ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 310/2024 I Justice
Μεταξύ:
1. VAXENO MOVERS LTD (Α/Ε χχχ), από τη Λεμεσό
2. Γεωργίας Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό
3. Βασίλειου Ξενοφώντος, από τη Λεμεσό
Εναγόντων
και
HOLDINGS LIMITED (HE xxx), από τη Λευκωσία
Εναγομένης
Αίτηση ημερομηνίας 23.04.24 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος
Ημερομηνία: 31.07.26
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσες 1-3/Αιτήτριες 1-3: κος Μ. Γαβριηλίδης μαζί με κα Α. Παναγή
για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη/Καθ’ ης η αίτηση: κος Γ. Πότσης για Πατρίκιος Παύλου &
Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Δικονομικό Ιστορικό Υπόθεσης:
Στις 11.04.24 οι Ενάγοντες 1, 2 & 3 (στο εξής οι «Ενάγοντες») υπέβαλαν Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 με το οποίο ζητούν εναντίον της Εναγομένης τις πιο κάτω θεραπείες:
(α) διάταγμα ακύρωσης της αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου των Εναγόντων 2 & 3 που εγγράφηκε στο όνομα της Εναγομένης, λεπτομέρειες του οποίου περιγράφονται στο σημείο (Α) του παρακλητικού (στο εξής το «ακίνητο») και επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη τους κατάσταση, κατ’ επίκληση παράνομης και αντισυνταγματικής διαδικασίας,
(β) αναγνωριστική απόφαση ότι η αναγκαστική πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου είναι παράνομη και άκυρη,
(γ) γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία κατ’ ισχυρισμό παράνομης πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου,
(δ) παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις ένεκα των πιο πάνω κατ’ ισχυρισμό παράνομων πράξεων της Εναγομένης,
(ε) δήλωση του Δικαστηρίου με την οποίαν να κηρύσσονται αντισυνταγματικές οι πρόνοιες του Μέρους VIA toy Ν.9/1965 που αφορούν την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων,
(στ) διάταγμα που να ακυρώνει συμφωνητικά έγγραφα παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού που συνομολογήθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και της Bank of Cyprus Public Company Limited,
(ζ) διάταγμα που να ακυρώνει τις πέντε υποθήκες για τις οποίες γίνεται αναφορά στο σημείο (Ζ) του παρακλητικού.
Στο Έντυπο Απαίτησης περιέχεται η έκθεση απαίτησης. Ακολούθως στις 02.02.26 καταχωρίστηκε έκθεση υπεράσπισης.
Η υπό κρίση Αίτηση:
Στις 23.04.24 οι Ενάγοντες (Αιτητές) προώθησαν δια κλήσεως την υπό κρίση αίτηση στην οποίαν ζητούν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και/ή για λογαριασμό τους να αποξενώσουν και/ή να μεταβιβάσουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο το ακίνητο μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας απαίτησης.
Οι Ενάγοντες περαιτέρω ζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η αναστολή της διαδικασίας που προνοείται στο Μέρος VIA toy Ν.9/1965, αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία την οποίαν όμως απέσυραν στην πορεία.
Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, τα άρθρα 23, 26, 28 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι αρχές επιείκειας, οι αρχές του κοινοδικαίου, οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος, περιέχονται σε κοινή ένορκη δήλωση των Εναγόντων 2 & 3. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνονται οι Ενάγοντες. Επίσης σημειώνονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που σύμφωνα με τους ομνύοντες πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος που αξιώνεται. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων και αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγόντων.
Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζονται οι Ενάγοντες, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την αίτηση ένορκη δήλωση, έχει ως ακολούθως:
· Οι Ενάγοντες 2 & 3 είναι διευθυντές της Ενάγουσας 1 εταιρείας, η οποία είναι ιδιωτική εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό. Σχετικό έγγραφο από την υπηρεσία του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.
· Κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα απαίτηση, χρόνο οι Ενάγοντες προέβησαν σε συναλλαγές με την Bank of Cyprus Public Company Limited (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου»), οι οποίες στη συνέχεια διαβιβάστηκαν στην Themis Portfolio Management Holdings Limited (Εναγόμενη/Καθ’ ης η αίτηση) που είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν.1689(Ι)/2015, ως έχει τροποποιηθεί.
· Οι Ενάγοντες 2 & 3 ήταν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, το οποίο επιβαρύνεται με τις υποθήκες αρ. Υ9997/2006 ημερ. 13.10.16, Υ10300/2006 ημερ. 20.10.16, Υ714/2008 ημερ. 05.02.08, Υ4145/2008 ημερ. 21.04.08 και Υ10296/2010 ημερ. 08.10.10, όλες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού.
· Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 22.01.08 η Τράπεζα Κύπρου χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Ενάγουσα 1 υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €8.000, το οποίο τη συνέχεια αυξομειωνόταν στη βάση σχετικών τροποποιητικών συμφωνιών.
· Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, οι Ενάγοντες 2 & 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ημερ. 12.11.12 μέχρι ποσού €1.200.
· Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 17.12.09 η Τράπεζα Κύπρου χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €420.000 στους Ενάγοντες 2 & 3 υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου.
· Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 05.10.10 η Τράπεζα Κύπρου χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €60.000 στην Ενάγουσα 1 υπό τη μορφή δανείου.
· Για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 σχετικά με το πιο πάνω δάνειο, οι Ενάγοντες 2 & 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα μέχρι ποσού €60.000, υποθήκευσαν το επίμαχο ακίνητο με τις υποθήκες αρ. Υ714/08 & Υ10296/10, υπογράφηκε συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.12.09 με το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της Εναγομένης ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης της περιουσίας της Ενάγουσας 1 και υπογράφηκε μεταξύ της Εναγομένης και του Ενάγοντα 3 έγγραφο εκχώρησης ασφάλειας ζωής ημερ. 14.03.14 του δεύτερου προς όφελος της πρώτης για το ποσό των €200.000.
· Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 12.11.12 η Τράπεζα Κύπρου χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €40.000 στους Ενάγοντες 2 & 3 υπό τη μορφή δανείου.
· Για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων 2 & 3 σχετικά με το πιο πάνω δάνειο, οι Ενάγοντες 2 & 3 υποθήκευσαν το επίμαχο ακίνητο με τις υποθήκες αρ. Υ9997/2006, Υ10300/2006, Υ714/08, Υ4145/2008 & Υ10296/10, υπογράφηκε μεταξύ της Εναγομένης και του Ενάγοντα 3 έγγραφο ημερ. 14.03.13 εκχώρησης δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής του δεύτερου προς όφελος της πρώτης για το ποσό των €200.000 και έγγραφο ημερ. 03.04.14 εκχώρησης δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής του δεύτερου προς όφελος της πρώτης για το ποσό των €330.000.
· Περί τις 07.03.19 η Εναγόμενη προχώρησε σε τερματισμό των πιο πάνω συμφωνητικών εγγράφων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων επικαλούμενη παράβαση όρων από τους Ενάγοντες.
· Σε σχέση με το στεγαστικό δάνειο ημερ. 17.12.09 οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε καταθέσεις ποσών συνολικού ύψους €276.151,21, αναφορικά με το άλλο δάνειο ημερ. 05.10.10 έγιναν καταθέσεις ποσών συνολικού ύψους €336.600,32, σε σχέση με το άλλο δάνειο ημερ. 12.11.12 έγιναν καταθέσεις ποσών συνολικού ύψους €15.657,97 ενώ αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 22.01.08 οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το αρχικό υπόλοιπο είχε ξεκινήσει με €8.000 και η κίνηση του λογαριασμού που έκανε μέχρι σήμερα είναι €7.158. Σχετική οικονομική ανάλυση από ιδιώτη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2.
· Οι Ενάγοντες παρέλαβαν Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» (Τεκμήριο 3) και «ΙΒ» με την οποίαν η Εναγόμενη τους ενημέρωσε ότι το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αρ. Υ9997/2006 προς όφελος της έχει καταστεί πληρωτέο και γι’ αυτό στις 28.07.22 θα προχωρούσαν σε πώληση του μέσω πλειστηριασμού.
· Στις 28.07.22 ο πλειστηριασμός απέτυχε.
· Με επιστολή από το Τμήμα Φορολογίας ημερ. 29.03.23, οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για την εκποίηση και διάθεση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965 (Τεκμήριο 4).
· Κατόπιν σχετικής έρευνας τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι το εν λόγω ενυπόθηκο ακίνητο εγγράφηκε εις το όνομα της Εναγομένης (Τεκμήριο 8).
· Στο μεταξύ εκκρεμούν οι αγωγές αρ. 2423/2019 και 3212/2020, οι οποίες αφορούν τις πιο πάνω επίδικες συμφωνίες και το ενυπόθηκο ακίνητο και καταχωρίστηκαν από την εδώ Εναγόμενη εναντίον των εδώ Εναγόντων. Τα δικόγραφα των εν λόγω αγωγών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 9 & 10.
Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας:
Με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 07.04.26 στην εφαρμογή «Επικοινωνία» στο I-Justice ο εκπρόσωπος του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δήλωσε γραπτώς ότι η υπηρεσία του δεν θα υποβάλει ένσταση αλλά θα συμμορφωθεί, στο βαθμό που την αφορά, την όποια δικαστική απόφαση εκδοθεί στην υπό κρίση αίτηση.
Η Ένσταση ημερ. 02.02.26 της Εναγομένης:
Η Εναγόμενη (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 02.02.26 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 13 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Η νομική βάση της ένστασης της Εναγομένης 1 είναι πανομοιότυπη μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Δημήτρη Χριστοφίδη, υπαλλήλου της Εναγομένης. Στην ένορκη δήλωση προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με την Εναγόμενη έχουν διαδραματιστεί και από τη γωνία αντίληψη της θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους της. Παράλληλα επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Εναγομένης τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Τα επικαλούμενα γεγονότα και οι αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης στην παρούσα υπόθεση.
Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Εναγόμενη, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την ένσταση ένορκη δήλωση, έχει ως εξής:
- Η Εναγόμενη δέχεται ότι οι Ενάγοντες 2 & 3 ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου.
- Η Εναγόμενη δέχεται ότι στο παρελθόν οι Ενάγοντες είχαν τις επαγγελματικές συναλλαγές που αναφέρουν με την Τράπεζα Κύπρου.
- Δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και στα πλαίσια των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 04.06.21 από το Ε.Δ. Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198-200 του Κεφ.113 και τέθηκε σε ισχύ στις 08.06.21, η Εναγόμενη αντικατέστησε και/ή υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου σε διάφορες περιπτώσεις πιστωτικών διευκολύνσεων σε ότι αφορά τις υποχρεώσεις και δικαιώματα σ’ αυτές, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων και εξασφαλίσεων που δόθηκαν γι’ αυτές, ανάμεσα στις οποίες είναι και οι επίδικες των Εναγόντων.
- Το επίμαχο ακίνητο ήταν επιβαρυμένο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και μετά τη μεταβίβαση των επιδίκων πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων και εξασφαλίσεων τους με τις 5 υποθήκες που οι Ενάγοντες ανάφεραν, υποθήκες οι οποίες παρέμειναν προς όφελος πλέον της Εναγομένης.
- Το επίδικο ακίνητο ανακτήθηκε και μεταβιβάστηκε στο όνομα της Καθ’ ης η αίτησης λόγω αποτυχημένου πλειστηριασμού και οι αναφερόμενες 5 υποθήκες ακυρώθηκαν.
- Σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, εγγυήσεις και εξασφαλίσεις τους εκκρεμούν προς εκδίκαση οι αγωγές αρ. 3212/20 και 2423/19 του Ε.Δ. Λεμεσού, στις οποίες οι εδώ Ενάγοντες είναι Εναγόμενοι και η εδώ Εναγόμενη είναι Ενάγουσα.
- Η εκκρεμούσα αγωγή αρ. 3212/20 αφορά τις πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στην Ενάγουσα 1 υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερ. 31.01.08 με όριο €8.000 (Τεκμήριο 1) που στην πορεία αυξομειωνόταν (Τεκμήρια 2 & 3) και υπό μορφή δανείου δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερ. 05.10.10 για το ποσό των €60.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 4) που τροποποιήθηκε στις 08.11.12, 05.05.12 και 02.02.15 (Τεκμήρια 5-7), τις συμβατικές υποχρεώσεις τους επί των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων εγγυήθηκαν οι Ενάγοντες 2 & 3 με συμφωνία εγγυήσεως αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ημερ. 12.11.12, με συμφωνία εγγυήσεως ημερ. 05.10.10 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ημερ. μέχρι ποσού €60.000 (Τεκμήριο 8), με υποθήκευση του επίμαχου ακινήτου με τις υποθήκες αρ. Υ714/08 & Υ10296/10 (Τεκμήρια 9 & 10), με ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης της περιουσίας της Ενάγουσας 1 προς όφελος της Εναγομένης δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 22.12.09 με εκχώρηση δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής προς όφελος της Εναγομένης για το ποσό των €200.000 δυνάμει σχετικού εγγράφου ημερ. 14.03.14.
- Επειδή, σύμφωνα με την Εναγόμενη, προέκυψαν καθυστερήσεις στις πληρωμές των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων (τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου), αποστάλθηκαν προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήριο 11) και επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση αποστάλθηκαν νέες επιστολές με τις οποίες τερματίστηκε η ισχύς των συμβάσεων μαζί με τα τροποποιητικά έγγραφα τους και η λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών (Τεκμήριο 12) και ακολούθως καταχωρίστηκε η αγωγή αρ. 3212/20 (Τεκμήρια 13 & 14), στην οποίαν αξιώνεται η πληρωμή ποσών ως κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενα και η έκδοση διαταγμάτων σχετικά με τις υποθήκες που επιβαρύνουν το επίδικο ακίνητο.
- Η εκκρεμούσα αγωγή αρ. 2423/19 αφορά τις πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν που χορηγήθηκαν στους Ενάγοντες 2 & 3 υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερ. 17.12.19 για το ποσό των €420.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 15) που κατά καιρούς τροποποιήθηκε (Τεκμήριο 16) και υπό μορφή δανείου δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερ. 12.11.12 για το ποσό των €40.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 17) που τροποποιήθηκε στις 20.05.13, 23.08.13, 26.02.14, 05.05.15 και 25.04.16 (Τεκμήριο 18), τις συμβατικές υποχρεώσεις τους επί των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων εγγυήθηκαν με υποθήκευση του επίμαχου ακινήτου με τις υποθήκες αρ. Υ9997/2006, Υ10300/2006, Υ714/08, Υ4145/2008 & Υ10296/10 (Τεκμήρια 19-23).
- Επειδή, σύμφωνα με την Εναγόμενη, προέκυψαν καθυστερήσεις στις πληρωμές των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων (στεγαστικού δανείου και δανείου), αποστάλθηκαν προειδοποιητικές επιστολές και επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση αποστάλθηκαν νέες επιστολές με τις οποίες τερματίστηκε η ισχύς των συμβάσεων μαζί με τα τροποποιητικά έγγραφα τους και η λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών (Τεκμήρια 24 & 25) και ακολούθως καταχωρίστηκε η αγωγή αρ. 2423/19 (Τεκμήρια 26 & 27), στην οποίαν αξιώνεται η πληρωμή ποσών ως κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενα και η έκδοση διαταγμάτων σχετικά με τις υποθήκες που επιβαρύνουν το επίδικο ακίνητο.
- Παράλληλα η Εναγόμενη ενεργοποίησε τη διαδικασία που προβλέπεται από τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965 για πλειστηριασμό του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου αναφορικά με την υποθήκη αρ. Υ9997/06 των πιστωτικών διευκολύνσεων στην αγωγή αρ. 2423/19.
- Στις 21.12.21 η Εναγόμενη απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο στους Ενάγοντες 2 & 3 την Ειδοποίηση Τύπο «Ι» μαζί με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία συνοδευόταν από την Ειδοποίηση Τύπο «Θ» (Τεκμήρια 28 (α) & (β)).
- Επειδή δεν κατέστη δυνατή η επίδοση τους με συστημένο ταχυδρομείο, τα έγγραφα παραδόθηκαν στους Ενάγοντες 2 & 3 με ιδιώτη επιδότη στις 14.01.22 (Τεκμήρια 29 (α) & (β)).
- Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση, στις 03.03.22 η Εναγόμενη απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο στους Ενάγοντες 2 & 3 τις Ειδοποιήσεις Τύπο «ΙΑ» & «ΙΒ» ενημερώνοντας τους για διεξαγωγή πλειστηριασμού στις 28.07.22 (Τεκμήρια 30 (α) & (β)).
- Επειδή δεν κατέστη δυνατή η επίδοση τους με συστημένο ταχυδρομείο, τα έγγραφα παραδόθηκαν στους Ενάγοντες 2 & 3 με ιδιώτη επιδότη στις 26.03.22 (Τεκμήρια 31 (α) & (β)).
- Ακολούθως η Εναγόμενη απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο στους Ενάγοντες 2 & 3 το «Δελτίο Α» συνοδευόμενο από σχετική επιτολή ημερ. 06.05.22 σχετικά με τον πλειστηριασμό που ήταν ορισμένος στις 28.07.22 (Τεκμήρια 32 (α) & (β)).
- Επειδή δεν κατέστη δυνατή η επίδοση του με συστημένο ταχυδρομείο, το έγγραφο παραδόθηκε στους Ενάγοντες 2 & 3 με ιδιώτη επιδότη στις 10.05.22 (Τεκμήρια 33 (α) & (β)).
- Οι Ενάγοντες 2 & 3 δεν καταχώρησαν Αίτηση/Έφεση σε σχέση με τη διεξαγωγή πλειστηριασμού στα πλαίσια της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ».
- Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε στις 28.07.22 αλλά το ενυπόθηκο ακίνητο δεν πωλήθηκε.
- Οι Ενάγοντες 2 & 3 δεν διόρισαν δικό τους εκτιμητή, ως είχαν δικαίωμα
- Στη συνέχεια η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 03.05.23 ενημέρωσε τους Ενάγοντες 2 & 3 ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αγοράστηκε από την ίδια, για την οποίαν πώληση εισπράχτηκε το ποσό των €623.500 και ότι το προϊόν πώλησης θα διατίθετο δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί (Τεκμήριο 34).
- Με επιστολή της ημερ. 02.06.23 που αποστάλθηκε στους Ενάγοντες 2 & 3 και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η Εναγόμενη τους ενημέρωσε ότι η προτεινόμενη διάθεση προϊόντος κατέστη τελική για το ποσό των €623.500, από το οποίο καταβλήθηκε φόρος κεφαλαιουχικών κερδών ύψους €32.845,40, πληρώθηκε ποσό €2.494 ως τέλος στον Κεντρικό Φορέα Ισότιμης κατανομής Βαρών, ποσό €179,02 στο Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας, ποσό €273,85 στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως και ποσό €215,40 στον Δήμο Λεμεσού.
- Από την πιο πάνω πώληση και διάθεση του προϊόντος, οι Ενάγοντες, ως ενυπόθηκοι δανειστές, έλαβαν ποσό €587.492,23, το οποίο πιστώθηκε στους Ενάγοντες 2 & 3 έναντι των οφειλών τους (Τεκμήριο 35). Σχετικές καταστάσεις λογαριασμών όπου φαίνεται η πίστωση επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 37(α) & (β).
- Επικαλούμενη τις πρόνοιες του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/1965 η Εναγόμενη στις 28.04.23 προχώρησαν στην ανάκτηση του επίδικου ακινήτου πληρώνοντας μεταβιβαστικά έξοδα ύψους €10.955. Σχετική απόδειξη πληρωμής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 36.
Ακρόαση Αίτησης:
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Αντικείμενο εκδίκασης:
Υπό το φως των πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία είναι κατά πόσο ή όχι δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος που «να απαγορεύει στην Εναγόμενη και στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να αποξενώσουν και/ή να μεταβιβάσουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο το ακίνητο μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας απαίτησης».
Νομική Πτυχή - Εξέταση της αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:
Κατάχρηση διαδικασίας:
Προτού ασχοληθώ με τους λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω ζήτημα κατάχρησης που η Εναγόμενη εγείρει με ξεχωριστό λόγο στο σώμα της ένστασης (μέρος 1ου λόγου ένστασης και 10ος λόγος ένστασης) και αναπτύσσει νομικά τόσο μέσα από την ένορκη δήλωση του αρμοδίου υπαλλήλου της και συνοδεύει την ένσταση της όσο και μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της. Λόγω της φύσεως του θα εξετάσω το ζήτημα αυτό κατά προτεραιότητα.
Είναι η θέση της Εναγομένης ότι τόσο η απαίτηση όσο και η αίτηση αποτελούν κατάχρηση και πολλαπλότητα της διαδικασίας επειδή οι Ενάγοντες προωθούν τα ίδια ζητήματα με θέματα που δικογραφούνται στις εκκρεμούσες αγωγές αρ. 3212/20 και 2423/19. Σε σχέση με τις θεραπείες που αξιώνονται, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα με εύλογη επιμέλεια να τις διεκδικήσουν με ανταπαίτηση στο πλαίσιο των πιο πάνω εκκρεμουσών αγωγών, πράγμα όμως που δεν έπραξαν. Στη βάση αυτών ζητούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Ενάγοντες δεν σχολιάζουν καθόλου νομικά το ζήτημα της κατάχρησης μέσα από τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους.
Το ζήτημα της κατάχρησης εξετάστηκε, κατόπιν ακρόασης, από το παρόν Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) σε ενδιάμεσο στάδιο στην αίτηση της Εναγομένης ημερ. 11.07.24. Στην εν λόγω αίτηση το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει, ανάμεσα σ’ άλλα, εάν «το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και/ή το Έντυπο Απαίτησης συνιστά πολλαπλότητα διαδικασιών και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της εκκρεμότητας των Αγωγών 3212/2020 και 2423/19 μεταξύ των ίδιων διαδίκων» και/ή «το δικόγραφο και/ή το Έντυπο Απαίτησης είναι αβάσιμο και/ή επιπόλαιο και/ή ενοχλητικό και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας».
Με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 29.10.25 το Δικαστήριο έκρινε για τους λόγους που εξηγεί ότι δεν υφίσταται κατάχρηση. Συνεπώς το ζήτημα αυτό έχει αποφασιστεί σε ενδιάμεσο στάδιο της ίδιας υπόθεσης. Δεν έχει σημασία ότι ήταν υπό διαφορετική σύνθεση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι αν ασχοληθεί με το ίδιο θέμα θα λειτουργήσει ως Εφετείο κατά της απόφασης άλλου ομοβάθμιου Δικαστηρίου. Δεν είναι δυνατό ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμιου Δικαστηρίου και να αμφισβητεί την ορθότητα αυτών. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο επειδή συνιστά υπέρβαση δικαιοδοσίας (Αναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 114/25 ημερ. 18.06.25, Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λίμιτεδ, κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:D149, Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 639, Papademetriou v. Christofi and others (1988) 1 C.L.R. 101).
Εν πάση περιπτώσει, η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29.10.25 εφεσιβλήθηκε από την Εναγόμενη, ως ήταν δικαίωμα της. Η απόφαση του Εφετείου θα ξεκαθαρίσει το ζήτημα σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο που κέκτηται δικαιοδοσία γι’ αυτό. Αναλόγως βέβαια της απόφασης του Εφετείου, δεν αποκλείεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης όταν θα παρουσιάζεται μαρτυρία, το ζήτημα να εξεταστεί πλέον σε διαφορετική βάση εφόσον δικογραφείται ισχυρισμός «κατάχρησης της διαδικασίας» μέσα από την έκθεση υπεράσπισης (§1).
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, οι λόγοι ένστασης που ασχολούνται με το ζήτημα της «κατάχρησης» στερούνται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων – Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν
με «καθαρά χέρια»
Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο «με καθαρά χέρια» επειδή «έχουν παραβεί την υποχρέωση τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο Δικαστήριο αποκρύβοντας σκόπιμα ουσιώδη στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να εξασφαλίσουν το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα αυτό εγείρεται με τον 9ο λόγο ένστασης. Η Εναγόμενη θεωρεί ότι οι Ενάγοντες εσκεμμένα έχουν παρουσιάσει ελλιπή εικόνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Ενάγοντες δεν ασχολούνται με το θέμα αυτό μέσα από τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους.
Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγόντων) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (πιο πάνω), Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, δηλαδή που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.
Επομένως η πιο πάνω αναφορά της Εναγομένης θα είχε βαρύνουσα έως καταλυτική σημασία αν στα πλαίσια της αίτησης αυτής εξεταζόταν κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση ή όχι ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί μονομερώς. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλω να υπενθυμίσω ότι από την αρχή η παρούσα αίτηση προωθήθηκε δια κλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στην Εναγόμενη, η οποία από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης αλλά και του μαρτυρικού υλικού που τη συνοδεύουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Εναγόμενη αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης υποχρέωσης για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και κατ’ επέκταση απόκρυψης στοιχείων επειδή η Εναγόμενη προστατεύεται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση με την ευκαιρία που έχει από την αρχή να παραθέσει τις δικές της θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, πράγμα που έχει πράξει.
Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά της Εναγομένης δεν έχει παραθέσει ποια είναι συγκεκριμένα τα ουσιώδη γεγονότα εκείνα που οι Ενάγοντες δεν έχουν αποκαλύψει και ποια είναι η αναληθής κατάσταση πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί συνεπεία της επικαλούμενης απόκρυψης τους.
Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Η παράμετρος του «Κατεπείγοντος»:
Μέσα από την ένστασης της η Εναγόμενη επικαλείται ότι οι Ενάγοντες «έχουν αποτύχει να ικανοποιήσουν τη δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος και/ή την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων για έκδοση διαταγμάτων και/ή η μαρτυρία των Αιτητών σε σχέση με τον δικαιοδοτικό αυτό όρο ήταν ελλιπής και/ή παραπλανητική και/ή ψευδής με σκοπό την εξασφάλιση διατάγματος για ζητήματα τα οποία έχουν ολοκληρωθεί». Το θέμα αυτό προβάλλεται ως μέρος του 3ου λόγου ένστασης. Ούτε με το ζήτημα αυτό ασχολούνται οι Ενάγοντες μέσα από τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους.
Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα, απαγορευτικό, διηνεκές ή προστακτικό, πηγάζει κατ’ εξοχήν από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ.6, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με τον τροποποιητικό νόμο 115(Ι)/23. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, ένα τέτοιο διάταγμα δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον αντίδικο, όπως αυτή προβλέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Ειδικότερα ο Κ.23.6(1) καθορίζει διάφορες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να προωθηθεί μία αίτηση χωρίς ειδοποίηση για σκοπούς έκδοσης μονομερούς ενδιάμεσου διατάγματος. Μία από αυτές είναι όταν υπάρχει «κατεπείγον» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» (Κ.23.6(1)(α)).
Συνδυασμένη μελέτη του Κ.23.6(1)(α) και του άρθρου 9 του Κεφ.6 καθιστά αντιληπτό ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή ύπαρξη «άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων» αποτελούν δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης που είναι να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Το λεκτικό στον Κ.23 και στο τροποποιημένο άρθρο 9 του Κεφ.6 δεν αναιρεί την πλούσια νομολογία επί του θέματος που έχει δημιουργηθεί στη βάση του παλαιού δικονομικού καθεστώτος. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788).
Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη.
Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ’ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9(1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως:
“Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.
Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του – (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 – 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD – (Αίτηση Αρ. 143/96 – 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6.”
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση καταχωρίστηκε δια κλήσεως. Οπότε το αιτούμενο διάταγμα αντιμετωπίζεται στα πλαίσια διαδικασίας σε δια κλήσεως αίτηση όπου το Δικαστήριο αφού ακούσει και τις δύο πλευρές καλείται να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του. Εφόσον η αίτηση δεν προωθήθηκε μονομερώς, δεν τίθεται θέμα εξέτασης επείγοντος ως δικαιοδοτικό όρο. Η ύπαρξη «κατεπείγοντος» παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εξετάσει μία αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Πιο πάνω έχω εξηγήσει, κατ’ επίκληση ειδικού άρθρου νομοθεσίας, νομολογίας και συγκεκριμένων δικονομικών θεσμών, γιατί η ύπαρξη του στοιχείου «κατεπείγοντος» συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την εξέταση μίας αίτησης μονομερώς. Ωστόσο η υπό κρίση αίτηση δεν εξετάστηκε μονομερώς.
Κατά συνέπεια το συγκεκριμένο μέρος του 3ου λόγου ένστασης που ασχολείται με το «κατεπείγον» στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Καθυστέρηση – Ολιγωρία στην προώθηση της παρούσας αίτησης:
Ανεξάρτητα του πιο πάνω σκεπτικού, θα συνεχίσω την εξέταση της υπό κρίση αίτησης.
Ένα άλλος ξεχωριστός λόγος που η Εναγόμενη προβάλλει προκειμένου να υποστηρίξει την εκδοχή της ότι η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη είναι ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν υπέρμετρα και/ή αδικαιολόγητα να την καταχωρήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εν λόγω θέση της περιέχεται στο υπόλοιπο μέρος του 3ου λόγου ένστασης.
Είναι γεγονός ότι όταν κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτησης, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788. Η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά (xxx xxx Rostovtsev v. xxx xxx Shcukin, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε415/2016 ημερ. 05.07.19), ECLI:CY:AD:2019:A282.
Στην προκειμένη περίπτωση αίτηση τέτοιας φύσεως όπως την παρούσα θα μπορούσε να είχε ζητηθεί στα πλαίσια έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης (σ’ οποιαδήποτε από τις δύο εκκρεμούσες αγωγές 3212/2020 και 2423/19, στις οποίες διάδικοι είναι οι ίδιοι πρωταγωνιστές που είναι εδώ και οι οποίες αφορούν τις ίδιες πιστωτικές διευκολύνσεις με την παρούσα απαίτηση, ευθύς με την επίδοση σ’ αυτούς της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» στις 26.03.22 με ιδιώτη επιδότη. Με την εν λόγω ειδοποίηση είχε δοθεί ημερομηνία πώλησης του επίμαχου ακινήτου μέσω της διεξαγωγής πλειστηριασμού στις 28.07.22, οπότε οι Ενάγοντες είχαν κάθε λόγο να προωθήσουν ενδιάμεση αίτηση με την οποία να ζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος σχετικά με το επίδικο υποθηκευμένο ακίνητο, όπως έπραξαν με την υπό κρίση αίτηση. Θα μπορούσαν ακόμη να επιδιώξουν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως αναφορικά με το επίδικο υποθηκευμένο ακίνητο εντός της περιόδου από τότε που είχε αποτύχει ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός μέχρι την αγορά του από την Εναγόμενη. Παρόλα αυτά ούτε στη μία αλλά ούτε στη δεύτερη φορά το έπραξαν. Αντίθετα προώθησαν τέτοια αίτηση, δηλαδή την υπό κρίση, σχεδόν μετά από δύο χρόνια, λίγες ημέρες αφού καταχώρησαν την παρούσα υπόθεση.
Στη βάση των προαναφερομένων δεν θα έλεγα ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές όπου δικαιολογείται το χρονικό διάστημα που διέρρευσε να μην ληφθεί υπόψη. Οι Ενάγοντες από την αρχή είχαν γνώση του ιστορικού των χορηγηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων, από την αρχή δικογράφησαν την εκδοχή τους ενώ οι νέες πληροφορίες έρχονταν υπόψη τους κατά διαστήματα, όπως για παράδειγμα οι Ειδοποιήσεις Τύπος «Θ», «ΙΑ» και «ΙΒ», για τις οποίες είχαν επαρκή χρόνο για να αξιολογήσουν. Αυτές είναι παράμετροι που υποστηρίζουν το σκεπτικό του Δικαστηρίου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης είναι μεγάλος. Για το χρονικό διάστημα αυτό οι Ενάγοντες δεν έδωσαν οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Δεδομένου του πιο πάνω σχολιασμού, οι Ενάγοντες, όπως ήδη λέχθηκε, σαφώς μπορούσαν να είχαν καταχωρήσει την αίτηση αυτή πολύ ενωρίτερα. Δεν το έπραξαν όμως.
Σαφώς η συμπεριφορά τους αυτή προκαλεί αδικία στην Εναγόμενη. Πέραν των εξόδων που καλείται να επωμιστεί σχετικά με τη διαδικασία αυτή, σήμερα το επίδικο ακίνητο όχι μόνο πωλήθηκε αλλά ανακτήθηκε από αυτήν αφού πρώτα κατέβαλε το φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, πλήρωσε τέλη και έξοδα σε διάφορους οργανισμούς που αφορούσαν το εν λόγω ακίνητο καθώς επίσης πλήρωσε μεταβιβαστικά τέλη, γεγονότα που δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες. Επιπλέον το ποσό από την πώληση που ξεκαθάρισε μετά την πληρωμή των πιο πάνω φόρων, τελών και εξόδων πιστώθηκε προς όφελος των Εναγόντων ως έναντι των κατ’ ισχυρισμό οφειλών τους.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, διαπιστώνω ότι η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σε τελευταία ανάλυση, οι Ενάγοντες επέδειξαν ολιγωρία. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ένστασης της Εναγομένης επιτυγχάνει.
Κριτήρια και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων:
Προχωρώ με την εξέταση των λόγων ένστασης, οι οποίοι πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ένεκα του κοινού αντικειμένου τους θα εξεταστούν ως μία ενιαία ομάδα οι λόγοι ένστασης αρ. 4, 5 & 6.
Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται.
Όπως ήδη έχει λεχθεί, η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρά τη θέσπιση των νέων δικονομικών θεσμών, η νομολογία που υπήρχε προηγουμένως εξακολουθεί να έχει καθοδηγητική μορφή. Εκτός από το άρθρο 32, οι νέοι θεσμοί (Μέρη 23 & 25) παρέχουν επιπρόσθετο δικαιοδοτικό υπόβαθρο καθώς επίσης καινούργιο δικονομικό πλαίσιο.
Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.
Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.
Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (Eurocypria Airlines Ltd v. Δημοκρατίας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1783). Το εν λόγω κριτήριο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 145/11 ημερ. 13.06.13) Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Επομένως σχετίζεται με τη νομική πτυχή των δικαιωμάτων των διαδίκων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (πιο πάνω)).
Ο Αιτητής (εδώ Ενάγοντες) δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο ερευνά το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή (εδώ Ενάγοντες) και βεβαιώνεται ότι δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του Καθ’ ου η αίτηση (εδώ Εναγόμενη). Δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής εκτός και αν εμπίπτουν στην κατηγορία διαταγμάτων τύπου Quia Timet (United States Trust Company of New York v. Tsavliris Salvage (International) Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 1014).
Στην παρούσα υπόθεση τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Αντικειμενική ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης καθιστά αντιληπτό ότι οι Ενάγοντες στρέφονται εναντίον της Εναγομένης ένεκα της επαγγελματικής σχέσης των Εναγόντων με τραπεζικό οργανισμό. Ειδικότερα αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο τραπεζικός οργανισμός χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις:
(α) στην Ενάγουσα 1 υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €8.000 δυνάμει σχετικού συμφωνητικού εγγράφου μαζί με τα έγγραφα που κατά διαστήματα τροποποιούσαν το όριο, για την εξασφάλιση των οποίων οι Εναγόμενοι 2 & 3 υπέγραψαν έγγραφο αλληλέγγυας και/ή κεχωρισμένης εγγύησης και υπό τη μορφή δανείου ύψους €60.000 πλέον τόκους δυνάμει σχετικού συμφωνητικού εγγράφου, για την εξασφάλιση του οποίου οι Εναγόμενοι 2 & 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα δυνάμει εγγράφου εγγύησης που ήταν ενσωματωμένο στη συμφωνία δανείου και με την επιβάρυνση του επίμαχου ακινήτου από τις υποθήκες αρ. Υ714/08 και Υ10296/10,
(β) στους Ενάγοντες 2 & 3 υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου ύψους €420.000 πλέον τόκους δυνάμει σχετικής σύμβασης ως αυτή έχει τροποποιηθεί δυνάμει σχετικών συμφωνητικών εγγράφων και υπό τη μορφή δανείου τακτής προθεσμίας ύψους €40.000 πλέον τόκους δυνάμει σχετικής σύμβασης ως το περιεχόμενο της οποίας έχει τροποποιηθεί, για την εξασφάλιση των οποίων το επίμαχο ακίνητο επιβαρύνθηκε επιπλέον με τις υποθήκες αρ. Υ9997/2006, Υ10300/2006, Υ714/2008, Υ4145/2008 και Υ10296/2010 και με δύο ξεχωριστά συμφωνητικά έγγραφα εκχώρησης δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής με τον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό προς όφελος της Εναγομένης από τους Ενάγοντες 2 & 3 για τα ποσά των €200.000 και €330.000 αντίστοιχα.
Προέκυψαν διαφορές μεταξύ των διαδίκων με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να προχωρήσει με τερματισμό όλων των συμβάσεων που αφορούν τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις. Μέσα από την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες εγείρουν διάφορα νομικά ζητήματα. Ειδικότερα επικαλούνται παρανομία και ακυρότητα των συμβάσεων από μέρους της Εναγομένης για τους λόγους που παραθέτουν, θέτουν θέμα καταχρηστικών ρητρών, παράνομο τερματισμό, παράνομες υπερχρεώσεις, αντισυμβατικές χρεώσεις, μικρότερο οφειλόμενο ποσό από αυτό που η Εναγόμενη διεκδικεί από αυτούς, παράνομη πώληση και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου εις το όνομα της Εναγομένης και ζήτημα συνταγματικότητας των προνοιών του Ν.9/1965 που αφορούν την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA χωρίς να απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης.
Η παρανομία και ακυρότητα συμφωνητικών εγγράφων εμπίπτουν στο δίκαιο των συμβάσεων. Ομοίως στο δίκαιο των συμβάσεων εμπίπτουν το επίδικα ζητήματα των χρεώσεων καθώς επίσης της νομιμότητας και εγκυρότητας του τερματισμού των συμφωνητικών εγγράφων. Η εξέταση των καταχρηστικών ρητρών πηγάζουν από τον Ν.112(Ι)/2021. Ζητήματα που αφορούν την πώληση και μεταβίβαση ακινήτου διέπεται από τις πρόνοιες του Ν.9/1965. Σε ότι αφορά ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεων του Ν.9/1965 διέπεται από τις αρχές της κυπριακής νομολογίας.
Οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι υπέστησαν ζημιές ένεκα επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν και συνεπεία αυτών αξιώνουν την επιδίκαση αποζημιώσεων και την έκδοση διαταγμάτων για ακύρωση των συμφωνητικών εγγράφων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και ακύρωσης εγγράφων υποθήκης και της πώλησης του επίδικου ακινήτου.
Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό νομικό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς τους Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω αναφερθεί σ’ αυτά προηγουμένως.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015), είναι ότι ο Αιτητής έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση το ζήτημα της συνταγματικότητας προνοιών του Ν.9/1965 απαιτεί μαρτυρία και λεπτομερή νομική επιχειρηματολογία. Επομένως είναι κάτι που θα διαφανεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Σε ότι αφορά τη νομιμότητα και εγκυρότητα των συμφωνητικών εγγράφων, αυτά συνδέονται με τη θέση τους ότι δεν είχαν ανεξάρτητη νομική συμβουλή, δεν τους επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που θα αναλάμβαναν και ότι υποχρεώθηκαν να τα υπογράψουν υπό το καθεστώς πίεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας αυτών των ζητημάτων δεν διαφαίνονται από το ενυπάρχον γραπτό μαρτυρικό υλικό που συνοδεύει την ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης. Θα εξαρτηθεί από τυχόν προφορική μαρτυρία που ενδεχομένως να προσαχθεί από τους Ενάγοντες κατά την εκδίκαση της ουσίας της απαίτησης. Εκείνο όμως που είναι σημαντικό και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων είναι ότι οι Ενάγοντες έθεσαν την υπογραφή τους επί των συμφωνητικών εγγράφων με βάση τα οποία έλαβαν πιστωτικές διευκολύνσεις από τον τραπεζικό οργανισμό. Εξίσου σημαντική είναι η αναγνώριση των Εναγόντων ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο από τους ιδίους προς την Εναγόμενη (§30 ΕΔ αίτησης και §26 έκθεσης απαίτησης). Γι’ αυτό οι Ενάγοντες, όπως αποκαλύπτουν και δικογραφούν στην έκθεση απαίτησης τους καταβάλλουν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση των οφειλών τους απέναντι στην Εναγόμενη. Συνεπώς, παρά τις επικαλούμενες παράνομες χρεώσεις και αντισυμβατικές υπερχρεώσεις, οι Ενάγοντες δέχονται ότι οφείλουν ποσά στην Εναγόμενη αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους έδωσε, για την εξασφάλιση των οποίων το επίμαχο ακίνητο επιβαρύνθηκε με τις προαναφερόμενες υποθήκες και οι Ενάγοντες 2 & 3 εγγυήθηκαν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις συμβάσεις. Εφόσον οι Ενάγοντες δέχονται ότι οφείλουν ποσά, λογικά μπορεί να λεχθεί ότι εκ πρώτης όψεως αυτό είναι απόρροια μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων τους στα πλαίσια της επαγγελματικής τους σχέσης με την Εναγόμενη. Αυτό με τη σειρά του, εκ πρώτης όψεως, εγείρει ζήτημα ποιος μπορεί ενδεχομένως να ευθύνεται για παράβαση συμβάσεων και εάν ο τερματισμός τους και ακολούθως η διαδικασία εφαρμογής των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965 για πώληση, ανάκτηση και μεταβίβαση του ακινήτου προς εξόφληση των οφειλομένων ποσών, την ύπαρξη των οποίων οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν (ανεξάρτητα αν διαφωνούν με το ύψος που η Εναγόμενη διεκδικεί), ήταν η νόμιμη διέξοδος της Εναγόμενης για εξόφληση ή πληρωμή έναντι των ποσών που της οφείλονται.
Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα προαναφερόμενα είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή των Εναγόντων με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους και/ή της εκδοχής της Εναγομένης.
Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.
Έπεται ότι το σημείο (β) του 4ου λόγου ένστασης επιτυγχάνει.
Η μη ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης καθιστά αχρείαστη την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης και του κριτηρίου του ισοζυγίου της ευχέρειας.
Κατάληξη:
Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.
Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται.
Παράλληλα η ένσταση επιτυγχάνει στο βαθμό και στην έκταση που έχει εξεταστεί.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης/Καθ’ ης η αίτησης και εναντίον των Εναγόντων 1, 2 & 3/Αιτητών 1, 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα κατά 25% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €5.089,25 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €5.045,25. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) .................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο