ABH UKRAINE LIMITED κ.α. ν. FINSTELLA LTD (πρώην RCB Bank Ltd), Αριθμός Απαίτησης: 403/2025, 27/7/2026
print
Τίτλος:
ABH UKRAINE LIMITED κ.α. ν. FINSTELLA LTD (πρώην RCB Bank Ltd), Αριθμός Απαίτησης: 403/2025, 27/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                            Αριθμός Απαίτησης: 403/2025 (i-justice)

 

Μεταξύ:

1.    ABH UKRAINE LIMITED

2.    GREATFORD LIMITED

3.    ABH KAZAKHSTAN LIMITED

4.    ABH FINANCIAL LIMITED

5.    SPENSIAMO VENTURES LIMITED

6.    ABHU FINANCE PLC

7.    ELLERMAN LIMITED

8.    WELLEY LIMITED

9.    SIFUM GROUP LIMITED

10. FIBR FINANCIAL TECHNOLOGIES HOLDINGS S.A.

Εναγόντων

    και

 

        FINSTELLA LTD (πρώην RCB Bank Ltd)

Εναγόμενων

 

--------------------

 

Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 5/11/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/7/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενους - αιτητές: κ. Ν. Πιριλίδης, για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC

Για ενάγοντες 1 μέχρι 10 - καθ’ ων η αίτηση: κ. Μ. Κυπριανού, για Micheal Kyprianou & Co LLC

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες 1 μέχρι 10, στις 11/4/2025 καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ. 4, μαζί με έκθεση απαίτησης. Τόσο με το έντυπο απαίτησης όσο και με την έκθεση απαίτησης αξιώνουν τα ακόλουθα:

 

«1.       Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Ενάγουσες δεν υπόκειντο και δεν υπόκεινται σε Ευρωπαϊκές Κυρώσεις όπως αυτές ορίζονται στην παρούσα Έκθεση Απαίτησης.

2.         Περαιτέρω ή διαζευκτικά, διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τις Ενάγουσες ως υποκείμενες σε Ευρωπαϊκές Κυρώσεις και ως εκ τούτου ότι οφείλει να αποδεσμεύσει τα δεσμευμένα τους χρήματα.

3.         Περαιτέρω ή διαζευκτικά, διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να υποχρεώνει την Εναγόμενη να προβεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και/ή να παράσχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και/ή να προβεί σε όλες τις απαραίτητες παραστάσεις και/ή να υποβάλει όλες τις απαραίτητες αιτήσεις στην Συμβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών Κυρώσεων του Υπουργείου Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΣΕΟΚ) με σκοπό την αποδέσμευση των δεσμευμένων χρημάτων των Εναγουσών.

4.         Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να αποδεσμεύσει τα δεσμευμένα χρήματα των Εναγουσών ως αναφέρονται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης και να τα επιστρέψει άμεσα στις Ενάγουσες.

5.         Περαιτέρω ή διαζευκτικά, διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να επιστρέψει τα χρήματα των Εναγουσών ως αναφέρονται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης πίσω σε αυτές και να επιδικάζει αποζημίωση υπέρ των Εναγουσών για την παρακράτηση και/ή ιδιοποίηση της περιουσίας τους από την Εναγόμενη.

6.         Αποζημιώσεις ύψους 14.380.295,10 Δολάρια ΗΠΑ (USD) και 819.024,22 Ευρώ (EUR) υπέρ των Εναγουσών σε περίπτωση που τα χρήματα των Εναγουσών ως αναφέρονται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης δεν αποδεσμευτούν.

7.         Γενικές αποζημιώσεις υπέρ των Εναγουσών για απώλεια χρήσης των χρημάτων τους που κρατούνται δεσμευμένα στους λογαριασμούς που απαριθμούνται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης.  Περαιτέρω ή διαζευκτικά τόκο που το Σεβαστό Δικαστήριο θα καθορίσει και ο οποίος θα τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία τα χρήματα των Εναγουσών που κατέχει η Εναγόμενη δεσμεύτηκαν μέχρι και την ημερομηνία της αποδέσμευσης και επιστροφής τους πίσω στις Ενάγουσες.

8.         Γενικές αποζημιώσεις υπέρ των Εναγουσών για τη ζημιά στη φήμη και/ή υπόληψη τους σε ποσό που το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και/ή κατάλληλο να επιδικάσει.

9.         Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.

10.       Νόμιμο τόκο στα πιο πάνω ποσά.

11.       Έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.»

 

Tα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής των πρώτων είναι τα εξής:

 

Όλοι οι ενάγοντες είναι θυγατρικές εταιρείες της εταιρείας ABH Holdings S.A. (στο εξής «ΑΒΗΗ») η οποία έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στο Λουξεμβούργο. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι εναγόμενοι δραστηριοποιούνταν ως πιστωτικό ίδρυμα και παρείχαν τραπεζικές υπηρεσίες, κάτω από την προηγούμενη ονομασία τους. Τώρα δραστηριοποιούνται ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων.

 

Οι ενάγοντες ήταν πελάτες των εναγόμενων και συνήψαν συμβάσεις μαζί τους, με σκοπό την παροχή των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από τους δεύτερους στους πρώτους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ενάγοντες άνοιξαν τραπεζικούς λογαριασμούς, προέβησαν σε καταθέσεις στους εναγόμενους και μετέφεραν χρήματα προς και από αυτούς. Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση ότι λόγω των αλλαγών στην άδειά τους δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίζουν τα χρήματα των εναγόντων που κατατέθηκαν σ’ αυτούς, ως τραπεζικές καταθέσεις και ότι θα τροποποιούσαν το καθεστώς τους σε δάνεια προς τους εναγόμενους, πληρωτέα, κατόπιν αιτήματος.

 

Στις 28/2/2022, δυο εκ των μετόχων της ΑΒΗΗ προστέθηκαν στον κατάλογο των προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα σχετικά με δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (στο εξής «Ευρωπαϊκές Κυρώσεις») σύμφωνα με την σχετική απόφαση (ΚΕΠΠΑ) του Συμβουλίου της 28/2/2022 η οποία τροποποιεί άλλη απόφαση ΚΕΠΠΑ και τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2022/336 του Συμβουλίου της 28/2/2022 για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 269/2014 (στο εξής «Κανονισμός»).

 

Στις 15/3/2022, δυνάμει σχετικής απόφασης ΚΕΠΠΑ, ακόμη δυο μέτοχοι της ΑΒΗΗ προστέθηκαν στον κατάλογο Ευρωπαϊκών Κυρώσεων.

Την προηγουμένη, 14/3/2022 άλλαξε η μετοχική δομή της ΑΒΗΗ. Συγκεκριμένα, οι δυο τελευταίοι μέτοχοί της πώλησαν τις μετοχές που κατείχαν σ’ αυτή σε ένα άλλο μέτοχό της, ο οποίος, ούτε ήταν ούτε είναι κατονομαζόμενο πρόσωπο, κάτω από Ευρωπαϊκές Κυρώσεις. Ο υπό αναφορά απέκτησε αποκλειστική ιδιοκτησία των εν λόγω μετοχών κατά την ημερομηνία πώλησης, με αποτέλεσμα, από την ημερομηνία αυτή και μετά, οι δυο μέτοχοι που του είχαν πωλήσει τις μετοχές τους, να μην κατέχουν ή ελέγχουν πλέον οποιεσδήποτε μετοχές στην ΑΒΗΗ.

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό, οι Ευρωπαϊκές Κυρώσεις εφαρμόζονται σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που απαριθμούνται ρητά στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού, καθώς και σε νομικές οντότητες που είτε ανήκουν άμεσα ή έμμεσα κατά 50% τουλάχιστον ή περισσότερο είτε ελέγχονται από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία περιλαμβάνονται στο σχετικό Παράρτημα. Ο Κανονισμός προβλέπει μεταξύ άλλων, τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των κατονομαζόμενων προσώπων, ως περιοριστικό μέτρο. Βάσει της υφιστάμενης ιδιοκτησιακής δομής, η ΑΒΗΗ και οι ενάγοντες δεν καλύπτονται από τον Κανονισμό και/ή δεν ενέπιπταν στις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις.

 

Στις 16/3/2022 η ΑΒΗΗ παρείχε στους εναγόμενους, αντίγραφο του ανανεωμένου μητρώου των μετόχων της το οποίο αντικατόπτριζε την υφιστάμενη ιδιοκτησιακή δομή. Το εν λόγω μητρώο σύμφωνα με το δίκαιο του Λουξεμβούργου θεωρείται ότι συνιστά πλήρες αποδεικτικό στοιχείο των μετόχων της ΑΒΗΗ.

 

Οι εναγόμενοι, κατά ή περί τις 17/3/2022 ή κατά την άνοιξη του 2022 ανάφεραν λανθασμένα στη Συμβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών Κυρώσεων του Υπουργείου Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής «ΣΕΟΚ») ότι οι ενάγοντες είναι οντότητες, υποκείμενες στις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις, λόγω του ότι δήθεν ανήκουν κατά 50% ή περισσότερο και/ή ελέγχονται από τα δυο πρώτα πρόσωπα τα οποία προστέθηκαν στον κατάλογο Ευρωπαϊκών Κυρώσεων.

 

Αυτή η λανθασμένη αναφορά δήλωνε ότι η συνολική ιδιοκτησία μετοχών που κατείχαν τα 4 πρόσωπα τα οποία προστέθηκαν στον κατάλογο Ευρωπαϊκών Κυρώσεων στην ΑΒΗΗ υπερέβαινε το 50% των μετοχών της. Αυτό ήταν λάθος, αφού σύμφωνα με την υφιστάμενη ιδιοκτησιακή δομή της ΑΒΗΗ, στις 16/3/2022, τα μόνα πρόσωπα που κατείχαν μετοχές σ’ αυτή και υπόκειντο σε Ευρωπαϊκές Κυρώσεις ήταν τα δυο πρώτα, από τα παραπάνω πρόσωπα, των οποίων η συνολική ιδιοκτησία μετοχών στην ΑΒΗΗ είναι κάτω από 50% και συγκεκριμένα, 45.265%. Περαιτέρω, η ΑΒΗΗ δεν ελεγχόταν από τα δυο αυτά πρόσωπα, κατά συνέπεια, ούτε αυτή μα ούτε και οι ενάγοντες ανήκουν κατά 50% ή περισσότερο ή ελέγχονται από κατονομαζόμενα πρόσωπα υπό την έννοια του άρθρου 2 του Κανονισμού.

 

Λόγω της παραπάνω λανθασμένης αναφοράς, οι ενάγοντες χαρακτηρίστηκαν λανθασμένα από τους εναγόμενους, ως εμπίπτοντες στις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις.

 

Λόγω του χαρακτηρισμού αυτού, οι εναγόμενοι δέσμευσαν και διατηρούν μέχρι σήμερα δεσμευμένα τα χρήματα που οι ενάγοντες είχαν κατατεθειμένα σε σχετικούς λογαριασμούς σ’ αυτούς, χωρίς την οποιαδήποτε διαβούλευση ή προγενέστερη ειδοποίησή τους (στην παράγραφο 18 της έκθεσης απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες, με αναφορά σε ποσά και αριθμούς λογαριασμού για κάθε ενάγοντα).

 

Η ΑΒΗΗ και/ή οι ενάγοντες ζήτησαν επανειλημμένα από τους εναγόμενους - μεταξύ άλλων - να διορθώσουν την παραπάνω λανθασμένη αναφορά, οι οποίοι ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν τους έχουν απαντήσει με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο.

 

Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν, πρώτο, τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντί τους, δεύτερο, το δικαίωμά τους στην περιουσία, τρίτο, το καθήκον επιμέλειας που είχαν έναντί τους, στους οποίους, επιπλέον αποδίδουν και ότι προχώρησαν σε παράνομη κατακράτηση της περιουσίας και/ή ιδιοποίηση των χρημάτων τους (οι σχετικές λεπτομέρειες δίδονται στην παράγραφο 26 της έκθεσης απαίτησης).      

 

Οι εναγόμενοι, στις 30/4/2025 καταχώρησαν κανονικό σημείωμα εμφάνισης, ενώ, στις 17/6/2025 καταχώρησαν υπεράσπιση. Οι βασικές θέσεις τους σύμφωνα με αυτή, είναι οι εξής:

 

Κατά ή περί τις 8/8/2022, οι εναγόμενοι ειδοποίησαν τους ενάγοντες, ότι θα παρέδιδαν την τραπεζική τους άδεια και ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν πλέον να διατηρούν καταθέσεις σ’ αυτούς. Ακόμη, τους ενημέρωσαν ότι σε 60 ημέρες, οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους θα έκλειναν και ότι οι καταθέσεις θα μετατρέπονταν σε δάνειο όψεως από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους. Οι όροι δανείου προέβλεπαν ότι οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να ξοφλήσουν τα δάνεια κατά την ημερομηνία λήξης ή κατόπιν απαίτησης των εναγόντων και οποιαδήποτε υποχρέωση αποπληρωμής, υπόκειτο, μεταξύ άλλων, ότι η αποπληρωμή δεν θα  παραβίαζε τις σχετικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ηνωμένου Βασιλείου ή των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τους όρους δανείου, υπογράφοντας συγκαταθέσεις.

Στις 11/8/2023 οι δυο ομάδες καθορισμένων προσώπων που υπόκειντο σε κυρώσεις, καθορίσθη από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής με βάση την Αμερικάνικη (USA) Πράξη, υπ’ αριθμόν 14024.

 

Τον Ιούλιο, 2021, οι εναγόμενοι είχαν λάβει από τους ενάγοντες και/ή τους αντιπροσώπους τους, έγγραφα, σχετικά με την εταιρική δομή των εναγόντων 2, που εμφάνιζε ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της ΑΒΗΗ ήταν ο Mikhail Friedman-32.8632%, o German Khan-20.9659%, o Alexey Kuzmichev-16.3239%, Petr Aven-12.4018%, Unicredit S.p.A.-9.9%, THE MARK FOUNDATION PTC LTD -3.8785% και Andrey Kosogov-3.6716%.

 

Το Δεκέμβριο 2021, οι ενάγοντες προσκόμισαν στους εναγόμενους, έγγραφα, σχετικά με τη μετοχική δομή της ΑΒΗΗ  που έδειχνε ότι από ή κατά τις 29 Σεπτεμβρίου, 2021, οι μέτοχοι της ABHH ήταν οι εξής: Mikhail Fridman με ποσοστό 32,8632%, German Khan με ποσοστό 20.9659%, Alexey Kuzmichev με ποσοστό 16.3239%,  Petr Aven με ποσοστό 12.4018%, Unicredit S.p.A με ποσοστό 9,9%, THE MARK FOUNDATION PTC LTD με ποσοστό 3,8785%, και Andrey Kosogov με ποσοστό 3,6716%.

 

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν κανένα νέο και/ή επικαιροποιημένο έγγραφο για τη μετοχική δομή από την ABHH ή τους ενάγοντες, πριν τις 16 Μαρτίου, 2022, και ακόμα και τότε που έλαβαν, οι πληροφορίες δεν ήταν πλήρεις.

 

Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι δύο πρώτοι μέτοχοι της ABHH προστέθηκαν στον κατάλογο Ευρωπαϊκών Κυρώσεων και ισχυρίζονται ότι αυτοί κατείχαν το 45,265 % των μετοχών της ABHH.

 

Αρνούνται τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες αναφορικά με την αλλαγή στη μετοχική σύνθεση της ΑΒΗΗ, στις 14/3/2022 και καλούν τους ενάγοντες να αποδείξουν ότι: πρώτο, οι δυο μέτοχοι της ΑΒΗΗ πώλησαν τις μετοχές που κατείχαν σ’ αυτή μέσω συμφωνιών αγοράς μετοχών, στις 14 Μαρτίου 2022, δεύτερο, η υποτιθέμενη πώληση μετοχών της ABHH από τα δυο αυτά πρόσωπα είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της πραγματικής ιδιοκτησίας της ABHH, είτε εν μέρει, είτε εν όλω, τρίτο, η εν λόγω πώληση είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του ελέγχου εν μέρει ή εν όλω στην ABHH, τέταρτο, η ίδια πάντοτε πώληση μετοχών ήταν πραγματική πώληση μετοχών (εν μέρει ή εν όλω) που είχε αποτέλεσμα την αλλαγή της νόμιμης και πραγματικής κυριότητας των μετοχών της ΑΒΗΗ και πέμπτο, οι ενάγοντες είχαν οποιαδήποτε προφορική επικοινωνία με τους εναγόμενους σχετικά με την αλλαγή ιδιοκτησίας και ελέγχου της ABHH.

 

Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι στις 15/3/2022 ακόμη δύο μέτοχοι της ABHH προστέθηκαν στον κατάλογο Ευρωπαϊκών Κυρώσεων και ισχυρίζονται ότι αυτοί, μαζί με τους δυο πρώτους που είχαν προστεθεί στον ίδιο κατάλογο κατείχαν το 82,5548% των μετοχών της ΑΒΗΗ.

 

Από, κατά ή περί τις 15 Μαρτίου, 2022, με βάση τις πληροφορίες που παρείχαν οι ενάγοντες για τη διαδικασία «Γνωρίστε τον πελάτη σας» το 82,5548% των μετοχών της ABHH (ή/και σε κάθε περίπτωση, πάνω από το 50% των εν λόγω μετοχών) κατέχονταν από καθορισμένα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, είναι ισχυρισμός των εναγόμενων ότι τα κεφάλαια σε λογαριασμούς καταθέσεων που ανήκαν στους ενάγοντες (που αποτελούν 100%  θυγατρικές της ABHH και ως εκ τούτου, ελέγχονταν από τα καθορισμένα πρόσωπα) υπόκειντο σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων βάσει του Κανονισμού και σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις.

 

Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι ενάγοντες, στις 16/3/2022 τους είχαν προσκομίσει μητρώο μετόχων, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι δεν μπόρεσαν να επαληθεύσουν και/ή επιβεβαιώσουν το περιεχόμενο του αποσπάσματος (extract) από το ενημερωμένο μητρώο μετόχων της ABHH. Καλούν τους ενάγοντες να αποδείξουν ότι το εν λόγω απόσπασμα συνιστούσε «πλήρη απόδειξη των μετόχων της ABHH» από τις 14 Μαρτίου 2022 και  ισχυρίζονται, πρώτο, ότι οι πληροφορίες που τους παρασχέθηκαν σχετικά με την αλλαγή των μετόχων της ABHH ήταν ελλιπείς, δεύτερο, ότι δεν παρασχέθηκαν  επεξηγηματικές πληροφορίες με το αντίγραφο του μητρώου μετόχων της ABHH που τους παρείχαν οι ενάγοντες 4, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη κατά ή περί τις  16 Μαρτίου, 2022 και περί ώρα 8:47 π.μ. και τρίτο, ότι κατά ή περί την ίδια ημερομηνία, οι εναγόμενοι έλαβαν βασικά έγγραφα KYC (γνώριζε τον πελάτη σου) από τους ενάγοντες 4 που αφορούσαν τον κ. Andrey Kosogov, τον υποτιθέμενο νέο μέτοχο της ABHH (ο οποίος αντικατέστησε τον κ. Khan και τον κ. Kuzmichev). Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι ζήτησαν όλα τα υποστηρικτικά έγγραφα που αφορούσαν την αλλαγή των μετόχων της ABHH, που δήθεν έλαβε χώρα μία ημέρα πριν από τη συμπερίληψη των κ.κ. Khan και Kuzmichev στις Κυρώσεις (τα υπό αναφορά έγγραφα αναφέρονται στην παράγραφο 13.6. της υπεράσπισης).

 

Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι η ABHH ή οι ενάγοντες δεν παρείχαν και δεν έχουν παράσχει τις πλήρεις πληροφορίες KYC (γνώριζε τον πελάτη σου) που ζητήθηκαν περί τις 16/3/2022.

 

Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η ABHH και τουλάχιστον, κάποιοι από τους ενάγοντες, γνώριζαν ότι τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι είχαν παγοποιηθεί. Κατά ή περί τις 23/3/2022, οι ενάγοντες 4 ζήτησαν από τους εναγόμενους να βοηθήσουν στην απόκτηση σχετικών αδειών από τη ΣΕΟΚ για την αποδέσμευση των παγοποιημένων κεφαλαίων.

 

Οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τα όσα τους αποδίδουν οι ενάγοντες για λανθασμένες αναφορές στη ΣΕΟΚ και ισχυρίζονται τα ακόλουθα:

 

Κατόπιν αιτήματος των εναγόντων 1, περί τις 19/42022, οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση στη ΣΕΟΚ για άδεια αποδέσμευσης παγοποιημένων κεφαλαίων που διατηρούνταν στο λογαριασμό τους σύμφωνα με το άρθρο  6 του Κανονισμού για να τους επιτραπεί να πληρώσουν οφειλόμενους τόκους από χρεόγραφα.

 

Η αίτηση ανέφερε ότι οι κ.κ. Fridman, Aven, Khan και Kuzmichev ήταν καθορισμένα πρόσωπα βάσει του Κανονισμού στα οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις και ήταν τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι των εναγόντων 1.

 

Με βάση το αίτημα των εναγόντων 1, οι εναγόμενοι, στις 5/5/2022 υπέβαλαν αίτημα στη ΣΕΟΚ για άδεια να απελευθερώσει παγοποιηθέντα χρηματικά ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων 1 με βάση τα άρθρα 4 και 6 του Κανονισμού για να πληρωθούν μισθοί και άλλες υποχρεώσεις. Η αίτηση ανέφερε και πάλι ότι οι κ.κ. Friedman, Aven, Khan και Kuzmichev ήταν καθορισμένα πρόσωπα τα οποία υπόκειντο σε κυρώσεις και ήταν οι δικαιούχοι ιδιοκτήτες των εναγόντων 1.

 

Όταν κατά ή περί την 19/7/2023, οι εναγόμενοι έλαβαν επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις περιστάσεις της αλλαγής των μετόχων της ABHH, περί τις 2/8/2023 προσκόμισαν και/ή απέστειλαν τα έγγραφα στη ΣΕΟΚ.

 

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και τα εξής:

 

Όσον αφορά την Κατάταξη, οι ίδιοι υποχρεούνται να διενεργήσουν τη δική τους εκτίμηση σχετικά με το αν πρέπει να παγοποιηθούν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία βάσει του Κανονισμού. Ένεκα της έλλειψης πλήρων πληροφοριών, κάτω από όλες τις συνθήκες που επικρατούσαν και καθ’ όλον τον ουσιώδη χρόνο, ενήργησαν δεόντως και/ή νομότυπα και/ή κανονικά και είχαν εύλογα συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Κανονισμού.  

 

Η ΣΕΟΚ, εφόσον τεθούν αιτήματα ενώπιον της που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της προβαίνει στη δική της ανεξάρτητη αξιολόγηση κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης.

 

Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML) απαιτεί από τους εναγόμενους να επανεκτιμήσουν την κατάσταση, βάσει νέων διαθέσιμων πληροφοριών. Στις 16/3/2022, οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν και/ή απέτυχαν και/ή παραλείψαν να προσκομίσουν και παρουσιάσουν ικανοποιητικά δικαιολογητικά έγγραφα και πληροφορίες αναφορικά με τις συμφωνίες αγοράς μετοχών που οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να λάβουν βάσει των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι ενάγοντες δεν παρείχαν πλήρεις πληροφορίες συμπεριλαμβανομένων - χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό - των συμφωνιών αγοραπωλησίας μετοχών, χωρίς αποκρύψεις. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι ενήργησαν εύλογα και/ή καλόπιστα και/ή νομότυπα και/ή δεόντως, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ένεκα της απουσίας πλήρων και διαφανών πληροφοριών.

 

Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, καθ' όλη τη διάρκεια του 2022 - 2023, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγόμενους να βοηθήσουν στη λήψη άδειας από τη ΣΕΟΚ για την αποδέσμευση ορισμένων παγοποιημένων κεφαλαίων. Οι εναγόμενοι ικανοποίησαν τα εν λόγω αιτήματα και υπέβαλαν αιτήσεις στην  ΣΕΟΚ για λογαριασμό των πελατών τους.

 

Οι εναγόμενοι δέχονται ότι δέσμευσαν τα διάφορα ποσά των εναγόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 18 της έκθεσης απαίτησης, αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 19 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι: πρώτο, δεν προέβησαν σε λανθασμένες αναφορές, δεύτερο, δεν ήταν υποχρεωμένοι να προβούν σε διορθωτικές ενέργειες, αλλά, σε  κάθε περίπτωση, παρείχαν στη ΣΕΟΚ επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την αλλαγή των μετοχών της ABHH και ζήτησαν την άποψή της σχετικά με την ανάγκη διατήρησης της παγοποίησης κεφαλαίων. Η ΣΕΟΚ δεν έχει απαντήσει ακόμη. Τρίτο, έδωσαν λεπτομερή απάντηση στα αιτήματα των εναγόντων σχετικά με την παγοποίηση των κεφαλαίων τους στο πλαίσιο της προ δικαστηριακής αλληλογραφίας.

 

Οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 22 της έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζεται τα ακόλουθα:

 

Εξήγησαν στην προ δικαστηριακή αλληλογραφία ότι τα κεφάλαια δεσμεύτηκαν λόγω της παράλειψης και/ή αποτυχίας των εναγόντων να τους παράσχουν πλήρεις πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι δεν ανήκαν πλέον ούτε ελέγχονταν από τα κατονομαζόμενα πρόσωπα. Η απουσία απάντησης από τη ΣΕΟΚ υποστηρίζει (και/ή δεν είναι σε καμία περίπτωση ασυμβίβαστη με) τη θέση των εναγόμενων ότι πρέπει εύλογα και ενεργώντας καλόπιστα να συνεχίσουν την παγοποίηση των κεφαλαίων. Οι εναγόμενοι δεν διατηρούν πλέον καταθέσεις, ούτε λειτουργούν ως τράπεζα.

 

Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι ενάγοντες αντιμετωπίζονται μέχρι σήμερα ως οντότητες που υπόκεινται στις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις. Αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 24 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι, πρώτο, καμία λανθασμένη αναφορά έχει υποβληθεί από τους ίδιους στη ΣΕΟΚ, δεύτερο, οι ενάγοντες καλούνται να αποδείξουν τους λόγους για τους οποίους η ΣΕΟΚ ενδέχεται να έχει καταλήξει σε τέτοια συμπεράσματα, εάν πράγματι η ΣΕΟΚ έχει καταλήξει σε τέτοια συμπεράσματα. Οι ενέργειες ή παραλείψεις της ΣΕΟΚ - η οποία προβαίνει στις ιδικές της αξιολογήσεις - είναι εκτός του ελέγχου τους.

 

Οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τα όσα τους αποδίδουν οι ενάγοντες στην παράγραφο 26 της έκθεσης απαίτησης. Ακολούθως παραθέτουν λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους, όπως είναι η θέση τους, πρώτο, συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από τους όρους του δανείου και/ή το Άρθρο 23 του Συντάγματος και/ή τις πρόνοιες της ΕΣΔΑ και δεύτερο, δεν ενήργησαν αμελώς. 

 

Τέλος, αρνούνται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι υπέστησαν και εξακολουθούν να υπόκεινται σε σοβαρές απώλειες και ζημιές, εξαιτίας όσων τους αποδίδουν και ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε απώλεια ή ζημία υπέστησαν προκλήθηκε από τις παραλείψεις και/ή την αποτυχία τους, να τους παράσχουν πληροφορίες και/ή λόγω του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα κεφάλαιά τους είχαν παγοποιηθεί ορθά και νόμιμα.

 

Στις 19/8/2025 εξέδωσα διάταγμα με το οποίο η απαίτηση ταξινομήθηκε ως «συνήθης απαίτηση» και όρισα την υπόθεση για διαχείριση, στις 21/11/2025. Ημερομηνία κατά την οποία, μετά από αίτημα των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων, η υπόθεση επαναορίστηκε για διαχείριση, στις 4/12/2025.

 

Αυτό έγινε, επειδή οι εναγόμενοι, στις 5/11/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν:

 

«(Α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για την συνοπτική απόρριψη και/ή παραμερισμό της Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και/ή όλης της διαδικασίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής, γιατί οι Ενάγοντες δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης αυτών, και/ή

 

(Β) Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης, του υπό παραγράφου (Α) ανωτέρω αιτητικού, Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή διαγραφή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή απαίτησης για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και/ή εύλογη αιτία αγωγής και/ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Αιτήτριας και/ή γιατί η έγερση και/ή συνέχιση της διαδικασίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής και/ή απαίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι ενοχλητική και/ή εκδικητική και/ή καταπιεστική διαδικασία (frivolous, vexatious and oppressive proceedings).»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο αναπληρωτής ανώτατος εκτελεστικός σύμβουλος (Deputy CEO) των εναγόμενων, Γιάννης Μαυρής.

 

Οι κύριες θέσεις των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι εξής:

 

Ως εμφαίνεται από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, παραδέχονται τα ακόλουθα: πρώτο, ότι είναι θυγατρικές εταιρείες της ΑΒΗΗ. Δεύτερο, ότι οι προηγούμενοι μέτοχοι της ΑΒΗΗ έχουν τεθεί κάτω από τις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις. Τρίτο, ότι οι μεταβιβάσεις μετοχών που κατείχαν στην ΑΒΗΗ τα πρόσωπα που υπόκεινται στις Ευρωπαϊκές Κυρώσεις, έγιναν σε τρίτα πρόσωπα και ότι οι ισχυριζόμενες μεταβιβάσεις μετοχών υλοποιήθηκαν και/ή εκτελέστηκαν, λίγο πριν τα ανωτέρω πρόσωπα καθοριστούν ως κατονομαζόμενα πρόσωπα με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό.

 

Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι: πρώτο, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των εναγόντων, για δήθεν παράνομη κατακράτηση και μη πληρωμή των επίδικων ποσών. Δεύτερο, οι Ευρωπαϊκές Κυρώσεις απαιτούσαν την παγοποίηση κεφαλαίων, όχι μόνο σε σχέση με τις θυγατρικές νομικών προσώπων που κατονομάζονται με βάση αυτές, αλλά και σε περιπτώσεις στις οποίες τα κατονομαζόμενα πρόσωπα διατηρούσαν τον έλεγχο ή πιθανόν να διατηρούσαν τον έλεγχο των εν λόγω νομικών προσώπων, άμεσα ή έμμεσα. Τρίτο, οι ίδιοι είχαν υποχρέωση και/ή όφειλαν να προβούν στη δική τους αξιολόγηση, βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για το κατά πόσον τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι ανήκαν ή ελέγχονταν από καθορισμένα πρόσωπα. Τέταρτο, οι ίδιοι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενέργησαν και/ή ενεργούν εύλογα και καλόπιστα στην αξιολόγηση και εφαρμογή των κυρώσεων με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Πέμπτο, οι ίδιοι, εύλογα και νομότυπα δικαιούνται και/ή υποχρεούνται να αναμένουν την απάντηση και/ή θέση της ΣΕΟΚ αναφορικά με την εφαρμογή των κυρώσεων στα κεφάλαια των εναγόντων.

Στις 15/7/2025, η ΣΕΟΚ εξέδωσε απόφαση και/ή αποφάσισε στα αιτήματα που υπέβαλαν οι εναγόμενοι αναφορικά με τους πρώην πελάτες/κατόχους λογαριασμών στους ίδιους σε σχέση με τις αλλαγές στην ιδιοκτησιακή δομή του ομίλου ABHΗ. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους την ιδία ημέρα και, όπως αναφέρεται στην επιστολή της ΣΕΟΚ, στους ενάγοντες, στις 2/7/2025, με την οποία τους πληροφορούσε ότι από την αξιολόγηση των πληροφοριών/στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον της ΣΕΟΚ, τόσον από τους εναγόμενους όσο και από το δικηγορικό Γραφείο  SDM Spyrides LLC, που καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ενεργούσε εκ μέρους των εναγόντων, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα:

 

Να πω απλώς, ότι ο μάρτυρας, στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής του παραθέτει αυτούσιες τις διαπιστώσεις της ΣΕΟΚ, όπως αυτές καταγράφονται στην απόφασή της.

 

Οι παράγραφοι 8 και 9 της απόφασης της ΣΕΟΚ που είναι και οι τελευταίες ακολουθούν αυτούσιες:

«8.Επίσης, η ΣΕΟΚ, ως αρμόδια αρχή, προβαίνει στις δικές της αξιολογήσεις και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω διαπιστώσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΑΒΗΗ και συνεπώς οι θυγατρικές αυτής, συνεχίζουν να ελέγχονται από πρόσωπα που υπόκεινται σε κυρώσεις και με επιστολή της ημερ. 2.7.2025, ενημέρωσε το δικηγορικό γραφείο S.D.M Spyrides LLC για απόρριψη του αιτήματος τους για λανθασμένη παγοποίηση των λογαριασμών της από την Finstella Ltd.

 

9. Ως εκ των πιο πάνω, σας ενημερώνουμε ότι η ΣΕΟΚ δεν έχει διαφοροποιήσει την προσέγγιση της σχετικά με τον πιο πάνω όμιλο εταιρειών και η συνέχιση εφαρμογής των κανονισμών που διέπουν τις κυρώσεις της EE και κατά συνέπεια η λήψη έγκρισης από τη ΣΕΟΚ, ως αρμόδιας αρχής, θα συνεχιστεί.»

Συνεχίζοντας ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής:

 

Περί τις 23/7/2025 το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμόν Τ – 1095/23 μεταξύ OT -V- Council of European Union, εξετάζοντας αίτημα του αιτητή, ήτοι του κ. Alexey Kuzmichev – (από ότι ξεκάθαρα φαίνεται από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης παραπέμποντας στις περιστάσεις της πώλησης (ως αντιλαμβάνονται οι εναγόμενοι, του συμφέροντος του κ. Kuzmichev στην ABHH, αφού στην παράγραφο 128 γίνεται αναφορά σε ιδιοκτησιακό ποσοστό 16.3239% του αιτητή στην ΑΒΗΗ,) - για ακύρωση της συμπερίληψης του ονόματός του στον κατάλογο των κατονομαζόμενων προσώπων με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι ο κ. Alexey Kuzmichev απέτυχε να αποδείξει (με βάση το αποδεικτικό υλικό που παρουσίασε στο Δικαστήριο)- ότι είχε μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε στην ΑΒΗΗ μία μέρα πριν τις 15/3/2022 που το όνομά του είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των κατονομαζόμενων προσώπων (Designated Persons) με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Εναντίον της ανωτέρω απόφασης έχει εγερθεί έφεση από τον ΟΤ –(ήτοι τον κ. Kuzmichev)- η οποία εκκρεμεί.

Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι με βάσει τη μαρτυρία που παρουσίασε ο κ. Kuzmichev, δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η ιδιοκτησία των μετοχών που είχε στην ΑΒΗΗ είχε πραγματικά μεταβιβαστεί.

 

Το Δικαστήριο εξέτασε, μεταξύ άλλων, έγγραφα και αποδεικτικό υλικό καθ’ όσον αφορά την ABHH και κατέληξε στο εύρημα ότι ο κ. Alexey Kuzmichev εξακολουθεί να είναι το πρόσωπο που είναι ιδιοκτήτης των μετοχών στην ABHH και όχι ο κ. Andrey Kosogov που εμφανίστηκε ως δήθεν αγοραστής και νέος ιδιοκτήτης τους.

Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή νομιμοποιείτο και δικαιούτο να προβεί στα ευρήματα που κατέληξε και στο να τοποθετήσει τον κ. Alexey Kuzmichev στον Κατάλογο των κατονομαζόμενων προσώπων με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό.

Στις  17/10/2025, οι πρώην δικηγόροι των εναγόμενων απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους των εναγόντων, με την οποία τους πληροφορούσαν για την επιστολή της ΣΕΟΚ (ανωτέρω) καθώς και για την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ε.Ε., αλλά και για τα ευρήματα που περιέχονται σε αυτά και καλούσε τους ενάγοντες να τερματίσουν άμεσα την αγωγή τους, ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη κλπ. Η εν λόγω επιστολή δεν έχει τύχει απάντησης μέχρι σήμερα.

 

Συνεχίζοντας ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής:

 

Συνεπεία των ευρημάτων και της απόφασης της ΣΕΟΚ αλλά και της απόφασης  του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ, αληθώς πιστεύει και όπως το συμβουλεύει ο κ. Νεόφυτος Πιριλίδης:

Πρώτο, η αγωγή και έκθεση απαίτησης των εναγόντων θα πρέπει να παραμερισθεί, διαγραφεί και απορριφθεί συνοπτικά, γιατί δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή εύλογη αιτία αγωγής ή συζητήσιμη υπόθεση και ως εκ τούτου δεν έχει οποιανδήποτε πραγματική προοπτική επιτυχίας η απαίτηση των εναγόντων. Δεύτερο, η έγερση και συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (abuse of Courts process) και/ή σκανδαλώδη, ενοχλητικά και καταπιεστικά (frivolous, vexatious and oppressive) δικαστικά διαβήματα. Τρίτο, η αγωγή και η έκθεση Απαίτησης των  δεν έχει οποιανδήποτε  πιθανότητα επιτυχίας. Τέταρτο, οι θέσεις και υπερασπίσεις που περιέχονται στην υπεράσπιση των εναγόμενων έχουν ήδη επιβεβαιωθεί και κριθεί τόσο από τη ΣΕΟΚ όσο και από το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, ως έγκυρες, νομότυπες και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και τις Βέλτιστες Πρακτικές. Πέμπτο, οι εναγόμενοι δεν υπέχουν οποιανδήποτε ευθύνη έναντι των εναγόντων, δεδομένου ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν και ενεργούν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και τις Βέλτιστες Πρακτικές και η προσέγγιση/αξιολόγηση τους σχετικά με τους ενάγοντες συνάδει και έχει πλέον επιβεβαιωθεί και κριθεί τόσο από τη ΣΕΟΚ αλλά και από το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ. Έκτο, σύμφωνα με το ‘Αρθρο 10 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, εάν οι ενέργειες των εναγόμενων πραγματοποιούνται  καλή τη πίστει  με το σκεπτικό ότι είναι σύμφωνες με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό, δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ευθύνη εκ μέρους του φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας ή φορέα που τον εφαρμόζει. Έβδομο, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται και δεν δικαιούνται να απαιτούν εναντίον των εναγόμενων τις θεραπείες που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Όγδοο, η απόφαση της ΣΕΟΚ αποτελεί δεσμευτική διοικητική πράξη στα πλαίσια εφαρμογής του Κανονισμού 269/14 και κατ’ επέκταση, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να την αναθεωρήσει ή να την τροποποιήσει στο πλαίσιο αγωγής, αφού δύναται να προσβληθεί μόνο σε πρώτο στάδιο με Ιεραρχική Προσφυγή στον Υπουργό Οικονομικών και σε δεύτερο στάδιο από αρμόδιο Δικαστήριο, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Κατ’ επέκταση, η απαίτηση των εναγόντων επιδιώκει την παράκαμψη και/ή άλλων την ανάκληση της απόφασης της ΣΕΟΚ από αναρμόδιο Δικαστήριο στην βάση του Νόμου 150(I)/25, κάτι που είναι νομικά ανεπίτρεπτο και κατ’ επέκταση το σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει με την συνοπτική απόρριψη της αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης και/ή όλης της διαδικασίας της αγωγής.

 

Αληθώς πιστεύει και ως συμβουλεύεται από το δικηγόρο κ. Νεόφυτο Πιριλίδη:

 

πρώτο, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ των εναγόμενων και εναντίον των εναγόντων, για την συνοπτική απόρριψη της απαίτησης και αγωγής των εναγόντων, γιατί δεν έχουν και δεν αποκαλύπτουν οποιανδήποτε πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησής τους, ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης.

Δεύτερο, περαιτέρω και/ή διαζευκτικά των ανωτέρω, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις - (με βάσει την εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου) - για την συνοπτική διαγραφή και απόρριψη της αγωγής και απαίτησης των εναγόντων γιατί δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμη υπόθεση στην έκθεση απαίτησης ή γιατί η έγερση και συνέχιση της παρούσας αγωγής και/ή δικαστικής διαδικασίας συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή είναι  ενοχλητικά και/ή εκδικητικά και/ή καταπιεστικά δικαστικά διαβήματα.

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 12 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η διευθύντρια των εναγόντων 1, 2, 3 και 6, Μαρινέλα Χρίστου.

 

Για ό,τι έχει σημασία για το σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, όσα ακολουθούν περιέχονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση:

 

Στην αίτησή τους οι εναγόμενοι κάνουν αναφορά στην απόφαση, ημερομηνίας 23/7/2025 του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση T-1095/23. Σε σχέση με την απόφαση αυτή αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόντων, οι ισχυρισμοί των εναγόμενων αναφορικά με την απόφαση δεν είναι δικογραφημένοι στην έκθεση υπεράσπισης που καταχώρησαν και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αγνοηθούν.

 

Κατά της απόφασης αυτής έχει καταχωρηθεί έφεση η οποία εκκρεμεί.

 

Στην αίτησή τους οι εναγόμενοι κάνουν αναφορά και σε απόφαση της ΣΕΟΚ, ημερομηνίας 2/7/2025. Σε σχέση με την απόφαση αυτή σημειώνει τα ακόλουθα:

 

Ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόντων, οι ισχυρισμοί των εναγόμενων αναφορικά με την απόφαση αυτή δεν μπορούν να προωθηθούν καθότι δεν είναι δικογραφημένοι στην έκθεση υπεράσπισης που καταχώρησαν.

 

Όμως, σε κάθε περίπτωση αποτελεί θέση των εναγόντων ότι η κρίση της ΣΕΟΚ και η συνεπακόλουθη απόφασή της ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα των λανθασμένων πληροφοριών που διαβιβάστηκαν προς αυτήν από τους εναγόμενους και την άρνηση και/ή παράλειψή τους να προβούν στη συνέχεια σε διορθωτικές κινήσεις σε σχέση με τη ΣΕΟΚ.

 

Η απόφαση αυτή τελεί υπό αμφισβήτηση και/ή αναθεώρηση, αφού στις 31/7/2025, η ΑΒΗΗ και οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση κατά της πιο πάνω απόφασης, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία.

 

Και οι δυο ομνύοντες προέβησαν και σε συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση.

Η ακρόαση της αίτησης - η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») - διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση.

 

Ο ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων, στη γραπτή αγόρευσή τους, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής:

 

Εκ προοιμίου καταγράφουν τη βασική θέση και εισήγηση των εναγόμενων ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής και τούτο, επειδή το αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων αφορά και συνδέεται με το κύρος διοικητικής πράξης, η οποία έχει προσβληθεί με ιεραρχική προσφυγή στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας που ακόμα εκκρεμεί και τυχόν ακύρωση της οποίας θα συνεπάγεται τη δημιουργία των όποιων απαιτήσεων ή δικαιωμάτων, νοουμένου ότι θα υπάρχει και θα καταδειχθεί ζημιά.

 

Άνευ βλάβης και άνευ επηρεασμού της πιο πάνω θέσης, υπό το φως της εφαρμοστέας νομοθεσίας και σχετικής νομολογίας, είναι της άποψης ότι πληρούνται υπό τις περιστάσεις, όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης που να απορρίπτει την αγωγή και την απαίτηση των εναγόντων και ότι άπαντες οι παρά των εναγόντων προβληθέντες λόγοι ένστασης και ισχυρισμοί είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι, με αποτέλεσμα η αίτηση να πρέπει να πετύχει.

 

Όπως προκύπτει από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, αυτή εδράζεται τόσο στο Μέρος 3 όσο και στο Μέρος 24 των ΚΠΔ. Ο Κανονισμός 3.3 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία διαγραφής ενός δικογράφου σε περίπτωση που διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης ή όταν  το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Ο δε Κανονισμός 3.3. (6) προβλέπει τη δυνατότητα ταυτόχρονης καταχώρισης αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει του Μέρους 24 των ΚΠΔ. Αυτό καταδεικνύει επί της ουσίας τη στενή διασύνδεση μεταξύ των δύο Κανονισμών, οι οποίοι έχουν ακριβώς το ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα, αν επιτύχουν, παρά τις επιμέρους διαφορές που μπορεί να εντοπίζονται, κάτι που ανταποκρίνεται και στα ισχύοντα και στην Αγγλία. Στους Κανόνες Πρακτικής 3 Α (Practice Directions) των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ένας διάδικος που πιστεύει ότι με την απαίτηση δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης αγωγής, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, στηριζόμενος και στις δύο νομικές βάσεις.[1] Το πρακτικό αποτέλεσμα και των δύο διαδικασιών είναι το ίδιο (Three Rivers District Council v Bank of England [2003] 2 AC 1, [2000] 3 All ER 1 στην παρ. 92). Η ομοιότητα των δύο διαδικασιών είναι τέτοια που το Δικαστήριο μπορεί να μεταχειριστεί μια αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 3.3 των ΚΠΔ, ως αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 24 των ΚΠΔ (Moroney v Anglo-European College of Chiropractice [2009] EWCA Civ 1560, Taylor v Midland Bank Trust [1999] All ER (D) 831).

 

Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση της αγγλικής επί του θέματος νομολογίας καταδεικνύει ότι μπορεί το «πρακτικό αποτέλεσμα» των δύο αιτήσεων να είναι το ίδιο, εντούτοις δεν ταυτίζονται απόλυτα οι δύο διαδικασίες. Αντικείμενο εξέτασης δυνάμει του Μέρους 3.3 των ΚΠΔ είναι η ίδια η έκθεση απαίτησης κρινόμενη στην όψη της και ο εναγόμενος θα πρέπει να καταδείξει ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική επιτυχίας της, ότι δηλαδή η υπόθεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αίτηση που γίνεται δυνάμει του Μέρους 24 των ΚΠΔ παρέχει μια περιορισμένη μεν, ευρύτερη δε εξουσία στο Δικαστήριο να αξιολογήσει τα όσα προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις ή τη γραπτή μαρτυρία που συνοδεύει την Αίτηση (βλ. UBS AG v Rose Capital Ventures Ltd [2018] EWHC 3137 (Ch)  παρ. 22-23).

 

Με δεδομένο ότι στην υπό κρίση υπόθεση αμφότεροι οι διάδικοι προέβησαν στην καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων, υποβάλλουν ότι ο δικαστικός έλεγχος δεν περιορίζεται στο στενό πλαίσιο που προδιαγράφει το Μέρος 3.3. των ΚΠΔ, αλλά επεκτείνεται και στο δικονομικό υπόβαθρο του Μέρους 24. Το βάρος απόδειξης ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει καμία προοπτική επιτυχίας στην απαίτηση του (Tesco Stores Ltd v Mastercard Incorporated [2015] EWHC 1145 (Ch), [2015] All ER (D) 195αλλά και ότι δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη (Apvodedo Nv v Collins [2008] EWHC 775 (Ch), [2008] All ER (D) 246) το φέρει ο εκάστοτε αιτητής. Σε περιπτώσεις που καταδειχθεί ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική επιτυχίας τότε το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στον καθ' ου η αίτηση να καταδείξει την προοπτική επιτυχίας της απαίτησης του (New Zealand Cricket (Incorporation) v Neo Sports Broadcast PVT Ltd [2017] EWHC 3615 (Comm).

 

Στην πλέον πρόσφατη και μοναδική μέχρι στιγμής απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γιώργος Διογένους κ.α. v. Οrogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. υπ’ αρ. Ε86/2025 (i-justice), ημερ. 11/2/2026, αποφασίστηκε ότι σκοπός του Μέρους 24 είναι να παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να επιλύσουν τη διαφορά τους γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατό κόστος και ότι το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις είναι πολύ σημαντικό να κάνει χρήση των εξουσιών που του παρέχονται από το Μέρος 24 προς υλοποίηση του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective). Σημειώθηκε επίσης, ότι, παρά το γεγονός ότι η αντίστοιχη αγγλική δικονομική διάταξη CPR 24 τροποποιήθηκε την 1/10/2023, οι αλλαγές που έγιναν δεν επηρεάζουν τις νομικές αρχές και προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά αφορούν τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας και το είδος των υποθέσεων στις οποίες ρητά προβλέπεται ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση καταγράφηκαν οι νομικές αρχές που πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεων που αφορούν την έκδοση απόφασης κατά τρόπο συνοπτικό.

 

Προτού η επιχειρηματολογία τους υπεισέλθει στην ουσία της υπό κρίση αίτησης που άπτεται της προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης των εναγόντων, προκειμένου να καταδειχθεί ότι πληρούνται υπό τις περιστάσεις οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης με την οποία να απορρίπτεται η απαίτηση των εναγόντων, είναι της άποψης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής. Ως γνωστόν, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως, το οποίο μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και το Δικαστήριο έχει καθήκον να το εξετάσει ακόμα και αυτεπάγγελτα (δέστε, μεταξύ άλλων, Ελευθέριος Κούρου v. Αντωνία Ξενή Κόνου (2014) 1(Α) ΑΑΔ 2192, Ανδρέας Κουκούνης κ.ά. v. Γεώργιου Νικοάλου κ.ά. (2003) 1 ΑΑΔ 1766 και Κυριάκου Νικήτα Παναγιώτου v. Σόνιας Ανδρέα Ζατζηκυριάκου (1991) 1 ΑΑΔ 362). Όταν εγείρεται ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στο τέλος της δίκης, το Δικαστήριο στηρίζεται στα ευρήματά του, ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης (Sartas Importers Distributors Ltd v. Μαρούλλη (2003) 1 ΑΑΔ 1466 και Πιττής v. Progress Electronices Co Ltd (2005) 1 ΑΑΔ 50), ενώ σε κάθε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εξετάζεται και οριοθετείται από τα γεγονότα που προσδιορίζονται στην έκθεση απαίτησης (Mουρτζίνος v. Global Cruises Ltd (1992) 1 ΑΑΔ 1160 και SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd κ.α. (1989) 1 ΑΑΔ (Ε) 729). 

 

Η ανωτέρω επιχειρηματολογία τους σε σχέση με την απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκατέρωθεν, ανεξάρτητα από την προοπτική επιτυχίας της απαίτησης των εναγόντων, για την ανυπαρξία της οποίας θα ακολουθήσει σχετική ανάλυση στη συνέχεια, καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες με την αγωγή τους επιχειρούν να αμφισβητήσουν τη βάση, το σκεπτικό ή την ορθότητα της απόφασης της ΣΕΟΚ, η οποία συνιστά διοικητική πράξη αρμόδιας δημόσιας αρχής που τεκμαίρεται νόμιμη και δεσμευτική εκτός και μέχρις ότου ακυρωθεί, ανασταλεί ή τροποποιηθεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι η νομιμότητα, ορθότητα, επάρκεια αιτιολογίας ή αναλογικότητα τέτοιας διοικητικής πράξης δύναται να προσβληθεί αποκλειστικά με διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ενώ το Πολιτικό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει, άμεσα ή έμμεσα, ή να παραμερίσει τη δεσμευτικότητα τέτοιας απόφασης, είναι η θέση τους, ότι οι ενάγοντες επιχειρούν στην ουσία παρεμπίπτουσα (collateral) προσβολή διοικητικής πράξης σε ακατάλληλο forum. Εφόσον η απόφαση της ΣΕΟΚ παραμένει σε ισχύ και δεν έχει ακυρωθεί ή ανασταλεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, η συμμόρφωση των εναγόμενων προς αυτήν δεν μπορεί, ως θέμα αρχής, να συνιστά παραβίαση σύμβασης, αδικοπραξία, αθέμιτη στέρηση περιουσίας ή οποιοδήποτε άλλο αστικό αδίκημα. Οποιαδήποτε αξίωση των εναγόντων που στηρίζεται στο ότι η απόφαση της ΣΕΟΚ ήταν εσφαλμένη ή αδικαιολόγητη είναι νομικά εξαρτημένη από προηγούμενη ακύρωση/αναστολή της εν λόγω διοικητικής πράξης από το Διοικητικό Δικαστήριο, γεγονός που δεν έχει επέλθει.

 

Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή καθ’ ύλην αρμοδιότητας να επιληφθεί της διαφοράς των διαδίκων, που εξ υπακούει, εμμέσως, πλην σαφώς, έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της ΣΕΟΚ ή να προβεί στην έκδοση διαταγμάτων που να συνιστούν τροποποίηση αυτής. Η απόφαση της ΣΕΟΚ θα μπορούσε να προσβληθεί με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Οικονομικών και/ή μέσω της καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος. Οι ενάγοντες με την αγωγή επιδιώκουν στην πραγματικότητα την παράκαμψη και/ή ανάκληση και/ή μη εφαρμογή της απόφασης της ΣΕΟΚ και δη από αναρμόδιο Δικαστήριο στη βάση του Νόμου 150(Ι)/2025, πράγμα νομικά ανεπίτρεπτο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, θα μπορούσε να έχει δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα να επιληφθεί της διαφοράς στη βάση των προνοιών του άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην (υποθετική) περίπτωση που, κατ’ ακολουθίαν καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο και έκδοσης τελεσίδικης απόφασης για ακύρωση της απόφασης της ΣΕΟΚ, θα υπήρχε εκ μέρους των εναγόντων στοιχειοθέτηση αγώγιμων δικαιωμάτων για οποιαδήποτε ζημιά ήθελαν υποστεί λόγω της ακυρωτικής απόφασης και τηρουμένων αυστηρά νομολογιακά οριοθετημένων προϋποθέσεων, ως τούτες αναλύθηκαν εκτενώς στην υπόθεση Χαράλαμπος Νίκολας v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 1(Β) ΑΑΔ 983 και συνοψίστηκαν μεταγενεστέρως στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 ΑΑΔ 795, ήτοι:

 

(α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο.

(β) αίτημα από τον αιτητή που εξασφάλισε την εν λόγω απόφαση προς τη Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματός του για αποζημίωση

(γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να εξετάσει τούτο.

 

Το δικαίωμα αποζημίωσης «δεν γεννάται ipso facto εκ της ακυρωτικής αποφάσεως» (δέστε, μεταξύ άλλων, Frangoulides v. Republic (1982) 1 CLR 462 και Εγγλεζάκη κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα (1992) 1 ΑΑΔ 697). Όταν ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις καταχώρησης αγωγής, τότε εξετάζεται η πιθανότητα οι ενάγοντες να υπέστησαν ζημιά, λόγω της ακυρωτικής απόφασης, καθώς και η έκταση της εν λόγω ζημιάς, η οποία αποφασίζεται από το Επαρχιακό Δικαστήριο (Rosary Gardens Ltd v. Δημοκρατίας (2006) 1(Α) ΑΑΔ 230).

 

Όσα ακολουθούν εντάσσονται στην ενότητα με τίτλο «Συνοπτική απόφαση για απόρριψη της απαίτησης των Εναγομένων λόγω ανυπαρξίας προοπτικής επιτυχίας ή άλλου λόγου για να ακροασθεί στο πλαίσιο δίκης»

 

Άνευ βλάβης της ανωτέρω θέσης περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς που ήχθη ενώπιον του, είναι η θέση τους ότι υπό το φως της μαρτυρίας που προσκομίστηκε εκατέρωθεν, η απαίτηση των εναγόντων δεν έχει οποιαδήποτε πραγματική πιθανότητα επιτυχίας και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος το ζήτημα να παραπεμφθεί σε δίκη, έτσι που το Δικαστήριο να έχει όλα τα εχέγγυα για να προβεί σε συνοπτική απόρριψη της υπόθεσης και τούτο, προς υλοποίηση του πρωταρχικού σκοπού και του πνεύματος του Μέρους 24 ΚΠΔ.

 

Η δε ύπαρξη και τα ευρήματα, τόσο της απόφασης της ΣΕΟΚ όσο και της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ, επιβεβαιώνουν δίχως άλλο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης κατά τρόπο συνοπτικό με την οποία να απορρίπτεται η αγωγή των εναγόντων, γιατί η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμα δικαιώματα ή εύλογη αιτία αγωγής ή συζητήσιμη υπόθεση με αποτέλεσμα η απαίτηση των εναγόντων να μην έχει οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας. Η δε έγερση και συνέχιση της αγωγής εναντίον των εναγόμενων συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σκανδαλώδες, ενοχλητικό και καταπιεστικό διάβημα (frivolous, vexatious and oppressive).

 

Έτι περαιτέρω, οι θέσεις των εναγόμενων, ως τούτες έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση υπεράσπισης και ως έχουν εκτεθεί μέσω των δυο ενόρκων δηλώσεων Μαυρή υποστηρίζονται από έγγραφη μαρτυρία και έχουν ήδη επιβεβαιωθεί τόσο από τη ΣΕΟΚ όσο και από το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, ως έγκυρες και νομότυπες σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και τις Βέλτιστες Πρακτικές.

 

Όσα ακολουθούν εντάσσονται στην επόμενη ενότητα με τίτλο «Αντίκρουση λόγω ένστασης Εναγόντων»

 

Σε σχέση με την προσκομισθείσα μαρτυρία και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων, το τι θα πρέπει να απασχολήσει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι κατά πόσο η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι αφ’ εαυτή επαρκής για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η απαίτηση των εναγόντων δεν έχει οποιαδήποτε ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας (και άρα η αίτηση να επιτύχει) ή κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη (και άρα η αίτηση να απορριφθεί). Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες νομολογιακές αρχές, θεωρούν ότι, αφενός, οι εναγόμενοι απέσεισαν το βάρος που φέρουν στους ώμους τους και αφετέρου, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν μια υπόθεση κάτι περισσότερο από απλώς συζητήσιμη, δηλαδή που να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας ή ότι συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για να παραπεμφθεί η διαφορά για εξέταση σε δίκη επί πλήρους φάσματος.

 

Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια δεν έχει νόημα να αναφερθώ καθόλου σε όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων στη δική τους αγόρευση.

 

Για δυο λόγους, ουσιαστικά, δικαιοδοτικής φύσεως, θεωρώ ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει.

 

Αρχίζοντας με το θέμα δικαιοδοσίας που εγείρουν οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα, με τη θέση τους ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή καθ’ ύλην αρμοδιότητας να επιληφθεί της διαφοράς των διαδίκων, που εξ υπακούει, εμμέσως, πλην σαφώς, έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της ΣΕΟΚ παρατηρώ τα εξής:

 

Το Μέρος 12 των ΚΠΔ, στο βαθμό που μας ενδιαφέρει προνοεί τα ακόλουθα:

 

«12.1. Διαδικασία αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου

(1) Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί:

 

(α) να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση· ή

 

(β) να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του,

 

δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.

 

(2) Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση οφείλει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με το Μέρος 10 και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση αυτή.

 

(3) Αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει:

 

(α) να υποβάλλεται εντός 14 ημερών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης· και

 

(β) να υποστηρίζεται από μαρτυρία.

 

(4) Αν ο εναγόμενος:

 

(α) δεν συμμορφωθεί με την παράγραφο (2) ή

 

(β) έχοντας συμμορφωθεί με την παράγραφο (2), δεν υποβάλει τέτοια αίτηση εντός της περιόδου η οποία καθορίζεται στην παράγραφο (3),

 

ο εναγόμενος θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.

 

(5) Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.»

 

Από την παραπάνω διάταξη είναι σαφές, ότι οι εναγόμενοι, για δυο λόγους, όχι μόνο δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν θέμα δικαιοδοσίας, αλλά την έχουν αποδεχθεί κιόλας και δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να την ασκήσει.

 

Τα παραπάνω ισχύουν, καταρχάς, επειδή εάν ήθελαν είτε να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση είτε να ισχυριστούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, για οποιοδήποτε λόγο ή λόγους, όφειλαν να είχαν καταχωρήσει αίτηση, ειδικά για το σκοπό αυτό, κάτι που δεν έκαναν.

Το τι ζητούν με την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω και σ’ αυτά δεν περιλαμβάνεται και αίτημα για έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει, για οποιοδήποτε λόγο. Εν πάση περιπτώσει και να καταχωρούσαν τέτοια αίτηση με το σωστό αίτημα, θα έπρεπε να την καταχωρούσαν εντός 14 ημερών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Να πω απλώς, ότι ενώ είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, στις 30/4/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, στις 5/11/2025. Δηλαδή, έξι και πλέον μήνες αργότερα.

 

Ο άλλος λόγος για τον οποίο με βάση την ίδια πρόνοια δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν θέμα δικαιοδοσίας, αφορά στο γεγονός, ότι, όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) καταχώρησαν κανονικό σημείωμα εμφάνισης, χωρίς να σημειώσουν σ’ αυτό την κατάλληλη επιλογή η οποία να υποδηλώνει την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν αίτηση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

 

Με όλα αυτά δεδομένα σε εφαρμογή του Κανονισμού 12.1(4) θεωρείται ότι, πρώτο, έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεύτερο, δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.

 

Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 12.1(5), ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι οι εναγόμενοι, για τους παραπάνω λόγους θεωρείται ότι έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αυτό δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας εκ μέρους μου σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι  στερούμαι δικαιοδοσίας δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου.

 

Όμως, στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ακόμη ένας λόγος, δικαιοδοτικής φύσεως και αυτός, ο οποίος, όχι μόνο θέμα δικαιοδοσίας με το υπόβαθρο που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν μου επιτρέπει να εξετάσω, αλλά και για τον οποίο η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει.

 

Σύμφωνα με τη Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836:

«Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους (1990) 1 Α.Α.Δ.):

 

«Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του.  Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής».

 

Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη (2010) 1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, καθώς και τη Χ’’ Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd (2010) 1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά (2010) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541 ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση.

 

Καθόλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd (2017) 1Α Α.Α.Δ 323:

 

«Ως προς την αρχή που διέπει το θέμα των δικογράφων, όπως τέθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μιχαλάκη Σ. Σχίζα ν. Μάριου Αδάμου κ.ά. Πολ. Έφ. 7/2011 ημερ. 3.11.2016«δεν χρεάζεται να λεχθούν πολλά. Αρκεί η παραπομπή στην κλασική και γλαφυρή διατύπωση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Βασιλειάδη στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 CLR 180: Η δίκη διατρέχει την πορεία επί των γραμμών που οριοθέτησε η δικογραφία, όπως το τρένο κινείται κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Όπως δε αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1 ΑΑΔ 1522,  έχει «.νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και τούτο για να διασφαλίζεται το δικαίωμα ενός διαδίκου να απαντά στους ισχυρισμούς και στις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικος του.»»

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   

Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ισχυρισμοί μάρτυρα, χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη επηρεάζουν την αξιοπιστία του, ενώ σύμφωνα με τη  Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 1153, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται, ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης, να αναφερθεί και να αξιολογήσει μαρτυρία με αναφορά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα (βλ. και την Κ.Α. ν. Δ.Κ. (2005) 1 (Α) Α.Α.Δ. 527).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η θέση των εναγόμενων ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή καθ’ ύλην αρμοδιότητας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής, προβάλλεται, με υπόβαθρο την έκδοση καθώς και το περιεχόμενο της απόφασης της ΣΕΟΚ (ανωτέρω), τη νομική επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων τους για τη φύση της εν λόγω απόφασης, ως διοικητικής πράξης, τον τρόπο αμφισβήτησης ή προσβολής της δικαστικά, αλλά και τις νομικές συνέπειες που συνεπάγεται η ύπαρξης της εν λόγω απόφασης και γενικά κάθε διοικητικής πράξης.

 

Το τι διαπιστώνω είναι το εξής: οι εναγόμενοι, οι οποίοι προβάλλουν την παραπάνω θέση παραβλέπουν ή ορθότερα, φαίνεται να αδιαφορούν και να μη λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους ακόλουθους λόγους ένστασης στην αίτηση, που και να μην υπήρχαν, καθηκόντως όφειλαν να αναδείξω αυτεπάγγελτα, όσα υποβάλλονται με αυτούς: τον όγδοο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, οι εναγόμενοι προβάλλουν ισχυρισμούς που δεν δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης που καταχώρησαν και ακολουθούν διαφορετική γραμμή από αυτήν που ακολουθούν στην έκθεση υπεράσπισής τους και τον όγδοο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται - όπως αναφέρεται - άνευ επηρεασμού της γενικότητας του όγδοου λόγου ένστασης, ότι οι εναγόμενοι δεν δύνανται να προωθούν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς αναφορικά με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και/ή αναφορικά με την απόφαση της ΣΕΟΚ, καθότι, τέτοιοι ισχυρισμοί δεν δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης που καταχώρησαν.

 

Το βάσιμο των δυο αυτών λόγων ένστασης καταφαίνεται από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εναγόμενοι οι οποίοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, μετά την έκδοση, τόσο της απόφασης της ΣΕΟΚ όσο της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δικογραφικά, ουδέν αναφέρουν, είτε για τη μια είτε για την άλλη. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά καταχώρησαν την υπεράσπισή τους προτού εκδοθούν οι δυο αυτές αποφάσεις.

 

Η απόφαση της ΣΕΟΚ εκδόθηκε στις 15/7/2025, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις 23/7/2025, ενώ οι ίδιοι καταχώρισαν την υπεράσπισή τους στην εναντίον τους αγωγή, στις 17/6/2025.

 

Το γεγονός ότι, όπως ανάφερε κατά την ακρόαση της αίτησης, ο κ. Πιριλίδης, τόσο η έκθεση απαίτησης όσο και η υπεράσπιση είναι διάσπαρτα με αναφορές προς τη ΣΕΟΚ δεν αναιρεί την ουσία η οποία έγκειται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, την οποία προώθησαν μέχρι τέλους σε σχέση και με τις δυο αιτούμενες θεραπείες και στο πλαίσιό της ήγειραν και το θέμα δικαιοδοσίας, με θεμελιακό υπόβαθρο, τόσο την έκδοση όσο και κυρίως το περιεχόμενο των παραπάνω αποφάσεων.

 

Για τις οποίες ωστόσο, δικογραφικά, ουδέν αναφέρουν, που με απλά λόγια σημαίνει πως δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται τις δυο αυτές αποφάσεις για οποιοδήποτε λόγο και το Δικαστήριο, με τη σειρά του, να βασιστεί σ’ αυτές κατά την εξέταση της αίτησης και τη διαμόρφωση της κρίσης του επί της ουσίας της αίτησης, σε σχέση με όλους τους λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι ζητούν την αποδοχή της.

 

Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων με τη γραπτή αγόρευσή τους, αναφέρονται και στη νομική πτυχή της αίτησης, με αναφορά σε ορθή νομολογία. 

 

Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τα όσα αναφέρουν ή παραθέτουν από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ. Έφ. αρ. Ε86/2025, ημερ. 11/2/2026, παρά μόνο να πω τούτο∙ ενώ αποτελεί γεγονός, ότι είναι η πρώτη εφετειακή απόφαση η οποία πραγματεύεται το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 των ΚΠΔ, εντούτοις, δε συμφωνώ μαζί τους ότι είναι και η μοναδική.

 

Οι αρχές που αναδύονται από το απόσπασμα που παραθέτουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων καθώς και διάφορα άλλα σημεία από τη συγκεκριμένη απόφαση επαναλαμβάνονται και στην επόμενη εφετειακή απόφαση στην υπόθεση Παναγή κ.α. v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. E26/2025, ημερ. 27/3/2026 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

   

«Το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προβλέπει τα εξής:

 

            «24.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους

            (1)     To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.

            (2)     To δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας.

 

            24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

            (1)     Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

                     (α)    κρίνει ότι:

                               (i)   ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

                               (ii)  ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

                     (β)    δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

            ......

 

            24.4. Η Αίτηση

            (1)     Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.

            (2)     Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:

                     (α)    προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και

                     (β)    αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

            (3) .......».

 

Πρέπει να τονιστεί ότι η προβλεπόμενη στο Μέρος 24, αποτελεί μία από τις διαδικασίες δια των οποίων το Δικαστήριο προάγει τον πρωταρχικό σκοπό δια της ενεργούς διαχείρισης υποθέσεων (Μέρος 1.5(1)). Όπως λέχθηκε στην Swain v. Hillman (2001) 1 All E.R. 91:

 

            «It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Pt 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Pt 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible».

Ο αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει  να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να αποδείξει τόσο ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» επί της απαίτησης ή υπεράσπισης (Μέρος 24.2). Κρίνουμε χρήσιμη την παράθεση αποσπάσματος από την Αγγλική υπόθεση Easyair Ltd vOpal Telecom Ltd (2009) EWHC 339 στο οποίο τέθηκε η σύνοψη των αρχών που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση βάσει του αντίστοιχου Αγγλικού Μέρους 24:

 

            «The correct approach on applications by defendants is, in my judgment, as follows:

 

            i)The court must consider whether the claimant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;

            ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]

            iii)In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman

            iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]

            v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;

            vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63;

            vii)On the other hand it is not uncommon for an application under Part 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, he will in truth have no real prospect of succeeding on his claim or successfully defending the claim against him, as the case may be. Similarly, if the applicant's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to a fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725».

 

         (βλAC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd (2009) EWCA Civ 1098, Διογένους κ.άν. Orogeorgio Jewellery Limited, ΠολΈφΕ86/25, ημερ. 11.2.2026).

 

Aφού ο αιτητής, με αξιόπιστη μαρτυρία, αποσείσει το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του πως ο καθ' ου δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, το βάρος εναποτίθεται πλέον στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, ή την ύπαρξη κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 24.2.5 του White Book 2021:

 

            «If the applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or other reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief. The language of r.24.2 ("no real prospect.no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel (2003) EWCA Civ 472. In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority (2015) EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman (2001) 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact or evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep,. CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd (1999) 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on any application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) (2001) EWCA Civ 550, CA)».

 

Όπως λέχθηκε και στην ED & F Man Liquid Products vPatel (2003) EWCA Civ. 472 η υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ' ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18 («the defence must carry some degree of convictionBoth approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formerly the case under R.S.C. Order 14»).»

 

Χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθώ γενικά με τις τυπικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για έκδοση συνοπτικής απόφασης, περιορίζομαι να πω τούτο∙ στην προκειμένη περίπτωση, αυτές ικανοποιούνται.

Απ’ εκεί και πέρα διαπιστώνω τα εξής, που είναι και τα πιο σημαντικά:

 

Απογυμνωμένη, ως έχει καταστεί η αίτηση, απότοκο της μη αποδοχής, τόσο της απόφασης της ΣΕΟΚ όσο και της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το μαρτυρικό υλικό που έχουν θέσει ενώπιόν μου οι εναγόμενοι για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης της αίτησης, για όλους τους λόγους για τους οποίους ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθιστά τη διεξαγωγής κανονικής δίκης, ως το μόνο κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για σκοπούς επίλυσης των μεταξύ των διαδίκων, επίδικων διαφορών. Για να το πω και διαφορετικά, αυτή η αδυναμία που παρουσιάζει η υπόθεση των εναγόμενων στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας σε συνδυασμό ασφαλώς και με τις διάφορες θέσεις των εναγόντων, τις οποίες προβάλλουν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, αναδεικνύουν την ύπαρξη του σοβαρού επιτακτικού λόγου, για τον οποίο θα πρέπει να επιτραπεί στους ενάγοντες να προωθήσουν την αγωγή τους μέχρι τέλους και όπως αυτή κριθεί σε δίκη. Δηλαδή, με πλήρη και κανονική ακρόαση.

 

Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω με αναφορά σε νομολογία (βλ. Βραχίμη, Βαριάνου, Νεοφύτου, Χ’’ Μάρκου και Παπά, ανωτέρω) μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων - ακόμη και στην περίπτωση που εισάγεται χωρίς ένσταση - δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα.

 

Αυτονόητο πως, οι παραπάνω αρχές ισχύουν, όχι μόνο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης με κανονική δίκη, αλλά και στην υπό εξέταση περίπτωση όπου οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

Για να συνεχίσω, με αντιπαραβολή τόσο των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών όσο και της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου - η οποία καλύπτεται από τους εν λόγω δικογραφημένους ισχυρισμούς - είναι σαφές, ότι αναδύονται αρκετά πολύ σοβαρά επίδικα θέματα, τόσο γεγονότων όσο και νομικά, εκ των οποίων ορισμένα είναι καινοφανή, καθώς περικλείουν και ερμηνεία, ακόμη και ενωσιακού δικαίου. Επίδικα θέματα, για τα οποία οι εκατέρωθεν εκδοχές διίστανται. Με αυτό δεδομένο, για σκοπούς εξαγωγής  σχετικών συμπερασμάτων απαιτείται και αξιολόγηση μαρτυρίας, γεγονός ανεπίτρεπτο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

Απ’ εκεί και πέρα, με προσεκτική ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων δεν τεκμηριώνεται η θέση των εναγόμενων ότι η αγωγή των πρώτων δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και/ή εύλογη αιτία αγωγής και/ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον τους είτε ακόμη ότι η έγερση και/ή συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής και/ή απαίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι ενοχλητική και/ή εκδικητική και/ή καταπιεστική διαδικασία (frivolous, vexatious and oppressive proceedings), θέση για την οποία οι εναγόμενοι, με τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία ζητούν διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης της πρώτης αιτούμενης θεραπείας, διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή διαγραφή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή απαίτησης.

 

Να πω απλώς, ότι η αγωγή των εναγόντων σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης εδράζεται επί του θεμελιακού ισχυρισμού τους, ότι για όλους τους λόγους που αναφέρουν -  οι οποίο συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους - οι εναγόμενοι παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντί τους, το συνταγματικό δικαίωμά τους στην περιουσία και το καθήκον επιμέλειας που επίσης είχαν έναντί τους, στους οποίους αποδίδουν και ότι προχώρησαν σε παράνομη κατακράτηση της περιουσίας τους και σε ιδιοποίηση των χρημάτων τους.

 

Όλα τα παραπάνω καθιστούν δικονομικά, τόσο την αγωγή όσο και την έκθεση απαίτησης των εναγόντων, καθ’ όλα έγκυρη και κανονική από κάθε άποψη, έτσι ώστε να μη δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος είτε παραμερισμού είτε απόρριψης ή διαγραφής της αγωγής και/ή απαίτησης, όπως είναι το αίτημα των εναγόμενων.

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης.

 

Συμμορφούμενοι με τον κανονισμό 9(1) του ίδιου Μέρους - όπως και οι εναγόμενοι - υπόβαλαν κατάλογο των εξόδων που αξιώνουν συνολικά για την απαίτηση. Αυτά ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €14.544,96, στο οποίο περιλαμβάνονται τόσο ο Φ.Π.Α (€2.314,96) όσο και τα πραγματικά τους έξοδα (€46).

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €7.000, πλέον Φ.Π.Α. και €46, πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων 1 μέχρι 10 και σε βάρος των εναγόμενων.

 

 

                                                                          (Υπ.) ...…………………………

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

/ΚΚ



[1] «1.5 A party may believe they can show without a trial that an opponent's case has no real prospect of success on the facts, or that the case is bound to succeed or fail, as the case may be, because of a point of law (including the interpretation of a document). In such a case the party concerned may make an application under rule 3.4 or apply for summary judgment under Part 24 (or both) as they think appropriate.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο