Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. ν. Διμίτρι Ανάνιεβ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1658/2022, 15/7/2026
print
Τίτλος:
Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. ν. Διμίτρι Ανάνιεβ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1658/2022, 15/7/2026

Κλίμακα Εξόδων: € 10,000 – € 50,000

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1658/2022

(i-Justice)

Μεταξύ:-

Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.

Ενάγουσα

και

1.    Διμίτρι Ανάνιεβ

2.    Minga Management Limited

3.    Blessida Investment Ltd

Εναγόμενοι

Αίτηση ημερ. 27/03/2026 για παραμερισμό του εντάλματος κινητών

Ημερομηνία: 15/07/2026

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο 1/ Αιτητή: κ. Γρηγόρης Λεοντίου με κ. Στέλιο Χριστοδούλου για Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Ενάγουσα / Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Μιχάλης Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.

Ενδιάμεση Απόφαση

Με την παρούσα αίτηση, ο Εναγόμενος 1/ Αιτητής («Αιτητής») εξαιτείται τον παραμερισμό του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της Ενάγουσας/ Καθ’ ης η Αίτηση («Καθ’ ης η Αίτηση») ημερ. 20/02/2026 («Αίτηση»). Ο λόγος, ως αναφέρει, είναι διότι το εξ αποφάσεως οφειλόμενο χρέος προς την Καθ’ ης η Αίτηση έχει εξοφληθεί.

Α.    Σχετικά Γεγονότα

Το ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο θα παραθέσω αμέσως πιο κάτω, είναι το εξής:

i.   Στις 17/10/2022, η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρισε εναντίον των Εναγομένων την Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο αξιώνοντας την πληρωμή δικηγορικής αμοιβής, η οποία κατ’ ισχυρισμόν οφείλετο σε αυτή.

ii.   Στις 15/05/2025 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην Αγωγή όπως:

«Α. Ο Εναγόμενος 1 να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό των €45.000 - πλέον νόμιμο τόκο προς 2% ετησίως επ' αυτού από 14/10/2022 μέχρι 31/12/2022, πλέον τόκο προς 2.5% από 01/01/2023 μέχρι 31/12/2023, πλέον τόκο προς 5.5% από 01/01/2024 μέχρι 31/12/2024, πλέον τόκο προς 6% από 01/01/2025 μέχρι εξόφλησης, πλέον ΦΠΑ.

Β. Η απόφαση θα τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης από την 01/06/2025 μέχρι την 08/10/2025 εφόσον καταβληθεί το ποσό των €47.943,42 σε τρεις ισόποσες δόσεις των €15.981,14 με 7 ημέρες περίοδο χάριτος, και της πρώτης δόσης καταβλητέας την 01/06/2025, της δεύτερης δόσης καταβλητέας την 01/08/2025 και της τρίτης δόσης καταβλητέας την 01/10/2025. Η κάθε δόση θα καταβάλλεται στους Ενάγοντες σε λογαριασμό που οι τελευταίοι θα υποδείξουν.

Στην περίπτωση που τηρηθεί το προαναφερθέν χρονοδιάγραμμα καταβολής των αναφερόμενων ποσών, οι υποχρεώσεις των Εναγόμενων προς τους Ενάγοντες θα θεωρούνται πλήρως εξοφληθείσες.

Σε περίπτωση παράλειψης τήρησης οποιουδήποτε εκ των άνω όρων αναστολής και μη καταβολής οποιουδήποτε αναφερόμενου ποσού εντός των καθορισμένων προθεσμιών ανωτέρω, τότε ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος θα καθίσταται άμεσα απαιτητό και πληρωτέο και η παρούσα δικαστική απόφαση θα καθίσταται άμεσα εκτελεστή.

Γ. Η Αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 αποσυρθεί και δια του παρόντος αποσύρεται και απορρίπτεται.

Δ. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 έξοδα εκδόσεως της απόφασης αυτής στο ποσό των €66 -, πλέον έξοδα της αγωγής πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), πλέον πραγματικά έξοδα συμπεριλαμβανομένων των εξόδων επίδοσης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.»

Τα έξοδα που εγκρίθηκαν ανέρχονταν:

«…στο ποσό των €3.274.- με νόμιμο τόκο 2% από 14/10/22 μέχρι 31/12/22, πλέον τόκο προς 2,5% από 01/01/23 μέχρι 31/12/23, πλέον τόκο προς 5,5% από 01/01/24 μέχρι 31/12/24, πλέον τόκο προς 6% από 01/01/25 και ακολούθως σύμφωνα με το ισχύον δικαστικό επιτόκιο, ως καθορίζεται με Διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €3.247.»

iii.    Στις 20/02/2026, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Καθ’ ης η Αίτηση εκδόθηκε Ένταλμα Κατάσχεσης και Εκποίησης της Κινητής Περιουσίας του Αιτητή. Όπως αναφέρεται στο Ένταλμα, αυτό αφορούσε την είσπραξη του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού των €17.797,55 πλέον τα έξοδα.

iv.   Ακολούθησε στις 27/03/2026 η καταχώριση της παρούσας Αίτησης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση.

v.    Στις 17/04/2026, η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην παρούσα Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις.

Το υπό κρίση ζήτημα στην παρούσα Αίτηση είναι το κατά πόσον, παρά τη μη τήρηση των όρων της εκ συμφώνου απόφασης, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν είχε δικαίωμα να αξιώσει το υπόλοιπο εξ αποφάσεως χρέος, λόγω σύναψης σχετικής προφορικής συμφωνίας, ή λόγω παραίτησής της από το δικαίωμά της για διεκδίκηση του υπόλοιπου εξ αποφάσεως χρέους.

Θα προχωρήσω να παραθέσω τις θέσεις των δύο πλευρών με χρονολογική σειρά:

1.  Πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία των δικηγόρων

Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, πριν από τη λήξη της προθεσμίας για πληρωμή της πρώτης δόσης, συγκεκριμένος δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε., ο οποίος εφεξής θα αναφέρεται ως «ο δικηγόρος του Αιτητή» επικοινώνησε με συγκεκριμένη δικηγόρο από το δικηγορικό γραφείο Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., η οποία εφεξής θα αναφέρεται ως «η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση». Ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε εάν ήταν δυνατόν, λόγω οικονομικών δυσκολιών του πελάτη τους, αντί της πληρωμής σε δόσεις και συγκεκριμένα της πρώτης δόσης μέχρι τις 08/06/2025 (ως η περίοδο χάριτος των επτά ημερών στην απόφαση), να εξοφληθεί ολόκληρο το εξ’ αποφάσεως ποσό των €47.943,42 εφάπαξ μέχρι τις 31/07/2025 και μέχρι τότε να μην υπάρξει οποιαδήποτε εκτέλεση της απόφασης.

Η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση ενημέρωσε τον δικηγόρο του Αιτητή ότι θα μετέφερε την πρόταση σε συγκεκριμένο συνέταιρο στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο, ο οποίος εφεξής θα αναφέρεται ως «ο συνέταιρος της Καθ’ ης η Αίτηση» και θα επικοινωνούσε πίσω μαζί του για να του επιβεβαιώσει κατά πόσον η πρόταση γίνεται αποδεκτή ή όχι.

Τα πιο πάνω γεγονότα είναι παραδεκτά από τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση και αναφέρεται περαιτέρω ότι το εν λόγω τηλεφώνημα ήταν ημερομηνίας 05/06/2025.

2.  Εσωτερική συζήτηση Καθ’ ης η Αίτηση

Όπως αναφέρεται στις παρ. 5 – 6 της ένορκης της δήλωσης της δικηγόρου της Καθ’ ης η Αίτηση που συνοδεύει την ένσταση:

«Χωρίς να απορρίπτω την πρόταση του, του ανέφερα ότι θα πρέπει να τη μεταφέρω στον κύριο [ ] ο οποίος είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις για την υπόθεση και ότι θα επανέλθω.

6. Ακολούθως, ενημέρωσα τον κύριο [ ] αναφορικά με το τηλεφώνημα από τον κύριο [ ] και μου είπε ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε αυτή την αλλαγή από τα προβλεπόμενα στην Απόφαση και να μην τα δεχθώ. Περαιτέρω, κατά την πιο πάνω συνομιλία, τον ενημέρωσα ότι, οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1-Αιτητή δεν μου ζήτησαν τα στοιχεία του λογαριασμού των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση στον οποίο θα πρέπει να μας καταβάλλουν τις δόσεις που προβλέπονται στην Απόφαση και ο κύριος [ ] μου έδωσε οδηγίες όπως τους προωθήσω με ηλεκτρονικό μήνυμα τα στοιχεία του λογαριασμού των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση (υπογράμμιση δική μου)

3.  Τηλεφωνική επικοινωνία των δικηγόρων ημερ. 06/06/2025

Ο δικηγόρος του Αιτητή αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι στις 06/06/2025, η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί με τον ίδιο και του ανέφερε ότι συμφωνεί με την πιο πάνω διευθέτηση. Ο δικηγόρος του Αιτητή αναφέρει ότι η εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία έλαβε χώρα πριν από την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 06/06/2025 και ώρας 12:37 (βλ. παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του δικηγόρου του Αιτητή), στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω.

Η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται κατηγορηματικά το εν λόγω γεγονός στην ένορκη της δήλωση. Ως αναφέρει στην παρ. 7 της ένορκης της δήλωσης:

«Σε καμία περίπτωση δεν επικοινώνησα με τον κύριο [ ] και σε καμία περίπτωση δεν αποδέχθηκα όπως αναφέρει, την πρότασή του όπως και σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ εμού και του κυρίου [ ] ούτε στις 06/06/2025 ούτε σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία.»

Ως περαιτέρω αναφέρει στην παρ. 8 της ένορκης της δήλωσης:

«Ουδέποτε επικοινώνησα είτε προφορικά είτε γραπτώς συμφωνώντας με την αποδοχή της πρότασης του κυρίου [ ] από τους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση.»

4.  Ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 06/06/2025

 i.   Πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα

Στις 06/06/2025 και ώρα 12:37, η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση απέστειλε στο δικηγόρο του Αιτητή ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή), στο οποίο ανέφερε τα ακόλουθα:

«Subject: Θέμα: Αρ. Αγωγής 1658/2022 – Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού

ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Αγαπητέ κύριε [ ],

Καλό μεσημέρι.

Θέμα: Αρ. Αγωγής 1658/2022 – Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού

Παρακαλούμε βρείτε επισυνημμένα τα στοιχεία λογαριασμού του δικηγορικού μας γραφείου.

Παραμένουμε στη διάθεσή σας για οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις.

Με εκτίμηση,

[ ]»

ii.    Δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα

Ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε την εξής απάντηση στην Καθ’ ης η Αίτηση την ίδια ημέρα και ώρα 17:34 (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή):

«Subject: RE: Θέμα: Αρ. Αγωγής 1658/2022 – Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού

Αγαπητή κα. [ ],

ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ

Καλό μεσημέρι.

Θέμα: Αρ. Αγωγής 1658/2022 – Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού

Σε συνέχεια του πιο κάτω ηλεκτρονικού σας μηνύματος αλλά και της τηλεφωνικής επικοινωνίας μας χθες αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι έχουμε προωθήσει τα στοιχεία λογαριασμού του δικηγορικού σας γραφείου στους πελάτες μας, για εξόφληση του εξ’ αποφάσεως ποσού, ως έχουμε συνεννοηθεί.

Παραμένουμε στη διάθεσή σας για οποιεσδήποτε τυχόν διευκρινίσεις.

Με εκτίμηση,

[ ]»

Τα πιο πάνω ηλεκτρονικά μηνύματα επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια και είναι παραδεκτά από τις δύο πλευρές.

iii.   Τρίτο ηλεκτρονικό μήνυμα

Ακολούθως, στις 18:18, ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε στον πελάτη του το εξής ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή):

«Considering the above case and in continuation to our email underneath, we hereby inform you that we did communicate with the Claimant's Lawyers and assured them on Dimitri's behalf that you will proceed with payment of the full amount of €47.943,42 until 31/07/2025 as long as they do not proceed with the execution of the decision until then.

In light of the above, we hereby attach the Plaintiffs bank account details and remind you that it is imperative that you proceed to the payment of the above amount to the above account until 31/07/2025, to avoid any further actions by the Plaintiff.»

5.  Τηλεφωνική επικοινωνία ημερ. 29/07/2025

Δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία μέχρι που στις 29/07/2025, ο δικηγόρος του Αιτητή επικοινώνησε με τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση για να της αναφέρει ότι ο Αιτητής ακόμη αντιμετώπιζε κάποια οικονομικά προβλήματα και της πρότεινε, εάν είναι σύμφωνοι, να καταβληθεί το ήμισυ του εξ’ αποφάσεως ποσού των €47.943,42 στις 31/07/2025 και το υπόλοιπο τέλη Αυγούστου.

Όπως αναφέρει ο δικηγόρος του Αιτητή, η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση τον πληροφόρησε ότι η συμφωνία τους ήταν να εξοφληθεί ολόκληρο το εξ’ αποφάσεως ποσό των €47.943,42 εφάπαξ μέχρι τις 31/07/2025. Ωστόσο, του ανέφερε ότι θα επικοινωνούσε σύντομα πίσω μαζί του για να του επιβεβαιώσει κατά πόσον η νέα πρόταση γίνεται αποδεκτή ή όχι.

Το γεγονός ότι έλαβε χώρα το εν λόγω τηλεφώνημα είναι παραδεκτό. Το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας ωστόσο αμφισβητείται. Όπως αναφέρεται σχετικά στην παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της δικηγόρου της Καθ’ ης η Αίτηση:

«Εγώ του ανέφερα ότι ήδη ο πελάτης του έπρεπε να καταβάλει ποσά και ότι βρίσκεται σε παράβαση με την εξ [sic] συμφώνου Απόφαση του Δικαστηρίου και ότι θα πρέπει αυτά που μου ανέφερε να τα μεταφέρω στον κύριο [ ] και να τον ενημερώσω.»

6.  Επικοινωνία συνεταίρου Καθ’ ης η Αίτηση με τον δικηγόρο του Αιτητή

Είναι παραδεκτό ότι ακολούθησε τηλεφώνημα από το συνέταιρο της Καθ’ ης η Αίτηση προς το δικηγόρο του Αιτητή. Το περιεχόμενο της εν λόγω επικοινωνίας είναι εν πολλοίς παραδεκτό. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης του δικηγόρου του Αιτητή:

«…επικοινώνησε την ίδια ημέρα μαζί μου ο κ. [ ], ο οποίος προς εκπλήξεως μου, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των δικηγόρων και ότι λόγω παράλειψης του πελάτη μας να καταβάλει την πρώτη δόση στις 08/06/2025, ως προέβλεπε η απόφαση, ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος καθίστατο άμεσα απαιτητό.»

Όπως αναφέρεται στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης του συνεταίρου της Καθ’ ης η Αίτηση, η οποία επίσης συνοδεύει την ένσταση:

«8. Όταν στις 29/07/2025, επικοινώνησε με την κυρία [ ] ο κύριος [ ] και μου μετέφερε τα όσα της είπε αποφάσισα να επικοινωνήσω ο ίδιος τηλεφωνικά με τον κύριο [ ] και να του εξηγήσω ότι ο πελάτης τους οφείλει όλα τα ποσά βάσει της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/05/2025, ότι η Απόφαση μιλά από μόνη της και ότι ο πελάτης τους θα πρέπει να συμμορφωθεί με την Απόφαση διαφορετικά θα ληφθούν μέτρα εναντίον του.»

7.  Πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία ημερ. 31/07/2025

Μετά το τηλεφώνημα από τον συνέταιρο της Καθ’ ης η Αίτηση στις 29/07/2025, ο δικηγόρος του Αιτητή ισχυρίζεται ότι η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ίδιο στις 31/07/2025 και τον ενημέρωσε ότι το γραφείο τους υπολόγισε το ποσόν ως το σημείο Α της Απόφασης καθώς και τα δικηγορικά τους έξοδα ως το σημείο Δ της Απόφασης και ότι θα του τα απέστελλε από τη στιγμή που πλέον δεν ισχύουν οι όροι αναστολής της απόφασης.

Όπως αναφέρει ο δικηγόρος του Αιτητή στην παρ. 17 της ένορκης του δήλωσης:

«Εγώ της απάντησα ρητά ότι όλα αυτά είναι απαράδεκτα και ότι δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε καθ’ ότι η συμφωνία μεταξύ μας ημερομηνίας 06/06/2025 ήτο ότι, αντί πληρωμής σε δόσεις και συγκεκριμένα της πρώτης δόσης μέχρι τις 08/06/2026 [sic] ως η περίοδο χάριτος των επτά ημερών της απόφασης, ο Αιτητής να εξοφλήσει ολόκληρο το εξ’ αποφάσεως ποσό των €47.943,42 εφάπαξ μέχρι τις 31/07/2025 και μέχρι τότε να μην υπάρξει οποιαδήποτε εκτέλεση της απόφασης.»

Η θέση η οποία προβάλλεται από την Καθ’ ης η Αίτηση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει ότι είναι ο δικηγόρος του Αιτητή που επικοινώνησε μαζί της αναφέροντας ότι οι πελάτες του, εν τέλει, κατόπιν των όσων του ανέφερε και ο συνέταιρος της Καθ’ ης η Αίτηση θα συμμορφωθούν και θα καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό ως το σημείο Α της Απόφασης ημερομηνίας 15/05/2025 και της ζήτησε να το υπολογίσουν και εκείνοι έτσι ώστε να καταλήξουν στο τελικό ποσό.

8.  Δεύτερη τηλεφωνική επικοινωνία ημερ. 31/07/2025

Όπως αναφέρει η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση στην παρ. 10 της ένορκης της δήλωσης:

«Ακολούθως, επικοινώνησα εκ νέου με τον κύριο [ ] και τον ενημέρωσα ότι θα πρέπει να υπολογίσουμε και τα δικηγορικά μας από τη στιγμή που πλέον δεν ισχύουν οι όροι αναστολής της Απόφασης ημερομηνίας 15/05/2025 (2η τηλεφωνική επικοινωνία την 31/07/2025 – 10:40 π.μ.). Εκείνος δυσαρεστήθηκε όμως ζήτησε να υπολογίσουμε τα δικηγορικά μας και να του στείλουμε και το σχετικό κατάλογο εξόδων. Περαιτέρω, σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία, ο κύριος [ ] ανέφερε ότι δεν συμφωνεί που ζητούμε τα δικηγορικά έξοδα πέραν της απαίτησης ως το σημείο Α της Απόφασης και του ανέφερα, κατόπιν οδηγιών του κυρίου [ ], ότι για τα έξοδα μπορούμε να τα συμφωνήσουμε στη χαμηλή κλίμακα (3η τηλεφωνική επικοινωνία την 31/07/2025 – 10:40 π.μ.). Στη συνέχεια υπολογίσαμε το ποσό ως το σημείο Α της Απόφασης καθώς και τα δικηγορικά μας έξοδα ως το σημείο Δ της ίδιας Απόφασης (στο ελάχιστο και μέγιστο). Και τα δύο αυτά ποσά απεστάλησαν με ηλεκτρονικό μήνυμα στον κύριο [ ] (1ο ηλεκτρονικό μήνυμα την 31/07/2025 – 11:05 π.μ.).»

Η θέση του δικηγόρου του Αιτητή ωστόσο διαφέρει. Ως αναφέρει στις παρ. 18 – 19 της ένορκης του δήλωσης:

«18. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω αναφερθέντων, η κα. [ ] μου απέστειλε ηλεκτρονικά στις 31/07/2025 και ώρα 11:05π.μ υπολογισμό του εξ αποφάσεως χρέους του Εναγόμενου 1 – Αιτητή καθώς και σχετικό Κατάλογο Εξόδων αναφορικά με τα δικηγορικά τους έξοδα. Επικοινώνησα εκ νέου μαζί της τηλεφωνικώς και της ανέφερα ξανά ότι όλα αυτά είναι απαράδεκτα και ότι δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Επίσης της ανέφερα άνευ βλάβης και πληροφοριακά ότι, σε ό,τι αφορά γενικά σε Καταλόγους Εξόδων, δεν μπορεί με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς να υπολογίζεται πέραν της μίας εμφάνισης για Οδηγίες και ότι όταν είναι να στέλνονται σε συναδέλφους για σκοπούς υπολογισμού καλό είναι να μην στέλνονται με τη Μέγιστη Κλίμακα, χωρίς βέβαια να έχω συμφωνήσει ή να αποδεχτώ σε κανένα στάδιο της συνομιλίας μας τα επισυναπτόμενα του ηλεκτρονικού της μηνύματος στις 31/07/2025 και ώρα 11:05π.μ. Αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5.

19. Παρά τα πιο πάνω και χωρίς να έχω ζητήσει να μου σταλεί οποιοσδήποτε διορθωμένος κατάλογος, στις 31/07/2025 και ώρα 12:05π.μ, η κα. [ ] μου απέστειλε εκ νέου ηλεκτρονικό μήνυμα με τον υπολογισμό πάλι του εξ αποφάσεως χρέους του Εναγόμενου 1 – Αιτητή καθώς και τροποποιημένο αυτή τη φορά Κατάλογο Εξόδων αναφορικά με τα δικηγορικά τους έξοδα, στον οποίο υπολόγισε εσκεμμένα μόνο μία εμφάνιση για Οδηγίες, στην ελάχιστη κλίμακα, πλέον το Φ.Π.Α. Όπως αναφέρω και πιο πάνω, εγώ ήμουν ξεκάθαρος με την κα. [ ] σε ό,τι αφορά τη συμφωνία μεταξύ μας ημερομηνίας 06/06/2025 ήτο ότι, αντί πληρωμής σε δόσεις και συγκεκριμένα της πρώτης δόσης μέχρι τις 08/06/2026 [sic] ως η περίοδο χάριτος των επτά ημερών της απόφασης, ο Αιτητής να εξοφλήσει ολόκληρο το εξ' αποφάσεως ποσό των €47.943,42 εφάπαξ μέχρι τις 31/07/2025 και μέχρι τότε να μην υπάρξει οποιαδήποτε εκτέλεση της απόφασης και αυτή συμφώνησε γι’ αυτό, στις 31/07/2025 ο Αιτητής προχώρησε στην εξόφληση του εξ' αποφάσεως ποσού, ήτοι ως η συμφωνία μεταξύ μας ημερομηνίας 06/06/2025. Αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6.»

9.  Πληρωμή του ποσού των €47.943,42 στις 31/07/2025

Ακολούθως, ο Αιτητής πλήρωσε στις 31/07/2025 ολόκληρο το ποσό των €47.943,42. Αφότου έλαβε χώρα η πληρωμή, ο δικηγόρος του Αιτητή ενημέρωσε σχετικά τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση αυθημερόν, αποστέλλοντάς της ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο ανέφερε ότι η πληρωμή πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την προφορική συμφωνία ημερ. 06/06/2025 και ως εκ τούτου, οι υποχρεώσεις του Αιτητή είχαν πλήρως εξοφληθεί (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή). Όπως αναφέρεται στην παρ. 20 της ένορκης δήλωσης του δικηγόρου του Αιτητή:

«20. Εξ’ όσων καλύτερα γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους του Αιτητή, το εξ’ αποφάσεως ποσό των €47.943,42 προς την Ενάγουσα – Καθ’ ης η Αίτηση εξοφλήθηκε πλήρως από τον Αιτητή στις 31/07/2025, ως η συμφωνία μεταξύ των δικηγόρων στις 06/06/2025. Το δικηγορικό γραφείο Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. ενημερώθηκε για την εξόφληση του πιο πάνω εξ’ αποφάσεως ποσού με ηλεκτρονικό μήνυμα προς την κα. [ ] ημερομηνίας 31/07/2025 και ώρα 14:48. Αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος και της απόδειξης πληρωμής του πιο πάνω ποσού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7.»

Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί και το περιεχόμενο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή):

«Αγαπητή κα. [ ],

ANEΥ ΒΛΑΒΗΣ

Καλό μεσημέρι.

Θέμα: Αρ. Αγωγής 1658/2022 – Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού

Σε συνέχεια του πιο κάτω ηλεκτρονικού μας μηνύματος, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι έχουμε προχωρήσει στην πληρωμή του ποσού των €47.943,42 προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως ποσού στην Αγωγή Αρ. 1658/2022 στο λογαριασμό του Δικηγορικού σας γραφείου, ως η προφορική μας συμφωνία ημερομηνίας 06/06/2025 και τα ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ μας κατά την ίδια ημέρα και όπως επιβεβαιώθηκε σήμερα προφορικά από εσάς, ήτοι για την καταβολή όλου του πιο πάνω εξ' αποφάσεως ποσού μέχρι τις 31/07/2025 αντί σε τρεις ισόποσες δόσεις των €15.981.14, με την τελευταία να είναι καταβλητέα την 01/10/2025. Αντίγραφο της εντολής μεταφοράς του εν λόγω ποσού προς το γραφείο σας επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά σας.

Με την σημερινή καταβολή όλου του πιο πάνω ποσού, οι υποχρεώσεις των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες στην πιο πάνω Αγωγή θεωρούνται πλήρως εξοφληθείσες.»

10.         Μεταγενέστερη Αλληλογραφία

Σημειώνω ότι η πληρωμή του ποσού των €47.943,42 δεν αμφισβητείται από την Καθ’ ης η Αίτηση.

Ωστόσο, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 01/08/2025 (Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή), η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση αρνήθηκε τη σύναψη οποιασδήποτε προφορικής συμφωνίας. Περαιτέρω, γνωστοποίησε την πρόθεση της Καθ’ ης η Αίτηση να λάβει μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.

Ο δικηγόρος του Αιτητή απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 04/08/2025 (Τεκμήριο 9 στην ένορκη του δήλωση), επιμένοντας ότι η προφορική συμφωνία είχε συναφθεί και ότι επιβεβαιωνόταν τόσο από την ανταλλαγή της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ημερ. 06/06/2025, όσο και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά της δικηγόρου της Καθ’ ης η Αίτηση. Υποστήριξε περαιτέρω ότι μέχρι την καταβολή του ποσού στις 31/07/2025 ουδέποτε είχε προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με τη μη καταβολή της πρώτης δόσης ή με οποιαδήποτε παραβίαση της δικαστικής απόφασης.

Ακολούθως, με επιστολή ημερ. 05/08/2025 (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή), η Καθ’ ης η Αίτηση επανέλαβε ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία ή επικοινωνία που να τροποποιούσε τους όρους της απόφασης, υποστηρίζοντας ότι ο Αιτητής παραβίασε την απόφαση με την εκπρόθεσμη καταβολή των προβλεπόμενων δόσεων και γνωστοποίησε εκ νέου την πρόθεσή της να λάβει νομικά μέτρα για είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.

Β.    Νομικές αρχές και η εφαρμογή τους στα γεγονότα

 I.   Δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για παραμερισμό εντάλματος εκτέλεσης κινητών

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένταλμα εκτέλεσης κινητών μπορεί να παραμερισθεί εφόσον καταδειχθεί ότι αυτό δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1979, Μέρος 1, παρ. 47/1/3 όσον αφορά την αντίστοιχη διαταγή στους παλαιούς Αγγλικούς Θεσμούς:

«Setting aside Execution.– This may be done where execution has been improperly issued, even after execution has been levied (see Chitty Arch. 830-33).»

Χρήσιμη είναι και η αναφορά στο White Book 2026, Vol. 1, παρ. 83.2.9, όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά με τη νομική βάση της αίτησης για παραμερισμό του εντάλματος εκτέλεσης κινητών:

«An application to set aside a writ of control where permission has been given for its issue under r.83.2(3)(e) may be made using either the CPR r.23.10 procedure for applications to set aside or vary orders made without notice or under the inherent jurisdiction of the court (Midtown Acquisitions LP v Essar Global Fund Ltd [2017] EWHC 2206 (QB)).»

Σημειώνω ότι το CPR r.23.10 είναι αντίστοιχο της Δ.48, Θ. 8(4) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

Η θέση που προβάλλεται στην παρούσα αίτηση είναι ότι το εξ αποφάσεως ποσό έχει κατ’ ουσίαν εξοφληθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι το εξ αποφάσεως οφειλόμενο ποσό έχει εξοφληθεί, το ένταλμα κατάσχεσης κινητών θα πρέπει να παραμεριστεί (Πελεκάνου ν Πελεκάνου (2001) 1 ΑΑΔ 1768).

II.    Βάρος Απόδειξης

Το βάρος απόδειξης της θέσης που προβάλλεται στην παρούσα Αίτηση, ήτοι ότι το εξ αποφάσεως ποσό έχει εξοφληθεί, το φέρει ο Αιτητής, που είναι το πρόσωπο το οποίο προβάλλει την εν λόγω θέση.

Το γεγονός αυτό προκύπτει από το θεμελιώδη κανόνα του δικαίου της απόδειξης, με βάση τον οποίο πρόσωπο που προβάλλει συγκεκριμένη θέση ως προς τα γεγονότα φέρει και το βάρος απόδειξης των γεγονότων που επικαλείται. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την εξής αναφορά από την απόφαση Robins v National Trust Co [1927] A.C. 515, σελ. 520:

«Onus is always on a person who asserts a proposition or fact which is not self-evident. To assert that a man who is alive was born requires no proof. The onus is not on the person making the assertion, because it is self-evident that he had been born. But to assert that he was born on a certain date, if the date is material, requires proof; the onus is on the person making the assertion.»

Σημειώνω ότι στις αγωγές, το βάρος απόδειξης ότι συνάφθηκε συμφωνία διευθέτησης και εξόφλησης του επίδικου χρέους (accord and satisfaction) το φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος προβάλλει τη σχετική υπεράσπιση (Phipson on Evidence 21η έκδοση, παρ. 6-08). Επομένως, θεωρώ ότι κατ’ αναλογία το βάρος απόδειξης ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί στην παρούσα Αίτηση το φέρει ο Αιτητής.

III.   Αποτυχία απόδειξης της σύναψης προφορικής συμφωνίας ημερ. 06/06/2025

Οι ένορκες δηλώσεις στην προκειμένη περίπτωση προβάλλουν δύο εκ διαμέτρου διιστάμενες εκδοχές ως προς τη σύναψη προφορικής συμφωνίας. Το πρόβλημα που ανακύπτει, στο οποίο θα επεκταθώ στη συνέχεια, είναι ότι τα διαμειφθέντα μεταξύ των μερών έλαβαν χώρα προφορικά και η έγγραφη μαρτυρία που προσκομίσθηκε δεν είναι καθόλου βοηθητική ως προς την απόδειξη του τηλεφωνήματος ημερ. 06/06/2025, στο οποίο βασίζεται η υπόθεση του Αιτητή. Συγκεκριμένα:

1.  Κατ’ αρχάς, είναι παραδεκτό ότι έλαβε χώρα το πρώτο τηλεφώνημα – το οποίο η Καθ’ ης η Αίτηση ανέφερε ότι ήταν ημερ. 05/06/2025 – καθώς και το περιεχόμενό του. Επομένως, συνιστά εύρημά μου ότι έλαβε χώρα το σχετικό τηλεφώνημα με το περιεχόμενο που αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις.

 

2.  Ωστόσο, δεν είναι παραδεκτό το τηλεφώνημα ημερ. 06/06/2025, με το οποίο, ως εισηγείται ο δικηγόρος του Αιτητή, η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση αποδέχθηκε την πρότασή του και με το οποίο συνάφθηκε επομένως, η κατ’ ισχυρισμόν προφορική συμφωνία με το περιεχόμενο που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο δικηγόρος του Αιτητή.

 

Όπως προανέφερα, η έγγραφη μαρτυρία που προσκομίσθηκε δεν είναι βοηθητική ως προς τη διενέργεια του εν λόγω τηλεφωνήματος. Πιο συγκεκριμένα:

         i.        Λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά του δικηγόρου του Αιτητή στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 06/06/2025 και ώρα 17:34 «ως έχουμε συνεννοηθεί». Όμως, η αναφορά, γενικά και αόριστα, σε κάποια «συνεννόηση» δεν είναι ικανοποιητική για να καταδείξει ότι υπήρξε ή συνάφθηκε η συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών και μάλιστα, με τους όρους που επικαλείται ο Αιτητής.

Εν πάση περιπτώσει όμως, θα πρέπει να αναφέρω και το εξής:

Όπως προκύπτει από τις παρ. 7 – 9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, το κατ’ ισχυρισμόν τηλεφώνημα με το οποίο αποδέχθηκε η δικηγόρος της Καθ’ ης η Αίτηση την πρόταση του δικηγόρου του Αιτητή έλαβε χώρα στις 06/06/2025, πριν από την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος που απεστάλη την ίδια ημέρα στις 17:34. Όμως, από το περιεχόμενο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος, ουδόλως προκύπτει ότι ενωρίτερα την ίδια ημέρα έλαβε χώρα το εν λόγω τηλεφώνημα. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα:

«Σε συνέχεια του πιο κάτω ηλεκτρονικού σας μηνύματος αλλά και της τηλεφωνικής επικοινωνίας μας χθες αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι έχουμε προωθήσει τα στοιχεία λογαριασμού του δικηγορικού σας γραφείου στους πελάτες μας, για εξόφληση του εξ’ αποφάσεως ποσού, ως έχουμε συνεννοηθεί.» (έμφαση δική μου)

       ii.        Έχει επισυναφθεί περαιτέρω ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή, το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε την ίδια ημέρα προς τον πελάτη του, με το οποίο τον ενημέρωνε σχετικά για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο, ούτε το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα είναι θεωρώ επαρκές για να καταδείξει την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Σημειώνω ότι το κριτήριο για τη διαπίστωση του κατά πόσον τα μέρη συνήψαν δεσμευτική συμφωνία είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική άποψη των μερών. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Air Studios (Lyndhurst) Ltd (t/a Air Entertainment Group) v Lombard North Central plc [2012] EWHC 3162 (QB), παρ. 5:

«In deciding whether the parties have reached agreement, the whole course of the parties' negotiations must be considered and an objective test must be applied: Chitty on Contracts, 31st edition (2012), Vol 1, paras 2-028 and 2-029.»

Όπως προανέφερα, το βάρος απόδειξης το έφερε η πλευρά του Αιτητή. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπου η απόδειξη του κατά πόσον συνάφθηκε η εν λόγω προφορική συμφωνία εξαρτάτο αποκλειστικά από τις προφορικές συνομιλίες των μερών, η αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων στην ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση από τον Αιτητή ήταν θεωρώ αναγκαία. Μόνο έτσι θα μπορούσε να κριθεί η αξιοπιστία των ενόρκως δηλούντων από το Δικαστήριο και επομένως, θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ως προς τα γεγονότα που πράγματι διαδραματίσθηκαν σε σχέση με τη σύναψη της κατ’ ισχυρισμόν προφορικής συμφωνίας.

Οι δικηγόροι του Αιτητή με παρέπεμψαν στην απόφαση Αδαμάντιος Συρίγος ν Άννα Χατζηπροδρόμου κ.ά., Αγωγή Αρ. 1652/2025, ημερ. 07/04/2026, η οποία αφορούσε αίτηση για άδεια αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα σε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων και στην οποία κρίθηκε ότι η αντεξέταση δεν ήταν αναγκαία. Δεν θεωρώ την εν λόγω απόφαση βοηθητική, αφού η φύση της ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων διαφέρει άρδην από την παρούσα. Ο λόγος είναι προφανής.

Η παρούσα είναι μεν ενδιάμεση αίτηση, αλλά είναι καθοριστική για τα δικαιώματα των διαδίκων, αφού με την παρούσα αίτηση θα αποφασισθεί τελεσίδικα το κατά πόσον συνάφθηκε η προφορική συμφωνία που επικαλείται ο Αιτητής. Αντιθέτως, η αίτηση για ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα δεν είναι καθοριστική για τα δικαιώματα των διαδίκων, αφού δεν αποφασίζονται τελεσίδικα οποιαδήποτε αμφισβητούμενα γεγονότα. Μάλιστα, έχει νομολογηθεί ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις που είναι καθοριστικές για τα δικαιώματα των διαδίκων – εν αντιθέσει με τις ενδιάμεσες αιτήσεις που δεν είναι καθοριστικές για τα δικαιώματα των διαδίκων – τα μέρη μπορούν δικαιωματικά να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά Annual Practice 1958, σελ. 888, 889).

Επί του προκειμένου, μου είναι αδύνατο να προβώ σε εύρημα ως προς τη διενέργεια του τηλεφωνήματος ημερ. 06/06/2025. Με δεδομένο ότι στο δίκαιο των συμβάσεων η αποδοχή μιας πρότασης συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για σκοπούς σύναψης δεσμευτικής συμφωνίας, κρίνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι συνάφθηκε η εν λόγω προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών.

IV.   Κώλυμα εξ υποσχέσεως/ Παραίτηση

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο συνάγεται από τη μαρτυρία ενώπιον μου η ύπαρξη κωλύματος εξ υποσχέσεως (promissory estoppel) της Καθ’ ης η Αίτηση ή παραίτηση (waiver) από το δικαίωμά της να επιμείνει εκ των υστέρων σε άσκηση των δικαιωμάτων της για διεκδίκηση ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους δυνάμει της εκ συμφώνου απόφασης.

Λόγω της διασύνδεσης μεταξύ του κωλύματος εξ υποσχέσεως και της παραίτησης, τα δύο διασυνδέονται. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην απόφαση Πελεκάνου ν Πελεκάνου (2001) 1 ΑΑΔ 1768:

«To πρωτόδικο δικαστήριο προσέγγισε τη δια της συμπεριφοράς παραίτηση (waiver) και το εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel) ως διακριτές στην περίπτωση δυνητικές βάσεις για την κατ' ισχυρισμό αδυναμία επίκλησης της συμβατικής ρύθμισης.  Διαφαίνεται όμως από τη νομολογία στην οποία έχουμε αναφερθεί αλλά και τη βιβλιογραφία, όπου το θέμα, με βάση τη διαχρονική νομολογιακή προσέγγιση αναλύεται συστηματικά, ότι τα δύο μπορούν να διασυνδέονται. Έχουμε υπόψη τον Chitty on Contracts 27η έκδοση τόμος 1 σελ. 1087 παράγραφος 22-036 στο οποίο εξηγείται η παραίτηση στην έκφανσή της ως παραίτηση δια κωλύματος (waiver by estoppel) και συναφώς τους Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 σελ. 825 παράγραφος 922 και Cheshire, Fifoot and Furmston's Law of Contract 13η έκδοση σελ. 576.»

(βλ. περαιτέρω Halsbury’s Laws of England, 5η έκδοση, Vol. 22, παρ. 383)

Σημασία για σκοπούς εφαρμογής του κωλύματος/ παραίτησης είναι η παράσταση να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη. Όπως επιβεβαιώθηκε στην απόφαση Πελεκάνου ν Πελεκάνου (2001) 1 ΑΑΔ 1768:

«…το μήνυμα της παραίτησης, με την παράσταση, εν προκειμένω δια της συμπεριφοράς, πως δεν θα επιμείνει κάποιος στα δικαιώματά του, θα είναι σαφές και ανεπιφύλακτο.» (υπογράμμιση δική μου)

Στην υπόθεση Πελεκάνου (ανωτέρω), η παραίτηση προέκυψε από τη συμπεριφορά του εξ αποφάσεως πιστωτή. Συγκεκριμένα, είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση για £62.371,76, πλέον τόκους και £5.000 έξοδα. Η πληρωμή θα γινόταν σε δόσεις. Σε περίπτωση που κάποια δόση καθυστερούσε, ολόκληρο το υπόλοιπο μαζί με τα έξοδα θα καθίστατο αμέσως απαιτητό. Σε περίπτωση που όλες οι δόσεις πληρώνονταν εμπρόθεσμα, τα £5.000 έξοδα θα θεωρούνταν εξοφλημένα.

Η πληρωμή μίας εκ των δόσεων καθυστέρησε τρεις ημέρες (η επιταγή παραδόθηκε στις 13/06/1991 αντί στις 10/06/1991). Παρά την καθυστέρηση, ο εξ αποφάσεως πιστωτής παρέλαβε την επιταγή, την εξαργύρωσε χωρίς καμία επιφύλαξη ή προειδοποίηση, εισέπραξε και την επόμενη δόση, επίσης χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε θέμα, και συνέχισε να δέχεται όλες τις επόμενες πληρωμές. Από τον Αύγουστο του 1991, άρχισε να γράφει στις αποδείξεις τη γενική φράση «δικαιώματα επιφυλάσσονται», ενώ μόλις στις 18/03/1992, αφού είχε ήδη εισπράξει ολόκληρο το κεφάλαιο και τους τόκους, απαίτησε τα έξοδα ύψους £5.000. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής παραιτήθηκε του δικαιώματός του να διεκδικήσει τα έξοδα και η σχετική παραίτηση προέκυπτε από τα εξής:

«Ο εφεσίβλητος δέκτηκε την εκπρόθεσμη πληρωμή και δεν άσκησε το δικαίωμά του. Αντίθετα, άφησε καθαρά να εννοηθεί πως την εισέπραττε ως κανονική πληρωμή. Δεν είπε τίποτε και αυτό, ενώ είχε κάθε λόγο να πιστεύει πως οι ίδιοι οι εφεσείοντες θα έμεναν με την καθαρή εντύπωση πως οι όροι σε σχέση με την τμηματική πληρωμή και εν τέλει την εξόφληση, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Πολύ περισσότερο αφού οι ίδιοι οι εφεσείοντες είχαν, με βάση τα γεγονότα, εκδώσει και παραδώσει εμπροθέσμως την επιταγή.»

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ανέφερε:

«Ο εφεσίβλητος εισέπραξε και την επόμενη δόση χωρίς να εγείρει θέμα για να σχηματιστεί πιο έντονη η εικόνα της ομαλής, στο πλαίσιο των συμφωνηθέντων, εξέλιξης των πραγμάτων και άρχισε να αναφέρεται σε δικαιώματα που επιφύλαξε δυο μήνες μετά. Δεν προσυπογράφουμε τη θεώρηση πως θα ήταν δυνατό, στο πλαίσιο των δεδομένων, με τέτοια επιφύλαξη, εκδηλούμενη εκ των υστέρων, να αναιρεθούν όσα ήδη συντελέστηκαν.»

Στην απόφαση Rodoulli v. Papasavvas (1988) 1 C.L.R. 540, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν υπήρχε παραίτηση. Σε εκείνη την υπόθεση, οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να πωλήσουν οικόπεδο στην Ενάγουσα για το ποσό των £8.000. Καταβλήθηκαν £2.000 κατά την υπογραφή και το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν σε δύο ετήσιες δόσεις. Η σύμβαση προέβλεπε ρητώς ότι ο χρόνος πληρωμής ήταν ουσιώδης όρος στη σύμβαση (time of the essence), καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν διενεργηθούν οι πληρωμές εμπρόθεσμα, οι πωλητές θα είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση.

Η Ενάγουσα δεν πλήρωσε εμπρόθεσμα. Οι Εναγόμενοι απέστειλαν στις 03/01/1980 επιστολή τερματισμού. Στις 05/01/1980 η Ενάγουσα πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς ότι η σύμβαση είχε ήδη τερματιστεί. Κατόπιν της τηλεφωνικής επικοινωνίας, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή δηλώνοντας ότι ήταν έτοιμη να πληρώσει το υπόλοιπο τίμημα πώλησης. Το Δικαστήριο έθεσε το ερώτημα κατά πόσον η μεταγενέστερη πρόταση για πληρωμή αναίρεσε το δικαίωμα τερματισμού. Η απάντηση ήταν αρνητική. Όπως αναφέρθηκε:

«An offer to remedy a default after the accrual of a right to rescind, does not extinguish the right. The right remains extant unless waived by unequivocal action. In this case not only the respondents did nothing to waive their right to rescind, but on the contrary asserted it without equivocation before the belated offer of the appellant to remedy his default in the discharge of his contractual obligations. Inevitably the appeal must be dismissed.»

Πριν υπεισέλθω στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να αναφέρω και τα εξής. Το κριτήριο για το κατά πόσον έγινε κάποια παράσταση είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 5η έκδοση, Vol. 22, παρ. 386:

«Prima facie, the test is objective. …………………………………………………………...

…………………………………………………………………………………………………..

Thus where A, who is offered a concession in respect of the terms of the contract and reasonably understands the concession in one way and the party granting the concession (B) reasonably understands it in another way, there is no foundation for the application of the High Trees doctrine.»

Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής:

Η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την Πελεκάνου (ανωτέρω) αλλά και την WJ Alan & Co Ltd v El Nasr Export & Import Co [1972] 2 QB 189, την οποία επικαλούνται οι δικηγόροι του Αιτητή, στην οποία το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε κώλυμα εξ υποσχέσεως αφού ο πωλητής, παρόλο που η σύμβαση προέβλεπε την πληρωμή του τιμήματος πώλησης σε στερλίνες, αποδέχθηκε, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, πληρωμή σε δολάρια Η.Π.Α. και μόνο μεταγενέστερα, αφότου υποτιμήθηκε η αξία της στερλίνας, αξίωσε τη συναλλαγματική διαφορά.

Ο λόγος είναι κατά την άποψή μου προφανής. Σε εκείνες τις υποθέσεις, είχε λάβει χώρα μια παράσταση (representation) μέσω της συμπεριφοράς, από τον εξ αποφάσεως πιστωτή στην Πελεκάνου και τον πωλητή στην WJ Alan. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση, δεν προκύπτει από τα αποδεδειγμένα γεγονότα ενώπιον μου η ύπαρξη οποιασδήποτε παράστασης. Οι λόγοι είναι οι εξής:

  i.        Ουδεμία πληρωμή είχε πραγματοποιηθεί ούτε είχε γίνει αποδεκτή πριν από την παράβαση των όρων της εκ συμφώνου απόφασης.

 

 ii.        Το γεγονός ότι ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος κατέστη πληρωτέο και απαιτητό επισημάνθηκε στο δικηγόρο του Αιτητή στις 29/07/2025, πριν λάβει χώρα η πληρωμή ημερ. 31/07/2025. Η Καθ’ ης η Αίτηση γνωστοποίησε τότε και την πρόθεσή της να διεκδικήσει ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος.

 

iii.        Κατά την ημερομηνία της πληρωμής από τον Αιτητή, ήτοι στις 31/07/2025, ο Αιτητής γνώριζε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αποδεχόταν την πληρωμή του μικρότερου ποσού των €47.943,42 για σκοπούς πλήρους και τελικής αποπληρωμής του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού και ότι θεωρούσε πως ολόκληρο το εξ αποφάσεως ποσό κατέστη απαιτητό και οφειλόμενο. Επομένως, κατά την ημερομηνία της πληρωμής, ο Αιτητής δεν βασίσθηκε σε κάποια παράσταση της Καθ’ ης η Αίτησης ότι με την πληρωμή του ποσού των €47.943,42 ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος θα θεωρείτο εξοφληθέν.

 

iv.        Η Καθ’ ης η Αίτηση ουδέποτε αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα την πληρωμή του ποσού των €47.943,42. Το γεγονός αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την αλληλογραφία που ακολούθησε (βλ. Τεκμ. 8 και 10 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή).

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι η αποδοχή της πληρωμής του ποσού των €47.943,42 με τη σχετική επιφύλαξη της δικηγόρου της Καθ’ ης η Αίτηση ότι θα λάβει μέτρα για εξόφληση του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού ουδόλως μπορεί να συνιστά παράσταση ή παραίτηση από τα δικαιώματα της Καθ’ ης η Αίτηση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 5η έκδοση, Vol. 22, παρ. 386:

«Similarly, the doctrine is not invoked where B has throughout insisted on strict compliance; …………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………….. nor where B has accepted inferior performance with an express reservation of B’s rights; nor where B has accepted inferior performance either unwittingly, or whilst continuing to demand full performance.»

Σαφώς, στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση άφησε καθαρά να εννοηθεί πως εισέπραττε το ποσό των €47.943,42 προς εξόφληση ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους.

Περαιτέρω, με προβλημάτισε το κατά πόσον η απραξία ή άλλως πως η σιωπή της Καθ’ ης η Αίτηση μεταξύ της περιόδου 07/06/2025 – 29/07/2025 ήταν επαρκής για σκοπούς παραίτησής της από την τήρηση του χρονοδιαγράμματος που τέθηκε στην εκ συμφώνου απόφαση. Με άλλα λόγια, το κατά πόσον η αποστολή των στοιχείων του τραπεζικού λογαριασμού από την Καθ’ ης η Αίτηση, η παράλειψη απάντησης στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή στο οποίο γινόταν αναφορά σε μεταξύ τους «συνεννόηση» και η παράλειψη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων για διεκδίκηση ολόκληρου του ποσού της απόφασης πριν από τις 29/07/2025 ή γνωστοποίησης της πρόθεσης της Καθ’ ης η Αίτηση για διεκδίκηση ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους πριν από τις 29/07/2025, οδήγησαν στη δημιουργία παράστασης από την Καθ’ ης η Αίτηση προς τον Αιτητή ότι αποδέχθηκε το τροποποιημένο χρονοδιάγραμμα πληρωμής.

Με βάση τη νομολογία, η απραξία και η σιωπή δεν επαρκούν για τη δημιουργία παράστασης. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 36η έκδοση, Vol. 1, παρ. 7-042:

«Although a promise or representation may be made by conduct, mere inactivity will not normally suffice for the present purpose since “it is difficult to imagine how silence and inaction can be anything but equivocal”. Unless the law took this view, mere failure to assert a contractual right could lead to its loss; and the courts have on a number of occasions rejected this clearly undesirable conclusion. Thus it has been held that there is “no ground for saying that mere delay, however lengthy, destroys the contractual rights”; that the mere failure to prosecute a claim regarded by both parties as hopeless did not amount to a promise to abandon it; and that, because an insurer’s failure for seven years to raise the defence that the insured was guilty of a breach of warranty amounted to mere “silence and inaction”, it did not give rise to an estoppel, and so did not prevent the insurer from relying on that defence But mere “silence and inaction” can have this effect where the law imposes a duty to disclose facts or to clarify a legal relationship and the party under the duty fails to perform it.» (υπογράμμιση δική μου)

Εξετάζοντας σωρευτικά τα πιο πάνω περιστατικά, σε συνδυασμό με τη σιωπή και την απραξία της Καθ’ ης η Αίτηση, κρίνω ότι αυτά δεν μπορούν αντικειμενικά να εκληφθούν ως σαφής και ανεπιφύλακτη παράσταση ότι η Καθ' ης η Αίτηση παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της για διεκδίκηση ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους ή ότι αποδέχθηκε την τροποποίηση των όρων της εκ συμφώνου απόφασης.

Στη βάση των όσων ανέφερα πιο πάνω, ουδόλως προκύπτει, εν προκειμένω ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, δια της συμπεριφοράς της, παρέστησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι δεν θα επιμείνει στην άσκηση των δικαιωμάτων της που προέκυψαν από την παράβαση των όρων της εκ συμφώνου απόφασης ή ότι αποδέχθηκε την οποιαδήποτε τροποποίηση. Κρίνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί ύπαρξης κωλύματος εξ υποσχέσεως/ παραίτησης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

   V.        Προϋποθέσεις Άρθρου 32

Δεν θεωρώ ότι στην παρούσα Αίτηση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, αφού δεν πρόκειται για αίτηση η οποία αφορά την έκδοση απαγορευτικού, διηνεκές, ή προστακτικού ενδιάμεσου διατάγματος εκκρεμούσης της εκδίκασης της ουσιαστικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των μερών στην Αίτηση είναι το κατά πόσο συνάφθηκε προφορική συμφωνία ή υπάρχει κώλυμα/ παραίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση, τα οποία αποφασίσθηκαν τελεσίδικα στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης.

Γ.    Κατάληξη

Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπ.) ………………………….

Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο