ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 262/2025 (IJ)
Μεταξύ:
EVRIPIDES DEMETRIOU
Ενάγοντας,
ν.
RIME INFORMATION BUREAU LIMITED (HE26523)
Εναγόμενης.
Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερομηνίας 31/10/2025
Ημερομηνία: 9 Ιουλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Εναγόμενη / Αιτήτρια: κα Κάλια Γεωργίου
Ενάγοντας / Καθ’ου η Αίτηση: Καμία Εμφάνιση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Στις 8/3/2025 ο Ενάγοντας/Καθ’ου η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας») καταχώρησε, δυνάμει του Μέρους 7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Έντυπο Απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη»).
2. Στις 14/3/2025 η Εναγόμενη, μέσω δικηγόρου, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, δια του οποίου δήλωσαν ότι προτίθενται να αμφισβητήσουν την απαίτηση του Ενάγοντα και ακολούθησε από πλευράς της στις 31/10/2025 η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης.
3. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 3.1-3.3, 3.9, 3.10, 3.13 και 3.14, Μέρος 7.1(1)(α), 7.4, Μέρος 23.1-23.5, 23.13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Μέσω της αίτησης ζητείται διάταγμα διαγραφής του Έντυπου Απαίτησης, εφόσον α) δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και/ή β) συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, και/ή γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό.
4. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη στην τελευταία ένορκη δήλωση του γραμματέα της Εναγόμενης, εις την οποία δηλώνει την πηγή γνώσης του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και την εξουσιοδότηση του, και ακολούθως, παραθέτει τα γεγονότα που κατ’ ισχυρισμόν της Εναγόμενης δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης της.
5. Συνοπτικά, ο ομνύοντας αναφέρει ότι η Εναγόμενη εταιρεία δεν έχει, ούτε ποτέ είχε, οποιαδήποτε σχέση με την εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ, ιδιοκτησιακή ή άλλη και κατά συνέπεια ούτε ευθύνεται για οτιδήποτε δημοσιεύεται σε αυτήν, τα οποία αποτελούν και αντικείμενο της απαίτησης του Ενάγοντα. Το ίδιο το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν αποκαλύπτει οιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης, και συνιστά, μαζί με την όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δεν καταχώρησς Έκθεση Απαίτησης, ως προνοούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, αλλά ούτε και απέστειλε προηγουμένως το απαιτούμενο πρωτόκολλο στην πλευρά της Εναγόμενης. Περαιτέρω, προέβηκε στην επίδοση Έντυπου Απαίτησης στην Εναγόμενη, το οποίο δεν συνιστούσε πιστό αντίγραφο του Έντυπου Απαίτησης στον φάκελο του Δικαστηρίου.
6. Ο Εναγόμενος, ο οποίος εκπροσωπεί από την αρχή της διαδικασίας τον εαυτό του, καταχώρησε ένσταση, η οποία, πέραν της αναφοράς στον αριθμό του εντύπου αρ.36 και στην σχετική δικονομική διάταξη, δεν συμμορφώνεται με το περιεχόμενο του εν λόγω εντύπου ως αυτό καθορίζεται από τους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, και ούτε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, είναι συντεταγμένο μερικώς στην Ελληνική, και μερικώς στην Αγγλική γλώσσα. Από το περιεχόμενο της ένστασης και των συνημμένων σε αυτήν εγγράφων, προκύπτει ως μοναδικό ‘παράπονο’ του Ενάγοντα, η εξουσιοδότηση της δικηγόρου της Εναγόμενης, από τους πελάτες της.
7. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη μόνο στην βάση της γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, εφόσον η ένσταση του Ενάγοντα δεν συνοδεύετο από γραπτή μαρτυρία και, στο σχετικό πεδίο, η ένσταση του παρέπεμπε μόνο στο διοριστήριο της Εναγόμενης, με χειρόγραφες σημειώσεις, προφανώς του ιδίου του Ενάγοντα. Στην απουσία εμφάνισης από πλευράς του Ενάγοντα κατά τις ημερομηνίες που ήταν ορισμένη η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε γραπτή αγόρευση στον φάκελο της υπόθεσης μόνο από πλευράς της Εναγόμενης, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε, μέσω της συνηγόρου της.
8. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου της Αίτησης και της γραπτής μαρτυρίας που τη συνοδεύει. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου της Ένστασης, στην έκταση που είναι συντεταγμένη στην Ελληνική γλώσσα αλλά και γενικότερα του φάκελου της υπόθεσης. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει επίσης ληφθεί υπόψη από πλευράς του Δικαστηρίου.
9. Σε σχέση με την εξουσία διαγραφής δικογράφου, το Μέρος 3 καν.3 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα αναφέρονται ως οι «ΝΚΠΔ») προνοεί τα εξής:
«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου
(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
.............................................................................................................................................
(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού»
10. «Δικόγραφο», σύμφωνα με τον ερμηνευτικό Μέρος 2 καν.3 των ΝΚΠΔ «σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης.....»
11. Γενικά, οι αιτήσεις για την έκδοση διατάγματος διαγραφής πρέπει να υποβάλλονται κατά τo στάδιο της προδικασίας (συνήθως μαζί με αίτηση για συνοπτική απόφαση). Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτή του την εξουσία αμέσως πριν από τη δίκη ή ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης. Η πλέον ενδεδειγμένη πρακτική είναι ότι οι αιτήσεις βάσει του Μέρους 3 καν.3 να πρέπει να υποβάλλονται το συντομότερο δυνατόν και πριν από την ενσωμάτωση της απαίτησης στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου.
12. Οι λόγοι που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) του Μέρους 3 καν.3(2) καλύπτουν τα δικόγραφα τα οποία είναι αδικαιολογήτως ασαφή, ασυνάρτητα, κακόβουλα ή προδήλως αβάσιμα, καθώς και άλλες περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση ή υπεράσπιση.
13. Παραδείγματα περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης (καν.3(2)(α)) αποτελούν απαιτήσεις οι οποίες (i) δεν παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός που να καταδεικνύει το αντικείμενο της απαίτησης, (ii) είναι ασυνάρτητες και δεν βγάζουν νόημα ή (iii) παραθέτουν μεν γεγονότα κατά τρόπο συνεκτικό, δηλαδή με μια λογική συνέπεια και συνέχεια, πλην όμως τα εν λόγω γεγονότα, ακόμη και αν είναι αληθή, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση κατά του εναγόμενου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικό, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον το ελάττωμα μπορεί να διορθωθεί με τροποποίηση και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, θα πρέπει πρώτα να δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο διάδικο να το τροποποιήσει, προτού το ίδιο προχωρήσει με τη διαγραφή του (βλ.Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB)).
14. Παρόλο που ο ορισμός «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας» (Μέρος 3 καν.3(2)(β)) δεν τυγχάνει επεξήγησης στους ΝΚΠΔ, έχει επεξηγηθεί από την Νομολογία. Για παράδειγμα η «χρήση της διαδικασίας για ένα σκοπό ή με έναν τρόπο σημαντικά διαφορετικό από τον συνηθισμένο και αναμενόμενο» (βλ. Attorney General v Barker [2000] 1 F.L.R. 759, DC). Περαιτέρω, όταν ζητείται η επανεκδίκαση ζητημάτων που έχουν ήδη εκδικαστεί σε άλλες υποθέσεις (βλ. Henderson ν Henderson (1843) 3 Hare 100). Ομοίως, όταν το όφελος που μπορεί να έχει ο ενάγοντας από την απαίτηση είναι τόσο περιορισμένης αξίας ώστε να μην αξίζει τον κόπο, και το κόστος της διαδικασίας είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όφελος (βλ. Wallis v Valentine [2002] EWCA Civ 1034 και Jameel v Dow Jones and Co [2005] EWCA Civ 75). Το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη κατάχρησης διαδικασίας το φέρει ο Αιτητής (βλ. Solland International v Clifford Harris & Co) και το αναμενόμενο επίπεδο απόδειξης είναι υψηλό (βλ. Michael Wilson v Sinclair).
15. Λόγοι διαγραφής με βάση το εδάφιο (γ) του καν.3(2), καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες η κατάχρηση δεν έγκειται στο ίδιο το δικόγραφο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έχει προωθηθεί η απαίτηση ή η υπεράσπιση, όπως σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που καθορίζονται από κανονισμούς ή διατάγματα.
16. Όσο αφορά την υποχρέωση για καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Μέρος 7 και 16 των ΝΚΠΔ. Παραθέτω αυτούσιους τους σχετικούς κανονισμούς κατωτέρω:
«7.4. Έκθεση απαίτησης
(1) Έκθεση απαίτησης πρέπει:
(α) να περιέχεται στο έντυπο απαίτησης και να επιδίδεται με αυτό, ή
(β) να καταχωρίζεται εντός 28 ημερών από την επίδοση του εντύπου απαίτησης και να επιδίδεται στη συνέχεια από τον ενάγοντα στον εναγόμενο όσο συντομότερα είναι εφικτό.»
«16.11. Έκθεση απαίτησης
(1) Εφόσον είναι πρακτικά εφικτό, η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιέχεται στο έντυπο απαίτησης.
(2) Όταν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης, πρέπει να καταχωρίζεται ξεχωριστά εντός 28 ημερών από την επίδοση του εντύπου απαίτησης.
(3) Αν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης, το έντυπο απαίτησης πρέπει επίσης να περιέχει δήλωση ότι θα ακολουθήσει έκθεση απαίτησης.»
17. Κατ’εφαρμογήν της πιο πάνω νομικής πτυχής, διαπιστώνεται από τον φάκελο ότι ενώ ο Ενάγοντας καταχώρησε Έντυπο Απαίτησης στις 8/3/25, μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης κατά παράβαση του Μέρους 7 και 16 των ΝΚΠΔ. Πρόκειται για περίοδο η οποία υπερβαίνει το ένα έτος από την εμφάνιση της Εναγόμενης στην διαδικασία στις 14/3/25.
18. Παράλληλα, διαφαίνεται από το φάκελο, ότι ο Ενάγοντας αξιοποίησε την εν λόγω περίοδο καταχωρώντας άλλα έγγραφα, πέραν της έκθεσης απαίτησης, όπως, για παράδειγμα, επιστολή προς το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από τα σχετικά πρακτικά, ο Ενάγοντας, παρά την ένσταση που καταχώρησε, δεν έδειξε οιονδήποτε άλλο ενδιαφέρον όσο αφορά την υπό κρίση αίτηση η οποία εξακολουθούσε να εκκρεμεί για εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και γενικότερα την προώθηση της απαίτησης του, δια των ενδεδειγμένων δικονομικών διαβημάτων. Ενώ είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του όσο αφορά την μη προώθηση των εν λόγω διαβημάτων και την από πλευράς του καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, επέλεξε να επικεντρωθεί σε λόγο ένστασης, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, εφόσον δεν αποτελεί λόγο ένστασης στο πλαίσιο αίτησης διαγραφής.
19. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των Αγγλικών Δικαστηρίων, καθώς και του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κάθε Δικαστήριο έχει δικαίωμα και υποχρέωση να προστατεύσει τόσο τη διαδικασία ενώπιόν του, όσο και τη γενικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Στην απόφαση του Court of Appeal Ismail Abdullah Bhamjee v. David Forsdick and others [2003] EWCA Civ 1113 διαβάζονται τα ακόλουθα:
« This court, therefore, like any court, has an inherent jurisdiction to protect its processes from abuses of this kind. The next question is to determine what measures are appropriate for this purpose. It is now well settled both at common law and under Strasbourg jurisprudence that a court has power to regulate its affairs in such a way that its processes are not abused. The governing principles are set out clearly in the judgements of the European Court of Human Rights in Golderv. UK (A/18) 1 EHRR 524 at paras 36 and 38 -39; Ashingdane v. UK (A/93) 1985 7 EHRR at para57; ...».
20. Στην απόφαση Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α. Ποιν. Εφ. 348/18 ημερ. 31/05/2019, ECLI:CY:AD:2019:B207, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης:
« Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.»
21. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη και πηγάζει από το γεγονός ότι είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ismail Abdullah Bhamjee (ανωτέρω):
« The court, therefore has power to take appropriate action whenever it sees that its functions as a court of justice are being abused. The advent of the Civil Procedure Rules makes the nature of those functions more transparent. A court's overriding objective is to deal with cases justly. This means, among other things, dealing with cases expeditiously and allotting to them an appropriate share of its resources (while taking into account the need to allot resources to other cases). This objective is thwarted and the process of the court abused if litigants bombard the court with hopeless applications. They thereby divert the court's resources from dealing with meritorious disputes, delay the handling of those disputes, and waste skilled and scarce resources on matters totally devoid of any merit».
22. Εν προκειμένω, έχοντας υπόψη την πιο πάνω περιγραφείσα αδιαφορία και γενικότερη συμπεριφορά του Ενάγοντα στo πλαίσιo της παρούσας υπόθεσης, η οποία επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον φάκελο του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι η Εναγόμενη απέσεισε το βάρος που απαιτείτο για να αποδείξει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση της, προκαλώντας παράλληλα έκδηλη αδικία προς το πρόσωπο της. Συνακόλουθα, κρίνω ότι ο Ενάγοντας κατά την προώθηση της απαίτησης του ενήργησε με καταχρηστικό τρόπο, στην έκταση που δικαιολογείται η διαγραφή της απαίτησης του.
23. Για τους λόγους που προανέφερα, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής του Έντυπου Απαίτησης του Ενάγοντα ημερ.8/3/25 και η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απαίτηση, απορρίπτεται.
24. Όσο αφορά τα έξοδα της αίτησης και της απαίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων, καταχωρώντας κατάλογο εξόδων ως προνοεί ο Μέρος 39 καν.9(1). Για τον ίδιο λόγο κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όσο αφορά τον συνοπτικό υπολογισμό από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου.
25. Συνακόλουθα, επιδικάζονται έξοδα της αίτησης και της απαίτησης υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, μειωμένα κατά 10%, ως υπολογιστούν από πλευράς του Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο