ATLASPANTOU CO LTD ν. MASERDO LTD κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 2659/2023, 27/3/2026
print
Τίτλος:
ATLASPANTOU CO LTD ν. MASERDO LTD κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 2659/2023, 27/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                

       Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 2659/2023 I-Justice

Μεταξύ:

ATLASPANTOU CO LTD, Αρ. Εγγραφής HE xxx, xxx Λεμεσός

                                                                                                                        Ενάγουσας

και

 

1.  MASERDO LTD (HE χχχ), xxx Λεμεσός

2.  PHOTIOU ARCHITECTS L.L.C. (HE xxx), xxx Λεμεσός

3.  ΙΑΣΩΝΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, xxx Λεμεσός

Eναγομένων

 

            Αίτηση ημερ. 04.07.24 για διαγραφή της Απαίτησης

    εναντίον των Εναγομένων 2 και 3

 

Ημερομηνία: 27.03.26

Εμφανίσεις:

Για Εναγομένους 2 & 3/Αιτητών 1 & 2: κος Λ. Κολατσής για L.P. Kolatsis L.L.C.

Για Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση: κος Αλ. Γαβριηλίδης μαζί με κα Δ. Γιαννακού

         για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

                    ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση που καταχωρίστηκε στις 04.07.24 ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο «να παραμερίζεται (set aside) και/ή να διαγράφεται (strike out) ολόκληρη η παρούσα απαίτηση και/ή αγωγή υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 και/ή οποιωνδήποτε εξ’ αυτών» (σημείο Α της αίτησης). Η αίτηση προωθείται από τους Εναγομένους 2 & 3 (Αιτητές 1 & 2).

 

Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες θεραπείες υπό τα σημεία Β, Γ και Δ, οι συνήγοροι των διαδίκων στην παρούσα αίτηση δήλωσαν από κοινού ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο τους δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής. Επομένως εκείνο που θα μας απασχολήσει στη διαδικασία αυτή είναι μόνο το σημείο Α της αίτησης.

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, κατονομαζόμενοι κανονισμοί των Μερών 1, 2, 3, 16, 17, 22, 23, 24, 25, 32, 39 & 60.1 12 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, οι Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3 και Δ.48 Θ.8(qq) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.21, η υφιστάμενη αγγλική πρακτική και ειδικότερα η διαταγή CPR24, το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 (Ν.14/60), τα άρθρα 193 & 197 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), τα άρθρα 2-4, 36, 51 & 61(2), του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), στο κοινοδίκαιο, στις αρχές επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους 2 και 3 δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3, οποίος κατέχει θέση αξιωματούχου στην Εναγόμενη 2.

 

Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και καταγράφουν το ιστορικό της υπόθεσης, όπως τα αντιλαμβάνεται η Ενάγουσα. Περαιτέρω περιέχονται αναφορές που παρουσιάζουν την εμπλοκή των διαδίκων στην υπόθεση αυτή. Μελέτη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, στο βαθμό βέβαια που αφορά το αντικείμενο που παρέμεινε για εξέταση, καθιστά αντιληπτό ότι η αξίωση για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος εδράζεται πάνω σε δύο πυλώνες. Σύμφωνα με τους Εναγομένους 2 και 3, η απαίτηση εναντίον τους θα πρέπει να διαγραφεί επειδή:

(α)       η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα – εύλογη αιτία αγωγής της Ενάγουσας εναντίον τους,

(β)       ολόκληρη η υπόθεση είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process).

 

Ο ενόρκως δηλών παραθέτει τους λόγους που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν την αξίωση της διαγραφής της απαίτησης εναντίον του ιδίου και της Εναγομένης 2, τους οποίους και εξηγεί (§19.1-§19.14 της ένορκης δήλωσης Φωτίου). Το σύνολο των πιο πάνω αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγομένων 2 και 3.

 

Η Ενάγουσα (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 11.09.24 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης επί 6 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Η νομική βάση της ένστασης είναι παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπρόσθετη αναφορά, μεταξύ άλλων, στον Κ.12(1)(6) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στα άρθρα 11, 12 & 34 του Κεφ.148 και στη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων και των δικαστηρίων άλλων δικαιοδοσιών που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου χχχ Πετρίδη, ο οποίος είναι ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής (CEO) της Ενάγουσας εταιρείας.

 

Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα παρέχεται το πλαίσιο της επαγγελματικής συνεργασίας των μερών και προβάλλονται γεγονότα που παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης της Ενάγουσας. Τα προβαλλόμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή της Ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.

 

Εν πάση περιπτώσει, σημαντικό μέρος των ενόρκων δηλώσεων έπαυσε να έχει σημασία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας υπό το φως της συμφωνημένης δήλωσης των συνηγόρων των διαδίκων της υπό κρίση αίτησης ότι η μόνη αξιούμενη θεραπεία που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία είναι αυτή του σημείου (Α). Κατ’ επέκταση το κομμάτι των ενόρκων δηλώσεων που δεν αφορά το σημείο (Α) δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και συμπληρωματικά σε προφορικές διευκρινιστικές αναφορές.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τη νομολογία και τα σχετικά, με την παρούσα αίτηση, αποσπάσματα από τα νομικά συγγράμματα που αμφότεροι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 18.12.23 με την υποβολή Εντύπου Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7. Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα αγωγή διέπεται από τους Νέους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 29.02.24.

 

Η υπόθεση αφορά κατασκευή εργοληπτικού έργου δυνάμει σύμβασης εργολαβίας του Εντύπου Ε1(Α) Εργολαβικών Συμβολαίων με Ποσότητες της Μικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίων Κύπρου (ΜΕΔΣΚ), στο οποίο εργοδότης είναι η Εναγόμενη 1 και εργολάβος του έργου η Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 2 είναι ο κατονομαζόμενος, στο συμβόλαιο εργολαβίας, επιβλέπον αρχιτέκτονας του έργου, ένας εκ των διευθυντών της οποίας είναι ο Εναγόμενος 3. Η απαίτηση στρέφεται εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 σε σχέση με συμπεριφορά που τους αποδίδεται, την οποίαν η Ενάγουσα θεωρεί ότι είναι επιλήψιμη. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων υπέστη ζημιά και γι’ αυτό αξιώνει διάφορες θεραπείες εναντίον όλων των Εναγομένων. Αυτά αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων.

 

Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι Εναγόμενοι 2 και 3 επιδιώκουν διαγραφή της απαίτησης στο σύνολο της, δηλαδή της υπόθεσης της Ενάγουσας (όλων των εγγράφων της) στο βαθμό και στην έκταση που προωθείται εναντίον τους. Η διαγραφή της υπόθεσης έχει τη μορφή της διαγραφής των δικογράφων που τη συνθέτουν. Με βάση το ερμηνευτικό πλαίσιο των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 και ειδικότερα τον Κ.2.3, «δικόγραφο σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεση απαίτηση, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης». Στην προκειμένη περίπτωση καταχωρίστηκε πρώτα έντυπο απαίτησης και σε μεταγενέστερο χρόνο η έκθεση απαίτησης. Επομένως γίνεται αντιληπτό ότι ζητείται ο παραμερισμός και/ή η διαγραφή του εντύπου απαίτησης και της έκθεσης απαίτησης. Με λίγα λόγια για να είναι επιτυχής η αξίωση της απόρριψης και/ή του παραμερισμού ολόκληρης της υπόθεσης, στην προκειμένη περίπτωση απαιτείται να δικαιολογείται η διαγραφή και των δύο πιο πάνω δικογράφων.

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο στην ολότητα του ή μέρος αυτού διέπεται από τον Κ.3.3. Οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα μπορούσε να διαγράψει ένα δικόγραφο εκτίθενται στο εδάφιο (2) του εν λόγω κανονισμού. Με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου εδαφίου:

«Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

(α)       το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης

(β)        το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή

(γ)        υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

 

Αν κάποιος ανατρέξει στη Δ.27 Θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23 (Παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας) θα αντιληφθεί ότι επί της ουσίας δεν διαφέρει με τον πιο πάνω Κ.3.3(2) των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που ισχύουν από την 01.09.23 (Νέοι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας). Για σκοπούς σύγκρισης παραθέτω αυτούσιες τις διατάξεις του Δ.27 Θ.3 των Παλαιών Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:

«The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»

Από τα πιο πάνω θεωρώ ότι η νομολογία που αφορά τους Παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στο ζήτημα αυτό είναι καθοδηγητική για την προκειμένη περίπτωση.

 

Ο Κ.3.3 είναι πανομοιότυπος με τον αγγλικό κανονισμό 3.4(2) και τούτο φαίνεται από τη διατύπωση των διατάξεων του, οι οποίες έχουν ως εξής:

«The court may strike out (GL) a statement of case if it appears to the court-

(a)        that the statement of case discloses no reasonable grounds for bringing or defending the claim;

(b)        that the statement of case is an abuse of the court’s process or is otherwise likely to obstruct the just disposal of the proceedings; or

(c)        that there has been a failure to comply with a rule, practice direction or court order.»

 

Στο White Book 2021 (σελίδα 126) εξηγείται πότε δύναται να γίνει επιτυχημένα επίκληση των προϋποθέσεων της διαγραφής δικογράφου. Συγκεκριμένα οι λόγοι υπό τα σημεία (α) και (β) πιο πάνω καλύπτουν «statements of case which are unreasonably vague, incoherent, vexatious, scurrilous or obviously ill-founded and other cases which do not amount to a legally recognisable claim or defence.» Δηλαδή όταν διαπιστώνεται ότι το περιεχόμενο του δικογράφου είναι αόριστο/ασαφές, χωρίς συνοχή, δίχως νόημα, ενοχλητικό ή υβριστικό. Βέβαια οι λόγοι αυτοί δεν είναι εξαντλητικοί αφού μπορεί να υπάρξουν και άλλοι με το ίδιο πνεύμα. Όπως για παράδειγμα όταν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχει απαίτηση που να είναι νομικά αναγνωρίσιμη στο κυπριακό δίκαιο.   

 

Ο δε λόγος υπό το σημείο (γ) πιο πάνω, όπως επισημαίνεται στο ίδιο αγγλικό νομικό σύγγραμμα, καλύπτει περιπτώσεις όπου «the abuse lies not in the statement of case itself but in the way the claim or defence (as the case may be) has been conducted. The strike-out can be made even where there was nothing in the rule, practice direction or court order breached which specified that this might happen as a consequence of breach. In many circumstances such a strike-out would seem unduly harsh unless the party concerned was warned (possibly in writing by another party) of the risk of their statement of case being struck out if they did not comply with the rule, practice direction or court order in question.» Η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν έχει να κάνει με το δικόγραφο καθ’ εαυτό αλλά με τον τρόπο που παρουσιάζεται.

 

Ακολούθως στις σελίδες 127-129 του ιδίου συγγράμματος σκιαγραφούνται περιπτώσεις που εμπίπτουν στις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για τις οποίες ένα δικόγραφο υπόκειται σε διαγραφή. Συγκεκριμένα σημειώνονται τα εξής χρήσιμα για το υπό εξέταση ζήτημα:

«Statement of case discloses no reasonable grounds for bringing or defending the claim (r.3.4(2)(a))

Paragraph 1.4 of the PD (Striking Out a Statement of Case), para.3APD.1, gives examples of cases where the court may conclude that particulars of claim disclose no reasonable grounds for bringing the claim: those claims which set out no facts indicating what the claim is about; those claims which are incoherent and make no sense; and those claims which contain a coherent set of facts but those facts even if true, do not disclose any legally recognisable claim against the defendant.

 

 

Statements of case which are suitable for striking out on ground (a) include those which raise an unwinnable case where continuance of the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides (Harris v Bolt Burdon [2000] C.P. Rep. 70; [2000] C.P.L.R. 9). A claim or defence may be struck out as not being a valid claim or defence as a matter of law (Price Meats Ltd v Barclays Bank Plc [2000] 2 All E.R. (Comm) 346, Ch D). However, it is not appropriate to strike out a claim in an area of developing jurisprudence, since, in such areas, decisions as to novel points of law should be based on actual findings of fact (Farah v British Airways, The Times, 26 January 2000, CA referring to Barrett v Enfield BC [2001] 2 A.C. 550; [1989] 3 W.L.R. 79, HL). A statement of case is not suitable for striking out if it raises a serious live issue of fact which can only be properly determined by hearing oral evidence (Bridgeman v McAlpine-Brown, 19 January 2000, unrep., CA). An application to strike out should not be granted unless the court is certain that the claim is bound to fail (Hughes v Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ 266; [2004] P.N.L.R. 35, CA (relevant area of law subject to some uncertainty and developing, and it was highly desirable that the facts should be found so that any further development of the law should be on the basis of actual and not hypothetical facts)).

Where a statement of case is found to be defective, the court should consider whether that defect might be cured by amendment and, if it might be, the court should refrain from striking it out without first giving the party concerned an opportunity to amend (In Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB)).

 

 

A statement of case which discloses no reasonable grounds may also be an abuse of the court’s process, and, in respect of it, the opposing party may be entitled to summary judgment under Pt 24. Thus, there is no exact dividing line between ground (a) and ground (b) (as to which see para.3.4.3) or between either of them and Pt 24 (as to which see para.3.4.21).

 

Statement of case is an abuse of the court’s process or is otherwise likely to obstruct the just disposal of the proceedings (r.3.4.(2)(b))

The court has power to strike out a prima facie valid claim where there is abuse of process. However there has to be an abuse, and striking out has to be supportive of the overriding objective. It does not follow from this that in all cases of abuse the correct response is to strike out the claim. In a strike-out application the proportionality of the sanction is very much in issue; see Walsham Chalet Park Ltd v Tallington Lakes Ltd [2014] EWCA Civ 1607. In Biguzzi v Rank Leisure Plc [1999] 1 W.L.R. 1926; [1999] 4 All E.R. 934, the Court of Appeal drew attention to several alternatives to a strike out under r.3.4; see 3.4.1 above. The striking out of a valid claim should be the last option. If the abuse can be addressed by a less draconian course, it should be

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Εκείνο επίσης που γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω αποσπάσματα αλλά και μέσα από τη νομολογία είναι ότι η διαγραφή ενός δικογράφου, πολύ δε περισσότερο η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός ολόκληρης της υπόθεσης, είναι πολύ δραστικό μέτρο και γι’ αυτό η εξουσία του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό ασκείται με πολύ φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις (Σάουρου και άλλος v. Φιλίππου (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2141). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η άσκηση τέτοιας εξουσίας εκεί και όπου δικαιολογείται από την περίπτωση. Ωστόσο, ως γενικός κανόνας, το Δικαστήριο καλείται να προβληματιστεί ιδιαίτερα προτού προβεί σε διαγραφή ενός δικογράφου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό και πρώτα να σταθμίσει ορθά και δίκαια όλα τα ενώπιον όλα τα ενώπιον του στοιχεία και δεδομένα και ακολούθως να κρίνει αναλόγως της περίπτωσης που έχει ενώπιον του. Μία παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη είναι το στοιχείο της αναλογικότητας. Τυχόν αντίθετη προσέγγιση δημιουργεί κίνδυνο παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος του διαδίκου, του οποίου το δικόγραφο έχει διαγραφεί, να έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο Δικαστήριο (άρθρο 30.1 του Συντάγματος). Η διαγραφή του δικογράφου πρέπει να είναι η ύστατη επιλογή. Εκεί και όπου το ζήτημα θεραπεύεται με τροποποίηση θα πρέπει να δίδεται σχετική άδεια. Εκεί και όπου μπορεί να προειδοποιηθεί ο διάδικος ότι το δικόγραφο ενδέχεται να διαγραφεί αν δεν συμμορφωθεί με συγκεκριμένο κανονισμό ή με οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου, τότε θα πρέπει να δίδεται χρόνος συμμόρφωσης αποφεύγοντας έτσι ευθέως την επιλογή της διαγραφής. Βέβαια, αν παρά την προειδοποίηση ο διάδικος παραλείψει να συμμορφωθεί, τότε η διαγραφή του δικογράφου ενδέχεται να είναι, υπό τις περιστάσεις, μονόδρομος.

 

Εξ’ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι 2 & 3 επικαλούνται ότι ισχύουν και οι τρεις προϋποθέσεις για τη διαγραφή της απαίτησης της Ενάγουσας.

 

Θα ξεκινήσω από την τρίτη προϋπόθεση. Υπενθυμίζω ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 ζητούν διαγραφή ολόκληρης της υπόθεσης και αν θεωρηθεί ότι βασίζονται στην τρίτη προϋπόθεση σημαίνει ότι το αξιώνουν επειδή η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με κάποιο κανονισμό ή με δικαστικό διάταγμα.

 

Δικαστικό διάταγμα σχετικό με το εγειρόμενο θέμα δεν έχει εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε παραβίαση του. Αν κάποιος ανατρέξει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση θα διαπιστώσει ότι το παράπονο των εν λόγω Εναγομένων περιορίζεται στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με την οποίαν επικαλείται ότι το περιεχόμενο της παραβιάζει τους κανόνες δικογράφησης (§19.14 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση).

 

Οι κανόνες δικογράφησης ενός δικογράφου εμπεριέχονται στο Μέρος 16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Το πώς πρέπει να είναι το περιεχόμενο του εντύπου απαίτησης περιγράφεται στους Κ.16.3 και 16.4. Περαιτέρω το πώς πρέπει να δικογραφείται μία έκθεση απαίτησης υποδεικνύεται στον Κ.16.5.

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι 2 & 3 εστιάζουν το παράπονο τους μόνο στην έκθεση απαίτησης. Παρόλο ότι κατανοώ τα επιχειρήματα που προβάλλουν σχετικά με τις δυσκολίες που ενδεχομένως να προκύψουν, εντούτοις αυτά θα είχαν σημασία να εξεταστούν αν οι εν λόγω Εναγόμενοι ζητούσαν μόνο διαγραφή της έκθεσης απαίτησης. Ωστόσο στην αίτηση τους δεν ζητούν αυτό που αναφέρουν στη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της του δικονομικού μέσου στο οποίο προέβησαν. Με την υπό κρίση αίτηση ζητούν τη διαγραφή ολόκληρης της υπόθεσης και κατ’ επέκταση την απόρριψη της, κάτι που θεωρώ ότι είναι εντελώς διαφορετικό από το να προωθείται η διαγραφή ενός συγκεκριμένου δικογράφου, ήτοι της έκθεσης απαίτησης. Ακόμη και να αποφασιστεί ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 έχουν δίκαιο και να διαγραφεί η έκθεση απαίτησης, η υπόθεση δεν απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται, ως είναι η αξιούμενη θεραπεία τους στην υπό κρίση αίτηση, αφού παραμένει το έντυπο απαίτησης, για το οποίο δεν ζητήθηκε οτιδήποτε.

 

Συνεπώς η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί θεραπεία που δεν ζητείται με την αίτηση με βρίσκει σύμφωνο. Ως εκ τούτου, η αξίωση της αιτούμενης θεραπείας στη βάση της τρίτης προϋπόθεσης δεν ευσταθεί και κατ’ επέκταση απορρίπτεται.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή ότι η παραμονή των δύο επίμαχων δικογράφων συνιστούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας, είναι ζήτημα που σχετίζεται ευθέως με την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης. Το αποτέλεσμα της πρώτης προϋπόθεσης ενδεχομένως να συμπαρασύρει την πορεία του αντικειμένου της δεύτερης προϋπόθεσης. Γι’ αυτό ενδείκνυται να ασχοληθώ πρώτα με την πρώτη προϋπόθεση.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, προχωρώ ευθύς στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης.   

 

Όπως ήδη λέχθηκε, η διαγραφή ενός δικογράφου, συγκεκριμένα εδώ του εντύπου απαίτησης και της έκθεσης απαίτησης, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφίβολα/αναντίλεκτα αυτά κρίνονται ανυπόστατα ή στερούνται νομικού ή πραγματικού ερείσματος (In Re Pelmaco Development Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246, Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σία και άλλης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε94/2017 ημερ. 11.12.23). Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στην αγγλική υπόθεση Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697 που μνημονεύεται στην κυπριακή υπόθεση Δημοκρατία v. Γεωργίου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 704 όπου λέχθηκε ότι μία έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ένας ενάγοντας δεν θα πρέπει να στερείται του δικαιώματος του να εξασφαλίσει προς όφελος του απόφαση, εκτός εάν δεν έχει συζητήσιμη υπόθεση (unless the case is unarguable). Σε περίπτωση όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα που αφορά γεγονότα ή νομοθεσία τα οποία χρήζουν απάντησης από το Δικαστήριο, το ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για να διαγραφεί η έκθεση απαίτησης (ή προφανώς αναλόγως η υπόθεση γενικότερα). Εκείνο που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι αν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα και όχι καλή βάση αγωγής (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 144). Εναλλακτικά, αν δύναται να υπάρξει εύλογη βάση αγωγής μέσω τροποποίησης του δικογράφου. Εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο (Drummond - Jackson v. British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094). Εάν μέσα από την εξέταση του περιεχομένου των επίμαχων δικογράφων του εντύπου απαίτησης και της έκθεσης απαίτησης το αποτέλεσμα αναπόφευκτα είναι απορριπτικό, τότε τα συγκεκριμένα δικόγραφα υπόκεινται σε διαγραφή. Αυτό μοιραία θα οδηγήσει σε απόρριψη και/ή παραμερισμό ολόκληρης της υπόθεσης.

  

Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στο ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης. Εδώ βέβαια αφορά την περίπτωση απαίτησης.

 

Η άποψη των Εναγομένων 2 και 3 ότι η πρώτη προϋπόθεση τυγχάνει εφαρμογής εδράζεται πάνω σε δύο πυλώνες.

 

Εν πρώτοις,  πρέπει να λεχθεί ότι ανάγνωση του σημείου (Α) καθιστά αντιληπτό πως οι Εναγόμενοι 2 & 3 ζητούν διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης. Η διατύπωση της φράσης «να παραμερίζεται (set aside) και/ή να διαγράφεται (strike out) ολόκληρη η παρούσα απαίτηση και/ή αγωγή» δίδει αυτήν την εντύπωση. Ωστόσο οι Εναγόμενοι 2 & 3 δεν μπορούν να αξιώνουν κάτι τέτοιο στη βάση αυτής της προϋπόθεσης. Οι λόγοι που επικαλούνται προκειμένου να υποστηρίξουν τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, επί της οποίας εδράζουν την αξίωση τους, αφορούν μόνο τους ιδίους. Ένα μεγάλο μέρος της απαίτησης στρέφεται εναντίον της Εναγομένης 1, η οποία επίσης είναι διάδικος στην ίδια υπόθεση και εκπροσωπούνται από διαφορετικό δικηγόρο. Εφόσον η Εναγόμενη 1 δεν εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο στη διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνεται αναφορά εις το όνομα της. Σε τελευταία ανάλυση, η Εναγόμενη 1 δεν συμμετέχει στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία, επομένως δεν θα μας απασχολήσει. Τα δε νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται δεν καλύπτουν την Εναγόμενη 1 αλλά μόνο τους Εναγομένους 2 & 3. Εάν η πρόθεση των Εναγομένων 2 & 3 είναι η διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης που απευθύνεται και στην Εναγόμενη 1, τότε η θέση τους  σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση είναι έκθετη σε απόρριψη χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός.

 

Αν οι Εναγόμενοι 2 & 3, παρά τη διατύπωση του σημείου (Α), επιδιώκουν διαγραφή της απαίτησης στο βαθμό και στην έκταση που απευθύνεται εναντίον τους, τότε γίνεται κατανοητό ότι αξιώνεται διαγραφή μέρος του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης. Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε στο σημείο (Α) να προσδιορίζονταν οι συγκεκριμένες παραγράφους από την έκθεση απαίτησης που ζητείται η διαγραφή τους. Ωστόσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό σημαίνει ότι ζητείται διαγραφή μέρους των δικογράφων χωρίς να συγκεκριμενοποιείται και συνάμα να καθορίζεται το κομμάτι αυτό που ακριβώς ζητείται να διαγραφεί.

 

Ούτε εναλλακτικά προβάλλεται η νομική θέση ότι ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης επειδή το κομμάτι το οποίο που αφορά τους Εναγομένους 2 & 3 και είναι αυτό που πρέπει να διαγραφεί, για τους λόγους που υποστηρίζουν την συγκεκριμένη προϋπόθεση, δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο περιεχόμενο που αφορά την Εναγόμενη 1.

 

Εν πάση περιπτώσει, παρά τις πιο πάνω αδυναμίες και ασάφειες, θα εξετάσω τη συγκεκριμένη προϋπόθεση εκλαμβάνοντας ότι η αξίωση για διαγραφή αφορά μέρος των δύο επίμαχων δικογράφων και συγκεκριμένα το κομμάτι αυτό που απευθύνεται στους Εναγομένους 2 & 3. Γι’ αυτό ο σχολιασμός μου θα περιοριστεί σε ότι αφορά τους Εναγομένους 2 & 3. Οι αρχές της νομολογίας για διαγραφή μέρος δικογράφου είναι οι ίδιες μ’ αυτές που ισχύουν για τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου. Έχω ήδη αναφερθεί σ’ αυτές.            

 

Με τον πρώτο πυλώνα εγείρεται η θέση ότι η έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας δεν αποκαλύπτει αιτία απαίτησης και/ή αγώγιμη ζημιά ούτε στη βάση απαίτησης, ούτε στη βάση αστικού αδικήματος αλλά ούτε σε οποιαδήποτε άλλη νομική βάση. Σύμφωνα με τους Εναγομένους 2 και 3, στο εν λόγω δικόγραφο δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη απάτης, ψευδούς δήλωσης, αμελούς παράστασης επειδή δεν δικογραφούνται τα απαραίτητα γεγονότα και τα συστατικά στοιχεία τους. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι δεν υπάρχει υπόβαθρο στο εν λόγω δικόγραφο που να στοιχειοθετεί την προώθηση της απαίτησης εις βάρος του Εναγομένου 3 προσωπικά.

 

Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, το οποίο συναρτάται με το έντυπο απαίτησης. Μεταξύ των δύο εγγράφων παρατηρώ ότι γενικά υπάρχει νομική ευθυγράμμιση.

 

Στο έντυπο απαίτησης δικογραφείται κατά τρόπο γενικό και συνοπτικό το πλαίσιο στο οποίο η υπόθεση έχει καταχωριστεί εναντίον των Εναγομένων 2 & 3. Συγκεκριμένα αναφέρεται η νομική βάση πάνω στην οποίαν η υπόθεση προωθείται, συνοδευόμενη από γενική και συνοπτική περιγραφή συμπεριφοράς που αποδίδεται στους πιο πάνω Εναγομένους. Επίσης εκτίθενται κατ’ ισχυρισμό νομικές συνέπειες που επήλθαν ένεκα της επικαλούμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς που καταλογίζεται, για τις οποίες επιδιώκονται συγκεκριμένες θεραπείες που καταγράφονται. Οι αναφορές είναι γενικές και συνοπτικές επειδή, προφανώς, θα ακολουθούσε η έκθεση απαίτησης, πράγμα που έγινε.

 

Όπως σημειώνεται στο έντυπο απαίτησης, η υπόθεση στρέφεται, εκτός από την Εναγόμενη 1, εναντίον των Εναγομένων 2 & 3 λόγω διάπραξης από μέρους τους αστικά αδικήματα μέσα από δόλιες πράξεις, παραλείψεις τους κατά την εκτέλεση των εργασιών καθώς επίσης παράβαση καθηκόντων τους που απορρέουν από τους όρους του συμβολαίου υπό την ιδιότητα του επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου και στα πλαίσια παροχής αρχιτεκτονικών υπηρεσιών στο έργο. Περαιτέρω δικογραφείται ότι η καταλογιζόμενη συμπεριφορά αυτή στόχευε σε κατ’ ισχυρισμό παράνομο τερματισμό του εν λόγω συμβολαίου, σε κατ’ ισχυρισμό παράνομη εξαργύρωση/ρευστοποίηση τραπεζικής εγγύησης για πιστή εκτέλεση των εργασιών στο έργο, στην αποφυγή πληρωμής ποσών που σύμφωνα με την Ενάγουσα της οφείλονται ή είναι πληρωτέα και αφορούν εκτελεσθείσες εργασίες και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με το επίμαχο συμβόλαιο και/ή την εκτέλεση του. Επίσης η Ενάγουσα δικογραφεί ότι ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των Εναγομένων 2 & 3 που επικαλείται, η ίδια υπέστη ζημιές, δαπάνες και έξοδα. Στη βάση αυτών απωλειών που ισχυρίζεται ότι υπέστη, η Ενάγουσα καταγράφει τις θεραπείες που αξιώνει, ανάμεσα στις οποίες είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων και η έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων που αφορούν την εκτέλεση των εργασιών του έργου.

 

Μέσα από την έκθεση απαίτησης δικογραφούνται διάφοροι ισχυρισμοί και προβάλλονται θέσεις της Ενάγουσας σε σχέση με τους Εναγομένους 2 & 3. Το σύνολο τους συγκροτεί το νομικό παράπονο της Ενάγουσας εναντίον των εν λόγω Εναγομένων πλαισιωμένο από το κατ’ ισχυρισμό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου προωθείται.

 

Από την ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης και έχοντας υπόψη μου τη σαφή και συνάμα κατηγορηματική δήλωση/δέσμευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας μέσα από την αγόρευση του ότι η παρούσα υπόθεση δεν εδράζεται σε παράβαση σύμβασης, ότι δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας και ότι δεν εδράζεται στο αστικό αδίκημα της απάτης δυνάμει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), παρατηρώ ότι η υπόθεση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 2 & 3 προωθείται δυνάμει των πιο κάτω νομικών βάσεων απαίτησης:

(α)       Για το ότι αμφότεροι Εναγόμενοι 2 & 3 συνωμότησαν και/ή προέβηκαν σε συμπαιγνία και/ή σε συνεννόηση με την Εναγόμενη 1 για πρόκληση ζημιάς εις βάρος της Ενάγουσας στη βάση των οποίων μεθόδευσαν, μέσω της δόλιας έκδοσης πιστοποιητικού μη συμπλήρωσης των εργασιών του έργου, παράνομο τερματισμό του συμβολαίου και παράνομη και δόλια εξαργύρωση/ρευστοποίηση της εγγύησης πιστής εκτέλεσης των εργασιών του συμβολαίου ενώ γνώριζαν ότι δεν υπήρχε νόμιμη βάση για κάτι τέτοιο, με ότι αυτό συνεπάγεται. Ενδεικτικά σχετικές είναι οι §61, §79 και §80 της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες παρέχονται κατ’ ισχυρισμό γεγονότα. Παράλληλα στις §82, §83 και §90 της έκθεσης απαίτησης δικογραφούνται λεπτομέρειες της επικαλούμενης συνωμοσίας των Εναγομένων 2 & 3 με την Εναγόμενη 1 για πρόκληση ζημιάς εις βάρος της Ενάγουσας στη βάση συμφωνημένης και/ή συνεννοημένης συμπεριφοράς και δράσης.

(β)       Για το ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 με τις δόλιες ενέργειες τους προκάλεσαν παράβαση σύμβασης από την Εναγόμενη 1 αφού, όπως η Ενάγουσα επικαλείται, εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων υπήρξε παράνομος τερματισμός του συμβολαίου από την Εναγόμενη 1. Ενδεικτικά σχετικές είναι οι §25-§27, §58, §59, §78, §79-§83, §90 & §91 της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες δικογραφούνται λεπτομέρειες τέτοιων επικαλούμενων δόλιων πράξεων των Εναγομένων 2 & 3, οι οποίες προκάλεσαν παράβαση σύμβασης από την Εναγόμενη 1.

(γ)        Για το ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 παραβίασαν το νομικό καθήκον που είχαν έναντι της Ενάγουσας να ενεργούν και να ασκούν κατά τρόπο έντιμο, καλόπιστο, δίκαιο και αμερόληπτο τις εξουσίες που απορρέουν από τη διαχείριση συμβολαίου (contract administration) και της έκδοσης πιστοποιητικών (issuing certificates). Ειδικότερα η Ενάγουσα καταλογίζει στους Εναγομένους 2 & 3 ότι νομικά ευθύνονται επειδή:

                 i.       ενέργησαν δόλια, αυθαίρετα και αντισυμβατικά με αποτέλεσμα να προκληθούν τεράστιες στην πρόοδο των εργασιών του έργου και η Ενάγουσα να υποστεί σημαντικές ζημιές,

                ii.       με δόλιο, κακόπιστο, αυθαίρετο και μεροληπτικό τρόπο απέρριψαν αιτήσεις της Ενάγουσας για χορήγηση παράτασης χρόνου ενώ γνώριζαν ότι ήταν δικαιολογημένες προκειμένου να αποφύγουν να αναγνωρίσουν ότι οι σχετικές καθυστερήσεις οφείλονται σε δικές τους πράξεις, παραλείψεις και οδηγίες και να της αποστερήσουν έτσι αποζημιώσεις που δικαιούταν να της καταβληθούν,

               iii.       προχώρησαν δόλια και κακόπιστα στην έκδοση πιστοποιητικού μη συμπλήρωσης των εργασιών του έργου ενώ είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι αυτά που παρουσιάζονταν να πιστοποιούνται με το εν λόγω πιστοποιητικό ήταν ψευδή,

              iv.       εξέδωσαν δόλια το ενδιάμεσο πιστοποιητικό αρ.41 με το οποίο πιστοποιήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούταν να λάβει οποιεσδήποτε περαιτέρω πληρωμές από την Εναγόμενη 1 αλλά ότι έπρεπε η ίδια να της επιστρέψει συγκεκριμένο ποσό που της καθορίζουν, προκειμένου να υποβοηθήσουν την Εναγόμενη 1 να αρνηθεί να προχωρήσει στην πληρωμή ποσών που της όφειλε.

Ενδεικτικά σχετικές είναι οι §20, §21, §25-§27, §58, §59, §107 και §111 της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες δικογραφούνται λεπτομέρειες κατ’ ισχυρισμό πράξεων, ενεργειών και παραλείψεων των Εναγομένων 2 & 3 οι οποίες σύμφωνα με την Ενάγουσα συνιστούν παραβίαση νομικού καθήκοντος τους έναντι της ιδίας.

(δ)        Για το ότι ο Εναγόμενος 3, ως διευθυντής της Εναγομένης 2 εταιρείας, του οποίου οι πράξεις και παραλείψεις, σύμφωνα με την Ενάγουσα, απολήγουν σε διάπραξη αστικού αδικήματος από την εταιρεία στην οποίαν είναι διοικητικός σύμβουλος, είναι συνυπεύθυνος μαζί με την Εναγόμενη 2 εταιρείας ως συναδικοπραγήσας (joint tortfeasor) έχοντας προσωπική ευθύνη, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την Εναγόμενη 2, για τις απώλειες που έχουν προκληθεί συνεπεία διάπραξης των επικαλούμενων πιο πάνω αστικών αδικημάτων. Σχετικά είναι η §4 και το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, στα οποία δικογραφείται ο ρόλος και η ιδιότητα εμπλοκής του Εναγομένου 3 στο έργο καθώς επίσης η αξίωση των θεραπειών εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, σε συνάρτηση βέβαια και με το υπόλοιπο περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου.      

 

Επίσης πρόχειρη ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης αποκαλύπτει ότι η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ένεκα της επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδει στους Εναγομένους 2 & 3, όπως αυτή έχει συνοπτικά αναφερθεί ότι περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, η ίδια υπέστηκε απώλειες, έξοδα και ζημιές. Η Ενάγουσα δικογραφεί λεπτομέρειες σε σχέση με τις επικαλούμενες απώλειες της. Ενδεικτικά σχετικές είναι οι §22-§24 και οι επιδιωκόμενες θεραπείες που σημειώνονται στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, ιδιαίτερα οι δικογραφημένες χρηματικές αξιώσεις.

 

Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η Ενάγουσα, στη βάση δικογραφημένων αναφορών και λεπτομερειών, καταλογίζει στους Εναγομένους 2 & 3 επιλήψιμη συμπεριφορά υπό τη μορφή πράξεων, ενεργειών, παραλείψεων και σε συνεννόηση με την Εναγόμενη 1, ως αποτέλεσμα της οποίας υπέστη απώλειες, έξοδα και ζημιές. Η Ενάγουσα δικογραφεί ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους η επιλήψιμη συμπεριφορά που επιρρίπτει στους εν λόγω Εναγομένους συνδέεται ευθέως με και/ή ευθύνεται για τις απώλειες της. Επομένως μέσα από προβαλλόμενες θέσεις της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 υπέχουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ευθύνη έναντι της Ενάγουσας, στη βάση της οποίας επικαλείται ότι δικαιούται να αξιώνει τις θεραπείες που αναφέρει στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης.

 

Ο δεύτερος πυλώνας προβάλλει τη θέση των Εναγομένων 2 & 3 ότι η έκθεση απαίτησης δεν περιέχει οτιδήποτε που να αναγνωρίζεται νομικά ώστε να προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα για την Ενάγουσα εναντίον τους.

 

Μία από τις δικογραφημένες βάσεις απαίτησης είναι η συνομωσία των Εναγομένων 1 & 2 με την Εναγόμενη 1 για πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα.

 

Η πιο πάνω προβαλλόμενη βάση απαίτησης ανήκει στην κατηγορία της «συνομωσίας» και είναι διακριτική και αυτοτελής βάση απαίτησης, η οποία εντάσσεται κάτω από την ‘ομπρέλα’ του δόλου. Πρόκειται για αστικό αδίκημα που αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο και ισχύει στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και των όσον έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis (1989) 1 C.L.R. 50 (Χριστοφόρου κ.α. v. Barclays Bank Plc (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 25). Χρήσιμη αναφορά στο συγκεκριμένο αστικό αδίκημα παρέχεται στις υποθέσεις Andreas Kavallaris Jewellers Ltd v. Χατζηβασιλείου και άλλης, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/18 ημερ. 20.09.24 και Touchstone Snail Technologies κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24, στις οποίες και παραπέμπω.

 

Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, επανέκδοση, τόμος 45(2), §697 καταγράφονται τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος που είναι τα εξής:

(1)        η συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων,

(2)        της οποίας συμφωνίας όπου τα μέσα είναι νόμιμα ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός της είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα ή

(3)        της οποίας συμφωνίας όπου τα μέσα είναι παράνομα ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και

(4)        η διενέργεια πράξεων που τελέστηκαν για εκτέλεση της συμφωνίας που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα.

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι η προαναφερόμενη βάση απαίτησης είναι νομικά αναγνωρισμένη. Υπάρχουν δικογραφημένοι ισχυρισμοί που σύμφωνα με την Ενάγουσα καταδεικνύουν συμπεριφορά συνεννόησης των Εναγομένων για στοχευμένη λήψη ενεργειών εις βάρος της. Περιγραφή αυτών των επικαλούμενων ενεργειών μαζί με άλλες λεπτομέρειες παρέχεται μέσα από την έκθεση απαίτησης. Οι δικογραφημένες αναφορές και ισχυρισμοί παραπέμπουν στα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος, χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται η ορθότητα και/ή αλήθεια και/ή πειστικότητα και/ή βασιμότητα και/ή αποδεικτική αξία τους. Απλά τα όσα περιέχονται στα επίμαχα δικόγραφα που συνθέτουν την απαίτηση, την τοποθετούν σε νομικά αναγνωρισμένο νομικό υπόβαθρο. Η συγκεκριμένη βάση απαίτησης προσδιορίζει νομικά υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα στην Ενάγουσα που αναγνωρίζεται στο κυπριακό νομικό δίκαιο, για το οποίο επιδιώκονται σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις στη βάση δικογραφημένων κατ’ ισχυρισμό γεγονότων.

 

Μία άλλη δικογραφημένη βάση απαίτησης είναι η παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης.

 

Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), καθίσταται αστικό αδίκημα η πρόκληση άλλου προσώπου να παραβεί σύμβαση που τον δεσμεύει με άλλο άτομο. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου:

«34.—   (1)      Πρόσωπο το οποίο, για λόγους άλλους από την προώθηση απεργίας ή ανταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφορά που δημιουργήθηκε στην εργασία ή τη βιομηχανία στην οποία απασχολούνται οι απεργοί ή ανταπεργοί, εν γνώσει και χωρίς επαρκή δικαιολογία, προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική σύμβαση με τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του τρίτου.

 

(2)        Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η σχέση που δημιουργείται με το γάμο δεν θεωρείται συμβατική. »

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, οι οποίες έτυχαν ερμηνείας μέσα από τη νομολογία (Ζαχαραριάδη v. Universal Life Insurance Co Ltd και άλλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 144/13 ημερ. 16.04.19), ECLI:CY:AD:2019:A145, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος είναι τα εξής:

(1)        ο εναγόμενος να προκάλεσε την παράβαση σύμβασης που συνομολογήθηκε μεταξύ δύο άλλων ατόμων, η οποία συμφωνία βρίσκεται σε ισχύ και

(2)        από τη συμπεριφορά αυτή ο ενάγοντας να υπέστη ζημιά και

(3)        ο εναγόμενος να έχει ενεργήσει γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης και χωρίς να υπάρχει επαρκής αιτιολογία.

 

Περισσότερες πληροφορίες σε ότι αφορά τη συνύπαρξη και εφαρμογή αυτών των συστατικών στοιχείων και τρόπους πρόκλησης του εν λόγω αστικού αδικήματος περιέχονται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Τόμος 1, σελ. 109 -112, στο οποίο και παραπέμπω. Δεν θα επεκταθώ επειδή δεν χρειάζεται.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα, μέσα από την απαίτησης της, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 ενσυνείδητα προέβησαν σε δόλιες ενέργειες προκαλώντας την Εναγόμενη 1 να παραβεί τη σύμβαση εργολαβίας που είχε υπογράψει με την Ενάγουσα. Οι επικαλούμενες παράνομες/δόλιες ενέργειες Εναγομένων 2 & 3 περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Παράλληλα δικογραφούνται αναφορές της κατ’ ισχυρισμό παράνομης παράβασης του συμβολαίου από μέρους της Εναγομένης 1, ένεκα των οποίων η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές και απώλειες, τις οποίες καταγράφει και για τις οποίες αξιώνει θεραπείες.

 

Οι δικογραφημένες αναφορές και ισχυρισμοί παραπέμπουν στα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αστικού αδικήματος, χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται η ορθότητα και/ή αλήθεια και/ή πειστικότητα και/ή βασιμότητα και/ή αποδεικτική αξία τους. Η συγκεκριμένη βάση απαίτησης είναι νομικά αναγνωρισμένη στην Κύπρο. Η εν λόγω βάση απαίτησης προσδιορίζει νομικά υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα στην Ενάγουσα που αναγνωρίζεται στο κυπριακό νομικό δίκαιο, για το οποίο επιδιώκονται σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις στη βάση δικογραφημένων κατ’ ισχυρισμό γεγονότων.

 

Σε ότι αφορά την προσωπική ευθύνη που η Ενάγουσα αποδίδει στον Εναγόμενο 3, είναι προφανές ότι τον θεωρεί συναδικοπραγήσαντα της Εναγομένης 2 στην οποία είναι διευθυντής και της Εναγομένης 1 με την οποίαν υπάρχει ισχυρισμός ότι συνωμότησε μαζί της. Η Ενάγουσα δικογραφεί την επαγγελματική ιδιότητα του Εναγομένου 3 την εμπλοκή του στο έργο σε συνδυασμό την επαγγελματική σχέση που έχουν οι Εναγόμενοι 1 & 2 στο ίδιο έργο. Ειδικότερα η Ενάγουσα παρουσιάζει την ιδιότητα του Εναγομένου 3 ως αξιωματούχου της Εναγομένης 2 εταιρείας, την οποίαν φαίνεται να εκπροσωπεί στο έργο ως επιβλέπον αρχιτέκτονας, η οποία Εναγόμενη 2 έχει συμβατική σχέση με την Εναγόμενη 1 η οποία είναι ο εργοδότης του έργου, για την αποπεράτωση του οποίου υπέγραψε συμβόλαιο με την Ενάγουσα που φέρει την ιδιότητα του εργολάβου.

 

Το άρθρο 11 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), καθίσταται αστικό αδίκημα:

«Αν δύο ή περισσότεροι ευθύνονται παράλληλα βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για οποιαδήποτε πράξη και η πράξη αυτή συνιστά αστικό αδίκημα, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται από κοινού για την πράξη αυτή ως συναδικοπραγήσαντες, και δύνανται να εναχθούν για το σκοπό αυτό από κοινού ή χωριστά:

 

…»   

 

Είναι γνωστή η γενική νομική αρχή ότι ο διευθυντής μιας εταιρείας ενεργεί ως αντιπρόσωπος της με τις ενέργειες του να τη δεσμεύουν νομικά. Ωστόσο κάποιος που κατέχει τη θέση διευθυντή μιας εταιρείας και του αποδίδεται ότι είναι συναδικοπραγήσαντας λόγω επιλήψιμης συμπεριφοράς που του χρεώνεται και της επαγγελματικής ανάμιξης του στο έργο εκπροσωπώντας την εταιρεία στην οποίαν είναι διευθυντής, η οποία εταιρεία φέρει συγκεκριμένη ιδιότητα στο έργο αναγνωρισμένη από τη σύμβαση, δύναται να εναχθεί προσωπικά από το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι υπέστη βλάβη από τις ενέργειες και/ή τη συμπεριφορά του.

 

Στην Ξενοφώντος v. K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1Γ Α.Α.Δ 2786 εξετάστηκε το ζήτημα προσωπικής ευθύνης ενός διευθυντή εταιρείας με παραπομπή σε αγγλική νομολογία και στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 21η έκδοση, σελ. 355 §5-76, 5-77, στο οποίο κάνει αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας. Σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση αναφέρεται για σκοπούς και μόνο για να υποδειχτεί η δυνατότητα καταχώρησης απαίτησης εναντίον ενός διευθυντή προσωπικά, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση:

«Στην Evan & Sons Ltd v. Σπύρου Ιωάννου κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 2092 έγινε εκτενής ανάλυση της τυχόν ευθύνης Διευθυντών εταιρείας. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:

 

“Οι Σύμβουλοι που ενεργούν με την ιδιότητα του Συμβούλου μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων που καθορίζει το καταστατικό της εταιρείας χωρίς να επιδεικνύουν αμέλεια, δεν φέρουν οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη. (Ιδε Halsburys Laws of England 3rd Edition, V. 6, p. 306)

 

Η προσωπική ευθύνη ενός διευθυντή μιας εταιρείας που σχετίζεται με τις δραστηριότητες της εταιρείας εξετάστηκε στην υπόθεση C. Evans & Sons Ltd v. Spritebrand Ltd and another [1985] 2 All E.R. 415 (CA). Στην πιο πάνω υπόθεση η α΄ εναγόμενη εταιρεία, της οποίας ο β΄ εναγόμενος ήταν μέτοχος και γενικός διευθυντής, κατασκεύαζε προς όφελος της ενάγουσας ικριώματα (σκαλωσιές) σύμφωνα με δικαίωμα ευρεσιτεχνίας που ανήκε στην ενάγουσα εταιρεία. Η ενάγουσα καταχώρησε αγωγή εναντίον της α΄ εναγομένης και του β΄ εναγομένου γιατί είχαν δώσει οδηγίες σε μια τρίτη εταιρεία να κατασκευάσει ικριώματα κατά παράβαση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας. Ο β΄ εναγόμενος καταχώρησε αίτηση για την απόρριψη της αγωγής εναντίον του γιατί ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για τις πράξεις της εταιρείας. Όταν η αίτηση απορρίφθηκε ο β΄ εναγόμενος καταχώρησε έφεση. Το Εφετείο τόνισε ότι το ερώτημα αν ένας μέτοχος ή γενικός διευθυντής φέρει προσωπική ευθύνη για ένα αστικό αδίκημα που διαπράττει η εταιρεία του, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Προς τούτο ο Δικαστής Slade LJ υιοθέτησε τον πιο κάτω προβληματισμό που είχε αναφέρει ο Δικαστής Le Dain στην Καναδική υπόθεση Mentmore Manufacturing Co Ltd v. National Merchandising Manufacturing Co Inc [1978] 89 DLR (3d) 195:

 

"What is involved here is a very difficult question of policy. On the one hand, there is the principle that an incorporated company is separate and distinct in law from its shareholders, directors and officers, and it is in the interests of the commercial purposes served by the incorporated enterprise that they should as a general rule enjoy the benefit of the limited liability afforded by incorporation. On the other hand, there is the principle that everyone should answer for his tortious acts. The balancing of these two considerations in the field of patent infringement is particularly difficult."

 

Το Εφετείο αφού αναφέρθηκε και στην υπόλοιπη νομολογία που διέπει το θέμα (ίδε μεταξύ άλλων Performing Right Society Ltd v. Ciryl Theatrical Syndicate Ltd [1924] 1 KB 14, British Thomson-Houston Co Ltd v. Sterling Accessories Ltd [1924] 3 All E.R. Rep. 294, Wah Tat Bank Ltd v. Chan Cheng Kum [1975] 2 All E.R. 257, Hoover plc v. George

 

2837

 

 Hulme (Stockport) Ltd [1982] FSR 565 και White Horse Distillers Ltd v. Gregson Associates Ltd [1984] RPC 61) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσέγγιση στην υπόθεση White Horse Distillers Ltd v. Gregson Associates Ltd (πιο πάνω), ότι δηλαδή ένας διευθυντής δεν φέρει προσωπική ευθύνη για ένα αστικό αδίκημα που είχε διαπραχθεί από την εταιρεία του, εκτός αν ο ίδιος είχε δώσει προς τούτο με σκόπιμο ή αμελή τρόπο οδηγίες έτσι που να παρουσιάζεται ότι η πράξη ήταν δική του και όχι της εταιρείας, δεν ήταν η ορθή. Και τούτο γιατί η πιο πάνω θεώρηση ήταν πολύ γενικής μορφής και γιατί κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται μέσα στα δικά της περιστατικά. Όπως τονίστηκε από το Δικαστή Slade,

 

"The authorities, as I have already indicated, clearly show that a director of a company is not automatically to be identified with his company for the purpose of the law of tort, however small the company may be and however powerful his control over its affairs. Commercial enterprise and adventure is not to be discouraged by subjecting a director to such onerous potential liabilities. In every case where it is sought to make him liable for his company's torts it is necessary to examine with care what part he played personally in regard to the act or acts complained of … … … … ... ... ... ... ... ... ......

 

I do not regard this striking out application as an appropriate occasion for this court to attempt a comprehensive definition of the circumstances in which a director of a company who has 'authorised directed and procured' (I take the words from the plaintiffs' pleadings) a tortious act to be done will be held personally liable. The question which has to be decided on this appeal is a far more limited one: is it the law of England that a director of a company who has authorised, directed and procured the commission by the company of a tort of the nature specified in s I(2) of the Copyright Act 1956 can in no circumstances be personally liable to the injured party unless he directed or procured the acts of infringement in the knowledge that they were tortious, or recklessly, without caring whether they were tortious or not? (I emphasise the words 'in no circumstances', because this court, for present purposes, has to assume against the appellant that evidence at the trial may reveal that his personal involvement with the tortious acts alleged was as close as it could possibly be, short of personal performance of those tortious acts.)

  

For my part, I have no hesitation in answering this question. No."

 

Επίσης, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Tords 21η έκδοση σελ. 355 §5-76, 5-77 αναφέρονται τ’ ακόλουθα:

 

«Liability of directors of limited company. The directors of a limited company cannot be held liable for the torts of the employees of the company unless they ordered and procured the acts to be done, merely by reason of their position as directors. On the other hand, a company and its directors may be conspirators. Also, if there are facts from which it may be inferred that the relationship of principal and agent has been established between the directors and the company, they may be liable, but the mere fact that they are the sole directors and shareholders is not sufficient.

 

In C Evans Ltd v. Spritebrand Ltd, the Court of Appeal held that where it was sought to make a company director liable for the tortious act of a company employee or agent, the extent of his personal involvement in the company’s tort had to be carefully examined. If the director had authorized, directed and procured the acts complained of, it was not an essential condition of his liability that he knew, or was reckless as to whether, the acts authorised were tortious unless the primary tortfeasor’s state of mind, or knowledge, was an essential ingredient of the tort alleged. Aldous J., reviewing this decision in PLG Research Ltd v. Ardon International Ltd, concluded: “a director will not be liable unless his involvement would be such as to render him liable as a joint tortfeasor if the company had not existed”. A person who only facilitated (as opposed to procured) a tort would not be liable as a joint tortfeasor. But if he facilitates the commission of a tort with a view to committing that tort in a way that goes beyond the legitimate exercise of his power of control through the constitutional organs of the company, the director may be liable as a joint tortfeasor. What is critical in such a case is the presence of a “common design” that the company’s tortious acts should take place.»»

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται στον Εναγόμενο 3 ότι συνωμότησε με τους Εναγομένους 1 & 2 ενεργώντας μαζί τους εις βάρος της Ενάγουσας, η οποία επικαλείται, δυνάμει δικογραφημένου ισχυρισμού, ότι υπέστη βλάβη. Επίσης ένεκα της ανάμιξης του στο έργο η Ενάγουσα αποδίδει στον Εναγόμενο 3 διάφορες πράξεις και παραλείψεις τις οποίες η ίδια απαριθμεί μέσα από την έκθεση απαίτησης. Ο Εναγόμενος 3 με τη ιδιότητα που φέρει, ενάγεται ως συναδικοπραγήσας προφανώς δυνάμει των προνοιών του άρθρου 11 του Κεφ.148 και προς τούτο οι θεραπείες αξιώνονται εναντίον του αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους Εναγομένους, σε συνάρτηση βέβαια και με το υπόλοιπο περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η συγκεκριμένη βάση απαίτησης είναι νομικά αναγνωρισμένη στην Κύπρο. Η εν λόγω βάση απαίτησης προσδιορίζει νομικά υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα στην Ενάγουσα που αναγνωρίζεται στο κυπριακό νομικό δίκαιο, για το οποίο επιδιώκονται σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις στη βάση δικογραφημένων κατ’ ισχυρισμό γεγονότων.

 

Η τελευταία βάση απαίτησης επί της οποίας η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προωθεί την παρούσα υπόθεση εδράζεται στη θέση ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 παραβίασαν το νομικό καθήκον που είχαν έναντι της Ενάγουσας να ενεργούν και να ασκούν κατά τρόπο έντιμο, καλόπιστο, δίκαιο και αμερόληπτο τις εξουσίες που απορρέουν από τη διαχείριση συμβολαίου (contract administration) και της έκδοσης πιστοποιητικών (issuing certificates - certifier). Αντίθετα, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι αντικειμενικά δεν μπορούν να έχουν τέτοια νομική ευθύνη που τους καταλογίζει η Ενάγουσα για να θεωρεί ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και να αξιώνει από αυτούς τις θεραπείες που επιδιώκει, για τις οποίες είναι η θέση τους ότι σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανακτήσιμες, επειδή:

(α)       Δεν μπορεί να υπάρξει αγώγιμο δικαίωμα μεταξύ του επιβλέποντα αρχιτέκτονα στο έργο και του εργολάβου επειδή ο αρχιτέκτονας απλά ασκούσε ρόλο διαχειριστή στο έργο και στα πλαίσια αυτά λάμβανε τις αποφάσεις που εξέδιδε για το έργο.

(β)       Οι Εναγόμενοι 2 & 3 απολαμβάνουν ασυλία ένεκα του ρόλου τους να διαχειρίζονται το συμβόλαιο και να εκδίδουν πιστοποιητικά δυνάμει αυτού καθώς επίσης λόγω της διαγραφής του όρου 36 της σύμβασης εργολαβίας του Εντύπου Ε1(Α) Εργολαβικών Συμβολαίων με Ποσότητες της Μικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίων Κύπρου (ΜΕΔΣΚ) [κύριοι όροι συμβολαίου] που τον κατέστησε οιωνοί δικαστικό και/ή διαιτητικό και/ή οιωνοί διαιτητικό.

(γ)        Στο εξωτερικό αγωγές που καταχωρίστηκαν από τον εργολάβο και στρέφονταν εναντίον του επιβλέποντα αρχιτέκτονα στο έργο έχουν αποτύχει πλήρως και συγκεκριμένα απορριφθεί / διαγραφεί από το προδικαστικό στάδιο.

(δ)        Η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί αγώγιμη ζημιά η οποία να μπορεί να αξιωθεί υπό κορφή θεραπείας και/ή να μπορεί να προωθηθεί είτε στη βάση σύμβασης είτε στη βάση αστικού αδικήματος.

(ε)        Ακόμη και αν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα τέτοια ζημιά δεν είναι ανακτήσιμη επειδή πρόκειται για απλή οικονομική ζημιά που είναι προβλέψιμη και απεξαρτημένη από πραγματική φυσική ζημιά (pure economic loss).

(στ)      Δεν μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση σε σχέση με τους Εναγομένους 2 & 3 επί οποιασδήποτε βάσης απαίτησης εφόσον διεκδικείται αποζημίωση εναντίον της Εναγομένης 1 στη βάση σύμβασης αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε απόδοση διπλής αποζημίωσης στην Ενάγουσα, πράγμα που νομικά δεν επιτρέπεται.

 

Από την άλλη, η Ενάγουσα προέβαλε τα δικά της επιχειρήματα που αντικρούουν τις θέσεις των Εναγομένων 2 & 3.

 

Εκείνο που πρώτα θα πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι μπορεί να υπάρξει αγώγιμο δικαίωμα μεταξύ του επιβλέποντα αρχιτέκτονα στο έργο και του εργολάβου αλλά κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σαφώς δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα στη βάση παράβαση σύμβασης επειδή δεν υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του επιβλέποντα αρχιτέκτονα και του εργολάβου στο έργο αφού το συμβόλαιο, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, υπογράφεται μεταξύ του εργοδότη (ιδιοκτήτη του έργου) και του εργολάβου.

 

Ωστόσο σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες βάσεις απαίτησης, δηλαδή της συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς με βάση το κοινοδίκαιο, της πρόκλησης άλλου προσώπου να παραβεί σύμβαση που τον δεσμεύει με άλλο άτομο δυνάμει του άρθρου 34 του Κεφ.148 και του συναδικοπραγήσαντα δυνάμει του άρθρου 11 του Κεφ.148, δεν υφίσταται διαχωρισμός προσώπων και/ή ιδιοτήτων. Οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων δεν προβλέπουν εξαιρέσεις στην εφαρμογή τους.

 

Ο ισχυρισμός ότι ο επιβλέποντας αρχιτέκτονας του έργου προέβηκε σε δόλιες ενέργειες και/ή παραλείψεις που συνιστούν απάτη από μέρους του, παρόλο ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εγείρεται ως ξεχωριστή βάση απαίτησης δυνάμει του άρθρου 36 του Κεφ.148, δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προσωπικά από τον εργολάβο, χωρίς να μπορεί να προβάλλεται ως δικαιολογία το ότι ενεργούσε εκ μέρους του εργοδότη. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, σελ. 384 σημειώνονται τα εξής:

«13-27 An architect who makes a fraudulent misrepresentation, intending it to be acted upon, is liable in damages for the tort of deceit at the suit of the person who acted upon the statement and suffered loss, and it is no excuse that he merely acted as the agent of his employer, for ‘‘all persons directly concerned in the commission of a fraud are to be treated as principals…’’»  

 

Οπότε η θέση των Εναγομένων 2 & 3 για απουσία αγώγιμου δικαιώματος περιορίζεται, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, στη βάση απαίτησης της Ενάγουσας επί της οποίας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 παραβίασαν το νομικό καθήκον που είχαν έναντι της Ενάγουσας να ενεργούν και να ασκούν κατά τρόπο έντιμο, καλόπιστο, δίκαιο και αμερόληπτο τις εξουσίες που απορρέουν από τη διαχείριση συμβολαίου (contract administration) και της έκδοσης πιστοποιητικών (issuing certificates - certifier).

 

Οι όροι του συμβολαίου αναγνωρίζουν την παρουσία επιβλέποντα αρχιτέκτονα στο έργο. Υπό αυτήν την ιδιότητα η Εναγόμενη 2 φαίνεται να εμπλέκεται στο επίμαχο έργο. Το εισαγωγικό μέρος των όρων του συμβολαίου κατονομάζει την Εναγόμενη 2 ως το πρόσωπο που φέρει αυτήν την ιδιότητα. Με την ιδιότητα της αυτή η Εναγόμενη 2 ανέλαβε συγκεκριμένο ρόλο. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο έδωσε αυτόν τον ρόλο στην Εναγόμενη 2, η οποία τον αποδέχτηκε. Αυτόν του διαχειριστή συμβολαίου (contract administrator). Στα πλαίσια άσκησης του ρόλου αυτού, η Εναγόμενη 2 έχει καθήκοντα, υποχρεώσεις και εξουσίες, τα οποία απορρέουν από τους όρους του επίμαχου συμβολαίου. Ένα από τα σημαντικά καθήκοντα του, με βάση τους όρους του συμβολαίου, είναι να εκτελεί χρέη πιστωτή (certifier), δηλαδή να εκδίδει κάθε είδους πιστοποιητικό που απαιτείται από το συμβόλαιο. Η λήψη αποφάσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση των εργασιών στο έργο είναι μέρος των εξουσιών της Εναγομένης 2 που πηγάζουν από τους όρους του συμβολαίου για σκοπούς διαχείρισης του συμβολαίου, ως επιβλέπον αρχιτέκτονας του έργου που η ίδια είναι.

 

Επομένως ο αρχιτέκτονας έχει διπλό ρόλο. Είναι αντιπρόσωπος του εργοδότη στο έργο και την ίδια στιγμή οφείλει να είναι δίκαιος και αμερόληπτος όταν εκδίδει πιστοποιητικά.     

 

Στην αγγλική υπόθεση Sutcliffe v. Thackrah [1974] A.C. 727 το ανώτατο δικαστικό επίπεδο του Ηνωμένου Βασιλείου (House of Lords), ανατρέποντας απόφαση του Εφετείου, αποφάσισε ότι «an architect owes a duty of care towards his client in the performance of all his duties, including those of certifying, and is not entitled to any special exemption». Όπως κρίθηκε, ο αρχιτέκτονας κατά την έκδοση πιστοποιητικών πρέπει να ενεργεί «in a fair and unbiased manner and it must therefore be implicit in the owner’s contract with the architect that he shall not only exercise due care and skill but also reach such decision fairly, holding the balance between the client and the contractor.» Επίσης λέχθηκε ότι το κριτήριο ο αρχιτέκτονας να ενεργεί δίκαια είναι αντικειμενικό.

 

Στην πιο πάνω υπόθεση δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο ο αρχιτέκτονας να βρεθεί νομικά εκτεθειμένος απέναντι στον εργολάβο για το οποίο δεν απολαμβάνει ασυλία. Όπως λέχθηκε:

«… the architect negligently certified that more money was due than was in fact due, and he was successfully sued for the damage which this had caused his client. He might, however, have negligently certified that less money was payable than was in fact due and thereby starved the contractor of money. In a trade in which cash flow is especially important, this might have caused the contractor serious damage for which the architect could have been successfully sued. He was thus exposed to a dual risk of being sued in negligence but this House unanimously held that he enjoyed no immunity from suit

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Η ευθύνη του επιβλέποντα αρχιτέκτονα επεκτείνεται σε κάθε είδους ενδιάμεσο και τελικό πιστοποιητικό. Σε αντίθεση με τους δικαστές και τους διαιτητές, ο εκδότης πιστοποιητικών δεν προστατεύεται από ασυλία σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, §13-71, σελ. 406). Παρόλα αυτά θα μπορούσε να υπάρξει ασυλία όταν στο συμβόλαιο υπάρχει ρητή πρόνοια γι’ αυτό. Κάτι τέτοιο δεν έχει τεθεί ενώπιον μου.

 

Επί του πιο πάνω σημείου χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, §13-72, σελ. 406:

«It is accepted law that judges and arbitrators are entitled to immunity form actions for negligence in respect of the performance of their duties but this does not apply to certifiers. There might be circumstances where an architect acts in a capacity where such immunity would apply. It is thought that acting as an adjudicator might be one. For this to arise there must have been a submission either of a specific dispute or of present points of difference or of defined differences that may in the future arise and an agreement that the decision will be binding.» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Ενώπιον μου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που, στο αρχικό στάδιο αυτό, να δίδει την εντύπωση ότι οι αποφάσεις της Εναγομένης 2 θα ήταν τελεσίδικες και δεσμευτικές. Από το συμβόλαιο που έχει ηλεκτρονικά αναρτηθεί, δεν έχω εντοπίσει να περιέχεται τέτοιος ρητός όρος. Ούτε μου έχει υποδειχτεί οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο. Το γεγονός της αφαίρεσης του όρου 36 του συμβολαίου που προνοούσε τη διαδικασία που θα ακολουθείτο για επίλυση διαφορών που θα προέκυπταν, δεν αφαιρεί το δικαίωμα της Ενάγουσας να διαφωνήσει με ζητήματα των εργασιών του συμβολαίου. Ούτε καθιστά εκ προοιμίου τις αποφάσεις της Εναγομένης 2 αδιαμφισβήτητες. Ο ρόλος της Εναγομένης 2 δεν επεκτείνεται και/ή δεν αναβαθμίζεται σε οιωνοί δικαστικό ή οιωνοί διαιτητικό επειδή απαλείφθηκε η πρόνοια για τη διαδικασία επίλυσης διαφορών. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με σχετικό ρητό όρο, πράγμα που εδώ δεν μου έχει λεχθεί ότι συμβαίνει.

 

Αντίθετα μπορεί να λεχθεί ότι η διαγραφή του όρου που αφορούσε τη ρύθμιση διαφορών που προέκυπταν από τις εργασίες του συμβολαίου ενώπιον εξωδικαστηριακής διαδικασίας, όπως είναι η απόφαση αρχιτέκτονα δυνάμει ειδικά του όρου αυτού και έπειτα, εφόσον χρειαζόταν, η διαιτησία (όρος 36), διευκολύνει την πιθανότητα να αφήνει νομικά εκτεθειμένο τον αρχιτέκτονα έναντι του εργολάβου σε περίπτωση αμελούς έκδοσης πιστοποιητικού. Σε σχέση μ’ αυτό παραπέμπω στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, §13-106, σελ. 421:

«It remains possible that an architect or engineer might be liable to a contractor for negligent certification if there were no arbitration clause …»

 

Θα μπορούσε να λεχθεί ότι αν παρέμενε ο όρος 36 που ως πρώτο στάδιο περιλαμβάνει διεργασία του αρχιτέκτονα να αποφασίσει πλέον ως ανεξάρτητος για όλες τις διαφορές που παραπέμφθηκαν ενώπιον του (δεύτερο στάδιο είναι η διαδικασία διαιτησίας εάν οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος διαφωνεί με την απόφαση του δυνάμει του άρθρου αυτού ή ισχύει οποιαδήποτε προϋπόθεση που ενεργοποιεί τη διαδικασία αυτή), ο ξεχωριστός και συνάμα ειδικός ρόλος του αυτός, ο οποίος προφανώς καλύπτει και εξέταση των δικών του αποφάσεων που έλαβε ως εκπρόσωπος του εργοδότη στο έργο υπό την ιδιότητα του επιβλέποντα αρχιτέκτονα, θα είναι οιωνοί διαιτητικός ή οιωνοί δικαστικός με ότι αυτό συνεπάγεται. Αυτό επειδή αν η απόφαση του δυνάμει του όρου 36 γινόταν αποδεκτή θα ήταν τελεσίδικη, αν όμως υπήρχε διαφωνία θα ενεργοποιείτο η διαδικασία διαιτησίας εργοδότη-εργολάβου στην οποίαν θα εξετάζονταν οι διαφωνίες τους σε σχέση με τις εργασίες του έργου που κατά πάσα πιθανότητα θα κάλυπταν τις διαφωνίες που προέκυπταν από τις αποφάσεις του αρχιτέκτονα.

 

Σε κάθε περίπτωση, μπορεί τα συμβαλλόμενα μέρη να αφαίρεσαν την ενσωματωμένη στο συμβόλαιο πρόνοια για παραπομπή επίλυσης διαφορών σε διαιτησία, αλλά το δικαίωμα της Ενάγουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο για να επιλυθούν οι διαφορές του σε σχέση με το συμβόλαιο, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, παρέμεινε ανεπηρέαστο. Αν ευσταθούσε αυτό που ευσεβάστως εισηγείται η πλευρά των Εναγομένων 2 & 2, τότε θα σήμαινε παραβίαση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο, ως ο κατ’ εξοχήν θεσμός που εκδικάζει διαφορές μεταξύ φυσικών και/ή νομικών προσώπων για οποιοδήποτε ζήτημα, προστατεύεται και συνάμα κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα.

 

Περαιτέρω ο αρχιτέκτονας του έργου δυνατό να υπέχει ευθύνη έναντι του εργολάβου στην περίπτωση που ο πρώτος επηρεάζει τα δικαιώματα του δεύτερου όταν σκόπιμα εφαρμόζει πλημμελώς όρους του συμβολαίου προκειμένου να αποστερήσει από τον εργολάβο μεγαλύτερα ποσά που δικαιούται. Επί τούτου στην ίδια παράγραφο από το πιο πάνω αγγλικό νομικό σύγγραμμα σημειώνονται τα εξής:

«It remains possible that an architect or engineer might be liable to a contractor…, or for the tort of procuring a breach of contract if he interfered with the contractor’s rights by deliberately misapplying the contractual provisions with the intention of depriving the contractor of the larger sums to which he would otherwise be entitled.»

 

Στην υπόθεση Lubenham Fidelities & Investment Co Ltd v South Pembrokeshire District Council & Anor [1986] 33 B.L.R. 36 αποφασίστηκε ότι ο αρχιτέκτονας μπορούσε να ευθύνεται στο αστικό αδίκημα της παρέμβασης στα δικαιώματα του εργολάβου όταν σκόπιμα εφάρμοζε πλημμελώς τον όρο 30 του συμβολαίου προκειμένου να αποστερήσει από τον εργολάβο ποσά που δικαιούταν.

 

Στη δε υπόθεση John Mowlem & Co PLC v Eagle Star Insurance Co Ltd & Others (No. 2) 62 B.L.R. 126 αίτηση που επιδίωκε τη διαγραφή απαίτησης του εργολάβου που στρεφόταν εναντίον του αρχιτέκτονα με τον ισχυρισμό ότι δεν αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα απορρίφθηκε. Μία από τις βάσεις αγωγής ήταν ότι ο αρχιτέκτονας απέτυχε να αποφασίσει ορθά και ανεξάρτητα από τον εργοδότη για την έκδοση πιστοποιητικών και σκόπιμα εφάρμοσε πλημμελώς τους όρους του συμβολαίου προκειμένου να αποστερήσει από τον εργολάβο ποσά που σύμφωνα με το συμβόλαιο δικαιούταν να εισπράξει.  

 

Αμφότεροι συνήγοροι αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Pacific Associates Inc. and another v. Baxter and others [1990] Q.B. 993, η οποία, με κάθε σεβασμό, δεν βοηθά την εκδοχή των Εναγομένων 2 & 3. Η υπόθεση εκείνη διαφοροποιείται από την παρούσα περίπτωση επειδή εκεί, σε αντίθεση με εδώ, δεν αφορούσε ζητήματα συνομωσίας με στοιχεία δόλου και σκόπιμης πρόκλησης άλλου προσώπου να παραβεί σύμβαση που τον δεσμεύει με άλλο άτομο. Επίσης στην υπόθεση εκείνη υπήρχε συγκεκριμένος όρος που κρίθηκε ότι απέκλειε ευθύνη αμέλειας του μηχανικού σε ότι αφορά πράξεις και παραλείψεις του σε σχέση με τις εργασίες του συμβολαίου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση όχι μόνο δεν προωθείται απαίτηση στη βάση παράβασης καθήκοντος επιμέλειας από μέρους των Εναγομένων 2 & 3 αλλά ούτε και τέθηκε ζήτημα ύπαρξης όρου που να αποκλείει την ευθύνη των Εναγομένων 2 & 3 για οποιοδήποτε λόγο.

 

Ο αρχιτέκτονας γενικά ευθύνεται έναντι του εργολάβου όταν χρησιμοποιεί δόλο για να του προκαλέσει ζημιά κατά την άσκηση του ρόλου του να εκδίδει πιστοποιητικά. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, §13-107, σελ. 421 που ομιλεί από μόνο του:   

«Fraud. The architect is liable to the contractor for a fraudulent misrepresentation upon which the contractor has relied and thereby suffered damage; and he is liable to the contractor for any refusal to certify or incorrect certification which is fraudulent and collusive and corrupt.»

 

Τα πιο πάνω αντλούνται από τις υποθέσεις Ludbrook v. Barrett [1877] 46 L.J.Q.B. 789, Stevenson v. Watson [1879] 4 C.P.D. 148 και Priestley v. Stone [1888] 4 T.L.R. 730. 

 

Έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δύναται να προωθήσει τη συγκεκριμένη βάση απαίτησης, η οποία είναι νομικά αναγνωρισμένη στην Κύπρο μέσω του κοινοδικαίου. Η εν λόγω βάση απαίτησης προσδιορίζει νομικά υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα στην Ενάγουσα που αναγνωρίζεται στο κυπριακό νομικό δίκαιο, για το οποίο επιδιώκονται σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις στη βάση δικογραφημένων κατ’ ισχυρισμό γεγονότων.

 

Για τους λόγους που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι 2 & 3, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να απολαμβάνουν ασυλία.

 

Από τη στιγμή που η υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 2 & 3 καταχωρίστηκε με βάση υπαρκτά αγώγιμα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο κυπριακό δίκαιο, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η προώθηση της είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Η Ενάγουσα δικογραφεί τη ζημιά και/ή την απώλεια που ισχυρίζεται ότι υπέστη ένεκα της επιλήψιμης συμπεριφοράς που επιρρίπτει στους Εναγομένους 2 & 3 και οι θεραπείες δύναται να αξιωθούν στα πλαίσια των βάσεων απαίτησης. Σαφώς δεν πρόκειται για απλή οικονομική ζημιά (pure economic loss) αλλά για απώλεια που δεν μπορεί κάποιος να την κατατάξει στην κατηγορία της προβλέψιμης και μπορεί να ανακτηθεί με βάση τα υπαρκτά αγώγιμα δικαιώματα επί των οποίων αξιώνεται.

 

Το γεγονός ότι αξιώνονται οι ίδιες θεραπείες από την Εναγόμενη 1 δεν αποτελεί πρόβλημα και/ή κώλυμα επειδή ζητούνται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγομένους 2 & 3. Το ενδεχόμενο της διπλής αποζημίωσης αποκλείεται.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η πρώτη προϋπόθεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Η απόρριψη της πρώτης προϋπόθεση συμπαρασύρει σε αποτυχία και την δεύτερη προϋπόθεση. Εφόσον έχει κριθεί ότι αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης, η προώθηση της υπόθεσης δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 

Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου δικαιολογείται η διαγραφή της απαίτησης στην ολότητα τους από το στάδιο αυτό.

 

Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται και η ένσταση επιτυγχάνει.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 2 & 3/Αιτητών 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα κατά 20% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €5.256,80 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €5.249,80. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.

 

 

 

(Υπ.) …………………………….

                                                                                                  Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο