Μιχάλη Σπύρου ν. Νικόλα Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής: 10/19, 29/7/2026
print
Τίτλος:
Μιχάλη Σπύρου ν. Νικόλα Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής: 10/19, 29/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 10/19

Μεταξύ:

 

Μιχάλη Σπύρου

 Ενάγοντας

 

και

 

 

Νικόλα Νεοκλέους

 

Εναγόμενος

 

-------------------

 

Ημερομηνία:  29.07.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντα: κ. Ε. Μάνουλος για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο: κ. Μ. Αρμεύτης για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

 

 

AΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Με την παρούσα αγωγή, σύμφωνα με το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 07.01.19, ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για την παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής του, η οποία κατ’ισχυρισμό συντελέστηκε από τον Εναγόμενο με την παράνομη ηχογράφηση και/ή παραποίηση των μεταξύ τους συνομιλιών χωρίς την πρότερα συγκατάθεση και γνώση του.

 

Δικόγραφα

 

2.    Στην Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος και ήταν Μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (εφ’εξής «η Κ.Ο.Π.») ενώ ο Εναγόμενος ήταν Διαιτητής «ανοιχτής κατηγορίας» και στη συνέχεια διαιτητής «επιλογής» και διαιτήτευε, κυρίως, παιχνίδια εις τα Εφηβικά και Προαιρετικά Πρωταθλήματα της Κ.Ο.Π.

 

3.    Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος, σε διάφορες ημερομηνίες, εντός των ετών 2010 και 2011, εσκεμμένα ηχογραφούσε τηλεφωνικές συνομιλίες του με τον Ενάγοντα («εφ’εξής «οι επίδικές συνομιλίες»), οι οποίες ήταν ιδιωτικές, χωρίς την προτεραία συγκατάθεση και/ή γνώση του τελευταίου, ως ανέφερε ο Εναγόμενος στην γραπτή του κατάθεση ημερ. 24.12.14 προς την Αστυνομία όπου αποκάλυψε το περιεχόμενο των εν λόγω ιδιωτικών επικοινωνιών εις πλήρη γνώση του ότι αυτό ήταν προϊόν υποκλοπής και/ή παράνομης ηχογράφησης. Επιπρόσθετα, προβάλλει τη θέση ότι ο Εναγόμενος δημοσιοποίησε και προμήθευσε επιλεκτικά αποσπάσματα των επίδικων συνομιλιών σε τρίτα πρόσωπα διευρύνοντας την παράνομη δημοσιοποίηση των προσωπικών επικοινωνιών του με τον Ενάγοντα κατά παράβαση των συνταγματικών και/ή νομικών δικαιωμάτων αυτού. Αναφορά γίνεται επίσης σε ένορκη μαρτυρία του Εναγόμενου στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης, όπου ο Εναγόμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην Αστυνομία ημερ. 24.12.14 και προέβη σε εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο των επίδικων συνομιλιών.

 

4.    Θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι πιο πάνω ενέργειες έλαβαν χώρα χωρίς την προηγούμενη γνώση και/ή συγκατάθεση του Ενάγοντα και συνιστούν κατάφωρή παραβίαση των συνταγματικών και/ή νομικών δικαιωμάτων του και/ή της ιδιωτικής του ζωής. Προς τούτο προέβη και σε αναφορά στον, κατά τη θέση του, στόχο του Εναγόμενου να εκθέσει τον Ενάγοντα και/ή να τον εκβιάσει και/ή να αποκομίσει προσωπικό όφελος σχετικά με την καριέρα του ως Διαιτητής σπιλώνοντας ταυτόχρονα το όνομα του Ενάγοντα και/ή την υπόσταση αυτού ως προσώπου επαγγελματία τραπεζικού και/ή ως παράγοντα στο χώρο του Κυπριακού Ποδοσφαίρου. Ως αποτέλεσμα, ο Ενάγοντας υπέστη τεράστια και/ή ανεπανόρθωτή ζημιά στην προσωπική και/ή επαγγελματική του ζωή και/ή ως παράγοντας του Κυπριακού Ποδοσφαίρου.

 

5.    Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας ήταν μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της Κ.Ο.Π. καθώς και ότι ο ίδιος ήταν Διαιτητής «ανοιχτής κατηγορίας» και στη συνέχεια διαιτητής «επιλογής» και διαιτήτευε, κυρίως, παιχνίδια εις τα Εφηβικά και Προαιρετικά Πρωταθλήματα της Κ.Ο.Π.

6.    Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ισχυρίζεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες εντός  των ετών 2010 και 2011 προειδοποίησε τον Ενάγοντα ότι θα ηχογραφούσε συνομιλίες τους. Εντούτοις, θέση του Εναγόμενου είναι ότι Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο και χωρίς να γνωρίζει τον Εναγόμενο, τον καλούσε επανειλημμένα τηλεφωνικά και επικαλούμενος την ιδιότητα του ως μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της Κ.Ο.Π. ζητούσε από τον Εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του ως διαιτητή, να μεροληπτήσει υπέρ συγκεκριμένων ποδοσφαιρικών ομάδων, με τρόπο παράνομο και/ή αντικανονικό και/ή καταχρηστικό και/ή ανήθικο και/ή καλώντας τον να συνωμοτήσει μαζί του και/ή επεμβαίνοντας στο τρόπο άσκησης του επαγγέλματος του και/ή της θέση του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, μετά από συνεχείς τηλεφωνικές οχλήσεις και/ή παράνομες και/ή ανήθικες και/ή καταχρηστικές παροτρύνσεις από τον Ενάγοντα, προειδοποίησε τον τελευταίο ότι θα ηχογραφήσει τις συνομιλίες τους και θα τις παραδώσει στα αρμόδια όργανα. Εντούτοις, ο Ενάγοντας τον αγνόησε και συνέχισε να τον καλεί και να τον παροτρύνει να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα, προσπαθώντας να τον επηρεάσει στην άσκηση του επαγγέλματος του.

 

7.    Ο Εναγόμενος αρνείται ότι δημοσιοποίησε και/ή προμήθευσε επιλεκτικά αποσπάσματα των επίδικων συνομιλιών. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι προέβη σε ένορκη μαρτυρία στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης, όπου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην Αστυνομία ημερ. 24.12.14 και προέβη σε εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο των επίδικων συνομιλιών, διευκρινίζοντας ότι ο Ενάγοντας ήταν Κατηγορούμενος στην εν λόγω ποινική υπόθεση και δεν υπήρξε ένσταση στην κατάθεση, ως τεκμήριο, της κατάθεσης που ο Εναγόμενος έδωσε στην Αστυνομία στις 24.12.14. Επιπρόσθετα, προβάλλει τη θέση ότι ο Ενάγοντας παραδέχτηκε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερ. 24.12.14, εφόσον παραδέχθηκε ενοχή στην εν λόγω ποινική υπόθεση. 

 

8.    Θέση του Εναγόμενου είναι ότι ενήργησε αναλογιζόμενος την ευθύνη του έναντι στο άθλημα και/ή τον αθλητισμό και/ή τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις και/ή την επαγγελματική του ηθική, λόγω της ιδιότητας του ως επαγγελματίας διαιτητής. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι όποιες κυρώσεις επήλθαν στον Ενάγοντα οφείλονται αποκλειστικά στη δική του παράνομη και αντιεπαγγελματική και/ή αντιαθλητική και/ή αντιδεοντολογική και/ή ανήθικη και/ή καταχρηστική συμπεριφορά του. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του.

 

Η ακροαματική διαδικασία

 

9.    Πριν την ακροαματική διαδικασία η κατάθεση του Εναγόμενου ημερ 24.12.14 που δόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15, (εφ’εξής «η κατάθεση του Εναγόμενου») κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 και προς τούτο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η κατάθεση του Εναγόμενου δόθηκε και υιοθετήθηκε από τον ίδιο στα πλαίσια της προαναφερθείσας ποινικής υπόθεσης όχι όμως ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Περαιτέρω, κατατέθηκε, εκ συμφώνου, η επιστολή ημερ. 10.11.11 του Ενάγοντα προς τον Πρόεδρο της Κ.Ο.Π. αναφορικά με την παραίτηση του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή στάλθηκε από τον Ενάγοντα προς τον Πρόεδρο Κ.Ο.Π. σε σχέση με την παραίτηση του. Περαιτέρω, εκ συμφώνου, κατατέθηκε αντίγραφο της απόφασης ημερ. 31.10.25 του Εφετείου στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 157/22 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3.

 

10. Κατά την ακροαματική διαδικασία, προς απόδειξη της αγωγής του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ.1) ενώ για τον Εναγόμενο κατάθεσε ο  ίδιος και η «Α.Σ» (ΜΥ.2).

 

11. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους, καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK"BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική Έφεση Αρ. 117/2018, ημερ. 16.03.2022).

 

Η Μαρτυρία

 

Σύνοψη μαρτυρίας του Ενάγοντα

 

12. Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά.

 

13. Ο Ενάγοντας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α), όπου αναφέρει ότι κατά τα έτη 2009 με 2011 ήταν Μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της Κ.Ο.Π. και εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος ενώ ο Εναγόμενος, κατά τα έτη 2010 και 2011, ήταν Διαιτητής «ανοιχτής κατηγορίας» και στη συνέχεια διαιτητής «επιλογής» και διαιτήτευε, κυρίως, παιχνίδια εις τα Εφηβικά και Προαιρετικά Πρωταθλήματα της Κ.Ο.Π.

 

14. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ανέφερε ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο, ήτοι κατά τα έτη 2010-2011, είχε ιδιωτικές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Εναγόμενο, τις οποίες ο Εναγόμενος ηχογραφούσε. Προς τούτο ο Ενάγοντας προβαίνει σε αναφορά πότε ο ίδιος ενημερώθηκε για τα πιο πάνω και τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι ηχογραφήσεις των επίδικων συνομιλιών (εφ’εξής «οι επίδικες ηχογραφήσεις») αλλά και οι δημοσιοποιήσεις τους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αναφορικά με το περιεχόμενο των εν λόγω ηχογραφήσεων καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του ενώ δεν καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου σε σχέση με τις κατ’ισχυρισμό παράνομες ηχογραφήσεις. Ως εκ τούτου, αποτάθηκε στους δικηγόρους του, οι οποίοι τον ενημέρωσαν για τα δικαιώματα του και προς τούτο έδωσε οδηγίες για την προώθηση της υπό κρίση αγωγής και της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 17685/18, η οποία προωθήθηκε εναντίον του Εναγόμενου και στο πλαίσιο της οποίας ο Εναγόμενος, ως Κατηγορούμενος, καταδικάστηκε.

 

15. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος φύλαξε τις ηχογραφήσεις στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και τις παρέδωσε στην Αστυνομία την 24.12.14 και στον «Μ.Π.» ενώ πιστεύει επίσης ότι τις παρέδωσε και στον «Λ.Τ» και μέσω αυτών παραδόθηκαν και σε άλλα πρόσωπα και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (εφ’εξής «τα Μ.Μ.Ε.»). Θέση του Ενάγοντα είναι ότι ο Εναγόμενος προέβη στις εν λόγω ηχογραφήσεις προκειμένου να αποκομίσει προσωπικό όφελος και να προωθήσει την καριέρα του ως διαιτητής.

 

16. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος τον ηχογράφησε εν αγνοία του και δημοσιοποίησε απόσπασμα από τις επίδικες συνομιλίες για να αλλάξει το νόημα της συζήτησης. Ως αποτέλεσμα, υπέστη τεράστια ανεπανόρθωτη ζημιά στην προσωπική του ζωή καθώς και ως παράγοντας του κυπριακού ποδοσφαίρου. Ενδεικτικά, ανέφερε, ότι ο υιός του, ο οποίος φοιτούσε στο τρίτο έτος του Πανεπιστημίου Κύπρου, λόγω της δημοσιότητας που έλαβε η υπόθεση δεχόταν χαρακτηρισμούς και ψυχολογική πίεση από τους συμφοιτητές του και ως εκ τούτου διάκοψε τις σπουδές του. Ενώ ο ίδιος ο Ενάγοντας, ένεκα της αναφοράς του ονόματος του σε Μ.Μ.Ε, δέχθηκε την απαξίωση από το κοινωνικό του περιβάλλον. Προς τούτο αναφέρθηκε στις σχετικές αναφορές του ονόματος του στα Μ.Μ.Ε. αλλά και στο γεγονός ότι το όνομα του αναφέρθηκε και σε διάφορες ιστοσελίδες και Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (εφ’εξής «τα Μ.Κ.Δ.»), ως διαπίστωσε ο ίδιος προσωπικά. Επίσης, ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στην αναγραφή υβριστικών συνθημάτων στο Γυμνάσιο «Άγιας Βαρβάρας» στη Λεμεσό, ως πληροφορήθηκε από φίλους του εκπαιδευτικούς. Ως εκ τούτου, αξιώνει απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης του.

 

17. Κατά την αντεξέταση του, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι δεν λάμβανε μισθό ως μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας και ότι το επάγγελμα του ήταν αυτό του τραπεζικού υπαλλήλου. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι τον Εναγόμενο τον γνώριζε, στο πλαίσιο της ιδιότητας του ως μέλους της προαναφερθείσας Επιτροπής, ως διαιτητή και ότι υπήρχε σχέση φιλίας μεταξύ τους ενώ δήλωσε τις ηλικίες των μερών κατά τον ουσιώδη χρόνο. O Ενάγοντας επιπλέον διευκρίνισε τον λόγο για τον οποίο παραιτήθηκε ως μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας, απορρίπτοντας τη θέση ότι ήταν εις γνώση του η καταγγελία εναντίον του και γι’αυτό αναγκάστηκε σε παραίτηση από την Κ.Ο.Π.   

 

18. Αναφορά έγινε από τον Ενάγοντα στο τι αφορούσε η ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του, στο τι ο ίδιος παραδέχθηκε και στην ποινή που του επιβλήθηκε ενώ αρνήθηκε ότι υπήρχε χειραγώγηση αγώνων. Προς τούτο, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι αφού αποπερατώθηκε η ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15 περί τον Απρίλιο του 2018 και είδε ότι δεν προωθήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου, τότε αποτάθηκε στον συνήγορο του. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας πρόσθεσε ότι όταν έλαβε το μαρτυρικό υλικό της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 αντιλήφθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του και προς τούτο αποτάθηκε στον τότε δικηγόρο του που τον συμβούλευσε να περιμένει την Αστυνομία να προωθήσει ποινική δίωξη εναντίον του Εναγόμενου.

 

19. Επίσης, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι δεν έλαβε το «USB», ως αναφέρεται στην κατάθεση του Εναγόμενου και στο οποίο περιλαμβάνονται οι επίδικες ηχογραφήσεις των διαδίκων. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι από την κατάθεση του Εναγόμενου προκύπτει ότι αυτός τον ηχογραφούσε κατά τα έτη 2010-2011, ότι ο Εναγόμενος φύλαξε τις ηχογραφήσεις στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και ότι τις παρέδωσε στην Αστυνομία την 24.12.14.

 

20. Ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι συνομιλούσε με τον Εναγόμενο αναφορικά με το ποδόσφαιρο και μόνο, όπως με όλους τους διαιτητές. Επίσης προέβη σε περαιτέρω αναφορά στη ζημιά που υπέστη από τη δημοσιοποίηση των επίδικων ηχογραφήσεων από τα Μ.Μ.Ε. και ότι στα δημοσιεύματα παρουσιαζόταν αποσπασματικά μόνο η απάντηση του ιδίου χωρίς την ερώτηση και ως εκ τούτου προέκυπτε άλλο νόημα στη συνομιλία. Προς τούτο, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν προέβη σε αγωγή για τα δημοσιεύματα και εξήγησε τον λόγο που δεν προώθησε τέτοια αγωγή. Περαιτέρω, ως Τεκμήριο 4, κατατέθηκε το άρθρο στο ένθετο της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» «Goal» ημερ. 15.01.15 με αρ. φύλλου 1671. Ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι η ζημιά που του προκάλεσε η εφημερίδα ήταν εις γνώση του από το 2015 όταν πήρε και το μαρτυρικό υλικό.  Ο Ενάγοντας διευκρίνισε επίσης ότι άκουσε τις επίδικες ηχογραφήσεις αποσπασματικά στο «Σίγμα» χωρίς να θυμάται πότε. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι ο υιός του δεν συνέχισε τις σπουδές του καθώς, λόγω της υπόθεσης του, υπέστη εκφοβισμό («bullying»), πίεση και ειρωνείες από τους συμφοιτητές του.

 

21. O Ενάγοντας απέρριψε τη θέση ότι ο Εναγόμενος, αφού τον έπαιρνε ο Ενάγοντας πολλές φορές τηλέφωνο και του έλεγε να μεροληπτήσει υπέρ δεξιών ομάδων, τον ενημέρωνε ότι θα τον ηχογραφήσει, συμπληρώνοντας ότι ο Εναγόμενος τον έπαιρνε τηλέφωνο τις περισσότερες φορές και ότι αυτό γινόταν μετά από τους αγώνες. Σε υποβολή ότι οι συνομιλίες που έγιναν μεταξύ των μερών δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της ιδιωτικής συνομιλίας γιατί μιλούσαν για θέματα ποδοσφαίρου, ο Ενάγοντας απάντησε «όχι πάντα» και αναφέρθηκε σε περίπτωση που τον κάλεσε ο Εναγόμενος στο τηλέφωνο και τον ρώτησε γιατί δεν κλήθηκε στην χοροεσπερίδα του «ΔΗΣΥ». Επιπλέον, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του Εναγόμενου ήρθε και τον βρήκε και του ζήτησε να βοηθήσει τον υιό του. Τέλος, ο Ενάγοντας διευκρίνισε από ποιους, κατά τη θέση του, επιθυμούσε ο Εναγόμενος να αποκομίσει όφελος από τις επίδικες ηχογραφήσεις που έγιναν το 2010, προσθέτοντας ότι ο Εναγόμενος έδωσε αυτές για την ανέλιξη του, ως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου.

22. Ο Εναγόμενος αναγνώρισε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1), ως κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία το 2014. Προς τούτο, διευκρίνισε ότι, όταν ο «Μ.Π.», ο οποίος ήταν διαιτητής και μέλος του Συνδέσμου Διαιτητών Κύπρου, «έβγαλε προς τα έξω όλα όσα είχε στην κατοχή του σχετικά με το κυπριακό ποδόσφαιρο»,  κλήθηκε από την Αστυνομία για να δώσει κατάθεση σχετικά με στημένους αγώνες κατά τη διάρκεια του «2009-2010», όταν ο Ενάγοντας τον έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο για να στήνει αγώνες «U15, U17, τρίτη και τέταρτη κατηγορία» ενώ ο Εναγόμενος τον ενημέρωνε ότι θα τον ηχογραφούσε. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ο «Μ.Π.» «τα έδωσε» στην Κ.Ο.Π. ενώ αργότερα ενημερώθηκε ότι ο Ενάγοντας, ο οποίος τον όριζε να διευθύνει αγώνες, σταμάτησε από την διαιτησία. Προς τούτο, ο Εναγόμενος αναγνώρισε την επιστολή ημερ. 10.11.11 (βλ. Τεκμήριο 2) ως επιστολή με την οποία ο Ενάγοντας υπέβαλε την παραίτηση του στην Κ.Ο.Π. Ανέφερε επίσης ότι πληροφορήθηκε τους λόγους της παραίτησης του Ενάγοντα από τον «Μ.Π.» στον οποίο ο Εναγόμενος είχε παραδώσει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο Ενάγοντας τηλεφωνούσε τον Εναγόμενο. Πρόσθεσε ότι ο «Μ.Π.» ενημερώθηκε για την υποβολή παραίτησης του Ενάγοντα από την Κ.Ο.Π. καθώς και ότι η Κ.Ο.Π. τερμάτισε την αρμοδιότητα του Ενάγοντα να ορίζει διαιτητές στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία.

 

23. Αναφορικά με τις σχέσεις του με τον Ενάγοντα ανέφερε ότι δεν τον γνώριζε προσωπικά, ότι ήταν ο υπεύθυνος για τον διορισμό διαιτητών στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία ενώ δεν είχαν οποιαδήποτε κοινωνική και φιλική σχέση όπως και ούτε είχε σχέσεις ο Ενάγοντας με τον πατέρα του. Προς τούτο, προέβη σε αναφορά τι συζητούσαν όταν ο Ενάγοντας τον έπαιρνε συχνά τηλέφωνα, σχετικά με τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, καθώς και γιατί ο Εναγόμενος, αφού ενημέρωνε τον Ενάγοντα ότι θα τον ηχογραφούσε και θα ενημέρωνε την Κ.Ο.Π., προέβη σε ηχογραφήσεις των συνομιλιών τους. Προς τούτο εξήγησε γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι προειδοποίησε τον Ενάγοντα ότι θα τον ηχογραφούσε. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε επιπλέον και στην ηλικία των μερών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι δεν είχε οποιεσδήποτε συναντήσεις, εκτός για ποδοσφαιρικούς σκοπούς, με τον Ενάγοντα καθώς και ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που ο Ενάγοντας τον παρακινούσε να βοηθήσει κάποιες ομάδες, προσθέτοντας επί τούτου ότι μπορεί ο Ενάγοντας να είχε όφελος.

 

24. Κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι τα όσα αναγράφονται στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1) είναι αληθή. Θέση του Εναγόμενου ήταν ότι ο Ενάγοντας, ως μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας, ήταν υπεύθυνος να ορίζει μόνος του διαιτητές τρίτης και τέταρτης κατηγορίας, συμφωνώντας ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ξεκάθαρα στην κατάθεση του. Προς τούτο διευκρίνισε ότι η Επιτροπή Διαιτησίας, το «2009 – 2010», αποτελείτο από τον Πρόεδρο, ένα άτομο που ορίζει τη δεύτερη κατηγορία και ακόμη έναν άτομο που ορίζει την τρίτη και τέταρτη κατηγορία, χωρίς να γνωρίζει αν ήταν πενταμελής. Όσον αφορά το στήσιμο αγώνων, ο Εναγόμενος υπέδειξε σε σχετικό σημείο της κατάθεσης του, στο οποίο έκανε σχετική αναφορά και εξήγησε τι εννοούσε με την αναφορά του ότι ο Ενάγοντας του ζητούσε να «βοηθήσει» συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες, διευκρινίζοντας ότι ο Ενάγοντας τον έπαιρνε πάρα πολλές φορές και του έλεγε να τις βοηθήσει. Επί τούτου, ο Εναγόμενος δήλωσε ότι δεν άκουσε ποτέ τις «εντολές» του Ενάγοντα καθώς και ότι φοβόταν για την καριέρα του ενώ ο ίδιος δεν γνώριζε το λόγο που ο Ενάγοντας συνέχιζε να τον ορίζει, εφόσον δεν ακολουθούσε τις «εντολές» του, εκτός σε συγκεκριμένη περίπτωση που τον τιμώρησε ο Ενάγοντας, ως ανάφερε στην κατάθεση του.

 

25. Ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι ηχογραφούσε τα όσα του ανέφερε ο Ενάγοντας και τα οποία, κατά τη θέση του, συνιστούσαν «εντολές» να «βοηθήσει» συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες, προσθέτοντας ότι τούτο θα προέκυπε από την ακρόαση των επίδικων ηχογραφήσεων. Όσον αφορά τις επίδικες ηχογραφήσεις διευκρίνισε ότι δεν είναι στην κατοχή του αλλά ότι τις παρέδωσε με «USB» στην Αστυνομία ενώ τις διέγραψε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Θέση του Εναγόμενου είναι ότι ενημέρωσε από πριν τον Ενάγοντα ότι θα τον ηχογραφούσε αλλά ότι αυτή η ενημέρωση δεν ηχογραφήθηκε. Σε ερώτηση γιατί δεν το ανέφερε στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1) ότι ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι τον ηχογραφούσε, όταν του επιστήσε την προσοχή η Αστυνομία στην πιθανή διάπραξη ποινικού αδικήματος, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ξέχασε να το αναφέρει στον αστυνομικό ενώ διαφώνησε ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του και ψέματα. Περαιτέρω, διαφώνησε με την υποβολή ότι ηχογραφούσε τον Ενάγοντα εν αγνοία του.

 

26. Ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον Ενάγοντα, ούτε είναι φίλοι, ούτε υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Επανάλαβε ότι ηχογράφησε τον Ενάγοντα επειδή τον απειλούσε ότι αν δεν «βοηθούσε» δεν θα τον όριζε στους αγώνες, συνομιλία που κατ’ισχυρισμό καταγράφηκε στις επίδικες ηχογραφήσεις. Ακολούθως, ο Εναγόμενος διευκρίνισε ότι παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στην Αστυνομία, όταν τον πήραν τηλέφωνο για σκοπούς διεύρυνσης καταγγελιών του «Μ.Π.» εναντίον του Ενάγοντα, αλλά και στον «Μ.Π.». Προς τούτο εξήγησε γιατί παρέδωσε τις ηχογραφήσεις στον «Μ.Π.» αντί να αποταθεί στην Αστυνομία πρώτα ενώ τόνισε ότι δεν παρέδωσε τις επίδικές ηχογραφήσεις στα Μ.Μ.Ε. Προς τούτο, διευκρίνισε ότι το όλο ζήτημα έλαβε δημοσιότητα το 2014 μετά την κατάθεση του καθώς και ότι δεν έδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στον «Λ.Τ.».   

 

27. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση αναφορικά με τις επίδικες ηχογραφήσεις, στο πλαίσιο της οποίας καταδικάστηκε πρωτοδίκως, ενώ η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ’εφεση. Προς τούτο ανέφερε ότι ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον Δικαστηρίου μια φορά αλλά δεν θυμόταν τι ανάφερε ενώ συμφώνησε ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα και υπόθεση από τον Ενάγοντα εναντίον του ιδίου, χωρίς ο ίδιος να θυμόταν σε ποια υπόθεση κατέθεσε. Σε υποβολή ότι στην υπόθεση στην οποία κατέθεσε ο Εναγόμενος ανέφερε ότι προέβη στις επίδικες ηχογραφήσεις για να αποκομίσει όφελος, ο Εναγόμενος διαφώνησε ότι θα κέρδιζε κάτι.

 

28. Σχετικά με την παραίτηση του Ενάγοντα από την Επιτροπή Διαιτησίας, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ενημερώθηκε ανεπίσημα από τον «Μ.Π.», ο οποίος ήταν μέλος του Συνδέσμου Διαιτητών Κύπρου, ο οποίος συνεργάζεται με την Κ.Ο.Π., χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς ενημερώθηκε για την παραίτηση του Ενάγοντα. Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον λόγο παραίτησης του Ενάγοντα, αν υπήρχαν δημοτικές εκλογές το 2011 και εάν ο Ενάγοντας εξελέγη σε αυτές.

 

29. H ΜΥ.2 ανέφερε ότι είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και ειδικότερα ότι είναι υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε στην κατοχή της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 και προς τούτο αντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 του Ε.Δ. Λεμεσού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Κατά τη μαρτυρία της, η ΜΥ.2 προέβη σε αναφορά στο ιστορικό της εν λόγω ποινικής υπόθεσης και ότι στις 23.04.18 επιβλήθηκε ποινή στον Κατηγορούμενο, ήτοι στον νυν Ενάγοντα. Προς τούτο αντίγραφο της απόφασης ποινής ημερ. 23.04.18 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 του Ε.Δ. Λεμεσού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6.

 

30. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ.2 διευκρίνισε ότι η πηγή των γνώσεων της αναφορικά με την ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15 του Ε.Δ. Λεμεσού προκύπτουν από τον φάκελο αυτής. Σε ερώτηση κατά πόσο καταχωρήθηκε ηχογράφηση από κοινού μεταξύ του Κατηγορούμενου και της Κατηγορούσας Αρχής, από τον κατάλογο των τεκμηρίων, η ΜΥ.2 δεν εντόπισε κάτι σχετικό επί τούτου αλλά ούτε και εντός του ίδιου του φακέλου.

 

31. Τέλος, ο συνήγορος του Εναγόμενου, στις 13.02.26, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι εκκρεμεί προς εξέταση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου αίτηση για άδεια έφεσης εναντίον της απόφασης του Εφετείου στην Ποινική Έφεση Αρ. 157/22 (βλ. Τεκμήριο 3). Το σχετικό πρακτικό ημερ. 27.01.26 του Ανώτατου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της Αίτησης Αρ. 45/25, καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο Α

 

Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα

 

32. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των μερών, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:

 

(1)  Κατά τα έτη 2009 με 2011 ο Ενάγοντας ήταν μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της Κ.Ο.Π., όπου δεν λάμβανε μισθό, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος.

(2)  Ο Εναγόμενος, κατά τα έτη 2010 και 2011 ήταν διαιτητής «ανοιχτής κατηγορίας» και στη συνέχεια διαιτητής «επιλογής» και διαιτήτευε, κυρίως, παιχνίδια εις τα Εφηβικά και Προαιρετικά Πρωταθλήματα της Κ.Ο.Π.

(3)  Ο «Μ.Π.» ήταν διαιτητής και μέλος του Συνδέσμου Διαιτητών Κύπρου.

(4)  Καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15 στο Ε.Δ. Λεμεσού από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού εναντίον του νυν Ενάγοντα, ως Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήριο 5).  Η κατάθεση του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 1), δόθηκε και υιοθετήθηκε από τον ίδιο στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15. Ο νυν Ενάγοντας παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1, 2, 6 - 8, 12, 19, 20 και 24 του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 και στις 23.04.18 του επιβλήθηκε ποινή (βλ. Τεκμήριο 6).

(5)  Ο Ενάγοντας προώθησε εναντίον του Εναγόμενου την ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ’αρ. 17685/18 στην οποία ο τελευταίος ήταν Κατηγορούμενος και η οποία αφορούσε τη μαγνητοφώνηση, κατά την περίοδο 2010-2011, της μεταξύ τους ιδιωτικής τηλεφωνικής επικοινωνίας (βλ. σχετικά Τεκμήριο 3). Η προαναφερθείσα ποινική υπόθεση αφορούσε κατηγορίες για τα αδικήματα της (α) εσκεμμένης υποκλοπής και παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση του Άρθρου 3(1)(α) του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (Ν.92(I)/1996) (κατηγορία 1), (β) εσκεμμένης αποκάλυψης σε άλλο πρόσωπο του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση του Άρθρου 3(1)(γ) του Ν.92(I)/1996 (κατηγορία 2) και (γ) εσκεμμένης χρησιμοποίησης του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση του Άρθρου 3(1)(δ) του Ν.92(I)/1996 (κατηγορία 3). (βλ. σχετικά Τεκμήριο 3). Στις 30.06.22 εκδόθηκε πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου, η οποία επικυρώθηκε κατ’εφεση με την απόφαση του Εφετείου ημερ. 31.10.25 στο πλαίσιο της Ποινικής Έφεσης Αρ. 157/22 (βλ. Τεκμήριο 3).

(6)  Κατά τα έτη 2010 και 2011 ο Εναγόμενος ηχογραφούσε τις επίδικες συνομιλίες που είχε με τον Ενάγοντα.

(7)  Ο Ενάγοντας, μέσω της επιστολής του ημερ. 10.11.11 προς τον Προέδρο της Κ.Ο.Π. υπέβαλε την παραίτηση του από μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας (βλ. Τεκμήριο 2).

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας & Ευρήματα Δικαστηρίου

 

33. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Στη γραπτή αγόρευση του Εναγόμενου προβάλλεται η θέση ότι ο Ενάγοντας κωλύεται, λόγω κατάχρησης, να προωθεί την υπό κρίση αγωγή. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι (1) επειδή η κατάθεση του Εναγόμενου κατατέθηκε ως τεκμήριο στην ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15, χωρίς ένσταση εκ μέρους του Ενάγοντα, ο τελευταίος απεμπόλησε το δικαίωμά του να προωθήσει, σε μεταγενέστερη πολιτική διαδικασία, αξίωση για παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων, (2) επειδή ο Ενάγοντας, ενόψει παραδοχής του στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, αποδέχθηκε ότι οι επίδικες συνομιλίες ενέπιπταν στο πλαίσιο της ιδιότητάς του ως δημόσιου λειτουργού, κωλύεται να ισχυρίζεται ότι αυτές εμπίπτουν στη σφαίρα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ως προστατεύεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος και (3) υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αγωγής, παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας γνώριζε για τις επίδικες ηχογραφήσεις από το 2011. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν δύνανται να εξεταστούν, καθότι δεν έχουν δικογραφηθεί στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου.

 

34. Παρομοίως, δεν δύναται να εξεταστεί η θέση που προβάλλεται για πρώτη φορά στη γραπτή αγόρευση του Ενάγοντα ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται και σε παραβίαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο αφορά το απόρρητο της επικοινωνίας. Όπως προκύπτει από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ο Ενάγοντας θεμελίωσε την αξίωσή του αποκλειστικά στην παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματός του στην ιδιωτική ζωή. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να εξεταστεί αυτοτελής αξίωση δυνάμει του Άρθρου 17  του Συντάγματος.

 

35. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2012, ημερ. 19.04.18). Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/11, ημερ. 31.05.17). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1331 και ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, ημερ. 26.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A403).

 

36. Στη βάση των πιο πάνω αρχών, τυχόν μαρτυρία που προσκομίστηκε και δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ήτοι που εκφεύγει εξ ολοκλήρου των δικογραφημένων θέσεων των μερών ή επί θεμάτων που περιορίστηκαν από τους συνηγόρους, καθηκόντως θα αγνοηθεί και δεν θα τύχει περαιτέρω σχολιασμού. Ειδικότερα, αυτό που πραγματικά αποτελεί επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο οι επίδικες συνομιλίες μεταξύ των διαδίκων ηχογραφηθήκαν χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντα και, εάν ναι, κατά πόσο η ηχογράφηση τους συνιστά επέμβαση στην «ιδιωτική ζωή» του Ενάγοντα κατά το Άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και ποιες πραγματικές ζημιές προέκυψαν από τυχόν παραβίαση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος του Ενάγοντα.

 

37. Κατά την κατάθεση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, διαφάνηκε στο Δικαστήριο ότι επιθυμούσε να αποδώσει στον Εναγόμενο τη δημοσιοποίηση και την παραποίηση των όσων δημοσιεύθηκαν, από τα Μ.Μ.Ε., αναφορικά με το πρόσωπό του και τις επίδικες συνομιλίες, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνει επαρκώς τη θέση του αυτή. Περαιτέρω, δεν ήταν σαφής ως προς το ποιες ζημίες προκλήθηκαν στον ίδιο από την εκ μέρους του Εναγόμενου ηχογράφηση των επίδικων συνομιλιών και ποιες από τη μεταγενέστερη δημοσιοποίησή τους στα Μ.Μ.Ε. και στα Μ.Κ.Δ. Γενικά, η μαρτυρία του άφησε την εντύπωση ότι, σε ορισμένα ουσιώδη σημεία, προέβαινε περισσότερο σε εκτιμήσεις, αοριστίες και συμπεράσματα ως προς τις προθέσεις και τις ενέργειες του Εναγόμενου, χωρίς πάντοτε να τα διαχωρίζει σαφώς από γεγονότα που περιήλθαν στην προσωπική του γνώση ή που τεκμηριώνονταν από ανεξάρτητη μαρτυρία.

 

38. Η προφορική μαρτυρία του Εναγόμενου άφησε την εντύπωση ότι, σε ορισμένα σημεία, ήταν γενική και στερείτο της αναμενόμενης ακρίβειας και σαφήνειας ως προς τα διαδραματισθέντα. Παράλληλα, διαφάνηκε στο Δικαστήριο η προσπάθεια του να δικαιολογήσει ή να μετριάσει τη δική του ευθύνη αναφορικά με την ηχογράφηση των επίδικων συνομιλιών, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στις περιστάσεις και στους λόγους που, κατά τη θέση του, τον οδήγησαν στην εν λόγω ενέργεια. Βεβαίως, η πλείστη του προφορική μαρτυρία, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης του (βλ. Τεκμήριο 1).

 

39. Η ΜΥ.2, ως πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Δικαστηρίου, προέβη απλώς στην κατάθεση του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 και της σχετικής απόφασης ποινής ημερ. 23.04.18, ενώ αναφέρθηκε συνοπτικά στην πορεία της εν λόγω ποινικής υπόθεσης. Συνεπώς δεν υπάρχει ουσιώδης μαρτυρία της προς αξιολόγηση, πέραν του ότι καταχωρήθηκε η πιο πάνω ποινική υπόθεση, στην οποία, κατόπιν παραδοχής του νυν Ενάγοντα, του επιβλήθηκε ποινή, ως τα προαναφερθέντα εύρηματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία της, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος κατέθεσε, στο πλαίσιο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, στις 03.04.18. Η μαρτυρία της αυτή δεν αμφισβητήθηκε, ενώ ο Εναγόμενος δεν ήταν κατατοπιστικός επί του θέματος. Ως εκ τούτου γίνεται το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου.

 

40. Πιο κάτω θα αναφερθώ στη μαρτυρία του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, ως προς τα πραγματικά επίδικα γεγονότα, επισημαίνοντας τα σημεία της μαρτυρίας τους που δεν αποδέχομαι, ως αναξιόπιστα, καθώς και εκείνα τα οποία αποδέχομαι, παραθέτοντας προς τούτο τους λόγους που οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση του αυτή όπως και στα σχετικά ευρήματα του.

 

41. Όσον αφορά το περιεχόμενο των επίδικων συνομιλίων μεταξύ των διαδίκων, κατά τα έτη 2010 και 2011, τις οποίες ο Εναγόμενος ηχογράφησε, ενώπιον μου δεν τέθηκε το «USB» στο οποίο αυτές καταγραφήκαν, ως αναφέρεται στην κατάθεση του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 1). Ο Εναγόμενος, στη μαρτυρία του, διευκρίνισε ότι ο Ενάγοντας τον καλούσε τηλεφωνικώς πάρα πολλές φορές και ότι, κατά τις επίδικες συνομιλίες, τις οποίες ο ίδιος είχε ηχογραφήσει, του έδιδε ο Ενάγοντας «εντολές» όπως βοηθήσει συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες. Η μαρτυρία του αυτή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης του (βλ. Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται όχι μόνο ότι ο Ενάγοντας του τηλεφώνησε περισσότερες από δέκα φορές, ζητώντας του να βοηθήσει ποδοσφαιρικές ομάδες των κατηγοριών «U13–U21», αλλά και ότι του ζήτησε να βοηθήσει τέσσερις συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες, οι οποίες κατονομάζονται στην κατάθεση του. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην ομάδα «Διγενής Ορόκλινης» σε παιχνίδι της «τρίτης κατηγορίας» εναντίον της ομάδας «Σπάρτακος Κιτίου», στην ομάδα «Ευριπίδης Τραχωνίου» σε παιχνίδι της «τέταρτης κατηγορίας» εναντίον «αριστερής ομάδας», στην ομάδα «Άρη Λεμεσού» σε παιχνίδι της «U21» εναντίον της «Ομόνοιας Λευκωσίας» και στην ομάδα «Πάφου» σε παιχνίδια της «U15» και «U21» εναντίον της «Ανόρθωσης».

 

42. Από την άλλη ο Ενάγοντας ανάφερε ότι, αναφορικά με το περιεχόμενο των επίδικων συνομιλιών που ο Εναγόμενος ηχογράφησε, καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του. Πρόκειται για την ποινική υπόθεση αρ. 8095/15 του Ε.Δ. Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 5). Έχω ανατρέξει στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης τις οποίες ο Ενάγοντας παραδέχθηκε, ως τα προαναφερόμενα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σε αυτές καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας, διέγειρε τον Εναγόμενο στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος του δεκασμού δημόσιου λειτουργού και ότι, ενώ ήταν Δημόσιος Λειτουργός και επιφορτισμένος με την εκτέλεση καθηκόντων λόγω του λειτουργήματος του ως μέλος της Κ.Ο.Π, με αρμοδιότητα να ορίζει και να ελέγχει διαιτητές, ζήτησε από τον Εναγόμενο να βοηθήσει την ομάδα «Διγενής Ορόκλινης» στο παιχνίδι που θα διεξαγόταν την 05.02.11 μεταξύ των ομάδων «Σπάρτακος Κιτίου» εναντίον «Διγενή Ορόκλινης» για την «τρίτη κατηγορία», με αντάλλαγμα την μελλοντική καλή βαθμολόγηση του. Επίσης καταγράφεται ότι, κατά τρόπο που υποδήλωνε διαφθορά, προσφερε στον Εναγομενο δώρα για την τέλεση επιθυμητής διαιτησίας στον προαναφερόμενο αγώνα, δηλαδή την υπόσχεση για ανέλιξη ή μη τιμωρία του για τα διαιτητικά λάθη στα οποία θα υπόκυπτε. Αντίστοιχες λεπτομερείς αδικημάτων καταγράφονται και για το παιχνίδι της 05.03.11 μεταξύ των ομάδων «Κωνσταντίνος και Ευριπίδης Τραχωνίου» εναντίον «Φοίνικας Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς» για την «τέταρτη κατηγορία», καθώς και για το παιχνίδι μεταξύ των ομάδων «Πάφος» και «Ομόνοια Λευκωσίας» για την κατηγορία «U21».

 

43. Επί τούτου, σημειώνω ότι στην απόφαση ποινής ημερ. 23.04.18 (βλ. Τεκμήριο 6), αναφορικά με τις κατηγορίες που ο Ενάγοντας παραδέχθηκε, καταγράφεται ότι τα γεγονότα τέθηκαν γραπτώς ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και υιοθετηθήκαν από τα μέρη, πλην όμως αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Πάρα ταύτα, αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι το περιεχόμενο των επίδικων συνομιλιών των μερών, που αυτός ηχογράφησε, αφορούσε τις οδηγίες του Ενάγοντα όπως βοηθήσει συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες. Η μαρτυρία του επί τούτου επιβεβαιώνεται από την προγενέστερη κατάθεση του, καθώς και από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι το περιεχόμενο των επίδικων συνομιλιών σχετιζόταν με τα γεγονότα που αποτέλεσαν αντικείμενο των κατηγοριών τις οποίες παραδέχθηκε στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο των επίδικων συνομιλιών των μερών, που ηχογράφησε ο Εναγόμενος, αφορούσε τις οδηγίες του Ενάγοντα όπως βοηθήσει συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες. Βεβαίως, παραμένει άγνωστος ο ακριβής αριθμός των επίδικων τηλεφωνικών συνομιλιών που ηχογράφησε ο Εναγόμενος, εφόσον επί τούτου δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από οποιονδήποτε μάρτυρα.

 

44. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος δεν τον ενημέρωσε ότι ηχογραφούσε τις επίδικες συνομιλίες τους. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε επί τούτου ότι είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα. Εντούτοις, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, τέτοια ενημέρωση, δεν προκύπτει από τις επίδικες ηχογραφήσεις. Ο ισχυρισμός του ότι παρέλειψε να το αναφέρει στην Αστυνομία, όταν, κατά τη λήψη της κατάθεσης του, του επιστήθηκε η προσοχή στο ενδεχόμενο διάπραξης ποινικού αδικήματος, δεν πείθει. Θεωρώ ότι, εάν πράγματι είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα, ευλόγως θα ανέφερε το γεγονός αυτό αμέσως στην Αστυνομία. Από την άλλη, στερείται λογικής ο Ενάγοντας να είχε ενημερωθεί ότι οι συνομιλίες τους θα ηχογραφούνταν και, παρά ταύτα,  να  συνέχιζε να δίδει στον Εναγόμενο τις πιο πάνω οδηγίες, οι οποίες μπορούσαν να επισύρουν ποινικές ευθύνες εις βάρος του. Περαιτέρω στην κατάθεση του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 1) καταγράφεται ότι «Υπολόγισα ότι κάποιος από την Κ.Ο.Π.» θα ενημέρωνε τον Ενάγοντα για τις επίδικες ηχογραφήσεις. Η πιο πάνω αναφορά του όμως δεν συνάδει ευχερώς με τη θέση του ότι ο ίδιος είχε ήδη ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι προέβαινε στην ηχογράφηση των επίδικων συνομιλιών. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν ενημέρωνε τον Ενάγοντα ότι ηχογραφούσε τις επίδικες συνομιλίες τους.

 

45. Αποδέχομαι ότι οι επίδικες ηχογραφήσεις φυλάχθηκαν αρχικώς στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Εναγόμενου, όπως ανέφερε ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του και επιβεβαιώνεται στην κατάθεση του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 1). Περαιτέρω, στην κατάθεση του Εναγόμενου καταγράφεται ο τρόπος με τον οποίο αυτός ηχογράφησε τις επίδικες συνομιλίες, καθώς και ότι, αφού φύλαξε αρχικώς τις επίδικες ηχογραφήσεις στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, αργότερα τις έγραψε σε «USB» και τις διέγραψε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Η πιο πάνω μαρτυρία, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε, δεν αντικρούστηκε με αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος φύλαξε αρχικώς τις επίδικες ηχογραφήσεις των επίδικων συνομιλιών στο ηλεκτρονικό του υπολογιστή και ακολούθως τις έγραψε σε «USB» και τις διέγραψε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή.

 

46. Περαιτέρω, όσον αφορά την παράδοση των επίδικων ηχογραφήσεων στον «Μ.Π.» και στην Αστυνομία, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι τις παρέδωσε σε «USB» τόσο στον «Μ.Π.» όσο και στην Αστυνομία. Η μαρτυρία του ως προς την παράδοση του «USB» στον «Μ.Π.» επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1) και εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Ωστόσο, από την κατάθεση του Εναγόμενου δεν προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης του, παρέδωσε το «USB» στην Αστυνομία, γεγονός που επισημάνθηκε και από το Εφετείο στην απόφαση του ημερ. 31.10.25.[1] Στην προφορική του μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στην Αστυνομία όταν κλήθηκε από αυτήν για σκοπούς διερεύνησης των καταγγελιών του «Μ.Π.» εναντίον του Ενάγοντα. Ως προς την παράδοση των επίδικων ηχογραφήσεων, τόσο στον «Μ.Π.» όσο και στην Αστυνομία, ο Εναγόμενος ανέφερε άλλοτε ότι παρέδωσε «USB» και άλλοτε ότι παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις. Βεβαίως, η εναλλαγή αυτή στη διατύπωσή του δεν διαφοροποιεί την ουσία της μαρτυρίας του ως προς την παράδοση, τόσο στον «Μ.Π.» όσο και στην Αστυνομία, των επίδικων ηχογραφήσεων. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι παρέδωσε στην Αστυνομία «USB» με τις επίδικες ηχογραφήσεις δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον, στην απόφαση ποινής ημερ. 23.04.18, στην ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15 (βλ. Τεκμήριο 6), καταγράφεται η διαταγή όπως «Το USB να κατασχεθεί και να καταστραφεί». Η αναφορά αυτή συνάδει με την προφορική μαρτυρία του Εναγόμενου ότι παρέδωσε «USB» στην Αστυνομία. Αξιολογώντας όλα τα πιο πάνω αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι παρέδωσε στον «Μ.Π.» το «USB» που περιείχε τις επίδικες ηχογραφήσεις, καθώς και ότι παρέδωσε στην Αστυνομία «USB» με τις επίδικες ηχογραφήσεις. Συνεπώς, γίνεται το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου. Ωστόσο, άγνωστος παραμένει ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα καθεμιά από τις πιο πάνω παραδόσεις.  

 

47. Ως προς τον λόγο της παράδοσης του «USB» με τις επίδικες ηχογραφήσεις στον «Μ.Π.», ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, ενόψει της ιδιότητας του «Μ.Π.» ως μέλους του Συνδέσμου Διαιτητών, θεωρούσε ότι, ως διαιτητής, έπρεπε να απευθυνθεί μέσω της ιεραρχίας του Συνδέσμου, με σκοπό να προωθηθεί το «USB» στην Αστυνομία. Η μαρτυρία αυτή δεν αντικρούστηκε. Αξιολογώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Συνεπώς, γίνεται το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου.

 

48. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος προέβη στις επίδικες ηχογραφήσεις με σκοπό να αποκομίσει προσωπικό όφελος από τον Σύνδεσμο Διαιτητών. Καταρχάς, δεν προσκομίστηκαν τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15 του Ε.Δ. Λεμεσού, όπου, κατ’ισχυρισμό του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε, κατά την αντεξέταση του, την πιο πάνω θέση. Επιπλέον, ο Εναγόμενος, πέραν του ότι διαφώνησε ότι θα αποκόμιζε κέρδος, διευκρίνισε ότι ο Ενάγοντας τον απειλούσε ότι δεν θα ξανακάνε αγώνες και ότι, ενώ στόχος του ήταν να προχωρήσει στην διαιτησία, λόγω των απειλών που δεχόταν δεν μπορούσε, κατά τη θέση του, να μην προβεί στις ηχογραφήσεις. Η αναφορά του στον στόχο του να προχωρήσει στη διαιτησία δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ότι σκοπός των ηχογραφήσεων ήταν η εξασφάλιση προσωπικού οφέλους. Η θέση του ως προς τον λόγο για τον οποίο προέβη στις επίδικες ηχογραφήσεις βρίσκει στήριξη στην κατάθεσή του (βλ. Τεκμήριο 1), όπου, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο ενδεχόμενο διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο Εναγόμενος ανέφερε «Καταλαβαίνω τι μου λες αλλά κατάλαβε και εσύ τη θέση μου. Δεν είχα τρόπο να προστατευτώ και ήταν ή να κάνω αυτό και να καταφέρω να τον διώξουν ή να υποκύψω σε ότι του έλεγε ο Μ. ο Σ. να κάνω». Στην ίδια κατάθεση αναφέρθηκε, επίσης, σε περιστατικό κατά το οποίο δεν ορίστηκε ως διαιτητής το Σαββατοκύριακο, καθώς και ότι θα παρέμενε τιμωρημένος και το επόμενο Σαββατοκύριακο επειδή δεν έδωσε «πέναλτι» υπέρ της ποδοσφαιρικής ομάδας του «Άρη». Από την αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγόμενου ότι προέβη στις επίδικες ηχογραφήσεις για να προστατευτεί και συνεπώς γίνεται σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου. 

 

49. Επιπλέον, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στον «Λ.Τ». και ότι, μέσω του «Μ.Π.» και του «Λ.Τ», αυτές παραδόθηκαν περαιτέρω και σε άλλα, μη προσδιορισθέντα, πρόσωπα και στα Μ.Μ.Ε. Η πιο πάνω μαρτυρία του Ενάγοντα, αναφορικά με την παράδοση των επίδικων ηχογραφήσεων, μέσω του «Μ.Π.» και του «Λ.Τ», στα Μ.Μ.Ε., στηρίζεται σε δικό του συμπέρασμα που δεν τεκμηριώθηκε από ανεξάρτητη μαρτυρία. Ειδικότερα, ούτε ο «Λ.Τ.» ούτε ο «Μ.Π.» κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς επιβεβαίωση της θέσης του Ενάγοντα, ενώ ούτε διευκρινίστηκε ποια είναι τα άλλα πρόσωπα στα οποία, κατά τον Ενάγοντα, παραδόθηκαν οι επίδικες ηχογραφήσεις. Συνεπώς, δεν δύναται να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα ως προς το από πού ή με ποιον τρόπο τα Μ.Μ.Ε. απέκτησαν τις επίδικες ηχογραφήσεις ή γνώση του περιεχομένου τους.

 

50. Συναφώς, προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 4 άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» «Goal» ημερ. 15.01.15 με αρ. φύλλου 1671. Σε αυτό αναφέρεται ότι το φίλαθλο κοινό παρακολουθούσε τις εξελίξεις στον χώρο του κυπριακού ποδοσφαίρου μετά τις καταγγελίες του «Μ.Π.», ότι οι όποιες μέχρι τότε ηχογραφημένες συνομιλίες αφορούσαν αγώνες μικρών κατηγοριών και ότι μία από αυτές «αποκαλύπτεται» στο συγκεκριμένο δημοσίευμα. Ακολούθως παρατίθενται, κατ’ισχυρισμό, τα κυριότερα σημεία οκτάλεπτης συνομιλίας μεταξύ των μερών. Εντούτοις, οι επίδικες ηχογραφήσεις δεν αναπαράχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία που να επιτρέπει την αντιπαραβολή του πραγματικού περιεχομένου τους με όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 4. Ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία από τον συντάκτη του δημοσιεύματος ή άλλο πρόσωπο αναφορικά με την πηγή των πληροφοριών του. Ως εκ τούτου, το Τεκμήριο 4 αποδεικνύει την ύπαρξη και το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, όχι όμως ότι αυτό βασίστηκε πράγματι σε μία από τις επίδικες ηχογραφήσεις, ότι το συγκεκριμένο Μ.Μ.Ε. είχε στην κατοχή του τις επίδικες ηχογραφήσεις ή τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε γνώση του κατ’ισχυρισμό περιεχομένου τους.

 

51. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αποσπάσματα των επίδικων ηχογραφήσεων τα οποία, κατά τον Ενάγοντα, μεταδόθηκαν αποσπασματικά από το «Σίγμα» και σε κεντρικά δελτία ειδήσεων κατά το 2015. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τη θέση του Ενάγοντα ότι οι επίδικες συνομιλίες δημοσιοποιήθηκαν αποσπασματικά κατά τρόπο που αλλοίωνε το νόημά τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο Εναγόμενος ήταν αυτός που παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στα Μ.Μ.Ε. ή ότι προέβη ή συνέβαλε στην εν λόγω δημοσιοποίησή τους.

 

52. Βεβαίως, αναφορικά με την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι μέσω του «Μ.Π.» και του «Λ.Τ» οι επίδικες ηχογραφήσεις παραδόθηκαν περαιτέρω και σε άλλα, μη προσδιορισθέντα, πρόσωπα, σημειώνεται ότι στην κατάθεση του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 1) καταγράφεται ότι «τα στοιχεία, δηλαδή τις ηχογραφήσεις, μέσω του Μ.Π. και του Λ.Τ. πήγαν στην Κ.Ο.Π. Εγώ παρέδωσε στον Μ.Π. το usb αλλά δεν ξέρω σε ποιον παρέδωσαν το usb που είχα γράψει τις ηχογραφήσεις.» Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Εναγόμενος επιβεβαίωσε ότι παρέδωσε το «USB» στον «Μ.Π.» ενώ δεν γνώριζε σε ποιον αυτό παραδόθηκε περαιτέρω. Από την αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, η οποία άλλωστε δεν αντικρούστηκε, αποδέχομαι ότι οι επίδικες ηχογραφήσεις, μέσω του «Μ.Π.» και του «Λ.Τ.», περιήλθαν στην Κ.Ο.Π. και συνεπώς γίνεται το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου. Εντούτοις, το πιο πάνω εύρημα αφορά την περαιτέρω διαδρομή των επίδικων ηχογραφήσεων και δεν διαφοροποιεί το εύρημα του Δικαστηρίου ως προς την παράδοση του «USB» από τον Εναγόμενο στον «Μ.Π.» και στην Αστυνομία. Περαιτέρω, άγνωστο παραμένει σε ποιο πρόσωπο ή σε ποια πρόσωπα εντός της Κ.Ο.Π. περιήλθαν οι επίδικες ηχογραφήσεις.

 

53. Όσον αφορά τη δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση, σε σχέση με τις επίδικες ηχογραφήσεις και το περιεχόμενό τους, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι το όνομά του αναφέρθηκε σε Μ.Μ.Ε., ιστοσελίδες και Μ.Κ.Δ. Παρόλο που δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι συγκεκριμένες ονομαστικές αναφορές στις οποίες ο Ενάγοντας αναφέρθηκε, η μαρτυρία του ως προς το γεγονός ότι έγιναν τέτοιες αναφορές δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και αντικρούστηκε με αντίθετη μαρτυρία. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 4 καταδεικνύει ότι κατά τον Ιανουάριο του 2015 δημοσιεύτηκε κείμενο στο οποίο κατ’ισχυρισμό αποκαλυπτόταν το περιεχόμενο οκτάλεπτης συνομιλίας μεταξύ «Διαιτητή» και πρώην μέλους της Επιτροπής Διαιτησίας, χωρίς ωστόσο να κατονομάζεται στο συγκεκριμένο δημοσίευμα ο Ενάγοντας. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, δεν αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα βασίστηκε πράγματι σε μία από τις επίδικες ηχογραφήσεις. Στη βάση, όμως, της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας του Ενάγοντα, αποδέχομαι ότι υπήρξε δημοσιότητα αναφορικά με τις επίδικες συνομιλίες και ότι έγιναν αναφορές στα Μ.Μ.Ε., σε ιστοσελίδες και σε ΜΚ.Δ. που αφορούσαν τον Ενάγοντα, περιλαμβανομένων ονομαστικών αναφορών. Συνεπώς, γίνεται σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ελλείψει προσκόμισης όλων των σχετικών δημοσιευμάτων και αναφορών σε Μ.Μ.Ε., ιστοσελίδες και Μ.Κ.Δ., τις οποίες επικαλέστηκε ο Ενάγοντας, δεν δύναμαι να προβώ σε ασφαλές εύρημα ως προς την ακριβή έκταση, το περιεχόμενο ή τον τρόπο παρουσίασης των εν λόγω αναφορών.

 

54. Όσον αφορά τη ζημιά που επικαλείται ο Ενάγοντας ότι υπέστη, η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής ως προς τον διαχωρισμό των συνεπειών που προκλήθηκαν από τις ενέργειες του Εναγόμενου σε σχέση με την ηχογράφηση και περαιτέρω διάθεση των επίδικων συνομιλιών από εκείνες που προέκυψαν από τη δημοσιότητα που έλαβαν οι επίδικες συνομιλίες και τις αναφορές στο πρόσωπό του από τα Μ.Μ.Ε., τις ιστοσελίδες και τα Μ.Κ.Δ. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας, κατά τη μαρτυρία του, συνέδεσε την κοινωνική απαξίωση που, κατά τη θέση του, υπέστη, τα προβλήματα που ανέφερε ότι αντιμετώπισε στην εργασία του, χωρίς να διευκρινίζει βεβαίως ποια ήταν αυτά, καθώς και τις επιπτώσεις που κατ’ισχυρισμό υπέστη ο υιός του, με τη δημοσιότητα σε σχέση με τις επίδικες συνομιλίες και τις αναφορές  του ονόματος του στα Μ.Μ.Ε., στις ιστοσελίδες αλλά και στα Μ.Κ.Δ. Επί τούτου προσθέτω, αναφορικά με τις επιπτώσεις που  κατ’ισχυρισμό υπέστη ο υιός του Ενάγοντα, ότι έστω και αν αυτές κριθούν ως βάσιμες, δεν μπορεί να λογισθεί προς όφελος του Ενάγοντα η οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη αφορά τον υιό του. Βεβαίως, η δημοσιότητα αναφορικά με τις επίδικες συνομιλίες δεν δύναται να εξεταστεί εντελώς αποκομμένη από το γεγονός της προηγηθείσας ηχογράφησης και της περαιτέρω διάθεσης τους από τον Εναγόμενο στην Αστυνομία και στον «Μ.Π.», ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Εντούτοις, ως έχει ήδη διαπιστωθεί, δεν αποδείχθηκε ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στα Μ.Μ.Ε. ή ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στον τρόπο με τον οποίο αυτές ή το περιεχόμενό τους παρουσιάστηκαν από αυτά. Ως εκ τούτου, η ενώπιον μου μαρτυρία δεν επιτρέπει τον ασφαλή διαχωρισμό των πιο πάνω συνεπειών που επικαλείται ο Ενάγοντας ότι υπέστη, αλλά ούτε και την απόδοση του συνόλου τους στις ενέργειες του Εναγόμενου.  

 

55. Tέλος αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι ο λόγος παραίτησης του, από την Επιτροπή Διαιτησίας, ήταν η υποψηφιότητα του, ως δημοτικός σύμβουλος, στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 2011 και ότι προς τούτο παραιτήθηκε ένα μήνα προηγουμένως προκειμένου να προβεί σε προεκλογική εκστρατεία. Η μαρτυρία του αυτή συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής του Ενάγοντα ημερ. 10.11.11 προς τον Πρόεδρο της Κ.Ο.Π. (βλ. Τεκμήριο 2), όπου καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε την παραίτηση του από μέλος τη Επιτροπής για «προσωπικούς και επαγγελματικούς λόγους». Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο ο Ενάγοντας παραιτήθηκε, παρά μόνο ότι είχε ενημερωθεί ανεπίσημα από τον «Μ.Π.» για την υποβολή της παραίτησης του, καθώς και ότι η Κ.Ο.Π. είχε τερματίσει την αρμοδιότητα του να ορίζει διαιτητές στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία. Συνεπώς, η μαρτυρία του Ενάγοντα, ως προς τον λόγο της παραίτησης του κρίνεται αξιόπιστη, καθώς αυτή δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Κατ’επέκταση, γίνεται περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγοντας, μέσω της επιστολής του ημερ. 10.11.11 προς τον Προέδρο της Κ.Ο.Π. (βλ. Τεκμήριο 2), υπέβαλε την παραίτηση του ως μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας ήταν η υποψηφιότητα του ως δημοτικός σύμβουλος στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 2011, ενόψει της οποίας παραιτήθηκε ένα μηνα προηγουμένως για να προβεί σε προεκλογική εκστρατεία.

 

Βάρος Απόδειξης

 

56. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295). Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων Η.  Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is  more probable than not) (βλ. Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858).

 

57. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι  το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.

 

Νομική Πτυχή

 

58. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα,  η αξίωση της εδράζεται σε παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής του ζωής, ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 15 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το Άρθρο 15 του Συντάγματος[2] της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοεί ότι:

 

«ΑΡΘΡΟΝ 15

 

1. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.

2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.»

 

59. Συνεπώς, το Άρθρο 15 (1) του Συντάγματος διαλαμβάνει για το δικαίωμα εκάστου στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το Άρθρο 15 (2) του Συντάγματος, διαλαμβάνει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιολογείται η επέμβαση στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής προστατεύεται και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφ’εξής «η Ε.Σ.Δ.Α.») του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε το 1962 με το Νόμο 39/62. Συνεπώς, χρήσιμη καθοδήγηση αντλείται και από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφ’εξής «το Ε.Δ.Α.Δ»). Επί τούτου, σημειώνεται ότι το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. διαλαμβάνει επίσης για το σεβασμό στην κατοικία και της αλληλογραφίας του προσώπου, δικαιώματα για τα οποία το Σύνταγμα περιλαμβάνει ειδικές πρόνοιες στα άρθρα 16 και 17 του Συντάγματος αντίστοιχα.

 

60. Στην υπόθεση Τάκης Γιάλλουρος ν. Ευγένιου Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ. 558 αναγνωρίστηκε το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις ένεκα παραβίασης των δικαιωμάτων που καταχωρούνται από τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. Ειδικότερα, στην υπόθεση εκείνη, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με την παρούσα, ο εφεσείων ήταν ο Διευθυντής και ο εφεσίβλητος ο Μηχανικός Αποχετεύσεων του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, όπου ο πρώτος, καθ' όλη τη διάρκεια ενός έτους, παρακολουθούσε και μαγνητοφωνούσε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του δεύτερου. H αποκάλυψη συνδιαλέξεων του εφεσίβλητου είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί o τελευταίος σε διαθεσιμότητα και να  κρατηθεί μακρυά από την εργασία του για περίοδο ενός έτους. Για το παράνομο της παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του εφεσίβλητου τέθηκε σε διαθεσιμότητα ως φαίνεται και ο εφεσείων και διώχθηκε ποινικά. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος ενήγαγε τον εφεσείοντα για αποζημιώσεις που προέκυπταν από την παραβίαση των δικαιωμάτων του στην ιδιωτική ζωή και στο απόρρητο των επικοινωνιών του, δικαιώματα που διασφαλίζονται από τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. Η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε ότι παραβιάστηκαν τα προαναφερόμενα δικαιώματα του Εφεσίβλητου και ότι η στοιχειοθέτηθείσα παραβίαση τους έπρεπε να αντιμετωπιστεί με τις συνήθεις θεραπείες του δικαίου. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η βασική θεραπεία για την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν εκείνη της δίκαιης αποζημιώσεις (equitable compensation), ενώ αναλύθηκαν οι αρχές που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιδίκασης αποζημιώσεων.[3] Προς τούτο, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση για επιδίκαση ποσού ύψους £5.000, ως δίκαιη αποζημίωση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Γιάλλουρος (ανωτέρω) αναγνωρίστηκε η αρχή της τριτενέργειας, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, η οποία εφαρμόζεται από Πολιτικό Δικαστήριο όταν θίγεται θεμελιώδες δικαίωμα ατόμου που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα, όχι μόνο μεταξύ πολίτη και Κράτους αλλά και μεταξύ ατόμων (βλ. Μοντάνιος ν. Δ.Σ.Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (2003) 1 Α.Α.Δ. 610 και ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση Αρ. 204/2011, ημερ. 24.05.16).

 

61. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1996) 4 Α.Α.Δ. 1100, η ιδιωτική ζωή ερμηνεύτηκε ως ακολούθως:

 

«Στην έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής περικλείονται όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί, με μοναδικό περιορισμό τις νομοθετικές ρυθμίσεις, που εισάγονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος (και την ανάλογη της Σύμβασης).

 

Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία. Τα ιδιάζοντα ήθη και έθιμα και συνήθειες μιας χώρας, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη συμπεριφορά, που σε μια συνεχώς εξελισσόμενη και δημοκρατική κοινωνία δυνατό να αποτελούν και αντικείμενο διχογνωμίας, δεν αποτελούν κριτήριο για την ερμηνεία και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως διασφαλίζονται στο Σύνταγμα και τη Σύμβαση

 

62. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992) 2 Α.Α.Δ. 147, με αναφορά στην υπόθεση Police v. Georghiades 2 C.L.R. 33 σε σχέση με το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και κατά πόσο τηλεφωνικές επικοινωνίες εμπίπτουν σε αυτό, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«[…] το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου και ταυτίζεται με τον αγγλικό όρο "right to privacy". Εξίσου ευρεία είναι και η έννοια του δικαιώματος για ελεύθερη επικοινωνία συνυφασμένη με την κατοχύρωση της ανεμπόδιστης επικοινωνίας με το συνάνθρωπο. Η διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής και της ελεύθερης επικοινωνίας ως θεμελιωδών ελευθεριών του ατόμου, σκοπεί στη θεμελίωση της αυτονομίας του ατόμου σε τομείς όπου η ανθρώπινη υπόσταση επιτάσσει την αυτοτελή λειτουργία του.

 

[…]

 

Τι συνιστά μέρος της ιδιωτικής ζωής και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ορίων του δικαιώματος επίσης εξετάστηκαν στη Georghiades. To δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής είναι συνυφασμένο με το στοιχείο της ατομικότητας του ανθρώπου και τη διαφύλαξη του στον κοινωνικό χώρο. Στην ιδιωτική του ζωή και τις ιδιαίτερες επικοινωνίες με τους συνανθρώπους του, όπως είναι η τηλεφωνική επικοινωνία, το άτομο δικαιούται να λειτουργεί ελεύθερα και να δρα αυτόνομα.

 

[…]

Όπως υποδείξαμε στη Georghiades, είναι μέσα από τις διεργασίες της ελεύθερης και αυτόνομης σκέψης που διαμορφώνεται η προσωπικότητα και εκδηλώνεται δημιουργικότητα του ανθρώπου, τόσο ευεργετική για τον ίδιο και το κοινωνικό σύνολο. Η ανθρώπινη φύση συνιστά και προσδιορίζει το λόγο για τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, αναγκαία για την περιφρούρηση της προσωπικότητας του και την ισορροπημένη λειτουργία του στον κοινωνικό χώρο. Επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και του απόρρητου της επικοινωνίας επιτρέπεται μόνο για τους σκοπούς που καθορίζουν τα άρθρα 15.2 και 17.2 του Συντάγματος εφόσο τούτο κρίνεται αναγκαίο από το νομοθέτη.

 

Η τηλεφωνική επικοινωνία λόγω της φύσης και του χαρακτήρα της συνιστά εξ αντικειμένου πτυχή της ιδιωτικής ζωής βάσει του άρθρου 15.1 και, ταυτόχρονα, μορφή επικοινωνίας το απόρρητο της οποίας διαφυλάσσεται από το άρθρο 17.1. Η τηλεφωνική συνομιλία έχει τα χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης επικοινωνίας μεταξύ των συνομιλητών, που ανάγεται στην ιδιωτική τους ζωή και συγχρόνως συνιστά κλασσική μορφή επικοινωνίας το απόρρητο της οποίας διαφυλάσσεται από το Σύνταγμα. Κανένας τρίτος, εκτός αν του παρέχεται εξουσιοδότηση από το νόμο για τους σκοπούς που ορίζει το Σύνταγμα, δεν έχει δικαίωμα να εποπτεύσει ή να διεισδύσει στις τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των πολιτών. Οποιαδήποτε χαλάρωση του κανόνα θα ερχόταν σε αντίθεση με τον απόλυτο χαρακτήρα της απαγόρευσης, όπως διατυπώνεται στα άρθρα 15.1 και 17.1 του Συντάγματος, και μακροχρόνια θα εκφύλιζε τη δραστικότητα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται.» (τονισμός του Δικαστηρίου)

 

63. Στην υπόθεση Νικόλας Νεοκλέους ν. Μιχάλη Σπύρου, Ποινική Έφεση 157/22 ημερ. 31.10.25 (βλ. Τεκμήριο 3), αναφέρθηκε ότι, παρότι τα γεγονότα των υποθέσεων Georghiades και Γιάλλουρου αφορούσαν παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από τρίτο πρόσωπο, οι παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν σε αυτές, ισχύουν κατ' αναλογία (mutatis mutandis) και στην περίπτωση όπου η καταγραφή της συνομιλίας γινόταν από τον ίδιο τον συνομιλητή. Περαιτέρω, τονίστηκε ότι η «ιδιωτική επικοινωνία» προστατεύεται από τη στιγμή που ο συνομιλητής έχει τη λογική προσδοκία ότι η επικοινωνία του παραμένει ιδιωτική έναντι οποιουδήποτε, συμπεριλαμβανομένου του συνομιλητή του, όσον αφορά την καταγραφή και διατήρηση του περιεχομένου της.

 

64. Το E.Δ.Α.Δ επίσης έκρινε ότι η παρακολούθηση των επικοινωνιών και των τηλεφωνικών συνομιλιών (συμπεριλαμβανομένων των κλήσεων που πραγματοποιούνται από επαγγελματικούς χώρους καθώς και από την οικία) εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας κατά την έννοια του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α (βλ. Halford ν Ηνωμένου Βασιλείου, Aίτηση Αρ. 20605/92 ημερ. 25.06.1997, παράγραφος 44, Malone ν Ηνωμένου Βασιλείου, Αίτηση Αρ. 8691/79 ημερ.02.08.1984, παράγραφος 64, Weber και Saravia ν. Γερμανίας, Αίτηση Αρ. 54934/00, ημερ. 29.06.2006, παράγραφοι 76-79 και Copland ν. Ηνωμένου Βασιλείου, Αίτηση Αρ. 62617/00 ημερ. 03.07.2007, παράγραφο 41 και 42). Περαιτέρω, η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» δεν περιορίζεται στην αμιγώς προσωπική ή οικογενειακή σφαίρα, αλλά δύναται να εκτείνεται και σε δραστηριότητες επαγγελματικής ή επιχειρηματικής φύσης (βλ. Niemietz v. Γερμανίας, Αίτηση αρ. 13710/88, ημερ. 16.12.1992, παράγραφος 29).

 

65. Περαιτέρω, στην παράγραφο 33 της υπόθεσης Kruslin ν. Γαλλίας, Αίτηση Αρ. 11801/85, ημερ. 24.04.1990, αναφέρθηκε ότι η υποκλοπή (tapping) και άλλες μορφές παρεμβολής σε τηλεφωνικές συνομιλίες συνιστούν σοβαρή προσβολή της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας και, ως εκ τούτου, πρέπει να βασίζεται σε νόμο ο οποίος θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα σαφής, δηλαδή είναι ουσιώδες να υφίστανται σαφείς και λεπτομερείς κανόνες επί του θέματος ιδίως καθώς η διαθέσιμη τεχνολογία καθίσταται διαρκώς πιο εξελιγμένη (βλ. επίσης Huvig ν. Γαλλίας, Αίτηση Αρ. 11105/1984, ημερ. 24.04.1990, παράγραφος 32). Στην παράγραφο 26 της υπόθεσης Huvig (ανωτέρω) αναφέρθηκε επίσης ότι η έκφραση «σύμφωνα με τον νόμο», κατά την έννοια του άρθρου 8 (2), απαιτεί καταρχάς το προσβαλλόμενο μέτρο να έχει κάποια βάση στο εσωτερικό δίκαιο καθώς και ότι αναφέρεται στην ποιότητα του εν λόγω νόμου, απαιτώντας αυτός να είναι προσβάσιμος στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ο οποίος πρέπει, επιπλέον, να είναι σε θέση να προβλέψει τις συνέπειές του για το ίδιο και συμβατός με το κράτος δικαίου.

 

66. Περαιτέρω, στην πρόσφατη απόφαση Ελένη Σωκράτους ν. Αννίτας Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. 405/16, ημερ. 19.01.26, επαναληφθήκαν οι αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Γιάλλουρος (ανωτέρω) αναφορικά με την επιδίκαση αποζημιώσεων για παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι σκοπός των αποζημιώσεων είναι η προστασία των δικαιωμάτων της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και της προσωπικότητας, ενώ κατά τον καθορισμό του ύψους τους δύνανται να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα και η έκταση της παραβίασης, οι περιστάσεις υπό τις οποίες αποκτήθηκαν οι πληροφορίες που αφορούν την ιδιωτική ζωή, η φύση τους, καθώς και η έκταση και ο τρόπος της περαιτέρω αποκάλυψής τους. Παράλληλα, τονίστηκε ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι ανάλογες προς την παραβίαση και να μη χαρακτηρίζονται από αυθαιρεσία.

 

Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

67.  Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση του εναντίον του Εναγόμενου.

 

68.  Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ότι οι επίδικες τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των μερών εμπίπτουν στην εμβέλεια του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής του Ενάγοντα, ως αυτό προστατεύεται από το Άρθρο 15(1) του Συντάγματος. Ως έχει ήδη καταστεί εύρημα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας δεν ενημερώθηκε ότι ο Εναγόμενος ηχογραφούσε τις επίδικες συνομιλίες τους. Συνεπώς, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας είχε τη λογική προσδοκία ότι οι συνομιλίες του με τον Εναγόμενο θα παρέμεναν ιδιωτικές και, ειδικότερα, ότι το περιεχόμενό τους δεν θα καταγραφόταν ούτε θα διατηρείτο εν αγνοία του. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εν αγνοία του Ενάγοντα καταγραφή και διατήρηση των επίδικων συνομιλιών συνιστούν επέμβαση στο δικαίωμα του Ενάγοντα στην ιδιωτική ζωή, ως κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15(1) του Συντάγματος.

 

69.  Ούτε η θέση της Υπεράσπισης, ως προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου, ότι οι επίδικες συνομιλίες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της ιδιότητας που κατείχε έκαστο μέρος στον χώρο του ποδοσφαίρου και δεν αφορούσαν προσωπικά ή οικογενειακά ζητήματα διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη. Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, η έννοια της ιδιωτικής ζωής δεν περιορίζεται σε ζητήματα αμιγώς προσωπικού ή οικογενειακού χαρακτήρα, ούτε το γεγονός ότι μια τηλεφωνική επικοινωνία συνδέεται με την επαγγελματική ή άλλη ιδιότητα των συνομιλητών την θέτει, αφ’ εαυτού, εκτός της εμβέλειας του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής.

 

70.  Επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η επέμβαση στο δικαίωμα του Ενάγοντα για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής εμπίπτει στις εξαιρέσεις που διαλαμβάνει το Άρθρο 15 (2) του Συντάγματος. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου, γίνεται εισήγηση ότι, ενόψει της τροποποίησης του Άρθρου 15(2) του Συντάγματος με τον Ν.69(Ι)/16 και δεδομένου ότι ο Ενάγοντας παραδέχθηκε τις κατηγορίες στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης υπ’αρ. 8095/15, η επίδικη περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις που αφορούν το «συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή» ή της «λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή». Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1670, η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός εάν ο νομοθέτης προσδώσει ρητά σε αυτόν τέτοια αναδρομική ισχύ. Οι πιο πάνω λόγοι περιορισμού του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής προστέθηκαν στο Άρθρο 15(2) με τον περί της Ένατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2016, ενώ, ως έχει ήδη καταστεί εύρημα του Δικαστηρίου, οι επίδικες ηχογραφήσεις έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2010 και 2011. Η εν λόγω τροποποίηση διεύρυνε τους λόγους για τους οποίους δύναται να δικαιολογηθεί επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και δεν αφορά ζήτημα διαδικασίας ή αποδείξεως. Ούτε πρόκειται για δηλωτική τροποποίηση, ενώ δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που να της προσδίδει αναδρομική ισχύ. Ως εκ τούτου, το κατά πόσο η επίδικη επέμβαση μπορεί να δικαιολογηθεί, δυνάμει του Άρθρου 15(2) του Συντάγματος, πρέπει να κριθεί με βάση το περιεχόμενο του προαναφερόμενου άρθρου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων ηχογραφήσεων, ήτοι κατά τα έτη 2010 και 2011. Η μεταγενέστερη παραδοχή από τον Ενάγοντα των ποινικών κατηγοριών στην ποινική υπόθεση υπ’αρ. 8095/15, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν διαφοροποιεί το εφαρμοστέο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνταγματικό δίκαιο. Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι περιορισμού, ως προστέθηκαν με τον Ν. 69(Ι)/16, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση.

 

71.  Επιπρόσθετα, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος προέβη στις επίδικες ηχογραφήσεις με σκοπό να προστατευθεί. Το γεγονός αυτό δεν αρκεί, αφ’εαυτού, για να καταστήσει την επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του Ενάγοντα δικαιολογημένη με βάση τα όσα διαλαμβάνει το Άρθρο 15(2) του Συντάγματος, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν προκύπτει, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ότι η επίδικη επέμβαση ήταν σύμφωνη προς τον νόμο και αναγκαία για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονταν στο Άρθρο 15(2) του Συντάγματος, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι η επίδικη επέμβαση εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Άρθρου 15(2) του Συντάγματος.

 

72.  Όσον αφορά την εκτίμηση της φύσης και της έκτασης της πιο πάνω παραβίασης του δικαιώματος του Ενάγοντα στην ιδιωτική ζωή, για σκοπούς καθορισμού της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη ότι οι ηχογραφήσεις των επίδικων συνομιλιών δεν παρέμειναν αποκλειστικά στην κατοχή του Εναγόμενου. Ως το εύρημα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος παρέδωσε στον «Μ.Π.» το «USB» που περιείχε τις επίδικες ηχογραφήσεις και παρέδωσε επίσης στην Αστυνομία «USB» με τις εν λόγω ηχογραφήσεις, ενώ οι επίδικες ηχογραφήσεις, μέσω του «Μ.Π.» και του «Λ.Τ.» περιήλθαν και στην Κ.Ο.Π. Οι περιστάσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της έκτασης της αποδεδειγμένης παραβίασης του δικαιώματος του Ενάγοντα στην ιδιωτική ζωή, καθότι καταδεικνύουν ότι οι επίδικες ηχογραφήσεις περιήλθαν στην κατοχή τρίτων. Δεν συνιστούν όμως, αφ’ εαυτών, απόδειξη σύνδεσης του Εναγόμενου με τη μεταγενέστερη δημοσιοποίηση των επίδικων συνομιλιών.

 

73.  Όσον αφορά τη μεταγενέστερη δημοσιότητα που έλαβαν οι επίδικες συνομιλίες, ως το προαναφερόμενο εύρημα του Δικαστηρίου, υπήρξε δημοσιότητα αναφορικά με αυτές καθώς και ότι υπήρξαν αναφορές σε Μ.Μ.Ε, σε ιστοσελίδες και σε Μ.Κ.Δ. που αφορούσαν τον Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένων ονομαστικών αναφορών. Περαιτέρω, ως έχει ήδη διαπιστωθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, στο Τεκμήριο 4 καταγράφονται, κατ’ ισχυρισμό, τα κυριότερα σημεία οκτάλεπτης συνομιλίας μεταξύ των μερών, χωρίς όμως να έχει καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί ότι το δημοσίευμα βασίστηκε πράγματι σε μια από τις επίδικες ηχογραφήσεις ή να εξακριβωθεί η πηγή του περιεχομένου του. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε τις επίδικες ηχογραφήσεις στα Μ.Μ.Ε ή ότι συμμετείχε ή συνέβαλε στη δημοσιοποίησή τους. Ακόμη και αν, ενόψει της απώλειας του αποκλειστικού ελέγχου επί των επίδικων ηχογραφήσεων και της αποδεδειγμένης περαιτέρω διαδρομής τους, η μεταγενέστερη δημοσιότητα μπορούσε να θεωρηθεί ευλόγως προβλέψιμη ως ενδεχόμενο, το στοιχείο αυτό δεν υποκαθιστά την ανάγκη απόδειξης ότι η συγκεκριμένη δημοσιότητα προήλθε πράγματι από την εν λόγω διαδρομή ή από άλλη ενέργεια του Εναγόμενου. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω διαδρομής των επίδικων ηχογραφήσεων, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, και της μεταγενέστερης δημοσιότητας των επίδικων συνομιλιών. Συνεπώς, οι συνέπειες που τυχόν προέκυψαν από τη μεταγενέστερη δημοσιότητα των επίδικων συνομιλιών δεν μπορούν να αποδοθούν στον Εναγόμενο ως αποδεδειγμένες συνέπειες των δικών του ενεργειών.

 

74.  Περαιτέρω, ως έχει ήδη διαπιστωθεί, η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν επέτρεψε να διαχωριστούν με ασφάλεια κατά πόσο οι κοινωνικές, επαγγελματικές και οικογενειακές συνέπειες που επικαλέστηκε προέκυψαν από τις ενέργειες του Εναγόμενου σε σχέση με τις επίδικες ηχογραφήσεις και την περαιτέρω διάθεση τους ή από τη μεταγενέστερη δημοσιότητα και τις σχετικές αναφορές στα Μ.Μ.Ε, στις ιστοσελίδες και στα Μ.Κ.Δ. Ως εκ τούτου, οι πιο πάνω συνέπειες δεν μπορούν να αποδοθούν στο σύνολο τους στον Εναγόμενο ως ζημιά που αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε ως συνέπεια των δικών του ενεργειών.

 

75.  Εντούτοις, η πιο πάνω διαπίστωση, δεν αναιρεί την αποδεδειγμένη παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος του Ενάγοντα στην ιδιωτική ζωή ούτε την ανάγκη παροχής δίκαιης θεραπείας για την εν λόγω παραβίαση. Κατά τον καθορισμό της δίκαιης αποζημίωσης λαμβάνω υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβίασης, το γεγονός ότι οι επίδικες συνομιλίες ηχογραφήθηκαν, κατά τα έτη 2010 και 2011, εν αγνοία του Ενάγοντα, καθώς και ότι οι επίδικες ηχογραφήσεις δεν παρέμειναν αποκλειστικά στην κατοχή του Εναγόμενου αλλά περιήλθαν περαιτέρω, ως τα πιο πάνω ευρήματα, σε άλλα πρόσωπα και φορείς. Από την άλλη, λαμβάνω υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε, στον απαιτούμενο βαθμό, πως η μεταγενέστερη δημοσιότητα προήλθε από την αποδεδειγμένη περαιτέρω διαδρομή των επίδικων ηχογραφήσεων ή από άλλη ενέργεια του Εναγόμενου, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στον Εναγόμενο το σύνολο των κοινωνικών, επαγγελματικών και οικογενειακών συνεπειών που επικαλέστηκε ο Ενάγοντας καθώς και το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος προέβη στις επίδικες ηχογραφήσεις με σκοπό να προστατευθεί. Βεβαίως, το τελευταίο αυτό στοιχείο δεν αναιρεί ούτε δικαιολογεί την παραβίαση και συνεκτιμάται αποκλειστικά ως περίσταση σχετική με τον καθορισμό του ύψους της επιδικαστέας αποζημίωσης.

 

76.  Σταθμίζοντας το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων και έχοντας κατά νου ότι η επιδικαζόμενη αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη, εύλογη και ανάλογη προς τη φύση και την έκταση της συγκεκριμένης παραβίασης, κρίνω ότι το ποσό των €8.000 συνιστά δίκαιη αποζημίωση για την παραβίαση του δικαιώματος του Ενάγοντα στην ιδιωτική ζωή.

 

Τόκος

 

77. Tέλος παραμένει προς εξέταση το θέμα του τόκου. Στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμά αξιώνεται νόμιμος τόκος, ενώ στην γραπτή αγόρευση του Ενάγοντα διευκρινίζεται ότι αυτός αξιώνεται από την ημέρα καταχώρισης της υπό κρίση αγωγής. Προς τούτο το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με την επιδίκαση του τόκου (βλ. σχετικά το άρθρο 33 του Ν. 14/60). Επί του θέματος του τόκου υπάρχει πλούσια νομολογία (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 και Θεοφάνους v. Κουρουκλά (2006) 1 Α.Α.Δ. 528). Κατ’αναλογία, στην υπόθεση Hasan Abul Hashem ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 130/2015, ημερ. 14.05.24, η οποία αφορούσε την επιδίκαση δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης δυνάμει του περί Κατ' Έφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου του 2001, Ν.144(Ι)/2001, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι  η αποστέρηση του τόκου από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής δεν ήταν δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ζήτημα του τόκου και την αντικατέστησε με διαταγή για επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής.

 

78. Στην παρούσα περίπτωση, κρίνω δικαιολογημένο το αίτημα του Ενάγοντα για επιδίκαση νόμιμου τόκου επί του ποσού των €8.000 από την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίσης αγωγής.

Κατάληξη

 

79.  Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των 8.000, ένεκα της παραβίασης από τον Εναγόμενο του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής του Ενάγοντα, πλέον νόμιμο τόκο από 07.01.19 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Έξοδα

 

80. Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Ν.14/1960 και τη Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα  αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντος διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 419).

 

81. Στην βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. σχετικά ένατο λόγο έφεσης.

[2] Ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τον Ν.69(I)/16.

[3]  «Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην  πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη· νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και  ζημίας […]. Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). […]. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια […] έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης […]. Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο