ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1072/2024
ΜΕΤΑΞΥ:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΣΑΠΗΣ
Ενάγοντα / Αιτητή
και
ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ
Εναγομένου / Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 1/7/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα / Αιτητή: κα. Α. Προδρόμου για Πέτρος Γιάννακας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο / Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Α. Ιωάννου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτηση ημερ. 29/11/2024 για περαιτέρω πληροφορίες βάσει Μ.19 Κ.Π.Δ. 2023)
Α. Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής επιζητεί περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες παραγράφους της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης («Αίτηση»). Ειδικότερη αναφορά στα αιτητικά γίνεται κατωτέρω. Προς υποστήριξη της Αίτησης, ο Αιτητής προσκόμισε ένορκη δήλωση ημερ. 29/1/2025 («Ε/Δ Α.Κ.») και ‘δήλωση’ ημερ. 27/3/2025 («Δήλωση Α.Κ.»). Η εγκυρότητα της μαρτυρίας του Αιτητή αποτελεί αμφισβητούμενο θέμα, το οποίο θα εξεταστεί μετέπειτα. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μ.19 των Κ.Π.Δ. 2023.
2. Ο Καθ’ ου η Αίτηση («Κ.Α.») καταχώρισε ένσταση ημερ. 7/3/2025, η οποία υποστηρίζεται από δήλωση του Κ.Α. ίδιας ημερομηνίας («Δήλωση Π.Ι.»). Δεν κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιοι οι δεκαεπτά λόγοι ένστασης που καταγράφηκαν. Συνοψίζω τους λόγους ένστασης ως ακολούθως:
i. Η Aίτηση είναι καταχρηστική και παράτυπη. Επίσης, η ημερομηνία της Aίτησης είναι προγενέστερη του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, επί του οποίου ζητούνται λεπτομέρειες.
ii. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Aίτηση είναι παράτυπη.
iii. Οι ισχυρισμοί επί των οποίων ζητούνται λεπτομέρειες είναι συγκεκριμένοι, ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει σε ποια γεγονότα στηρίζει την υπόθεσή του ο Κ.Α. Επίσης, ο Αιτητής παραπέμπει σε παράγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που δεν περιλαμβάνει ισχυρισμούς που αφορούν τις διευκρινίσεις που ζητά.
iv. Ο Αιτητής επιχειρεί να αλιεύσει μαρτυρία για να αποδείξει την απαίτησή του ή να προωθήσει την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, καθώς και για να προωθήσει ενδεχόμενη ποινική υπόθεση εναντίον του Κ.Α., παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα του Κ.Α. στη μη αυτοενοχοποίηση.
v. Ο Αιτητής επιζητεί διευκρινίσεις που δεν είναι εύλογα αναγκαίες και αφορούν άσχετα θέματα.
3. Κρίνεται απαραίτητο όπως πρωτίστως καταγραφούν περιληπτικά οι δικογραφημένες θέσεις των μερών και, ακολούθως, το πραγματικό υπόβαθρο που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της Αίτησης. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει τα επίδικα ζητήματα με τη σειρά που κρίνει ορθή για τις ανάγκες αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης.
Β. Σύνοψη Δικογραφίας
Οι θέσεις του Αιτητή
4. Με την Έκθεση Απαίτησης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι μέλος και ο Κ.Α. ιερέας της εκκλησίας των παλαιοημερολογιτών. Μεταξύ των μερών υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης. Ο Αιτητής έκανε ‘τάμα’ να ανεγείρει ναό και ο Κ.Α. προσφέρθηκε να βοηθήσει. Προς τον σκοπό αυτό, ο Αιτητής παρέδωσε στον Κ.Α. σε μετρητά και μέσω εμβασμάτων το συνολικό ποσό των €172.000. Ο Κ.Α. εξέδωσε τυπικές αποδείξεις μόνο για το ποσό των €36.000, οι οποίες δεν αντιστοιχούν στα ποσά και τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτά καταβλήθηκαν.
5. Εν τέλει, το τάμα δεν υλοποιήθηκε. Έτσι, ο Αιτητής ζήτησε την επιστροφή του ποσού του τάματος. Ο Κ.Α. επέστρεψε €112.000 σε διάφορες ημερομηνίες, ενώ συνεχώς διαβεβαίωνε ότι θα επιστρέψει το περαιτέρω ποσό των €65.000. Ωστόσο, ο Κ.Α. δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα το εν λόγω ποσό. Τα μέρη αντάλλαξαν προδικαστηριακές επιστολές.
Οι θέσεις του Κ.Α.
6. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ο Κ.Α. εγείρει ως προδικαστικά ζητήματα ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και ότι η απαίτηση του Αιτητή είναι μολυσμένη με παρανομία. Προς περαιτέρω υπεράσπισή του, δικογραφεί ότι το τάμα δεν είχε γίνει αποκλειστικά από τον Αιτητή, αλλά και από τον αδελφό του, ο οποίος για πρώτη φορά εξέφρασε στον Κ.Α. την επιθυμία για ανέγερση του ναού. Ο αδελφός του Αιτητή βρισκόταν εν ζωή κατά τον ουσιώδη χρόνο και απεβίωσε στις 3/10/2023.
7. Επιπρόσθετα, ο Κ.Α. ισχυρίζεται ότι τα δύο αδέλφια τον προσέγγισαν και του ζήτησαν να βοηθήσει στην υλοποίηση του τάματος. Ο Κ.Α. συγκατατέθηκε, καθότι, λόγω της ιερατικής ιδιότητάς του, θεώρησε ότι είχε υποχρέωση να βοηθήσει. Τα δύο αδέλφια ζήτησαν από τον Κ.Α. να υποδείξει τραπεζικό λογαριασμό για να καταθέσουν χρήματα και ο Κ.Α. «παρέδωσε στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού Ιερού Ναού τον οποίο διαχειρίζεται». Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023, τα αδέλφια κατέβαλαν εξ ημισείας το συνολικό ποσό των €172.000, από το οποίο, το ποσό των €50.000 εμβάσθηκε στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό και το υπόλοιπο ποσό καταβλήθηκε σε μετρητά.
8. Τα δύο αδέλφια ζήτησαν αποδείξεις για την καταβολή κάποιων ποσών με σκοπό την προσωπική φοροαπαλλαγή. Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του Κ.Α. και των δύο αδελφών, ο Κ.Α εξέδωσε κάποιες αποδείξεις με περιγραφή «εισφορά», χωρίς να κρατήσει αντίγραφα. Οι αποδείξεις εκδόθηκαν εκ μέρους της Ιεράς Μονής στην οποία ανήκει ο ναός, στον τραπεζικό λογαριασμό του οποίου εμβάστηκε το ποσό των €50.000. Ο Κ.Α. κατέβαλε κάθε προσπάθεια να βοηθήσει τα δύο αδέλφια στην υλοποίηση του τάματος.
9. Εν τέλει, ο Αιτητής, μετά τον θάνατο του αδελφού του, ζήτησε την επιστροφή ολόκληρου του ποσού που καταβλήθηκε εξ ημισείας. Ο Κ.Α., χωρίς να έχει νομικές γνώσεις, επέλεξε να επιστρέψει το ποσό, καθότι δεν είχε ακόμα διατεθεί για την ανέγερση του ναού. Ως εκ τούτου, επέστρεψε στον Αιτητή με τρείς δόσεις τα ποσά των €90.000, €7.000 και €10.000.
10. Κατά την επόμενη επίσκεψη του Κ.Α. στην τράπεζα, ο Κ.Α. ενημερώθηκε από τραπεζικό υπάλληλο ότι μπορεί να γίνει απευθείας έμβασμα του υπολοίπου στον λογαριασμό του Αιτητή, εάν παρουσιαστεί κάποιο δικαιολογητικό, ώστε ο Κ.Α. να αποφύγει την ταλαιπωρία των επανειλημμένων επισκέψεων στην τράπεζα. Τότε, ο Κ.Α. επικοινώνησε με δικηγόρους, ώστε να ζητήσει τη σύνταξη του δικαιολογητικού εγγράφου. Με αυτό τον τρόπο, ο Κ.Α. έμαθε για πρώτη φορά ότι η επιστροφή ολόκληρου του ποσού των €172.000 δεν τον απάλλασσε από την υποχρέωσή του έναντι της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού, εφόσον το ποσό καταβλήθηκε εξ ημισείας από τα δύο αδέλφια.
11. Μέσω της προδικαστηριακής επικοινωνίας των μερών, ο Κ.Α. εξέφρασε ότι δεν έχει πρόθεση να κρατήσει το ποσό των €172.000. Επιθυμία του είναι να απαλλαχθεί από νομικές υποχρεώσεις όχι μόνο έναντι του Αιτητή, αλλά και έναντι της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού. Στη βάση των πιο πάνω, με την Ανταπαίτηση ο Κ.Α. ισχυρίζεται ότι συνεπεία πλάνης κατέβαλε στον Αιτητή €107.000, δηλαδή €21.000 περισσότερα από το ποσό των €86.000 που δικαιούται. Ως εκ τούτου, o K.A. αξιώνει την επιστροφή του ποσού των €21.000, ώστε να δυνηθεί να το καταβάλει σε νόμιμο εκπρόσωπο της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού.
Γ. Πραγματικό υπόβαθρο
12. Με την Ε/Δ ΑΚ, ο Αιτητής αναφέρει ότι απέστειλε αίτημα στον Κ.Α. για παροχή περαιτέρω πληροφοριών. Η πλευρά του Κ.Α. απάντησε εν μέρει, απορρίπτοντας τα πλείστα ερωτήματα, για τον λόγο ότι επιχειρείται αλίευση μαρτυρίας. Η συνήγορος του Αιτητή απάντησε με επιστολή ημερ. 20/1/2025, με την οποία εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ζητούνται οι περαιτέρω πληροφορίες. Με τη Δήλωση Π.Ι., ο Κ.Α. αναφέρεται επίσης στην ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των μερών.
13. Η λοιπή γραπτή μαρτυρία αμφότερων των διαδίκων αποτελείται από επιχειρηματολογία και δεν χρειάζεται να παρατεθεί. Ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό είναι αναγκαίο.
Δ. Νομικό πλαίσιο και συμπεράσματα Δικαστηρίου
14. Οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Νοείται ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα των μερών εξετάζονται στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της Αίτησης. Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης η ανάλυση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1]
15. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο μπορεί να ληφθεί υπόψη η Ε/Δ ΑΚ. Θέση του συνηγόρου του Κ.Α. είναι ότι η Ε/Δ ΑΚ είναι παράτυπη, καθότι, παρόλο που φέρει τίτλο «ένορκη δήλωση», ο Αιτητής αναφέρει στο περιεχόμενό της ότι ‘δηλώνει υπεύθυνα’ και όχι ότι ορκίζεται. Πέραν τούτου, στο περιεχόμενο της Ε/Δ ΑΚ αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση συντάχθηκε «προς υποστήριξη αίτησης ημερ. 27/11/2024 για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων».
16. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι τα πιο πάνω αποτελούν αμελητέα τυπικότητα. Παρέπεμψε στη Δήλωση Α.Κ., με την οποία ο Αιτητής επιχειρεί να δώσει εξηγήσεις για το περιεχόμενο της Ε/Δ ΑΚ. Ειδικότερα, με τη Δήλωση Α.Κ., ο Αιτητής αναφέρει ότι έχει το δικαίωμα να δώσει όρκο ή διαβεβαίωση, χωρίς να χρειάζεται να δώσει οποιοδήποτε λόγο για αυτή την επιλογή. Αναφέρει επίσης ότι με την Ε/Δ ΑΚ επέλεξε να δώσει ‘υπεύθυνη δήλωση’. Στη Δήλωση Α.Κ. ο Πρωτοκολλητής καταγράφει ότι «λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων ο Αιτήτης διαβεβαίωσε και υπέγραψε ενώπιον μου».
17. Επισημαίνεται ότι η πλευρά του Αιτητή θα μπορούσε εξαρχής να αποφύγει την έγερση των πιο πάνω ζητημάτων, ώστε να μην περιπλέκεται αχρείαστα η διαδικασία. Εάν ο Αιτητής, για οποιοδήποτε λόγο, επιθυμούσε να μην ορκιστεί, θα μπορούσε απλά να συμμορφωθεί με τον Κ.5 του Μ.32, σύμφωνα με τον οποίο, κατά γενικό κανόνα, «η μαρτυρία σε ακροάσεις άλλες από δίκη κατατίθεται με δήλωση μάρτυρα εκτός αν το δικαστήριο ή οποιαδήποτε νομοθεσία απαιτεί διαφορετικά». Βάσει του Κ.1 του Μ.22, οι δηλώσεις μαρτύρων επιβεβαιώνονται με δήλωση αλήθειας και όχι με όρκο. Επομένως, ο Αιτητής θα έπρεπε κανονικά να υποστηρίξει την Αίτηση με δήλωση μάρτυρα, η οποία επιβεβαιώνεται με δήλωση αλήθειας, χωρίς να χρειαστεί να παραστεί ενώπιον Πρωτοκολλητή και να καταβάλει σχετικά τέλη, όπως έπραξε για σκοπούς καταχώρισης της Ε/Δ ΑΚ.
18. Επί της ουσίας, όντως η Ε/Δ ΑΚ δεν περιλαμβάνει στο περιεχόμενό της αναφορά του ίδιου του Αιτητή ότι ορκίζεται, όπως προνοείται στον Κ.15(5)(α) του Μ.32 και διατυπώνεται στο Έντυπο 53. Ωστόσο, με τη βεβαίωση (jurat), η Πρωτοκολλητής βεβαιώνει ότι ο Αιτητής ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιόν της. Βάσει του Κ.15(9) του Μ.32, η εν λόγω βεβαίωση επιβεβαιώνει τη γνησιότητα της ένορκης δήλωσης. Επίσης, παρόλο που από το περιεχόμενο της Δήλωσης Α.Κ. φαίνεται ότι ο Αιτητής θεωρεί την Ε/Δ ΑΚ υπεύθυνη δήλωση και όχι ένορκη δήλωση, εντούτοις ο Αιτητής υπέγραψε την Ε/Δ ΑΚ ως «ενόρκως δηλών».
19. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Κ.15(15) του Μ.32, το Δικαστήριο δύναται να δεχθεί οποιαδήποτε ένορκη δήλωση παρά την ύπαρξη οποιασδήποτε παρατυπίας. Εφόσον, η Ε/Δ ΑΚ φέρει τίτλο «ένορκη δήλωση», υπογράφεται από τον Αιτητή υπό την ιδιότητα του ενόρκως δηλούντος και, το πιο σημαντικό, η Πρωτοκολλητής επιβεβαίωσε με την υπογραφή της ότι ο Αιτητής ορκίστηκε ενώπιόν της, κρίνω ότι η Ε/Δ ΑΚ μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ένορκη γραπτή μαρτυρία, προσπερνώντας δυνάμει του Κ.15(15) ως παρατυπία την απουσία επανάλειψης στο κείμενο της Ε/Δ της φράσης ότι ο Αιτητής ορκίζεται.
20. Περαιτέρω, η Ε/Δ ΑΚ όντως αναφέρει ότι συντάχθηκε προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Αυτό σαφώς αποτελεί απροσεξία στην ετοιμασία της Ε/Δ ΑΚ. Δεν επηρεάζεται όμως η ουσία της μαρτυρίας, εφόσον από το σύνολο της Ε/Δ ΑΚ και τα συνημμένα τεκμήρια προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ομνύων αναφέρεται στην υπό κρίση Αίτηση.
21. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης ότι η Αίτηση είναι προγενέστερη του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, επί του οποίου ζητούνται οι περαιτέρω πληροφορίες, σημειώνω ότι, βάσει του Δικαστηριακού φακέλου, όπως τηρείται ηλεκτρονικά από το διαδικτυακό σύστημα i-Justice, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε στις 23/12/2024 και η Αίτηση στις 29/1/2025. Για σκοπούς πληρότητας, επισημαίνεται ότι το σύστημα i-Justice καταγράφει την ημερομηνία ηλεκτρονικής καταχώρισης κάθε εγγράφου. Η χειρόγραφη ημερομηνία 29/11/2024 που αναγράφηκε στο σώμα της Αίτησης είναι συνεπώς λανθασμένη. Επομένως, ο λόγος ένστασης δεν είναι βάσιμος.
22. Τούτων λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι πρόνοιες του Μ.19 για παροχή περαιτέρω πληροφοριών.
Εξασφάλιση περαιτέρω πληροφοριών βάσει του Μ.19 των Κ.Π.Δ. 2023
23. Σύμφωνα με τον Κ.1(1) του Μ.19: «το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διατάξει διάδικο (α) να διευκρινίσει οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα στη διαδικασία· ή (β) να δώσει πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο θέμα είτε το θέμα περιέχεται ή αναφέρεται σε δικόγραφο είτε όχι». Ο κανονισμός 19(1) ισχύει τηρουμένου οποιουδήποτε αντίθετου κανόνα δικαίου.
24. Οι πιο πάνω πρόνοιες αντιστοιχούν στο Part 18 r.1(1) των Civil Procedure Rules που εφαρμόζονται στην Αγγλία.[2] Συνεπώς, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική η Αγγλική νομολογία. Στις παραγράφους 33 – 35 της Fairclough v Tosi Ltd [2022] EWHC 2714,[3] το High Court της Αγγλίας και Ουαλίας αναφέρεται στις δικονομικές πρόνοιες, που κατ΄ αναλογία αντιστοιχούν στις υποπαραγράφους (α) και (β) του Κ.1(1) του Μ.19. Εξηγείται ότι πρόκειται για ενοποίηση, κάτω από τον ίδιο κανονισμό, των προϋπαρχουσών εξουσιών του Αγγλικού Δικαστηρίου, αφενός, για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών και, αφετέρου, για παροχή απαντήσεων σε ερωτήματα (interrogatories).
25. Ειδικότερα, σε σχέση με την υποπαράγραφο Κ.1(1)(α) του Μ.19, για διευκρίνιση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου θέματος στη διαδικασία, στις παραγράφους 35 – 39 της απόφασης Al Saud and another v Gibbs and another [2022] EWHC 706 (Comm)[4] του Queen’s Bench Division, εξηγείται ότι οι αιτούμενες πληροφορίες πρέπει, πρώτον, να σχετίζονται με ζήτημα που, βάσει των δικογράφων, κατέστη επίδικο και, δεύτερον, να περιορίζονται αυστηρά σε θέματα που είναι ευλόγως αναγκαία και αναλογικά, ώστε ο Αιτητής να είναι σε θέση να ετοιμάσει την υπόθεσή του ή να αντιληφθεί την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει.
26. Μόνο εάν πληρούνται αυτές οι δύο προϋποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό, για να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει το αίτημα.
27. Στην Al Saud (ανωτέρω), καθώς και στην παράγραφο 18.1.10 του White Book 2026, αναφέρεται ότι, παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας περιλαμβάνουν (α) το πιθανό όφελος που θα προκύψει εάν παρασχεθούν οι περαιτέρω πληροφορίες, (β) το πιθανό κόστος που θα προκληθεί εάν παρασχεθούν οι πληροφορίες και (γ) κατά πόσο οι οικονομικοί πόροι του διαδίκου εναντίον του οποίου στρέφεται το αιτούμενο διάταγμα επαρκούν, ώστε να μπορέσει να συμμορφωθεί.
28. Συνεπώς, βάσει όσων αναφέρονται στην ίδια απόφαση, η παροχή περαιτέρω πληροφοριών δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας. Τα συναφή αιτήματα δεν πρέπει να υποβάλλονται ως ζήτημα ‘ρουτίνας’. Ένα ορθά διατυπωμένο δικόγραφο θα πρέπει να περιλαμβάνει εξαρχής όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες που καθορίζουν τα επίδικα ζητήματα. H σαφήνεια εξυπηρετείται καλύτερα από τη συντομία παρά τη μακρυγορία. Επομένως, εκτεταμένες λεπτομέρειες μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό και να συσκοτίσουν τα επίδικα θέματα αντί να τα αποσαφηνίσουν.[5]
29. Όσον αφορά την υποπαράγραφο Κ.1(1)(β) του Μ. 19, για παροχή πρόσθετων πληροφοριών σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο θέμα, είτε το θέμα περιέχεται ή αναφέρεται σε δικόγραφο είτε όχι, στην παράγραφο 18.0.1. του White Book 2026 εξηγείται ότι το αίτημα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας για ένα καθορισμένο σκοπό, που δεν χρειάζεται να συνδέεται με την καταχώριση δικογράφων. Για παράδειγμα, στην Crypto Open Patent Alliance v Wright [2023] EWHC 2408 (Ch) (3/10/2023), το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορούσαν να παραχωρηθούν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τα χαρακτηριστικά των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσο τα έγγραφα ήταν γνήσια ή είχαν αλλοιωθεί.
30. Περαιτέρω, εφόσον βάσει της Fairclough (ανωτέρω) ο Κ.1(1)(β) του Μ.19 προσομοιάζει με τις προγενέστερες εξουσίες του Αγγλικού Δικαστηρίου για υποβολή ερωτημάτων (interrogatories), θεωρώ κατ’ αναλογία διαφωτιστικές τις αρχές που καταγράφονται στη σελίδα 503 του Annual Practice 1950, Volume 1, κάτω από τον τίτλο «Disclosing the party’s evidence by answer to interrogatories». Αναφέρονται τα ακόλουθα:
«He must discover the nature of his case, or the facts on which he relies in support of his case, as distinguished from the evidence of his case or of the facts or from the way in which he is going to make out his case, or the line of facts not being facts directly in issue on which he is going to rely in support of his case or the conduct of his case at the trial…The object is that his opponent may know what case he has to meet (Marriott v. Chamberlain); but it is also legitimate in order to see if he will pledge his oath to the truth of his case….Where a transaction, or conversation, or what happened on a particular occasion is disputed or is otherwise material, a party must give the substance (not the details) of it or his version of it…»
31. Σε σχέση με τους περιορισμούς του Μ.19, επισημαίνεται ότι τα αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ληφθεί υλικό με σκοπό την αντεξέταση για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της άλλης πλευράς. Επίσης, η διαδικασία δεν προσφέρεται για λήψη πληροφοριών με σκοπό να στηριχθεί διαφορετική από την επίδικη υπόθεση μεταξύ των ίδιων μερών ή άλλη υπόθεση μεταξύ διαφορετικών διαδίκων.[6]
32. Περαιτέρω, στην παράγραφο 18.1.3 του White Book 2026, εξηγείται ότι τα αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες που αποτελούν αλίευση μαρτυρίας δεν επιτρέπονται. Το κατά πόσο επιχειρείται αλίευση εξαρτάται από τα γεγονότα και τα ζητήματα της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την Hennessy v Wright (No.2) (1888) 24 Q.B.D. 445, CA, προκύπτει αλίευση μαρτυρίας όταν ο αιτητής με εικασίες επιχειρεί να διερευνήσει κατά πόσο υπάρχει απαίτηση ή υπεράσπιση, για την οποία δεν έχει γνώση ή την οποία δεν έχει ήδη δικογραφήσει.
33. Στρέφομαι στα αιτητικά της Αίτησης. Ο Αιτητής επιζητεί περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την υποπαράγραφο 7(ζ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Με τη συγκεκριμένη παράγραφο, δικογραφείται ότι ο Κ.Α. εξέδωσε αποδείξεις προς τα δύο αδέλφια για σκοπούς φοροαπαλλαγής, αλλά παρέλειψε να κρατήσει αντίγραφα των αποδείξεων. Δικογραφείται επίσης ότι ο Κ.Α. δεν γνωρίζει τις ημερομηνίες και τα ποσά για τα οποία ο κάθε αδελφός έτυχε φοροαπαλλαγής. Ωστόσο, το συνολικό ποσό για το οποίο εξέδωσε αποδείξεις ξεπερνά τις €36.000 για κάθε αδελφό.
34. Παραθέτω αυτούσιες τις πληροφορίες που επιζητεί ο Αιτητής με το Αιτητικό 1(i) σε σχέση με την πιο πάνω υποπαράγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης:
(α) Υπό ποια ιδιότητα υπέγραφε έγγραφα και ελάμβανε χρήματα εκ μέρους της αναφερόμενης Μονής ο Εναγόμενος και υπό ποια ιδιότητα υπέγραψε τις επικαλούμενες αποδείξεις;
(β) Βάσει ποιας πρόνοιας των Κανονισμών της Μονής και/ή του Καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας στην οποία ανήκει η εν λόγω Μονή και/ ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής πρόνοιας και/ή Κανόνα και/ή Κανονισμού, δίδεται το δικαίωμα στον Εναγόμενο να υπογράφει έγγραφα εκ μέρους της εν λόγω Μονής και δη να υπογράψει τις αποδείξεις που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο;
(γ) Ποιο ήταν το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Μονής (πού ανήκε/ανήκει ιδιοκτησιακά), τόσο κατά τον χρόνο της καταβολής και λήψης των χρημάτων, καθώς και κατά τον χρόνο της έκδοσης των επικαλούμενων αποδείξεων;
35. Η συνήγορος του Αιτητή, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, παρέπεμψε και υιοθέτησε την επιστολή (ηλεκτρονικό μήνυμα) ημερ. 29/1/2025, που η ίδια απέστειλε στους δικηγόρους της άλλης πλευράς, ώστε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητες οι αιτούμενες πληροφορίες (Ε/Δ Α.Κ., Τεκμήριο 3). Θα παραθέσω αυτούσιο το απόσπασμα της επιστολής που αφορά το πιο πάνω αιτητικό, ώστε να καταγραφεί ολοκληρωμένη η θέση που προωθείται:
«Αναφορικά με τα αιτούμενα στα στοιχεία 2(α-γ) του εντύπου αρ. 22, ο πελάτης μου ισχυρίζεται -και προτίθεται να το δικογραφήσει στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση- ότι δεν είναι ο ίδιος που ζήτησε δήθεν από τον πελάτη σας να του υποδείξει λογαριασμό για να εμβάσει τα χρήματα. Αρνείται τον ισχυρισμό καθώς και τους συναφείς και/ή απορρέοντες από αυτόν ισχυρισμούς. Αντιθέτως, η θέση του πελάτη μου είναι ότι ο πελάτης σας, αυτοβούλως, του υπέδειξε τον λογαριασμό και του ζήτησε να εμβάσει τα χρήματα σε αυτόν καθότι, ως ο ίδιος του παρέστησε, η μονή ανήκει στην εκκλησία των ΓΟΧ στην οποία θα ανήκε και ο ναός που θα εγειρόταν. Ενόψει των πιο πάνω παραστάσεων και διαβεβαιώσεων που ο πελάτης σας έδωσε στον πελάτη μου, καθώς και της ανταπαίτησης, με την οποία ζητεί επιστροφή -προς τον ίδιο προσωπικά- των ποσών που εισέπραξε εκ μέρους της μονής, τίθεται θέμα εξαπάτησης του πελάτη μου από τον πελάτη σας, καθότι, εάν η μονή όντως ήταν και/ή είναι ιδιωτική κατά τους επίδικους χρόνους, τότε ο πελάτης σας φαίνεται να χρησιμοποίησε την εν λόγω μονήως «βιτρίνα» για να εισπράξει χρήματα τουπελάτη μου υπό τύπο δωρεάς, τα οποία τώρα οικειοποιείται υπό την προσωπική του ιδιότητα. Εάν η μονή ήταν και/ή είναι όντως ιδιωτική κατά τον επίδικο χρόνο, τότε θα πρέπει ο πελάτης μου να το γνωρίζει ώστε να δύναται να δικογραφήσει με λεπτομέρεια τυχόν ψευδείς παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις, δόλο κλπ του πελάτη σας προς αυτόν και, κατά συνέπεια, να δύναται να αντιμετωπίσει και την ανταπαίτηση του πελάτη σας και από την σκοπιά της παρανομίας από πλευράς του πελάτη σας, στην βάση της οποίας ο πελάτης σας δεν δικαιούται να ανταπαιτεί τίποτε εναντίον του πελάτη μου, ο οποίος δεν είναι καθόλου μέρος της παρανομίας και δεν ήταν in pari delicto με την τυχόν παρανομία και/ή δόλο του Εναγόμενου.
Περαιτέρω, ο πελάτης σας υπέγραψε αποδείξεις εκ μέρους της μονής, παριστάνοντας στον πελάτη μου ότι είχε τέτοιο δικαίωμα. Εάν όμως δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, τίθεται ξανά θέμα εξαπάτησης του πελάτη μου από τον πελάτη σας, ο οποίος του παρέστησε ότι είχε δικαίωμα να υπογράφει εκ μέρους της μονής και ο πελάτης μου τον εμπιστεύτηκε ως προς τούτο. Ουσιαστικά, εάν όντως ο πελάτης σας δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει εκ μέρους της μονής, τότε και πάλι φαίνεται να εξαπάτησε τον πελάτη μου, χρησιμοποιώντας ως «βιτρίνα» την μονή, ενώ τα χρήματα τα οικειοποιήθηκε ο ίδιος και σκοπεύει όχι μόνον να μην τα επιστρέψει, αλλά και προβάλλει ανταπαίτηση προσωπικά. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ενδεχομένως να τίθεται και ζήτημα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή κλοπής από εμπιστευματοδόχο και/ή άλλως πως και ο πελάτης μου επιφυλάσσει το δικαίωμά του να προβεί σε σχετικές καταγγελίες στην αστυνομία»
(η έμφαση γίνεται από το Δικαστήριο)
36. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της πλευράς του Αιτητή, προκύπτει ζήτημα εξαπάτησης του Αιτητή, από το γεγονός ότι ο Κ.Α. ανταπαιτεί προσωπικά την επιστροφή ποσού, ενώ προηγουμένως είχε διαβεβαίωσει τον Αιτητή ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκαν τα χρήματα ανήκει στην ‘εκκλησία των ΓΟΧ’. Περαιτέρω, γίνεται εισήγηση ότι, εάν η Μονή ήταν «ιδιωτική», τότε ο Αιτητής πρέπει να το γνωρίζει για να δικογραφήσει ψευδείς παραστάσεις και δόλο, ώστε να καταρρίψει την ανταπαίτηση στη βάση της υπεράσπισης της παρανομίας. Εάν, από την άλλη, ο Κ.Α. δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει αποδείξεις, τότε ενδέχεται να προκύπτουν ποινικά αδικήματα για τα οποία ο Αιτητής επιφυλάσσεται να αποταθεί στην αστυνομία.
37. Για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν θεωρώ ότι οι πιο πάνω θέσεις και επιχειρηματολογία της πλευράς του Αιτητή ικανοποιούν τα κριτήρια της νομολογίας για παροχή περαιτέρω πληροφοριών.
38. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ο Κ.Α. παρέδωσε στα δύο αδέλφια στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού του Ιερού Ναού τον οποίο διαχειρίζεται.[7] Επίσης, ο Κ.Α. δικογράφησε ότι όλες οι αποδείξεις που υπέγραψε προς τα δύο αδέλφια, εκδόθηκαν εκ μέρους της Ιεράς Μονής στην οποία ανήκει ο Ναός, στον τραπεζικό λογαριασμό του οποίου είχαν κατατεθεί από τα δύο αδέλφια οι πρώτες €50.000.[8]
39. Η υπόθεση που προκύπτει από τους λοιπούς ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είναι ότι το τάμα ματαιώθηκε. Έτσι, ο Κ.Α. ξεκίνησε να επιστρέφει τα χρήματα του ‘τάματος’ στον Αιτητή, μέχρι που αντιλήφθηκε ότι είναι νομικά εκτεθειμένος έναντι της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού για το ½ του ποσού. Σε αυτό το χρονικό σημείο σταμάτησε να καταβάλει χρήματα στον Αιτητή και διαπίστωσε ότι κατέβαλε στον Αιτητή περισσότερα από όσα δικαιούται. Είναι στη βάση αυτών των δικογραφημένων θέσεων που ανταπαιτεί την επιστροφή του ποσού, το οποίο κατέβαλε εκ του περισσού στον Αιτητή. Επίσης, καταγράφεται ρητά στην Ανταπαίτηση ότι ο Κ.Α. αξιώνει το συγκεκριμένο ποσό, ώστε να είναι σε θέση να το καταβάλει προς τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού.
40. Στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, δεν θα υπεισέλθω στο κατά πόσο ο Κ.Α. δικαιούται βάσιμα να ανταπαιτεί ποσό, με σκοπό να το καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο. Αυτό που είναι κρίσιμο για την Αίτηση, είναι ότι ουδόλως προκύπτει από το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι ο Κ.Α. ζητεί να καρπωθεί προσωπικά οποιοδήποτε ποσό. Η δικογραφημένη υπερασπιστική γραμμή του Κ.Α. είναι ότι ο Αιτητής και ο αδελφός του δικαιούνται από ½ του συνολικού ποσού που καταβλήθηκε για σκοπούς του τάματος. Ξεκάθαρη είναι επίσης η δικογραφημένη θέση του Κ.Α. ότι ο λογαριασμός ανήκει σε ναό. Δεν υπάρχουν δικογραφημένοι ισχυρισμοί που να δημιουργούν αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο Κ.Α. θεωρεί τον εαυτό του δικαιούχο του ποσού, έχοντας χρησιμοποιήσει ως όχημα την Ιερά Μονή.
41. Συνεπώς, το κατά πόσο η Μονή είναι ‘ιδιωτική’ και οι επιμέρους πληροφορίες που ζητούνται με το Αιτητικό 1(i) (α), (β) και (γ) δεν συνδέονται με δικογραφημένο ‘αμφισβητούμενο θέμα’, ώστε να ενεργοποιείται ο Κ.1(1)(α) του Μ.19, ούτε αφορούν την ευρύτερη φύση της υπόθεσης που προωθεί ο Κ.Α., ώστε να τυγχάνει εφαρμογής ο Κ.1(1)(β) του Μ.19.
42. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 29/1/2025 της συνηγόρου του Αιτητή, φαίνεται ότι η πλευρά του Αιτητή δεν έχει οποιαδήποτε πραγματική γνώση για το καθεστώς της Μονής ή το κατά πόσο ο Κ.Α. δικαιούτο να εκδίδει αποδείξεις. Απεναντίας, προβάλλονται, υπό τη μορφή επιχειρηματολογίας, διαζευκτικές εικασίες ως προς το ποια θα μπορούσε να είναι η υπεράσπιση του Αιτητή στην ανταπαίτηση, αναλόγως του καθεστώτος της Μονής και της ιδιότητας υπό την οποία ο Κ.Α. υπέγραφε τις εν λόγω αποδείξεις. Συνεπώς, ζητούνται πληροφορίες, σε μια προσπάθεια να εντοπιστεί υπεράσπιση στην ανταπαίτηση στη βάση ενδεχόμενου δόλου. Όμως, όπως αναφέρθηκε, οι περαιτέρω πληροφορίες δεν προσφέρονται εκεί που ο Αιτητής επιχειρεί να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει απαίτηση ή υπεράσπιση, για την οποία δεν έχει γνώση (Hennessy – ανωτέρω). Ως εκ τούτου, κρίνω ότι με το πιο πάνω Αιτητικό 1(i) επιχειρείται αλίευση μαρτυρίας.
43. Στρέφομαι να εξετάσω το Αιτητικό 1(ii) της Αίτησης. Με το εν λόγω αιτητικό, ο Κ.Α. καλείται να παράσχει τις ακόλουθες πληροφορίες:
«Σε ποιον τραπεζικό λογαριασμό γίνεται αναφορά (να παρατεθούν στοιχεία του) καθώς επίσης και σε ποια εμπορική τράπεζα γίνεται αναφορά; Να διευκρινιστεί συγκεκριμένα εάν πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό εις τον οποίο εμβάστηκε το ποσόν των €50.000 και, εάν όχι, να δοθούν λεπτομέρειες»
44. Μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου που εκπροσωπεί τον Αιτητή, διευκρινίζεται ότι οι πιο πάνω πληροφορίες ζητούνται σε σχέση με τις παραγράφους 11 και 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (και όχι με την υποπαράγραφο 7(ζ), όπως αναφέρεται στην Αίτηση). Με τις παραγράφους 11 και 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δικογραφείται ότι ο Κ.Α. πληροφόρησε τον Αιτητή πως ολόκληρο το ποσό του ‘τάματος’ βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό. Επίσης, δικογραφείται ότι σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις ο Κ.Α. απέσυρε από τον εν λόγω λογαριασμό και επέστρεψε ποσά στον Αιτητή.
45. Με την επιστολή ημερ. 29/1/2025 της συνηγόρου του Αιτητή, γίνεται αναφορά σε προηγηθείσα επιστολή του δικηγόρου του Κ.Α. ημερ. 25/7/2024, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό των €50.000 που κατατέθηκε στον λογαριασμό του Τιμίου Προδρόμου εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί από τις 7/9/2021 και δεν πρόκειται να αναληφθεί.
46. Η συνήγορος του Αιτητή, θεωρεί ότι η πιο πάνω επιστολή του δικηγόρου του Κ.Α. συγκρούεται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Παραθέτω αυτούσιες τις θέσεις της συνηγόρου, όπως καταγράφηκαν στην επιστολή της ημερ. 29/1/2025:
«Ενόψει των ισχυρισμών που ο πελάτης σας προβάλλει στα δικόγραφα του (βλ. παράγραφος 7γ και αλλού καθώς και στα προδικαστηριακά πρωτόκολλα) ήτοι ότι ο πελάτης μου παρέδωσε €50.000 με έμβασμα και τα λοιπά χρήματα σε μετρητά, καθώς επίσης και των ισχυρισμών ότι δεν αναλήφθηκαν «ΠΟΤΕ» τα εν λόγω χρήματα που εμβάστηκαν, τότε από ποιονλογαριασμό αναλήφθηκαν χρήματα για να δοθούν στον Ενάγοντα και γιατί; Υπάρχουν συγκρουόμενοι ισχυρισμοί οι οποίοι θα πρέπει να ξεκαθαριστούν, ώστε ο πελάτης μου να δύναται να προωθήσει ολοκληρωμένα την υπεράσπιση του. Δεν νοείται στα προδικαστηριακά πρωτόκολλα να εγείρεται ισχυρισμός, ο οποίος να αναιρείται από την δικογραφία. Για ποιον λόγο τα χρήματα προήλθαν από τραπεζικό λογαριασμό, ενώ ο πελάτης μου τα παρέδωσε σε μετρητά; Εάν ο λογαριασμός που αναφέρεται στις παραγράφους 11 και 12 της Υπεράσπισης είναι ο προσωπικός λογαριασμός του Εναγόμενου, ή οποιοσδήποτε άλλος λογαριασμός πλην αυτού που έμβασε το ποσό ο Ενάγων, τότε προκύπτει ότι πιθανόν ο Εναγόμενος ουσιαστικά να εξαπάτησε τον Ενάγοντα, λαμβάνοντας χρήματα εκ μέρους της μονής και εμβάζοντάς τα σε άλλον λογαριασμό, τον οποίο διαχειρίζεται προσωπικά. Εγείρεται συνεπώς και το ερώτημα, μήπως ο πελάτης σας καταχράστηκε τα χρήματα για άλλον σκοπό και προσπάθησε να τα καλύψει αργότερα εξ ιδίων πόρων ή από πόρους άλλων λογαριασμών; Αυτά τα ερωτήματα, που είναι ουσιώδη για την υπόθεση, μπορούν να απαντηθούν μόνο εάν δοθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες αναφορικά με τον λογαριασμό στον οποίο αναφέρεστε»
47. Για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν θεωρώ ότι οι πιο πάνω θέσεις της πλευράς του Αιτητή ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Κ.1(1) του Μ.19.
48. Εν πρώτοις, δεν προκύπτουν συγκρουόμενοι ισχυρισμοί μεταξύ της επιστολής του δικηγόρου του Κ.Α. ημερ. 25/7/2024 και της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ώστε να απαιτείται η παροχή διευκρινίσεων. Στην υποπαράγραφο 7(γ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρεται ότι τα δύο αδέλφια κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €172.000, εκ των οποίων €50.000 κατατέθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό και τα υπόλοιπα παραδόθηκαν στον Κ.Α. σε μετρητά. Περαιτέρω, ο Κ.Α. αναφέρει ρητά στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης ότι ολόκληρο το ποσό του τάματος κρατείται πλέον σε τραπεζικό λογαριασμό. Επομένως, από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση προκύπτει η θέση ότι ο Κ.Α. κατέθεσε και τα μετρητά σε τραπεζικό λογαριασμό.
49. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ο Κ.Α. απέσυρε και επέστρεψε στον Αιτητή το ποσό των €107.000 σε τρεις δόσεις. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, βάσει της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, το συνολικό ποσό που δόθηκε στον Κ.Α. ήταν €172.000, εύκολα προκύπτει ότι το ποσό που παραμένει με την πλευρά του Κ.Α. ξεπερνά τις €50.000. Κατά συνέπεια, η επιστολή του δικηγόρου του Κ.Α. ημερ. 25/7/2024 δεν είναι ασυμβίβαστη με την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση. Δηλαδή, από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Κ.Α., δεν συνάγεται ότι αναλήφθηκε μέρος του ποσού των €50.000, ώστε να τίθεται ζήτημα που χρήζει διευκρίνισης.
50. Πέραν τούτου, δεν θεωρώ ότι τα πιο πάνω ερωτήματα, που με την επιστολή της συνηγόρου ημερ. 29/1/2025 τίθενται ως ουσιώδη για την ετοιμασία της υπεράσπισης του Αιτητή στην ανταπαίτηση, είναι σχετικά με την υπόθεση που πράγματι προωθείται από τον Κ.Α. μέσω της δικογραφίας. Όπως ήδη επεξηγήθηκε, ο Κ.Α. δεν ισχυρίζεται ότι δικαιούται προσωπικά οποιοδήποτε ποσό, παρά μόνο ότι το ήμισυ του συνολικού ποσού πρέπει να καταβληθεί στον Αιτητή και το έτερο ήμισυ στην περιουσία του αποβιώσαντος αδελφού του. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία του λογαριασμού στον οποίο κατατέθηκαν τα μετρητά ουδόλως επηρεάζουν την υπόθεση οποιουδήποτε διαδίκου. Οι αιτούμενες πληροφορίες δεν αφορούν επίδικο θέμα, ούτε η παροχή τέτοιων πληροφοριών είναι αναγκαία και αναλογική, ώστε ο Αιτητής να αντιληφθεί την υπόθεση που αντιμετωπίζει (Al Saud – ανωτέρω).
51. Αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής της συνηγόρου ημερ. 29/1/2025 είναι προσπάθεια για επιβεβαίωση εικασιών, που δεν απορρέουν από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ούτε από τη φύση της υπόθεσης που προωθεί ο Κ.Α. Πρόκειται για επιχειρηματολογία ως προς το ποια θα μπορούσε να είναι η υπόθεση του Αιτητή, σε περίπτωση που τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό που τηρείται στο όνομα του Κ.Α., κάτι για το οποίο ο Αιτητής δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε γνώση. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, το Αιτητικό 1(ii) αποτελεί επίσης προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας (Hennessy – ανωτέρω).
52. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των λοιπών ζητημάτων που εγέρθηκαν με την ένσταση. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 28 ημερών από σήμερα.
53. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Αμφότεροι οι συνήγοροι καταχώρισαν, βάσει του Κ.9 του Μ.39, κατάλογο εξόδων για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων. Ο Κ.Α. διεκδικεί ως τελικό σύνολο το ποσό των €2.527, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο κρίνεται δικαιολογημένο και επιδικάζεται υπέρ του Κ.Α. και εναντίον του Αιτητή.
Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Νίκος Οδυσσέα v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.
[2] CPR, Part. 18, r.1(1): «The court may at any time order a party to (a) clarify any matter which is in dispute in the proceedings; or (b) give additional information in relation to any such matter, whether or not the matter is contained or referred to in a statement of case.»
[3] Fairclough v Tosi Ltd [2022] EWHC 2714, παρ. 33, 34 και 35: «Returning to the terms of rule 18.1(1), sub-paragraphs (a) and (b) confer two quite different powers on the court. They correspond to the powers that formerly existed under the previous Rules of the Supreme Court (a) to order further and better particulars of a pleading (Ord 12 r 12), and (b) to require a party to answer an interrogatory (Ord 26). The first of these involved explaining more precisely what a party’s case was. The other was a form of pre-trial disclosure (then called discovery). Now they are combined in a single part of the CPR. But whereas paragraph (a) focuses on making clear what a party’s case actually is, paragraph (b) is more focused on obtaining admissions and clearing the ground of matters that are not really in dispute, as well as (in some cases) obtaining evidence useful, or even vital, to the success for the requester’s own case. It is therefore no objection to a request under paragraph (b) that the other party’s case requires no further particularity, and likewise none to a request under paragraph (a), in the case of an unclear pleading, that the party for some reason could not be required to provide information under paragraph (b). Historically, an interrogatory could not be used to obtain information by way of “fishing” for a different case than that in question (Hennessy v Wright (1885) 24 QBD 445n, 448), or going merely to cross-examination or credit (Thorpe v Chief Constable of Greater Manchester [1989] 1 WLR 665, 669A, 673C-D, 674E). The same must be true of a request under sub-paragraph (b). Interrogatories were not permitted in relation to the names of the other party’s witnesses (Rockwell Corporation v Serck Industries [1988] FSR 187, 206), unless they were material facts in the claim (CHC Software Care Ltd v Hopkins & Wood [1993] FSR 241, 251). Again, I consider that the same would be so in relation to a request under sub-paragraph (b).»
[4] Al Saud and another v Gibbs and another [2022] EWHC 706 (Comm), παρ. 35 – 39: «In my judgment, the requirement of the rule that the information sought must relate to a “matter which is in dispute in the proceedings”, and the requirement of the practice direction that any request must be strictly confined to matters which are reasonably necessary and proportionate for one or other of the stated purposes, are threshold conditions. If those conditions are not satisfied, then the court simply has no jurisdiction to make any order under CPR Pt 18 (though, as Thirlwall J has pointed out, there may be other powers available to the court to assist in avoiding the waste of time and costs and in achieving the “swift and .. proportionate and economical litigation” referred to by Irwin J). If, however, those threshold conditions are satisfied, then the question becomes a matter for the court's discretion. The power under CPR Pt 18 is one of the court's case management powers, and its exercise should be considered in the context of the overall case management of the action: see Toussaint v Mattis [2001] CP Rep 61, CA, at [16], per Schiemann LJ. CPR Pt 1.2 requires the court to seek to give effect to the overriding objective when considering whether and, if so, how to exercise a power such as that under CPR Pt 18. As Roth J noted in the cartel case of National Grid Electricity Transmission plc v ABB Ltd [2014] [EWHC] 1555 (Ch) at [39]: A Part 18 request .. is to be interpreted in the light of the overriding objective and is part of the more open approach to litigation which the CPR seeks to establish and promote. As the notes at paragraph 18.1.10 of the White Book state, that will usually mean in cases involving CPR Pt 18 having regard: .. (a) to the likely benefit which will result if the information is given and (b) to the likely cost of giving it; and (c) whether the financial resources of the party against whom the order is sought are likely to be sufficient to enable that party to comply with such an order .. The requirement in the Practice Direction that requests under CPR Pt 18 must be strictly confined to matters which are reasonably necessary and proportionate for one or other of the stated purposes reflects that fact that requests and orders under CPR Pt 18 are not an automatic aspect of the progress of litigation under the CPR, and should not therefore be made as a matter of routine.»
[5] McPhilemy v Times Newspapers Ltd and others [1999] 3 All ER 775 at 793, σύμφωνα με τον Lord Woolf MR: «excessive particulars can achieve directly the opposite result from that which is intended. They can obscure the issues rather than providing clarification»
[6] Al Saud (ανωτέρω): «requests under Pt 18 cannot be used for the purpose of obtaining material for cross-examination as to credit (Thorpe v Chief Constable of Greater Manchester [1989] 1 WLR 665), or to obtain material to support different claims between the same parties or claims against different parties (Trader Publishing Ltd v Autotrader.com Inc [2010] EWHC 142 (Ch)). As Morgan J observed in Barness v Formation Group Plc [2018] EWHC 1228 (Ch) at [10]:
[7] Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, παρ. 7(α).
[8] Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, παρ. 7(στ).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο