απόφαση υπέρ τους και εναντίον της Εναγομένης 1 με την οποίαν την διέτασσε να πληρώσει στις Ενάγουσες το ποσό των $861,048.64 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού ύψους $474,833.81, δηλαδή συνολικό ποσό $1,335,882.45 (δολάρια Η.Π.Α).

·                Η απόφαση του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ δεν εφεσιβλήθηκε και ούτε ακυρώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο.

·                Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ ημερ. 08.06.21, οι Ενάγουσες στις 27.10.21 προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στο Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εναγομένης 1 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος.

·                Στις 07.12.21 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση δια δικηγόρου.

·                Μέχρι τις 08.11.24 που υπεβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη 1 δεν είχε καταχωρίσει υπεράσπιση.

·                Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 15.12.21 υπέβαλαν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης αναφορικά με ολόκληρο το ποσό που τους επιδικάστηκε στην απόφαση ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ.

·                Με απόφαση του ημερ. 29.10.24 το Ε.Δ. Λεμεσού απέρριψε την αίτηση για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της.

·                Επί της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου οι Ενάγουσες άσκησαν έφεση (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε90/2024), ως ήταν δικαίωμα τους.    

·                Στις 08.11.24 οι Ενάγουσες υπέβαλαν εκ νέου αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ήτοι την υπό κρίση αίτηση, με την οποίαν ζητούν συνοπτική απόφαση για πληρωμή ολόκληρου του ποσού που επιδικάστηκε υπέρ τους στην απόφαση ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ.

·                Στις 05.03.25 καταχωρίστηκε ειδοποίηση διακοπής της έφεσης επί της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 29.10.24 του Ε.Δ. Λεμεσού.

·                Μέχρι σήμερα το αξιούμενο ποσό που επιδικάστηκε στην απόφαση ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ δεν έχει πληρωθεί στις Ενάγουσες.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τους συναφείς δικονομικούς θεσμούς, τη νομολογία, νομοθεσίες και τα σχετικά, με την παρούσα αίτηση, αποσπάσματα από τα νομικά συγγράμματα που αμφότεροι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21.03.25 η Εναγόμενη 1, δια του συνηγόρου της, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι δεν προωθεί τον λόγο ένστασης αρ. 6 με τον οποίον είχε ισχυριστεί ότι «Οι Ενάγοντες / Αιτητές παραλείπουν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου όπως αυτή καθορίζεται από το Σύνταγμα και/ή ενώ η διαδικασία διεξάγεται στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας όπως προβλέπεται στο Άρθρο 3.4 του Συντάγματος οι Ενάγοντες/Αιτητές παραλείπουν να ακολουθήσουν τον κανόνα ως αυτό προνοείται από το Σύνταγμα.» Προφανώς η θέση της αυτή, η οποία περιλαμβάνει τοποθέτηση της ότι πάσχει ριζικά ολόκληρη η διαδικασία, αφορά τον ισχυρισμό της με τον οποίον εγείρεται ζήτημα παρατυπίας της ένορκης δήλωσης Podkholzin που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η οποία συντάχτηκε στην αγγλική γλώσσα και ότι δεν θα πρέπει να της αποδοθεί αποδεικτική αξία (§14-§19 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση). Εφόσον ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης έχει εγκαταλειφθεί, δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω.

 

Η μη προώθηση του 6ου λόγου ένστασης συμπαρασύρει σε αποτυχία τον λόγο ένστασης αρ. 5 αφού ο πυρήνας τους πραγματεύεται αντικείμενο που πηγάζει μέσα από τον ίδιο νομικό ισχυρισμό.

 

Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση «είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή πάσχει νομικά, καθ’ ότι στερείται νομικού και/ή πραγματικού υποβάθρου». Πρόκειται για μέρος του λόγου ένστασης αρ. 2.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης 1 δεν πραγματεύεται θέμα παρατυπίας ή αντικανονικότητας της υπό κρίση αίτησης. Ούτε υποδεικνύεται που νομικά υστερεί η συγκεκριμένη αίτηση. Αυτά είναι δεδομένα που καταδεικνύουν πρόθεση της Εναγομένης 1 να μην προωθήσει τη συγκεκριμένη θέση της, η οποία έκδηλα έχει εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω θέση παρέμεινε ατεκμηρίωτη και ως τέτοια απορρίπτεται.

 

Επίσης μέσα από τον λόγο ένστασης αρ. 18 η Εναγόμενη 1 επικαλείται ότι «Η ένορκη δήλωση και/ή μαρτυρία και/ή οι θέσεις των Εναγόντων / Αιτητών είναι γενικές και/ή αόριστες και/ή αβάσιμες και/ή δεν παραθέτουν κανένα στοιχείο και/ή επιχείρημα που να στηρίζει και/ή να δικαιολογεί το αίτημα τους».

 

Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1, η εν λόγω τοποθέτηση της συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης αυτός δεν έχει έρεισμα και γι’ αυτό απορρίπτεται.

 

Επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι η νομική θέση της Εναγομένης 1 περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Εξ όσον γίνεται αντιληπτό η εν λόγω νομική θέση εδράζεται σε τέσσερις πτυχές, οι οποίες περιέχονται στους λόγους ένστασης αρ. 2 (υπόλοιπο μέρος), 3, 4, 7 (μέρος), 20 (μέρος) και 22 (μέρος).

 

Η πρώτη πτυχή περιλαμβάνει τον ισχυρισμό της Εναγομένης 1 ότι ασκήθηκαν δύο παράλληλα ένδικα βοηθήματα με ταυτόσημο αντικείμενο και για τον ίδιο σκοπό. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, ενώ εκκρεμούσε η εξέταση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. Ε90/2024 των Εναγουσών επί της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου ημερ. 29.10.24 στην αίτηση ημερ. 15.01.21 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, οι ίδιες υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση που είναι πανομοιότυπη μ’ αυτήν για την οποίαν καταχωρίστηκε η αναφερόμενη έφεση. Είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι η μετέπειτα απόσυρση της πολιτικής έφεσης δεν θεραπεύει την καταχρηστική μορφή της διαδικασίας.

 

Αντίθετη είναι η νομική άποψη των Εναγουσών, οι οποίες ισχυρίζονται ότι παρόλο που δεν ασπάζονται τη θέση ότι η συνύπαρξη της πολιτικής έφεσης και της αίτησης συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας εντούτοις η απόσυρση της έφεσης διαγράφει κάθε ίχνος τέτοιας υποψίας.

 

Ανασκόπηση κυπριακής και αγγλικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας δύναται να λάβει διάφορες μορφές και το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων. Η εξέταση της πραγματοποιείται στη βάση συμφυών εξουσιών που το Δικαστήριο διαθέτει (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Σπύρου v. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11.11.15 και Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. χχχ Αθανασίου Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019 ημερ. 03.07.20), ECLI:CY:AD:2020:B216.

 

Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω) σημειώθηκαν τα ακόλουθα:

«Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του.  Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης.  Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»

(βλ. επίσης Αίτηση της Beograska ΔΔ (1996) 1 Α.Α.Δ. 911).»

Στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. v. (Αρ.3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:

«Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του με αποτέλεσμα την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φώς των συγκεκριμένων γεγονότων. (δέστε Ηλία (Αρ. 3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 A.A.Δ. 217).»

 

(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο)

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Σπύρου v. Ξενή (πιο πάνω) τονίστηκαν τα εξής:

«Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική».  Στην Leonid-Ivanov Spirier v.  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13/5/2014 ακολουθήθηκε η πιο πάνω εννοιολογική κατάταξη. 

 

 

Στην Hui Chi-Ming v. R. (1992) 1 A.C. 34 P.C.,  η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding."»

 

Ακόμη στην αγγλική υπόθεση Beckford [1996] 1 Cr App 94 επισημαίνονται τα εξής:

«… the constitutional principle which underlies the jurisdiction to stay proceedings is that the courts have the power and the duty to protect the law by protecting its own purposes and functions.»

 

Όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας προχωρεί σε ανακοπή της. Η ανακοπή δύναται να είναι είτε απόρριψη είτε αναστολή της υπόθεσης.

Στην In re Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911 διευκρινίζεται πότε θα μπορούσε μία διαδικασία να απορριφθεί και πότε να ανασταλεί. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της Ολομέλειας που ομιλεί από μόνο του:

«Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» 

 

Μία αναγνωρισμένη μορφή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας είναι η προώθηση πέραν του ενός ένδικου μέσου που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Όπως λέχθηκε στην Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω) η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Συνεπώς δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους για την έκδοση του συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Aldi Marine Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 1069 λέχθηκε ότι η καταχώρηση έφεσης επί της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου που κατέστησε απόλυτο προσωρινό διάταγμα τύπου Mareva και παράλληλα η προώθηση αίτησης με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση άδειας για καταχώριση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari με απώτερο στόχο επίσης την ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος επρόκειτο για δύο παράλληλες μεν διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, όμοιες όμως ως προς το αντικείμενο τους και τα ζητήματα που καλύπτουν. Εκείνο που αποφασίστηκε είναι ότι η συνύπαρξη της αίτησης και της έφεσης συνιστούσε, υπό το φως των συγκεκριμένων διαπιστώσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η οποία έπρεπε να αποτραπεί και να παρεμποδιστεί και τούτο μπορούσε μόνο να επιτευχθεί με την απόρριψη της αίτησης που ήταν μεταγενέστερη της έφεσης.

 

Στην Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου (Αρ. 1) (2011) 1 Α.Α.Δ. 773 αποφασίστηκε ότι η αίτηση για επέκταση του χρόνου καταχώρησης της έφεσης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ενόψει του ότι ενσυνείδητα καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της έφεσης και έξω από τα πλαίσια της. Όπως τονίστηκε, οι πρόνοιες της δικονομικής διάταξης για επέκταση χρονικής προθεσμίας δεν τυγχάνουν εφαρμογής για την εκ των υστέρων προώθηση αιτήματος επέκτασης χρόνου όταν το διαδικαστικό διάβημα έχει ήδη ληφθεί. Επίσης λέχθηκε ότι η διάταξη αυτή θα είχε εφαρμογή εάν η υπό κρίση αίτηση εισαγόταν πριν την καταχώρηση της έφεσης. Η καταχώρηση της καθιστούσε την αίτηση άνευ αντικειμένου και χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η προώθηση της υπό κρίση αίτησης και συνάμα η καταχώριση έφεσης επί της πρωτόδικης απόφασης σε ιδίας φύσεως αίτησης συνιστούν δύο παράλληλες διαδικασίες που στοχεύουν στην επίτευξη του ιδίου σκοπού που στην τελική είναι η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1. Αυτό θα συνιστούσε μορφή κατάχρησης της διαδικασίας. Εφόσον όμως η έφεση αποσύρθηκε στην πορεία είναι άνευ σημασίας να εξεταστεί αν τα δεδομένα της προκειμένης περίπτωσης δικαιολογούσαν απόρριψη ή αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας που είναι αυτή της υπό κρίση αίτησης.

 

Η επίκληση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας επί του ότι προωθούνται δύο παράλληλα ένδικα μέσα που στοχεύουν στον ίδιο σκοπό δεν γίνεται υπό το καθεστώς αφηρημένης έννοιας ή σε θεωρητικό επίπεδο. Το ζήτημα είναι πραγματικό, αντικειμενικό και έχει πρακτική σημασία. Η απόσυρση της έφεσης είναι σημαντικό δεδομένο καταλυτικής σημασίας εφόσον διαφοροποιεί το σκηνικό. Η έφεση αποσύρθηκε πριν να εξεταστεί η ουσία της. Όταν μάλιστα αποσύρθηκε, η υπό κρίση αίτηση δεν είχε οριστεί για ακρόαση. Η κατάσταση έχει, χωρίς αμφιβολία, αλλάξει. Δεν υπάρχουν δύο παράλληλες διαδικασίες σε εξέλιξη αλλά πλέον μόνο μία. Το στοιχείο της κατάχρησης που αρχικά εντοπιζόταν έπαυσε να υφίσταται με την απόσυρση της αίτησης. Δεν υπάρχει πλέον πολλαπλότητα διαδικασιών παρά μόνο μία διαδικασία, ήτοι η παρούσα. Συνεπώς δεν παρέμεινε οποιοδήποτε κατάλοιπο κατάχρησης. Θα ήταν αχρείαστα τυπολατρικό να αποσυρόταν η υπό κρίση αίτηση και να καταχωρείτο εκ νέου.

 

Στη βάση των πιο πάνω, το πρώτο σκέλος της νομικής θέσης δεν συνιστά μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.

 

Η δεύτερη πτυχή επίκλησης κατάχρησης αφορά σε ισχυρισμό ότι η αξίωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης είναι ταυτόσημη με την αξίωση στην προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 επίσης για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1 η οποία απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29.10.24 του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Όπως προκύπτει το συγκεκριμένο επικαλούμενο μέρος της κατάχρησης είναι άρρηκτα συνυφασμένο με τη θέση για ύπαρξη κωλύματος προώθησης της παρούσας αίτησης λόγω δεδικασμένου (res judicata). Είναι αυτονόητο ότι τα δύο αυτά ζητήματα θα εξεταστούν μαζί.

 

Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, εφόσον η προγενέστερη αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση Δικαστηρίου και δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκε χωρίς να συνοδεύεται από νέα ουσιώδη στοιχεία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο ως προ την ένδικη θεραπεία που ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, πράγμα που προβάλλει ως κώλυμα για τις Ενάγουσες να συνεχίζουν την προώθηση της αίτησης αυτής. Παράλληλα είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι μ’ αυτά τα στοιχεία η προώθηση της δικαστικής διαδικασίας στην υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική. Αντίθετη είναι η νομική προσέγγιση των Εναγουσών, οι οποίες ισχυρίστηκαν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται δεδικασμένο επειδή η προγενέστερη αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης απορρίφθηκε για τεχνικά ζητήματα και όχι για θέματα ουσίας αφού το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης.     

 

Η αρχή του δεδικασμένου αποτελεί δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και προέκυψε από την ανάγκη να δίδεται τέλος στην αντιδικία (Χωματένος v. Σταυρινού (2015) 1 Α.Α.Δ. 2825). Κατ’ επέκταση το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298). Στην K.S.R. Comercio E Industria De Papel S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 309 συνοψίζεται η νομική αρχή του δεδικασμένου μέσα από το ακόλουθο απόσπασμα:

«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα........................... »

 

Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, η προκειμένη περίπτωση αφορά σε δεδικασμένο και συνάμα κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας προώθησης της υπό κρίση αίτησης επειδή η ίδια φύσεως αίτησης που είχε υποβληθεί σε προγενέστερο στάδιο εναντίον πάλι της Εναγομένης 1 απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση. Αυτό που προφανώς προβάλλεται εδώ είναι κώλυμα επιδίκου θέματος (issue estoppel). Πρόκειται για τη μία από τις δύο εκφάνσεις του κωλύματος λόγω δεδικασμένου. Η άλλη έκφανση, η οποία δεν μας αφορά, είναι το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής - cause of action estoppel (Alpha Panareti Public Ltd v. Αράπη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε125/2019 ημερ. 15.11.24).

 

Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, σελ. 184, αναφέρεται ότι όταν ένα επίδικο γεγονός αποφασιστεί σε δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και το ίδιο γεγονός επανεμφανιστεί σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων εγείρεται θέμα δεδικασμένου. Ωστόσο η εν λόγω αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο σε ζητήματα που έχουν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία (Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, Χωματένος v. Σταυρινού (πιο πάνω)).

 

Το ζήτημα του δεδικασμένου σε ενδιάμεση αίτηση απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Πιριπίτση v. Κωνσταντίνου κ.α., Έφεση Αρ. Ε61/2018 ημερ. 09.02.24, στην οποίαν τονίστηκε σε ποια περίπτωση το αποτέλεσμα από την εκδίκαση ενδιάμεσης απόφασης παράγει δεδικασμένο. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα που ομιλεί από μόνο του:

«Από τα λεχθέντα  στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.α V Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερομηνίας 16.04.2014  εξάγεται η αρχή ότι τα αποτελέσματα από εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν παράγουν δεδικασμένο, στη βάση της λογικής ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, και ως εκ τούτου τέτοιες αποφάσεις δεν θεωρούνται τελεσίδικες. Εναπόκειται βέβαια στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει μία μεταγενέστερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει ελλείψει νέων στοιχείων. Διαφαίνεται ταυτόχρονα, σύμφωνα με την υπόθεση KSR Comercio S.A V Blue Coral Navigation Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 309, πως οι αρχές του δεδικασμένου εφαρμόζονται σε κάθε δικαστική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της εκδίκασης ενδιάμεσων αιτήσεων, στις οποίες έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα διαταγή. Όπως αποφασίστηκε «...Η μόρφωση και έκφρασης γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος και η ενασχόληση του με την ουσία του επίδικου θέματος, αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicada». Συνεπώς, όπου σε ενδιάμεση απόφαση το Δικαστήριο προβαίνει σε μόρφωση και έκφραση γνώμης, με σαφή και καθοριστικό τρόπο, αναφορικά με οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ζήτημα, τότε είναι εφικτή η δημιουργία δεδικασμένου, εκτός, βέβαια, και αν στη νέα διαδικασία τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα πραγματικά γεγονότα, οπότε να δικαιολογείται η εξέτασή τους, παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση

 

[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Εν πάση περιπτώσει, η νομολογία υποδεικνύει ότι ο κανόνας του δεδικασμένου δεν πρέπει να εφαρμόζεται άκαμπτα επειδή κάτι τέτοιο σε ορισμένες περιπτώσεις θα οδηγούσε σε αδικία, την στιγμή μάλιστα που η παράκαμψη του δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην Κλεόπα v. Χριστόφορου (2002) 1 Α.Α.Δ. 58 το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή σε αγγλική νομολογία υπέδειξε τα πιο κάτω σε σχέση με το σημείο αυτό:

«Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί.»

 

Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση είχα την ευκαιρία να μελετήσω την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29.10.24 του Ε.Δ. Λεμεσού που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αίτησης ημερ. 15.12.21 των Εναγουσών για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1 σχετικά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής των ΒΠΝ ημερ. 08.06.21 στην αγωγή με αρ. BVIHC (COM) 2015/0097 εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εναγομένης 1 η οποία καταχωρίστηκε στις 07.08.15. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση το Ε.Δ. Λεμεσού δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε κρίση και/ή έκφραση γνώμης με σαφή και καθοριστική μορφή σε σχέση με οποιοδήποτε νομικό και/ή πραγματικό θέμα. Στην προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 το Δικαστήριο εξέτασε και αποφάσισε επί ενός από τα επίδικα ζητήματα που είχαν εγερθεί. Το μοναδικό θέμα που εξετάστηκε και κρίθηκε ήταν κατά πόσο ο ενόρκως δηλών στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν την προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 ήταν το κατάλληλο πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα στα οποία αναφερόταν. Το ζήτημα αυτό έχρηζε εξέτασης μετά από σχετικό επιχείρημα που προβλήθηκε στην ένσταση της Εναγομένης 1 μέσω της §39 της ένορκης δήλωσης της ένστασης (βλέπε §5, σελίδα 10 ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 29.10.24 του Ε.Δ. Λεμεσού).

 

Στην υπό κρίση αίτηση δεν εγείρεται το ίδιο θέμα ή τέτοιο ζήτημα. Μέσα από την ένσταση της Εναγομένης 1 δεν αναδεικνύεται επίδικο θέμα που είχε εξεταστεί αποφασιστεί από το Δικαστήριο αναφορικά με την προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 αφού δεν προβλήθηκε επιχείρημα αμφισβήτησης της καταλληλότητας του ομνύοντα στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και στην οποίαν γίνεται επίκληση των γεγονότων της υπόθεσης. Ούτε η πλευρά της Εναγομένης 1 σχολιάζει νομικά τέτοιο θέμα μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου της. Επομένως εδώ δεν τίθεται θέμα κώλυμα επιδίκου θέματος (issue estoppel) λόγω δεδικασμένου. Ωστόσο το παρόν Δικαστήριο αν κρίνει ότι θα πρέπει να εξεταστούν οι προϋποθέσεις που διέπουν την υπό κρίση αίτηση θα το πράξει αυτεπάγγελτα.

 

Σε τελευταία ανάλυση δεν υπήρξε τελεσιδικία ζητήματος για το οποίο ζητείται με την υπό κρίση αίτηση να εξεταστεί εκ νέου. Το ότι αποσύρθηκε η Πολιτική Έφεση Αρ. Ε90/2024 που αφορούσε την προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 δεν σημαίνει τελεσιδικία στο ζήτημα της συνοπτικής απόφασης. Η επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης δεν δημιουργεί δεδικασμένο στην υπόθεση. Η ουσία της υπό κρίση αίτησης δεν έχει διαγνωστεί. Προς επίρρωση του σκεπτικού αυτού αρκεί να αναφέρω ότι σε περίπτωση που η έφεση δεν αποσυρόταν αλλά μέσα από την εκδίκαση της επιτύγχανε και η απόφαση ημερ. 29.10.24 ανατρεπόταν, δεν θα εκδιδόταν συνοπτική απόφαση αλλά η προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 θα τίθετο ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού για συνέχιση της εκδίκασης της με την εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων που απαιτούνται.

 

Σε κάθε περίπτωση, ο ομνύοντας εδώ δεν είναι το ίδιο πρόσωπο που ήταν ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την προγενέστερη αίτηση ημερ. 15.12.21 για να ισχύει η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29.10.24. Είναι διαφορετικά πρόσωπα, με διαφορετική ιδιότητα και με διαφορετική εμπλοκή στην υπόθεση. Είναι άτομα που τα γεγονότα περιήλθαν στη σφαίρα της γνώσης τους με διαφορετικό τρόπο. 

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν παραβιάζεται η αρχή της τελεσιδικίας επειδή δεν υπήρξε τελεσιδικία. Παράλληλα δεν υπάρχει θέμα δεδικασμένου. Η ανυπαρξία δεδικασμένου συμπαρασύρει σε αποτυχία τον ισχυρισμό της πτυχής αυτής για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Υπάρχουν άλλες δύο πτυχές επί των οποίων προωθείται η νομική θέση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ειδικότερα προβάλλεται ως κατάχρηση ο ισχυρισμός περί «παράβασης δεσμευτικής δήλωσης από μέρους των Εναγουσών που έγινε στην αγωγή αρ. 3129/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας» και ο ισχυρισμός ότι «επιδιώκεται η αναγνώριση και/ή εκτέλεση αλλοδαπής διαδικασίας η οποία είναι αποτέλεσμα παρανομίας και/ή παράλειψης συμμόρφωσης και/ή περιφρόνησης της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 27.10.16 στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 5996/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας». Επειδή οι εν λόγω ισχυρισμοί συνδέονται με την ουσία της υπό κρίση αίτησης θα τους εξετάσω αμέσως στη συνέχεια μαζί με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτό.

 

Προχωρώ ευθύς στην ενασχόληση μου με τους λόγους ένστασης αρ. 1, 8, 9, 10-13 & 15-17 που άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να ικανοποιούνται προκειμένου να δικαιολογείται η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης. Παράλληλα θα εξεταστούν οι προαναφερόμενες εκκρεμότητες με τις οποίες οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης συναρτώνται. Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης 1 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγουσες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα υπόθεση διέπεται δικονομικά από τους Παλαιούς Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Κατ’ επέκταση η υπό κρίση αίτηση εκδικάζεται με βάση το παλαιό καθεστώς των διαδικαστικών κανονισμών.

      

Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπεται δικονομικά από τη Δ.18 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η προστασία των διαδίκων από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Επειδή πρόκειται για δραστική διαδικασία με ιδιαιτερότητα που παρακάμπτει τη διεξαγωγή δίκης, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του εξουσία με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα αυστηρά κριτήρια που περιέχονται στις πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής και έχουν εξηγηθεί μέσα από τις αρχές της νομολογίας (Νικολάου Λίμιτεδ v. Adamco Construction Ltd (2005) 1Α Α.Α.Δ. 376). Η ανάγκη για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης δεν θα πρέπει να στερεί από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (Deme Diary Ltd κ.α. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347).

 

Για να έχει η αίτηση συνοπτικής απόφασης προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και ταυτόχρονα να ικανοποιούνται σωρευτικά συγκεκριμένες επιτακτικές προϋποθέσεις, οι οποίες περιέχονται στους Θ.1-Θ.5 της Δ.18. Εάν δεν τηρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει συνοπτική απόφαση.

 

Μία από αυτές είναι η αγωγή να έχει καταχωρηθεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (MI Holdings Public Ltd v. Παναγή (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 298). Παρατηρώντας κάποιος το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωριστεί στην υπόθεση αυτή δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί ότι έχει τη μορφή που απαιτείται, δηλαδή αυτό του ειδικώς οπισθογραφημένου. Αυτό είναι γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και ούτε αποτελεί σημείο διαφωνίας των διαδίκων. Επομένως αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται.

 

Μία άλλη είναι να έχει καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Ανατρέχοντας στον ηλεκτρονικό δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι στις 07.12.21 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση δια δικηγόρο, πράγμα που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Συνεπώς πληρείται και αυτή η προϋπόθεση.

 

Επίσης η αίτηση πρέπει να γίνει δια κλήσεως και να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή ατόμου που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, να πιστοποιήσει τα γεγονότα που αναφέρονται και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται καθιστώντας έτσι την απαίτηση του ενάγοντα καθαρή και να δηλώνει ότι εξ όσον γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή (Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 782, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (1972) 1 C.L.R. 130). Με λίγα λόγια από την ένορκη δήλωση και τα τυχόν επισυνημμένα τεκμήρια (που δεν είναι αναγκαία να κατατίθενται) υπό το φως του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να αναδύεται απαίτηση που να είναι αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση πράγματι έγινε δια κλήσεως, ως απαιτείται. Περαιτέρω εδώ όπου οι Ενάγουσες είναι νομικά πρόσωπα ο ενόρκως δηλών στη βασική ένορκη δήλωση είναι άτομο το οποίο, όπως αναφέρεται στην §2 της ένορκης δήλωσης Podkholzin, είναι Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και Προϊστάμενος του Νομικού Τμήματος της Ενάγουσας 1 εταιρείας. Παράλληλα δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 2 εταιρεία να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη 1.

Εκ των θέσεων του που κατείχε και κατέχει, ο ενόρκως δηλών γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Είναι σε θέση να τα γνωρίζει επειδή είχε προσωπική ανάμιξη στο χειρισμό νομικών ζητημάτων που αφορούν τις Ενάγουσες. Βρίσκεται στην υπηρεσία του ομίλου εταιρειών στον οποίον ανήκουν οι Ενάγουσες από το έτος 2009. Επίσης ένεκα των καθηκόντων του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή την περίοδο από 2014 μέχρι 08.06.21 ο ενόρκως δηλών είχε προσωπική εμπλοκή και προσωπικά άμεση γνώση όλων των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που αφορούσαν τις Ενάγουσες, περιλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με την αγωγή στις ΒΠΝ. Ειδικότερα ήταν αυτός που συντόνιζε και επιθεωρούσε όλες τις διεθνείς νομικές διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται όλες οι εταιρείες του ομίλου, ανάμεσα στις οποίες και οι Ενάγουσες, περιλαμβανομένων της δικαστικής διαδικασίας στις ΒΠΝ και της παρούσας αγωγής. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο ενόρκως δηλών είναι προσωπικά γνώστης των γεγονότων των διεθνών υποθέσεων που αφορούν τις Ενάγουσες με προσωπική εμπλοκή στην πορεία των διαδικασιών τους.

 

Μέσα από την ένορκη δήλωση του ο ομνύοντας (Podkholzin) πιστοποιεί τη βάση αγωγής / το αγώγιμο δικαίωμα που οι Ενάγουσες επικαλούνται στην αγωγή τους που είναι η μη πληρωμή συγκεκριμένου ποσού που θεωρούν ότι τους οφείλεται με τη μη συμμόρφωση της Εναγομένης 1 με την με την απόφαση ημερ. 08.06.21 του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ, στην οποίαν επιδικάζεται το εν λόγω συγκεκριμένο ποσό προς όφελος των Εναγουσών και εναντίον της Εναγομένης 1. Ακόμη στην ένορκη δήλωση του ο ομνύοντας πιστοποιεί το ποσό που απαιτείται και ότι αυτό εξακολουθεί να οφείλεται, το οποίο πιστοποιεί ότι ανέρχεται συνολικά στα $1,335,882.45 (δολάρια Η.Π.Α.). Είναι εκκαθαρισμένο ποσό. Πρόκειται για το ποσό που έχει επιδικαστεί στην προαναφερόμενη απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου (§16 ΕΔ Podkholzin).         

 

Στη βάση των πιο πάνω, ο ομνύοντας είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει με βεβαιότητα τη βάση αγωγής και τις αξιούμενες θεραπείες που απαιτούνται μέσα από την ενσωματωμένη έκθεση απαίτησης στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πράγμα το οποίο και πράττει.

 

Επιπλέον ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση του δηλώνει πως ειλικρινά πιστεύει ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση (§19 & §46 ΕΔ Podkholzin).

Ακολούθως το κρίσιμο ζήτημα που εγείρεται είναι αν μέσα από τα γεγονότα που ο ομνύοντας Podkholzin εκθέτει στην ένορκη δήλωση του και στα έγγραφα που επισυνάπτει σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, αξιώνεται μία ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση, η φύση, το είδος και το ύψος της οποίας επαληθεύεται.

 

Οι Ενάγουσες ουσιαστικά επιδιώκουν αναγνώριση και εγγραφή απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό την εκτέλεση της. Όπως ήδη λέχθηκε και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, στις 08.06.21 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ εξέδωσε συνοπτική απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγομένης 1 για συγκεκριμένο ποσό. Ειδικότερα το εν λόγω αλλοδαπό δικαστήριο διέταξε την Εναγόμενη 1 να πληρώσει στις Ενάγουσες το συνολικό ποσό των $1,335,882.45 (δολάρια Η.Π.Α.). Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η απόφαση που εκδόθηκε στις ΒΠΝ δεν έχει εφεσιβληθεί. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι εκεί είναι πλέον τελεσίδικη και εκτελεστή.

 

Στην Κύπρο θεσπίστηκε ειδική νομοθεσία που επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων που εκδόθηκαν από αλλοδαπά δικαστήρια στα πλαίσια αγωγών. Πρόκειται για τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 (121(I)/2000) μετά των συναφών τροποποιήσεων που τέθηκε σε ισχύ στις 21.07.2000 όταν δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με βάση το άρθρο 3(1) του Νόμου «απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σημαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται.» Επομένως οι πρόνοιες του Ν.121(Ι)/2000 εφαρμόζονται εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία συνομολόγησε συμφωνία ή δεσμεύεται με συνθήκη με τη χώρα στην οποίαν το δικαστήριο της εξέδωσε την απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο.

 

Στην προκειμένη περίπτωση το επιχείρημα της πλευράς των Εναγουσών ότι δεν υπάρχει σύμβαση που να ρυθμίζει την αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο αποφάσεων των Δικαστηρίων των ΒΠΝ όχι μόνο δεν έχει αντικρουστεί αλλά δεν έχει καν σχολιαστεί, με αποτέλεσμα να παραμείνει αναντίλεκτο. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, έχω προβεί σε έρευνα και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε διμερής συμφωνία ή συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των ΒΠΝ που να ρυθμίζει το ζήτημα αυτό ώστε να μπορούν να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του Ν.121(Ι)/2000.

 

Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. v. Εκδοτικής Εταιρείας Δημόκριτος Λτδ. και άλλου (1996) 1 Α.Α.Δ. 206 όπου την επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών στην αγόρευση του, αποφασίστηκε ότι αν μια αλλοδαπή απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας που επιτρέπει της εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, τότε ο δικαιούχος μπορεί να καταχωρίσει αγωγή με βάση την αλλοδαπή απόφαση σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο, ή αγωγή βασιζόμενος στα γεγονότα που δημιουργούν το αγώγιμο δικαίωμα.

 

Το κυπριακό νομικό σύγγραμμα Introduction to Cyprus Lawπου με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών μέσα από την αγόρευση του πραγματεύεται το ζήτημα εγγραφής και εκτέλεσης στην Κύπρο δικαστικών αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων. Η προσέγγιση του ευθυγραμμίζεται με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης. Συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο 5, §5-2, σελίδα 105 αυτού σημειώνονται τα εξής σχετικά:

«A foreign judgment may be enforceable under statute by the process of registration. On the other hand, a judgment creditor seeking to enforce a foreign judgment in Cyprus at Common Law cannot do so by direct execution of judgment; he must bring an action on the foreign judgment.»

 

Ακολούθως στη σελίδα 6, §5-3 του ιδίου συγγράμματος καταγράφονται τα εξής σημαντικά:

«A judgment creditor seeking to enforce a foreign judgment in Cyprus at Common Law must bring an action on the foreign judgment. As soon as he files the action (specially endorsed writ), he can apply for summary judgment under Order 18 of the Civil Procedure Rules on the ground that the defendant has no defence to the claim and, if his application is successful, the defendant will not be allowed to defend. Alternatively, the judgment creditor, instead of filing an action on the foreign judgment, may file an action relying on the facts which created the cause of action on which the foreign judgment was issued.

 

It was decided, however, by the Supreme Court [Κωνσταντίνου κ.α. v. Εκδοτικής Εταιρείας Δημόκριτος Λτδ. και άλλου (πιο πάνω)] that, if the foreign judgment is capable of registration, it cannot be enforced by a Common Law action on the judgment.»

 

Αυτό έπραξαν οι Ενάγουσες. Σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχώρησαν αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 στην οποίαν ζητούν την έκδοση απόφασης ως η απόφαση ημερ. 08.06.21 του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ. Δηλαδή με την αγωγή αυτή οι Ενάγουσες αξιώνουν απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 για το συνολικό ποσό των $1,335,882.45 (δολάρια Η.Π.Α.). Με την αγωγή αυτή οι Ενάγουσες ζητούν να τους πληρωθεί το συγκεκριμένο ποσό που τους έχει επιδικαστεί με την απόφαση ημερ. 08.06.21 του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ. Η απαίτηση των Εναγουσών εδράζεται σε ισχυρισμό οφειλής συγκεκριμένου ποσού από την Εναγόμενη 1 που δημιουργήθηκε μετά που η τελευταία διατάχτηκε να τους πληρώσει με την απόφαση ημερ. 08.06.21 του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν το έπραξε.

 

Από τα πιο πάνω φαίνεται να αναδύεται μία ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη εκδοχή για τις Ενάγουσες που να αφορά την απαίτηση τους. Πρόκειται για απαίτηση συγκεκριμένου εκκαθαρισμένου ποσού που θεωρούν ότι τους οφείλεται από την Εναγόμενη 1.

 

Εφόσον συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στους ώμους της Εναγομένης 1, η οποία καλείται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της απαίτησης ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες που θα είναι ουσιώδη και επαρκή για να της δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης – Δ.18 Θ.1(α) (Λαζάρου και άλλος v. Μακεδόνας (1999) 1 Α.Α.Δ. 817, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Ν. Χατζηνέστορος (1989) 1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία (1990) 1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 Α.Α.Δ. 239).  Το Δικαστήριο καλείται να πειστεί ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση (χχχ Κωνσταντίνου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013 ημερ. 05.03.19). Παράλληλα, με βάση τη Δ.18 Θ.3(β), η ένσταση της Εναγομένης 1 θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία θα πρέπει να καθορίζει κατά πόσο η ισχυριζόμενη υπεράσπιση αναφέρεται για ολόκληρη ή μέρος μόνο και (αν έτσι) σε ποιο μέρος της απαίτησης των Εναγουσών (Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333).

 

Δεν παρέχεται άδεια για καταχώριση υπεράσπισης όταν είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά θέματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο οι Ενάγουσες δικαιούνται σε απόφαση. Σε τέτοια περίπτωση το αίτημα για χορήγηση άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης αποσκοπεί μόνο σε καθυστέρηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα η διεξαγωγή δίκης να μην δικαιολογείται αλλά να καθίσταται αχρείαστη. Εκεί όμως που μέσα από την υπεράσπιση αναδεικνύονται συζητήσιμα θέματα δεν θα πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Απλή επίκληση της φύσης της υπόθεσης μέσα από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο δεν διασώζει το απορριπτικό αποτέλεσμα που θα έχει η ένσταση της Εναγομένης 1 (Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.1) (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.2) (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1977). Εν ολίγοις, για την παροχή άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα επαρκή και ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν ότι καλόπιστα υπάρχει συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της απαίτησης (Annual Practice 1961, σελίδα 251). Όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια στον εναγόμενο να καταχωρίσει την υπεράσπιση του (Λαζάρου και άλλος v. Μακεδόνας (πιο πάνω),

 

Στην προκειμένη περίπτωση η ένσταση της Εναγομένης 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Μέσα από το περιεχόμενο της προβάλλεται το επιχείρημα της ύπαρξης βάσιμης και καλόπιστης υπεράσπισης για τους λόγους που παραθέτει. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι το επιχείρημα της ύπαρξης υπεράσπισης αφορά σε ολόκληρη την απαίτηση των Εναγουσών.

 

Η πλευρά της Εναγομένης ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να της δοθεί άδεια να προβάλει την υπεράσπιση της, η οποία, εξ όσον είναι αντιληπτό εδράζεται στους πιο κάτω πυλώνες:

(α)       Η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου εκδόθηκε χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην Εναγόμενη 1 να προβάλει υπεράσπιση ή να προσκομίσει μαρτυρία.

(β)       Η παρούσα αγωγή αποσκοπεί στην αναγνώριση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου με σκοπό την εκτέλεση της στην Κύπρο, η οποία εκδόθηκε νοθευμένα κατόπιν παράνομης χρήσης εγγράφων και πληροφοριών στα πλαίσια μολυσμένης διαδικασίας ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν εξετάζει την ορθότητα της απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου. Ακόμη και αν δοθεί άδεια στην Εναγόμενη 1 να καταχωρήσει την υπεράσπιση της η ορθότητα της απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναθεώρηση. Τούτο επειδή, όπως ήδη λέχθηκε, η απαίτηση των Εναγουσών εδράζεται σε ισχυρισμό οφειλής συγκεκριμένου ποσού από την Εναγόμενη 1 που δημιουργήθηκε μετά που η τελευταία διατάχτηκε να τους πληρώσει με την απόφαση ημερ. 08.06.21 του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν το έπραξε.

 

Είναι κάτι αντίστοιχο που ισχύει αν η επίμαχη αλλοδαπή απόφαση μπορούσε να εγγραφεί με βάση τον Ν.121(Ι)/2000. Στην υπόθεση Μονογιός v. Μονογιού, Έφεση Αρ. 17/2016 ημερ. 22.02.18 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν μπορούσε να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας ή της ορθότητας της απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου επειδή η ακολουθητέα διαδικασία προσδιορίζεται με σαφήνεια στην παράγραφο (1) του άρθρου 5 του Νόμου 121(Ι)/2000, χωρίς να επιδέχεται περαιτέρω διεύρυνση, αφού χρησιμοποιείται η λέξη ″περιορίζεται″. Κατ’ ανάλογο τρόπο υπάρχει περιορισμός στην εξέταση της παρούσας αγωγής. Η παρούσα αγωγή αφορά σε χρέος που κατ’ ισχυρισμό προέκυψε από την μη πληρωμή του ποσού που εκδόθηκε στην απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας ή της ορθότητας της απόφασης αλλά και του ύψους του ποσού που επιδικάστηκε στην απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου.

 

Εκείνα που έχουν σημασία και την ίδια στιγμή αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είναι:

-        Στις 08.06.21 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής στις ΒΠΝ εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγομένης 1 με την οποίαν την διέτασσε την τελευταία να πληρώσει στις Ενάγουσες το συνολικό ποσό $1,335,882.45 (δολάρια Η.Π.Α).

-        Η απόφαση του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ δεν εφεσιβλήθηκε και ούτε ακυρώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο.

-        Μέχρι σήμερα το αξιούμενο ποσό που επιδικάστηκε στην απόφαση ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ δεν έχει πληρωθεί στις Ενάγουσες.

-        Η παρούσα αγωγή αφορά την πληρωμή του ποσού που επιδικάστηκε με την απόφαση Δικαστηρίου στις ΒΠΝ.

 

Συνεπώς, αν και δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ρητό ως μορφή υπεράσπισης, το περιεχόμενο της §50 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση με την οποίαν αναφέρεται ότι «οι Εναγόμενοι αρνιούνται και απορρίπτουν τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα και/ή τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί απάτης και οικειοποίησης ποσών υπό κορφή δωροδοκιών» δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Ομοίως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οποιεσδήποτε άλλες παράγραφοι με παρόμοιο περιεχόμενο και/ή σκεπτικό.

 

Θα εξετάσω τώρα τους δύο πυλώνες επί των οποίων εδράζεται το επιχείρημα της Εναγομένης 1 ότι θα πρέπει να της δοθεί άδεια να καταχωρήσει την υπεράσπιση της.

 

Ο πρώτος πυλώνας περιέχει τη θέση της Εναγομένης 1 ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου εκδόθηκε χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει υπεράσπιση ή να προσκομίσει μαρτυρία.

 

Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τα έγγραφα της αγωγής που στις 07.08.15 οι Ενάγουσες καταχώρισαν στο Δικαστήριο των ΒΠΝ επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η επίδοση των εγγράφων κρίθηκε ότι ήταν νόμιμη και έγκυρη. Παρόλα αυτά η Εναγόμενη 1 επέλεξε συνειδητά να μην προβάλει την υπεράσπιση της με επίγνωση των κινδύνων που ενείχε η εν λόγω απόφαση της. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 15.01.21 επιδόθηκε στον δικηγόρο της Εναγομένης 1 τροποποιημένη έκθεση απαίτησης στην αγωγή των ΒΠΝ. Η νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης του τροποποιημένου δικογράφου δεν αποτέλεσε σημείο αμφισβήτησης. Παρόλα αυτά και πάλι η Εναγόμενη 1 επέλεξε συνειδητά να μην προβάλει την υπεράσπιση της με επίγνωση των κινδύνων που ενείχε η εν λόγω απόφαση της. Αν το έπραττε η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε να προσκομίσει το μαρτυρικό υλικό που επιθυμούσε. Ακολούθησε η επίδοση της αίτησης για συνοπτική απόφαση μαζί με τα συνοδευτικά και υποστηρικτικά έγγραφα στην Εναγόμενη 1. Δεν έχει λεχθεί ότι η Εναγόμενη 1 αμφισβήτησε την νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης των εγγράφων της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Παρόλα αυτά η Εναγόμενη 1 επέλεξε να μην συμμετάσχει στη διαδικασία αφού δεν καταχώρισε ένσταση. Αν το έπραττε προφανώς θα μπορούσε να παραθέσει τη γραμμή υπεράσπισης της μαζί με σχετικές λεπτομέρειες, τα οποία ενδεχομένως να απέτρεπαν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της. Η δε απόφαση του Δικαστηρίου των ΒΠΝ δεν εφεσιβλήθηκε και/ή δεν ακυρώθηκε με οποιονδήποτε ένδικο μέσο από μέρους της Εναγομένης 1, ως ήταν βέβαια δικαίωμα της.

 

Με τον δεύτερο πυλώνα η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή αποσκοπεί στην αναγνώριση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου με σκοπό την εκτέλεση της στην Κύπρο, η οποία εκδόθηκε νοθευμένα κατόπιν παράνομης χρήσης εγγράφων και πληροφοριών στα πλαίσια μολυσμένης διαδικασίας ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου.

 

Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1, εκείνο που αβίαστα φαίνεται είναι ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση απόφαση ημερ. 08.06.21 από το Δικαστήριο στις ΒΠΝ. Ο ισχυρισμός των Εναγουσών ότι η έκθεση απαίτησης επανατροποποιήθηκε και όταν επιδόθηκε στον δικηγόρο της Εναγομένης 1 αφαιρέθηκε χρηματική αξίωση πέραν των $7.000.000 (δολαρίων Η.Π.Α.) προκειμένου να μην υπάρχει σχέση του περιεχομένου του εν λόγω δικογράφου με τα επίμαχα έγγραφα, παρέμεινε αναντίλεκτος. Οι αναφορές της Εναγομένης 1 παραπέμπουν σε χρήση των επίμαχων εγγράφων στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης διατάγματος επίδοσης του διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας και δεν καταδεικνύουν ότι τα επίμαχα έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν για την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης που οδήγησε στην έκδοση απόφασης ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ.

 

Εν πάση περιπτώσει, η Εναγόμενη 1 δεν εκδήλωσε πρόθεση να προβεί στο κατάλληλο ένδικο μέσο για ακύρωση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας προβάλλοντας το επιχείρημα της παράνομης χρήσης εγγράφων ως λόγο ακύρωσης του. Εναλλακτικά, σε περίπτωση που αυτό δεν ήταν νομικά εφικτό, η Εναγόμενη 1 δεν εκδήλωσε πρόθεση να προβεί στο κατάλληλο ένδικο μέσο για ανατροπή της απόφασης του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ που εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο στις ΒΠΝ.

 

Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον να καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης προβάλλοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, ισχυρισμό για μολυσμένη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ. Πολύ περισσότερο προτίμησε να μην καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ μετά που αυτή της επιδόθηκε χωρίς να υπάρχει αμφισβήτηση σε ότι αφορά τη νομιμότητα και εγκυρότητα επίδοσης, σε αντίθεση μ’ αυτό που έπραξε στην παρούσα διαδικασία, και να θέσει προς εξέταση το ζήτημα χρήσης εγγράφων που δεν θα έπρεπε από τις Ενάγουσες. Το αποκορύφωμα της δικονομικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1 ήταν η μη εκδήλωση πρόθεσης από μέρους της να εφεσιβάλει την απόφαση ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ σε ότι αφορά τη νομιμότητα και εγκυρότητα έκδοσης της.

 

Τα πιο πάνω ξεκάθαρα καταδεικνύουν ότι ενόσω η υπόθεση ήταν σε εκκρεμότητα ενώπιον του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ, η ίδια η Εναγόμενη 1 δεν θεώρησε ότι υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα με τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας στις ΒΠΝ (μολυσμένη διαδικασία στην υπόθεση των ΒΠΝ), δεν θεώρησε ότι υπήρχε ζήτημα χρήσης των επίμαχων εγγράφων και δεν θεώρησε ότι υπήρχε ζήτημα νομιμότητας και εγκυρότητας έκδοσης της απόφασης ημερ. 08.06.21 ή οποιασδήποτε άλλης ενδιάμεσης απόφασης στα πλαίσια της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν τα ίδια θέματα να αναδειχτούν τώρα συζητήσιμα ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης όταν τότε η Εναγόμενη 1 δεν τα θεωρούσε ως τέτοια. Ουσιαστικά οι Ενάγουσες αφέθηκαν από την Εναγόμενη 1, η οποία με τη θέληση της επέτρεψε στις Ενάγουσες να εκδώσουν απόφαση εναντίον της. Χωρίς να αναιρείται το σκεπτικό του παρόντος Δικαστηρίου σε ότι αφορά το ρόλο των επίμαχων εγγράφων στην υπόθεση των ΒΠΝ, η Εναγόμενη 1 με τη συμπεριφορά της εκμηδένισε τη σημασία της δεσμευτικής δήλωσης των Εναγουσών που επικαλέστηκε.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αντικειμενικά φαίνεται ότι δεν υπάρχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της απαίτησης. Η Εναγόμενη 1 δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες που να είναι ουσιώδη και επαρκή για να της δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Το αίτημα για χορήγηση άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης δεν μπορεί παρά μόνο να αποσκοπεί σε καθυστέρηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα η διεξαγωγή δίκης να μην δικαιολογείται αλλά να καθίσταται αχρείαστη.

 

Έπεται ότι οι λόγοι ένστασης αρ. 1, 8, 9, 10-13 & 15-17 δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται.             

 

Η απόρριψη του δεύτερου πυλώνα επί του οποίου εδράζεται το επιχείρημα της Εναγομένης 1 ότι θα πρέπει να της δοθεί άδεια να καταχωρήσει την υπεράσπιση της συμπαρασύρει σε αποτυχία τον λόγο ένστασης αρ. 19 με τον οποίον συνδέεται άρρηκτα αφού μ’ αυτόν η Εναγόμενη 1 επικαλείται ότι «Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν έχουν έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια (he who comes to equity must come with clean hands).»

 

Παράλληλα συμπαρασύρονται σε απόρριψη οι υπόλοιπες δύο πτυχές του ισχυρισμού κατάχρησης της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, οι οποίες συνδέονται ευθέως με την «παράβαση δεσμευτικής δήλωσης» και «την αναγνώριση και/ή εκτέλεση απόφασης η οποία είναι αποτέλεσμα παρανομίας και/ή παράλειψης συμμόρφωσης και/ή περιφρόνησης της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 27.10.16 στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 5996/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας». Κατ’ επέκταση, οι λόγοι ένστασης αρ. 2 (υπόλοιπο μέρος), 3, 4, 7 (μέρος), 20 (μέρος) και 22 (μέρος) απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Με τους λόγους ένστασης αρ. 21 και 22 (μέρος) η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα παραβιαστεί το συνταγματικό δικαίωμα της να διεξαχθεί δίκαιη δίκη στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγουσών, οι οποίες επικαλούνται ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω θέση της Εναγομένης 1 δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η Δ.18 επιτρέπει παράκαμψη της διεξαγωγής δίκης υπό αυστηρά κριτήρια. Έχει συγκεκριμένο σκοπό και εφόσον τηρούνται αυστηρά και συνάμα συντρέχουν οι καθορισμένες προϋποθέσεις τότε παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση, πράγμα βέβαια που πράττει με πολλή φειδώ και με σεβασμό στο δικαίωμα υπεράσπισης. Το δικαίωμα της υπεράσπισης κατοχυρώνεται συνταγματικά όχι για να χρησιμοποιείται για λόγους τακτικής από τον εναγόμενο και ούτε για να προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφού κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενάγοντα η υπόθεση του να ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, αλλά για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της ορθής απονομής της δικαιοσύνης μέσα από την εκδίκαση της ουσίας των επιδίκων διαφορών των διαδίκων.   

 

Η νομολογία υποστηρίζει ότι η Δ.18 διασφαλίζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και παράλληλα δίδει την ευκαιρία στους διαδίκους να παρουσιάσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου εξυπηρετώντας έτσι τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Στην Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1 Α.Α.Δ. 408 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων τα πιο κάτω που επιβεβαιώνουν το σκεπτικό του Δικαστηρίου:  

«Η διαδικασία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία προβλέπεται από τη Δ.18  των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διασφαλίζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και παρέχει επαρκή εχέγγυα στους διαδίκους για παρουσίαση της υπόθεσης τους μέσα σε καθορισμένα πλαίσια. Συναφώς παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, μόνο σε υποθέσεις όπου ο εναγόμενος αποτυγχάνει να δείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση, εκδίδεται συνοπτική απόφαση εναντίον του.»

 

Στη βάση των πιο πάνω ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη. Πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 20 (υπόλοιπο μέρος) και 22 (υπόλοιπο μέρος).

 

Η κακοπιστία πρέπει να στοιχειοθετείται στη βάση μαρτυρίας που οφείλει να προσκομίζει ο διάδικος που την επικαλείται. Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής σε σχέση με την απόδειξη κακοπιστίας:   

«Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση  συνήθως οδηγείται σε απόρριψη.»

 

Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στη δική μας περίπτωση. Εδώ δεν έχω εντοπίσει σαφή και επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Είναι αντιληπτό ότι η κακοπιστία συνδέεται με τον ισχυρισμό της Εναγομένης 1 περί χρήσης των επίμαχων εγγράφων στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ ενώπιον του οποίου εκδόθηκε απόφαση, την οποίαν οι Ενάγουσες επιδιώκουν να εκτελέσουν στην Κύπρο. Έχω ήδη εξηγήσει για ποιο λόγο αντικειμενικά δεν φαίνεται να έγινε τέτοια χρήση. Η μη χρήση τους στη διαδικασία έκδοσης της απόφασης ημερ. 08.06.21 καθιστά έκθετη σε απόρριψη τη θέση της Εναγομένης 1 περί κακοπιστίας στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Σε τελευταία ανάλυση, δεν έχω διαπιστώσει ότι η παρούσα αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία των Εναγουσών. Ως εκ τούτου, οι λόγοι αυτοί ένστασης δεν ευσταθούν και γι’ αυτό απορρίπτονται.

 

Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 14, αυτός δεν προωθείται. Ουδεμία αναφορά υπάρχει προς υποστήριξη του και κανένας νομικός σχολιασμός έχει γίνει για σκοπούς νομικής στοιχειοθέτησης του. Εκλαμβάνεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτος. 

 

Να σημειωθεί ότι πιστοποιημένο και επικυρωμένο (certified and apostilled) αντίγραφο της αλλοδαπής απόφασης βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Παράλληλα αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ή εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί σημείο αμφισβήτησης ότι μέχρι σήμερα το αξιούμενο ποσό που επιδικάστηκε στην απόφαση ημερ. 08.06.21 του Δικαστηρίου στις ΒΠΝ δεν έχει πληρωθεί στις Ενάγουσες.

 

Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει. Η δε ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγομένης 1 ως η §11(Α) του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος πλέον νόμιμο τόκο επί του επιδικασθέντος ποσού από σήμερα, ήτοι 23.04.26, μέχρι εξόφλησης.  

 

 

 

 

 

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών 1 & 2 και εναντίον της Εναγομένης 1.

 

 

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο