MELFORD SERVICES LIMITED ν. AVENIDA TOURIST ENTERPRISES LIMITED, Αριθμός Απαίτησης: 1046/2025, 19/6/2026
print
Τίτλος:
MELFORD SERVICES LIMITED ν. AVENIDA TOURIST ENTERPRISES LIMITED, Αριθμός Απαίτησης: 1046/2025, 19/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                            Αριθμός Απαίτησης: 1046/2025 (i-justice)

 

Μεταξύ:

MELFORD SERVICES LIMITED

                     Εναγόντων

και

 

AVENIDA TOURIST ENTERPRISES LIMITED

                                                                                                        Εναγόμενων 

--------------------

 

Αίτηση, ημερομηνίας 13/11/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/6/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενους - αιτητές: κα Μ. Πορνάρη, για GIORGOS LANDAS LLC

Για ενάγοντες - καθ’ ων η αίτηση: κα Χρ. Χρίστου, για ΦΕΛΛΑΣ & ΧΡΙΣΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες, στις 24/9/2025 καταχώρισαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ. 4 μαζί με έκθεση απαίτησης, δυνάμει του Μέρους 7.1(1)(α) και 7.4(1)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»).

 

Την ίδια μέρα καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων.

 

Επιλήφθηκα της αίτησης, στις 26/9/2025 και διέταξα την επίδοσή της, στις 3/10/2025 και ώρα 08:30.

 

 

Στις 3/10/2025 επιλήφθηκα της αίτησης στην παρουσία, μόνο της δικηγόρου των εναγόντων και αφού εξέτασα την αίτηση και ικανοποιήθηκα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τα εξέδωσα. Αυτό έγινε στις 09:50 και αφού προηγουμένως διαπίστωσα ότι η αίτηση είχε επιδοθεί στους εναγόμενους, οι οποίοι παρέλειψαν να εμφανιστούν.

 

Οι εναγόμενοι, στις 9/10/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και στις 13/11/2025, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν:

 

Πρώτο, διάταγμα το οποίο να παραμερίζει και/ή ακυρώνει και/ή να διαγράφει και/ή απορρίπτει το παραπάνω διάταγμα (στο εξής «επίμαχο διάταγμα»), δεύτερο, διάταγμα το οποίο να παραμερίζει και/ή ακυρώνει την επίδοση στους ίδιους, της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος καθώς και του επίμαχου διατάγματος, ως παράτυπης και/ή κακής και/ή αντικανονικής και/ή παράνομης προς τους εναγόμενους, τρίτο, διάταγμα με το οποίο να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται όλες οι παρεπόμενες και/ή επακόλουθες ενέργειες και/ή τα δικαστικά διαβήματα τής φερόμενης, ως επίδοσης της ενδιάμεσης αίτησης προς τους εναγόμενους και τέταρτο, διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους ενάγοντες να λάβουν οποιαδήποτε περαιτέρω μέτρα και/ή ενέργειες εναντίον των εναγόμενων στη βάση του επίμαχου διατάγματος, λόγω της παράτυπης και/ή κακής και/ή αντικανονικής και/ή παράνομης επίδοσης της ενδιάμεσης αίτησης, ημερομηνίας 24/9/2025.

 

Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Ανδρέας Πινδάρου. Οι κύριες θέσεις του είναι οι εξής:

 

Στις 30/9/2025 η ενδιάμεση αίτηση, ημερομηνίας 24/9/2025 μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καθώς και το έντυπο απαίτησης επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγόμενων. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, τα έγγραφα αφέθηκαν στην υποδοχή του εγγεγραμμένου γραφείου των εναγόμενων, στην παρουσία εργαζομένων, καθότι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, οι εν λόγω εργαζόμενοι αρνήθηκαν να τα παραλάβουν, να υπογράψουν και δώσουν το όνομά τους.

 

Δεν πρέπει να παροράται ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση συνοδευόταν από εκατοντάδες σελίδες τεκμηρίων και ουσιαστικά επρόκειτο για μια ογκώδη δέσμη εγγράφων και η οποία σε κάθε περίπτωση απαιτούσε από την πλευρά των εναγόμενων σημαντικό χρόνο και προσεκτική μελέτη, πριν τις 3/10/2025.

 

Σύμφωνα με το Μέρος 6.5(4) των ΚΠΔ, κάθε έγγραφο το οποίο καλεί πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου επιδίδεται στο εν λόγω πρόσωπο, τουλάχιστον 4 μέρες πριν από την ημέρα κατά την οποία απαιτείται να εμφανιστεί.

 

Η ενδιάμεση αίτηση ορίστηκε από το Δικαστήριο, στις 3/10/2025 και η επίδοσή της έλαβε χώρα, στις 30/9/2025 με αποτέλεσμα, η πρόνοια περί της προθεσμίας των 4 ημερών, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία τα μέρη οφείλουν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, να καταστρατηγείται ολοφάνερα.

 

Επομένως, η επίδοση, που κατ’ ισχυρισμό πραγματοποιήθηκε όσον αφορά την αίτηση, πάσχει, είναι άκυρη, ανυπόστατη, παράτυπη και χρήζει παραμερισμού μαζί με το επίμαχο διάταγμα.

 

Αυτό, θα έχει ως αποτέλεσμα να επιτραπεί στην πλευρά των εναγόμενων να προβάλει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την ενδιάμεση αίτηση ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα της κατάστασης και έπειτα να εκδώσει το οποιοδήποτε διάταγμα. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή, που οι εναγόμενοι δεν προβάλουν τους ισχυρισμούς τους επί της αίτησης, συνιστά παραβίαση δικαιωμάτων και μη ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ειδικά, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η επίδοση της ενδιάμεσης αίτησης πάσχει και χρήζει παραμερισμού.

 

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ως προς την επίδοση της ενδιάμεσης αίτησης δεν συνάδει με τις επιταγές της δικονομικής τάξης και στερείται νομιμότητας. Ως εκ τούτου, το επίμαχο διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση της εν λόγω αίτησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο και θα πρέπει να παραμεριστεί προκειμένου να αποκατασταθεί η αρχή της δίκαιης δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

 

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση:

 

         «i)         Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και νομικά αβάσιμη, καθότι δεν πληρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις που θέτει η σχετική Νομοθεσία και η Νομολογία για παραμερισμό διατάγματος και/ή απόφασης.

ii)         Στην δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος επί της ουσίας της υπεράσπισης, ούτε αποδεικτικά στοιχεία ή μαρτυρία και δεν επεξηγείται γιατί θα πρέπει να διαταραχθεί η ασφάλεια δικαίου και να παραμεριστεί το εκδοθέν διάταγμα.

iii)        Δεν πληρούνται και δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις για έκδοση διατάγματος παραμερισμού, ούτε αποδεικνύεται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά εις βάρος των Εναγόμενων/Αιτητών.

iv)        Οι Εναγόμενοι/Αιτητές, έλαβαν πλήρη γνώση των εγγράφων που τους επιδόθηκαν και καταχώρισαν αργοπορημένα και εκτός των προθεσμιών που καθορίζονται στους Νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, την αίτηση παραμερισμού και δεν εξηγούν τους λόγους της καθυστέρησης αυτής.

v)            Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσει ποιος είναι ο επαρκής χρόνος επίδοσης της αίτησης και αυτό έπραξε νόμιμα και ορθά.

vi)           Η επίδοση της Αίτησης έγινε νομότυπα και ορθά σύμφωνα με τις πρόνοιες των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 και έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά της επίδοσης, στον χρόνο που καθόρισε το Δικαστήριο στην υποδοχή, στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων.

vii)          Η παρούσα Αίτηση προωθείται κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και τον εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας, που οφείλεται σε αμέλεια και αδιαφορία των Αιτητών. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.

viii)        Με την Αίτηση πλήττονται ευθέως και αμέσως τα δικαιώματα των Εναγόντων/Καθ’ ων η Αίτηση αφού με τον ενδεχόμενο παραμερισμό οι Ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας από την έκδοση της απόφασης, ειδικά μετά την πάροδο πολλών ετών ανοχής της ασύγγνωστης αμέλειας των Εναγομένων για τη μη αδειοδότηση της επίδικης πολυκατοικίας και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα τους.

ix)           Η υπό εκδίκαση αίτησή δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε υπεράσπιση ούτε γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα ή αρνήσεις γεγονότων που να αναιρούν με οποιοδήποτε τρόπο τα πραγματικά δεδομένα που θεμελίωσαν το διάταγμα και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί.

 

x)            Η υπό εκδίκαση αίτηση αντιστρατεύεται την αρχή της τελεσιδικίας και  την ασφάλεια δικαίου, από τη στιγμή που το διάταγμα οριστικοποιήθηκε και τυχόν παραμερισμός του θα προκαλέσει ανισορροπία και αδικία.»

 

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Κατερίνα Παναγή. Οι κύριες θέσεις της είναι οι εξής:

 

Οι εναγόμενοι έχουν επιδείξει αδιαφορία και ασυγχώρητη αμέλεια, αφού, όχι μόνο δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο την καθορισμένη ημέρα και ώρα, αλλά, δεν εξηγούν στο Δικαστήριο οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν εμφανίστηκαν.

 

Οι ισχυρισμοί τους περί δήθεν άκυρης, ανυπόστατης και παράτυπης επίδοσης της αίτησης είναι νομικά αβάσιμοι και αστήρικτοι (οι λόγοι αναφέρονται με αναφορά στο Μέρος 23.5(2) και 23.5(4)(β) των ΚΠΔ).

 

Το Δικαστήριο άσκησε πολύ ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, βάσει των προνοιών των Κανονισμών και αφού έλαβε υπόψη του ότι στα έγγραφα επίδοσης που παρουσιάστηκαν αναγραφόταν ότι η αίτηση επιδόθηκε στις 30/9/2025 και ότι ήταν ορισμένη, στις 3/10/2025, έκρινε ότι η επίδοση έγινε νόμιμα και ορθά και ήταν επαρκής και ακολούθως προχώρησε στην εξέταση της αίτησης στο στάδιο της ΑΔΟ και εξέδωσε το επίμαχο διάταγμα.

 

Οι εναγόμενοι αμέλησαν και παρέλειψαν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και η απόφαση εκδόθηκε συνεπεία της δικής τους αμέλειας και δεν έχουν προβάλει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη εμφάνισής τους, στις 3/10/2025.

 

Περαιτέρω καθυστέρησαν να προβούν στην καταχώρηση της αίτησης για τον παραμερισμό της απόφασης, αφού παρήλθε ένας μήνας αδικαιολόγητα από το χρόνο επίδοσης μέχρι και το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, χωρίς μάλιστα να εξηγούν στο Δικαστήριο τους λόγους αυτής της κωλυσιεργίας.

 

 

 

Οι ισχυρισμοί περί δήθεν πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους εναγόμενους που δεν είναι δυνατό να αποκατασταθούν σε μεταγενέστερο στάδιο είναι αβάσιμοι, αόριστοι και νομικά αστήρικτοι, καθότι δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε γεγονότα ή περιστάσεις που να θεμελιώνουν τέτοιο κίνδυνο. Οι αιτιάσεις που προβάλλουν για παραμερισμό αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο που οφείλεται σε αδιαφορία και αμέλεια, αφού δεν εκτίμησαν τη σοβαρότητα του διατάγματος.

 

Οι εναγόμενοι δεν έχουν δείξει ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν τη χορήγηση του παραμερισμού και ούτε εξειδικεύουν τους λόγους για τους οποίους η μελλοντική απονομή της δικαιοσύνης θα καθίστατο αδύνατη ή ανεπαρκής με αποτέλεσμα οι σχετικοί ισχυρισμοί να παραμένουν θεωρητικοί και υποθετικοί, χωρίς νομικό ή πραγματικό έρεισμα.

 

Οι εναγόμενοι απότυχαν να αποδείξουν ή έστω να καταδείξουν, την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης, καθιστώντας την υπό κρίση αίτηση, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αφού στην αίτηση αναφέρουν ως μόνο λόγο το ζήτημα της επίδοσης. Ουδεμία αναφορά κάνουν στην ένορκη δήλωση Πινδάρου για την ουσία της υπόθεσης ούτε προβάλλουν οποιεσδήποτε αποδείξεις ή μαρτυρία σχετική με την απαίτηση ή την ουσία της υπόθεσης ή την οποιαδήποτε υπεράσπιση.

 

Ουδεμία υπεράσπιση έχουν να προβάλουν στην παρούσα απαίτηση, αφού σχετίζεται με αξίωση ειδικής εκτέλεσης. Δεν παρουσίασαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή μαρτυρία σε σχέση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Η όλη υπόθεση είναι αποτέλεσμα της κατάφωρης αμέλειας και αδιαφορίας τους, οι οποίοι, εδώ και περίπου 20 χρόνια δεν έχουν συμμορφωθεί με τους ουσιώδης όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και ουδέποτε υπόβαλαν αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης ή ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή. Επίσης, ουδέποτε συμμορφώθηκαν με τους όρους και προϋποθέσεις που έθεσε η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή για να προχωρήσει σε αδειοδότηση τής επίδικης πολυκατοικίας  και αυτό  οφείλεται  σε αποκλειστική  αμέλειά τους  επί σειρά ετών

 

και γι’ αυτό, ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και η ασύγγνωστη αμέλεια των εναγόμενων όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης στην απαίτηση αυτή μαρτυρούνται από τα ίδια τα έγγραφα. Το τεκμήριο 1 αποτελεί δέσμη εγγράφων με τις πολεοδομικές άδειες που εξασφαλίστηκαν μέχρι σήμερα, χωρίς να υλοποιηθούν.

 

Οι εναγόμενοι είναι αυτοί που προκαλούν αδικαιολόγητη καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας, κατά παράβαση των ΚΠΔ, αφού συνεχίζουν να παρουσιάζουν αμελή συμπεριφορά και αδιαφορία, αφού παρέλειψαν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταχώρησαν την αίτηση με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Συγκεκριμένα έλαβαν γνώση της αίτησης, στις 30/9/2025 καθώς και της έκδοσης του επίμαχου διατάγματος, στις 7/10/2025, χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την καθυστέρηση αυτή.

 

Περαιτέρω επέλεξαν λανθασμένο δικονομικό διάβημα και θα έπρεπε να καταχωρηθεί Αίτηση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari και όχι αίτηση παραμερισμού και ως εκ τούτου, η αίτηση είναι εσφαλμένη και ως τέτοια, θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Ηρώ Πέτρου προέβη και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε απάντηση της ένορκης δήλωσης Παναγή.

 

Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση Παναγή αποτελούν αόριστους, γενικούς και αβάσιμους ισχυρισμούς οι οποίοι τίθενται σε μια απέλπιδα προσπάθεια των εναγόντων να πείσουν το Δικαστήριο, περί της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης.

 

Οι ενάγοντες προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο, αναφέροντας αβάσιμους και αόριστους ισχυρισμούς και αυθαίρετα συμπεράσματα. Η διαδικασία η οποία έχει ακολουθεί είναι η ορθή και νομότυπη και ουσιαστικά, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ο παραμερισμός του επίμαχου διατάγματος.  Συγκεκριμένα  είναι  η θέση  των εναγόμενων  ότι οι  προϋποθέσεις

 

που θέτουν οι ΚΠΔ καθώς και η σχετική νομολογία αναφορικά με τις επιδόσεις αιτήσεων, δεν τηρήθηκαν με αποτέλεσμα η επίδοση, που κατ’ ισχυρισμό πραγματοποιήθηκε όσον αφορά την ενδιάμεση αίτηση να πάσχει, να είναι άκυρη, παράτυπη, ανυπόστατη και να χρήζει παραμερισμού μαζί με το επίμαχο διάταγμα.

 

Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει και να υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Τα ζητήματα τα οποία αφορούν καθαρά νομικό θέμα, θα αναπτύξουν οι δικηγόροι των εναγόμενων κατά το στάδιο ακρόασης της υπό κρίση αίτησης.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση, ενώ οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών υπόβαλαν γραπτή αγόρευση. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχουν θέσει ενώπιον μου οι εναγόμενοι σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους στη γραπτή αγόρευσή τους είναι σαφές, ότι υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη θεμελιακή θέση τους, ότι η επίδοση της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος στους ίδιους είναι παράτυπη και/ή κακή και/ή αντικανονική και/ή παράνομη. Με αυτό δεδομένο, η εν λόγω επίδοση, θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί. Και, σε τέτοια περίπτωση, συνεπεία αυτού, θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί και/ή διαγραφεί και/ή απορριφθεί το εκδοθέν στο πλαίσιο της αίτησης, επίμαχο διάταγμα.

 

Ένας είναι ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι θεωρούν ότι πάσχει η επίδοση της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης, στις 26/9/2025 την όρισε για επίδοση, στις 3/10/2025. Οι ενάγοντες, κατά παράβαση του Μέρους 6.5(4) των ΚΠΔ, το οποίο προνοεί ότι κάθε έγγραφο το οποίο καλεί πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον

 

του Δικαστηρίου επιδίδεται στο εν λόγω πρόσωπο, τουλάχιστον 4 μέρες, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία απαιτείται να εμφανιστεί, επέδωσαν την αίτηση στο εγγεγραμμένο γραφείο τους, στις 30/9/2025, δηλαδή, εντός μικρότερου χρονικού διαστήματος των 4 ημερών, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να εμφανιστούν στο Δικαστήριο.

 

Το Μέρος 6 των ΚΠΔ διαλαμβάνει γενικά για την επίδοση.

 

Ο κανονισμός 5 του συγκεκριμένου μέρους, ο οποίος παρατίθεται κάτω από την ενότητα «ΙIΙ : Επίδοση εγγράφων άλλων από το έντυπο απαίτησης εντός Δικαιοδοσίας» στο βαθμό που μας ενδιαφέρει ακολουθεί αυτούσιος:

 

«6.5. Επίδοση Εγγράφων άλλων από το έντυπο απαίτησης

 

(1)  Οποιαδήποτε ειδοποίηση έφεσης, δικόγραφο ή άλλο δικαστικό έγγραφο, καθώς και επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο το δικαστήριο κρίνει ορθό να επιδοθεί ή δοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο, μπορεί να επιδοθεί ή δοθεί στη διεύθυνση επίδοσής του αν το πρόσωπο αυτό έχει παράσχει τέτοια διεύθυνση, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, στον τελευταίο γνωστό τόπο διαμονής του ή, αν αυτό είναι αδύνατο, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, η οποία εξασφαλίζεται με αίτηση χωρίς ειδοποίηση, με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί έντυπο απαίτησης ή ειδοποίησή του να επιδοθεί ή να δοθεί. Και κάθε τι το οποίο γίνεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για την οποία έχει επιδοθεί ή δοθεί ειδοποίηση σύμφωνα με τους παρόντες κανονισμούς είναι δεσμευτική για το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ή το οποίο λαμβάνει ειδοποίηση, είτε συμμετέχει στη διαδικασία είτε όχι.

 

(2)   …..

 

(3)  …..

 

(4)  Κάθε έγγραφο το οποίο καλεί πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου ή δίδει ειδοποίηση σε πρόσωπο για οποιαδήποτε διαδικασία, η οποία πρόκειται να διεξαχθεί ή εγερθεί ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, επιδίδεται σε τέτοιο πρόσωπο τουλάχιστον τέσσερεις ημέρες πριν από την ημέρα κατά την οποία απαιτείται να εμφανιστεί ή κατά την οποία η διαδικασία για την οποία επιδίδεται ειδοποίηση θα διεξαχθεί ή εγερθεί.

 

…..»

 

 

 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή πρόκειται για επίδοση ενδιάμεσης αίτησης, η παραπάνω πρόνοια θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το Μέρος 23 των ΚΠΔ το οποίο διαλαμβάνει τους Γενικούς Κανόνες για ενδιάμεσες αιτήσεις. Κατ’ ακρίβεια, σύμφωνα με τον τίτλο του, για «αιτήσεις έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων».

 

Και, με δεδομένο ότι η αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, μολονότι καταχωρήθηκε χωρίς ειδοποίηση, εντούτοις διατάχθηκε η επίδοσή της, που με απλά λόγια σημαίνει ότι μετατράπηκε σε δια κλήσεως αίτηση, σχετικός είναι κανονισμός 5 του Μέρους 23. Ο κανονισμός αυτός, στο βαθμό που και πάλι μας ενδιαφέρει ακολουθεί επίσης αυτούσιος:

 

«23.5 Επίδοση αίτησης

 

(1)  Ο γενικός κανόνας είναι ότι αντίγραφο της αίτησης επιδίδεται σε κάθε καθ’ ου η αίτηση.

 

(2)  Αντίγραφο της αίτησης επιδίδεται το συντομότερο δυνατόν μετά την καταχώρισή της και, σε κάθε περίπτωση, επιδίδεται τουλάχιστον 10 ημέρες πριν από την ΑΔΟ, εκτός όπου καθορίζεται άλλη προθεσμία στους παρόντες κανονισμούς ή σε οδηγίες του δικαστηρίου.

 

(3)  …..

 

(4)  Αν:

 

      (α) επιδόθηκε αίτηση· αλλά

 

      (β) η περίοδος ειδοποίησης που προβλέπεται στον κανονισμό 23.5(2) είναι   μικρότερη της περιόδου η οποία απαιτείται από τους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται να θεωρήσει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η δοθείσα ειδοποίηση είναι επαρκής και να επιληφθεί της αίτησης στο στάδιο της ΑΔΟ.»

 

Με αντιπαραβολή των παραπάνω κανονισμών, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι το εξής: στην προκειμένη περίπτωση, η επίδοση της αίτησης στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους 23.5(2) και 23.5(4)(β) των ΚΠΔ, όπως είναι η θέση των εναγόντων και όχι του Μέρους 6.5(4), όπως είναι η θέση των εναγόμενων. Και τούτο, επειδή ο κανονισμός 5  του Μέρους 23 αποτελεί  ειδική διάταξη  η οποία  πραγματεύεται

 

αποκλειστικά το θέμα της επίδοσης ενδιάμεσων αιτήσεων, ενώ το Μέρος 6.5(4) αποτελεί γενική διάταξη η οποία πραγματεύεται το θέμα της επίδοσης, γενικά, εγγράφων, άλλων από το έντυπο απαίτησης.

 

Με συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του Μέρους 23, ερμηνευτικά και πάλι για ό,τι μας ενδιαφέρει προκύπτουν τα εξής:

 

Αντίγραφο της ενδιάμεσης αίτησης θα πρέπει να επιδίδεται το αργότερο 10 μέρες, πριν από την ημερομηνία που η αίτηση είναι ορισμένη για Ακρόαση Διαδικαστικών Οδηγιών (ΑΔΟ), εκτός εάν καθαρίζεται άλλη προθεσμία (εννοείται είτε μικρότερη είτε μεγαλύτερη) είτε από τους ΚΠΔ είτε με οδηγίες του Δικαστηρίου [Μέρος 23.5(2)].

 

Παρόλα αυτά, εάν η αίτηση επιδοθεί σε περίοδο μικρότερη αυτής που απαιτείται από τους ΚΠΔ, το Δικαστήριο, νοουμένου ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θεωρήσει επαρκή την εν λόγω ειδοποίηση μπορεί να επιληφθεί της αίτησης στο στάδιο της ΑΔΟ [Μέρος 23.5(4)(β)].

 

Η φράση «υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης» κατά τη γνώμη μου έχει την έννοια της φύσης της υπόθεσης και στην προκειμένη περίπτωση, της αίτησης, υπό την έννοια - μεταξύ άλλων - τι αυτή αφορά και ποιες είναι οι αιτούμενες θεραπείες, της πολυπλοκότητας των θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενό της καθώς και του όγκου του μαρτυρικού υλικού που τη συναποτελεί.

 

Συναφώς με την ερμηνεία του κανονισμού αυτού, θα επανέλθω.

 

Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω ερμηνευτικές θέσεις, παρατηρώ τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, στις 24/9/2025, ως είχαν δικαίωμα καταχώρησαν την αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, μονομερώς, δηλαδή, χωρίς ειδοποίηση, δυνάμει του Μέρους 23.6 των ΚΠΔ. Η αίτηση ορίστηκε για ΑΔΟ, στις 26/9/2025, ημερομηνία κατά την οποία, σε εφαρμογή του κανονισμού 9(1)(δ) του ίδιου Μέρους,  με τη σειρά μου, επίσης  ως είχα δικαίωμα και εξουσία,

 

την όρισα για επίδοση, στις 3/10/2025 και ώρα 08:30. Αυτό, δικονομικά έχει την έννοια ότι ανέβαλα την ΑΔΟ για τη νέα αυτή ημερομηνία και ώρα κατά την οποία η αίτηση θα εξεταζόταν, ως αίτηση με ειδοποίηση, δηλαδή, δια κλήσεως.

 

Ο κανονισμός 11(1) του Μέρους 23 διαλαμβάνει ότι κατά την ΑΔΟ το Δικαστήριο καθορίζει χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας ακρόασης της αίτησης και δίδει οδηγίες για όσα αναφέρονται στη συνέχεια. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το πρώτο πράγμα για το οποίο το Δικαστήριο δίδει οδηγίες είναι η καταχώρηση ένστασης στην αίτηση. 

 

Η απόφασή μου, στις 26/9/2025 να ορίσω την αίτηση για επίδοση, στις 3/10/2025, δηλαδή, σε διάστημα, μόλις 7 ημερών από τις 26/9/2025, προφανώς είχε ως δικαιοδοτικό υπόβαθρο το Μέρος 23.5(2) των ΚΠΔ (ανωτέρω), το οποίο μου παρέχει εξουσία να διατάξω την επίδοση σε προθεσμία μικρότερη των 10 ημερών από την ημερομηνία ορισμού της αίτησης για ΑΔΟ. Και το έκανα, όχι απλώς επειδή είχα τέτοια εξουσία, αλλά, κυρίως, λόγω της φύσης της αίτησης, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Με μόνο λόγο ότι διέταξα την επίδοση της αίτησης σε περίοδο μικρότερη των 10 ημερών από την ημερομηνία ορισμού της αίτησης για ΑΔΟ, οι εναγόμενοι, οι οποίοι παραδέχονται ότι τους έγινε η επίδοση της αίτησης, χωρίς να ισχυρίζονται πως δεν αντιλήφθηκαν, είτε τη φύση της και ότι τους αφορούσε είτε πότε ήταν ορισμένη για επίδοση, δηλαδή, εκ νέου για ΑΔΟ, είτε τέλος, ότι δεν μπορούσαν να εμφανιστούν είτε οι ίδιοι είτε ο δικηγόρος τους την ημερομηνία αυτή, εκείνο που όφειλαν να κάνουν ήταν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα ημερομηνία και ώρα, δηλαδή, στις 3/10/2025 και ώρα 08:30, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο θα καθόριζε το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας ακρόασης της αίτησης.

 

Αντ’ αυτού, τι έκαναν; Οχυρωμένοι πίσω από την εσφαλμένη εντύπωση ή θέση που είχαν - και έχουν -, ότι η επίδοση της αίτησης που τους είχε γίνει ήταν αντικανονική, εσφαλμένη και παράνομη, με μόνο λόγο, όπως είναι η θέση τους, ότι θα έπρεπε να τους είχε επιδοθεί, τουλάχιστον 4 μέρες πριν από τις 3/10/2025, που είναι η ημερομηνία κατά την οποία απαιτείτο να εμφανιστούν στο Δικαστήριο,

 

κάτι που δεν έγινε, αφού η αίτηση τους επιδόθηκε τρεις μέρες προηγουμένως, στις 3/10/2025, εντελώς αδικαιολόγητα, παρέλειψαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να επιληφθώ της αίτησης στην απουσία τους και να εκδώσω το επίμαχο διάταγμα. Την ακύρωση του οποίου επιδιώκουν σήμερα οι εναγόμενοι, για να τους επιτραπεί - όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών γι’ αυτούς, στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση - να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με την ενδιάμεση αίτηση, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα της κατάστασης και έπειτα να εκδώσει το οποιοδήποτε διάταγμα.

 

Κάτι που ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει, αφού η επίδοση της αίτησης που τους είχε γίνει ήταν από κάθε άποψη δέουσα, με αποτέλεσμα το επίμαχο διάταγμα που εκδόθηκε στη συνέχεια στην απουσία τους, να είναι καθ’ όλα έγκυρο και νόμιμο, οπότε δεν τίθεται πλέον θέμα, είτε ακύρωσης είτε παραμερισμού είτε της επίδοσης της αίτησης είτε του επίμαχου διατάγματος.

 

Όμως, ότι ακόμη και στην περίπτωση που η αίτηση τούς επιδιδόταν σε περίοδο μικρότερη των 3 ημερών, πριν τις 3/10/2025, η επίδοση θα ήταν από κάθε άποψη ορθή, δέουσα και κανονική αποδεικνύεται και από τα εξής:

 

Όταν στις 26/9/2025 όρισα την αίτηση για επίδοση, στις 3/10/2025 και ώρα 08:30, αυτό είχε την έννοια ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να επιδώσουν την αίτηση, οποτεδήποτε, πριν από την ημερομηνία αυτή και ώρα. Εν πάση περιπτώσει, εξ αντικειμένου και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν θα μπορούσαν να την επιδώσουν, τουλάχιστον 10 ημέρες, πριν από την ΑΔΟ, καθώς ο χρόνος που μεσολαβούσε μεταξύ των δυο αυτών ημερομηνιών ήταν μόλις 7 ημέρες.

 

Όμως, για το γεγονός ότι το χρονικό διάστημα των 7 αυτών ημερών ήταν μικρό και ενδεχομένως, κάπως πιεστικό, όχι μόνο για τους εναγόμενους, οι οποίοι όφειλαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο για την ΑΔΟ σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την στιγμή που τους επιδόθηκε η αίτηση, αλλά, ακόμη και για τους ενάγοντες, οι οποίοι όφειλαν να επιδώσουν την αίτηση, επίσης εντός μικρού χρονικού διαστήματος, και τις όποιες δυσκολίες θα αντιμετώπιζαν κατά την ΑΔΟ, είτε το ένα μέρος είτε το άλλο, οι ΚΠΔ δεν είναι αδιάφοροι.

 

Το Μέρος 23.5(4) (ανωτέρω) για να επαναλάβω προνοεί ότι εάν η αίτηση επιδοθεί σε περίοδο, μικρότερη αυτής που απαιτείται από τους ΚΠΔ, το Δικαστήριο, νοουμένου ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θεωρήσει επαρκή την εν λόγω ειδοποίηση, μπορεί να επιληφθεί της αίτησης στο στάδιο της ΑΔΟ [Μέρος 23.5(4)(β)]. Εξ αντιδιαστολής, εάν δε θεωρήσει επαρκή την εν λόγω ειδοποίηση, θα μπορεί να αναβάλει την ΑΔΟ σε άλλη ημερομηνία.

 

Όμως, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που διέπει το θέμα, για να είναι σε θέση να ακολουθήσει είτε τη μια είτε την άλλη επιλογή, θα πρέπει να έχει τις θέσεις των μερών και στην προκειμένη περίπτωση, στις 3/10/2025 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ΑΔΟ για να επιδοθεί στους εναγόμενους, αυτοί, αντί να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και εάν για οποιοδήποτε λόγο ήθελαν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να ορίσει την αίτηση για ΑΔΟ σε άλλη ημερομηνία ή να υποβάλουν οποιοδήποτε άλλο αίτημα, επέλεξαν συνειδητά να απουσιάσουν, επιτρέποντας έτσι στους ενάγοντες να ζητήσουν από το Δικαστήριο να εκδώσει το επίμαχο διάταγμα στην απουσία τους, όπως και έγινε.

 

Ένα είναι βέβαιο. Εάν οι εναγόμενοι, παρά τη θέση τους ότι η επίδοση της αίτησης που τους είχε γίνει, πάσχει, οπότε πάσχει και το επίμαχο διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης, παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο, στις 3/10/2025 και δήλωναν ότι εναντιώνονται στην αίτηση, δεν υπήρχε περίπτωση να εκδοθεί το επίμαχο διάταγμα την ημέρα αυτή ή οποιαδήποτε άλλη μέρα, χωρίς προηγουμένως να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στη σχετική διαδικασία και να ακουστούν.

 

Ότι δεν τίθεται θέμα είτε ακύρωσης είτε παραμερισμού είτε της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος είτε του επίμαχου διατάγματος, με μόνο λόγο το χρόνο επίδοσης της αίτησης, δεν προκύπτει μόνο από τα πιο πάνω. Προκύπτει και από τη συνδυασμένη ερμηνεία του Μέρους 1.2(1) με το Μέρος 3.8 των ΚΠΔ.

 

Σύμφωνα με το πρώτο (Μέρος 1.2(1)):

 

 

«Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.»

 

Σύμφωνα με το δεύτερο (Μέρος 3.8) με τίτλο «Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα»:

 

«(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:

(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και

(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:

(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και

(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό

(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.

 

Και να ίσχυε η θέση των εναγόμενων - που δεν ισχύει - ότι η αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, αναφορικά με την επίδοση διέπεται από το Μέρος 6.5(4), οπότε θα έπρεπε να τους είχε επιδοθεί, τουλάχιστον 4 μέρες, πριν από τις 3/10/2025 που ήταν η ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να είχαν εμφανιστεί αντί 3 μέρες προηγουμένως, που τους είχε επιδοθεί, δηλώνω ευθέως, πως δεν θα θεωρούσα, άνευ άλλου, τόσο σοβαρή την επί του προκειμένου παράλειψη των εναγόντων και πολύ περισσότερο, ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να διέτασσα την ακύρωση, είτε της επίδοσης της αίτησης είτε του επίμαχου διατάγματος. Αυτό, λαμβάνοντας υπόψη και τον πρωταρχικό σκοπό των ΚΠΔ και πολύ περισσότερο, το γεγονός ότι, οι εναγόμενοι, για να επαναλάβω, δεν ισχυρίζονται ότι η παράλειψή τους να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, στις 3/10/2025 που είχα ορίσει την αίτηση εκ νέου για ΑΔΟ με αποτέλεσμα την έκδοση του επίμαχου διατάγματος οφείλεται στην αδυναμία τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο, για λόγους που αφορούν στο χρόνο που τους είχε επιδοθεί η αίτηση.

 

Και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι ενώ μπορούσαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο, εντούτοις,   επειδή   θεώρησαν  ότι   η  επίδοση   της   αίτησης  ήταν   εσφαλμένη,

 

επέλεξαν να μην εμφανιστούν, επιτρέποντας έτσι στους ενάγοντες να ζητήσουν και στο Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, στην απουσία τους, για να έρθουν στη συνέχεια να ζητούν την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, τη στιγμή που εάν εμφανίζονταν στο Δικαστήριο, στις 3/10/2025, θα απέτρεπαν την έκδοσή του, συν τοις άλλοις αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, αυτοτελώς και γι’ αυτό το λόγο.

 

Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014:

 

«΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000).

 

Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".»

 

 Και λίγο παρακάτω:

«Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, οι οποίοι επέδωσαν δεόντως την αίτηση στους εναγόμενους, στις 3/10/2025 παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο κανονικά σε αντίθεση με τους εναγόμενους, οι οποίοι παρέλειψαν να εμφανιστούν. Με αυτό δεδομένο, οι ενάγοντες, ως είχαν δικαίωμα ζήτησαν από το Δικαστήριο να εκδώσει  τα αιτούμενα Διατάγματα,  το οποίο, αφού εξέτασε την

 

 

αίτηση, υπό το φως του συνόλου της υποστηρικτικής της μαρτυρίας και ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσής του, το εξέδωσε.

 

Απ’ εκεί και πέρα, οι ενάγοντες, αφού φρόντισαν για τη σύνταξη του επίμαχου διατάγματος, στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 7/10/2025 το επέδωσαν, τόσο στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λεμεσού όσο και στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 9/10/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και ένα και πλέον μήνα μετά και συγκεκριμένα, στις 13/11/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Ότι με τη συμπεριφορά τους προκάλεσαν ταλαιπωρία στους ενάγοντες, οι οποίοι επωμίστηκαν και τα έξοδα της επίδοσης του επίμαχου διατάγματος είναι ολοφάνερο.

 

Και κάτι τελευταίο.

 

Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα για τους εναγόμενους, της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι η αίτηση η οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος και η υποστηρικτική της ένορκη δήλωση συνοδευόταν από εκατοντάδες σελίδες τεκμηρίων και ουσιαστικά επρόκειτο για μια ογκώδη δέσμη εγγράφων και η οποία σε κάθε περίπτωση απαιτούσε από την πλευρά των εναγόμενων σημαντικό χρόνο και προσεκτική μελέτη, πριν τις 3/10/2025, είναι τουλάχιστον ανακριβής.

 

Μετά από σχετικό έλεγχο που έχω κάνει διαπίστωσα ότι η αίτηση αποτελείται από τρεις απλές και απολύτως κατανοητές αιτούμενες θεραπείες και το ίδιο ισχύει και για την ολιγοσέλιδη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, έκτασης, μόλις 10 σελίδων. Απ’ εκεί και πέρα στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυνάπτονται μόλις 7 τεκμήρια, τα οποία περιγράφονται στην ένορκη δήλωση και το σύνολο των σελίδων που συνθέτουν την εν λόγω αίτηση είναι 163 σελίδες.

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

 

Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Δικαιούνται ακόμη και στα έξοδα της αίτησης των εναγόμενων, ημερομηνίας 17/11/2025, την οποία αυτοί απέσυραν στις 7/4/2026, με ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών ότι τα έξοδά της, θα ακολουθούσαν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης.

 

Οι ενάγοντες, συμμορφούμενοι με τον κανονισμό 9(1) του ίδιου Μέρους υπόβαλαν κατάλογο των εξόδων που αξιώνουν για τις δυο αιτήσεις. Για την παρούσα αίτηση αξιώνουν το ποσό των €8.032,50 στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α., ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των €1.282.5, πλέον €23, πραγματικά έξοδα. Για την αίτηση, ημερομηνίας 17/11/2025 αξιώνουν το ίδιο ποσό μαζί με το Φ.Π.Α, πλέον €22, πραγματικά έξοδα

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα κάθε μιας από τις δυο αυτές αιτήσεις, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €4.000, πλέον Φ.Π.Α., για κάθε αίτηση, πλέον €23, πραγματικά έξοδα, στην παρούσα αίτηση και €22, στην αίτηση, ημερομηνίας 17/11/2025 επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων.

 

 

                                                                         (Υπ.) ...…………………………..

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο